Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018


Μὴ μᾶς ξεχνᾶς!
Πρό διετίας ἦλθε στήν χώρα μας καί μίλησε στό Μέγαρο Μουσικῆς ἐνώπιον πολυπληθεστάτου ἀκροατηρίου ὁ διάσημος ἀμερικανοεβραῖος ψυχίατρος Ἴρβιν Γιάλομ. Τό θέμα του ἦταν «Ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ θανάτου». Συνεπής ἄθεος ὁ ἴδιος, ἔκανε ἕνα «κήρυγμα», πού εἶχε τό ἑξῆς τελικό «δίδαγμα»:
«Ἐπιχειρῆστε νά ζήσετε χωρίς τά προστατευτικά ‘κιγκλιδώματα’ πού προσφέρουν οἱ διάφορες θρησκεῖες - ἐννοῶ κάποια μορφή συνέχειας ἤ ἀθανασίας, πού ἀρνεῖται τό τελεσίδικο τοῦ θανάτου. Νομίζω ὅτι μποροῦμε νά ζήσουμε καλά χωρίς αὐτά τά κιγκλιδώματα...»
Ὅμως, τό παράξενο εἶναι, ὅτι ὁ ἴδιος (σέ πρόσφατο βιβλίο του) περιγράφει πόσο τόν συγκλόνισε ἕνα «πολύ ζωντανό» (ὅπως τό λέει) ὄνειρο, πού εἶδε τήν ἑπομένη νύχτα μετά τήν κηδεία τῆς μητέρας του: «Ἀκούω τήν μάνα μου νά οὐρλιάζει τό ὄνομά μου. Τρέχω πρός τό σπίτι τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας καί τήν βλέπω καθισμένη στήν σκάλα νά μοῦ φωνάζει: ‘Μή μᾶς ξεχνᾶς! Μή μᾶς ἀφήνεις νά χαθοῦμε’. Ἡ μάνα μου δὲν ἦταν πεθαμένη. Ἦταν ζωντανή καί μέ φώναζε...»!
Καί καταλήγει ὁ Γιάλομ: «Πᾶνε τώρα δεκαοκτώ χρόνια ἀπό τόν θάνατο τῆς μητέρας μου, ἀλλά ἡ εἰκόνα αὐτοῦ τοῦ ὀνείρου ἀντιστέκεται στὴ φθορὰ καί λάμπει ἀκόμα πεντακάθαρα στό μυαλό μου. Κι ἐγώ ὑπάκουσα στήν κραυγή τῆς μάνας μου. Προσπαθῶ νά τήν θυμᾶμαι. Ἡ φράση ‘μή μᾶς ξεχνᾶς’ πάντα μὲ συγκινεῖ... καί τήν ἔχω περάσει σέ ἔργα μου»!
Ἀβίαστα ξεπηδᾶνε κάποια ἐρωτήματα. Ἀφοῦ ὁ ἄθεος «ἱεροκήρυκας» Γιάλομ δέν παραδέχεται κάποια συνέχεια μετά τόν θάνατο, καί τήν θεωρεῖ ψεύτικο ‘προστατευτικό κιγκλίδωμα’, τότε:
Πῶς δίνει τόσο μεγάλη σημασία σέ ἕνα ὄνειρο, πού τόσο ἔντονα μαρτυρεῖ γιὰ μιὰ ζωντανὴ συνέχεια μετά τόν θάνατο;
Γιατί «ἡ εἰκόνα αὐτοῦ τοῦ ὀνείρου ἀντιστέκεται στὴ φθορὰ καί λάμπει ἀκόμα πεντακάθαρα στό μυαλό του» μετά ἀπό 18 χρόνια;
Γιατί νιώθει τήν ἀνάγκη νὰ ὑπακούσει στό οὐρλιαχτό-παράκληση τῆς ‘πεθαμένης’ μάνας του;
Μήπως μέ ὅλα αὐτά, ἀρνεῖται κι αὐτός - χωρίς νά τό θέλει – τό τελεσίδικο τοῦ θανάτου;
Τό Πάσχα γιορτάζουμε τήν «ἀπάντηση» τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ στό οὐρλιαχτό-παράκληση «μή μᾶς ξεχνᾶς» ὅλων τῶν φυλακισμένων στά ‘ταμεῖα τοῦ ἅδη’ ψυχῶν.
Τήν Μεγάλη Παρασκευή, στά ἐγκώμια τοῦ Ἐπιταφίου ψάλλουμε:
«Ἰησοῦ Χριστέ μου, Βασιλεῦ τοῦ παντός, τί ζητῶν τοῖς ἐν τῷ Ἅδῃ ἐλήλυθας; ἤ τό γένος ἀπολῦσαι τῶν βροτῶν;» Δηλαδή: «Τί ζητοῦσες, Χριστέ μου, καί κατέβηκες στόν ἅδη, παρά τό νά ἐλευθερώσεις τούς ἐκεῖ νεκρούς;»
«Ὤ χαρᾶς ἐκείνης! ὤ πολλῆς ἡδονῆς! Ἰησοῦ ἧς τούς ἐν Ἅδῃ πεπλήρωκας, ἐν πυθμέσι φῶς ἀστράψας ζοφεροῖς!» Δηλαδή, «μέ πόση χαρά καί μέ πόση ἡδονή γέμισες τούς αἰχμαλώτους τοῦ ἅδη, ἀστράπτοντας τό Φῶς Σου μέσα στά ζοφερά του σκοτάδια!»
Ὁ Χριστός δέν μᾶς ξέχασε. Δέν μᾶς ἄφησε νά χαθοῦμε. Ἀλλά ἔλαβε ἀνθρώπινη σάρκα, πάλαιψε μέ τόν θάνατο καί τόν νίκησε γιά χάρη μας. Καί ἔτσι μᾶς ἔδωσε τήν δυνατότητα νά πετάξουμε ὅλα τά ψεύτικα «προστατευτικά κιγκλιδώματα» τῆς ἄθεης ‘φιλοσοφίας’ καί ‘ψυχολογίας’, καί νά στηριχτοῦμε στόν ἄδειο Τάφο Του. Στόν Πανάγιο Τάφο Του, τόν Ὁποῖο ὁ Ἴδιος ἄδειασε αὐτεξουσίως μέ τήν Ζωοποιό Του Ἀνάσταση! 
Ἀρχιμανδρίτης Βαρνάβας Λαμπρόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου