Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018


Σβήσαμε τὴν ἀπὸ μέσα φωτιὰ ποὺ μᾶς ζέσταινε
Ζαλίζεται κανένας κι ἀπελπίζεται, βλέποντας σὲ ποιὸν καιρὸν ζοῦμε. Σ᾿ ἕναν καιρὸ ὁλότελα παλαβὸν καὶ σκοτισμένον ποὺ ἡ τρέλλα κι ἡ ἀνοησία ἔχουνε κυριαρχήσει ἐπάνω σ᾿ ὅλον τὸν κόσμο...
Κάθουμαι καὶ συλλογίζουμαι κι ἀπορῶ πῶς οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι ἔχουνε τὴν ἰδέα πὼς πηγαίνουνε μπροστά, πὼς προοδεύουνε σὲ ὅλα, ἐνῶ στ᾿ ἀλήθεια πηγαίνουνε ὅλο καὶ πίσω, κατεβαίνουνε ὅλο καὶ παρακάτω;...
Ἀπ᾿ ὅλα λείπει κάποια οὐσία, κάποια νοστιμάδα, ποὺ εἴχανε ἄλλη φορά, λείπει ἡ θέρμη τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀγάπης, γιατὶ ἅπλωσε ἡ ψύχρα τοῦ θανάτου, ἡ ἀπιστία στὸν Θεὸ κι ἡ πίστη στὴ μηχανή.
Ἡ μηχανὴ στόμωσε τὰ αἰσθήματά μας καὶ σφάλισε μέσα μας τὴν πηγὴ ποὺ ἀνάβρυζε κάθε ἀληθινὴ πνευματικὴ χαρά. Σκότωσε τὴν ἁπλότητα. Ἡ μηχανὴ εἶναι ψυχρὴ γιατὶ εἶναι γέννημα τοῦ μυαλοῦ, γέννημα τῆς «ψυχρῆς λογικῆς». Πῶς νὰ μὴν παγώση ὁ μέσα μας ἄνθρωπος καθισμένος ἐπάνω στὸν Βόρειο Πόλο τοῦ μυαλοῦ; Θυσιάσαμε τὰ πρωτοτόκια γιὰ νὰ φᾶμε τὴ φακή. Χαλάσαμε τὸν μέσα μας ἄνθρωπο γιὰ νὰ βολέψουμε μόνο τὸν ἀπ᾿ ἔξω ἄνθρωπο. Σβήσαμε τὴν ἀπὸ μέσα φωτιὰ ποὺ μᾶς ζέσταινε, γιὰ νὰ ἀνάψουμε ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι μας μιὰ φωτιὰ ψυχρή, ποὺ δὲ ζεσταίνει, καὶ θαρροῦμε πὼς θὰ ζεσταθοῦμε κυττάζοντας τὴν ψεύτικη φεγγοβολή της. Πιστέψαμε πὼς ἔτσι θὰ βροῦμε τὴν ἄκρη τῶν δεινῶν μας καὶ πάσα εὐτυχία, κι ἀντὶς αὐτό, περιπλεχθήκαμε σὲ μεγάλες ἀγωνίες καὶ σὲ βάσανα καινούργια ποὺ δὲν τὰ ξέραμε πρωτύτερα. Ἀλλὰ μία φορὰ ποὺ πήραμε αὐτὸν τὸν δρόμο, τραβᾶμε τὸν κατήφορο ὅλο με περισσότερη φόρα, ἂν καὶ βλέπουμε πὼς ὁ δρόμος ποὺ περπατᾶμε εἶναι ἔρημος καὶ κρύος. Γυρεύουμε νὰ βροῦμε ξεκούραση τρέχοντας ἀπάνω σὲ τριβόλους, ὀνειρευόμαστε περιβόλια στὴ Σαχαλίνα ποὺ δὲν φυτρώνει τίποτα...
Αὐτὴ λοιπὸν ἡ κρυάδα σκεπάζει σήμερα ὅσα κάνει ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ χέρια του, μὲ τὸ μυαλό του καὶ μὲ τὴν καρδιά του. Κύτταξε τὰ σπίτια του, τ᾿ ἁμάξια του, τ᾿ ἅρματά του, τὰ ροῦχα του, τὰ καράβια του, τὰ μαγαζιά του, τὰ βιβλία του, ὅλα ὅ,τι κάνει. Ἂν ὑπάρχει ἀκόμα πουθενὰ λιγοστὴ πνοή, λιγοστὴ ζεστασιά, αὐτὴ βγαίνει ἀπ᾿ ὅ,τι βαστᾶ ἀπ᾿ τὰ περασμένα, εἴτε στὸ χτίριο, εἴτε στὸ καράβι, εἴτε στὴ ζωγραφική, εἴτε στὸ βιβλίο, ἀπ᾿ ὅ,τι γεννήθηκε τότε ποὺ ἤτανε πιὸ ἁπλὸς καὶ πιὸ ἀληθινός.
Γιατὶ, ὅπως τὸ κάθε πράγμα, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄνθρωπος ὅσο στέκεται μέσα στὰ φυσικὰ σύνορά του. «Μὰ ποιὰ εἶναι αὐτὰ τὰ φυσικὰ σύνορά του;» ρωτᾶνε πολλοί. «Μήπως δὲν βρίσκεται μέσα στὰ σύνορά του κάνοντας ὅ,τι μπορεῖ νὰ κάνει κι ὅ,τι θέλει νὰ κάνει;» Κατὰ τὴ δική μου τὴν ἁπλὴ γνώμη δὲν βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος μέσα στὰ σύνορά του κάνοντας ὅ,τι μπορεῖ καὶ ὅ,τι θέλει. Εἶναι σὰν τὸ μωρὸ παιδί, ποὺ σὰν τ᾿ ἀφήσεις νὰ κάνει ὅ,τι θέλει, γρήγορα θὰ γκρεμισθεῖ καὶ θὰ σκοτωθεῖ. Ὁ ἐγωϊσμὸς καὶ ἡ περηφάνεια θὰ τὸν σπρώξει σ᾿ ἕνα δρόμο ποὺ δὲν εἶναι γιὰ τὰ πόδια του. Γι᾿ αὐτὸ κι ὁ Θεὸς τοῦ ἔβαλε σύνορο, γιὰ νὰ μὴν πάγει στὴν καταστροφή του. Τοῦ 'δωσε νόμο πού, σύμφωνα μ᾿ αὐτόν, χρωστᾶ νὰ πορεύεται. «Ἂν ἀκούσετε αὐτὰ ποὺ λέγω, εἶπε, τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς θὰ φᾶτε. Μὰ ἂν δὲν μ᾿ ἀκούσετε, θὰ σᾶς φάγει ἡ μάχαιρα (ὁ θάνατος)». Νά, γύρισε καὶ κύτταξε, τί γίνεται σήμερα; Ὁ ἄνθρωπος ποτὲ δὲν εἶχε στολίσει μὲ τόσα ψεύτικα στολίδια «τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος». Γέμισε τὸν κόσμο ἀπὸ μηχανές, δοῦλες τάχα ποὺ ὑπηρετᾶνε τὸν ἀφέντη τους. Μὰ ποτὲ δὲν ἤτανε ὁ ἄνθρωπος τόσο δυστυχισμένος, τόσο φοβισμένος, τόσο ἀπροστάτευτος, τόσο σαστισμένος, τόσο φτωχὸς σὲ ἀληθινὰ πλούτη!

Φώτης Κόντογλου

Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

Κράτα τὴν πίστη μὲ κάθε κόστος
Ξαγρύπνα ἀσταμάτητα γιὰ νὰ κρατᾶς τὴν πίστη, καὶ ξαγρύπνα ἀσταμάτητα ὥστε ὁ σπόρος τῆς ἀγάπης, τὸν ὁποῖο ἡ πίστη φέρνει μέσα της, νὰ αὐξηθεῖ καὶ νὰ σοῦ φέρει χαρά. Ἐφόσον μόνη της ἡ πίστη, χωρὶς τὴν ἀγάπη, θὰ παρέμενε κρύα καὶ ἄχαρη. Ὅμως καὶ ὅταν μέσα σου κρυώσει ἡ ἀγάπη, καὶ δὲν αὐξηθεῖ καὶ δὲν φέρει καρπὸ χαρᾶς, κράτα τὴν πίστη καὶ περίμενε. 
Κράτα τὴν πίστη μὲ κάθε κόστος. Καὶ περίμενε, ἀκόμα καὶ χρόνια, μέχρι ἡ ἀγάπη νὰ φυτρώσει ἀπὸ τὴν πίστη. Ἐὰν χάσεις τὴν ἀγάπη, θὰ ἔχεις χάσει πολλά, ὅμως ἐὰν χάσεις καὶ τὴν πίστη, τὰ ἔχασες ὅλα. Ἐὰν χάσεις τὴν ἀγάπη, θὰ χάσεις τὸν καρπὸ ἀπὸ τὸ δένδρο, ὅμως ἐὰν χάσεις τὴν πίστη, θὰ ἔχεις κόψει τὸ δένδρο.

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018


Κεκαθαρµένοι ὡς διὰ πυρὸς
Ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1917, ὅταν οἱ Μπολσεβίκοι κατέλαβαν τὴν ἐξουσία, µέχρι περίπου τὸ 1988, τὸ ἒτος ποὺ ὁ Ρωσικὸς Χριστιανισµὸς γιόρτασε τὴ χιλιετηρίδα του, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὴ Σοβιετικὴ Ἕνωση ἔζησε σὲ µία κατάσταση πολιορκίας. Ἡ ἔνταση τοῦ διωγµοῦ διέφερε ἀπὸ ἐποχὴ σὲ ἐποχὴ σ’ αὐτὰ τὰ ἑβδοµήντα χρόνια, ἀλλὰ ἡ βασικὴ στάση τῶν Κοµµουνιστικῶν Ἀρχῶν παρέµεινε ἡ ἴδια: ἡ θρησκευτικὴ πίστη, σὲ ὅλες της τὶς ἐκφάνσεις, εἶναι ἕνα λάθος ποὺ πρέπει νὰ καταπνιγεῖ καὶ νὰ ξερριζωθεῖ. Σύµφωνα µὲ τὰ λόγια τοῦ Στάλιν, «Τὸ Κόµµα δὲν µπορεῖ νὰ παραµείνει οὐδέτερο µπροστὰ στὴ θρησκεία. Διεξάγει ἕναν ἀντιθρησκευτικὸ ἀγώνα ἐναντίον κάθε θρησκευτικῆς προκατάληψης». Γιὰ νὰ κατανοήσουµε τὴν πλήρη σηµασία ποὺ ἔχουν αὐτὰ τὰ λόγια, θὰ πρέπει νὰ θυµηθοῦµε πὼς τὸ Κόµµα, ὑπὸ τὸν Σοβιετικὸ Κοµµουνισµό, ἦταν ἐντελῶς ταυτισµένο µὲ τὸ Κράτος.
Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀπὸ τὸ 1917 καὶ ἐφεξῆς, οἱ Ὀρθόδοξοι καὶ οἱ ἄλλοι χριστιανοὶ βρέθηκαν µπροστὰ σὲ µία κατάσταση, ποὺ ὅµοιά της δὲν ὑπῆρξε ἄλλη στὴν ἱστορία τοῦ ἀρχέγονου Χριστιανισµοῦ. Ἡ Ρωµαϊκὴ Αὐτοκρατορία, ἂν καὶ κατὰ καιροὺς καταδίωκε τοὺς χριστιανούς, ὅµως δὲν ἦταν κατὰ καµία ἔννοια ἀθεϊστικὸ κράτος, προσανατολισµένο στὴν καταπίεση αὐτῆς τῆς ἴδιας τῆς θρησκείας. Οἱ Ὀθωµανοί Τοῦρκοι, πιστοὶ τοῦ ἑνὸς Θεοῦ, ἂν καὶ δὲν ἦσαν χριστιανοί, φάνηκαν ἀρκετὰ ἀνεκτικοὶ ἀπέναντι στὴν Ἐκκλησία, καθὼς εἴδαµε. Ὁ Σοβιετικὸς ὅµως Κοµµουνισµός, λόγω τῶν βασικῶν του ἀρχῶν, ἦταν στραµµένος σὲ µιά ἐπιθετικὴ καὶ στρατευµένη ἀθεΐα. Δὲν τοῦ ἀρκοῦσε ἕνας οὐδέτερος χωρισµὸς µεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, ἀλλά ἐπεζήτησε µὲ ὅλα τὰ µέσα, εὐθέα καὶ πλάγια, νὰ ἀναποδογυρίσει ὅλη τὴν ὀργανωµένη ἐκκλησιαστικὴ ζωή, καὶ νὰ ἐξαλείψει κάθε θρησκευτικὴ πίστη.
Οἱ Μπολσεβίκοι, µόλις κατέλαβαν τὴν ἐξουσία, ἔσπευσαν νὰ βάλουν σὲ ἐνέργεια τὸ πρόγραµµά τους. Ἡ Νοµοθεσία τοῦ 1918 ἀπέκλεισε τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ κάθε συµµετοχὴ στὴν ἐκπαίδευση καὶ δήµευσε ὅλη τὴν ἐκκλησιαστικὴ περιουσία. Ἡ Ἐκκλησία ἔπαυσε νὰ ἒχει ὁποιοδήποτε δικαίωµα, ἁπλῶς δὲν διέθετε καµιὰ νοµικὴ ὑπόσταση. Τὰ ἄρθρα τοῦ Σοβιετικοῦ Συντάγµατος ἔγιναν ὅλο καὶ πιὸ σκληρά.
Τὸ Σύνταγµα τοῦ 1918 ἐπέτρεπε τὴν «ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς καὶ ἀντιθρησκευτικῆς προπαγάνδας» (ἄρθρο 13), ἀλλά στὸν «Νόµο γιὰ τὶς θρησκευτικὲς Ἑνώσεις» ποὺ µπῆκε σ’ ἐφαρµογὴ τὸ 1929, αὐτὸ ἄλλαξε καὶ ἒγινε «ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς πίστης καὶ τῆς ἀντιθρησκευτικῆς προπαγάνδας». Εἶναι πολὺ σηµαντικὴ ἐδῶ ἡ διάκριση: στοὺς χριστιανοὺς ἐπιτρεπόταν -τουλάχιστον θεωρητικά- ἐλευθερία πίστης, ἀλλὰ δὲν τοὺς ἐπιτρεπόταν καµιὰ ἐλευθερία προπαγάνδας.
Η Ἐκκλησία ἐθεωρεῖτο ἁπλῶς ὡς µία λατρευτικὴ Ἕνωση. Οὐσιαστικά τῆς ἐπετράπη νὰ τελεῖ τὶς θρησκευτικὲς ἀκολουθίες, καὶ στὴν πράξη -µετὰ µάλιστα ἀπὸ τὸ 1943-ἀποδόθηκαν ὁρισµένες ἐκκλησίες στὴ λατρεία. Ἐπίσης µετὰ ἀπὸ τὸ 1943 ἐπετράπη στὴν Ἐκκλησία νὰ διατηρεῖ λίγες ἱερατικὲς σχολὲς καὶ νὰ ἔχει κάποια περιορισµένη ἐκδοτικὴ δραστηριότητα. Ἀλλά πέρα ἀπ’ αὐτὰ δὲν τῆς ἐπετράπη οὐσιαστικὰ τίποτε ἄλλο.
Μ’ ἄλλα λόγια οἱ ἐπίσκοποι καὶ ὁ κλῆρος δὲν µποροῦσαν ν’ ἀσχοληθοῦν µὲ τὸ φιλανθρωπικὸ ἤ τὸ κοινωνικὸ ἔργο.Ἡ ἐπίσκεψη τῶν ἀσθενῶν ἦταν πολὺ περιορισµένη. Ἦταν ἀδύνατο τὸ ποιµαντικὸ ἔργο στὶς φυλακές, στὰ νοσοκοµεῖα ἤ στὰ ψυχιατρεῖα. 0ἱ ἐνοριακοὶ ἱερεῖς δὲν µποροῦσαν νὰ ὀργανώσουν κανενὸς εἴδους νεανικὲς ὁµάδες ἤ κύκλους µελέτης. Δὲν µποροῦσαν νὰ ὀργανώσουν κατηχητικὰ γιὰ τὰ παιδιά. Ἡ µόνη κατήχηση ποὺ οὐσιαστικὰ µποροῦσαν νὰ προσφέρουν στὸ ποίµνιό τους ἦταν µέσω τοῦ κηρύγµατος κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ἀκολουθιῶν. (Συχνὰ µάλιστα δὲν ἄφηναν ἀνεκµετάλλευτη µία τέτοια εὐκαιρία: θυµᾶµαι τὴ συµµετοχή µου στὴν τέλεση µιᾶς Λειτουργίας, στὴ δεκαετία τοῦ ‘70, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ὁποίας ἔγιναν τέσσερα ἤ πέντε διαφορετικὰ κηρύγµατα. Τὸ ἐκκλησίασµα τὰ παρακολούθησε µὲ µεγάλη προσοχὴ καὶ στὸ τέλος εὐχαρίστησε τὸν κήρυκα µὲ ἐκδηλώσεις µεγάλης εὐγνωµοσύνης - ἦταν µιά ἐµπειρία ποὺ δὲν τὴν ἒχω συνήθως ὅταν κηρύττω στὴ Δύση!).
Ὁ κλῆρος δὲν µποροῦσε νὰ ὀργανώσει κάποια ἐνοριακὴ βιβλιοθήκη, καθόσον τὰ µόνα βιβλία ποὺ ἐπιτρεπόταν νὰ ὑπάρχουν στὴν ἐκκλησία ἦσαν τὰ λειτουργικὰ βιβλία γιὰ λατρευτικὴ χρήση. Δὲν διέθεταν οὔτε φυλλάδια, οὔτε τὸ παραµικρότερο ἄλλο πληροφοριακὸ ὑλικό. Ἀκόµη καὶ ἡ Ἁγία Γραφὴ ἦταν σπάνιο εἶδος, ποὺ ἀνταλλασσόταν στὴ µαύρη ἀγορὰ σὲ τεράστιες τιµές. Τὸ χειρότερο δὲ ἀπ’ ὅλα ἦταν πὼς ὁ κάθε κληρικός, ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο µέχρι τὸν ταπεινότερο ἐνοριακὸ ἱερέα, χρειαζόταν νὰ ἒχει ἄδεια ἀπὸ τὸ Κράτος γιὰ νὰ ἐξασκήσει τὸ λειτούργηµά του, καὶ βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὴ στενὴ καὶ ἀνελέητη παρακολούθηση τῆς µυστικῆς ἀστυνοµίας. Κάθε λέξη ποὺ ἔλεγε ὁ ἱερέας στὰ κηρύγµατά του σηµειωνόταν προσεκτικά. Ὁλόκληρη τή µέρα, κάποια ἐχθρικὰ καὶ παρατηρητικὰ µάτια θὰ παρακολουθοῦσαν ποιὸς ἐπισκεπτόταν τὴν ἐκκλησία γιὰ βαπτίσεις ἤ γάµους, γιὰ ἐξοµολόγηση ἤ ἁπλὴ προσωπικὴ συζήτηση.
Τὸ ὁλοκληρωτικὸ κοµµουνιστικὸ καθεστὼς χρησιµοποίησε ὅλες τὶς δυνατὲς µορφὲς ἀντιθρησκευτικῆς προπαγάνδας, ἐνῶ εἶχε στερήσει ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία κάθε δικαίωµα ἀνταπάντησης. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα ὑπῆρχε ἡ ἀθεϊστικὴ διδασκαλία ποὺ µεταδιδόταν συστηµατικὰ σὲ κάθε σχολεῖο. Οἱ δάσκαλοι ἔπαιρναν ἐντολές, σὰν αὐτή:
«Ὁ Σοβιετικὸς δάσκαλος πρέπει νὰ καθοδηγεῖται ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ ἐπιστηµονικοῦ πνεύµατος τοῦ Κόµµατος. Ὑποχρεοῦται ὄχι µόνον νὰ εἶναι ὁ ἴδιος ἄπιστος, ἀλλά καὶ νὰ εἶναι ἕνας δραστήριος προπαγανδιστὴς τῆς Ἀθεΐας µεταξὺ τῶν ἄλλων, νὰ εἶναι φορέας τῶν ἰδεῶν τοῦ στρατευµένου προλεταριακοῦ ἀθεϊσµοῦ. Μὲ ἱκανότητα καὶ ἠρεµία, µὲ λεπτότητα καὶ ὑποµονὴ θὰ πρέπει ὁ Σοβιετικὸς δάσκαλος νὰ ἀποκαλύπτει καὶ νὰ ὑπερβαίνει τὶς θρησκευτικὲς προκαταλήψεις στὴ διάρκεια τῆς ἐργασίας του στὸ σχολεῖο ἀλλά καί ἔξω ἀπ’ αὐτό, κάθε µέρα».
Ἔξω ἀπὸ τὸ σχολεῖο, µιὰ τεράστια ἀντιθρησκευτικὴ ἐκστρατεία διεξαγόταν ἀπὸ τὸν Σύνδεσµο Στρατευµένων Ἀθέων. Τὸν Σύνδεσµο αὐτὸν ἀντικατέστησε τὸ 1942 ἡ λιγότερο ἐπιθετικὴ «Πανενωσιακὴ Ἑταιρεία γιὰ τὴ διάδοση τῆς Ἐπιστηµονικῆς καὶ Πολιτικῆς Γνώσης». Ἡ ἀθεΐα καλλιεργεῖτο συστηµατικὰ µεταξὺ τῶν νέων ἀπὸ τὸν Σύνδεσµο Νέων Κοµµουνιστῶν. Δηµιουργήθηκαν Μουσεῖα Θρησκείας καὶ Ἀθεΐας, συχνὰ σὲ πρώην ἐκκλησίες, ὅπως στὸν Καθεδρικὸ Ναὸ τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν, στὴν Ἁγία Πετρούπολη. Στὴ δεκαετία τοῦ ‘20 διοργανώνονταν στοὺς δρόµους ἀντιθρησκευτικὲς «λιτανεῖες» µὲ ὠµὸ καὶ προκλητικὸ χαρακτήρα, ἰδιαίτερα τὸ Πάσχα καὶ τὰ Χριστούγεννα. Ἐδῶ ἔχουµε µιά περιγραφὴ ἀπὸ κάποιον αὐτόπτη µάρτυρα: «Δὲν ὑπῆρχαν διαµαρτυρίες ἀπό τούς σιωπηλοὺς δρόµους -τὰ χρόνια τοῦ τρόµου εἶχαν κάνει καλὰ τὴ δουλειά τους — καὶ ὅλοι προσπαθοῦσαν νὰ παρακάµψουν τὸν δρόµο ὅταν συναντοῦσαν αὐτὴ τὴν προκλητικὴ «λιτανεία». Ἐγώ, προσωπικά, ποὺ παραβρέθηκα στὸ Καρναβάλι τῆς Μόσχας, µπορῶ νὰ διαβεβαιώσω πὼς δὲν ὑπῆρχε οὔτε µιά σταγόνα λαϊκῆς εὐχαρίστησης σ’ αὐτό. Ἡ πορεία ἐκινεῖτο σὲ ἄδειους δρόµους καὶ ἡ προσπάθειά της νὰ δηµιουργήσει γέλιο ἤ πρόκληση συναντοῦσε τὴ βαθιὰ σιωπὴ τῶν τυχαίων περαστικῶν».
Ὄχι µόνο ἔκλεισε ἕνας µεγάλος ἀριθµὸς ἐκκλησιῶν στὶς δεκαετίες τοῦ ‘20 καὶ τοῦ ‘30, ἀλλὰ καὶ πάρα πολλοὶ ἐπίσκοποι, ἱερεῖς, µοναχοί, µοναχὲς καὶ λαϊκοὶ κλείστηκαν σὲ φυλακὲς καὶ σὲ στρατόπεδα συγκέντρωσης. Δὲν µποροῦµε νὰ ὑπολογίσουµε πόσοι ἐκτελέστηκαν ἤ πέθαναν ἀπὸ τὰ βασανιστήρια. Ὁ Νικήτας Στροῦβε µᾶς δίνει ἕναν κατάλογο µὲ 130 ὀνόµατα µαρτύρων ἐπισκόπων, ἀλλὰ ἀκόµη κι αὐτὸν τὸν ἀποκαλεῖ «προσωρινὸ καὶ ἀτελή». Ὁ συνολικὸς ἀριθµὸς τῶν ἱερέων ποὺ µαρτύρησαν πρέπει νὰ φτάνει σὲ δεκάδες χιλιάδες. Φυσικὰ οἱ Χριστιανοὶ δὲν ἦσαν κατὰ κανένα τρόπο οἱ µόνοι ποὺ ὑπέφεραν κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς τροµοκρατικῆς ἐξουσίας τοῦ Στάλιν, ἀλλ’ ὑπέφεραν περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον. Τίποτε δὲν θὰ µποροῦσε νὰ συγκριθεῖ µὲ ὅ,τι συνέβαινε στοὺς διωγµοὺς κατὰ τὴ Ρωµαϊκὴ περίοδο. Τὰ λόγια τοῦ Πρωτόπαπα Ἀββακούµ, ποὺ ἒζησε τὸν δέκατο ἕβδοµο αἰώνα, βγῆκαν ἀληθινὰ στὴν περίοδο τοῦ κοµµουνιστικοῦ καθεστῶτος, τρεῖς αἰῶνες ἀργότερα: «Ὁ Σατανᾶς ἀπέσπασε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴ φωτεινὴ Ρωσία µας, γιὰ νὰ γίνει κόκκινη ἀπὸ τὸ αἷµα τῶν µαρτύρων».
Πῶς ἐπηρέασε τὴν Ἐκκλησία ἡ κοµµουνιστικὴ προπαγάνδα καὶ οἱ διωγµοί; Σὲ πολλὲς περιοχὲς ὑπῆρξε µιά καταπληκτικὴ ἀναζωογόνηση τῆς πνευµατικῆς ζωῆς. Οἱ ἀληθινοὶ Ὀρθόδοξοι πιστοί, καθαρισµένοι ἀπὸ τὰ κοσµικὰ στοιχεῖα, ἐλευθερωµένοι ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ψευδῶν µελῶν τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἁπλῶς συµµορφώνονταν µὲ τοὺς τύπους γιὰ κοινωνικοὺς λόγους, «κεκαθαρµένοι ὡς διὰ πυρός», συγκεντρώθηκαν καὶ ἀντιστάθηκαν µὲ ἡρωισµὸ καὶ ταπείνωση. Ἕνας Ρῶσος τῆς διασπορᾶς ἒχει γράψει: «Ἐκεῖ ὅπου δοκιµάστηκε ἡ πίστη, ἡ χάρις ξεχύθηκε ἄφθονη, καὶ συνέβησαν τὰ πιὸ καταπληκτικὰ θαύµατα: εἰκόνες ποὺ ἀνακαινίστηκαν µπροστὰ στὰ ἔκθαµβα µάτια τῶν πιστῶν(1), θόλοι τῶν ἐκκλησιῶν ποὺ ἔλαµψαν µ’ ἕνα φῶς ποὺ δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν κόσµο αὐτό... Μολαταῦτα, πολὺ λίγοι τὰ πρόσεξαν αὐτά. Ἡ ἔνδοξη πλευρὰ ὅσων συνέβησαν στὴν Ρωσία δὲν ἐνδιέφερε σχεδὸν καθόλου τὸ σύνολο τῆς ἀνθρωπότητας... Ὁ σταυρωµένος καὶ ἐνταφιασµένος Χριστὸς πάντοτε θὰ κρίνεται ἔτσι ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ εἶναι τυφλοὶ στὸ φῶς τῆς ἀναστάσεώς Του».
Τὸ ἐκπληκτικὸ δὲν εἶναι πὼς ἕνας τόσο µεγάλος ἀριθµὸς ἀνθρώπων ἐγκατέλειψε τὴν Ἐκκλησία στὴν ὥρα τοῦ διωγµοῦ, ἐπειδὴ αὐτὸ ἀνέκαθεν συνέβαινε, καὶ χωρὶς ἀµφιβολία θὰ ξανασυµβεῖ. Ἐκπληκτικότερο εἶναι τὸ γεγονὸς πὼς τόσοι πολλοὶ παρέµειναν πιστοί.
Κάλλιστος Γουέαρ (Ἐπίσκοπος Διοκλείας)

(1) Lossky, Ἡ Μυστικὴ Θεολογία τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ θαυµατουργὴ «ἀνακαίνιση τῶν εἰκόνων», στήν ὁποία ἀναφέρεται ὁ Λόσσκυ, ἔλαβε χώρα σέ ἀρκετὲς περιοχές ὑπό τὸ κοµµουνιστικὸ καθεστώς. Εἰκόνες καὶ τοιχογραφίες, µαυρισµένες καὶ παραµορφωµένες ἀπὸ τὸν καιρό, ξαφνικά, χωρὶς καµιὰ ἀνθρώπινη ἐπέµβαση, ἀπόκτησαν ξανὰ τὰ λαµπρὰ καὶ φωτεινὰ χρώµατά τους.

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018


Μπόρα εἶναι καὶ θὰ περάση
Ἀγαπητέ μου ἀδελφέ, «Χαῖρε ἐν Κυρίῳ».
Σχετικὰ μὲ τὸ παιδί σας ποὺ μοῦ γράφετε, ἔχω τὴ γνώμη ὅτι μία αὐστηρὴ στάση θὰ τὸ κάνη πολὺ χειρότερα. Νὰ τοῦ λέτε τὸ καλὸ μὲ καλὸν τρόπο καὶ νὰ μὴν τὸ πιέζετε μετά, ἀλλὰ νὰ δείχνετε ὅτι στενοχωρεῖσθε γιὰ τὸν δρόμο ποὺ τραβάει (πράγμα ποὺ θὰ φαίνεται μόνο του, γιατὶ οὔτε ἡ χαρὰ κρύβεται οὔτε καὶ ἡ στενοχώρια). Θὰ κάνετε ἐσεῖς τὸ καθῆκον σας μὲ τὶς συμβουλὲς καὶ μετὰ νὰ τὸ ἐμπιστευθῆτε στὸν Θεό. Νομίζω ὅτι περισσότερα ἀποτελέσματα θὰ φέρη ὅταν ὁ πόνος ἀξιοποιηθῆ στὴν προσευχή, παρὰ νὰ πονᾶτε γιὰ τὶς ἀταξίες τοῦ παιδιοῦ ἐπιμένοντας, γιατὶ τὸ παιδὶ τώρα εἶναι ἀναστατωμένο ἀπὸ τὴν σάρκα καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ πονηροῦ, γιατὶ τοῦ ἔδωσε δικαιώματα.
Μπόρα εἶναι καὶ θὰ περάση. Μὴν στενοχωρεῖσθε, θὰ συνέλθη ἀργότερα. Οὔτε καὶ νὰ τὸ πάρετε κατάκαρδα, ποὺ θὰ χάση τὴν ἁγνότητά του καὶ τί θὰ γίνη μετά, γιατὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς μας ἔχουν ἄλλο τυπικό, τὴν ἁμαρτία τὴν ἔκαναν μόδα. Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς ἐλεήση. Κοιτάξετε ὅσο μπορεῖτε νὰ μὴν τὸ ἀποπαίρνετε, ὅπως ἀνέφερα, γιὰ νὰ μὴν κόψη τὸ σκοινὶ καὶ φύγη ἀπὸ τὴν οἰκογένεια, γιατὶ θὰ συνέλθη μετὰ καὶ δὲν θὰ θέλη νὰ πλησιάση ἀπὸ ἐγωισμό, ὁπότε θὰ χαθῆ τελείως…
…Νὰ κάνετε ἕνα μικρὸ διάστημα ὑπομονή, νὰ παραβλέπετε τὶς ἀταξίες της, νὰ σᾶς πλησιάση λίγο περισσότερο καὶ τότε νὰ βρῆτε καμιὰ ἀφορμὴ μὲ τρόπο νὰ τὴν συμβουλέψετε… Πάντως μὴ στενοχωρεῖσθε, δὲν θὰ ἀφήση ὁ Θεός, οὔτε καὶ τὶς ἁμαρτίες τῶν παιδιῶν τῆς ἐποχῆς μας (τώρα) θὰ τὶς κρίνη τὸ ἴδιο μὲ τὶς ἁμαρτίες τῶν παιδιῶν τῆς δικῆς μας (τότε, παλιότερης) ἐποχῆς.
Εὔχεσθε, καὶ ἐγὼ θὰ εὔχομαι, καὶ ὁ καλὸς Θεὸς νὰ βοηθήση καὶ τὸ παιδί σας καὶ ὅλα τὰ παιδιά σας καὶ ὅλα τὰ παιδιὰ τοῦ κόσμου.
Μὲ ἀγάπη Χριστοῦ
Μοναχὸς Παΐσιος

Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης

Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

Κατὰ τὰ ἄλλα, εἴμαστε ἐλεύθεροι!
Ἡ δυσκολία στοὺς ἀνθρώπους εἶναι νὰ βάλουν ἄλλο κυβερνήτη στὴ ζωή τους. «Ἀπόστα ἀπ' ἐμοῦ, ὁδούς σου εἰδέναι οὐ βούλομαι». Φύγε ἀπὸ κοντά μου, δὲν θέλω νὰ ξέρω τό νόμο Σου. Θέλω ἐγὼ νὰ ρυθμίζω τὴ ζωή μου. Ὁ ἐγωιστὴς ἄνθρωπος θέλει νὰ εἶναι αὐτόνομος, ἀνεξάρτητος, αὐτάρκης· νομίζει ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκη τοῦ Θεοῦ. Τώρα, τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ὑποδουλώνεται σὲ ὅλα τὰ πάθη του, αὐτὸ εἶναι ἄλλη ἱστορία. Νομίζει ὅτι εἶναι ἐλεύθερος ὁ καημένος καὶ εἶναι δοῦλος σὲ ὅλα τὰ πάθη του. Ἐνῶ ἄν ὑποταχθῆ στὸν Θεό, θὰ ἀπελευθερωθῆ ἀπὸ ὅλα τὰ πάθη του καὶ θὰ εἶναι ἀληθινὰ ἐλεύθερος.
Μιὰ ἐλευθερία ἔχουμε· μὴν ἀπατώμαστε: νὰ ἐκλέξουμε ἀφεντικό. Ἤ θὰ ἔχουμε ἀφεντικὸ τὸν Θεὸ καὶ θὰ εἴμαστε ἀπελεύθεροι ἀπὸ τὰ πάθη μας ἤ θὰ ἐκλέξουμε ἀφεντικὸ τὰ πάθη μας καὶ τὸν ἐγωισμό μας καὶ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν διάβολο καὶ στὸ τέλος θὰ εἴμαστε ὑποδουλωμένοι σὲ ὅλα αὐτά. Ἐλεύθερος πραγματικὰ εἶναι μόνο ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, διότι αὐτὸς δὲν δουλεύει στὰ πάθη. Κάνει ὑπακοὴ στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ εἶναι ἀπελεύθερος ἀπὸ ὅλα τὰ πάθη του. Αὐτὸ χρειάζεται νὰ τὸ καταλάβουμε. Εἶμαι ἐλεύθερος, λέει. Μαύρη ἐλευθερία! Βλέπετε τί θραύση κάνουνε σήμερα καὶ τὰ ναρκωτικὰ καὶ οἱ μυστικισμοὶ τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν καὶ τὰ μάγια καὶ τὰ μέντιουμ καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο. Οἱ ἄνθρωποι ἀπέρριψαν τὸν Θεὸ καὶ ἔγιναν δοῦλοι σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα. «'Ελάτρευσαν τῇ κτίσει παρὰ τὸν κτίσαντα».
Καὶ ἄλλα πράγματα ἔχουν γίνει εἴδωλα σήμερα. Ἡ καλοπέραση, ἡ εὐμάρεια, ὁ καταναλωτισμός. Ἀπορρίψαμε τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ λατρεύουμε ἕνα σωρὸ εἴδωλα. Καὶ κατὰ τὰ ἄλλα, εἴμαστε ἐλεύθεροι!

Ἀρχιμανδρίτης Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018


Κοκκώνα θάλασσα
Ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὸ Πάσχα, ὁ πλοίαρχος Τζώνης ἐπεβιβάζετο ἐκ νέου διὰ ν᾽ ἀποπλεύσῃ.
Ὁ καιρὸς ἐφαίνετο ἄσχημος. Συννεφιασμένος ἦτον ὁ οὐρανὸς καὶ ἄστατοι ἄνεμοι ἔπνεον. Τὴν ὥραν ποὺ ἔφθασεν ὁ πλοίαρχος εἰς τὸ πλοῖον, ἐνῷ τοῦτο ἦτον στὰ πανιὰ κ᾽ ἔκαμνε βόλτες, ὁ γερο-Νικόλας ὁ ναύκληρος ἵστατο παρὰ τὴν πρύμνην, κ᾽ ἐκοίταζεν ἀνήσυχος κατὰ τὸν κόλπον, ὅπου θὰ ἔστρεφε πρῷραν μετ᾽ ὀλίγον τὸ σκάφος.
― Μπουρίνια θά ᾽χουμε, καπετάνιο, εἶπε.
― Μπουρίνια! τόσο καλύτερα, εἶπεν ὡσὰν ἀφηρημένος ὁ πλοίαρχος.
― Τί λές!
― Θεὸς νὰ μᾶς φυλάῃ ἀπ᾽ τὶς μπόρες τῆς στεριᾶς, γερο-Νικόλα.
Ὁ ναύκληρος τὸν ἐκοίταξε περιέργως, ἐπειδὴ κάτι ἤξευρεν ἢ ὑπώπτευεν. Ἐν τούτοις δὲν εἶχον γνωσθῆ πολλὰ πράγματα εἰς τὸ χωρίον, ὅσον ἀφορᾷ τὰ οἰκιακὰ τοῦ πλοιάρχου. Ὁ ἴδιος ἦτον κρυφός, ἐπειδὴ ἐντρέπετο τὸν κόσμον, καὶ δὲν ἤθελε νὰ γνωρίζουν οἱ ἄλλοι τίποτε ὅσον ἀπέβλεπε τὰ τῆς ἀριστερᾶς πλευρᾶς του. Ἀπὸ τὴν πεθεράν του κάτι θὰ ἠδύνατο νὰ διαδοθῇ, ἀλλ᾽ ὁ καπετὰν Τζώνης δὲν ἐχωράτευε.
Διηγοῦντο ὅτι μίαν ἑσπέραν, τώρα τὰ Λαμπρόγιορτα, εἰς τὴν οἰκίαν του, ὁ ἴδιος εἶχε πιάσει τὴν πεθεράν του ἀπὸ τὸν λαιμόν. Πλὴν δὲν τὸ ἔκαμε διὰ νὰ τὴν πνίξῃ, ἄπαγε! ―καθὼς διεμαρτύρετο ὁ ἴδιος πρὸς ἕνα φίλον του πολὺ πιστὸν καὶ πολὺ κριτικόν― ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ πνίξῃ τὰς φωνάς της. Ἐπειδὴ ἔβγαζεν, ἡ εὐλογημένη, κάτι φωνὰς ὀξείας, ὑστερικάς, ἀνοήτους. Ὕστερον ἠκούσθησαν κλαυθμοί, κατόπιν ἐπῆλθον πολλὰ σιοὺτ σιοὺτ πολὺ σύντονα καὶ ἐπιτακτικά, καὶ τέλος σιωπὴ ἄκρα.
Ὅλα ταῦτα τὰ ἔκαμνε διὰ νὰ μὴν τὸν ἀκούσῃ ἡ γειτονιὰ καὶ μάθῃ τίποτε ὁ κόσμος· ἐπειδὴ ἡ γειτονιὰ οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ κατάσκοπος, καὶ ὁ κόσμος, τύραννος, βασανιστὴς ἀνηλεής ―καθὼς διεβεβαίου τὸν φίλον του― ἐπειδὴ ἐντρέπετο, πολὺ ἐντρέπετο τοὺς φίλους καὶ τὸν ἴδιον ἑαυτόν του.
Καὶ ὅλα ταῦτα, ὅλαι αὐταὶ αἱ οἰκιακαὶ σκηναί, δὲν ἦσαν μεγάλα πράγματα· οὐδὲ ὑπῆρχε, τὴν ἀλήθειαν νὰ εἴπωμεν, μῶμός τις ἢ βαθεῖα κηλὶς εἰς τὴν οἰκίαν. Μόνον μικρολογίαι, παράπονα, ἡ αἰωνία ἐχθρὰ τῆς ἡσυχίας τῶν ἀνδρογύνων, ἡ γκρίνια, ἡ ἀπαίσιος γκρίνια!
Τέλος, τὰ πράγματα εἶχον ἡσυχάσει· καὶ ἡ σύζυγος ὑπεσχέθη εἰς τὸ μέλλον νὰ εἶναι φρονιμωτέρα ἀπὸ τὴν μητέρα της. Καὶ ὁ Τζώνης ἐπεβιβάζετο εἰς τὸ πλοῖόν του, διὰ νὰ ταξιδεύσῃ.
― Τί μὲ κοιτάζεις, γερο-Νικόλα; εἶπε. Μήπως δὲν ὑπάρχουν τάχα μπόρες καὶ στὴ στεριά;… Πιὸ καλὴ εἶν᾽ ἡ θάλασσα… Κοκκώνα θάλασσα, μιὰ φορά!
Καὶ ὁ πλοίαρχος ἐκάγχασε.
― Γιὰ θυμήσου, εἶπε, τὰ δυὸ ἐκεῖνα παιδιά, τὰ Σκοπελιτάκια, ποὺ τοὺς δώκαμε τὴ σκαμπαβία τὶς προάλλες στὸ πέλαγο, γιὰ νὰ πᾶν στὸν τόπο τους… Δὲν τοὺς ἄκουσες ἐσὺ τί νόστιμα τὰ ἔλεγαν: «Ἄσπρη φουρτούνα, κοκκώνα θάλασσα, νύφη καμαρωμένη!» Πῶς δὲν εἶπαν καὶ πεθερά!
Ὁ γερο-Νικόλας ἐγέλα.
― Τί γελᾷς; ἄκουσες κανένα παράξενο; Μάλιστα· κοκκώνα θάλασσα… πεθερά.
Ὁ ναύκληρος ἐκάγχασεν ἀκρατήτως.
― Μὰ τί γελᾷς; Μὰ βέβαια… κοκκώνα θάλ…
Ὁ πλοίαρχος ἠθέλησε καταρχὰς νὰ εἴπῃ: «Κοκκώνα-θάλασσα, φουρτούνα-πεθερά».
Ἀλλ᾽ ἐδάγκασε τὴν γλῶσσάν του, καὶ διώρθωσε μεγαλοφώνως:
― Μάλιστα· φουρτούνα-θάλασσα, κοκκώνα-πεθερά!

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2018

Ὁ Θεὸς θέλει νὰ μιλάει μαζί μας
Πρέπει νὰ δημιουργήσουμε αὐτὴν τὴν ἐμπειρία, νὰ εἰσέλθουμε στὸν ἑαυτό μας, νὰ ἀνακαλύψουμε τὸν Θεὸ μέσα μας. Πῶς; Λοιπόν, πῶς νὰ σᾶς τὸ πῶ; Εἶναι δύσκολο στὴν Ἀμερική. Ἐπειδὴ ἐδῶ, ξέρετε, οἱ νέοι ἄνθρωποι θέλουν νὰ ζοῦν μέσα στὸν θόρυβο. Κάνουν πολὺ θόρυβο, ἐπειδὴ δὲν αἰσθάνονται καλὰ ἂν δὲν ὑπάρχει ἀρκετὸς θόρυβος γύρω τους. Εἶναι σὰν μία ἀπόδραση αὐτὴ ἡ λεγόμενη «μουσική» -δὲν ξέρω ἂν εἶναι μουσικὴ ἢ ὄχι, εἶναι κάτι σὰν θόρυβος.
Ἀλλὰ τοὺς ἀρέσει, ἐπειδὴ φοβοῦνται νὰ μείνουν μὲ τοὺς ἑαυτούς τους, νὰ εἶναι ἁπλὰ ἤρεμοι γιὰ μία ὥρα σὲ ἕνα μέρος καὶ νὰ μὴν λένε τίποτα.
Μείνετε ἐκεῖ, διότι ὁ Θεὸς θέλει νὰ σᾶς μιλήσει.
Φοβοῦνται να δημιουργήσουν αὐτὲς τὶς ἐμπειρίες και δραπετεύουν, καὶ λένε «ἂς κάνουμε θόρυβο».
Ὑπῆρχε ἕνα μικρὸ κορίτσι στὴν κατασκήνωση – ἔχουμε μία κατασκήνωση κατηχητικοῦ καὶ πάντα τὸ ἀναφέρω αὐτό – ὑπῆρχε ἕνα μικρὸ κορίτσι ἐκεῖ, ἔφηβη δηλαδή, ὄχι καὶ τόσο μικρή, καὶ εἶχε δύο τρανζίστορ, ἕνα ἐδῶ καὶ ἕνα ἐδῶ, ἐπειδὴ ἄκουγε δύο σταθμούς, δὲν ξέρω. Καὶ τὰ ἀκουστικὰ ἦταν στὸ τέρμα. Περπατοῦσε στὴν κατασκήνωση καὶ κάποιος τῆς εἶπε νὰ τὰ κλείσει. Καὶ εἶπε: «Πάτερ, ἂν τὰ κλείσω, θὰ τρελαθῶ».
Φανταστεῖτε, τί δραματικὴ κατάσταση. Νὰ μὴν μπορεῖτε νὰ εἶστε μόνοι σας μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό.
Ἂν δὲν ἔχετε κάτι νὰ Τοῦ πεῖτε, ἔχει Ἐκεῖνος νὰ σᾶς πεῖ.
Καταρχὴν πρέπει νὰ εἴμαστε τουλάχιστον γιὰ μία ἢ δύο ὧρες μόνοι μας, ἐκεῖ. Ὄχι μόνο γιὰ νὰ ζητήσουμε κάτι στὴν προσευχή: «Δῶσε μου αὐτό, δῶσε μου ἐκεῖνο, Θεέ μου». Ὄχι, αὐτὸ δὲν εἶναι προσευχή.
Προσευχὴ εἶναι νὰ ἔχεις αὐτὸ τὸ συναίσθημα ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι μέσα σου. Αὐτὸς εἶναι ὁ ὁρισμὸς τῆς προσευχῆς.
Δὲν εἶναι προσευχὴ τὸ πόσο θὰ διαβάσεις ἢ πόσα τραγούδια θὰ πεῖς. Προσευχὴ εἶναι ὅταν αἰσθάνεσαι ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι μέσα σου.
Εἴμαστε ἕνα μυστήριο. Δὲν γνωρίζουμε ποιοί εἴμαστε. Εἶπε ὁ Δαυΐδ: τί ἐστιν ἄνθρωπος, ὅτι μιμνήσκῃ αὐτοῦ; ἢ υἱὸς ἀνθρώπου, ὅτι ἐπισκέπτῃ αὐτόν; ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ'  ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν.
Τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, Θεέ μου, ποὺ τοῦ δίνεις τόση σημασία; Τὸν ἔκανες κάτι λιγότερο ἀπὸ ἕναν ἄγγελο, τὸν στεφάνωσες μὲ δόξα καὶ τιμή.
Τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος; Δὲν ξέρουμε. Δὲν γνωρίζουμε γιατὶ ὁ Θεὸς χρειαζόταν νὰ δημιουργήσει ἐμένα κι ἐσένα, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι πληρότητα. Ἀλλὰ ἤθελε νὰ ἔχει κάποιον νὰ μιλήσει.
Δὲν καταλαβαίνουμε. Ὁ Θεὸς θέλει νὰ μιλάει μαζί μας ὅλη τὴν ὥρα, ἀλλὰ ἐμεῖς δὲν Τοῦ δίνουμε καμμία σημασία.

π. Ρομὰν Μπράγκα