Κυριακή 14 Ιουλίου 2024


Ἂν ὁ Κύριος ἀγάπησε ἐμένα τόσο πολὺ
Εἶμαι μεγάλος ἁμαρτωλός, καὶ ὅμως εἶδα τὴν ἄμετρη ἀγάπη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ γιὰ μένα.
Ἀπὸ τὰ παιδικά μου χρόνια προσευχόμουν γιὰ ὅσους μὲ πρόσβαλλαν καὶ ἔλεγα: «Κύριε, μὴ τοὺς καταλογίσεις ἁμαρτίες γιὰ ὅσα μοῦ κάνουν». Ἀλλά, ἂν καὶ μοῦ ἄρεσε νὰ προσεύχομαι, δὲν ἀπέφυγα τὴν ἁμαρτία. Ὁ Κύριος, ὅμως, δὲν θυμήθηκε τὶς ἁμαρτίες μου καὶ μοῦ ἔδωσε ἀγάπη γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ ψυχή μου ἐπιθυμεῖ νὰ σωθεῖ ὅλη ἡ οἰκουμένη, νὰ εἰσέλθουν ὅλοι στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, νὰ δοῦν τὴ δόξα τοῦ Κυρίου καὶ νὰ ἀπολαύσουν τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
Κρίνω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου: Ἂν ὁ Κύριος ἀγάπησε ἐμένα τόσο πολύ, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀγαπᾶ ὅλους τοὺς ἁμαρτωλούς, ὅπως ἀγάπησε καὶ ἐμένα.
Ὤ, ἡ ἀγάπη τοῦ Κυρίου! Δὲν ἔχω δυνάμεις νὰ τὴν περιγράψω, γιατὶ εἶναι ἄπειρα μεγάλη καὶ θαυμαστή.
Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης

Σάββατο 13 Ιουλίου 2024

 


Ὁ ἀνυπόμονος

Μόλις τ᾿ αὐγά της ζέστανε ἡ κλώσσα
καὶ τὰ μικρὰ ἑτοιμάστηκε νὰ βγάλει,
ἕνα πουλάκι ἐσήκωσε κεφάλι
μὲς τὸ τσόφλι μιλώντας τέτοια γλώσσα:
«Ὡς πότε ἐδῶ θὰ μ᾿ ἔχουνε κλεισμένο;
καθόλου δὲν μπορῶ νὰ περιμένω!
Πῶς; Ἔτσι τὸν καιρό μου ἐδῶ θὰ χάνω;
Ἐγὼ ἔχω κατορθώματα νὰ κάνω!
Κόκορας βέβαια θἆμαι δίχως ἄλλο,
λοφίο ψηλό, χρυσὰ φτερὰ θὰ βγάλω.
Τὴ μέρα καὶ τὴ νύχτα θὰ στολίσω,
θὰ φέρνω τὴν αὐγή, μόλις λαλήσω
στὸ φράχτη, στὴν αὐλή, σὲ κάθε μέρος
στρατεύματα τὶς κότες θὰ ὁδηγῶ».
Καὶ τοὖπε τότε ὁ κόκορας ὁ γέρος:
«Στάσου νὰ βγεῖς παιδάκι μου ἀπ᾿ τὸ αὐγό!»

Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2024

 


Ἂν δὲν μοῦ ‘δινες ποίηση Κύριε

Ἂν δὲ μοῦ ‘δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
Αὐτὰ τὰ χωράφια δὲ θἆταν δικά μου.
Ἐνῷ τώρα εὐτύχησα νἄχω μηλιές,
νὰ πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου,
νὰ γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο,
ἡ ἔρημός μου λαό,
τὰ περιβόλια μου ἀηδόνια.

Λοιπόν; Πῶς σοῦ φαίνονται; Εἶδες
τὰ στάχυά μου, Κύριε; Εἶδες τ᾿ ἀμπέλια μου;
Εἶδες τί ὄμορφα ποὺ πέφτει τὸ φῶς
στὶς γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι᾿ ἔχω ἀκόμη καιρό!
Δὲν ξεχέρσωσα ὅλο τὸ χῶρο μου, Κύριε.
Μ᾿ ἀνασκάφτει ὁ πόνος μου κι᾿ ὁ κλῆρος μου μεγαλώνει.
Ἀσωτεύω τὸ γέλιο μου σὰν ψωμὶ ποὺ μοιράζεται.

Ὅμως,
δὲν ξοδεύω τὸν ἥλιό σου ἄδικα.
Δὲν πετῶ οὔτε ψίχουλο ἀπ᾿ ὅ,τι μοῦ δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι τὴν ἐρμιὰ καὶ τὶς κατεβασιὲς τοῦ χειμῶνα.
Γιατί θἄρθει τὸ βράδι μου. Γιατί φτάνει ὅπου νἆναι
τὸ βράδι μου, Κύριε, καὶ πρέπει
νἄχω κάμει πρὶν φύγω τὴν καλύβα μου ἐκκλησιὰ
γιὰ τοὺς τσοπάνηδες τῆς ἀγάπης.

Νικηφόρος Βρεττᾶκος

Τρίτη 9 Ιουλίου 2024


Ρημαγμένες ψυχές
Σύγχυση καὶ ταραχὴ καὶ χάος ἀνάμεσα στὰ ἔθνη! Ταραχὴ καὶ σάστισμα καὶ χάος καὶ στοὺς ἀνθρώπους, ἕναν - ἕναν. Ποῦ νὰ βρεθεῖ κανένας νὰ πορεύεται στὴ ζωὴ του μ' ἕναν ὑψηλὸν σκοπό, μὲ σταθερότητα καὶ ἐλπίδα! Σπάνιο πράγμα.
Οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι ἔχουνε γίνει οἱ περισσότεροι κάποια πλάσματα ἄδεια ἀπὸ κάθε ζωντανὴ ἰδέα, ποὺ νὰ τοὺς κάνει νὰ ἀρμενίζουνε μέσα στὸ πέλαγος τῆς ζωῆς χαρούμενοι καὶ ζωηροί, σὰν τὸ καράβι ποὺ εἶναι φορτωμένο μὲ καλὸ φορτίο, καί, γεμάτο ἐλπίδα καὶ λαχτάρα, τραβᾶ κατὰ τὸ περιπόθητο λιμάνι, ἀνάμεσα σὲ ξέρες κι ἄγρια βραχόνησα.
Σήμερα βρίσκει κανένας συχνὰ μπροστά του ἀνθρώπους ποὺ εἶναι τόσο κούφιοι ἀπὸ κάθε τι, ποὺ νὰ ἀπορεῖ, γιατί δὲν πίστευε νὰ ὑπάρχει στὸν κόσμο τόση ἀνοησία, τόση στενομυαλιά, τόση στενοκάρδια καὶ μικρολογία. Σ' αὐτὲς τὶς στεγνὲς ψυχὲς δὲν ὑπάρχει τίποτα ποὺ νὰ σὲ ζεστάνει, ἂς εἶναι καὶ τὸ παραμικρό. Δὲν μιλῶ γιὰ ἐξαιρετικὰ αἰσθήματα, γιὰ κάποια σπάνια εὐαισθησία. Ὄχι! Μιλῶ γιὰ τὰ συνηθισμένα αἰσθήματα, ποὺ ἄλλη φορὰ βρισκόντανε σὲ ὅλους τους ἀνθρώπους. Ναί, σήμερα δὲν ὑπάρχουνε. Σχεδὸν ὅλοι οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι περνᾶνε τὴ ζωὴ τους ξεπλυμένοι ἀπὸ κάθε οὐσία, δίχως κανέναν ἀληθινὸν σκοπό, δίχως ἀληθινὴ χαρὰ καὶ εὐχαρίστηση, δίχως καμμιὰ πίστη, καὶ γιὰ τοῦτο, δίχως ἐλπίδα. Εἶναι γαντζωμένοι ἀπάνω σὲ κάποια πράγματα, ποὺ θέλουνε νὰ τὰ παραστήσουνε γιὰ σπουδαῖα, ἐνῶ δὲν εἶναι τίποτα. Κι οἱ χαρές τους κι οἱ εὐτυχίες τους καὶ τὰ γλέντια τους, κι οἱ διασκεδάσεις τους, κι οἱ κουβέντες τους καὶ τὰ ἀστεῖα τους, εἶναι ὅλα ἄνοστα καὶ ψεύτικα. Γιατί λείπει τὸ ἁλάτι ποὺ τὰ ἄρτυζε ἄλλη φορά.
Καὶ τὸ ἁλάτι εἶναι πίστη πὼς ἄνθρωπος δὲν ἦρθε στὸν κόσμο κατὰ τύχη, ἀλλὰ πὼς ἔχει νὰ κάνει, σ' αὐτὸν τὸν κόσμο, ἕνα ἔργο, μικρὸ μεγάλο, καὶ πὼς δὲν ξοφλᾶ μὲ τούτη τὴ ζωή, ἀλλὰ πὼς ὑπάρχει κάποια μυστηριώδης τάξη κατὰ τὴν ὁποία ἀνοίγει μία ἄλλη πόρτα, σὰν κλείσει πόρτα τούτης τῆς ζωῆς. Ὅπου ὑπάρχει πίστη, ὑπάρχει καὶ ἐλπίδα, κι ὅσο δυνατώτερη εἶναι ἡ πίστη, ἄλλο τόσο βεβαιότερη εἶναι ἡ ἐλπίδα. Χωρὶς ἐλπίδα, δὲν γίνεται μήτε εὐτυχία, μήτε εἰρήνη μέσα στὸν ἄνθρωπο. Τ' ἄλλα ὅλα ποὺ λένε οἱ σαστισμένοι φιλόσοφοι, εἶναι ψευτιές. Γιὰ τοῦτο, οἱ ἀπελπισμένοι χαλᾶνε τὸν κόσμο γιὰ νὰ ξεχάσουνε τὴν ἀπελπισία τους, κάνουνε μεγάλη φασαρία γιὰ τὴν καλοπέραση, γιὰ τὶς τέχνες, γιὰ τὰ ταξίδια, γιὰ τὶς ἀπολάψεις.
Ὅλα αὐτὰ εἶναι μία θλιβερὴ σκηνοθεσία, μία ἀξιοθρήνητη ἀπάτη. Γιὰ νὰ γεμίσουνε τὸ ἄδειο πιθάρι ποὺ εἶναι ὁ ἑαυτός τους, ρίχνουνε μέσα ὅ,τι μπορέσουνε, ὥστε νὰ ξεγελαστοῦνε πὼς ζοῦνε, ἀπολαβαίνουνε τὴ ζωή, ἐνῶ στ' ἀληθινὰ εἶναι σὰν τὰ τρύπια πιθάρια τῶν Δαναΐδων, χαρτοφάναρα ποὺ φαντάζουνε ἀπ' ἔξω πὼς εἶναι κάτι. Τέτοια εἶναι ἡ τρομερὴ δραστηριότητα τοῦ καιροῦ μας, ποὺ γεμίζει τὸν κόσμο ἀπὸ βροντὲς κι ἀστραπές, ἐνῶ, κατὰ βάθος, εἶναι ἕνας γκαζοτενεκές, ποὺ τὸν χτυπᾶνε ἐκεῖνοι ποὺ λένε πὼς ζοῦνε κι ἀπολαβαίνουνε «τὴ μεγάλη ζωή», γιὰ νὰ διώξουνε τὰ μαῦρα κοράκια τῆς ἀπελπισίας, ποὺ τριγυρίζουνε ἀπὸ πάνω τους. Τρομάζουνε ν' ἀπομείνουνε μοναχοὶ μὲ τὸν ἑαυτό τους, μήτε κἄν λίγα λεπτά, γιατί ἀλλιῶς θὰ νοιώθανε τὴν ἀθλιότητά τους. Μὰ πῶς ὅμως μπορεῖ νὰ ζήσει ἀληθινὰ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ φοβᾶται τὸν ἑαυτό του, ποὺ κρύβεται ὁλοένα ἀπὸ τὸν ἑαυτό του;
Καὶ ὅμως, αὐτὴ εἶναι ἡ ζωὴ γιὰ τοὺς περισσότερους σημερινοὺς ἀνθρώπους. Καμμιὰ θέρμη, κανένας ἀνώτερος καὶ σίγουρος σκοπός, κανένα μεράκι, καμμιὰ ἔμορφη μανία ποὺ νά ’χει βαθύτερες ρίζες. Παγερὴ ἀδιαφορία, ὕπνος ψυχικός, ὀκνηρία πνευματική, φόβος, κρυφὴ ἀπελπισία, καὶ πολλὴ φασαρία γιὰ νὰ σκεπαστεῖ ἡ ἀμηχανία. Κι ἡ φασαρία εἶναι ἀνοησίες, κουτσομπολιό, ἀνόητες κουβέντες, χαρτάκια, ποτά, σκάνδαλα, ἐγκλήματα, κάθε μικρολογία, ποὺ τὴν παίρνουνε στὰ σοβαρά, ἐνῶ κανένα σοβαρὸ πράγμα δὲν βρίσκει θέση μέσα στὰ ζαλισμένα μυαλά τους καὶ στὶς ἀποσυντεθειμένες ψυχές τους. Ἀπὸ πνευματικό, δὲν ὑπάρχει τίποτα. Δὲν λέγω πνευματικὸ αὐτὸ ποὺ λένε πνευματικὸ οἱ φιλόσοφοι, οἱ λογοτέχνες καὶ γενικὰ ἐκεῖνοι ποὺ λέγουνται «διανοούμενοι», ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ εἶναι πνευματικὸ γιὰ τὴ χριστιανικὴ θρησκεία, δηλαδὴ ἡ πίστη στὸν αἰώνιον κόσμο ποὺ μᾶς ἀποκάλυψε ὁ Χριστός. Μοναχὰ αὐτὴ ἡ πίστη δίνει στὸν ἄνθρωπο τὴν ἐλπίδα, καὶ χωρὶς τὴν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ζωῆς, οἱ λογῆς – λογῆς εὐδαιμονίες εἶναι λογῆς – λογῆς ψευτιές. Στὸ κουτὶ ποὺ κρατοῦσε τότε ἡ Πανδώρα, ἀπόμεινε ἡ ἐλπίδα, ἀφοῦ πετάξανε ἀπὸ μέσα ὅλα τὰ καλά, μὰ τὸ κουτὶ ποὺ βαστᾶνε οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι, καὶ ποὺ διατυμπανίζουνε πὼς ἔχει μέσα κάθε εὐτυχία, εἶναι ὁλότελα ἄδειο. Γιὰ τοῦτο ὁ θεογλωσσος Ἀπόστολος Παῦλος λέγει πὼς οἱ ἄπιστοι εἶναι «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα», οἱ ἀπελπισμένοι.
Λοιπόν, σήμερα βρισκόμαστε σὲ ἐλεεινὴ κατάσταση, κι ἂς μὴ τὸ λέμε, ζητώντας παρηγοριὰ στὴ φασαρία μιᾶς ψεύτικης ζωῆς. Ἡ ἀπιστία εἶναι θρονιασμένη μέσα στὴν καρδιά μας, καὶ γύρω της εἶναι τὰ παιδιά της, ἡ ἀπελπισία, ἡ πνευματικὴ νάρκη, ἡ ἀναισθησία, ὁ φόβος, ἡ ἀδιαφορία, ἡ ψευτοπαρηγοριά, ἡ μικρολογία, ἡ καχυποψία, τὸ συμφέρον, τὸ μίσος, ἡ ἀσπλαχνία.
Ἡ νεότητα μαραζώνει γιατί δὲν ἔχει, ἡ δυστυχισμένη, μήτε σκοπὸ στὴ ζωή της, μήτε ἐνθουσιασμὸ γιὰ κάποιες ἰδέες, μήτε ὄρεξη γιὰ τίποτα. Ἄκεφη κι ἀνόρεχτη. Εἶναι σὰν ὑπνοβάτης. Συζητᾶ ὁλοένα γιὰ ἀσήμαντα πράγματα ποὺ τοὺς δίνει μεγάλη σημασία, καὶ εἶναι νὰ κλαίγει κανένας ἀκούγοντας τὶς κουβέντες της, τὰ πειράγματά της, καὶ βλέποντας τὶς ἀνόητες σκηνοθεσίες, ποὺ μ' αὐτὲς προσπαθεῖ νὰ δώσει κάποια σημασία στὴ ζωή. Οἱ ψυχὲς τῶν νέων εἶναι ρημαγμένες ἀπὸ τὰ ἄγρια ἔνστικτα, ποὺ τὰ ἀνεβάσανε στὴν ἐπιφάνεια ἀπὸ τὰ σκοτεινὰ τάρταρα τῆς ἀνθρώπινης φύσης, κάποιοι ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου, κάποιοι πνευματικοὶ ἀνθρωποφάγοι, ποὺ ἀνάμεσά τους πρωτοστατεῖ ἕνας τρελλὸς λύκος λεγόμενος Νίτσε, μιὰ μούμια σὰν παληόγρηα λεγόμενη Βολταῖρος, κάποιος ζοχαδιακὸς Φρόϋντ, κι ἕνα πλῆθος ἀπὸ τέτοια ὄρνια καὶ κοράκια καὶ νυχτερίδες. Ὅσοι τοὺς θαυμάζανε, ἂς καμαρώσουνε σήμερα τὰ φαρμακερὰ μανιτάρια ποὺ φυτρώσανε μέσα στὶς καρδιὲς καὶ στὶς ψυχὲς τῆς γαγγραινιασμένης ἀνθρωπότητας.

Φώτης Κόντογλου

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2024


Παραινετικὸν πρὸς Ὀλυμπιάδα
Κόρη μου, στοὺς γάμους σου ἐγὼ ὁ πνευματικός σου πατέρας, ὁ Γρηγόριος, σοῦ κάνω δῶρο τοῦτο τὸ ποίημα. Καὶ εἶναι ὅ,τι καλλίτερο ἡ συμβουλὴ τοῦ πατέρα.
Νὰ εἶσαι ἁπλή. Τὸ χρυσάφι, δεμένο σὲ πολύτιμες πέτρες, δὲν στολίζει γυναῖκες σὰν καὶ σένα. Πολὺ περισσότερο τὸ βάψιμο. Δὲν ταιριάζει στὸ πρόσωπό σου, τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, νὰ τὴν παραποιῇς καὶ νὰ τὴν ἀλλάζῃς, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἀρέσῃς. Ξέρε το ὅτι αὐτὸ εἶναι φιλαρέσκεια καὶ νὰ μένῃς ἁπλὴ στὴν ἐμφάνιση. Τὰ βαρύτιμα καὶ πολυτελῆ φορέματα, ἂς τὰ φοροῦν ἐκεῖνες, ποὺ δὲν ἐπιθυμοῦν ἀνώτερη ζωή, ποὺ δὲν ξέρουν τί θὰ πῇ πνευματικὴ ἀκτινοβολία. Ἐσύ, ὅμως ἔβαλες μεγάλους καὶ ὑψηλοὺς στόχους στὴ ζωή σου. Κι αὐτοὶ οἱ στόχοι σοῦ ζητοῦν ὅλη τὴ φροντίδα κι ὅλη τὴν προσοχή. (...)
Μὲ τὸ γάμο, ἡ στοργὴ καὶ ἡ ἀγάπη σου νὰ εἶναι φλογερὴ καὶ ἀμείωτη γιὰ κεῖνον, ποὺ σοῦ ᾽δωσε ὁ Θεός. Γιὰ κεῖνον, πού ᾽γινε τὸ μάτι τῆς ζωῆς σου καὶ σοῦ εὐφραίνει τὴν καρδιά. Κι ἂν καταλάβῃς πὼς ὁ ἄνδρας σου σὲ ἀγαπάει περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο τὸν ἀγαπᾶς ἐσύ, μὴ κυττάξῃς νὰ τοῦ πάρῃς τὸν ἀέρα, κράτα πάντα τὴ θέση ποὺ σοῦ ὁρίζει τὸ Εὐαγγέλιο.
Ἐσὺ νὰ ξέρῃς ὅτι εἶσαι γυναίκα, ἔχεις μεγάλο προορισμό, ἀλλὰ διαφορετικὸ ἀπὸ τὸν ἄνδρα, ποὺ πρέπει νὰ εἶναι ἡ κεφαλή. Ἄσε τὴν ἰσότητα τῶν φύλων καὶ προσπάθησε νὰ καταλάβῃς τὰ καθήκοντα τοῦ γάμου. Στὴν ἐφαρμογή τους θὰ δῇς πόση ἀντοχὴ χρειάζεται γιὰ ν᾿ ἀνταποκριθῇς, ὅπως πρέπει, σ᾿ αὐτὰ τὰ καθήκοντα, ἀλλὰ καὶ πόση δύναμη κρύβεται στὸ ἀσθενὲς φύλο.
Θὰ ξέρῃς, πόσο εὔκολα θυμώνουν οἱ ἄνδρες. Εἶναι ἀσυγκράτητοι καὶ μοιάζουν μὲ λιοντάρια. Σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἡ γυναίκα πρέπει νὰ εἶναι δυνατότερη καὶ ἀνώτερη. Πρέπει νὰ παίζῃ τὸ ρόλο τοῦ θηριοδαμαστῆ. Τί κάνει ὁ θηριοδαμαστὴς ὅταν βρυχᾶται τὸ θηρίο; Γίνεται περισσότερο ἤρεμος καὶ μὲ τὴν καλωσύνη καταπραΰνει τὴν ὀργή. Τοῦ μιλάει γλυκὰ καὶ μαλακά, τὸ χαϊδεύει, τὸ περιποιεῖται καὶ πάλι τὸ χαϊδεύει κι ἔτσι τὸ καταπραΰνει (...)
Ποτὲ μὴ κατηγορήσῃς καὶ ἀποπάρῃς τὸν ἄνδρα σου γιὰ κάτι ποὺ ἔκανε στραβό. Οὔτε πάλι γιὰ τὴν ἀδράνειά του, ἔστω κι ἂν τὸ ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ ἤθελες ἐσύ. Γιατί ὁ διάβολος εἶναι αὐτός, ποὺ μπαίνει ἐμπόδιο στὴν ὁμοψυχία τῶν συζύγων (...)
Νὰ ἔχετε κοινὰ τὰ πάντα καὶ τὶς χαρὲς καὶ τὶς λύπες. Γιατί ὁ γάμος ὅλα σᾶς τὰ ἔκανε κοινά. Κοινὲς καὶ οἱ φροντίδες, γιατί ἔτσι τὸ σπίτι θὰ στεριώση. Νὰ συμβάλλῃς ἐκφράζοντας τὴ γνώμη σου, ὁ ἄνδρας ὅμως ἂς ἀποφασίζη.
Ὅταν τὸν βλέπῃς λυπημένο, συμμερίσου τὴ λύπη του ἐκείνη τὴν ὥρα. Γιατὶ εἶναι μεγάλη ἀνακούφιση στὴ λύπη, ἡ λύπη τῶν φίλων. Ὅμως ἀμέσως νὰ ξαστεριάζῃ ἡ ὄψη σου καὶ νά ᾽σαι ἤρεμη χωρὶς ἀγωνία. Ἡ γυναίκα εἶναι τὸ ἀκύμαντο λιμάνι γιὰ τὸ θαλασσοδαρμένο σύζυγο.
Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος

Κυριακή 7 Ιουλίου 2024

 


Οἱ κίνδυνοι τῆς νοησιαρχίας

Ὅπως πολλοὶ Ρῶσοι πνευματικοί, ὁ Γέροντας (Στάρετς Σέργιος) εἶναι ἰδιαίτερα ἐπικριτικὸς ἀπέναντι στὴν ὑπερεκτίμηση τῶν διανοητικῶν ἱκανοτήτων ποὺ συναντοῦμε στὸν δυτικὸ κόσμο. Ἡ δυτικὴ Χριστιανοσύνη ὑπέφερε ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὑπερεκτίμηση κατὰ τὸν Μεσαίωνα, ὅπου ἡ θεολογία, ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ σχολαστικοῦ ὀρθολογισμοῦ, εἶχε καταλήξει νὰ εἶναι μία ἀποκλειστικὰ ἐννοιολογικὴ ἄσκηση, καὶ ἡ πίστη πολλῶν χριστιανῶν εἶχε περιοριστεῖ σὲ ἰδέες περὶ Θεοῦ.

Ὁ Γέροντας συχνὰ ἀναφερόταν στὸ σύντομο διήγημα τοῦ Ντοστογιέφσκυ, Τὸ Ὑπόγειο, ὅπου ὁ συγγραφέας ἀσκεῖ κριτικὴ κατὰ τοῦ «Εὐκλειδείου πνεύματος», δηλαδὴ κατὰ τοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ τῆς δυτικῆς νοησιαρχίας. Ὁ Γέροντας στὴ διδασκαλία του πολλὲς φορὲς ἐκφράζει τὴν ἀντίθεσή του στὸ νὰ βιώνουμε τὴν πίστη μὲ τρόπο διανοητικὸ καὶ νὰ μελετοῦμε τὴ Γραφὴ ἢ νὰ «θεολογοῦμε» μὲ τρόπο ὑπερβολικὰ ἐννοιολογικό. Μᾶς βεβαιώνει ὅτι ὁ νοῦς δὲν ἀντιπροσωπεύει παρὰ τὸ εἴκοσι πέντε τοῖς ἑκατὸ τῶν λειτουργιῶν τοῦ ἀνθρώπου, κατὰ συνέπεια δὲν θὰ πρέπει νὰ κατέχει στὴν πνευματικὴ ζωὴ μεγαλύτερο μερίδιο ἀπὸ ὅσο πραγματικὰ τοῦ ἀναλογεῖ.

Ὑπογραμμίζει τὴν ἀνάγκη ὁ νοῦς, ὄχι μόνο στὴν προσευχὴ ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλες τὶς ἄλλες δραστηριότητες τῆς πνευματικῆς ζωῆς, νὰ λειτουργεῖ ἑνωμένος μὲ τὴν καρδιά. Ὁ νοῦς ἀποδεικνύεται περισσότερο διαυγὴς καὶ λειτουργεῖ ἀκόμη καλύτερα ὅταν δὲν λειτουργεῖ αὐτόνομα, ἀλλὰ εἶναι ἑνωμένος μὲ τὴν καρδιὰ τὴν ὁποία καὶ ἀκολουθεῖ. Ἡ λογικὴ νὰ μὴν ἀσκεῖται αὐτόνομα παρὰ μόνο γιὰ νὰ ἀναμετρᾶ τὰ ὅρια καὶ τοὺς κινδύνους της.

Ἐδῶ βρίσκουμε ξανὰ ἕνα θέμα τοῦ Pascal οἰκεῖο στοὺς κύκλους τῶν ὑπαρξιστῶν χριστιανῶν, ὅπου συνήθιζε νὰ συχνάζει καὶ ὁ Γέροντας κατὰ τὴ νεότητά του. Ἡ δράση τοῦ ὀρθολογισμοῦ εἶναι δικαιολογημένη ὡς παιδαγωγικὴ ἐργασία γιὰ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ ὄχι γιὰ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους. Τὰ λογικὰ ἐπιχειρήματα μποροῦν ἐνδεχομένως νὰ χρησιμοποιηθοῦν γιὰ νὰ ἐκφράσουν καὶ νὰ κοινοποιήσουν τὶς ἀλήθειες τῆς πίστεως, δὲν εἶναι ὅμως ποτὲ τὰ καλύτερα.

Ὁ Γέροντας τονίζει ὅτι στὴν ἄλλη ζωὴ οἱ διανοητικὲς θεωρήσεις θὰ μᾶς εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστες. Σημειώνει ὅτι οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι συχνὰ τὰ καταφέρνουν καλύτερα στὴν πνευματικὴ ζωὴ ἀπ’ ὅ,τι οἱ διανοούμενοι (ἄποψη ποὺ ἐνστερνιζόταν καὶ ὁ φίλος του γέροντας Σωφρόνιος).

Ὁ Γέροντας ἐπιμένει στὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὀφείλουμε μόνο νὰ γνωρίσουμε ἢ νὰ καταλάβουμε τὸν Θεό, ἀλλὰ νὰ Τὸν ἀγαπήσουμε. Γιὰ τὸν πατέρα Σέργιο εἶναι πολὺ σημαντικὸ νὰ μὴν προσβάλουμε τὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ προσπαθώντας νὰ τὸ ἀναλύσουμε διανοητικά. Δὲν χρειάζεται νὰ ἐξιχνιάσουμε αὐτὸ τὸ μυστήριο (ἀκόμη καὶ ἂν ἦταν δυνατὸ νὰ τὸ κάνουμε), ἀλλὰ νὰ τὸ ἀποδεχθοῦμε, νὰ τὸ σεβαστοῦμε καὶ νὰ τὸ λατρεύσουμε μετὰ φόβου καὶ ἀγάπης.

Ὁ Γέροντας, ὅπως καὶ ὁ ἥρωας τοῦ Ὑπογείου τοῦ Ντοστογιέφσκυ, ἔλεγε συχνὰ γι’ αὐτὸ τὸ θέμα, μὲ τρόπο ποὺ χωρὶς ἀμφιβολία σοκάρει τὴ δυτικὴ διανόηση: «Εἶμαι εὐχαριστημένος ὅταν δὲν γνωρίζω». Θεωροῦσε οὐσιαστικὸ νὰ κρατήσει – ἢ νὰ ξαναβρεῖ, ἂν τὴν εἶχε χάσει-, τὴν αἴσθηση τοῦ μυστηρίου. Καὶ θεωροῦσε, κατὰ τρόπο παράδοξο, ὅτι ὅταν ἀποδεχόμαστε τὴν ἄγνοιά μας, τότε ἀνοίγεται μπροστὰ μας ἡ πραγματικὴ γνώση τῶν πνευματικῶν ἀληθειῶν, καὶ ὅταν ἀρνούμαστε νὰ γνωρίσουμε τὸν Θεό, τότε τὰ μυστήριά Του μᾶς ἀποκαλύπτονται. Ὁ Γέροντας ἐξέφραζε ἔτσι μὲ τὸν πιὸ ἁπλὸ καὶ βιωματικὸ τρόπο τὴν πεμπτουσία τῆς ἀποφατικῆς παραδόσεως τῆς Ὀρθόδοξης θεολογίας.

Jean-Claude Larchet

Σάββατο 6 Ιουλίου 2024

 


Ἄσμα Ἀσμάτων

Ὄμορφη ποὺ εἶσαι, ἀγάπη μου! Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι!

Γλυκειὰ σὰν τοῦ περιστεριοῦ καὶ τρυφερὴ ἡ ματιά σου·
καμιὰ ἀπὸ τὶς ὄμορφες δὲν παραβγαίνει μπρός σου.

Ἐσὺ ‘σαι κρινολούλουδο καὶ κεῖνες εἶναι ἀγκάθια,
ἴδια μὲ κόκκινη κλωστὴ τὰ κόκκινά σου χείλη.

Σὰ ρόδι ποὺ τὸ κόψανε στὴ μέση πίσω ἀπ᾿ τὸ πέπλο σου
μοῦ φαντάζει τὸ ροδομάγουλό σου.

Τὰ δυό σου στήθια μοιάζουνε δίδυμα ζαρκάδια,
ποὺ νὰ βοσκήσουν βγήκανε μὲς στ᾿ ἀνθισμένα κρίνα.

Φίλα με, μὲ ὅλα τὰ φιλιὰ ποὺ ἔχεις μὲς στὸ στόμα.
Μέθα με στῆς ἀγκάλης σου τὸ πιὸ γλυκὸ κρασί.

Καὶ τ᾿ ὄνομά σου, ἄρωμα, μύρο χυμένο κάτω.

Ὅλων τῶν μύρων τ᾿ ἄρωμα, κι ἡ εὐωδιὰ ἐσύ ‘σαι.

Ναί, πιὸ πολὺ κι ἀπ᾿ τὸ κρασὶ μεθῶ ὅταν μ᾿ ἀγγίζεις.
Νὰ σ᾿ ἀγαπᾶνε, ἄντρα μου, αὐτὸ μονάχα ἀξίζεις.

Ὄμορφη κι ἀψεγάδιαστη, εἶσαι ἀγαπημένη.

Μοῦ ῾χεις κλέψει τὴν καρδιὰ ἀγάπη μου, ἀδελφή μου.

Μ᾿ ἕνα σου βλέμμα μοναχά, μιὰ χάντρα στὸ λαιμό σου.

Μέλι κερήθρας στάζουνε τὰ δυὸ γλυκά σου χείλη.

Μέλι καὶ γάλα ἀργοκυλοῦν στὴ γλώσσα σου ἀπὸ κάτω.

Κῆπος κλειστός, ὁλάνθιστος εἶσαι ἀγαπημένη.

Πηγὴ μὲ γάργαρο νερό, παράδεισος ἀπὸ δροσιὲς τὸ κάθε σου αὐλάκι.

Κανέλα, μοσχοκάλαμο κι ὁ νάρδος μὲ τὸν κρόκο
καὶ ρίζες τοῦ Λιβάνου ἀρωματικὲς καὶ σμύρνα κι ἀλόη
κι ὅποιο μύρο πεῖς σὲ σένα εὐωδιάζουν.

Σήκω, βοριά, ἔλα, νοτιά, φυσῆξτε τὰ κλωνιά μου,
νὰ ξεχυθοῦν νὰ σκορπιστοῦν παντοῦ οἱ εὐωδιές μου.

Σήκω, βοριά, ἔλα νοτιά, φυσῆξτε τὰ κλωνιά μου,
νὰ ξεχυθοῦν νὰ σκορπιστοῦν παντοῦ τ᾿ ἀρώματά μου.

Κι ἂς κατέβει ὁ ἄνδρας μου στὸν κῆπο πού ῾ν᾿ δικός του,
γιὰ νὰ γευτεῖ ὅποιον καρπὸ ἀπ᾿ τὰ κλαδιά μου θέλει.

Ἰάκωβος Καμπανέλλης

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2024

 


Ἕνα τηλεφώνημα ἀπὸ τὸν Ἅγιο Πορφύριο

...Ἤμουν θλιμμένος μετὰ ἀπὸ πρόσφατο θάνατο προσφιλοῦς μου προσώπου. Σκεπτόμουν γιὰ μέρες τὸ θέαμα τοῦ ἐνταφιασμοῦ, τὴν κάλυψη τοῦ νεκροῦ μὲ τὸ χῶμα καὶ τὴν ἐπακόλουθη σήψη τοῦ σώματος. Πῶς θὰ ἦταν ὁ ἄνθρωπος ἐὰν δὲν ὑπῆρχε ἡ πτώση τῶν πρωτοπλάστων; Διαρκὴς χαρά, κανένα ἐρώτημα γιὰ τὴν αἰώνια μακαριότητά μας. Τώρα, «σκωλήκων βρῶμα καὶ δυσωδία». Ἐπάνω σ᾿ αὐτὲς τὶς σκέψεις μὲ πέτυχε ὁ παππούλης μ᾿ ἕνα τηλεφώνημά του.

-Γιωργάκη, κάνεις ἰατρεῖο αὐτὴ τὴν ὥρα;

-Ὄχι, γέροντα, τελείωσα.

-Ἄνοιξε τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον στὸ Ε΄ κεφάλαιο, στίχος 24, εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ διαβάζουμε στὶς κηδεῖες, καὶ διάβασέ το ἀργά ἀργά.

Ἄρχισα νὰ διαβάζω: «Ἀμήν, ἀμήν, λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με ἔχει ζωὴν αἰώνιον καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν».

Μὲ διέκοψε ἀπότομα.

-Τὸ κατάλαβες; Δὲν ὑπάρχει θάνατος! Δὲν θὰ δοκιμάσουμε τὴν «πεθαμενίλα»! «Μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν». Πόσο μᾶς ἀγάπησε ὁ Θεός... Καὶ αὐτὸ τὸ φρόντισε. Τὸ λέει καὶ ὁ Ἀπόστολος τῆς Νεκρώσιμης Ἀκολουθίας: «Εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ». Τὸ σκέφθηκες ποτὲ αὐτὸ τὸ «ἄξει σὺν αὐτῷ;» Ὁ Θεὸς δὲν θὰ συγκεντρώσει ἐκεῖ πτώματα. Ζωντανοὺς θὰ μαζέψει κοντά Του. Στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἀναστήθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση. Καλά σοῦ τὸ εἶπα: δὲν θὰ δοκιμάσουμε «πεθαμενίλα». Τὸ κατάλαβες;

Καὶ ἔκανε μιὰ θαυμάσια περιγραφὴ τῆς ζωῆς κοντὰ στὸν ἀναστάντα Χριστό.

-Ἐκεῖ θὰ ὑμνοῦμε τὴν Ἁγία Τριάδα, μὲ τὰ Σεραφεὶμ καὶ τὰ Χερουβείμ, ἀενάως. Ναί, ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ ἀνάξιοι, γιατὶ τόσο πολὺ μᾶς ἀγάπησε ὁ Θεός...

Ἡ φωνή του ἔσβηνε σιγὰ σιγὰ ἀπὸ τὴ συγκίνηση.

-Κλαίω, βρὲ Γιωργάκη, ἀπὸ χαρά. Τί οὐράνια πράγματα εἶναι ἐτοῦτα ποὺ μᾶς δωρίζει ὁ Θεός!

Γεώργιος Παπαζάχος

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2024



Οἱ τροπαιοῦχοι του ἄδειου λόγου
Ὁ Μακρυγιάννης σέβεται τὴ μόρφωση -«ὡς λιοντάρι πολεμοῦσε καὶ ὡς φιλόσοφος ὁδηγοῦσε» θὰ πεῖ γιὰ τὸν πρῶτο του ἀρχηγό, τὸ Γῶγο. Αὐτὸ ὅμως δὲν τὸν ἐμποδίζει καθόλου νὰ ἐκφράσει τὴν ἀντίδρασή του γιὰ ἕνα λογιότατο καὶ γιὰ τὴν προγονοκαπηλεία:
«Ἐβάλετε καὶ νέον ἀρχηγὸ στὸ φρούριο τῆς Κόρθος» γράφει μιλώντας στοὺς πολιτικούς τῆς ἐποχῆς. «Ἀχιλλέα τὸν ἔλεγαν, λογιότατο. Κι ἀκούγοντας τ᾿ ὄνομα Ἀχιλλέα, παντυχαίνετε ὅτ᾿ εἶναι ἐκεῖνος ὁ περίφημος Ἀχιλλέας. Καὶ πολέμαγε τ᾿ ὄνομα τοὺς Τούρκους. Δὲν πολεμάγει τ᾿ ὄνομα ποτέ, πολεμάγει ἡ ἀντρεία, ὁ πατριωτισμὸς ἡ ἀρετή. Κι ὁ Ἀχιλλέας ὁ δικός σας, ὁ φρούραρχος τῆς Κόρθος, λεβέντης ἦταν, «Ἀχιλλέγα» τὸν ἔλεγαν. Εἶχε καὶ τὸ κάστρο ἐφοδιασμένο ἀπὸ τ᾿ ἀναγκαῖα τοῦ πολέμου, εἶχε καὶ τόσο στράτεμα. Ὅταν εἶδε τοὺς Τούρκους τοῦ Δράμαλη ἀπὸ μακριὰ -καὶ ἦταν καὶ καταπολεμισμένος ἀπὸ Ρούμελη, ἀπὸ Ντερβένια- βλέποντάς τον ὁ Ἀχιλλέας ἄφησε τὸ Κάστρο κι ἔφυγε, ἀπολέμιστο. Νὰ ἦταν ὁ Νικήτας, ἔφευγε; ὁ Χατζηχρῆστος καὶ οἱ ἄλλοι; Ὄχι βέβαια. Ὅτι τὸν καρτέρεσαν αὐτοὶ τὸ Δράμαλη στὸν κάμπο καὶ τὸν ἀφάνισαν· ὄχι σ᾿ ἐφοδιασμένο κάστρο, καὶ σὰν τὸ κάστρο τῆς Κόρθος».
Τὰ γράμματα εἶναι ἀπὸ τὶς πιὸ εὐγενικὲς ἀσκήσεις κι ἀπὸ τοὺς πιὸ ὑψηλοὺς πόθους τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ παιδεία εἶναι ὁ κυβερνήτης τοῦ βίου. Κι ἐπειδὴ οἱ ἀρχὲς αὐτὲς εἶναι ἀληθινές, πρέπει νὰ μὴν ξεχνοῦμε πὼς ὑπάρχει μία καλὴ παιδεία -ἐκείνη ποὺ ἐλευθερώνει καὶ βοηθᾷ τὸν ἄνθρωπο νὰ ὁλοκληρωθεῖ σύμφωνα μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ μία κακὴ παιδεία -ἐκείνη ποὺ διαστρέφει καὶ ἀποστεγνώνει καὶ εἶναι μία βιομηχανία ποὺ παράγει τοὺς ψευτομορφωμένους καὶ τοὺς νεόπλουτους τῆς μάθησης, ποὺ ἔχουν τὴν ἴδια κίβδηλη εὐγένεια μὲ τοὺς νεόπλουτους τοῦ χρήματος.
Ἂν ὁ Μακρυγιάννης μάθαινε γράμματα τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, πολὺ φοβοῦμαι πὼς θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του, γιατί τὴν παιδεία τὴν κρατοῦσαν στὰ χέρια τους οἱ «τροπαιοῦχοι τοῦ ἄδειου λόγου», καθὼς εἶπε ὁ ποιητής, ποὺ δὲν ἔλειψαν ἀκόμη. Δὲν ἐπαινῶ τὸν Μακρυγιάννη γιατί δὲν ἔμαθε γράμματα, ἀλλὰ δοξάζω τὸν πανάγαθο Θεὸ ποὺ δὲν τοῦ ἔδωσε τὰ μέσα νὰ τὰ μάθει. Γιατί ἂν εἶχε πάει σὲ δάσκαλο, θὰ εἴχαμε ἴσως πολλὲς φορὲς τὸν ὄγκο τῶν Ἀπομνημονευμάτων σὲ μία γλῶσσα, ὅλο κουδουνίσματα καὶ κορδακισμούς· θὰ εἴχαμε ἴσως περισσότερες πληροφορίες γιὰ τὰ ἱστορικὰ τῶν χρόνων ἐκείνων, θὰ εἴχαμε ἴσως ἕνα Σοῦτσο τῆς πεζογραφίας, ἀλλὰ αὐτὴ τὴν ἀστέρευτη πηγὴ ζωῆς, ποὺ εἶναι τὸ βιβλίο τοῦ Μακρυγιάννη, δὲ θὰ τὴν εἴχαμε. Καὶ θὰ ἦταν μεγάλο κρῖμα.
Γιατί ἔτσι ὅπως μᾶς φανερώνεται ὁ Μακρυγιάννης, βλέπουμε ὁλοκάθαρα πὼς ἂν καὶ ἀγράμματος, δὲν ἦταν διόλου ἕνας ὀρεσίβιος ἀκαλλιέργητος βάρβαρος. Ἦταν ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον: ἦταν μία ἀπὸ τὶς πιὸ μορφωμένες ψυχὲς τοῦ ἑλληνισμοῦ. Καὶ ἡ μόρφωση, ἡ παιδεία ποὺ δηλώνει ὁ Μακρυγιάννης, δὲν εἶναι κάτι ξέχωρο ἢ ἀποσπασματικὰ δικό του· εἶναι τὸ κοινὸ χτῆμα, ἡ ψυχικὴ περιουσία μίας φυλῆς, παραδομένη γιὰ αἰῶνες καὶ χιλιετίες, ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά, ἀπὸ εὐαισθησία σὲ εὐαισθησία· κατατρεγμένη καὶ πάντα ζωντανή, ἀγνοημένη καὶ πάντα παροῦσα -εἶναι τὸ κοινὸ χτῆμα τῆς μεγάλης λαϊκῆς παράδοσης τοῦ Γένους. Εἶναι ἡ ὑπόσταση, ἀκριβῶς, αὐτοῦ τοῦ πολιτισμοῦ, αὐτῆς τῆς διαμορφωμένης ἐνέργειας, ποὺ ἔπλασε τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὸ λαὸ ποὺ ἀποφάσισε νὰ ζήσει ἐλεύθερος ἢ νὰ πεθάνει στὰ ‘21.
Γι᾿ αὐτὸ ἡ λαϊκή μας παράδοση εἶναι τόσο σπουδαία.
Γιῶργος Σεφέρης

Τρίτη 2 Ιουλίου 2024


Τώρα κυβέρνα τὰ πράματα μὲ φρόνησιν
Εἴκοσι ἕξι μῆνες ἔκαμα σ᾿ αὐτείνη τὴν ῾πηρεσίαν. Ἂν ἰδῆτε κατάχρησιν παραμικρή, ἢ ληστεία, ἢ ἀδικίαν εἰς τοὺς πολίτες, τότε ἐσεῖς ἀναγνῶστες νὰ μὲ λέτε ἄτιμον ἄνθρωπον. Κι᾿ ἀπ᾿ ὅταν πάψαμεν ὕστερα, τηρᾶτε τί ληστεῖες ἔγιναν καὶ τί ἁρπαγὲς καὶ τί σκοτωμοί. Ὁ Κυβερνήτης μὸ ῾δωσε τὸν βαθμό μου, χιλίαρχο, καθὼς καὶ οἱ ἄλλοι, καὶ μ᾿ ἔβαλε καὶ εἰς τὸ στρατιωτικὸν δικαστήριον. Δὲν θέλησα νὰ κρίνω κανέναν. Ὁ Κυβερνήτης καταφρόνεσε πολὺ τοῦ Πετρόμπεγη τὸ σπίτι. Ψωμὶ δὲν εἶχαν νὰ φᾶνε. Σήκωσε ντουφέκι ἡ Σπάρτη, ἡ Πελοπόννησο, ἡ Ρούμελη καὶ γύρευαν Συνέλεψη, νὰ κυβερνιῶνται μὲ νόμους. Τότε ἄρχισε ντουφέκι καὶ εἰς τὸν Πόρο. Ἔστειλε στρατέματα, ἦταν καὶ καράβια Ρούσσικα μὲ τὸν Ρικόρδον. Ἔκαψε ὁ Μιαούλης τὴν φεργάδα καὶ παπόρι κι᾿ ἄλλα. Ὑποπτεύονταν ἡ Ἀγγλία νὰ μὴν γένωμεν κι᾿ ἐμεῖς θαλασσοδύναμη καὶ μὲ τὴν εὐκαρίστησιν τοῦ Ἐκλαμπρότατου Μαυροκορδάτου καὶ συντροφιᾶς τά ῾καψαν· καὶ τελειώσαμεν κι᾿ ἀπὸ αὐτά. Καὶ γυμνώθη κι᾿ ὁ Πόρος καὶ σκοτώθηκαν τόσοι ἄνθρωποι. Ὁ Πετρόμπεγης εἶχε φύγῃ κρυφὰ πρωτύτερα ἀπὸ τ᾿ Ἀνάπλι. Στὸν δρόμο τὸν ἔπιασαν αὐτόν, ἔπιασαν τ᾿ ἀδέλφια του τὸν Κατζῆ καὶ τὸν Κωσταντήμπεγη, τὸν υἱγιό του τὸν Μπεζαντὲ καὶ τοὺς χάψωσαν εἰς τὸ Παλαμήδι ὅλους.
Καὶ τότε τὸ κακὸ ἄξαινε παντοῦ· κι᾿ ὁ Κολοκοτρώνης κι᾿ ὁ Μεταξᾶς καὶ ἡ συντροφιὰ ὅλη καὶ τ᾿ ἀδέλφια τοῦ Κυβερνήτη βάναν φωτιὰ εἰς τὸ μπαρούτι. Τότε ὁ δυστυχὴς Κυβερνήτης εἶδε ποὺ τὸν κατήντησε αὐτείνη ἡ λοιμική. Ὅμως δὲν μποροῦσε νὰ κάμῃ τίποτας. Ἔκρινε τοῦ Κυβερνήτη ὁ Κοντάκης καμπόσα, ὅτι τὸν ἀγαποῦσε ὁ Κυβερνήτης. Τοῦ εἶπε νὰ βγάλη τὸν Πετρόμπεγη καὶ τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴν χάψη· καὶ στρέχτη ὁ Κυβερνήτης νὰ τοὺς βγάλη, ν᾿ ἀγαπηθοῦν. Τὸ ῾μαθε αὐτὸ ὁ Κολοκοτρώνης καὶ ἡ συντροφιά του καὶ τοῦ εἶπαν, ἂν γένη αὐτό, αὐτεῖνοι τραβοῦνε χέρι ἀπὸ τὸν Κυβερνήτη. Τότε ἄντεσε ὁ δυστυχὴς σὰν τ᾿ αὐγὸ στὰ δυὸ λιθάρια. Δὲν θέλησαν, κι᾿ ἔμεινε ἡ ὁμιλία διὰ τὸν Πετρόμπεγη. Κι᾿ ὁ δυστυχὴς Κυβερνήτης βρέθηκε σὲ μίαν δεινὴ περίστασιν καὶ καταλυπέταν, ὅτι ἀπατήθη ἀπὸ τὴν συντροφιά του.
Ὁ Κοντάκης μοῦ εἶπε αὐτά. Εἶχα πάγη εἰς τὸν Κυβερνήτη, ὅτ᾿ ἦταν κι᾿ ὄντως ἀξιολύπητος. Τοῦ εἶπα· «Κυβερνήτη μου, ἐγώ σου τὰ εἶπα ὅταν μ᾿ ἔστειλες εἰς τὴν περιοδεία· σου εἶπα τὴν ἀλήθεια ὁ δυστυχής. Δὲν θέλησες νὰ μὲ πιστέψῃς ποτέ. Ἐγώ σου εἶπα, πατρίδα δοξάζω, θρησκεία καὶ τὴν Ἐξοχότη σου, ὁποῦ εἶσαι ὁ Κυβερνήτης τῆς πατρίδας μου καὶ μπορεῖς νὰ τὴν σώσῃς καὶ μπορεῖς νὰ τὴν χάσῃς. Τώρα κυβέρνα τὰ πράματα μὲ φρόνησιν κι᾿ ἀγροικήσου μ᾿ ὅλους τοὺς σημαντικοὺς κι᾿ ἑνώσου μ᾿ αὐτούς». Μπῆκε ἕνας μέσα κι᾿ ἀναχώρησα. Καὶ ἦταν πολὺ λυπημένος. Ὅλοι οἱ ἀνθρωποφάγοι ἦταν ἀναντίον του. Ἀφοῦ ὁ Κοντάκης εἶδε τὴν στεναχώρια τοῦ Κυβερνήτη, καὶ τὸ ντουφέκι δούλευε, τοῦ εἶπε τοῦ Κυβερνήτη, ἂν εἶναι μὲ τὴν ἄδειά του, νὰ ξαναπάγη εἰς τὸν Κολοκοτρώνη, εἰς τὸν Μεταξά, εἰς τὸν Τζαβέλα, εἰς τοὺς ἀδελφούς του, εἰς τὸν Σπηλιάδη, ὅτ᾿ ἦταν Γραμματέας τοῦ Ἐσωτερκοῦ, καὶ τοὺς ἄλλους. Τοὺς μαζώνει σ᾿ ἕνα μέρος, λέγει τὴν περίστασιν καὶ τὸν κίντυνο τῆς πατρίδος κι᾿ ὅτι μίλησε καὶ μὲ τοὺς ἀναντίους καὶ θέλουν νὰ πάψη ἡ διχόνοια, ὅμως τοὺς Μαυρομιχαλαίγους νὰ βγάλουν ἀπὸ τὴν φυλακή. Ὅλοι σύνφωνοι, καὶ ἡ κακὴ ψυχὴ ὁ Μεταξᾶς σκύλιασε τὸν Κολοκοτρώνη κι᾿ αὐτοὺς τοὺς ἄλλους καὶ δὲν ἔκαμαν τίποτας.
Τὸ ντουφέκι ἄναψε πολὺ εἰς τὴν Σπάρτη. Σηκώθη ὁ καϊμένος ὁ Κυβερνήτης καὶ πῆγε μόνος του νὰ τὸ σβέση. Πίσου αὐτεῖνοι ὁποῦ μείναν θέλουν νὰ κάμουν ἐξορίαν ὅσους δὲν ἦταν μὲ τὸ πνεῦμα τους, ὁρκισμένοι. Ἔκαμαν κατάλογον εἰς τ᾿ Ἀνάπλι. Ἐδῶ εἰς τ᾿ Ἄργος ὁ Τζόκρης, ὁ Καλλέργης, οἱ ἄλλοι ὅλοι ἦταν ἕνα· εἶπαν κι᾿ ἔκαμαν μίαν μυστικὴ συνέλεψη οἱ Ἀργίτες νὰ διώξουν ἀπὸ τ᾿ Ἀνάπλι κι᾿ ἀπὸ δῶ ὅλους τοὺς ἀναντίους κι᾿ ἐμένα. Τότε μαθαίνω ἐγὼ αὐτὸ κι᾿ ἁρμάτωσα καμπόσους. Ἔρχονται ἀπὸ τ᾿ Ἀνάπλι βλέπουν αὐτό, βαστιῶνται σὲ κουράγιο κι᾿ ἐκεῖνοι. Μαλλώσαμεν μὲ λόγια. Δὲν ἄφησα νὰ πιάσουν κανέναν. Γράφουν αὐτὰ τοῦ Κυβερνήτη, γυρίζει ὀπίσου. Πῆγα ἐγὼ νὰ παρουσιαστὼ εἰς τὸν Κυβερνήτη, μοῦ λέγει· «Τί εἶναι αὐτὰ ὁποῦ ῾καμες; – Μυστικὲς συνέλεψες κάμαν· θέλουν νὰ διώξουν τοὺς ξένους κι᾿ ἐμένα. – Σὰν δὲν σᾶς θέλουν, δὲν μπορεῖτε νὰ καθίσετε στανικῶς, μοῦ λέγει ὁ Κυβερνήτης. –Δεν εἴμαστε ξένοι, Κυβερνήτη. Ὅταν ἦρθε ὁ Ἀράπης, αὐτεῖνοι ὅλοι ἦταν πηγιωμένοι ἄλλοι στὰ νησιὰ κι᾿ ἄλλοι στῆς σπηλιὲς καὶ ἦταν ἀσφαλισμένοι, κι᾿ ἐγὼ μ᾿ ἐκείνους ὁποῦ θέλουν νὰ διώξουν σκοτωνόμαστε. Καὶ τὴν ἔχομεν τὴν πατρίδα ἀντάμα. Πιθαμή, πιθαμὴ θὰ τὴν μεράσουμεν κι᾿ ὄχι νὰ μᾶς διώξουν! Δὲν μᾶς εἶχαν σκλάβους φερμένους. – Λέγει ἡ Ἐξοχότη του, ὅλοι ἐσεῖς σύνταμα γυρεύετε, καὶ σᾶς κυβερνῶ ὅλους ἐσᾶς. – Εἶσαι νοικοκύρης, Ἐξοχώτατε, καὶ κᾶμε ὅ,τι ἀγαπᾶς. (Ὅσους ἦταν νὰ διώξουνε ῾νεργούσαν ὁλοένα). Μὲ λύπη μου σοῦ λέγω, ἂν πειράξουν κανέναν, θὰ πεθάνωμεν· κι᾿ ὁ αἴτιος ἂς δώσῃ λόγον εἰς τὸν Θεόν. Κι᾿ ἀπὸ μέρος μου σιχάθηκα τέτοια λευτεριά!» Καὶ σηκώθηκα κι᾿ ἔφυγα χωρὶς νὰ τοῦ κρίνω ἄλλο.
Σᾶς λέγω ὡς τίμιος ἄνθρωπος, ποτὲ δὲν θέλησα νὰ εἶμαι ἀναντίον του, ὅτι μπεζερίσαμεν ἀπὸ τῆς ἀκαταστασίες. Ἀλλὰ οἱ Κολοκοτρωναῖγοι καὶ ἡ συντροφιά τους μὲ κατάτρεχαν διὰ μέσον τοῦ Κυβερνήτη κι᾿ ἀδελφῶν του. Τότε στέλνουν ἕναν λοχαγὸν μὲ καμπόσους ἀνθρώπους ἐδῶ εἰς τ᾿ Ἄργος νὰ μὲ πιάσουνε, ἢ ἂν ἀντισταθῶ, νὰ μὲ βαρέσουνε. Τότε μὸ ῾στειλαν ἀπὸ τ᾿ Ἀνάπλι χαμπέρι κι᾿ ἔφυγα κρυφίως καὶ πῆγα εἰς τ᾿ Ἀνάπλι καὶ κρύφτηκα. Τὴν αὐγή, ἦταν Κυργιακή, πῆγε ὁ Κυβερνήτης εἰς τὴν ἐκκλησιά, κι᾿ ἐγὼ πῆγα καὶ τὸ ῾πιασα τὸ σπίτι. Ἦρθε, μ᾿ εἶδε. «Τί θέλεις;» μοῦ λέγει. – Τὸν Κυβερνήτη τῆς πατρίδας μου. – Δὲν ἔχω καιρό, μοῦ λέγει. – Δὲν ἔχω κι᾿ ἐγὼ καιρὸ νὰ σὲ ἰδῶ ἄλλη βολὰ (ὅτι ψάχναν νὰ μὲ βροῦνε νὰ μὲ πᾶνε εἰς τὸ Παλαμήδι). – Φεύγα, μοῦ λέγει· δὲν ἀδειάζω. – Πουθενὰ δὲν πάγω!» Ἄρχισαν οἱ ἄνθρωποί του νὰ μὲ κακομεταχειρίζωνται. Τότε μαλλώσαμεν. Ἔστειλε καὶ πῆγα μέσα. «Τί θέλεις;» μοῦ λέγει. Νὰ μ᾿ ἀκούσῃς· τὴν κατάστασή μου τὴν ξόδιασα, τὰ ὑποστατικά μου καὶ σπίτι μου τά ῾χασα. Εἰκοσιέξι ἀνθρώπους πῆγαν νὰ μᾶς κρεμάσουνε, μόνος μου γλύτωσα. Ἑβδομήντα πέντε ἡμέρες μὲ τυραγνοῦσαν μὲ σίδερα εἰς τὰ ποδάρια κι᾿ ἄλλους παιδεμοὺς νὰ μαρτυρήσω τὸ μυστικὸν τῆς Ἐταιρίας, τρόμαξα νὰ γλυτώσω. Πέντε πληγὲς πῆρα εἰς τὸν ἀγώνα τῆς πατρίδας. Τοῦτα τ᾿ ἄρματα δὲν μοῦ τὰ ντρόπιασε ὁ Θεός, ὁποῦ τά ῾χω ἀπὸ δέκα πέντε χρονῶν παιδὶ –θέλει νὰ μοῦ τὰ ντροπιάσῃ ὁ Κυβερνήτης τῆς πατρίδας μου. Λάβε τα. (Ἔβγαλα τὸ σπαθί, τῆς πιστιόλες τὰ ῾βαλα στὸ τραπέζι). Κᾶμε ὅ,τι ἀγαπᾶς τώρα· στεῖλε με ἐκεῖ ὁποῦ θέλεις (Παίρνει καὶ ματαβαίνει ὀπίσου τ᾿ ἄρματα εἰς τὸ ζουνάρι μου). Δὲν τὰ θέλω, τοῦ λέγω. Κᾶμε μου ὅρκον ὅτι δὲν μὲ ντροπιάζεις, κι᾿ ἔτζι τὰ βαίνω ἀπάνου μου». Τότε μό ῾καμεν ὅρκο καὶ τὰ πῆρα κι᾿ ἔφυγα. Καὶ δὲν ἔκαμεν ἐξορία καὶ τοὺς ἄλλους στρατιωτικοὺς καὶ πολιτικοὺς οὔτε ἀπὸ τ᾿ Ἄργος, οὔτε ἀπὸ τ᾿ Ἀνάπλι.

Στρατηγὸς Μακρυγιάννης

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2024

 


Τὸ μεγαλεῖο τῆς λιγοσύνης

Λοιπὸν τριγύριζα μέσα στὴ χώρα μου κι ἔβρισκα τόσο φυσικὴ τὴ λιγοσύνη της, πού ᾿λεγα πώς, δὲ γίνεται, θὰ πρέπει να ᾿ναι ἀπὸ σκοποῦ τὸ ξύλινο τοῦτο τραπέζι μὲ τὶς ντομάτες καὶ τὶς ἐλιὲς μπρὸς στὸ παράθυρο. Γιὰ νὰ μπορεῖ μιὰ τέτοια αἴσθηση βγαλμένη ἀπ᾿τὸ τετράγωνο τοῦ σανιδιοῦ μὲ τὰ λίγα ζωηρὰ κόκκινα καὶ τὰ πολλὰ μαῦρα νὰ βγαίνει κατευθείαν στὴν ἁγιογραφία. Καὶ αὐτή, ἀποδίδοντας τὰ ἴσα, νὰ προεχτείνεται μ᾿ἕνα μακάριο φῶς πάνω ἀπ’τὴ θάλασσα ἑωσότου ἀποκαλυφθεῖ τῆς λιγοσύνης τὸ πραγματικὸ μεγαλεῖο.

Φοβοῦμαι νὰ μιλάω μ᾿ ἐπιχειρήματα ποὺ μόνον ἡ ἄνοιξη δικαιωματικὰ διαθέτει: ὅμως τὴν παρθενία ποὺ πρεσβεύω ἔτσι τὴν ἀντιλαμβάνομαι καὶ μόνον ἔτσι τὴ φαντάζομαι νὰ κρατάει τὴ μυστική της ἀρετή: μεταβάλλοντας σὲ ἄχρηστα ὅλα τὰ μέσα ποὺ θὰ μποροῦσαν νἀ ἐπινοήσουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ τὴ συντήρηση καὶ τὴν ἀνανέωσή της.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Κυριακή 30 Ιουνίου 2024

 


Ἄλλοτε η θάλασσα...

Ἄλλοτε ἡ θάλασσα μᾶς εἶχε σηκώσει στὰ φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στὸν ὕπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τὰ πουλιὰ στὸν ἀγέρα
Τὶς ἡμέρες κολυμπούσαμε μέσα στὶς φωνὲς καὶ τὰ χρώματα
Τὰ βράδια ξαπλώναμε κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ τὰ σύννεφα
Τὶς νύχτες ξυπνούσαμε γιὰ νὰ τραγουδήσουμε
Ἦταν τότε ὁ καιρὸς τρικυμία χαλασμὸς κόσμου
Καὶ μονάχα ὕστερα ἡσυχία
Ἀλλὰ ἐμεῖς πηγαίναμε χωρὶς νὰ μᾶς ἐμποδίζει κανεὶς
Νὰ σκορπᾶμε καὶ νὰ παίρνουμε χαρὰ
Ἀπὸ τοὺς βράχους ὡς τὰ βουνὰ μᾶς ὁδηγοῦσε ὁ Γαλαξίας
Καὶ ὅταν ἔλειπε ἡ θάλασσα ἦταν κοντὰ ὁ Θεός

Γιῶργος Σαραντάρης

Σάββατο 29 Ιουνίου 2024


Τὸ ἐρημονήσι
Γειά σου Ἀπρίλη γειά σου Μάρτη
    καί πικρή Σαρακοστή
Βάζω πλώρη καί κατάρτι
    καί γυρεύω ἕνα νησί
    πού δέ βρίσκεται στό χάρτη

Τό κρατᾶνε στόν ἀέρα
    τέσσερα χρυσά πουλιά
Δέ γνωρίζεις ἐκεῖ πέρα
    οὔτε κλέφτη οὔτε φονιά
    οὔτε μάνα καί πατέρα

Τά λουλούδια μεγαλώνουν
    κάθε νύχτα τρεῖς ὀργιές
Τίς ἀκρογιαλιές ἰσκιώνουν
    καί τά δέντρα στίς πλαγιές
    σάν καβούρια σκαρφαλώνουν

Μές στῆς ἐρημιᾶς τ' ἀγέρι
    ὅλ' ἁγιάζουνε μεμιᾶς
Πιάνεις τοῦ Θεοῦ τό χέρι
    καί στά κύματα ἀκουμπᾶς
    σάν ἀγριοπεριστέρι

Γειά σας ἔχτρες γειά σας μίση
    καί γινάτι καθενός
Ἅμα βρεῖς τό ἐρημονήσι
    ὅλα τ' ἄλλα εἶναι καπνός
    Μία φορά νά τό 'χεις ζήσει.


Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Σάββατο 22 Ιουνίου 2024


Ἡ κάλτσα τῆς Νώενας
― Καὶ τὰ κουνούπια πῶς νὰ ηὗραν τρόπον κ᾿ ἐσώθησαν εἰς τὴν Κιβωτόν; Κ᾿ ἡ μυῖγα; καὶ τὰ μυιγαράκια; κ᾿ οἱ μουσίτσες;
― Καὶ τὰ μικρόβια;
Αἱ δύο κυρίαι εἶχαν τὸν λόγον. Ἡ πρώτη, εὐτραφής, μεγαλόσωμος, καὶ καλοκαμωμένη, ὅσον ἐφαίνετο ὑπὸ τὰς ἀκτῖνας τῆς σελήνης, μέσῳ τοῦ δένδρου, καὶ ὑπὸ τὸ φῶς ἑνὸς φανοῦ ἐπὶ χαμηλοῦ στύλου, ἔξωθεν τοῦ ἐξοχικοῦ καφενείου, ἦτο σύζυγος τοῦ παρακαθημένου αὐτῇ ὑπερμεσήλικος κυρίου μὲ τὴν γενειάδα, ὅστις ἦτο ἐπαρχιώτης πολιτευόμενος. Ἡ ἄλλη, νεαρὰ ἀκόμη, ἄγαμος, ἦτο ἐν ἐνεργείᾳ δασκάλα. Εἷς γνώριμός των, νεαρὸς κύριος, συνεπλήρου τὴν τετράδα. Εἶχαν πίει τὸν καφέν των, τὴν θερινὴν ἐκείνην νύκτα, καὶ ἀνεψύχοντο.
― Κι ὁ ψύλλος τάχα ποῦ νὰ ἐτρύπωσε, καὶ κατώρθωσε νὰ γλυτώσῃ; εἶπεν ἡ δασκάλα.
― Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι στὴν κάλτσα τῆς Νώενας θὰ ἐχώθη, ἀπήντησεν ἡ μεγαλόσωμος.
Ὅλοι ἐκάγχασαν.
― Μὰ ἡ ψείρα;
―Ὤ, ἡ ψείρα; Χωρὶς ἄλλο θὰ ἐκόλλησε στὴν γενειάδα τοῦ Νῶε.
Ὁ γηραιὸς κύριος ἀκουσίως ἔψαυσε τὴν γενειάδα του.
*
* *
Εἰς ἕνα ὅμιλον ἀντικρινὸν ἐκάθηντο τρεῖς λιμοκοντόροι. Οἱ δύο μόνον ἐφοροῦσαν στενά. Ὁ τρίτος, ἀμύστακος ἀκόμη, ἐφοροῦσε κομψὰ ρασάκια, καὶ εἶχε τὴν κοτσίδα του ὀπίσω δεμένην εἰς τὴν μέσην μὲ κορδέλαν. Ἴσως ἦτο Ριζαρείτης.
Κατὰ σύμπτωσιν, κ᾿ ἐκεῖ ἡ ὁμιλία ἦτο σχετικὴ μὲ τὴν Παλαιὰν Διαθήκην. Οἱ τρεῖς νέοι ὡμιλοῦσαν ἐν ἐξάψει, κ᾿ ἐφαίνοντο ὅτι εἶχαν δειπνήσει ἐν ἀφθονίᾳ.
― Καὶ τίνος τὰ πουλᾷς αὐτά, βρέ;… Πῶς μίλησεν ἡ γαϊδάρα τοῦ Βαρλαάμ; (sic) Τίνος τὰ πουλᾷς αὐτά, βρέ;
Τὸ βρὲ ὁ Ριζαρείτης τὸ ἀπηύθυνε βεβαίως εἰς τὸν ἀόρατον καὶ ἀπρόσωπον διευθυντὴν συντάκτην τῆς Ἱερᾶς Γραφῆς, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπέστρεφε ρητορικῶς τὸν λόγον. Ἴσως εἰς τὸν προφήτην Μωυσέα.
― Τίνος τὰ πουλᾷς αὐτά; ἐπανέλαβε καὶ τρίτην φοράν.
Ὁ νεαρὸς κύριος τοῦ γείτονος ὁμίλου, ἂν κ᾿ ἐγέλασε μὲ τὰς ἐλαφρὰς εὐφυολογίας τῶν δύο γυναικῶν, φαίνεται ὅτι δὲν εὐηρεστήθη ἀπὸ τὴν βαναυσότητα τοῦ μικροῦ ρασοφόρου. Καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν ἰδίαν ὁμάδα του, ἀρκετὰ μεγαλοφώνως ὥστε ν᾿ ἀκούεται καὶ ἀπὸ τοὺς γείτονας, εἶπε:
― Τίνος τὰ πουλᾷ;… Μ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα, εἶναι εἴκοσιν αἰῶνες τώρα, ἐξακολουθοῦν νὰ πουλοῦνται εἰς ἑκατομμύρια ἀνθρώπων, καὶ μάλιστα αἱ Βιβλικαὶ Ἑταιρεῖαι τὰ πουλοῦνμεταφρασμένα εἰς τριακόσιες τόσες γλῶσσες… Κ᾿ ἔπειτα, ἐκεῖνος ποὺ τὰ πουλᾷ, ὡς θαῦμα ζητεῖ νὰ τὰ πουλήσῃ καὶ ὄχι ὡς κοινόν τι καὶ σύνηθες. Οὐδὲ βιάζει κανένα νὰ τὸ πιστεύσῃ.
― Καὶ δὲν εἶναι καὶ πολὺ παράξενο ἂν ὡμίλησε μίαν φορὰν ἡ γαϊδάρα, εἶπεν ἀκάκως ὁ γηραιὸς κύριος. Πόσοι γαϊδάροι καὶ γαϊδάρες πόσες μιλοῦν!
―Ἂς τ᾿ ἀφήσουμε αὐτό, εἶπεν ὁ νέος. Μὰ ἰδέτε πόσον καλὰ ὁ νεαρὸς αὐτὸς ρασοφόρος μανθάνει τὰ «ἱερὰ γράμματα», ἀφοῦ τὸν Βαλαάμ, τὸν μάντιν, ποὺ ἔζησε χίλια χρόνια πρὸ Χριστοῦ, τὸν κάνει Βαρλαάμ, τὸν αἱρετικὸν τῆς 13ης μετὰ Χριστὸν ἑκατονταετηρίδος… Καὶ τὸ κάτω-κάτω, κύριε, ἐπέφερεν οἱονεὶ ἀποστρέφων τὸν λόγον πρὸς τὸν Ριζαρείτην, ἀφοῦ δὲν σ᾿ ἀρέσει, κύριε, ἡ Θρησκεία καὶ τὸ ἱερατικὸν στάδιον, διατί φορεῖς ράσα, καὶ διατί οἱ φιλόστοργοι γονεῖς σου σὲ στέλνουν νὰ φοιτᾷς εἰς τὴν Ριζάρειον; Ἕως πότε θὰ εἴμεθα ἀχαρακτήριστοι Γραικύλοι;

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2024



Σελήνη
Θάμα κι᾿ αὐτὸ τ᾿ ἀποψινό!
Στὸ περιβόλι τὸ πυκνὸ
καθὼς κοιμότουν σκοτεινὸ
μπῆκε ἡ κυρὰ σελήνη
καὶ ξύπνησε γιὰ μία στιγμὴ
τ᾿ ἀηδόνι καὶ τὸ γιασεμὶ
καὶ τὴ μουντὴ νεροσυρμὴ
ποὺ ὁλόχρυση ἔχει γίνει!
Θάμα κι᾿ αὐτὸ τ᾿ ἀποψινό!
Τ᾿ ἄστρα ψηλὰ στὸν οὐρανὸ
χορεύουν καλαματιανὸ
μὲ τὴν κυρὰ σελήνη
κι ἡ θάλασσα μουρμουριστὰ
τὸν ἦχο τάχα τῆς βαστᾷ
καὶ τὴν κυρὰ εὐχαριστᾷ
κι αὐτὴ φλωριὰ τῆς δίνει!
Γεώργιος Ἀθάνας

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2024



Ἔκανα τὸν σταυρό μου καὶ πήδηξα στὴ βάρκα
Μία δύναμις μὲ ἅρπαξε ἀπὸ τὴν λιτανεία πρὶν φύγουμε ἀπὸ τὰ Ψαρὰ γιὰ τὴν Χίο. Μία δύναμις θεϊκὴ μὲ γιγάντωσε...
Αὐτὴ ἡ θεία δύναμις μοῦ ἔδωσε θάρρος διὰ νὰ φθάσω μὲ τὸ πυρπολικό μου στὴν Τουρκικὴ Ναυαρχίδα... Οἱ Τοῦρκοι ἦταν τόσοι ὥστε ἐὰν ἔπτυον ἐπάνω μας θὰ μᾶς ἔπνιγαν ἀναμφιβόλως...
«Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου» φώναξα ἐκείνη τὴ στιγμή. Ἔκανα τὸν σταυρό μου καὶ πήδηξα στὴ βάρκα. Οἱ φλόγες τοῦ πυρπολικοῦ μεταδόθηκαν στὴν Ναυαρχίδα, ποὺ τινάχθηκε στὸν ἀέρα καὶ παρέσυρε στὸν θάνατο χιλιάδες Τούρκους...
Κωνσταντῖνος Κανάρης

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2024


Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία
Ὁ Ἀγαθός Κύριος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τήν ἀσθένεια καί ἀδυναμία τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς καί τῆς ἀνθρωπίνης θελήσεως, εἶπε: Ἔλα, ἀδελφέ. Ἀκόμη κι ἄν ἑβδομηκοντάκις τήν ἡμέρα ἁμαρτήσῃς, πάλι ἔλα καί πές: ἥμαρτον. Αὐτό ἐντέλλεται ὁ Κύριος σέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, τούς ἀσθενεῖς καί ἀδυνάτους. Συγχωρεῖ τούς ἁμαρτωλούς. Γι’ αὐτό καί δήλωσε ὅτι χαρά μεγάλη γίνεται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπί ἐνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι ἐπί τῆς γῆς. Ὅλος ὁ οὐράνιος κόσμος ἀτενίζει σέ σένα, ἀδελφέ καί ἀδελφή, πῶς ζῆς στήν γῆ. Πέφτεις στήν ἁμαρτία καί δέν μετανοεῖς; Νά, οἱ Ἄγγελοι κλαῖνε καί θλίβονται στόν Οὐρανό ἐξ αἰτίας σου. Μόλις ἀρχίσῃς νά μετανοῇς, νά, οἱ Ἄγγελοι στόν Οὐρανό χαίρονται, καί σάν οὐράνιοι ἀδελφοί σου χορεύουν...
Νά ἡ σημερινή μεγάλη ἁγία, ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Πόσο ἁμαρτωλή! Ἀπό αὐτήν ὁ Κύριος ἔκανε μία ἁγία ὕπαρξι σάν τά Χερουβίμ. Μέ τήν μετάνοια ἔγινε ἰσάγγελη, μέ τήν μετάνοια κατέστρεψε τήν κόλασι, στήν ὁποία βρισκόταν, καί ἀνέβηκε ὁλόκληρη στόν παράδεισο τοῦ Χριστοῦ. Δέν ὑπάρχει Χριστιανός ἀδύνατος σ’ αὐτόν τόν κόσμο, ἔστω κι ἄν τοῦ ἐπιτίθενται οἱ φρικωδέστερες ἁμαρτίες καί πειρασμοί αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἀρκεῖ μόνο ὁ Χριστιανός νά μή ξεχάσῃ τά μεγάλα του ὅπλα: τήν μετάνοια, τήν προσευχή, τήν νηστεία· νά ἐπιδοθῇ σέ κάποια εὐαγγελική ἄσκησι, σέ κάποια ἀρετή: εἴτε στήν προσευχή, εἴτε στήν νηστεία, εἴτε στήν εὐαγγελική ἀγάπη, εἴτε στήν εὐσπλαχνία. Ἄς θυμηθοῦμε τούς μεγάλους Ἁγίους τοῦ Θεοῦ, ἄς θυμηθοῦμε τήν ἑορταζομένη σήμερα μεγάλη Ἁγία, τήν ὁσία Μητέρα μας Μαρία τήν Αἰγυπτία, καί ἄς εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὁ Κύριος θά εἶναι εὔκαιρος βοηθός μας. Ἡ ἁγία Μαρία ἐβίωσε τόσο θαυμαστή βοήθεια ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί σώθηκε ἀπό τήν φοβερή της κόλασι, ἀπό τούς φοβερούς της δαίμονες. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος καί σήμερα καί πάντοτε μᾶς βοηθεῖ σέ ὅλες τίς εὐαγγελικές μας ἀρετές: στήν προσευχή, καί στήν νηστεία, καί στήν ἀγρυπνία, καί στήν ἀγάπη, καί στούς οἰκτιρμούς, καί στήν ὑπομονή, καί σέ κάθε ἄλλη ἀρετή. Εὔχομαι νά μᾶς βοηθῇ πάντα καί νά μᾶς καθοδηγῇ...
Γι’ αὐτό, ποτέ νά μήν ἀποκάμῃς στόν ἀγῶνα καί στόν πόλεμο μέ τίς ἁμαρτίες σου... Σέ ὅλες τίς δυσκολίες σου καί στίς πιό μεγάλες πτώσεις σου νά θυμᾶσαι τήν κραυγή αὐτῆς τῆς ἁγίας ἑβδομάδος, πού ἔχει τήν δύναμι νά σέ ἀναστήσῃ: «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με». 
Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς