Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014


Ὁ κὺρ Κατακουζνός
«Ἐπί τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλὰ ἐπὶ τὸν πρᾶον καὶ ἡσύχιον καὶ τρέμοντά μου τοὺς λόγους;».
Τέτοιος ἕνας πρᾶος καὶ ἡσύχιος ἤτανε ὁ μπάρμπα Κατακουζνός. Ρωμιοράφτης ἤτανε τὸ ζαναάτι του, «εἰρηνικὸν ἐπάγγελμα» ὅπως ἔλεγε ὁ ἴδιος. Τοὺς λέγανε ρωμηοραφτάδες, ἐπειδὴς ράβανε ροῦχα ρωμέικα, δηλαδὴ σαλβάρια, σταυρωτές, γοῦνες μὲ γιρμισούτια καὶ μὲ χάρτζα, ψιλοδουλειὰ πολλή. Οἱ ραφτάδες πάλι ποὺ ράβανε στενά, φράγκικα, λεγόντανε φραγκοραφτάδες.
Οἱ ρωμιοραφτάδες ἤτανε ντυμένοι μὲ σαλβάρια, κι ἤτανε γνωστικοί, ταπεινοί, χριστιανοί, λιγόλογοι καὶ σιγομίλητοι σὰν πνεματικοί, νιοὶ καὶ γέροι. Τὰ μαγαζιά τους εἴχανε καπάντζες, κι ἤτανε καθαρά, νοικοκυρεμένα, καὶ συχνάζανε σὲ δαῦτα ἀνθρῶποι θρῆσκοι καὶ ἥσυχοι, ποὺ περνούσανε δίπλα σου δίχως νὰ τοὺς καταλάβεις.
Μπροστὰ στὴν καπάντζα εἴχανε σοφάδες καὶ ράβανε καθισμένοι σταυροπόδι, μὲ βγαλμένα τὰ παπούτσια, μὲ τὰ τσουράπια. Μ᾿ ἕναν λόγο, ἤτανε ἀληθινὰ «εἰρηνικὸν ἐπάγγελμα», ὅπως τό ᾿λεγε ὁ μπάρμπα Κατακουζνός.
Σὰν τὸν ἥλιο ἔλαμπε τὸ πρόσωπό του. Περπατοῦσε σκυφτὸς μὲ τὰ χέρια του σταυρωμένα, σ᾿ ἕνα σχῆμα ποὺ φανέρωνε τὴν πραότητα. Γεροντάκι ἀδύνατο, «καρδία συντετριμμένη καὶ τεταπεινωμένη», μὲ φτωχικὰ ροῦχα καθαρότατα, πάντα κουμπωμένος, μ᾿ ἕνα στενὸ ζουνάρι στὴ μέση του. Τὰ καλάμια τῶν ποδαριῶν του ἤτανε ψιλὰ ὅπως τοῦ πουλιοῦ.
Περπατοῦσε σκυφτὸς καὶ μαζεμένος, σὰ φοβισμένος κι ἀνετριχιασμένος, καὶ κοιτοῦσε στὴ γῆς, καὶ μουρμούριζε ὁλοένα ρητὰ ἁγιασμένα καὶ λόγια ἀπὸ τὸ Ψαλτήρι.
Καθότανε σ᾿ ἕνα παλιὸ σπίτι στὸν ἀπάνω μαχαλᾶ, στὸν ἅγιο Βασίλη. Ἔψελνε τὴν Κυριακὴ σὲ μία μικρὴ ἐκκλησιὰ παράμερη.
Ἂν λάχαινε νὰ πάγει σ᾿ ἕνα μέρος καὶ λέγανε λόγια φωναχτὰ καὶ θυμωμένα, ἔφευγε δίχως νὰ τὸν καταλάβει κανένας. Εἰρηνοποιός, βλογημένος ἄνθρωπος.
Μία φορὰ ἔβρεξε, καὶ κάποιος τὸν ρώτηξε «Μπάρμπα Στυλιανέ, εἶναι καλὴ ἡ βροχὴ γιὰ νὰ γεννήματα;» καὶ κεῖνος τ᾿ ἀποκρίθηκε «Τωόντις, παιδί μου, εἶναι πολὺ ὠφέλιμη, δόξα σοι ὁ Θεός. Εἰρηνικὸς ὑετός!»
Τὴ μεγάλη Τρίτη ἔψελνε μὲ κατάνυξη τὸ τροπάρι τῆς Κασσιανῆς «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή».
Τὴν τελευταία φορὰ ποὺ τό ᾿ψαλε, ἅμα ἀπόλυσε ἡ ἐκκλησιὰ καὶ βγήκανε ἔξω, ὁ μπάρμπα Κατακουζνὸς τράβηξε στὸ σπίτι του μαζὶ μ᾿ ἕναν φίλο του γέρο θεοφοβούμενο, καὶ κεῖνος τοῦ ᾿πε «Κὺρ Στέλιο, εὖγε! Φέτος τό ᾿ψαλες ἐξαίσια».
Ὁ μπάρμπα Κατακουζνὸς δάκρυσε καὶ τοῦ ἀπάντησε: «Ἂς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ποὺ μᾶς ἀξίωσε καὶ φέτος νὰ τὸ ψάλλουμε. Κατανυκτικὰ τὸ εἴπαμε. Μερικοὶ ἐδάκρυσαν».
Ὁ καημένος ὁ μπάρμπα Κατακουζνός. Θεὸς σχωρέσ᾿ τον.
Ψυχὲς ἁγιασμένες, ποὺ σᾶς λερώνουνε τ᾿ ἁμαρτωλὰ τὰ χείλια μας! Ὦ ταπείνωση, ποὺ στόλιζες τὸ γένος μας σὲ καιροὺς βασανισμένους! Πῶς μίσεψες ἀπὸ μᾶς κι ἀσκημίσαμε, καὶ γενήκαμε δαιμονόψυχοι, ἐγωιστές, κι ἀδιάντροποι, στολισμένοι μὲ τὴ μαύρη στολὴ τοῦ Σατανᾶ!
Ἄνθρωπε ἄμυαλε, τί τρέχεις σὰν τρελὸς ξοπίσω ἀπὸ ἴσκιους; Ζῆσε μὲ ἁπλότητα. Γίνε σὰ μέρμηγκας μπροστὰ στὸ Θεὸ καὶ τότες θὰ νοιώσεις τὴ θερμὴ ἀγκαλιὰ ποὺ θὰ σὲ ζεστάνει.
Φώτης Κόντογλου


Τετράδιο 120 * Δεκέμβριος 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου