Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018



Ἐλεγεῖο
Στὴ φωτιὰ τοῦ ματιοῦ σου θὰ χαμογέλασε κάποτε ὁ Θεὸς
Θά ’κλεισε τὴν καρδιά της ἡ ἄνοιξη σὰ μιᾶς ἀρχαίας ἀκρογιαλιᾶς μαργαριτάρι.
Τώρα καθὼς κοιμᾶσαι λαμπερὸς
Στοὺς παγωμένους κάμπους ποὺ οἱ ἀγράμπελες
Γίναν βαλσαμωμένα φτερὰ μαρμάρινα περιστέρια
Βουβὰ παιδιὰ τῆς ἀπαντοχής –
Ἤθελα νά ’ρθεις μιὰ βραδιὰ σὰ βουρκωμένο σύννεφο
Ἄχνη τῆς πέτρας πάχνη τῆς ἐλιᾶς
Γιατί στὸ ἁγνό σου μέτωπο
Κάποτε θά ’βλεπα κι ἐγὼ
Τὸ χιόνι τῶν προβάτων καὶ τῶν κρίνων
Μὰ πέρασες ἀπ’ τὴ ζωὴ σὰν ἕνα δάκρυ τῆς θάλασσας
Σὰ λαμπηδόνα καλοκαιριοῦ καὶ στερνοβρόχι τοῦ Μάη
Κι ἃς ἤσουν μιὰ φορὰ κι ἐσὺ ἕνα γεράνιο κῦμα της
Ἕνα πικρὸ βότσαλό της
Ἕνα μικρὸ χελιδόνι της σ’ ἕνα πανέρημο δάσος
Χωρὶς καμπάνα τὴ χαραυγὴ χωρὶς λυχνάρι τὸ ἀπόβραδο
Μὲ τὴ ζεστή σου καρδιὰ γυρισμένη στὰ ξένα
Στὰ χαλασμένα δόντια τῆς ἄλλης ἀκρογιαλιᾶς
Στὰ γκρεμισμένα νησιὰ τῆς ἀγριοκερασιᾶς καὶ τῆς φώκιας.
Νίκος Γκάτσος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου