Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017


Πάσχα στὸ στρατόπεδο
Δύο χρόνια μετά τόν θάνατο τοῦ Στάλιν, τήν ἐποχή τοῦ Κρουτσώφ, δειλά δειλά εἶχε ἀρχίσει ἡ ἀποσταλινοποίηση. Τότε ἡ ζωή στό στρατόπεδο εἶχε γίνει σαφῶς καλύτερη. Ὁ ἄνεμος κάποιας ἐλευθερίας εἶχε γίνει αἰσθητός καί στά στρατόπεδα. Οἱ πιστοί μποροῦσαν νά προσεύχονται, καί ὅπου ὑπῆρχαν ἱερεῖς τούς ἐπέτρεπαν κάπου κάπου νά λειτουργοῦν.
Στό στρατόπεδο ὅπου κρατοῦνταν ὁ π. Ἀλέξιος Κυμπάρδιν, κάποιος γνωστός εἶχε στείλει ἕνα ἀντιμήνσιο, κι ἔτσι μποροῦσαν, ὅποτε τούς τό ἐπέτρεπαν, νά λειτουργοῦν. Ἦρθε ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα κι ὁ π. Ἀλέξιος εἰδοποίησε τούς φυλακισμένους κληρικούς καί πιστούς νά ἑτοιμαστοῦν γιά νά γιορτάσουν τήν Ἀνάσταση. Οἱ φυλακισμένοι ρίχτηκαν πυρετωδῶς στίς προετοιμασίες. Ἄλλοι ἔραβαν ἄμφια, ἄλλοι καλύμματα, ἄλλοι ἔφτιαχναν ἀπό ξύλο τά ἱερά σκεύη. Τό Μ. Σάββατο ὁ διοικητής φώναξε τόν π. Ἀλέξιο καί κάπως θορυβημένος τόν ρώτησε τί συμβαίνει, γιατί ὑπάρχει αὐτή ἡ κινητοποίηση μεταξύ τῶν κρατουμένων. Ὁ π. Ἀλέξιος τοῦ ἐξήγησε: «Μήν ἀνησυχῆτε. Αὔριο εἶναι ἡ γιορτή τοῦ Πάσχα καί οἱ κρατούμενοι ἑτοιμάζονται. Δέν πρόκειται νά γίνει καμιά φασαρία». Ὁ διοικητής ἡσύχασε. 
Τήν ἑπομένη, ὅταν ἔφτασε ἡ ὥρα, ἄρχισε ἡ πασχαλινή ἀκολουθία. Ἦταν συγκινητικό νά βλέπει κανείς τούς ἱερεῖς μέ τά αὐτοσχέδια ἄμφια πού εἶχαν φτιάξει οἱ κρατούμενοι, ἀπό τά δικά τους ροῦχα, ἀπό ἄχρηστα ὑφάσματα, ἀπό σεντόνια – ὅ,τι εὕρισκαν.

Βγῆκαν στήν αὐλή, δίπλα στήν ὄχθη τῆς λίμνης, καί γύρω στίς 11 μ. μ. ἄρχισαν νά ψάλλουν τόν κανόνα τοῦ Μ. Σαββάτου: «Κύματι θαλάσσης…». Ἐκείνη τήν στιγμή ἕνα κύμα χτύπησε τήν ὄχθη τῆς λίμνης καί ἔβρεξε τούς φυλακισμένους. Λές καί ἡ φύση σκιρτοῦσε καί συμμετεῖχε κι αὐτή στήν μεγάλη γιορτή. Ἀντί γιά πασχαλινή λαμπάδα οἱ κρατούμενοι κρατοῦσαν ἕνα ἀναμμένο ξύλο.
Ἡ ἀκολουθία προχωροῦσε, τελείωσε ὁ κανόνας, καί λίγο πρίν τά μεσάνυχτα ὅλοι μαζί ἔψαλαν: «Τήν Ἀνάστασίν σου, Χριστέ, Σωτήρ…». Στή συνέχεια ὁ π. Ἀλέξιος εἶπε ἀπό στήθους τό εὐαγγέλιο –λειτουργικά βιβλία δέν ὑπῆρχαν– καί στίς 12 ἀκριβῶς φώναξε πρῶτος τήν νικητήρια ἰαχή: «Χριστός Ἀνέστη!» Μέ ἕνα στόμα ὅλοι οἱ κρατούμενοι ἀπάντησαν: «Ἀληθῶς Ἀνέστη!»
Τά μάτια ὅλων βούρκωσαν, οἱ καρδιές σκίρτησαν. Οἱ φωνές ἀκούστηκαν στήν ἀπέραντη τάιγκα. Καί τότε ἕνα σμῆνος ἀπό χιλιάδες πουλιά, σάν νά ξυπνοῦσαν ἀπό λήθαργο, ἄρχισαν νά πετοῦν πάνω ἀπό τούς κρατούμενους. Ἀμέσως ἀντήχησε ὁ ὕμνος «Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν…». Τά πουλιά τιτίβιζαν κι αὐτά κι ἔψαλλαν στή δική τους γλώσσα τόν ὕμνο τους. Τό δάσος ἀντιλαλοῦσε τίς μελωδίες τῶν ἀνθρώπων καί τῶν πουλιῶν. Ὅλη ἡ φύση συμμετεῖχε στήν χαρά τῆς Ἀνάστασης. «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια. Ἑορταζέτω γοὖν πᾶσα κτίσις τήν ἔγερσιν Χριστοῦ…».
Ἄρχισε καί ἡ ἀναστάσιμη ἀκολουθία πάνω σ’ ἕνα ἁπλό τραπέζι, μέ τά φτωχά ἄμφια, μέ τά ξύλινα σκεύη, τίς ξύλινες λαμπάδες. Ἡ Θεία Μετάληψη, ὁ περίφημος κατηχητικός λόγος τοῦ Χρυσοστόμου, καί πάλι τό «Χριστός Ἀνέστη»: Ἡ βεβαιότητα ὅτι τό κακό, ἡ φθορά, ὁ θάνατος «κατεπόθη εἰς τέλος…».
Μετά τήν Θεία Λειτουργία οἱ κρατούμενοι κάθισαν σέ κοινή τράπεζα. Μέχρι καί πασχαλινά αὐγά ὑπῆρχαν… Ἡ χαρά ἦταν ζωγραφισμένη στά πρόσωπα ὅλων. Μεταξύ τῶν κρατουμένων ἦταν κι ἕνας παλιός δημοσιογράφος, πού πρίν ἀπό τήν ἐπανάσταση εἶχε ταξιδέψει σέ πολλά μέρη. Κι εἶπε μέ συγκίνηση τοῦτα τά λόγια στόν π. Ἀλέξιο: «Εἶχα τήν εὐκαιρία νά γιορτάσω τήν Ἀνάσταση στά Ἱεροσόλυμα, στήν Κωνσταντινούπολη κι ἀλλοῦ. Ὅμως πουθενά δέν αἰσθάνθηκα τέτοια χαρά ὅπως σήμερα!». Ὅταν ὁ π. Ἀλέξιος πῆγε νά πάρει τά χαρτιά τῆς ἀπολύσεώς του ἀπό τό στρατόπεδο, τόν φώναξε ὁ διοικητής καί τοῦ εἶπε: «Δέν ἔχω γνωρίσει στήν ζωή μου τέτοιον ἄνθρωπο. Τό Πάσχα πού γιορτάσαμε φέτος μοῦ προξένησε μεγάλη ἐντύπωση. Σᾶς παρακαλῶ πολύ νά προσεύχεστε καί γιά μένα, μήπως μέ ἐλεήσει ὁ Θεός καί μέ φέρει στόν δρόμο Του!».
Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος Ἀντωνόπουλος
«Στάρετς Σεραφεὶμ τῆς Βύριτσα»

Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017


Δῶστε σ’ αὐτοὺς τὸ φαγητὸ
(Μαρτυρία τοῦ ἐπικεφαλῆς τοῦ Διεθνοῦς Ἐρυθροῦ Σταυροῦ, Σουηδοῦ Στοῦρε Λίννερ, κατὰ τὴν περίοδο τῆς Κατοχῆς, ἀπὸ τὸ αὐτοβιογραφικό του ἔργο «Ἡ Ὀδύσσειά μου»)
Παντρευτήκαμε στὶς 14 Ἰουνίου. Ο Emil Sandstrom, πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπιτροπῆς, διοργάνωσε μία δεξίωση γιὰ τὴν περίσταση. Ἀργὰ τὸ βράδυ μὲ πλησίασε καὶ μὲ τράβηξε στὴν ἄκρη, σὲ μία γωνία, μακριὰ ἀπὸ τὰ γέλια καὶ τὶς φωνές, νὰ μιλήσουμε ἰδιαιτέρως.
Μοῦ ἔδειξε ἕνα τηλεγράφημα ποὺ μόλις εἶχε λάβει: Οἱ Γερμανοὶ ἔσφαζαν ἐπὶ τρεῖς μέρες τοὺς κατοίκους τοῦ Διστόμου, κοντὰ στοὺς Δελφούς, καὶ στὴ συνέχεια ἔκαψαν τὸ χωριό. Ἂν ὑπῆρχαν ἐπιζῶντες, θὰ ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ ἄμεση βοήθεια. Τὸ Δίστομο ἦταν ἐντὸς τῆς περιοχῆς εὐθύνης μου γιὰ τὴν προμήθεια τροφίμων καὶ φαρμάκων. Πέρασα τὸ τηλεγράφημα στὴν Κλειώ, τὴν σύζυγό μου, νὰ τὸ διαβάσει. Ἐκείνη ἔκλεισε τὰ μάτια καὶ ἀμέσως ἀναχώρησε διακριτικὰ ἀπὸ τὴ γιορτή.
Περίπου μία ὥρα ἀργότερα ἤμασταν στὸν δρόμο μας μέσα στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας. Χρειάστηκαν ἀρκετὲς ἀγωνιώδεις ὧρες γιὰ νὰ ταξιδέψουμε ἀνάμεσα στοὺς λεηλατημένους δρόμους καὶ νὰ περάσουμε ἀρκετὰ ὁδοφράγματα. Ἦταν ξημερώματα ὅταν φτάσαμε τελικὰ στὸν κεντρικὸ δρόμο ποὺ ὁδηγοῦσε στὸ Δίστομο.
Ὄρνια ἀνέβαιναν ἀργὰ καὶ διστακτικὰ σὲ χαμηλὸ ὕψος ἀπὸ τὶς πλευρὲς τοῦ δρόμου, ὅταν ἄκουσαν νὰ ἐρχόμαστε. Κατὰ μῆκος τοῦ δρόμου ἀνθρώπινα σώματα κρέμονταν ἀπὸ κάθε δέντρο, τρυπημένα μὲ τὶς ξιφολόγχες – μερικοὶ ἦταν ἀκόμα ζωντανοί. Αὐτοὶ ἦταν οἱ χωρικοὶ ποὺ τιμωρήθηκαν μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἐπειδὴ ἦταν ὕποπτοι γιὰ τὴν παροχὴ βοήθειας στοὺς ἀντάρτες τῆς περιοχῆς, οἱ ὁποῖοι εἶχαν στήσει ἐνέδρα σὲ μία μονάδα SS. Ἡ μυρωδιὰ ἦταν ἀνυπόφορη.

Στὸ χωριὸ τὰ τελευταῖα ἀπομεινάρια τῶν σπιτιῶν ἀκόμα καίγονταν. Ἑκατοντάδες νεκρὰ σώματα ἀνθρώπων ὅλων τῶν ἡλικιῶν, ἀπὸ ἡλικιωμένους μέχρι νεογέννητα, ἦταν σκορπισμένα γύρω στὸ χῶμα. Ἀρκετὲς γυναῖκες θανατώθηκαν μὲ ξιφολόγχες, μὲ τὶς μῆτρες τους στὸ χῶμα καὶ τὰ στήθη τους κομμένα. Ἄλλοι ἦταν στραγγαλισμένοι μὲ τὰ ἔντερά τους τυλιγμένα γύρω ἀπὸ τὸν λαιμό τους. Φαινόταν σὰν κανεὶς νὰ μὴν εἶχε ἐπιζήσει …
Ὅμως, ἐκεῖ! Ἕνας γέρος στὸ τέλος τοῦ χωριοῦ! Εἶχε ὡς ἐκ θαύματος ἐπιζήσει τῆς σφαγῆς. Ἦταν σοκαρισμένος ἀπὸ τὸν τρόμο γύρω του, μὲ ἕνα ἄδειο βλέμμα, καὶ μία ἔκφραση ἀπορίας. Κατεβήκαμε στὴ μέση τῆς καταστροφῆς καὶ φωνάξαμε στὰ ἑλληνικά: «Ἐρυθρὸς Σταυρός! Ἐρυθρὸς Σταυρός! Ἤρθαμε γιὰ νὰ βοηθήσουμε!»
Ἀπὸ κάποια ἀπόσταση μία ἀκόμη γυναίκα πλησίασε μὲ δισταγμό. Μᾶς εἶπε ὅτι μόνο μία χούφτα χωρικοὶ κατάφεραν νὰ διαφύγουν πρὶν ἀρχίσει ἡ ἐπίθεση. Μαζί της ἀρχίσαμε τὴν ἀναζήτησή τους. Εἴχαμε προχωρήσει ἀρκετὰ στὸ ψάξιμο, ὅταν ἡ ἴδια συνειδητοποίησε ὅτι εἶχε πυροβοληθεῖ στὸ χέρι. Ἀμέσως ἠ Κλειὼ ἔπεσε πάνω της καὶ τὴν χειρούργησε. Κατὰ τ’ ἄλλα, ἦταν τὸ ταξίδι τοῦ μέλιτός μας!
Ὄχι πολὺ καιρὸ μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν τρομακτικὴ σφαγή, ἡ σύνδεσή μας μὲ τὸ Δίστομο, θὰ ὁλοκληρωθεῖ μὲ αὐτὸν τὸν ἀξιοσημείωτο ἐπίλογο.
Ὅταν οἱ γερμανικὲς δυνάμεις κατοχῆς ἀναγκάστηκαν νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τὰ πράγματα δὲν πῆγαν ὅπως τὰ περίμεναν. Μία γερμανικὴ μονάδα αἰχμαλωτίστηκε ἀπὸ ἀντάρτες ἀκριβῶς στὴν ἴδια περιοχή, στὸ Δίστομο. Σκέφτηκα ὅτι αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ ἐκληφθεῖ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες ὡς εὐκαιρία γιὰ μία αἱματηρὴ ἐκδίκηση, ἰδιαίτερα ἐὰν ληφθεῖ ὑπόψη ὅτι γιὰ ἕνα ἀρκετὰ μεγάλο διάστημα ἡ περιοχὴ εἶχε ἀποκοπεῖ ἀπὸ κάθε προμήθεια τροφίμων.
Φορτώσαμε μὲ τὰ ἀπαραίτητα τρόφιμα μερικὰ φορτηγά, εἰδοποιήσαμε στὸ Δίστομο γιὰ τὴν προγραμματισμένη μας ἄφιξη, καὶ βρεθήκαμε στὸν ἴδιο δρόμο, γιὰ ἄλλη μία φορά, ἡ Κλειὼ κι ἐγώ.
Ὅταν φτάσαμε στὰ περίχωρα τοῦ χωριοῦ, μᾶς συνάντησε μία ἐπιτροπὴ μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν ἡλικιωμένο ἱερέα. Ἦταν μία μορφὴ πατριάρχη τοῦ παλιοῦ καιροῦ, μὲ μακριά, κυματιστή, λευκὴ γενειάδα. Δίπλα του ὁ καπετάνιος τῶν ἀνταρτῶν, πλήρως ὁπλισμένος. Ὁ ἱερέας μίλησε πρῶτος καὶ μᾶς εὐχαρίστησε γιὰ λογαριασμὸ ὅλων γιὰ τὶς προμήθειες τροφίμων. Στὴ συνέχεια πρόσθεσε: «Πεθαίνουμε ὅλοι ἀπὸ τὴν πείνα ἐδῶ, καὶ ἐμεῖς καὶ οἱ Γερμανοὶ κρατούμενοι. Τώρα, ἂν εἴμαστε ἐμεῖς πεινασμένοι, εἴμαστε τουλάχιστον στὸν τόπο μας. Οἱ Γερμανοὶ δὲν ἔχουν χάσει μόνο τὸν πόλεμο, εἶναι ἐπίσης μακριὰ ἀπὸ τὴ χώρα τους. Δῶστε σ’ αὐτοὺς τὸ φαγητὸ ποὺ ἔχετε μαζί σας, ἔχουν πολὺ δρόμο μπροστά τους».
Στὸ ἄκουσμα αὐτῆς τῆς φράσης, ἡ Κλειὼ γύρισε τὰ μάτια της σὲ μένα. Ὑποπτευόμουν τί ἤθελε νὰ μοῦ πεῖ μὲ αὐτὸ τὸ βλέμμα, ἀλλὰ δὲν μποροῦσα νὰ δῶ καθαρὰ πιά. Στεκόμουν ἁπλὰ βουρκωμένος...
Sture Linner, Min Odysse, Stockholm, Norstedt, 1982

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017








Ἡ σκληρότητα ποὺ φέρνει τὴν τρυφεράδα
- Ὅταν, Γέροντα, λέω: «Τόσο μπορῶ νὰ δουλέψω, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντοχή μου», ἀπὸ φιλαυτία τὸ λέω;
- Ὅσο κάθεται κανείς, τόσο χαλαρώνει· ὅσο δουλεύει, τόσο δυναμώνει. Ἐκτὸς ποὺ διώχνει τὴν μούχλα μὲ τὴν δουλειά, βοηθιέται καὶ πνευματικά.
Ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ φθάση νὰ χαίρεται ὁ ἄνθρωπος περισσότερο ἀπὸ τὴν κακοπάθεια παρὰ ἀπὸ τὴν καλοπέραση. Ἂν ξέρατε πῶς ζοῦν μερικὰ γεροντάκια ἐκεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀλλὰ καὶ τί χαρὰ νιώθουν!
Νά, ἕνα γεροντάκι, ποὺ ἔμενε μόνο του ἕνα χιλιόμετρο πιὸ πέρα ἀπὸ τὸ Καλύβι μου, τί αὐταπάρνηση εἶχε! Τὸ Καλύβι του ἦταν ψηλά, σὲ ἕνα πολὺ ἀπότομο μέρος, καὶ τὸ καημένο ἀρκουδώντας κατέβαινε ἀπὸ τὸ μονοπάτι γιὰ νὰ πάη σὲ ἕνα ἄλλο γεροντάκι πιὸ κάτω, ὅταν χρειαζόταν κάτι.
Ἤθελαν νὰ τὸ πάρουν στὸ γηροκομεῖο, ἀλλὰ δὲν δεχόταν, καὶ ὅλοι μετὰ ἔλεγαν: «αὐτὸς εἶναι πλανεμένος», γιατὶ καθόταν μόνος του ἐκεῖ.
Μιὰ μέρα ποὺ ἦρθε στὸ Καλύβι, μοῦ εἶπε γιὰ ποιὸν λόγο δὲν ἤθελε νὰ φύγη:
Ὅταν ζοῦσε ὁ Γέροντάς του, τὸ Καλύβι τους δὲν εἶχε ναὸ καὶ ἐκεῖνος παρακαλοῦσε τὸν Γέροντά του νὰ κάνουν ναό.
«Ἂς κάνουμε ναό, τοῦ εἶπε τελικὰ ὁ Γέροντάς του, ἀλλὰ μετὰ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ φύγης ἀπὸ ‘δῶ, γιατί θὰ μένη στὸ Ἱερὸ ὁ Φύλακας Ἄγγελος καὶ δὲν κάνει νὰ τὸν ἀφήσης μόνον».
Τότε αὐτὸς τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ μείνη γιὰ πάντα στὸ Καλύβι, καὶ ἔτσι ἔκαναν τὸν ναό. Τελευταῖα εἶχε γκρεμισθεῖ καὶ τὸ Κελλί του καὶ ἔμενε μέσα στὴν ἐκκλησία· κοιμόταν σὲ ἕνα στασίδι. Τέτοια αὐταπάρνηση! 
Εἶχα φροντίσει νὰ ἔχη μερικὰ ροῦχα, γιὰ νὰ ἀλλάζη τουλάχιστον, γιατί ὑπέφερε ἀπὸ τὰ ἔντερα καὶ εἶχε κοψίματα. Μιὰ μέρα ἔστειλα ἕναν γνωστὸ γιατρὸ νὰ πάη νὰ τὸν δῆ.
Πῆγε μὲ ἕναν ἄλλον, χτυποῦν, ξαναχτυποῦν, τίποτε. Ὅταν ἄνοιξαν, τὸν βρῆκαν πεθαμένο στὸ στασίδι ποὺ ἔμενε, σκεπασμένο μὲ μιὰ κουβέρτα. Ἐκεῖ ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ!
Ἡ σκληρότητα στὴν ζωή μας γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ φέρνει στὴν καρδιὰ τὴν τρυφεράδα τοῦ Χριστοῦ. Οἱ θεῖες ἡδονὲς γεννιοῦνται ἀπὸ τὶς σωματικὲς ὀδύνες.
Οἱ Πατέρες ἔδωσαν αἷμα καὶ ἔλαβαν πνεῦμα. Μὲ ἱδρώτα καὶ κόπο πῆραν τὴν Χάρη. Πέταξαν τὸν ἑαυτό τους καὶ τὸν βρῆκαν στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ.
Πολὺ μὲ συγκίνησε τὸ συναξάρι τῶν Ἁγίων Ἀσκητῶν τοῦ Σινᾶ. Πέντε χιλιάδες ἀσκητὲς ἔζησαν στὸ Σινᾶ καὶ πόσοι ἄλλοι στὸ Ἅγιον Ὅρος! Χίλια χρόνια πόσοι Πατέρες ἁγίασαν! Ἀλλὰ καὶ οἱ Ὁμολογητὲς καὶ οἱ Μάρτυρες τί τράβηξαν!
Καὶ ἐμεῖς γκρινιάζουμε γιὰ τὴν παραμικρὴ ταλαιπωρία. Ζητᾶμε νὰ ἀποκτήσουμε χωρὶς κόπο τὴν ἁγιότητα. Σπανίζει ἡ αὐταπάρνηση.
Οὔτε ἐμεῖς οἱ μοναχοὶ δὲν καταλάβαμε ὅτι «τὰ καλὰ κόποις κτῶνται» καὶ ἔχουμε τὴν ἐπιείκεια στὸν ἑαυτό μας· δικαιολογοῦμε τὸν ἑαυτό μας καὶ βρίσκουμε ἐλαφρυντικὰ γιὰ τὸ καθετί.
Ἀπὸ ‘κεῖ ξεκινάει τὸ κακό. Καὶ ὁ διάβολος βρίσκει δικαιολογίες γιὰ τὸν κάθε ἄνθρωπο, ἀλλὰ τὰ χρόνια περνᾶνε.
Γι’ αὐτὸ νὰ μὴν ξεχνιώμαστε· νὰ θυμώμαστε καὶ λίγο ὅτι ὑπάρχει καὶ θάνατος.
Μιὰ ποὺ θὰ πεθάνουμε, νὰ μὴν προσέχουμε καὶ τόσο πολὺ τὸ σῶμα· ὄχι νὰ μὴν προσέχουμε καὶ νὰ παθαίνουμε ζημιές, ἀλλὰ νὰ μὴν προσκυνοῦμε τὴν ἀνάπαυση.
Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Ἐγκράτεια καὶ νηστεία
11.9.88, Μονὴ Βατοπαιδίου
Σεμνοπρεπεστάτη Μ., ἡ Χάρις τοῦ Χριστοῦ μας μετὰ τοῦ πνεύματός σου.
Πῆρα τὸ γράμμα σου καὶ διάβασα τὸ περιεχόμενο μὲ προσοχή. Ἀξιέπαινα εἶναι ὄχι τὰ θέματα καθ’ ἑαυτὰ ποὺ προβάλλετε ὅσο ἡ καλή σας θέληση καὶ ἀπόφαση γιὰ ἀκριβεστέρα ἐν Χριστῷ ζωὴ καὶ περὶ τούτου πάντοτε εὔχομαι ἀτελείωτη προκοπή.
Πάντοτε, εὐλαβεστάτη, τὸ θέμα τῆς τροφῆς, ὡς τὸ ἀναγκαιότερό μας καθῆκον καὶ στοιχεῖο, ὅλους ἀπασχολεῖ καὶ νὰ μὴν πῶ ὅτι αἰχμαλωτίζει χάριν καὶ τῆς ἰδιαιτέρας χλιδῆς ποὺ χαρακτηρίζει τὴν δική μας γενεά. Τώρα, ἰδίως ἀπότομα, νὰ περικόψουμε ἕνα ἀπὸ τὰ κυριότερα εἴδη φαγητῶν δὲν εἶναι οὔτε ἐπωφελὲς οὔτε ἀξιέπαινο… μὲ τὴν πρόφαση ὅτι ἴσως μᾶς αἰχμαλώτισε πέραν τοῦ δέοντος. Καὶ οἱ Πατέρες αὐτὸ δὲν ἐπαινοῦν οὔτε συνιστοῦν ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμη μου ἡ μεσαία λύση εἶναι ἡ πιὸ σωστή. Ποιά; Νὰ μετριάσω μὲ τὴν χρήση, ὥστε ἡ ὑγεία νὰ εἶναι σταθερὴ καὶ κανένας ντόρος νὰ μὴ γίνεται ὅτι ἡ Μ. δῆθεν δὲν κρεοφαγεῖ ποὺ εἶναι ἄσκοπος ἀγώνας τύφου καὶ οἰήσεως. Τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὰ γλυκὰ γιατί καὶ αὐτὰ στὸ μέτρο τῆς χρείας εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ὁμαλότητα καὶ ἰσορροπία τῆς ζωῆς.
Ἄλλωστε ἡ ἐγκράτεια σὰν ἀπαραίτητος κανόνας τῆς ζωῆς μόνο ἔτσι ἐφαρμόζεται καὶ γίνεται μετὰ ἡ ἀφορμὴ τῆς σωφροσύνης καὶ τῆς ὁμαλότητος στὴν ζωή. Ὁλόκληρος ὁ ψυχοσωματικὸς τρόπος καὶ ὅρος τῆς ζωῆς μας ἀπὸ τὴν συμμετρία αὐτὴν τῆς γενικῆς ἐγκρατείας τῆς διαίτης συνίσταται καὶ ὅλη ἡ ἰσορροπία τῆς κατ’ ἄμφω ὑγείας σώματος καὶ ψυχῆς ἀπὸ ἐδῶ πηγάζει.
Τότε καὶ ὁ ταραγμένος ὕπνος ἰσορροπεῖ καὶ οἱ κακὲς σκέψεις καὶ προσβολὲς χάνονται καὶ ἡ αὔξηση τοῦ ζήλου καὶ τῆς προθυμίας γεννᾶται.
Ἔτσι, λοιπόν, νὰ κάμεις χωρὶς ἄλλες ὑπερβολὲς καὶ ἂν κάποτε δὲν τὰ καταφέρεις νὰ μὴν ἀπογοητευτεῖς ἀλλὰ νὰ ἀρχίσεις πάλι καὶ πάλι, καὶ Χάριτι Χριστοῦ θὰ κερδίσεις ὁπωσδήποτε.
Εἶσθε κοινωνικὸς ἄνθρωπος καὶ σὲ δύσκολους καὶ ἀνθυγιεινοὺς καιροὺς καὶ δὲν μπορεῖτε νὰ ζεῖτε μὲ μοναστικὰ προγράμματα ποὺ καὶ οἱ ἴδιοι οἱ μοναχοὶ σήμερα δὲν μποροῦν νὰ φυλάξουν.
Μὲ πολλὲς εὐχὲς καὶ στοργὴ ἐν Χριστῷ
Ταπεινὸς Γ. Ἰωσὴφ μ.

Γέρων Ἰωσὴφ Βατοπαιδινὸς

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017


Ἡ μέθοδος θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου
Οἱ παρατηρήσεις τῆς ψυχολογίας γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἀξιόλογες, διότι περιγράφουν ὅτι πέρα απὸ τὴν λογικὴ ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλο βαθύτερο. Ὅμως, οἱ ψυχολογικὲς ἀναλύσεις εἶναι παιδικὲς σὲ σχέση μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Καίτοι οἱ παρατηρήσεις τῆς ψυχολογίας εἶναι ἀξιόλογες, ἐν τούτοις ἡ μέθοδος θεραπείας ποὺ προσφέρει εἶναι πολὺ ἄσχημη. Ἡ ψυχανάλυση δὲν θεραπεύει τὸν ἄνθρωπο, μᾶλλον τὸν συγχύζει περισσότερο.
***
Πρέπει νὰ κάνουμε διάκριση μεταξὺ νευρολογίας καὶ ψυχολογίας. Οἱ νευρολόγοι προσφέρουν πολλὰ στὴν ὑγεία τοῦ σώματος, διότι δίνουν μερικὰ φάρμακα καὶ ἰσορροποῦν κοινωνικὰ τὸν ἄνθρωπο. Ἀλλὰ καὶ αυτοὶ δὲν θεραπεύουν, ἁπλῶς κατευνάζουν τὴν ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν θεραπεία τῶν λογισμῶν. Ἀπὸ τὴν θεραπεία τῶν λογισμῶν γίνεται ἡ ἀλλαγὴ τοῦ σώματος. Ἔτσι, ναὶ μὲν οἱ νευρολόγοι μὲ τὰ φάρμακα ἰσορροποῦν τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ δὲν τὸν θεραπεύουν.
***
Τόσα χρόνια στὸ Μοναστήρι μας ἐδῶ στὴν Ἀγγλία δὲν συνάντησα κάποιον ποὺ νὰ θεραπεύθηκε μὲ τὴν ψυχανάλυση, καίτοι εἶναι ἀνεπτυγμένη στις δυτικὲς κοινωνίες. Ὅμως, πρέπει νὰ εἴμαστε δίκαιοι, ὅτι δηλαδὴ οἱ νευρολόγοι -ἰατροί, ποὺ δίνουν φάρμακα στοὺς ἀσθενεῖς, εἶναι πιὸ ταπεινοὶ ἀπὸ τοὺς ψυχαναλυτὲς καὶ βοηθοῦν τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἰσορροπήσουν κοινωνικά. Ἐπίσης, βοηθοῦν καὶ τοὺς ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ὑπάρχουν προβλήματα νευρολογικῆς φύσεως, ἀπὸ διαφόρους λόγους.
***

Τὸ πνευματικὸ πρόβλημα, δηλαδὴ ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, ἔχει συνέπειες καὶ στὸ σῶμα. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου εὔκολα προσανατολίζεται πρὸς τὴν νέα κατεύθυνση μὲ τὴν μετάνοια, τὸ σῶμα ὅμως, ὅταν ἔχη βλαφθῆ, ἀργεῖ νὰ συντονισθῆ στὴν νέα κατάσταση. Ἐδῶ ἰσχύει ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ: «τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής». Σὲ αὐτὴν τὴν κατάσταση, τὸ σῶμα, ποὺ ἔχει ταλαιπωρηθῆ ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, μπορεῖ νὰ βοηθηθῆ μὲ τὰ φάρμακα, ἀλλὰ ἡ τελικὴ θεραπεία θὰ προέλθη ἀπὸ τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς, μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ.
***
Δυστυχῶς, αὐτοὶ ποὺ συγχέουν τὴν πνευματικὴ ζωὴ μὲ τὴν ψυχανάλυση ἔχουν θέσεις μέσα στὴν κοινωνία καὶ ἡ γνώμη τους ἀκούγεται περισσότερο.
***
Στὸν ψυχολογικὰ ἄρρωστο ἄνθρωπο δὲν ἀσθενεῖ ἀπλῶς τὸ λεγόμενο ὑποσυνείδητο, ἀλλὰ ὁ νοῦς, ποὺ εἶναι ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς.
***
Ὅταν ἀκολουθοῦμε τὴν πνευματικὴ ζωή, δὲν μᾶς χρειάζεται ἡ ψυχανάλυση. Σὲ κληρονομικὰ προβλήματα βοηθᾶ ἡ νευρολογία.
***
Ἡ ψυχολογία τῶν ψυχιάτρων ἔχει μιὰ ἄλλη αἴσθηση, σαφῶς διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία, δηλαδὴ ἡ ἀνθρωπολογία τους εἶναι διαφορετική.
***
Οἱ ψυχολόγοι ἐρευνοῦν τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν ἄνθρωπο, δηλαδὴ μὲ ἀνθρώπινες δυνατότητες. Ἀλλὰ ἔτσι οἱ ἄνθρωποι, βλέποντας τὴν ἐσωτερική τους ἀκαθαρσία, ἀπελπίζονται. Ἀντίθετα, ὅταν βλέπουμε τὴν ἐσωτερική μας ἀκαθαρσία μέσα στὸ πνεῦμα τῆς κατανύξεως εἶναι διαφορετικά, γιατὶ δημιουργεῖται προσευχὴ μὲ ἐλπίδα στὸν Χριστό.
***
Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ ψυχολογίας καὶ ἐν Χριστῷ ζωῆς. Η ψυχολογία ἐπιδιώκει νὰ ἀπαλλάξη τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ συμπλέγματα ἐνοχῆς, ἐνῶ στὴν ἐν Χριστῷ ζωὴ βιώνουμε τὴν ὀδύνη, τὸν πόνο λόγῳ τῆς ἀπομακρύνσεως απὸ τὸν Θεὸ καὶ δὲν σταματοῦμε τὴν μετάνοια ἕως ὅτου μεταμορφωθῆ αὐτὴ ἡ ὀδύνη.
***
Λυπᾶμαι γιὰ τοὺς Πνευματικοὺς Πατέρες ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ πνευματικὴ ζωή, ἀλλὰ χρειάζεται καὶ ἡ ψυχολογία.
***
Ἡ διαφορὰ μεταξὺ ψυχολογικοῦ καὶ πνευματικοῦ γεγονότος εἶναι διαφορὰ μεταξὺ ἀνθρωπίνου καὶ θείου. Τὰ πάντα στὴν πνευματικὴ ζωὴ εἶναι καρπὸς ἀνθρωπίνης συνεργείας καὶ θείας Χάριτος.
Γέρων Σωφρόνιος Σαχάρωφ

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017


Ἀπόκρισις περὶ ἀναξίων ἀρχόντων
Ἐρώτησις: Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει ὅτι οἱ ἐξουσίες τοῦ κόσμου ἔχουν ταχθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. Πρέπει λοιπὸν νὰ δεχθοῦμε ὅτι κάθε ἄρχοντας ἤ βασιλεὺς ἤ ἐπίσκοπος προχειρίζεται στὸ ἀξίωμα αὐτὸ ἀπὸ τὸν Θεό;
Ἀπόκρισις: Ὁ Θεὸς λέει στὸν Νόμο: «Θὰ σᾶς δώσω ἄρχοντας σύμφωνα μὲ τὶς καρδιές σας». Εἶναι λοιπὸν φανερὸ ὅτι οἱ μὲν ἄρχοντες καὶ οἱ βασιλεῖς ποὺ εἶναι ἄξιοι αὐτῆς τῆς τιμῆς προχειρίζονται στὸ ἀξίωμα αὐτὸ ἀπὸ τὸν Θεό. Οἱ ἄλλοι πάλι ποὺ εἶναι ἀνάξιοι προχειρίζονται κατὰ παραχώρησιν ἤ καὶ κατὰ βούλησιν τοῦ Θεοῦ σὲ ἀνάξιο λαὸ ἐξ αἰτίας αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς ἀναξιότητός των. Καὶ ἄκουσε σχετικὰ μερικὲς διηγήσεις.
Ὅταν εἶχε γίνει βασιλεὺς ὁ Φωκᾶς ὁ τύραννος καὶ ἄρχισε ἐκεῖνες τὶς αἱματοχυσίες μὲ τὸν Βονόσο τὸν δήμιο, ὑπῆρχε κάποιος μοναχὸς στὴν Κωνσταντινούπολι, ἅγιος ἄνθρωπος, ποὺ ἔχοντας πολλὴ παρρησία πρὸς τὸν Θεό, σὰν νὰ δικαζόταν μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἔλεγε μὲ ἁπλότητα: «Κύριε, γιατί ἔκανες τέτοιον βασιλέα;» Καὶ τότε, ἀφοῦ τὸ ἔλεγε αὐτὸ γιὰ ἀρκετὲς ἡμέρες, τοῦ ἦλθε φωνὴ ἐκ Θεοῦ ποὺ ἔλεγε: «Διότι δὲν βρῆκα ἄλλον χειρότερο».
Ὑπῆρχε καὶ κάποια ἄλλη πόλις στὴν περιοχὴ τῆς Θηβαΐδος ποὺ ἦταν γεμάτη παρανομία, τῆς ὁποίας οἱ πολίτες διέπρατταν πολλὰ μιαρὰ καὶ ἄτοπα πράγματα. Σ' αὐτὴν λοιπὸν κάποιος ἄνθρωπος τοῦ ἱπποδρόμου διεφθαρμένος στὸ ἔπακρον ἀπέκτησε ξαφνικὰ κάποια ψευδοκατάνυξι καὶ πῆγε καὶ ἐκάρη μοναχὸς καὶ ντύθηκε τὸ μοναχικὸ σχῆμα. Ἀλλ' ὅμως καθόλου δὲν σταμάτησε τὶς πονηρὲς πράξεις του. Συνέβη λοιπὸν νὰ πεθάνη ὁ ἐπίσκοπος τῆς πόλεως αὐτῆς. Τότε παρουσιάσθηκε σὲ κάποιον ἅγιο ἄνθρωπο ἄγγελος Κυρίου καὶ τοῦ λέει: «Πήγαινε καὶ προετοίμασε τὴν πόλι, γιὰ νὰ χειροτονήσουν ἐπίσκοπο τὸν πρώην ἄνθρωπο τοῦ ἱπποδρόμου». Πῆγε λοιπὸν αὐτὸς καὶ ἔκανε ὅ,τι τοῦ παρηγγέλθη. Ἀφοῦ λοιπὸν χειροτονήθηκε ὁ προαναφερθεὶς πρώην ἤ μᾶλλον ἔτι φαυλόβιος, ἄρχισε μὲ τὸν νοῦ του νὰ φαντάζεται ὅτι κάτι εἶναι καὶ νὰ ὑψηλοφρονῆ. Τότε τοῦ παρουσιάσθηκε ἄγγελος Κυρίου καὶ τοῦ λέει: «Γιατί ὑψηλοφρονεῖς, ἄθλιε; Σοῦ λέω ἀλήθεια ὅτι δὲν ἔγινες ἐπίσκοπος, ἐπειδὴ ἤσουν ἄξιος γιὰ ἱερωσύνη, ἀλλὰ γιατὶ αὐτῆς τῆς πόλεως τέτοιος ἐπίσκοπος τῆς ἄξιζε».
Γι' αὐτὸ λοιπόν, ἄν ποτὲ δῆς κάποιον ἀνάξιο καὶ πονηρὸ βασιλέα ἤ ἄρχοντα ἤ ἐπίσκοπο, μὴν ἀπορήσης, μήτε νὰ κατηγορήσης τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ μᾶλλον μάθε ἀπ' αὐτὸ καὶ πίστευε ὅτι παραδιδόμεθα σὲ τέτοιους τυράννους ἐξ αἰτίας τῶν ἀνομιῶν μας, κι ὅμως πάλι δὲν ἀφήνουμε τὰ κακά μας ἔργα.

Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017


Ἂς μὴν πετροβολᾶμε τοὺς ἀνθρώπους χριστιανικὰ
Εἶπα σὲ κάποιον μία φορά: «Τί εἶσαι ἐσύ; Μαχητὴς τοῦ Χριστοῦ ἢ μαχητὴς τοῦ πειρασμοῦ; Ξέρεις πὼς ὑπάρχουν καὶ μαχητὲς τοῦ πειρασμοῦ;».
Ὁ Χριστιανὸς δὲν πρέπει νὰ εἶναι φανατικός, ἀλλὰ νὰ ἔχη ἀγάπη γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ὅποιος πετάει λόγια ἀδιάκριτα, καὶ σωστὰ νὰ εἶναι, κάνει κακό.
Γνώρισα ἕναν συγγραφέα ποὺ εἶχε εὐλάβεια πολλή, ἀλλὰ μιλοῦσε στοὺς κοσμικοὺς μὲ μία γλώσσα ὠμή, ποὺ προχωροῦσε ὅμως σὲ βάθος καὶ τοὺς τράνταζε. Μία φορὰ μοῦ λέει: «Σὲ μία συγκέντρωση εἶπα αὐτὸ καὶ αὐτὸ σὲ μία κυρία». Ἀλλὰ μὲ τὸν τρόπο ποὺ τῆς τὸ εἶπε, τὴν εἶχε σακατέψει. Τὴν πρόσβαλε μπροστὰ σὲ ὅλους.
«Κοίταξε, τοῦ λέω, ἐσὺ πετᾶς στοὺς ἄλλους χρυσὰ στεφάνια μὲ διαμαντόπετρες, ἔτσι ὅμως ποὺ τὰ πετᾶς, σακατεύεις κεφάλια. Ὄχι μόνον εὐαίσθητα, ἀλλὰ καὶ γερά». Ἂς μὴν πετροβολᾶμε τοὺς ἀνθρώπους… χριστιανικά.
Ὅποιος ἐλέγχει μπροστὰ σὲ ἄλλους κάποιον ποὺ ἁμάρτησε ἤ μιλάει μὲ ἐμπάθεια γιὰ κάποιο πρόσωπο, αὐτὸς δὲν κινεῖται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ· κινεῖται ἀπὸ ἄλλο πνεῦμα. Ὁ τρόπος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἀγάπη, διαφέρει ἀπὸ τὸν τρόπο τῶν νομικῶν.
Ἡ Ἐκκλησία βλέπει τὰ πάντα μὲ μακροθυμία καὶ κοιτάζει νὰ βοηθήση τὸν καθέναν, ὅ,τι καὶ ἂν ἔχη κάνει, ὅσο ἁμαρτωλὸς καὶ ἂν εἶναι. Βλέπω σὲ μερικοὺς εὐλαβεῖς ἕνα εἶδος παράξενης λογικῆς. Καλὴ εἶναι ἡ εὐλάβεια ποὺ ἔχουν, καλὴ καὶ ἡ διάθεση γιὰ τὸ καλό, ἀλλὰ χρειάζεται καὶ ἡ πνευματικὴ διάκριση καὶ εὐρύτητα, γιὰ νὰ μὴ συνοδεύη τὴν εὐλάβεια ἡ στενοκεφαλιά, ἡ γεροκεφαλιά (τὸ γερὸ δηλαδὴ ἀρβανίτικο κεφάλι).

Ὅλη ἡ βάση εἶναι νὰ ἔχη κανεὶς πνευματικὴ κατάσταση, γιὰ νὰ ἔχη τὴν πνευματικὴ διάκριση, γιατὶ ἀλλιῶς μένει στὸ «γράμμα τοῦ νόμου», καὶ τὸ «γράμμα τοῦ νόμου ἀποκτείνει».
Αὐτὸς ποὺ ἔχει ταπείνωση δὲν κάνει ποτὲ τὸν δάσκαλο· ἀκούει καί, ὅταν τοῦ ζητηθῆ ἡ γνώμη του, μιλάει ταπεινά. Ποτὲ δὲν λέει «ἐγώ», ἀλλὰ «ὁ λογισμὸς μοῦ λέει» ἤ «οἱ Πατέρες εἶπαν». Μιλάει δηλαδὴ σὰν μαθητής. Ὅποιος νομίζει ὅτι εἶναι ἱκανὸς νὰ διορθώνη τοὺς ἄλλους ἔχει πολὺ ἐγωισμό.
– Ὅταν, Γέροντα, ξεκινάη κανεὶς ἀπὸ καλὴ διάθεση νὰ κάνη κάτι καὶ φθάνη στὰ ἄκρα, λείπει ἡ διάκριση;
– Εἶναι ὁ ἐγωισμὸς μέσα στὴν ἐνέργειά του αὐτὴ καὶ δὲν τὸ καταλαβαίνει, γιατὶ δὲν γνωρίζει τὸν ἑαυτό του, γι’ αὐτὸ πιάνει τὰ ἄκρα. Πολλὲς φορὲς ἀπὸ εὐλάβεια ξεκινοῦν μερικοί, ἀλλὰ ποῦ φθάνουν!
Ὅπως οἱ εἰκονολάτρες καὶ οἱ εἰκονομάχοι. Ἄκρη τὸ ἕνα, ἄκρη τὸ ἄλλο! Οἱ μὲν ἔφθασαν στὸ σημεῖο νὰ ξύνουν τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ρίχνουν τὴν σκόνη μέσα στὸ Ἅγιο Ποτήριο, γιὰ νὰ γίνη καλύτερη ἡ Θεία Κοινωνία· οἱ ἄλλοι πάλι ἔκαιγαν τὶς εἰκόνες, τὶς πετοῦσαν…
Γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία ἀναγκάσθηκε νὰ βάλη ψηλὰ τὶς εἰκόνες καί, ὅταν πέρασε ἡ διαμάχη, τὶς κατέβασε χαμηλά, γιὰ νὰ τὶς προσκυνοῦμε καὶ νὰ ἀπονέμουμε τιμὴ στὰ εἰκονιζόμενα πρόσωπα.
Τὴν ἐποχή μας δὲν τὴν χαρακτηρίζει τὸ ἀθόρυβο, ἀλλὰ τὸ ἐντυπωσιακό, τὸ κούφιο. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ ὅμως εἶναι ἀθόρυβη. Καλὰ εἶναι νὰ κάνουμε αὐτὰ ποὺ εἶναι γιὰ τὰ μέτρα μας σωστά, ἀθόρυβα, χωρὶς ἐπιδιώξεις πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις μας, γιατὶ ἀλλιῶς θὰ εἶναι εἰς βάρος τῆς ψυχῆς μας καὶ τοῦ σώματος, καὶ συχνὰ εἰς βάρος καὶ τῆς Ἐκκλησίας.
Μέσα στὴν γνήσια εὐαρέστηση τοῦ πλησίον μας ὑπάρχει καὶ ἡ εὐαρέστηση στὸν Χριστό. Ἐκεῖ χρειάζεται νὰ προσέξη κανείς, πῶς νὰ ἐξαγνίση τὴν εὐαρέστηση πρὸς τὸν πλησίον, νὰ βγάλη δηλαδὴ τὴν ἀνθρωπαρέσκεια, γιὰ νὰ πάη καὶ αὐτὴ ἡ ἀνθρώπινη προσφορὰ στὸν Χριστό.
Ὅταν προσπαθῆ κάποιος νὰ τοποθετήση τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα δῆθεν μὲ ὀρθόδοξο τρόπο, καὶ ὁ σκοπὸς του εἶναι νὰ τοποθέτηση καλύτερα τὸν ἑαυτό του, ἀποβλέπη δηλαδὴ στὸ συμφέρον του, πῶς θὰ εὐλογηθῆ ἀπὸ τὸν Θεό; Ὅσο μπορεῖ κανείς, νὰ κάνη τὴν ζωὴ του τέτοια ποὺ νὰ συγγενεύη μὲ τὸν Θεό. Πάντα νὰ ἐλέγχη τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ κοιτάζη πῶς νὰ κάνη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν κάνη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τότε συγγενεύει μὲ τὸν Θεό, καὶ τότε, χωρὶς νὰ ζητάη ἀπὸ τὸν Θεό, λαμβάνει· δέχεται συνέχεια νερὸ ἀπὸ τὴν πηγή.
Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης