Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2018

Στὴν Ἐκκλησία αἰσθάνομαι ἐλευθερία
Ὁ μωσαϊκὸς νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπρόσταζε νὰ προσφέρεται κάθε πρωτότοκο ἀρσενικὸ βρέφος στὸν Ναὸ τοῦ Σολομῶντος τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα ἀπὸ τῆς γεννήσεώς του, ἀπέβλεπε στὸ νὰ προετοιμάση τὸν Ἰσραηλιτικὸ λαό, ὅπως καὶ ἄλλες διατάξεις τοῦ Νόμου, γιὰ τὴν ἔλευσι τοῦ Μεσσίου. Γιὰ ἐκεῖνον τὸν μοναδικὸ πρωτότοκο Υἱὸ τῆς Παρθένου, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο ὁλοκληρωτικὰ ἀφιερωμένος εἰς τὸν Θεόν, δηλαδὴ τὸν Μεσσίαν. Εἶχε λοιπὸν μεσσιανικὸ χαρακτήρα αὐτὴ ἡ ἐντολή. Καὶ μὲ παρόμοιες ἐντολὲς διατηρήθηκε στὸν Ἰσραηλιτικὸ λαὸ ἡ συνείδησις τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ Νόμου γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων καί τῆς προσδοκίας τοῦ ἐρχομένου Μεσσίου, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπλήρωνε τὸν Νόμο καὶ θὰ ἔφερε τὸ πλήρωμα τῆς σωτηρίας καὶ τῆς αἰωνίου ζωῆς στοὺς ἀνθρώπους.
Ἀφοροῦσε λοιπὸν τὸν Χριστὸν ἡ διάταξις αὐτή, καὶ ὁ Κύριος, πρὸς τὸν ὁποῖον κατέτεινε αὐτὴ ἡ ἐντολή, δὲν ἐχρειάζετο νὰ προσφερθῆ εἰς τὸν Ναόν, διότι ἦτο ὁ ἴδιος ὁ Ναὸς τῆς Θεότητος. Ἠθέλησε ὅμως αὐτὸς ὁ Ποιητὴς τοῦ Νόμου νὰ πληρώση τὸν Νόμον, τιθέμενος ὑπὸ τὸν Νόμον. Καὶ ὡς δοῦλος καὶ αὐτὸς νὰ προσφερθῆ εἰς τὸν Ναὸν ἀπὸ τὴν Μητέρα Του καὶ τὸν θετὸ πατέρα Του καὶ νὰ γίνουν τὰ εἰθισμένα καὶ ὑπὸ τοῦ Νόμου προβλεπόμενα, οἱ τελετουργίες καὶ οἱ προσφορὲς ζεύγους τρυγόνων ἢ δύο νεοσσῶν περιστερῶν.
Ἔτσι ὁ Κύριος, ὅπως καὶ μὲ τὴν Περιτομὴ καὶ μὲ τὸ Βάπτισμά Του στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ καὶ μὲ ἄλλες πράξεις Του, κατέστησε τὸν ἑαυτὸ Του ὑπὸ τὸν Νόμον, ὥστε να ὑπερβῆ τὸν Νόμον διὰ τῆς ὑπακοῆς Του εἰς τὸν Νόμον, νὰ πληρώση τὸν Νόμον καὶ νὰ χαρίση εἰς τοὺς ἀνθρώπους, δι’ αὐτῆς τῆς ὑποταγῆς Του εἰς τὸν Νόμον, τὴν ἀληθινὴ ἐλευθερία. Δὲν εἶχε ἀνάγκη Ἐκεῖνος νὰ κερδίση τὴν ἐλευθερία ὑποτασσόμενος εἰς τὸν Νόμον, διότι ἦτο ὁ Ἴδιος ὁ χορηγὸς τῆς ἐλευθερίας, ἡ ὄντως Ἐλευθερία. Ἀλλὰ γιὰ νὰ δώση σὲ μᾶς ἐλευθερία, ἐμπῆκε ὑπὸ τὸν Νόμον. Συγχρόνως δέ, γιὰ νὰ δώση καὶ σὲ μᾶς παράδειγμα ὅτι, ἐὰν θέλουμε νὰ ἀποκτήσουμε τὴν ἀληθινὴ ἐλευθερία, πρέπει νὰ μποῦμε καὶ ἐμεῖς ἑκουσίως ὑπὸ τὸν Νόμον τοῦ Χριστοῦ. Ὄχι βέβαια τώρα ὑπὸ τὸν Νόμον τοῦ γράμματος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν Νόμον τῆς Χάριτος τῆς Καινῆς Διαθήκης.
Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ Μοναχοῦ. Ὁ Μοναχὸς ἑκουσίως θέτει τὸν ἑαυτό του ὑπὸ τὸν νόμον τῆς ὑπακοῆς, γιὰ νὰ ἀποκτήση τὴν ἀληθινὴ ἐλευθερία. Καὶ ὅσο καλυτέρα ὑπακοὴ κάνει, τόσο πιὸ ἐλεύθερος γίνεται. Ἐλεύθερος ἀπὸ τὰ πάθη, ἐλεύθερος ἀπὸ τὸν ἐγωισμό, ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε δουλεία, ἐλεύθερος τελικὰ καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν θάνατον.
Θυμάστε τὸν μακαριστὸ πατέρα Αὐξέντιο, ὁ ὁποῖος εἶχε φθάσει σὲ ὑψηλὰ μέτρα ἀρετῆς; Ὅταν τοῦ λέγαμε ὅτι εἶναι πιὰ γεροντάκι καὶ νὰ μὴ πηγαίνη στὴν Ἐκκλησία, διότι τὰ πόδια του δὲν τὸν βαστοῦσαν, αὐτὸς ἀπαντοῦσε: «δὲν εἶναι κατὰ Θεόν, στὴν Ἐκκλησία αἰσθάνομαι ἐλευθερία». Αὐτὴ τὴν ἐλευθερία αἰσθάνεται ὁ Μοναχός, ὅταν κάνη τὴν ἀδιάκριτο ὑπακοή, ὅπως τὴν θέλει ὁ Θεός. Ἐὰν ταλαιπωρούμεθα ἀπὸ λογισμοὺς ἢ ἀπὸ ἀκαταστασίες πνευματικές, αὐτὸ συμβαίνει διότι δὲν κάνουμε τὴν ὑπακοὴ ποὺ πρέπει. Καὶ γνωρίζετε καὶ ἐσεῖς ἐκ πείρας, ὅτι, ὁσάκις κάνετε ὑπακοὴ ὅπως τὴν θέλει Θεός, τότε αἰσθάνεσθε ἐλευθερία. Ἂς τὸ ὑποσημειώσωμε λοιπὸν αὐτὸ σήμερα ἐπ’ εὐκαιρία τῆς ὑπακοῆς ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος -καὶ ποὺ δὲν ἐχρειάζετο νὰ τὴν κάνη γιὰ τὸν ἑαυτό Του, ἀλλὰ τὴν ἔκανε γιὰ μᾶς- στὸν Νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, γιὰ νὰ πορευώμεθα καὶ ἐμεῖς διὰ τῆς πιστῆς ὑπακοῆς στὴν ἀληθινὴ ἐλευθερία των τέκνων τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς ἐχάρισε.
Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης

Ὁμιλία τοῦ Γέροντα στὴν τράπεζα τῆς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου τὸ 1991.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου