Τετάρτη 26 Ιουλίου 2023

 


Δοκιμάστε καί θά ἰδεῖτε πόση χαρά θά πάρετε

Ὅσο συχνότερα λέει ὁ χριστιανός τή νοερά προσευχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν», τόσο περισσότερο λαμβάνει τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἰρήνη στήν ψυχή, φωτισμό στό νοῦ του καί δύναμη νά ἀντιμετωπίσει τόν ἀγώνα τῆς ζωῆς.

Αὐτήν τήν προσευχή δέν μπορεῖ νά τήν πεῖ κανείς ἄν δέν ἔχει τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διότι λέγει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὅτι «οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν, εἰ μὴ Πνεύματι Ἁγίῳ».

Δηλαδή κανείς ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά πεῖ τόν Ἰησοῦν Χριστόν, Κύριον καί Θεόν, παρά μόνον ἐάν ἔχει τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐλάβαμε κατά τό Ἅγιο Βάπτισμά μας.

Ὅλοι οἱ βαπτισμένοι χριστιανοί εἶναι πνευματοφόροι, ἀλλά τήν χάρη μποροῦν νά τήν ἔχουν μέσα τους θαμμένη καί ἀνενέργητη ἤ ζωντανή, νά τούς ἁγιάζει καί νά τούς χαριτώνει.

Ἕνας ἄνθρωπος πού δέν προσεύχεται, πού δέν ζεῖ στήν Ἐκκλησία, πού δέν ἐξομολογεῖται, πού δέν κοινωνεῖ, πού δέν τηρεῖ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, καί εἶναι βαπτισμένος, ἔχει τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα του ἀλλά ἀνενέργητη.

Δέν λειτουργεῖ ἡ χάρις.

Μόλις αὐτός ἀρχίσει νά προσεύχεται, νά ἐξομολογεῖται, νά κοινωνεῖ, νά κάνει τά ἔργα τοῦ Θεοῦ, τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ἀρχίζει ἡ χάρις νά ἐνεργεῖ, καί ὁ ἄνθρωπος φωτίζεται, ἁγιάζεται, καθαρίζεται καί σώζεται.

Ἡ νοερά προσευχή, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν», πολύ μᾶς βοηθάει γιά νά μπορέσουμε καί μεῖς νά ἔχουμε μέσα μας τή χάρη τοῦ Θεοῦ ἐνεργό καί νά τήν αἰσθανόμεθα.

Τό πρωί πού σηκωνόμαστε, μαζί μέ τίς ἑωθινές προσευχές, τό «Βασιλεῦ Οὐράνιε… Παναγία Τριάς… Πάτερ ἡμῶν», νά λέμε ἀρκετές φορές τή νοερά προσευχή αὐτή κάνοντας καί τό Σταυρό μας:

«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν».

Τήν ἡμέρα ὅσο μποροῦμε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν».

Ὅταν κάποιος πειρασμός, κάποια κακή σκέψη ἔρχεται στό νοῦ μας: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν», γιά νά φεύγει αὐτή ἡ κακή σκέψη.

Ὅταν ἔχουμε κάποια στενοχώρια, κάποια ἀπελπισία, κάποια δυσκολία, μόλις ποῦμε τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…» μέ ταπείνωση, μέ πίστη, ἔρχεται εἰρήνη στήν ψυχή.

Μόλις στήν οἰκογένεια πάει νά γίνει ἕνα σκάνδαλο, μιά διαίρεση, μιά ἀκαταστασία: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς», «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, φώτισε τά παιδιά μας», «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, εἰρήνευσέ μας», καί ἔρχεται χάρις, εὐλογία καί εἰρήνη.

Ὅσους χριστιανούς συμβουλεύσαμε νά λένε αὐτήν τήν προσευχή, καί ἰδίως ὅταν μέσα στήν οἰκογένειά τους ὑπάρχουν δυσκολίες, ὅλοι μᾶς εἶπαν ὅτι μέ τήν προσευχή αὐτή ἡ οἰκογένεια εἰρηνεύει, τά παιδιά φωτίζονται, ὁ κόσμος γίνεται καλύτερος καί ἔρχεται πιό κοντά στό Χριστό.

Τώρα πού φεύγετε ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, κρατῆστε, ἄν θέλετε, σάν ἕνα πολύτιμο ἐφόδιο αὐτό, νά προσπαθεῖτε ὅσο πιό συχνά μπορεῖτε νά λέτε τή νοερά προσευχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν».

Δέν χρειάζεται νά εἶναι κανείς κλεισμένος στό δωμάτιό του ἤ μέσα σέ μιά Ἐκκλησία.

Καί στό αὐτοκίνητο πού ὁδηγεῖ, καί στό δρόμο πού περπατάει, καί δουλειές ἄλλες πού κάνει, μπορεῖ νά ἔχει τόν νοῦν του στό Θεό καί νά προσεύχεται: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν».

Ὑπάρχει μάλιστα καί ἕνα πολύ ὡραῖο βιβλίο πού σᾶς συνιστῶ νά διαβάσετε, λέγεται «Οἱ Περιπέτειες ἑνός Προσκυνητοῦ», πού περιγράφει τή ζωή ἑνός Ρώσου προσκυνητοῦ, ὁ ὁποῖος τόν περασμένο αἰώνα, ἔχοντας πολύ πόθο Θεοῦ μέσα στήν καρδιά του, ἤθελε νά μάθει τή μέθοδο τῆς προσευχῆς αὐτῆς.

Ταξίδευσε σέ διάφορα μέρη καί βρῆκε ἁγίους Γέροντες καί ἀσκητές οἱ ὁποῖοι τοῦ ἐδίδαξαν αὐτήν τήν ἀρετή.

Ἄν διαβάσετε αὐτό τό βιβλίο, θά δεῖτε καί σεῖς πῶς πρέπει νά λέγεται ἡ προσευχή, καί μάλιστα ὄχι ἁπλῶς μέ τό στόμα ἀλλά μέ τό νοῦ καί τήν καρδιά.

Διότι ὅταν ἡ προσευχή εἶναι στήν καρδιά, τότε εἶναι πιό καθαρή, γνήσια, ἀληθινή, καί τότε φέρνει καί πολύ εἰρήνη στήν ψυχή.

Ἄν θέλετε, δοκιμάστε καί θά ἰδεῖτε, πόση εἰρήνη θά ἔλθει στήν ψυχή σας καί πόση χαρά θά πάρετε.

Ὅλοι μπορεῖτε, μικροί καί μεγάλοι, νά μάθετε αὐτήν τή νοερά προσευχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν».

Μέσα στήν Ἐκκλησία μας ἔχουμε ὅπλα γιά νά εἴμαστε εὐτυχισμένοι, ἀλλά δέν τά χρησιμοποιοῦμε, γι’ αὐτό καί δέν ἔχουμε χαρά στή ζωή μας.

Ἐάν ὅμως ἔχουμε τή νοερά προσευχή, θά ἔχουμε ἀληθινή χαρά.

Εὔχομαι καλό ταξίδι καί ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ νά εἶναι πάντα μαζί σας.

Ἀρχιμανδρίτου Γεωργίου Καψάνη, Καθηγουμένου τῆς Ι. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου

(Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία σέ προσκυνητάς, 1983)

Τρίτη 25 Ιουλίου 2023


Ἡ ἀπώλεια τῆς ντροπῆς
Ἡ ντροπὴ δὲν ὑπάρχει πλέον. Αὐτὸ τὸ συναίσθημα ποὺ μᾶς ὑπαγορεύει νὰ νιώθουμε μία ταραχὴ ἢ ἕνα αἴσθημα ἀναξιοπρέπειας μπροστὰ στὶς συνέπειες μίας φράσης μας ἢ μίας ἐνέργειάς μας, ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ νὰ σκύβουμε τὸ κεφάλι, νὰ χαμηλώνουμε τὰ μάτια, νὰ ἀποφεύγουμε τὸ βλέμμα τοῦ ἄλλου, νὰ εἴμαστε ταπεινωμένοι καὶ φοβισμένοι, φαίνεται ὅτι ἔχει χαθεῖ. Σήμερα ἡ ντροπή, ἀλλὰ καὶ ἡ δίδυμη ἀδελφή της, ἡ σεμνότητα, δὲν ἀποτελεῖ πλέον ἕνα φρένο στὸ θρίαμβο τῆς ἐπιδειξιομανίας, στὴν ἡδονοβλεψία, τόσο μεταξὺ τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων ὅσο καὶ μεταξὺ τῶν ἡγετικῶν τάξεων. Ἡ ἀπώλεια ἀξίας τῆς ντροπῆς σχετίζεται καὶ μὲ ἕνα ἄλλο μοναδικὸ φαινόμενο: τὴν ἐξιδανίκευση τοῦ κοινότοπου καὶ τοῦ ἀσήμαντου.
Τὸ ἐντυπωσιασμένο βλέμμα τῶν πολλῶν δὲν στρέφεται πλέον πρὸς πρόσωπα ἠθικὰ ἢ διανοητικὰ σπουδαῖα, ἀλλὰ σὲ ἀνθρώπους μέτριους, ἀνώνυμους, ἀπολύτως ὅμοιους μὲ τὸν ἄνθρωπο τοῦ δρόμου ἢ μὲ τὴ γυναίκα τῆς διπλανῆς πόρτας. Πρόκειται γιὰ ἕνα φαινόμενο ποὺ παράγεται ἀπὸ τὴν τηλεόραση, ἀπὸ ὁρισμένα προγράμματα μὲ μεγάλη ἀκροαματικότητα, ὅπως ὁ «Μεγάλος Ἀδελφός». Ὁ Γκίντερ Ἀντερς, ὁ γερμανὸς φιλόσοφος ποὺ μετανάστευσε στὴν Ἀμερικὴ κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ναζισμοῦ, ἔγραψε ὅτι θὰ μᾶς ὑποκλαπεῖ δόλια «ἡ ἐμπειρία καὶ ἡ ἱκανότητα νὰ παίρνουμε θέση». Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ συμβεῖ αὐτό; Ἐξαιτίας τῆς τηλεοπτικῆς εἰκόνας ἔχουμε μπροστά μας ἕναν πολὺ εὐρὺ ὁρίζοντα «σὲ ἄμεση αἰσθητὴ θέα, ἀλλὰ μόνον μέσα ἀπὸ τὶς εἰκόνες του». Συναντᾶμε τὴν πραγματικότητα «ὑπὸ τὴ μορφὴ τῆς φαινομενικότητας καὶ τῆς φαντασίωσης», ὄχι τὸν «κόσμο» ἀλλὰ «ἕνα καταναλωτικὸ ἀντικείμενο ποὺ μᾶς τὸ προμηθεύουν κατ’ οἶκον».
Ὁ Ἀντερς ἐξηγεῖ: «Ὅποιος ἔχει καταναλώσει μέσα στὸ καλὰ θερμαινόμενο δωμάτιό του μία ἔκρηξη ἀτομικῆς βόμβας μὲ τὴ μορφὴ μίας εἰκόνας ποὺ τοῦ τὴν προσφέρουν κατ’ οἶκον, αὐτὸς ἤδη θὰ συνδέσει ὅλα ὅσα θὰ τύχει νὰ ἀκούσει γιὰ τὴν ἀτομικὴ βόμβα μὲ αὐτὸ τὸ μικροσκοπικῶν διαστάσεων οἰκιακὸ γεγονὸς καὶ ἔτσι θὰ χάσει τὴν ἱκανότητα νὰ κατανοήσει τὸ ἴδιο πράγμα καὶ νὰ πάρει σωστὴ θέση ἀπέναντί του».
Σὲ αὐτὸ τὸ χωρίο ὁ Ἀντερς ἑστιάζει σὲ ἕνα πρόβλημα ποὺ μᾶς ἀγγίζει ἄμεσα καὶ ποὺ ἐπηρεάζει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο διαμορφώνονται καὶ ἐκδηλώνονται τὰ συναισθήματά μας, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ ντροπή. Ἡ ἐμπειρία ποὺ ἀποκτᾶμε εἶναι ἐκείνη τῆς ἔγκρισης ποὺ ὑποκαθιστᾶ τὴ συναίνεση, δηλαδὴ τοῦ ἀνεπιφύλακτου ναί, ποὺ ἀποσυνδέεται ἀπὸ κάθε περιεχόμενο.
Βρίσκεται σὲ ἐξέλιξη μία ἀσυγκράτητη διαδικασία ὁμογενοποίησης ποὺ βασίζεται στὴ δημοκρατία τῆς κατανάλωσης, τῆς ὁποίας ἡ ἀκροαματικότητα εἶναι τὸ σύστημα ἀξιολόγησης ἀλλὰ καὶ ὁ ἀπώτερος σκοπός: θέαμα εἶναι ὅλα αὐτὰ ποὺ χειροκροτοῦμε, ὅσο καὶ ἂν εἶναι ἀκόμα ἀληθινὸ ὅτι δὲν εἶναι ὅλα θέαμα στὸν σύγχρονο κόσμο. Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο ἡ ντροπὴ τείνει νὰ χαθεῖ, ὡς ἕνα συναίσθημα ποὺ χαρακτήριζε ἄλλες ἐποχὲς τῆς ἀνθρωπότητας, στὶς ὁποῖες ἡ ἀνάγκη νὰ μᾶς βλέπουν καὶ νὰ βλέπουμε τὰ πάντα, παντοῦ καὶ πάντοτε, δὲν ἦταν τόσο σημαντικὴ ὅσο εἶναι σήμερα.
Σήμερα ἡ δυνατότητα νὰ βλέπουμε καὶ νὰ μᾶς βλέπουν ἀναγορεύεται σὲ ἀπώτερο σκοπὸ τῆς ὕπαρξης τῶν ἀτόμων. Ἡ ντροπὴ ἔχει γίνει ταμπού. Ἢ καλύτερα ἔχει μετατραπεῖ σὲ ντροπὴ νὰ μὴν εἴμαστε ἐπιτυχημένοι, νὰ μὴν μᾶς παρατηροῦν, νὰ μὴν μᾶς προσέχουν… ἡ τρομερὴ ντροπὴ νὰ εἴμαστε ὁ «κανένας», νὰ μὴν εἴμαστε ἀξιοπρόσεκτοι. Ἕνας ψυχολόγος ἔγραψε ὅτι ἡ σύγχρονη ντροπή μας ἔγκειται στὸ συναίσθημα τῆς ἀποτυχίας τῆς ἐπίδειξής μας. Ντρεπόμαστε νὰ ντραποῦμε ἐπειδὴ αὐτὸ συγκεντρώνει τὴν προσοχὴ ὅλων στὸ μοναδικὸ πράγμα ποὺ θέλουμε νὰ κρύψουμε: στὴν ἀποτυχία μας.
Ὁ Ζὰν Μποντριγιὰρ μᾶς εἶχε προειδοποιήσει μιλώντας γιὰ τὸ «τέλειο ἔγκλημα», ποὺ διαιωνίζεται ἀπὸ τὸ θρίαμβο τῆς τηλεόρασης: ἂν ὅλα εἶναι ἐκτεθειμένα σὲ θέα, αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτα πλέον γιὰ νὰ δοῦμε. Ἡ ἴδια ἡ πραγματικότητα φαίνεται νὰ χάνεται μέσα στὴν ὁλικὴ διαφάνεια. Σύμφωνα μὲ τὴν ψυχαναλύτρια Ἄννα Μαρία Παντόλφι, εἶναι πιθανὸ ἡ ἐπιδειξιομανία καὶ ἡ ἡδονοβλεψία, ποὺ κυριαρχοῦν ἀκαταμάχητες, νὰ εἶναι στὴν πραγματικότητα ἡ ἔνδειξη μίας διαδεδομένης ἔλλειψης ταυτότητας, δηλαδὴ ἑνὸς εὔθραυστου καὶ φτωχικοῦ ναρκισσισμοῦ, «σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο τὸ νὰ μᾶς βλέπουν καὶ νὰ εἴμαστε γνωστοί, ὅποιο καὶ ἂν εἶναι τὸ τίμημα ποὺ πληρώνουμε γι’ αὐτό, φαίνεται νὰ εἶναι τὸ μοναδικὸ φάρμακο ἀπέναντι στὸν κίνδυνο νὰ νιώθουμε ὅτι δὲν ἔχουμε καμιὰν ἀξία».
Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν ντροπή, δὲν εἶναι πλέον ἀληθινό, ὅπως ἦταν στὸ παρελθόν, ὅτι αὐτὸ τὸ συναίσθημα ἀποτελεῖ σὲ κάθε περίπτωση μίαν ἀξία. Ἡ ντροπὴ ἦταν αὐτὸ ποὺ διέκρινε τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη ἀπὸ τὰ ζῶα. Ἡ ντροπὴ τῆς σύγχρονης κοινωνίας εἶναι, ὅπως ἔχει λεχθεῖ, μία «ἐπιδερμικὴ ντροπή» (Ἀγκνες Χέλερ) ἤ, ὅπως λένε οἱ ψυχολόγοι, μία «ἀμοραλιστικὴ ντροπή». Δὲν εἶναι μία ἀληθινὴ ντροπὴ ἀλλὰ μία ἐπιφανειακὴ ντροπή, ποὺ συνδέεται ἀκριβῶς μὲ τὴν ἠθική της ἐπιτυχίας, μὲ τὸν πιὸ βαθὺ κομφορμισμό, ὁ ὁποῖος, παρὰ τὰ τόσα λόγια ποὺ ξοδεύει γιὰ νὰ ἐξυψώσει τὸ ἄτομο, τὸ τυποποιεῖ ὅλο καὶ περισσότερο. Ὅπως μᾶς ἐξηγοῦν οἱ ψυχολόγοι, ἡ «ἠθικὴ ντροπὴ» προϋποθέτει τὴ στενὴ σύνδεση αἰσθήματος ἐνοχῆς καὶ ντροπῆς. Ἡ ἀμοραλιστικὴ ντροπὴ ἀντίθετα δὲν συνδέεται πλέον μὲ κάποιον κανόνα ἀλλὰ μόνο μὲ μοντέλα κατανάλωσης, μὲ κοινωνικὲς ἐτικέτες, μὲ προσωπικὴ ἐξουσία ἢ μὲ τὴν ἔκβαση τοῦ σεξουαλικοῦ ἀνταγωνισμοῦ γιὰ τὴν κατάκτηση μίας γυναίκας ἢ ἑνὸς ἄνδρα.
Μάρκο Μπελπολίτι

Δευτέρα 24 Ιουλίου 2023


Ἡ παιδική ἡλικία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης
Τήν ἀταξία αὐτή τοῦ ἁγ. Γρηγορίου μᾶς τή διηγεῖται ὁ ἴδιος. Καί τή διηγεῖται σέ ὁμιλία του μέ ἀφορμή τή μνήμη τῶν Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, ὄχι μόνο ἐπειδή ἡ παιδική του ἀταξία συνδέεται μέ τήν ἐπέτειο αὐτή, ἀλλά καί μέ τόν σκοπό νά τιμήσει τούς Μάρτυρες καί νά οἰκοδομήσει τό πολυάριθμο ἀκροατήριό του.
Ἡ ἀταξία του συνδέεται ἄμεσα μέ τή μητέρα του Ἐμμέλια. Τό μικρό ἱστορικό ἔχει ὡς ἑξῆς: ἡ μητέρα τοῦ Γρηγορίου προερχόταν ἀπό οἰκογένεια πού συνδύαζε τήν εὐσέβεια, τήν κοινωνική προβολή καί τή μεγάλη κτηματική περιουσία, ἕνα μέρος τῆς ὁποίας βρισκόταν στήν Ἀρμενία. Ἡ ζωή της ἦταν ἀφιερωμένη στήν ἐπιτέλεση ἀγαθοεργῶν σκοπῶν, τούς ὁποίους πολλαπλασίασε μετά τόν θάνατο τοῦ συζύγου της.
Ἕνας ἀπό τούς ἀγαθοεργούς σκοπούς της ἦταν καί ἡ φροντίδα της γιά τήν τιμή τῆς μνήμης τῶν Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, πού θανατώθηκαν τό 320 στή Σεβάστεια τῆς Ἀρμενίας. Συγκεκριμένα ἡ Ἐμμέλια φρόντισε νά συγκεντρώσει τά ὀστᾶ τῶν μαρτύρων σέ εἰδική θήκη (λάρνακα), νά τήν τοποθετήσει σέ ἕναν ναΐσκο (σηκό), καί νά ἐγκαινιάσει «τήν ἐπί τοῖς λειψάνοις πανήγυριν τήν πρώτην».
Ὁ χρόνος πού ἔγινε τό πανηγύρι πρέπει, σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, νά τοποθετηθεῖ λίγα ἔτη μετά τό 345, δηλαδή 25-30 περίπου χρόνια μετά τήν ἐκδημία τῶν Τεσσαράκοντα Μαρτύρων. Τό συμπέρασμα αὐτό συνάγεται ἀπό δύο ἐνδεχομένης ἀξίας στοιχεῖα. Τό πρῶτο συνδέεται μέ τό γεγονός ὅτι δέν ἀναφέρεται σύμπραξη τοῦ συζύγου τῆς Ἐμμελίας στό ἱερό αὐτό ἔργο. Θυμίζουμε ὅτι ὁ σύζυγος πρέπει νά πέθανε λίγο μετά τό 345. Τό δεύτερο στοιχεῖο στηρίζεται στήν ὁμολογία τοῦ ἰδίου τοῦ ἁγ. Γρηγορίου ὅτι, τότε πού συνέβη ἡ πρώτη «πανήγυρις», ὅπου καί διέπραξε τή σχετική ἀταξία, ἦταν «ἔτι νέος». Ἐπειδή στόν θάνατο τοῦ πατέρα του ὁ ἅγ. Γρηγόριος ἦταν λίγο μεγαλύτερος ἀπό 10 ἐτῶν, μποροῦμε νά ὑποθέσουμε ὅτι ἡ ἡλικία τοῦ Γρηγορίου στά ἐγκαίνια τῆς τιμῆς τῶν λειψάνων τῶν Τεσσαράκοντα Μαρτύρων θά ἦταν γύρω στά 15 χρόνια.
Καιρός νά δοῦμε τώρα τό σχετικό περιστατικό, σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τοῦ ἁγ. Γρηγορίου. Ἀπό τά λεγόμενά του συνάγεται ὅτι ἡ μητέρα του εἶχε τήν εὐθύνη γιά τή διοργάνωση τῆς γιορτῆς. Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή συνέστησε στόν νεαρό Γρηγόριο νά ἔρθει μαζί της, γιά νά παρακολουθήσει ὅσα θά διαδραματιστοῦν. Φαίνεται ὅτι ὁ Γρηγόριος στεκόταν κάπως μακρυά ἀπό τέτοιες ἐκδηλώσεις, ἀκόμη κι ἄν ἐπρόκειτο νά μετάσχει ἀνεπίσημα, μαζί μέ τόν κοινό λαό. Ἄπειρος ἀπό τέτοια πράγματα, τοῦ κακοφάνηκε ἡ πρόταση τῆς μητέρας του, πολύ δέ περισσότερο ἐπειδή ἔπρεπε νά γίνουν ὅλα γρήγορα. Γκρίνιαξε μάλιστα στή μητέρα του, πού ὄχι μόνο δέν ἀνέβαλε τό πανηγύρι γι’ ἀργότερα ἀλλά, παρά τίς τόσες φροντίδες γιά τήν ὀργάνωση, τό μετέφερε πιό νωρίς.
Τελικά ὅμως, καί παρά τή γκρίνια του, πῆρε τόν δρόμο γιά τόν τόπο πού θά γινόταν ἡ τελετή. Ὅταν ἔφτασε στόν προορισμό του, εἶχε ἤδη ἀρχίσει ἡ ὁλονυκτία, πού γινόταν στόν κῆπο, δηλαδή ἐκεῖ πού βρίσκονταν τά λείψανα τῶν μαρτύρων. Ὁ νεαρός Γρηγόριος, ἀντί νά παρακολουθήσει τήν ἱερή ἀκολουθία, μπῆκε στό παρακείμενο σπίτι, διάλεξε ἕνα δωμάτιο καί ἔπεσε νά κοιμηθεῖ. Γρήγορα τόν πῆρε ὁ ὕπνος. Τότε εἶδε τό ἑξῆς ὄνειρο: Ἤθελε δῆθεν νά μπεῖ στόν κῆπο, ὅπου τελεῖτο ἡ ὁλονυκτία. Προχώρησε πρός τήν εἴσοδο τοῦ κήπου, ἀλλά ἡ εἴσοδος εἶχε καταληφθεῖ ἀπό ἕνα πλῆθος στρατιωτῶν. Στήν προσπάθειά του νά περάσει μέσα οἱ στρατιῶτες σηκώθηκαν, πρόβαλαν ἀπειλητικά τά ραβδιά τους καί τοῦ ἐμπόδισαν τήν εἴσοδο. Κινδύνεψε μάλιστα νά χτυπηθεῖ, ἄν δέν μεσολαβοῦσε κάποιος ἀπό τούς στρατιῶτες, πού φαινόταν πιό φιλάνθρωπος.
Τή στιγμή ἐκείνη ξύπνησε. Ξαφνιασμένος ἀπό τό ὄνειρο ἀναλογίστηκε αὐθόρμητα τή συμπεριφορά πού ἔδειξε στή μητέρα του. Ταυτόχρονα πῆρε τό μήνυμα πού τοῦ ἔδωσαν οἱ στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι δέν ἦσαν ἄλλοι παρά οἱ Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, καί φοβήθηκε. Τότε ξέσπασε σέ λυγμούς γιά τήν προηγούμενη συμπεριφορά του. Ἀμέσως κατέβηκε κάτω στόν κῆπο καί ἔχυσε πικρά δάκρυα πάνω στή θήκη τῶν λειψάνων, ἐνῶ συγχρόνως παρακαλοῦσε τόν Θεό νά τόν συγχωρήσει καί ζητοῦσε ἀπό τούς ἁγίους στρατιῶτες νά τοῦ δώσουν «ἀμνηστία».
Ἠλίας Βουλγαράκης

Κυριακή 23 Ιουλίου 2023

Ἡ ζωή ὡς προσμονὴ
Μετὰ ἀπὸ ἕνα χρόνο συνεχοῦς ἀπώλειας δυνάμεων, μὲ σειρὲς χημειοθεραπειῶν ποὺ τοῦ προκαλοῦσαν ναυτία καὶ τὸν ἐξασθένιζαν ὅλο καὶ περισσότερο, ὁ π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν ἔγραψε ἕνα κείμενο γιὰ τὸ ραδιόφωνο στὰ μέσα Νοεμβρίου 1983 γιὰ νὰ μεταδοθεῖ τὴν ἡμέρα τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου, στὶς 2 Φεβρουαρίου. Κοιμήθηκε εἰρηνικὰ στὶς 13 Δεκεμβρίου 1983.
«Τί ἐντυπωσιακὴ καὶ ὄμορφη εἰκόνα, ὁ ἡλικιωμένος ἄντρας νὰ κρατᾶ στὰ χέρια του τὸ παιδί, καὶ πόσο παράξενα εἶναι τὰ λόγια του: «ὅτι εἶδον ὁ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν Σου…» Ἀναλογιζόμενοι αὐτὰ τὰ λόγια ἀρχίζουμε νὰ ἐκτιμοῦμε τὸ βάθος αὐτοῦ τοῦ περιστατικοῦ καὶ τὴ σχέση του μέ μᾶς, μὲ μένα, μὲ τὴν πίστη μας. 
Ὑπάρχει τίποτα πιὸ χαρμόσυνο ἀπὸ ἕνα ἀντάμωμα, μία «ὑπαπαντὴ» μὲ κάποιον ποὺ ἀγαπᾶς; Εἰλικρινὰ τὸ νὰ ζεῖς σημαίνει νὰ προσμένεις, νὰ προσβλέπεις στὴ συνάντηση. Ἡ ὑπερβατικὴ καὶ ὄμορφη προσμονὴ τοῦ Συμεὼν αὐτὸ δὲ συμβολίζει; Ἄραγε δὲ συμβολίζει τὴν προσδοκία ἡ μακρόχρονη ζωή του, αὐτὸς ὁ προβεβηκὼς σὲ ἡλικία ἄντρας, ὁ ὁποῖος περνᾶ ὅλη του τὴ ζωὴ περιμένοντας τὸ φῶς ποὺ φωτίζει ὅλους καὶ τὴ χαρὰ ποὺ τὰ πάντα πληροῖ; Καὶ πόσο ἀπρόσμενα, πόσο ὑπερβολικὰ καλὰ ἔρχονται τὸ ἀπὸ καιρὸ ἀναμενόμενο φῶς καὶ ἡ χαρὰ στὸν ὑπέργηρο Συμεὼν μέσω ἑνὸς παιδιοῦ! 
Φανταστεῖτε τὸν γέροντα τὴν ὥρα ποὺ μὲ τρεμάμενα χέρια παίρνει τρυφερὰ καὶ προσεχτικὰ στὴν ἀγκαλιὰ του τὸ σαράντα ἡμερῶν βρέφος καὶ μὲ τὸ βλέμμα του προσηλωμένο στὴ μικρὴ ὕπαρξη ἀναφωνεῖ: «Τώρα μπορεῖς νὰ μὲ ἀπολύσεις ἐν εἰρήνῃ, γιατί εἶδα, κράτησα στὰ χέρια μου, ἀγκάλιασα αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ νόημα τῆς ζωῆς». Ὁ Συμεὼν περίμενε. Περίμενε σὲ ὅλη του τὴ ζωή, καὶ σίγουρα αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀναλογιζόταν, προσευχόταν, ἐμβάθυνε ὅσο περίμενε, ἔτσι ὥστε ὅλη του ἡ ζωὴ νὰ εἶναι μία διαρκής «παραμονή», ἡ προηγούμενη ἑνὸς χαρμόσυνου συναπαντήματος.
Δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἀναρωτηθεῖ ὁ καθένας μας, ἐγὼ τί περιμένω; Τί μοῦ ὑπενθυμίζει ὅλο καὶ πιὸ ἐπίμονα ἡ καρδιά μου; Μεταμορφώνεται βαθμιαία σὲ προσμονὴ ἡ δική μου ζωή, καθὼς προσβλέπω στὴ συνάντηση μὲ τὸ οὐσιῶδες; Αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα θέτει ἡ Ὑπαπαντή. Ἐδῶ, σ’ αὐτὴ τὴ γιορτή, ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ φανερώνεται ὡς ἡ ἀσύγκριτη ὀμορφιὰ μιᾶς ψυχῆς ποὺ ὡριμάζει, ποὺ ἀπελευθερώνεται ὅλο καὶ περισσότερο, ποὺ βαθαίνει καὶ καθαρίζεται ἀπ’ ὅ,τι εἶναι δευτερεῦον, ἀνούσιο καὶ τυχαῖο. 
Ἀκόμη καὶ τὰ γεράματα καὶ ὁ θάνατος, ὁ ἐπίγειος προορισμὸς στὸν ὁποῖο ἔχουμε ὅλοι μερίδιο, τόσο ἁπλὰ καὶ πειστικὰ φανερώνονται ἐδῶ ὡς πλησίασμα ἐκείνης τῆς μίας στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποία μὲ ὅλη μου τὴν καρδιά, γεμάτος ἀπὸ εὐγνωμοσύνη, λέω: «ἐπίτρεψέ μου τώρα νὰ ἀποχωρήσω». Ἔχω δεῖ τὸ φῶς ποὺ διαπερνᾶ τὸν κόσμο. Ἔχω δεῖ τὸ παιδίον, ποὺ δίνει στὸν κόσμο τόση θεία ἀγάπη καὶ πού μοῦ προσφέρει τὸν ἑαυτό του. Δὲν ὑπάρχει τίποτα ποὺ νὰ φοβίζει, τίποτα ἄγνωστο, τὰ πάντα τώρα εἶναι εἰρήνη, εὐχαριστία καὶ ἀγάπη. Αὐτὸ εἶναι ποὺ φέρνει ἡ Ὑπαπαντὴ τοῦ Κυρίου. Γιορτάζει τὴ συνάντηση τῆς ψυχῆς μὲ τὴν Ἀγάπη, τὴ συνάντηση μὲ τὸν Ἕναν πού μοῦ ἔδωσε τὴ ζωὴ καὶ μοῦ ἔδωσε τὴ δύναμη νὰ τὴ μεταμορφώσω σὲ προσμονή». 

Πρωτ. Ἀλέξανδρος Σμέμαν

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2023


Μεγάλη δύναμη
Ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ νὰ εἶναι μὲ ὅλους σας, καὶ ἂς ἑτοιμασθοῦν οἱ ψυχές σας γιὰ τὴν ἔνδοξη μετάβαση στὸν ἄλλο κόσμο μὲ τὴν πλήρη ἐλπίδα, μὲ τὴν ἀδίστακτη πίστη στὴν ἀνάστασή μας. Ὁρίστε, σκεφτόμουν νὰ τελειώσω τὸ γράμμα, ἀλλὰ τὸ συνεχίζω ἀκόμη λίγο, χωρὶς ἰδιαίτερο φόβο νὰ σᾶς ἐπιβαρύνω ὑπερβολικὰ μὲ τὶς σκέψεις μου.
Σκέφτομαι, εἶμαι βέβαιος, ὅτι στὴν πράξη τῆς δημιουργίας θεῶν κατ’ εἰκόνα τοῦ Ἀνάρχου Πατρὸς ὑπάρχουν τρεῖς περίοδοι. Πρώτη εἶναι ἡ γέννηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τοὺς κατὰ σάρκα γονεῖς του. Δεύτερη, ἡ γέννηση στὴν κολυμβήθρα τοῦ βαπτίσματος καὶ στὴ συνέχεια ἡ ἀνατροφὴ στὴν πίστη. Τρίτη, ἄκρως σπουδαία, εἶναι ὁ ἀγώνας τοῦ ἴδιου του ἀνθρώπου νὰ ἀφομοιώσει τὴ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ προσδιορισθεῖ στὸ ἐπίπεδο τῆς αἰωνιότητας, σύμφωνα μὲ τὴ θεωρία μας γιὰ τὸν Αἰώνιο Πατέρα μας. Ἡ τελευταία αὐτὴ φάση μᾶς ὑποχρεώνει ὅλους νὰ ἀναφερόμαστε μὲ μέγιστη προσοχὴ στὰ σπουδαιότερα γεγονότα τῆς θείας ἀποκαλύψεως. Ἔτσι, ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου ἀποτελεῖ μεγάλη δύναμη ποὺ καταρτίζει τὸν ἴδιο. Ἀπὸ τὴν πίστη του στὴν ἀληθινὴ δυνατότητα νὰ πραγματωθεῖ στὸ εἶναι μας τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴν υἱοθεσία μας, ἐξαρτᾶται ὁ αἰώνιος προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου.
Νὰ δώσει σὲ ὅλους σας ὁ Κύριος τὴν πίστη αὐτή.
Ἅγιος Σωφρόνιος Σαχάρωφ

Τετάρτη 19 Ιουλίου 2023



Τί πλέον θέλεις;
Ἐγὼ πατήρ, ἐγὼ ἀδελφός, ἐγὼ Νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφεύς, ἐγὼ ἱμάτιον, ἐγὼ ῥίζα, ἐγὼ θεμέλιος. Πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ. Μηδενὸς ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγὼ δουλεύσω. Ἦλθον γὰρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγὼ καὶ φίλος καὶ ξένος καὶ κεφαλὴ καὶ ἀδελφὸς καὶ μήτηρ. Πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ πένης διὰ σέ, καὶ ἀλήτης διὰ σέ, ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ διὰ σέ, ἐπὶ τάφου διὰ σέ, ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρί, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παραγέγονα παρὰ τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σὺ καὶ ἀδελφὸς καὶ συγκληρονόμος καὶ φίλος καὶ μέλος. Τί πλέον θέλεις; τί τόν φιλοῦντα ἀποστρέφῃ; τί τῷ κόσμῳ κάμνεις; τί εἰς πίθον ἀντλεῖς τετρημένον; Τοῦτο γάρ ἐστιν εἰς τὸν παρόντα βίον πονεῖσθαι. Τί εἰς πῦρ ξαίνεις; τί τῷ ἀέρι πυκτεύεις;
Ἐγὼ εἶμαι πατέρας, ἐγὼ ἀδελφός, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφή, ἐγὼ ἔνδυμα, ἐγὼ ρίζα, ἐγὼ θεμέλιον, κάθε τι τὸ ὁποῖον θέλεις ἐγώ· νὰ μὴν ἔχεις ἀνάγκην ἀπὸ τίποτε. Ἐγὼ καὶ θὰ σὲ ὑπηρετήσω· διότι ἦλθα νὰ ὑπηρετήσω, ὄχι νὰ ὑπηρετηθῶ. Ἐγὼ εἶμαι καὶ φίλος, καὶ μέλος τοῦ σώματος καὶ κεφαλὴ καὶ ἀδελφός, καὶ ἀδελφὴ καὶ μητέρα, ὅλα ἐγώ· ἀρκεῖ νὰ διάκεισαι φιλικὰ πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ ἔγινα πτωχὸς διὰ σέ· ἔγινα καὶ ἐπαίτης διὰ σέ· ἀνέβηκα ἐπάνω εἰς τὸν Σταυρὸν διὰ σέ· ἐτάφην διὰ σέ· εἰς τὸν οὐρανὸν ἄνω διὰ σὲ παρακαλῶ τὸν Πατέρα· κάτω εἰς τὴν γῆν ἐστάλην ἀπὸ τὸν Πατέρα ὡς μεσολαβητὴς διὰ σέ. Ὅλα δι᾿ ἐμὲ εἶσαι σύ· καὶ ἀδελφὸς καὶ συγκληρονόμος καὶ φίλος καὶ μέλος τοῦ σώματος. Τί περισσότερον θέλεις; Διατὶ ἀποστρέφεσαι αὐτὸν ποὺ σὲ ἀγαπᾷ; Διατὶ κοπιάζεις διὰ τὸν κόσμο; Διατὶ ἀντλεῖς νερὸ μὲ τρυπημένο πιθάρι; Διότι αὐτὸ σημαίνει νὰ καταπονῆσαι εἰς τὴν ζωὴν αὐτήν. Διατὶ λαναρίζεις τὴν φωτιά; Διατὶ πυγμαχεῖς εἰς τὸν ἀέρα;
Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

Δευτέρα 17 Ιουλίου 2023



Ζητῶ νὰ ἔχετε ὁμόνοιαν ἀναμεταξύ σας
Σήμερα ξαναγεννιέται ἡ πατρίδα κι᾿ ἀναστένεται, ὁποῦ ἦταν τόσον καιρὸ χαμένη καὶ σβυσμένη. Σήμερα ἀναστένονται οἱ ἀγωνισταί, πολιτικοί, θρησκευτικοὶ καὶ στρατιωτικοί, ὅτι ἦρθε ὁ Βασιλέας μας, ὁποῦ ἀποχτήσαμεν μὲ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ. Δόξα νά ῾χη τὸ πανάγαθό σου ὄνομα, Κύριε, παντοδύναμε, πολυέλεγε, πολυέσπλαχνε! Τὰ 1833 Γεναρίου 18 ἄραξε εἰς τ᾿ Ἀνάπλι. Τῆς 20 τοῦ μηνὸς ἦρθε εἰς τὸ σπίτι μου ὁ γκενερὰλ Ἁγιντὲκ κ᾿ ἔμεινε ὡς παλιὸς φίλος μου καὶ μοῦ εἶπε τῆς ἀρετὲς ὁποῦ ῾χει ὁ Βασιλέας καὶ θὰ σωθοῦνε τὰ δεινά μας, ὅτι θ᾿ ἀνθίσουνε οἱ ἀγῶνες κάθε πατριώτη κι᾿ ἀγωνιστῆ. Εἰς τῆς 25 ἐβῆκε ὁ Βασιλέας μὲ μεγάλη παράταξη. Τὸν δεχτήκαμεν· πῆγε εἰς τὴν ἐκκλησία κι᾿ ἀπὸ ῾κεῖ εἰς τὸ Σαράγι. Στάθηκε εἰς τὸν θρόνον· γυροβολιὰ εἰς τὸ δεξιόν του ὁ Ἀρμασμπέρης καὶ εἰς τὸ ἀριστερὸν οἱ ἄλλοι, τὰ μέλη τῆς Ἀντιβασιλείας κι᾿ ὅλοι οἱ σημαντικοὶ Ἕλληνες. Λέγει ὁ Βασιλέας σὲ ὅλους· «Ἕλληνες! Σὲ τούτη τὴν τρυφερή μου ἡλικίαν ἔφυγα ἀπὸ τῆς μητρός μου καὶ πατρός μου τῆς ἀγκάλες καὶ ἦρθα ν᾿ ἀγωνιστῶ μ᾿ ἐσᾶς τοὺς γενναίους Ἕλληνες. Δὲν ἐπιθυμῶ ἄλλο τίποτας ἀπὸ σᾶς· ὁμόνοιαν ἀναμεταξύ σας καὶ ὑποταγὴ – καὶ θέλω σας εὐτυχήσῃ». Δὲν τὸ ῾καμεν κανένας τὴν ἀπάντησιν. Τότε τοῦ λέγω ἐγὼ· «Θεία χάρη θέλησε νὰ μᾶς δυναμώση καὶ νὰ μᾶς σώση ἀπὸ τὴν τυραγνίαν τοῦ Σουλτάνου καὶ σήμερα ἀξιωθήκαμεν ν᾿ ἀπολάψωμεν τὸν Βασιλέα μας. Ἐμεῖς ἔχομεν χρέος νὰ σὲ ἀκοῦμεν καὶ νὰ σὲ φυλάμεν μὲ τὴν ζωή μας, καὶ ἡ Μεγαλειότη σου βάλε τὴν δικαιοσύνη σου εἰς τὰ δεινά μας. Ζήτω ὁ Βασιλέας καὶ οἱ εὐεργέτες μας Δύναμες!» Καὶ φύγαμεν. Τότε τὰ μέλη τῆς Ἀντιβασιλείας κι᾿ ὁ Βασιλέας ρώτησαν τὸν Ἁγιντὲκ ποιὸς ἦταν ἐκεῖνος ὁποῦ ἀπάντησε εἰς τὸν λόγον του. Καὶ εἶπε τ᾿ ὄνομά μου καὶ μίλησε ὡς φίλος μου εἰς τὴν Μεγαλειότη του κι᾿ Ἀντιβασιλείαν. Ἔρχεται εἰς τὸ σπίτι μου ὁ γκενερὰλ Ἁγιντὲκ καὶ μοῦ λέγει ὅλα αὐτά· καὶ μοῦ λέγει· «Εἶμαι ἀποστελμένος ἀπὸ τὸν Βασιλέα – τί χάρη ζητᾶς νὰ σοῦ δοθῆ;» Μπαυαρέζικη χοντροκομμένη δολερὴ πολιτική! Μία αὐτείνη. Ὅταν πρωτοῆρθε εἰς τὸ σπίτι μου ὁ φίλος μου γκενερὰλ Ἁγιντὲκ μὲ ρώτησε νὰ μάθῃ τί κάνω. «Τώρα, τοῦ λέγω, ὁ ἀγώνας τελείωσε καὶ δουλειὰ δὲν ἔχω. Παιδιὰ μαστορεύω καὶ φκειάνω· ἔχω καμπόσα καὶ τὸ σακκὶ εἶναι γιομάτο καὶ γλήγορα θ᾿ ἀδειάση. Μοῦ λέγει, νὰ μοῦ δώσης τὸ παιδὶ νὰ τὸ βαφτίσω ἐγώ. – Τοῦ λέγω, σὰν γεννηθῆ εἶναι δικό σου». Πρῶτα γενήκαμεν μ᾿ αὐτὸν κουμπάροι καὶ δεύτερα μὲ ρωτάγει τί χάρη ζητῶ ἀπὸ τὸν Βασιλέα. Τοῦ λέγω· «Καμμίαν χάρη ἀτομικὴ δὲν θέλω· ὅτι διὰ τῆς θυσίες τῶν ἀγωνιστῶν – ὁ Θεὸς τοὺς βράβεψε· καὶ γενικῶς οἱ ἀγῶνες τῶν Ἑλλήνων ἄνθισαν κι᾿ ὅλον τὸν καρπὸ τοῦ ἀγώνα μας θὰ τὸν χαροῦμεν μαζί. Ὅτι μαζὶ ἀγωνιστήκαμεν καὶ τὰ βραβεῖα μαζὶ πρέπει νὰ τ᾿ ἀπολάψωμεν». Μὲ βιάζει νὰ εἰπῶ τί καλὸ ζητῶ ἐγώ. Τοῦ εἶπα τί ζητῶ κ᾿ ἐγὼ· «Ζητῶ νὰ ἔχετε ὁμόνοιαν ἀναμεταξύ σας ἐσεῖς οἱ μεγάλοι καὶ σοφοὶ ἄντρες τῆς Μπαυαρίας, ὁποῦ ἀξιωθήκαμεν νὰ μᾶς κυβερνήσετε ὅσο νὰ ἠλικιωθῆ ὁ Βασιλέας μας νὰ μᾶς κυβερνήσῃ· ἐσεῖς νά ῾χετε ἀρετὴ κι᾿ ἀπὸ αὐτείνη νὰ δώσετε καὶ τοῦ Βασιλέως· κι᾿ ὅταν θὰ κολλήσῃ εἰς τὸν θρόνον νὰ ῾βρη τὸν ἴδιον δρόμον. Καὶ μίαν ἄλλη χάρη θέλω· δι᾿ ἀγωνιστᾶς ὁποῦ θὰ θελήσετε ν᾿ ἀνταμείψετε νὰ σᾶς φκειάσω κ᾿ ἐγὼ ἕναν κατάλογον, καὶ διὰ ὅσους θὰ σημειώσω δίνω ἐγγύγηση μὲ τὴν ζωή μου εἰς τὴν ῾λικρίνειάν τους – νὰ βάλετε τίμιους ἀνθρώπους νὰ σᾶς βοηθήσουν ῾λικρινώς, ν᾿ ἀλαφρωθοῦνε τὰ δεινά μας». Μὲ μεγάλη εὐκαρίστηση δέχτη αὐτὸ ἡ Γενναιότη τοῦ κ᾿ ἔφυγε. Τὸν ἔφκειασα τὸν κατάλογον καὶ τὸν ἔδωσα, παρουσιάζοντας καὶ εἰς τοὺς ἄλλους τοὺς συντρόφους του.
Ἔκαμαν ἕνα μπάλλο οἱ πολίτες τ᾿ Ἀναπλιοῦ· συνεισφέραμεν ὅλοι καὶ προσκαλέσαμεν τὸν Βασιλέα κι᾿ Ἀντιβασιλεία, Ἀντιπρέσβες καὶ Ναυάρχους κι᾿ ἄλλους σημαντικοὺς ξένους. Οἱ πολίτες εἶχαν μὲ τί τάξη νὰ γένωνται ὅλα εἰς τὸ μπάλλο καὶ νὰ γένῃ κ᾿ ἕνας χορὸς Ἑλληνικὸς καὶ νὰ τὸν πρωτοσύρω ἐγώ. Μπῆκα καὶ τὸν πρωτόσυρα. Τότε μ᾿ ἔπιασαν πολλοὶ ἀπὸ τὸ χέρι καὶ μὲ συχαργιάστηκαν. Μὲ πιάνει κι᾿ ὁ γκενερὰλ Ἁγιντὲκ καὶ μοῦ λέγει ὅτ᾿ εἶμαι τὸ πρῶτο τάμα. Τὴν αὐγὴ μὲ πῆρε εἰς τὸ κονάκι του καὶ μοῦ λέγει· «Τὸ παιδί σου θὰ τὸ βαφτίσῃ ὁ ἴδιος ὁ Βασιλέας» – μου τὸ ζήτησε κι᾿ ὁ μόνος εἶμαι εἰς τὴν βασιλικὴ εὔνοιαν καὶ τῆς Ὑψηλῆς Ἀντιβασιλείας. Μὲ διόρισαν πρώτον ταματάρχη – θὰ γένουν δέκα τάματα κι᾿ ὁ πρῶτος νὰ εἶμαι ἐγώ, νά ῾χω ὑποταματάρχηδες τὸν Γιαννάκη Κότζικα, γαμπρὸ τοῦ Τρικούπη, καὶ τὸν Θανασούλα, ἀνιψιὸ τοῦ Βαλτηνοῦ, καὶ λοχαγοὺς τὸν Κλήμακα, τὸν Σκουρτανιώτη, τὸν Μπερμπίλη, τὸν Τρακοκομνᾶ. Ὁ Θανασούλας λοχαγὸς – τὸν κάνουν ὑποταματάρχη, οἱ τέσσεροι ταματάρχηδες – τοὺς κάμαν λοχαγούς. Ἐγὼ χιλίαρχος – μὲ κάνουν ταματάρχη. Μοῦ εἶπαν θὰ μοῦ δώσουν πρὸς τιμή μου καὶ τὴν σημαία τοῦ Καραϊσκάκη καὶ τρουμπέτες καὶ τὰ ἑξῆς. Ὁ Δῆμο Λιούλιας ὑποταματάρχης – ταματάρχης χωρὶς θυσίες κι᾿ ἀγῶνες. Τὸν Βελέντζα – ἦταν ταματάρχης, τὸν κάνουν ὑποταματάρχη εἰς τὴν ὁδηγία τοῦ Λιούλια, ὅτ᾿ εἶναι συγγενὴς τοῦ Μπότζαρη. Τὸν Νάση Νίκα, συγγενῆ τοῦ Μπότζαρη, ταματάρχη. Ὁ Ντεληγιώργης, φρούραρχος τοῦ Μισολογγιοῦ εἰς τὸν πόλεμον, ὑποταματάρχης ἀπὸ κάτου τὸν Κουτζονίκα. Κι᾿ ἄλλα τέτοια στραβὰ πλῆθος.
Διὰ νὰ γνωρίσω τί τρέχει καὶ μὲ τί δικαιοσύνη θ᾿ ἀρμενίσωμεν ἔκανα τὸν κουτὸ κ᾿ ἔδειχνα κι᾿ ἀφοσίωσιν πολλή. Τοῦ λέγω τοῦ Ἀϊντέκ· «Τούτους τοὺς ἄλλους τοὺς τρανοὺς τί θὰ τοὺς κάμετε; – Θὰ τοὺς δώσουμεν ἕνα κόκκαλο ξερὸ καὶ νὰ τραβοῦνε ὅσο νὰ τελειώσουνε αὐτεῖνοι καὶ τὰ δόντια τους». (Πολλὰ καλὰ θὰ τοὺς κάμετε· δικαιοσύνη, ἔλεγα μόνος μου, κ᾿ ἐσεῖς καντάρια ἔχετε καὶ κρίμα ῾στὴν πατρίδα κ᾿ ἐμᾶς μαζί). Τότε τοῦ λέγω· «Ἐγὼ κι᾿ ἁπλὸ στρατιώτη νὰ μὲ βάλετε στρέγω διὰ τὴν ἀγάπη τῆς πατρίδας μου. Ὅμως ἐδῶ δουλεύει ἀδικία· καὶ δὲν εἶναι δικές σας γνῶσες αὐτές, εἶναι ἀλλουνών· καὶ δὲν θὰ πάμεν καλά». Ἐγὼ τὸ εἶπα ἀπαθής. Ὁ φίλος μου ὁ Ἀϊντὲκ ἐπειράχτη καὶ μὸ ῾κρινε μὲ πολὺ φαρμάκι· «Ὅ,τι σας λένε αὐτὸ θὰ κάμετε καὶ γνῶμες δὲν μπορεῖτε νὰ δώσετε, ὅτι ἡ Μπαυαρία ἔχει τριάντα χιλιάδες μπαγεννέτα καὶ φέρνει ἐδῶ καὶ σᾶς ὑποτάζει. Τότε βρέθηκα εἰς θέση δεινή· νὰ μὴν μιλήσω δὲν μποροῦσα, ὅτι ἀδικιώνταν οἱ ἀγωνισταὶ καὶ βραβεύονταν οἱ κόλακες. Τοῦ λέγω· «Δυστυχία μας τῶν καϊμένων!» Κακὰ καὶ ψυχρὰ θὰ πάμεν. Ἐγώ σου μίλησα ἀλλοιῶς κι᾿ ἐσύ μου ἀπαντεῖς διαφορετικὰ μὲ «μπαγεννέτα». Σᾶς λέγω ὡς φίλος νὰ πασκίσετε καὶ τὸν Βασιλέα κ᾿ ἐσᾶς ν᾿ ἀγαποῦμεν κι᾿ ὄχι νὰ σᾶς φοβώμαστε. Ὅτι τὸν κιοτὴ χίλιες φορὲς νὰ τὸν ἔβρης κιοτὴ καὶ νὰ τὸν χτυπᾶς, πάγει καλά· μιὰ νὰ σὲ χτυπήσῃ, δὲν σὲ φοβᾶται πλέον. Κι᾿ αὐτείνη ἡ πατρίδα δὲν λευτερώθη μὲ παραμύθια, λευτερώθη μ᾿ αἵματα καὶ θυσίες· κι᾿ ἀπὸ αὐτὰ ἔγινε βασίλειον – κι᾿ ὄχι νὰ βραβεύωνται ὁλοένα οἱ κόλακες, κ᾿ οἱ ἀγωνισταὶ ν᾿ ἀδικιῶνται. Ὅτι ὅταν σκοτώνονταν οἱ ἀγωνισταί, αὐτεῖνοι κοιμώνταν. Κι᾿ ὅσο ἀγαπῶ τὴν πατρίδα μου δὲν ἀγαπῶ ἄλλο τίποτας. Νὰ ῾ρθῆ ἕνας νὰ μοῦ εἰπῆ ὅτι θὰ πάγη ὀμπρὸς ἡ πατρίδα, στρέγομαι νὰ μοῦ βγάλη καὶ τὰ δυό μου μάτια. Ὅτι ἂν εἶμαι στραβός, καὶ ἡ πατρίδα μου εἶναι καλά, μὲ θρέφει· ἂν εἶναι ἡ πατρίδα μου ἀχαμνά, δέκα μάτια νά ῾χω, στραβὸς θὰ νὰ εἶμαι. Ὅτι ῾σ αὐτείνη θὰ ζήσω, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ πάγω ἀλλοῦ. – Μοῦ λέγει, τὸν Βασιλέα δὲν τὸν ἀγαπᾶς; – Ὄχι, τοῦ λέγω· δὲν ξέρω ψέματα. Ὅταν χαθῆ ἡ πατρίδα μου, οὔτε αὐτὸς μ᾿ ἔχει ὑπήκογόν του, οὔτε ἐγὼ βασιλέα. Καὶ δι᾿ αὐτὸ χρειάζεται δικαιοσύνη ἀπὸ σᾶς, κι᾿ ὄχι φοβέρτες μὲ μπαγεννέτες.
Τὴν ἄλλη ἡμέρα ἔστειλε ὁ Ἀϊντὲκ τὸν διερμηνέα του νὰ μοῦ μιλήσῃ νὰ πάγω νὰ τὸν ἀνταμώσω εἰς τὸ σπίτι του. Ὁ διερμηνέας ἦταν ἕνας Σέρβος ἀγωνιστής, Ἕλληνας. Ἔρχεται, μοῦ κάνει μίαν μετάνοια, ἄλλη καὶ σκύβει νὰ μοῦ φιλήσῃ τὸ ποδάρι. Ἐγώ, ὡς διερμηνέας ἑνοῦ Ἀντιβασιλέως, ἐσηκώθηκα· τοῦ λέγω· «Τ᾿ εἶναι τὸ «ἀφέντη» καὶ ἡ κατηγόρια ὁποῦ μοῦ κάνεις; – Μοῦ λέγει, δὲν σοῦ κάνω τίποτας κατηγόρια· τιμὴ θέλω νὰ σοῦ κάνω. Ἐσὺ ξέρεις, ὅσοι μιλοῦνε μὲ τὸν γκενερὰλ Ἁγιντὲκ – εἶναι ἄνθρωποι ὁποῦ δὲν γνωρίζει τὴν γλώσσα μας καὶ παραστέκομαι ἐγώ. Ἀδελφέ, τὰ ὅσα ἄκουσα ἀπὸ πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικοὺς καὶ θρησκευτικοὺς ὁποῦ μιλοῦν – εἶναι ὅλοι θερία· δὲν λένε τὰ συνφέροντα τῆς πατρίδος, ἀλλὰ καθένας ἔχει τὴν ῾διοτέλειάν του καὶ κατηγορεῖ ἕνας τὸν ἄλλον. Καὶ τὰ λόγια ὁποῦ ἄκουσα ἀπὸ ῾σένα εἶναι νὰ σοῦ φιλήσω τὸ ποδάρι. Καὶ μοῦ λέγει, ἡ πατρὶς δὲν θὰ πάγη ὀμπρός, ὅτ᾿ οἱ μπερμπάντες εἶναι πολλοί. Ἄκουσα ἐγὼ τὰ λόγια τους ὁλουνῶν καὶ θ᾿ ἀναχωρήσω ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Κι᾿ αὐτὸ προσμέναμεν οἱ ἀγωνισταί;» Τὸν περικάλεσα νὰ μείνη καὶ νὰ μιλῆ κι᾿ αὐτὸς τοῦ Ἁγιντέκ. Σὲ τρεῖς τέσσερες μῆνες, ἀκούγοντας τέτοιους πατριωτισμούς, πάγει κρυφίως εἰς τὴν δουλειά του, ἔφυγε ἀπὸ ῾δω.
Στρατηγὸς Μακρυγιάννης

Κυριακή 16 Ιουλίου 2023


Ἡ ὀρεινὴ γυναίκα
Ἂν γυρίσεις τὸν κόσμο, θὰ δεῖς πὼς δὲν θὰ βρεῖς παρὰ σπάνια εὐτυχισμένους ἀνθρώπους καὶ ἐκείνους μὲ λιγόχρονη καὶ ἄστατη εὐτυχία, πικραμένους ὅμως θὰ βρεῖς πολλοὺς σὲ κάθε σου πάτημα. Ἀδέρφια σου στὴν χαρὰ δὲ θὰ βρεῖς πολλά, μὰ ἀδέρφια στὴν πίκρα θὰ βρεῖς πάρα πολλά. Αὐτὸ φανερώνει πὼς τοῦτος ὁ κόσμος εἶναι ἕνας τόπος ποὺ ἔρχεται ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ δοκιμαστεῖ, ὅπως τὸ χρυσάφι στὴν φωτιά. Ἀφήνω πὼς εὐτυχία δὲν εἶναι ἡ καλοπέραση τοῦ κορμιοῦ, κι αὐτὸ φαίνεται τρανότατα ἀπὸ τὸ ὅτι οἱ καλοπερασμένοι καὶ οἱ πλούσιοι δὲν εἶναι εὐτυχισμένοι, ἀλλὰ κάνουνε τὸν εὐτυχισμένο καὶ στὸ τέλος βαριοῦνται τὴν ζωή τους. Ἡ εὐτυχία τους εἶναι μᾶλλον ρηχὴ καὶ ψεύτικη, κι ὁλοένα ζητᾶνε νὰ βροῦνε τὴν ἀληθινὴ εὐτυχία, κ  ἐπιχειροῦνε κάθε τόσο ν’ ἀλλάξουνε τὴν ζωή τους. Μπορεῖ ἡ ψυχὴ νὰ εἶναι εὐτυχισμένη καὶ μέσα σὲ ἕνα κορμὶ δυστυχισμένο; Μπορεῖ νὰ ἰσχύει αὐτὸ τὸ παράδοξο;
Μία ἀπὸ τοῦτες τὶς ἡμέρες βρέθηκα σ’ ἕνα βουνὸ πυκνοδασωμένο καὶ μοσχοβολημένο καὶ σὰν νὰ ξαναγεννήθηκα. Περπατοῦσα σ’ ἕνα ἔρημο μονοπάτι, κι ἀνάσαινα τὸ δροσερὸ ἀεράκι ποὺ κατέβαινε ἀπὸ τὶς ραχοῦλες, μακριὰ ἀπὸ τὴν πνικτικὴ βρόμα τῆς ἀλεποφωλιᾶς ποὺ τὴν λένε πολιτεία, καὶ ποὺ βγάζει μέσα της κάθε λογῆς κακία, πονηριὰ καὶ ἀσχήμια, μ’ ὅλα τὰ ψεύτικα στολίδια ποὺ στολίσανε τὴν πόρνη οἱ ἐραστές της.
Ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσα, βλέπω νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ δάσος μία μικροκαμωμένη γυναίκα, μ’ ἕνα σακὶ στὸν ὦμο. Ἤτανε ξυπόλυτη, μ’ ἕνα τσεμπέρι καὶ κρατοῦσε στὸ χέρι της ραβδί. Σὰν ἦρθε κοντά μου μὲ χαιρέτησε μ’ ἕναν ἔμορφον χαιρετισμό. Τὸ πρόσωπό της ἤτανε πολὺ ἐκφραστικὸ καὶ συμπαθητικό, ἀλλιώτικο ἀπὸ τὰ πρόσωπα ποὺ βλέπουμε στὴν πολιτεία, ποὺ εἶναι γεμάτα ἀφηρημάδα, ἀδιαφορία, ἀνέκφραστες μάσκες. Μὲ κοίταζε μὲ προσοχὴ σὰν μιλοῦσε καὶ μὲ περισσότερη προσοχὴ μ’ ἄκουγε ὅταν τῆς ἀπαντοῦσα. Ἡ ὄψη της ἤτανε βασανισμένη, μὰ γεμάτη ἀξιοπρέπεια, ἁπλότητα καὶ σεμνότητα. Τὸ μικρὸ πρόσωπό της ἤτανε ψημένο ἀπὸ τὸν ἀγέρα καὶ τὸν ἥλιο. Τὰ μάτια της ἤτανε τόσο ἐκφραστικὰ καὶ ἡ ὁμιλία της τόσο σπουδαία, ἀπονήρευτη καὶ συμπαθητική, ποὺ τραβοῦσε τὸν ἄνθρωπο σὰν μαγνήτης. Τὸ σῶμα της ἤτανε κοκκαλιάρικο καὶ πολὺ σβέλτο, καὶ μ’ ὅλο ποὺ ἤτανε κακοντυμένη καὶ ξυπόλυτη, εἶχε ἐπάνω της κάποιο ἀνεξήγητο μεγαλεῖο, τόσο ποὺ ν’ ἀπορεῖ κανεὶς καὶ νὰ συλλογίζεται γιατί δὲν βρίσκονται πιὰ τέτοιοι ἄνθρωποι ἀνάμεσά μας.
Μοῦ μίλησε γιὰ τὰ πρόβατα ποὺ τὰ φύλαγε ὁ γιός της καὶ ἐκείνη ἡ ἴδια, μοῦ μίλησε γιὰ τὰ βάσανα ποὺ τραβᾶνε μὲ τοὺς βαριοὺς χειμῶνες καὶ γιὰ κάποιους «ἐπίσημους ἀνθρώπους» ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὴν Ἀθήνα μὲ συνοδεία καὶ ποὺ τοὺς φοβερίζουνε πὼς θὰ πάρουνε τὶς βοσκὲς καὶ ποὺ λένε πὼς δὲν χρειάζονται τὰ πρόβατα καὶ πὼς θὰ τὰ διώξουνε, ἐπειδὴ στὰ βουνὰ κάνουνε περίπατο οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὰ ξένα μέρη, καὶ ποὺ δὲν θέλουνε νὰ βλέπουνε πρόβατα ποὺ κοπρίζουνε, μηδὲ γιδερά, ἀλλὰ μοναχὰ δένδρα. «Ἔλα Χριστὲ καὶ Παναγία» μοῦ λέγει. Ἡ κοπριὰ ποὺ κάνουνε τὰ πρόβατα, μοσχοβολᾶ. Ἡ δική μας κοπριὰ βρωμᾶ, ἡ ἀνθρώπινη. Ἐμένα ὁ παππούς μου κι ὁ προπάππους μου, ὁ πατέρας μου κι ὁ ἄνδρας μου κι ὅλοι οἱ συγγενεῖς μου, αὐτὴ τὴν δουλειὰ κάνανε, μὲ τὰ ζωντανὰ ζούσανε. Ἄ! τὸ γάλα καὶ τὸ μαλλὶ τὸ θέλουνε οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὴν Ἀθήνα! Τὰ κακόμοιρα πρόβατα δὲν θέλουνε!
Ἀκουμπισμένη στὸ ραβδί, μὲ κοίταζε σὰν νὰ μὲ ἤξερε ἀπὸ χρόνια. Ἤτανε σὰν τὸ ἀγριολούλουδο ποὺ κρύβεται ντροπαλὰ κάτω ἀπὸ τὴν πέτρα. Καὶ οἱ σοφοὶ καὶ ἐπίσημοι ἀπὸ τὴν Ἀθήνα δὲν θέλουνε νὰ βλέπουνε μήτε πρόβατα μήτε τσοπάνηδες! Γιατί ἄραγε νὰ βρίσκονται πάντα ὑπὸ διωγμὸ οἱ ἁπλοϊκοὶ καὶ καθαροὶ ἄνθρωποι; Αὐτοὺς ποὺ δὲν πειράζουνε κανένα, γιατί τοὺς πειράζουν ὅλοι; Γιατί νὰ κινδυνεύουνε νὰ ἐξοντωθοῦνε οἱ ἁπλοὶ καὶ ἄβλαβοι ἄνθρωποι;
Φώτης Κόντογλου


Παρασκευή 14 Ιουλίου 2023


Μὰ δὲν ἦλθα ἀπὸ μόνος μου!
Μοῦ τὸ διηγήθηκε μιὰ γυναίκα μὲ πανεπιστημιακὴ μόρφωση:
Στὶς δώδεκα τὰ μεσάνυχτα, χτύπησαν τὴν πόρτα στὴν Ἐκκλησία. Ἦταν μία γριούλα. Καὶ ζητοῦσε παπᾶ, νὰ πάει νὰ κοινωνήσει ἕναν ἄρρωστο.
Ὁ παπᾶς ἑτοιμάστηκε καὶ βγῆκε ἀμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σὲ ἕνα φτωχὸ σπιτάκι, τύπου παράγκας. Ἡ γριούλα ἀνοίγει τὴν πόρτα καὶ μπάζει τὸν ἱερέα σὲ ἕνα δωμάτιο.
Καὶ νὰ, ξαφνικὰ, παπᾶς εὑρίσκεται ἐκεῖ μόνος μὲ μόνο τὸν ἄρρωστο.
Ὁ ἄρρωστος τοῦ δείχνει μὲ χειρονομίες τὴν πόρτα καὶ σκούζει.
- Φύγε ἀπὸ ἐδῶ! Ποιὸς σὲ ἐκάλεσε; Ἐγὼ εἶμαι ἄθεος. Καὶ ἄθεος θὰ πεθάνω.
παπᾶς τὰ ἔχασε.
- Μὰ δὲν ἦλθα ἀπὸ μόνος μου! Μὲ κάλεσε ἡ γριά!
- Ποιὰ γριά; Ἐγὼ δὲν ξέρω καμμιὰ γριά!
Ὁ παπᾶς, καθὼς στέκει ἀπέναντί του, βλέπει ἐπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι τοῦ ἄρρωστου, μία φωτογραφία μὲ τὴν γυναίκα ποὺ τὸν ἐκάλεσε.
Τοῦ λέει, ἐνῶ τοῦ δείχνει τὸ πορτραῖτο.
- Νὰ αὐτή!
- Ποιά αὐτή, ξέρεις, τί λές, παπᾶ; Αὐτὴ εἶναι ἡ μάνα μου. Καὶ ἔχει πεθάνει χρόνια τώρα!
Γιὰ μιὰ στιγμὴ πάγωσαν καὶ οἱ δύο. Αἰσθάνθηκαν δέος. Ὁ ἄρρωστος ἄρχισε νὰ κλαίει. Καὶ ἀφοῦ ἔκλαψε, ζήτησε νὰ ἐξομολογηθῆ. Καὶ μετά, ἐκοινώνησε.
μητέρα του εἶχε φροντίσει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ νὰ τοῦ δείξει τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας.

π. Δημήτριος Ντοῦντκο (1922-2004)

Τετάρτη 12 Ιουλίου 2023

 


«Μόνο γιὰ σένα»: Ὅταν ἄλλοι (ἀνα)καλύπτουν τὶς ἀνάγκες σου

Ἀνοίγετε ἕνα διαφημιστικὸ φυλλάδιο ἢ βλέπετε στὴν τηλεόραση ἕνα ἀνάλογο σπότ. Μέσα ἀπὸ τὸ κείμενο ἢ τὴν εἰκόνα κάποιοι σᾶς προτρέπουν νὰ κάνετε κάτι καὶ πρὶν τὸ κάνετε βεβαίως νὰ τὸ σκεφθεῖτε. Ὅμως δὲν σᾶς λένε «σκεφθεῖτε το», σᾶς λένε «σκέψου το». Χωρὶς τὸν ἑνικὸ δὲν προωθεῖται πλέον τίποτα. Ἄμεσα, αἰφνιδιαστικὰ μερικὲς φορὲς ὁ πωλητὴς ἀπευθύνεται στὸν ὑποψήφιο πελάτη μ’ ἕναν τρόπο ποὺ θέλει νὰ εἶναι κολακευτικὸς καὶ ταυτόχρονα ἀποκλειστικός.

«Ἐσὺ» εἶσαι τὸ κέντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος κι ἐσένα ἔχουν ὑπόψη τους ὅσοι θορυβοῦν γιὰ τὰ προϊόντα τους. Ἀκόμη κι ἐκεῖνοι ποὺ ἀναλαμβάνουν νὰ διασκεδάσουν τὰ πλήθη, φροντίζουν νὰ πάρουν τὸ ὕφος καὶ τὴν πόζα τοῦ προσωπικοῦ ψυχαγωγοῦ. Ὄρθιος ὁ τραγουδιστὴς πάνω στὴν πίστα τεντώνει τὸ χέρι μὲ τὸν δείκτη του νὰ σημαδεύει τὸ κοινό του, σ’ ἐκείνη τὴ χαρακτηριστικὴ πιὰ χειρονομία ποὺ εἶναι σὰν νὰ λέει πὼς γιὰ σένα μόνο ξελαρυγγιάζομαι.

Ἀπὸ παντοῦ ἔρχονται πλέον οἱ προτάσεις μὲ τὶς ὁποῖες ὁ ἕνας, ὁ ἀνεπανάληπτος, θὰ ξαναβρεῖ ἐπιτέλους τὰ προνόμιά του. Τέλος λοιπὸν ἡ μαζικὴ ἀγορά. Τὸ ἀναγγέλλουν οἱ ἄνθρωποι τοῦ μάρκετινγκ, οἱ ψυχοπαθολόγοι τῆς κάθε ἰδιοτροπίας, οἱ σχεδιαστὲς τῆς ἐξατομικευμένης μόδας. Προτείνονται εἰδικὲς ὑπηρεσίες ἀνάλογα μὲ τὶς ἰδιαίτερες ἀνάγκες μας, ποὺ ἀσφαλῶς δὲν μποροῦν νὰ μοιάζουν μὲ κανενὸς ἄλλου.

Ἂν ἔμοιαζαν, θὰ ἐπιστρέφαμε στὴν ἐποχὴ τῆς μαζικῆς κατανάλωσης, τῆς τυποποίησης, κι αὐτή, εὐτυχῶς, πέρασε. Ἔτσι λένε οἱ πωλητὲς καὶ ζητοῦν νὰ πιστέψουμε ὅσα ὑπόσχονται. Ὅτι θὰ μᾶς ὁρίσουν εἰδικὴ δίαιτα, γυμναστική, κάθε λογῆς βοηθήματα γιὰ νὰ διατηρεῖται ἡ φόρμα μας. Καὶ εἶναι ἀκόμη τὸ ντύσιμο, τὰ φάρμακα καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ διείσδυση στὸν πυρήνα, στὸ τί θέλει κανεὶς καὶ ποιός εἶναι κατὰ βάθος. Πρέπει νὰ ξέρω ποιός εἶμαι.

Γιὰ νὰ ἀγοράσω τὰ προϊόντα ποὺ προορίζονται εἰδικὰ γιὰ μένα, πρέπει νὰ ξέρω ποιός εἶμαι. Δύσκολο ἔργο νὰ τὸ βρῶ κι ἐξάλλου ἀπαιτεῖ χρόνο ποὺ δὲν περισσεύει. Ἀκριβῶς ὅμως γιὰ νὰ ξεπεραστεῖ ἡ δυσκολία, ὑπάρχουν οἱ σύμβουλοι. Εἶναι τόσο πολλοὶ καὶ οἱ προσφορές τους συνεχῶς ἐκλεπτύνονται. Διατίθενται ἐμπειρογνώμονες γιὰ τὴν ἐπίλυση συζυγικῶν κρίσεων, γιὰ τὸν ἐπαγγελματικὸ προσανατολισμὸ τῶν ἐφήβων, γιὰ τὸν μετριασμὸ τῆς κατάθλιψης, τὸν κατευνασμὸ τῆς πεθερᾶς, τὴν ὀρθὴ ἐπιλογὴ μιᾶς ἐρωμένης ἢ ἑνὸς φίλου.

Σὲ μερικὰ ἀμερικανικὰ Πανεπιστήμια προσφέρονται προαιρετικὰ μαθήματα τοῦ τύπου: «Πῶς νὰ διαλέξετε σωστὰ τὸν ὀδοντίατρο σας». Ἐπιλογές, ἀποφάσεις, κριτήρια, ὅλα γιὰ χάρη τῆς αὐτογνωσίας, γιὰ νὰ ἀποκαλυφθεῖ, ὑποτίθεται, ἡ καταχωνιασμένη αὐθεντικότητά μας. Ἀλλὰ πῶς θὰ ἀνακαλύψει κανεὶς τὸν ἑαυτό του ὅταν τὸν παραδίδει σὰν «πρόβλημα» σ’ ἕναν ἄλλο ἑαυτό;

Μητέρες ποὺ δὲν τοὺς λείπει ἡ ἐκπαίδευση παίρνουν ἀπὸ τὸ χέρι τὴν κόρη ἢ τὸν γιό (ἂν καταφέρουν καὶ τοὺς πείσουν) καὶ ἐπισκέπτονται τὸν εἰδικὸ γιὰ τὶς σπουδὲς τῶν παιδιῶν. Τὸν ρωτοῦν τί δρόμο νὰ πάρει τὸ παιδί, λὲς καὶ αὐτὸ γεννήθηκε μόλις χθὲς καὶ δὲν ἔχουν προλάβει νὰ ἀνταλλάξουν δύο λόγια μαζί του. Φυσικά, ὁ σύμβουλος θὰ κάνει τὴ δουλειά του, ἄλλος καλά, ἄλλος ὄχι. Το ἐρώτημα ὡστόσο εἶναι ἂν ἡ οἰκογένεια ἔχει ἤδη προσπαθήσει νὰ καταλάβει τὶς προτιμήσεις καὶ τὶς ἀνησυχίες τοῦ παιδιοῦ, ἢ ἔχει προεξοφλήσει πὼς γιὰ μία τέτοια βυθοσκόπηση εἶναι ἀνίκανη ἢ καὶ ἀκατάλληλη. Κατάχρηση ἐξουσίας.

Πράγματι, πληθαίνουν οἱ γονεῖς πού, ἀντὶ νὰ σηκώνουν τὸ βάρος τῆς συζήτησης μὲ τὰ παιδιά τους, σηκώνουν τοὺς ὤμους τους. Εἶναι τόσο περίπλοκο, λένε, νὰ καταλάβουν τοὺς σύγχρονους νέους. Ἀλλὰ ἀκόμη κι ἂν τοὺς καταλάβαιναν, πῶς θὰ τοὺς καθοδηγοῦσαν; Ὅπως καὶ πολλὲς ἄλλες, ἔτσι κι αὐτὴ ἡ κατάχρηση ἐξουσίας θεωρεῖται ἀπαράδεκτη σὲ μία κοινωνία ποὺ ἔχει γιὰ στέμμα της τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα.

Δὲν ἐπιτρέπεται σὲ κανέναν νὰ νουθετεῖ κανέναν, νὰ τοῦ ὑποδεικνύει τί θὰ πράξει. Οἱ πρόσωπο-μέ-πρόσωπο σχέσεις εἶναι εὔφλεκτες, ἠλεκτρισμένες, γιατί τὰ πρόσωπα παραέγιναν εὔθικτα. Κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μοῦ πεῖ τί θὰ κάνω. Τὸ γιατί ὑποφέρω, τὸ γιατί πνίγομαι μερικὲς μέρες εἶναι τὸ «προσωπικὸ δεδομένο» μου, πολὺ λεπτὸ καὶ τρωτὸ γιὰ νὰ τὸ βγάλω στὴ φόρα.

Ὁ καθένας ἔχει ἕνα παρόμοιο μυστικό. Τὸ κρατάει μέσα του, ἐρεθίζεται μ’ αὐτό, τρίβεται πάνω του καὶ τὸ ποτίζει κάθε μέρα γιὰ νὰ τὸ συντηρεῖ, ὅπως ποτίζει τὶς γλάστρες του. Ὅταν μεγαλώσει ἀρκετὰ τὸ φυτὸ καὶ βγοῦν τὰ πρῶτα ἄνθη τοῦ κακοῦ, τότε ὁ κάτοχος θὰ τὸ πάει καὶ θὰ τὸ παρουσιάζει στὸν εἰδικό. Ἐκεῖνος θὰ βάλει τὰ γυαλιά του καὶ θὰ τοῦ γράψει μία συνταγή.

Ὁ πελάτης θὰ τὴν πάρει ἐπιδεικνύοντας ἀξιοσημείωτη ὑπακοή. Αὐτὸς ὁ κατὰ τὰ ἄλλα ὑπερεύθικτος καὶ ἀνεξάρτητος, θὰ λάβει τὶς ὁδηγίες, θὰ πληρώσει καὶ θὰ πεῖ κι εὐχαριστῶ, ἐπειδὴ τοῦ ἔμαθαν αὐτὸ ποὺ ἤδη γνώριζε. Αὔριο, τοῦ λέει ὁ σύμβουλος, θὰ φερθεῖς ἔτσι στὴ γυναίκα σου, ἔτσι στὰ παιδιά σου. Ὁ σύζυγος ξαναβαφτίζεται σύζυγος, ὁ πατέρας παίρνει ἐντολὴ νὰ ξαναγίνει πατέρας. Μποροῦμε νὰ εἴμαστε ἥσυχοι λοιπόν. Κάθε τόσο, κάποιοι θὰ μᾶς ὑπενθυμίζουν, μὲ τὸ ἀζημίωτο, αὐτὸ ποὺ διαλέξαμε νὰ εἴμαστε.

Βασίλης Καραποστόλης

Τρίτη 11 Ιουλίου 2023

 


Μόνον ὁ Θεὸς γνωρίζει

Ἕνα χειμωνιάτικο πρωϊνὸ ὁ περίφημος Ρουμάνος ἀσκητὴς Κλεόπας Ἰλίε βρισκόταν στὸ Ἱερὸ ἑνὸς μοναστηριακοῦ Ναοῦ καὶ διάβαζε γονατιστὸς τὴν ἀκολουθία τῆς Θείας Μεταλήψεως. Μετὰ ἀπὸ λίγη ὥρα μπῆκε στὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ προσευχηθεῖ μία γυναίκα ποὺ εἶχε ἔρθει στὸ Μοναστήρι ἀπὸ τὸ βράδυ.

«Προσκυνοῦσε ὅλες τὶς εἰκόνες καὶ ἔκανε παντοῦ μετάνοιες, διηγεῖται ὁ π. Κλεόπας. Δὲν γνώριζε ὅτι κάποιος ἦταν μέσα στὴν Ἐκκλησία. Τὴν παρατηροῦσα συνεχῶς ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη. Ἐκείνη, ἀφοῦ προσκύνησε τὶς εἰκόνες, γονάτισε στὸ μέσον τῆς Ἐκκλησίας, ὕψωσε τὰ χέρια της καὶ ἔλεγε ἀπὸ τὴν καρδιά της αὐτὰ τὰ λόγια: — Κύριε, μὴ μὲ ἐγκαταλείπης! Κύριε, μὴ μὲ ἐγκαταλείπης! Εἶδα τότε ἕνα λαμπρὸ κίτρινο φῶς γύρω της καὶ τρόμαξα! Ἡ γυναίκα ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπο στὴ γῆ καὶ προσευχόταν σιωπηλά. Ἡ φωτεινὴ νεφέλη ποὺ τὴν περιέλουζε, μεγάλωσε περισσότερο καὶ μετὰ σιγά-σιγὰ ἐξαφανίστηκε. Ἀφοῦ ἔσβησε τὸ Θεῖο φῶς,σηκώθηκε στὰ πόδια της καὶ βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.

Ἦταν μία ἁπλὴ γυναίκα ἀπὸ τὰ γειτονικὰ χωριά μας. Ἰδοὺ λοιπόν, ποιός ἔχει τὸ δῶρο τῆς προσευχῆς! Νὰ ποὺ οἱ λαϊκοὶ ξεπερνοῦν καμμιὰ φορὰ τοὺς Μοναχούς! Ἐγὼ ἔκανα μετὰ προσκομιδὴ καὶ ἀπὸ τὴν μεγάλη μου συγκίνηση ἄρχισα νὰ κλαίω καὶ ἔτρεμα μὲ τὰ χαρτιὰ μνημονεύσεως στὸ χέρι. Μόνον ὁ Θεὸς γνωρίζει πόσοι ὑπάρχουν ἐκλεκτοὶ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο!.

Μοναχοῦ Σεραφείμ, «Χαρίσματα καὶ Χαρισματοῦχοι»

Παρασκευή 7 Ιουλίου 2023


Δοξολογία Θεοῦ
Λέει ὁ Γέροντας στὸν ὑποτακτικό: «Ἐξεγερθέντες τοῦ ὕπνου προσπίπτομέν σοι, ἀγαθέ, καὶ τῶν ἀγγέλων τὸν ὕμνον βοῶμέν σοι, δυνατέ· ἅγιος, ἅγιος» κτλ. «Κουά, κουά, κουά, κουὰ» τὰ βατράχια, κοάζουν, πῶς λέγεται, ξεχάσαμε καὶ τὰ ἑλληνικὰ τώρα.
- Βρὲ παιδί μου, λέει, πήγαινε στὰ βατράχια καὶ πές τα: Ἄ, νὰ σᾶς πῶ, ὁ Γέροντας λέει, σταματῆστε τώρα γιατὶ θέλουμε νὰ διαβάσουμε ἐμεῖς τὴν ἀκολουθία.
- Νά ῾ναι εὐλογημένο, Γέροντα.
Αὐτὸς ἦταν ὑποτακτικός! Βλέπεις; Δὲν εἶπε, «ἔ, Γέροντα, τὰ βατράχια θὰ πάω νὰ πῶ ἐγώ;» Ὄχι, ὑπακοή.
- Ἀκοῦστε ἐδῶ, βατράχια, εἶπε ὁ Γέροντας νὰ σταματήσετε τώρα, γιατὶ θέλουμε νὰ διαβάσουμε ἐμεῖς τὴν ἀκολουθία.
Μίλησε τὸ βατράχι ἐκεῖ! Λέει:
- Πὲς τοῦ Γέροντα, τώρα τελειώνουμε κι ἐμεῖς τὴν δοξολογία τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ πᾶμε κι ἐμεῖς νὰ ξεκουραστοῦμε.
Καὶ τὰ βατράχια ὑμνολογοῦν τὸ Θεό! Ὅλη ἡ φύση, νὰ ποῦμε, ὑμνολογεῖ, δοξολογεῖ τὸν Θεό, καὶ κατὰ τὴν καθαρότητά μας ἀκοῦμε κι ἐμεῖς αὐτὴν τὴ μυστικὴ δοξολογία, τὴ μυστική, τὴν ἄφωνο ὑμνολογία ποὺ κάνουνε καὶ οἱ πέτρες ἀκόμη. Αὐτὸ πῶς τὸ λένε, κάτι στίχους ποὺ ἔχει ἡ μεγάλη δοξολογία, δὲν ξέρω πῶς τὰ λένε, γιατὶ ἐγὼ ἔχω χρόνια νὰ πάω πάνω στὴν ἀκολουθία.
Μοναχοί: Πῦρ, χάλαζα, χιών, πνεῦμα καταιγίδος...
Γέροντας: Πῦρ, χάλαζα, πῦρ καταιγίδος κτλ., ὅλα, τότε ἀρχίζει ἡ μεγάλη δοξολογία. Βλέπετε; Καὶ τὰ ὄρη καὶ τὰ βουνὰ καὶ τὰ δέντρα καὶ ἡ θάλασσα καὶ τὰ ψάρια, ὅλα ὑμνολογοῦν τὸν Θεό. Ἀλλὰ ἐμεῖς, ἐπειδὴ ἔχουμε ἀμαυρώσει, δηλαδή, τὸ νοερὸν τῆς ψυχῆς μας, γι᾿ αὐτὸ λίγο τὸ καταλαμβάνουμε, λίγο. Ὅσο καθαρίζεσαι μέσα σου, τόσο καὶ περισσότερο λαμβάνεις ἕναν φωτισμό, λαμβάνεις μίαν αἴσθηση ὅτι κανένα κτίσμα τοῦ Θεοῦ δὲν μένει ἀργό, ἀλλὰ ὅλα δοξολογοῦν τὸν Θεό. Καὶ ἡ μύγα καὶ τὸ κουνούπι, καὶ τὸ βόδι καὶ τὸ ζῶο, ὅλα δοξολογοῦν τὸν Θεό. Ὅταν καθαριστεῖς μέσα σου, θὰ τὴν δεῖς αὐτὴν τὴ μυστικὴ δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ὅσο καθαρίζεσαι μέσα σου, θὰ τὸ δεῖς καὶ λές: Ταλαίπωρε ἄνθρωπε, ἐσὺ μόνο δὲν δοξολογεῖς τὸν Θεό. Ὅλα δοξολογοῦν τὸν Θεό!
Γέρων Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης

Τετάρτη 5 Ιουλίου 2023



Ὁ παπαγάλος
Σὰν ἔμαθε τὴ λέξη καλησπέρα
ὁ παπαγάλος, εἶπε ξαφνικά:
«Εἶμαι σοφός, γνωρίζω ἑλληνικὰ
τί κάθομαι ἐδῶ πέρα!»
Τὴν πράσινη ζακέτα του φορεῖ
καὶ στὸ συνέδριο τῶν πουλιῶν πηγαίνει,
γιὰ νὰ τοὺς πεῖ μιὰ γνώμη φωτισμένη.
Παίρνει μιὰ στάση λίγο σοβαρή,
ξεροβήχει, κοιτάζει λίγο πέρα
καὶ τοὺς λέει: καλησπέρα!
Ὁ λόγος του θαυμάστηκε πολύ.
Τί διαβασμένος, λένε, ὁ παπαγάλος!
Θἆναι σοφὸς αὐτὸς πολὺ μεγάλος,
ἀφοῦ μπορεῖ κι ἀνθρώπινα μιλεῖ!
Ἀπ᾿ τὶς Ἰνδίες φερμένος, ποιὸς τὸ ξέρει
πόσα βιβλία μαζί του νἄχει φέρει,
μὲ τὶ σοφοὺς ἐμίλησε, καὶ πόσα
νὰ ξέρει στῶν γραμματικῶν τὴ γλώσσα!
«Κυρ-παπαγάλε, θἄχουμε τὴν τύχη
ν᾿ ἀκούσουμε τὶ λὲς καὶ πάρα πέρα;»
Ὁ παπαγάλος βήχει, ξεροβήχει,
μὰ τὶ νὰ πεῖ; Ξανάπε: καλησπέρα!
Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Τρίτη 4 Ιουλίου 2023

Οἱ Βίοι τῶν Ἁγίων
Ἀλλά τί εἶναι ἀκόμη οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων»; Ἡ μοναδική Παιδαγωγική τῆς Ὀρθοδοξίας. Διότι μέσα εἰς αὐτούς, κατά ἀναριθμήτους εὐαγγελικούς τρόπους, τελείως δοκιμασμένους διά τῆς μακραίωνος ἐμπειρίας, ἔχει καταδειχθῆ πῶς διαπλάσσεται καί οἰκοδομεῖται τό τέλειον ἀνθρώπινον πρόσωπον, ὁ τέλειος ἄνθρωπος, καί πῶς αὐξάνει «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ», διά τῶν ἁγίων μυστηρίων καί τῶν ἁγίων ἀρετῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Χριστοῦ. Τοῦτο δέ ἀκριβῶς ἀποτελεῖ τό παιδαγωγικόν ἰδεῶδες τοῦ Εὐαγγελίου, τό μόνον παιδαγωγικόν ἰδεῶδες τό ἄξιον ἑνός θεοειδοῦς ὄντος, ὅπως εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Τό ἰδανικόν αὐτό ἔθεσεν ἀλλά καί ἐπραγματοποίησε πρῶτος ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, κατόπιν δέ Αὐτοῦ τό ἐπραγματοποίησαν καί οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καί οἱ λοιποί ἅγιοι τοῦ Θεοῦ. Ἐν τούτοις ὅμως, ἄνευ τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ καί ἔξω ἀπό Αὐτόν, ὁποιονδήποτε καί ἄν εἶναι τό παιδαγωγικόν ἰδανικόν τοῦ ἀνθρώπου, αὐτός θά παραμένη διά παντός ἕνα ὄν ἀτελές, ἕνα ὄν θνητόν, ἕνα ὄν ἄθλιον καί τραγικόν, ἄξιον τῶν δακρύων ὅλων τῶν ὀφθαλμῶν, ὅσοι ὑπάρχουν εἰς τούς κόσμους τοῦ Θεοῦ.
Ἐάν θέλετε, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» εἶναι μιά ἰδιόμορφος ὀρθόδοξος Ἐγκυκλοπαιδεία. Εἰς αὐτούς δύναται νά εὕρη κανείς ὅλα ὅσα χρειάζονται εἰς μίαν ψυχήν πεινασμένην καί διψασμένην διά τήν αἰωνίαν Δικαιοσύνην καί αἰωνίαν Ἀλήθειαν μέσα εἰς αὐτόν τόν κόσμον.πεινασμένην καί διψασμένην διά τήν θείαν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνίαν ζωήν. Ἐάν διψᾶς τήν πίστιν, θά τήν εὕρης πλουσίαν εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» καί θά χορτάσῃς τήν ψυχήν σου μέ τροφήν διά τήν ὁποίαν ποτέ δέν θά ξαναπεινάσῃς. Ἐάν ποθῇς τήν ἀγάπην, τήν ἀλήθειαν, τήν δικαιοσύνην, τήν ἐλπίδα, τήν πραότητα, τήν ταπείνωσιν, τήν μετάνοιαν, τήν προσευχήν ἤ ὁποιανδήποτε ἀρετήν καί ἄσκησιν, εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» θά εὕρῃς ἕνα πλῆθος ἁγίων διδασκάλων διά κάθε ἄσκησιν καί θά λάβῃς τήν βοήθειαν τῆς χάριτος διά κάθε ἀρετήν. Ἐάν περνᾶς μαρτύρια διά τήν πίστιν σου εἰς τόν Χριστόν, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» θά σέ παρηγορήσουν καί θά σέ ἐνθαρρύνουν, θά σέ ἐνδυναμώσουν καί θά σέ ἀναπτερώσουν, ὥστε τά μαρτύριά σου νά μεταβληθοῦν εἰς χαράν. Εἶσαι εἰς ὁποιονδήποτε πειρασμόν; Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» θά σέ βοηθήσουν νά τόν νικήσῃς καί τώρα καί πάντοτε. Ἐάν πάλιν εὑρίσκεσαι εἰς κίνδυνον ἀπό τούς ἀοράτους ἐχθρούς τῆς σωτηρίας σου, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» θά σέ ὁπλίσουν μέ τήν «πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ» καί σύ θά τούς πολεμήσῃς καί θά τούς διαλύσῃς ὅλους, καί τώρα καί πάντοτε καί εἰς ὅλην σου τήν ζωήν. Ἐάν ἐξ ἄλλου εὑρίσκεσαι ἐν μέσῳ ὁρατῶν ἐχθρῶν καί διωκτῶν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» θά σοῦ δώσουν τό θάρρος καί τήν δύναμιν τῆς ὁμολογίας, διά νά ὁμολογῇς ἄνευ φόβου τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί Κύριον εἰς ὅλους τούς κόσμους, τόν Ἰησοῦν Χριστόν.θά στέκης διά τήν ἀλήθειαν τοῦ Εὐαγγελίου Του ἀκλόνητος μέχρι θανάτου, ὁποιουδήποτε θανάτου, καί θά αἰσθανθῇς τόν ἑαυτόν σου δυνατώτερον ἀπό κάθε θάνατον καί ἀπό κάθε ἐχθρόν τοῦ Χριστοῦ. Ὑποφέρων διά τόν Χριστόν, θά ἀλαλάζῃς ἀπό χαράν, αἰσθανόμενος μέ ὅλον σου τό εἶναι, ὅτι ἡ ζωή σου εὑρίσκεται εἰς τούς οὐρανούς, πέραν ὅλων τῶν θανάτων, κρυμμένη σύν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ.
Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Δευτέρα 3 Ιουλίου 2023


Καὶ τί καταλαβαίνει πολλὲς φορὲς ὁ κόσμος;
Ἐμεῖς πρέπει νὰ προσέξουμε στὴν πράξη τοῦ Ἰωσήφ. Ὁ Ἰωσὴφ ἦταν ἄνθρωπος μὲ ἀξίωμα καὶ μὲ ὑπόληψη. Ἦταν ὅμως κι ἄνθρωπος εὐσεβής. Ἡ εὐσέβειά του λοιπὸν τοῦ ἔδωσε τὸ θάρρος νὰ παρουσιαστεῖ στὸν Πιλάτο καὶ νὰ ζητήσει γιὰ νὰ ἐνταφιάσει τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅταν ὅλοι, ἄρχοντες καὶ λαός, ξεσηκώθηκαν καὶ ζήτησαν τὸ θάνατο τοῦ ἀναμάρτητου, καὶ μάλιστα ἕνα θάνατο ἐπώδυνο καὶ ἀτιμωτικό, χρειαζότανε πραγματικὰ θάρρος καὶ τόλμη γιὰ νὰ φροντίσει κανεὶς γιὰ τὸν νεκρὸ αὐτοῦ τοῦ κατάδικου. Ἡ πράξη τοῦ Ἰωσὴφ μᾶς λέγει πώς, ὅταν εἶναι νὰ ἐκτελέσουμε ἕνα ἱερὸ χρέος, δὲν πρέπει νὰ ὑπολογίζουμε τί μπορεῖ νὰ πεῖ καὶ τί μπορεῖ νὰ μᾶς κάνει ὁ κόσμος. Καὶ τί καταλαβαίνει δὰ πολλὲς φορὲς ὁ κόσμος; Ὅταν οἱ δημαγωγοὶ κατεβάζουν τὸν λαὸ καὶ τὸν κάνουν ὄχλο, τότε τί καταλαβαίνουν οἱ ἄνθρωποι; Ὅ,τι καταλάβαιναν ἐκεῖνοι, ποὺ ἄφηναν ἐλεύθερο τὸν Βαραββὰ καὶ φώναζαν γιὰ τὸν Χριστό «Ἆρον, ἆρον, σταύρωσον αὐτόν»!. Καὶ συμβαίνει πολλὲς φορές, γιὰ δυστυχία τῶν ἀνθρώπων, νὰ μένει ἕνας μόνος του μάρτυρας τῆς ἀλήθειας μέσα σ’ ἕναν ὄχλο φανατισμένο καὶ τυφλό. Ἔτσι μόνος ἔμεινε ὁ Χριστὸς ἀπέναντι στὸν μαινόμενο ὄχλο, κι ὅταν οἱ ἄλλοι πῆγαν ἥσυχοι νὰ κοιμηθοῦν, μόνοι βρέθηκαν δύο ἄνδρες, γιὰ νὰ θάψουν τὸ θεῖο σῶμα τοῦ Λυτρωτῆ καὶ νὰ σώσουν τὴν τιμὴ τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Ἀλλοίμονο στὸν κόσμο, ἀδελφοί μου, ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ ὄχλου! Καὶ χαρὰ σ’ ἐκείνους, ποὺ δὲν φοβήθηκαν τὴν κατακραυγὴ τοῦ λαοῦ, τοῦ λαοῦ ποὺ τὸν διέφθειραν οἱ δημαγωγοὶ καὶ τὸν ἔκαναν ὄχλο! Αὐτοὶ εἶναι πράγματι θαρραλέοι καὶ ἡρωικοί. Μπορεῖ νὰ τοὺς ἀνατρέψει καὶ νὰ τοὺς πατήσει ὁ ὄχλος, μὰ αὐτοὶ δὲν τοῦ κάνουν τόπο νὰ περάσει. Κι ἀκόμα τρὶς χαρὰ σ’ ἐκείνους, ποὺ ὅταν ὁ ὄχλος τοὺς καταριέται αὐτοὶ εὐλογοῦν.
Ἔπειτα τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ τὴν τολμηρὴ πράξη τῶν τριῶν μυροφόρων γυναικῶν. Εἶναι κι αὐτὴ μία πράξη, ποὺ τὴν ἐμπνέει ἡ ἀγάπη κι ἡ ἀφοσίωση στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πολλὲς δυσκολίες εἴχανε νὰ ὑπερνικήσουν οἱ τρεῖς γυναῖκες· τοὺς ἄρχοντες, τὸν λαό, τὴ στρατιωτικὴ φρουρὰ καὶ τὴν πέτρα τοῦ μνημείου. Δὲν λογάριασαν τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτὰ καὶ μόνο τὴν τελευταία στιγμὴ θυμήθηκαν τὴν πέτρα. Ποιὸς θὰ τραβοῦσε τὴ μεγάλη πέτρα ἀπὸ τὴ θύρα τοῦ μνημείου; Μὰ ἡ πέτρα βρέθηκε τραβηγμένη καὶ Ἄγγελος Κυρίου καθότανε στὰ δεξιὰ μέσα στὸ μνημεῖο. Αὐτὸς ἀνάγγειλε στὶς μυροφόρες γυναῖκες τὴν Ἀνάσταση. Εἶναι τάχα μία τυχαία σύμπτωση, ὅτι δηλαδὴ γυναῖκες ἄκουσαν πρῶτες τὸ μήνυμα τῆς Ἀνάστασης κι ἐκεῖνες τὸ μετέφεραν στοὺς Ἀποστόλους; Ὅμως σύμπτωση καὶ τύχη δὲν ὑπάρχει ἔξω ἀπὸ τὴ βουλὴ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ θέληση τοῦ ἀνθρώπου. Ὅ,τι γίνεται στὸν κόσμο γίνεται κατὰ ἕνα λόγο πνευματικό, ποὺ ἔχει τὴ ρίζα του μέσα στὴ βουλὴ τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν ἐλεύθερη θέληση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ πνευματικὸς αὐτὸς λόγος δὲν εἶναι βέβαια ἐκεῖνο ποὺ μάθαμε νὰ λέμε φυσικὸ νόμο. Ὁ φυσικὸς νόμος εἶναι δουλεία, ἡ δουλεία τοῦ αἰτίου καὶ τοῦ ἀποτελέσματος. Ὁ πνευματικὸς λόγος εἶναι ἔξω ἀπὸ κάθε ἔννοια καταναγκασμοῦ, εἶναι ὁ χῶρος τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς προσωπικῆς εὐθύνης. Πίσω ἀπὸ τοὺς λεγόμενους φυσικοὺς νόμους πρέπει πάντα νὰ ἀναζητοῦμε τοὺς πνευματικοὺς λόγους, τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Σύμπτωση καὶ τύχη δὲν εἶναι ποὺ μὲ τὴ βουλὴ τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὴ θέληση τοῦ ἀνθρώπου στέκει ὁ κόσμος καὶ κινεῖται στὴν ἱστορική του πορεία. Πῶς θὰ μποροῦσαν τώρα νὰ μὴν εἶναι γυναῖκες οἱ Ἄγγελοι τῆς Ἀνάστασης; Αὐτὲς κινήθηκαν ἀπὸ κάποια δική τους προαίρεση καὶ δύναμη καὶ πῆγαν στὸ μνημεῖο. Ἔπειτα ἡ γυναίκα, ποὺ πρωτοστάτησε στὴν πτώση, πρωτοστατεῖ καὶ τώρα στὸ μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας, ἀπὸ τὴ Γέννηση μέχρι τὴν Ἀνάσταση.
Μητροπολίτης Κοζάνης Διονύσιος Ψαριανὸς