Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018


Ἆσμα γιὰ τὸν Συμεών
Κύριε, στὰ κύπελλα ἀνθίζουν οἱ ὑάκινθοι τῆς Ρώμης κι
Ὁ ἥλιος τοῦ χειμώνα ἕρπει πλάι στοὺς λόφους τοῦ χιονιοῦ·
Ἀνθίσταται σκληρὰ ἡ πείσμων ἐποχή.
Εἶν᾿ ἡ ζωή μου ἐλαφριά, προσμένοντας τ᾿ ἀγέρι τοῦ θανάτου,
Σὰν πούπουλο στὴ ράχη τοῦ χεριοῦ.
Σκόνη στὸ ἡλιόφως καὶ μνήμη στὶς γωνιὲς
Τὸν ἄνεμο προσμένουν, ποὺ παγερὸς φυσᾶ στὴν πεθαμένη γῆ.
Τὴν Σὴν εἰρήνην δὸς ἡμῖν.
Ἐβάδισα χρόνους πολλοὺς σ᾿ αὐτὴν τὴν πόλη,
Ἐτήρησα νηστεία καὶ προσευχή, ἐλέησα τοὺς φτωχούς,
Ἔλαβα καὶ παρεῖχα τιμὴ κι ἀναψυχή.
Ποτὲ κανεὶς δὲ διώχτηκε ἀπ᾿ τὴν πόρτα μου.
Τὸν οἶκο μου ποιὸς θὰ θυμᾶται,
ποὺ θὲ νὰ ζήσουν τῶν παιδιῶν μου τὰ παιδιά
Ὅταν θὰ ἔρθει τῆς ὀδύνης ὁ καιρός;
Θὰ καταφύγουν σὲ τράγου μονοπάτι καὶ σ᾿ ἀλεποῦς φωλιά,
Φεύγοντας ἀπὸ τ᾿ ἀλλότρια πρόσωπα καὶ ἀπὸ τ᾿ ἀλλότρια ξίφη.
Πρὶν τὸν καιρὸ τῶν μαστιγίων, τῶν ὀδυρμῶν καὶ τῶν δεσμῶν
Τὴν Σὴν εἰρήνην δὸς ἡμῖν.
Πρὶν τοὺς ἀναβαθμοὺς τοῦ ὄρους τῆς ἐρήμωσης,
Πρὶν ἀπ᾿ τὴ βέβαιη ὥρα τοῦ μητρικοῦ κλαυθμοῦ,
Τώρα, τὴν ἐποχὴ ποὺ θάνατος γεννᾶται,
Ἄσε τὸ Βρέφος, τὸν Λόγο τὸν ἀμίλητο καὶ ἀνείπωτο ὡς τώρα,
Νὰ δώσει τὴν παραμυθία τοῦ Ἰσραὴλ
Σὲ κάποιον ποὺ ἔχει ὀγδόντα χρόνους καὶ ὄχι αὔριο.
Κατὰ τὸ ρῆμα σου,
Θὰ σὲ ὑμνοῦν καὶ θὰ ὑποφέρουν σὲ κάθε γενεά,
Μὲ δόξα καὶ μὲ χλευασμό,
Φῶς ἐπὶ φωτός, τὴν κλίμακα καθὼς θὰ ἀνεβαίνουν τῶν ἁγίων.
Ὄχι γιὰ μένα τὸ μαρτύριο, ἡ ἔκσταση προσευχῆς καὶ στοχασμῶν,
Ὄχι γιὰ μένα τὸ ὕστατο ὅραμα.
Τὴν σὴν εἰρήνην δός μοι.
(Καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν
διελεύσεται ρομφαία).
Ἀπόκαμα ἀπὸ τὴ ζωή μου καὶ τὶς ζωὲς αὐτῶν μετὰ ἀπὸ μένα,
Πεθαίνω μὲ τὸ θάνατό μου καὶ τοὺς θανάτους αὐτῶν μετὰ ἀπὸ μένα.
Ἄσε τὸν δοῦλο Σου νὰ ἀναχωρήσει,
ἀφοῦ θὰ ἔχει δεῖ τὸ σωτήριόν Σου.
Thomas Stearns Eliot

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου