Κυριακή 14 Ιουλίου 2024
Σάββατο 13 Ιουλίου 2024
Ὁ ἀνυπόμονος
Μόλις τ᾿ αὐγά
της ζέστανε ἡ κλώσσα
καὶ τὰ μικρὰ ἑτοιμάστηκε νὰ βγάλει,
ἕνα πουλάκι ἐσήκωσε κεφάλι
μὲς τὸ τσόφλι μιλώντας τέτοια γλώσσα:
«Ὡς πότε ἐδῶ θὰ μ᾿ ἔχουνε κλεισμένο;
καθόλου δὲν μπορῶ νὰ περιμένω!
Πῶς; Ἔτσι τὸν καιρό μου ἐδῶ θὰ χάνω;
Ἐγὼ ἔχω κατορθώματα νὰ κάνω!
Κόκορας βέβαια θἆμαι δίχως ἄλλο,
λοφίο ψηλό, χρυσὰ φτερὰ θὰ βγάλω.
Τὴ μέρα καὶ τὴ νύχτα θὰ στολίσω,
θὰ φέρνω τὴν αὐγή, μόλις λαλήσω
στὸ φράχτη, στὴν αὐλή, σὲ κάθε μέρος
στρατεύματα τὶς κότες θὰ ὁδηγῶ».
Καὶ τοὖπε τότε ὁ κόκορας ὁ γέρος:
«Στάσου νὰ βγεῖς παιδάκι μου ἀπ᾿ τὸ αὐγό!»
Ζαχαρίας
Παπαντωνίου
Παρασκευή 12 Ιουλίου 2024
Ἂν δὲν μοῦ ‘δινες ποίηση Κύριε
Ἂν δὲ μοῦ ‘δινες
τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
Αὐτὰ τὰ χωράφια δὲ θἆταν δικά μου.
Ἐνῷ τώρα εὐτύχησα νἄχω μηλιές,
νὰ πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου,
νὰ γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο,
ἡ ἔρημός μου λαό,
τὰ περιβόλια μου ἀηδόνια.
Λοιπόν; Πῶς
σοῦ φαίνονται; Εἶδες
τὰ στάχυά μου, Κύριε; Εἶδες τ᾿ ἀμπέλια μου;
Εἶδες τί ὄμορφα ποὺ πέφτει τὸ φῶς
στὶς γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι᾿ ἔχω ἀκόμη καιρό!
Δὲν ξεχέρσωσα ὅλο τὸ χῶρο μου, Κύριε.
Μ᾿ ἀνασκάφτει ὁ πόνος μου κι᾿ ὁ κλῆρος μου μεγαλώνει.
Ἀσωτεύω τὸ γέλιο μου σὰν ψωμὶ ποὺ μοιράζεται.
Ὅμως,
δὲν ξοδεύω τὸν ἥλιό σου ἄδικα.
Δὲν πετῶ οὔτε ψίχουλο ἀπ᾿ ὅ,τι μοῦ δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι τὴν ἐρμιὰ καὶ τὶς κατεβασιὲς τοῦ χειμῶνα.
Γιατί θἄρθει τὸ βράδι μου. Γιατί φτάνει ὅπου νἆναι
τὸ βράδι μου, Κύριε, καὶ πρέπει
νἄχω κάμει πρὶν φύγω τὴν καλύβα μου ἐκκλησιὰ
γιὰ τοὺς τσοπάνηδες τῆς ἀγάπης.
Νικηφόρος Βρεττᾶκος
Τρίτη 9 Ιουλίου 2024
Δευτέρα 8 Ιουλίου 2024
Κυριακή 7 Ιουλίου 2024
Οἱ κίνδυνοι τῆς
νοησιαρχίας
Ὅπως πολλοὶ Ρῶσοι πνευματικοί, ὁ Γέροντας (Στάρετς Σέργιος) εἶναι ἰδιαίτερα
ἐπικριτικὸς ἀπέναντι στὴν ὑπερεκτίμηση τῶν διανοητικῶν ἱκανοτήτων ποὺ συναντοῦμε
στὸν δυτικὸ κόσμο. Ἡ δυτικὴ Χριστιανοσύνη ὑπέφερε ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὑπερεκτίμηση κατὰ
τὸν Μεσαίωνα, ὅπου ἡ θεολογία, ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ σχολαστικοῦ ὀρθολογισμοῦ, εἶχε
καταλήξει νὰ εἶναι μία ἀποκλειστικὰ ἐννοιολογικὴ ἄσκηση, καὶ ἡ πίστη πολλῶν
χριστιανῶν εἶχε περιοριστεῖ σὲ ἰδέες περὶ Θεοῦ.
Ὁ Γέροντας συχνὰ ἀναφερόταν στὸ σύντομο διήγημα τοῦ Ντοστογιέφσκυ, Τὸ Ὑπόγειο,
ὅπου ὁ συγγραφέας ἀσκεῖ κριτικὴ κατὰ τοῦ «Εὐκλειδείου πνεύματος», δηλαδὴ κατὰ
τοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ τῆς δυτικῆς νοησιαρχίας. Ὁ Γέροντας στὴ διδασκαλία του
πολλὲς φορὲς ἐκφράζει τὴν ἀντίθεσή του στὸ νὰ βιώνουμε τὴν πίστη μὲ τρόπο
διανοητικὸ καὶ νὰ μελετοῦμε τὴ Γραφὴ ἢ νὰ «θεολογοῦμε» μὲ τρόπο ὑπερβολικὰ ἐννοιολογικό.
Μᾶς βεβαιώνει ὅτι ὁ νοῦς δὲν ἀντιπροσωπεύει παρὰ τὸ εἴκοσι πέντε τοῖς ἑκατὸ τῶν
λειτουργιῶν τοῦ ἀνθρώπου, κατὰ συνέπεια δὲν θὰ πρέπει νὰ κατέχει στὴν πνευματικὴ
ζωὴ μεγαλύτερο μερίδιο ἀπὸ ὅσο πραγματικὰ τοῦ ἀναλογεῖ.
Ὑπογραμμίζει τὴν ἀνάγκη ὁ νοῦς, ὄχι μόνο στὴν προσευχὴ ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλες τὶς
ἄλλες δραστηριότητες τῆς πνευματικῆς ζωῆς, νὰ λειτουργεῖ ἑνωμένος μὲ τὴν
καρδιά. Ὁ νοῦς ἀποδεικνύεται περισσότερο διαυγὴς καὶ λειτουργεῖ ἀκόμη καλύτερα ὅταν
δὲν λειτουργεῖ αὐτόνομα, ἀλλὰ εἶναι ἑνωμένος μὲ τὴν καρδιὰ τὴν ὁποία καὶ ἀκολουθεῖ.
Ἡ λογικὴ νὰ μὴν ἀσκεῖται αὐτόνομα παρὰ μόνο γιὰ νὰ ἀναμετρᾶ τὰ ὅρια καὶ τοὺς
κινδύνους της.
Ἐδῶ βρίσκουμε ξανὰ ἕνα θέμα τοῦ Pascal οἰκεῖο στοὺς κύκλους τῶν ὑπαρξιστῶν
χριστιανῶν, ὅπου συνήθιζε νὰ συχνάζει καὶ ὁ Γέροντας κατὰ τὴ νεότητά του. Ἡ
δράση τοῦ ὀρθολογισμοῦ εἶναι δικαιολογημένη ὡς παιδαγωγικὴ ἐργασία γιὰ τοὺς ἄλλους,
ἀλλὰ ὄχι γιὰ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους. Τὰ λογικὰ ἐπιχειρήματα μποροῦν ἐνδεχομένως νὰ
χρησιμοποιηθοῦν γιὰ νὰ ἐκφράσουν καὶ νὰ κοινοποιήσουν τὶς ἀλήθειες τῆς πίστεως,
δὲν εἶναι ὅμως ποτὲ τὰ καλύτερα.
Ὁ Γέροντας τονίζει ὅτι στὴν ἄλλη ζωὴ οἱ διανοητικὲς θεωρήσεις θὰ μᾶς εἶναι
ἐντελῶς ἄχρηστες. Σημειώνει ὅτι οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι συχνὰ τὰ καταφέρνουν καλύτερα
στὴν πνευματικὴ ζωὴ ἀπ’ ὅ,τι οἱ διανοούμενοι (ἄποψη ποὺ ἐνστερνιζόταν καὶ ὁ
φίλος του γέροντας Σωφρόνιος).
Ὁ Γέροντας ἐπιμένει στὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὀφείλουμε μόνο νὰ γνωρίσουμε ἢ νὰ
καταλάβουμε τὸν Θεό, ἀλλὰ νὰ Τὸν ἀγαπήσουμε. Γιὰ τὸν πατέρα Σέργιο εἶναι πολὺ
σημαντικὸ νὰ μὴν προσβάλουμε τὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ προσπαθώντας νὰ τὸ ἀναλύσουμε
διανοητικά. Δὲν χρειάζεται νὰ ἐξιχνιάσουμε αὐτὸ τὸ μυστήριο (ἀκόμη καὶ ἂν ἦταν
δυνατὸ νὰ τὸ κάνουμε), ἀλλὰ νὰ τὸ ἀποδεχθοῦμε, νὰ τὸ σεβαστοῦμε καὶ νὰ τὸ
λατρεύσουμε μετὰ φόβου καὶ ἀγάπης.
Ὁ Γέροντας, ὅπως καὶ ὁ ἥρωας τοῦ Ὑπογείου τοῦ Ντοστογιέφσκυ, ἔλεγε συχνὰ γι’
αὐτὸ τὸ θέμα, μὲ τρόπο ποὺ χωρὶς ἀμφιβολία σοκάρει τὴ δυτικὴ διανόηση: «Εἶμαι εὐχαριστημένος
ὅταν δὲν γνωρίζω». Θεωροῦσε οὐσιαστικὸ νὰ κρατήσει – ἢ νὰ ξαναβρεῖ, ἂν τὴν εἶχε
χάσει-, τὴν αἴσθηση τοῦ μυστηρίου. Καὶ θεωροῦσε, κατὰ τρόπο παράδοξο, ὅτι ὅταν ἀποδεχόμαστε
τὴν ἄγνοιά μας, τότε ἀνοίγεται μπροστὰ μας ἡ πραγματικὴ γνώση τῶν πνευματικῶν ἀληθειῶν,
καὶ ὅταν ἀρνούμαστε νὰ γνωρίσουμε τὸν Θεό, τότε τὰ μυστήριά Του μᾶς ἀποκαλύπτονται.
Ὁ Γέροντας ἐξέφραζε ἔτσι μὲ τὸν πιὸ ἁπλὸ καὶ βιωματικὸ τρόπο τὴν πεμπτουσία τῆς
ἀποφατικῆς παραδόσεως τῆς Ὀρθόδοξης θεολογίας.
Jean-Claude Larchet
Σάββατο 6 Ιουλίου 2024
Ἄσμα Ἀσμάτων
Ὄμορφη ποὺ εἶσαι,
ἀγάπη μου! Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι!
Γλυκειὰ σὰν
τοῦ περιστεριοῦ καὶ τρυφερὴ ἡ ματιά σου·
καμιὰ ἀπὸ τὶς ὄμορφες δὲν παραβγαίνει μπρός σου.
Ἐσὺ ‘σαι
κρινολούλουδο καὶ κεῖνες εἶναι ἀγκάθια,
ἴδια μὲ κόκκινη κλωστὴ τὰ κόκκινά σου χείλη.
Σὰ ρόδι ποὺ
τὸ κόψανε στὴ μέση πίσω ἀπ᾿ τὸ πέπλο σου
μοῦ φαντάζει τὸ ροδομάγουλό σου.
Τὰ δυό σου
στήθια μοιάζουνε δίδυμα ζαρκάδια,
ποὺ νὰ βοσκήσουν βγήκανε μὲς στ᾿ ἀνθισμένα κρίνα.
Φίλα με, μὲ ὅλα
τὰ φιλιὰ ποὺ ἔχεις μὲς στὸ στόμα.
Μέθα με στῆς ἀγκάλης σου τὸ πιὸ γλυκὸ κρασί.
Καὶ τ᾿ ὄνομά
σου, ἄρωμα, μύρο χυμένο κάτω.
Ὅλων τῶν
μύρων τ᾿ ἄρωμα, κι ἡ εὐωδιὰ ἐσύ ‘σαι.
Ναί, πιὸ πολὺ
κι ἀπ᾿ τὸ κρασὶ μεθῶ ὅταν μ᾿ ἀγγίζεις.
Νὰ σ᾿ ἀγαπᾶνε, ἄντρα μου, αὐτὸ μονάχα ἀξίζεις.
Ὄμορφη κι ἀψεγάδιαστη,
εἶσαι ἀγαπημένη.
Μοῦ ῾χεις
κλέψει τὴν καρδιὰ ἀγάπη μου, ἀδελφή μου.
Μ᾿ ἕνα σου
βλέμμα μοναχά, μιὰ χάντρα στὸ λαιμό σου.
Μέλι
κερήθρας στάζουνε τὰ δυὸ γλυκά σου χείλη.
Μέλι καὶ
γάλα ἀργοκυλοῦν στὴ γλώσσα σου ἀπὸ κάτω.
Κῆπος
κλειστός, ὁλάνθιστος εἶσαι ἀγαπημένη.
Πηγὴ μὲ
γάργαρο νερό, παράδεισος ἀπὸ δροσιὲς τὸ κάθε σου αὐλάκι.
Κανέλα,
μοσχοκάλαμο κι ὁ νάρδος μὲ τὸν κρόκο
καὶ ρίζες τοῦ Λιβάνου ἀρωματικὲς καὶ σμύρνα κι ἀλόη
κι ὅποιο μύρο πεῖς σὲ σένα εὐωδιάζουν.
Σήκω, βοριά,
ἔλα, νοτιά, φυσῆξτε τὰ κλωνιά μου,
νὰ ξεχυθοῦν νὰ σκορπιστοῦν παντοῦ οἱ εὐωδιές μου.
Σήκω, βοριά,
ἔλα νοτιά, φυσῆξτε τὰ κλωνιά μου,
νὰ ξεχυθοῦν νὰ σκορπιστοῦν παντοῦ τ᾿ ἀρώματά μου.
Κι ἂς κατέβει
ὁ ἄνδρας μου στὸν κῆπο πού ῾ν᾿ δικός του,
γιὰ νὰ γευτεῖ ὅποιον καρπὸ ἀπ᾿ τὰ κλαδιά μου θέλει.
Ἰάκωβος Καμπανέλλης
Παρασκευή 5 Ιουλίου 2024
Ἕνα τηλεφώνημα ἀπὸ
τὸν Ἅγιο Πορφύριο
...Ἤμουν θλιμμένος μετὰ ἀπὸ πρόσφατο θάνατο προσφιλοῦς μου προσώπου.
Σκεπτόμουν γιὰ μέρες τὸ θέαμα τοῦ ἐνταφιασμοῦ, τὴν κάλυψη τοῦ νεκροῦ μὲ τὸ χῶμα
καὶ τὴν ἐπακόλουθη σήψη τοῦ σώματος. Πῶς θὰ ἦταν ὁ ἄνθρωπος ἐὰν δὲν ὑπῆρχε ἡ
πτώση τῶν πρωτοπλάστων; Διαρκὴς χαρά, κανένα ἐρώτημα γιὰ τὴν αἰώνια μακαριότητά
μας. Τώρα, «σκωλήκων βρῶμα καὶ δυσωδία». Ἐπάνω σ᾿ αὐτὲς τὶς σκέψεις μὲ πέτυχε ὁ
παππούλης μ᾿ ἕνα τηλεφώνημά του.
-Γιωργάκη, κάνεις ἰατρεῖο αὐτὴ τὴν ὥρα;
-Ὄχι, γέροντα, τελείωσα.
-Ἄνοιξε τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον στὸ Ε΄ κεφάλαιο, στίχος 24, εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο
ποὺ διαβάζουμε στὶς κηδεῖες, καὶ διάβασέ το ἀργά ἀργά.
Ἄρχισα νὰ διαβάζω: «Ἀμήν, ἀμήν, λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων
καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με ἔχει ζωὴν αἰώνιον καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται ἀλλὰ
μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν».
Μὲ διέκοψε ἀπότομα.
-Τὸ κατάλαβες; Δὲν ὑπάρχει θάνατος! Δὲν θὰ δοκιμάσουμε τὴν «πεθαμενίλα»! «Μεταβέβηκεν
ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν». Πόσο μᾶς ἀγάπησε ὁ Θεός... Καὶ αὐτὸ τὸ φρόντισε.
Τὸ λέει καὶ ὁ Ἀπόστολος τῆς Νεκρώσιμης Ἀκολουθίας: «Εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς
ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ».
Τὸ σκέφθηκες ποτὲ αὐτὸ τὸ «ἄξει σὺν αὐτῷ;» Ὁ Θεὸς δὲν θὰ συγκεντρώσει ἐκεῖ
πτώματα. Ζωντανοὺς θὰ μαζέψει κοντά Του. Στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἀναστήθηκε ἡ ἀνθρώπινη
φύση. Καλά σοῦ τὸ εἶπα: δὲν θὰ δοκιμάσουμε «πεθαμενίλα». Τὸ κατάλαβες;
Καὶ ἔκανε μιὰ θαυμάσια περιγραφὴ τῆς ζωῆς κοντὰ στὸν ἀναστάντα Χριστό.
-Ἐκεῖ θὰ ὑμνοῦμε τὴν Ἁγία Τριάδα, μὲ τὰ Σεραφεὶμ καὶ τὰ Χερουβείμ, ἀενάως.
Ναί, ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ ἀνάξιοι, γιατὶ τόσο πολὺ μᾶς ἀγάπησε ὁ Θεός...
Ἡ φωνή του ἔσβηνε σιγὰ σιγὰ ἀπὸ τὴ συγκίνηση.
-Κλαίω, βρὲ Γιωργάκη, ἀπὸ χαρά. Τί οὐράνια πράγματα εἶναι ἐτοῦτα ποὺ μᾶς
δωρίζει ὁ Θεός!
Γεώργιος Παπαζάχος
Πέμπτη 4 Ιουλίου 2024
Τρίτη 2 Ιουλίου 2024
Δευτέρα 1 Ιουλίου 2024
Τὸ μεγαλεῖο τῆς
λιγοσύνης
Λοιπὸν τριγύριζα μέσα στὴ χώρα μου κι ἔβρισκα τόσο φυσικὴ τὴ λιγοσύνη της,
πού ᾿λεγα πώς, δὲ
γίνεται, θὰ πρέπει να ᾿ναι ἀπὸ
σκοποῦ τὸ ξύλινο τοῦτο τραπέζι μὲ τὶς ντομάτες καὶ τὶς ἐλιὲς μπρὸς στὸ
παράθυρο. Γιὰ νὰ μπορεῖ μιὰ τέτοια αἴσθηση βγαλμένη ἀπ᾿τὸ τετράγωνο τοῦ σανιδιοῦ μὲ τὰ λίγα ζωηρὰ κόκκινα
καὶ τὰ πολλὰ μαῦρα νὰ βγαίνει κατευθείαν στὴν ἁγιογραφία. Καὶ αὐτή, ἀποδίδοντας
τὰ ἴσα, νὰ προεχτείνεται μ᾿ἕνα μακάριο φῶς πάνω ἀπ’τὴ θάλασσα ἑωσότου ἀποκαλυφθεῖ τῆς λιγοσύνης τὸ
πραγματικὸ μεγαλεῖο.
Φοβοῦμαι νὰ μιλάω μ᾿ ἐπιχειρήματα
ποὺ μόνον ἡ ἄνοιξη δικαιωματικὰ διαθέτει: ὅμως τὴν παρθενία ποὺ πρεσβεύω ἔτσι τὴν
ἀντιλαμβάνομαι καὶ μόνον ἔτσι τὴ φαντάζομαι νὰ κρατάει τὴ μυστική της ἀρετή:
μεταβάλλοντας σὲ ἄχρηστα ὅλα τὰ μέσα ποὺ θὰ μποροῦσαν νἀ ἐπινοήσουν οἱ ἄνθρωποι
γιὰ τὴ συντήρηση καὶ τὴν ἀνανέωσή της.
Ὀδυσσέας Ἐλύτης
Κυριακή 30 Ιουνίου 2024
Ἄλλοτε η θάλασσα...
Ἄλλοτε ἡ
θάλασσα μᾶς εἶχε σηκώσει στὰ φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στὸν ὕπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τὰ πουλιὰ στὸν ἀγέρα
Τὶς ἡμέρες κολυμπούσαμε μέσα στὶς φωνὲς καὶ τὰ χρώματα
Τὰ βράδια ξαπλώναμε κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ τὰ σύννεφα
Τὶς νύχτες ξυπνούσαμε γιὰ νὰ τραγουδήσουμε
Ἦταν τότε ὁ καιρὸς τρικυμία χαλασμὸς κόσμου
Καὶ μονάχα ὕστερα ἡσυχία
Ἀλλὰ ἐμεῖς πηγαίναμε χωρὶς νὰ μᾶς ἐμποδίζει κανεὶς
Νὰ σκορπᾶμε καὶ νὰ παίρνουμε χαρὰ
Ἀπὸ τοὺς βράχους ὡς τὰ βουνὰ μᾶς ὁδηγοῦσε ὁ Γαλαξίας
Καὶ ὅταν ἔλειπε ἡ θάλασσα ἦταν κοντὰ ὁ Θεός
Γιῶργος Σαραντάρης
Σάββατο 29 Ιουνίου 2024
Σάββατο 22 Ιουνίου 2024
* *
Παρασκευή 21 Ιουνίου 2024
Στὸ περιβόλι τὸ πυκνὸ
καθὼς κοιμότουν σκοτεινὸ
μπῆκε ἡ κυρὰ σελήνη
καὶ ξύπνησε γιὰ μία στιγμὴ
τ᾿ ἀηδόνι καὶ τὸ γιασεμὶ
καὶ τὴ μουντὴ νεροσυρμὴ
ποὺ ὁλόχρυση ἔχει γίνει!
Τ᾿ ἄστρα ψηλὰ στὸν οὐρανὸ
χορεύουν καλαματιανὸ
μὲ τὴν κυρὰ σελήνη
κι ἡ θάλασσα μουρμουριστὰ
τὸν ἦχο τάχα τῆς βαστᾷ
καὶ τὴν κυρὰ εὐχαριστᾷ
κι αὐτὴ φλωριὰ τῆς δίνει!














