Κυριακή 20 Αυγούστου 2023
Σάββατο 19 Αυγούστου 2023
Αὐτός ποὺ μᾶς ἀδικεῖ, μᾶς εὐεργετεῖ
–Γέροντα, πῶς νὰ βλέπουμε αὐτόν ποὺ μᾶς ἀδικεῖ;
–Πῶς νὰ τὸν βλέπουμε; Σάν ἕναν μεγάλο εὐεργέτη μας, ποὺ μᾶς κάνει
καταθέσεις στὸ Ταμιευτήριο τοῦ Θεοῦ. Μᾶς κάνει πλούσιους αἰώνια. Μικρό πράγμα εἶναι
αὐτό; Τὸν εὐεργέτη μας δὲν τὸν ἀγαποῦμε; Δὲν τοῦ ἐκφράζουμε τὴν εὐγνωμοσύνη
μας; Ἔτσι καὶ αὐτόν ποὺ μᾶς ἀδικεῖ νὰ τὸν ἀγαποῦμε καὶ νὰ τὸν εὐγνωμονοῦμε,
γιατὶ μᾶς εὐεργετεῖ αἰώνια. Οἱ ἄδικοι ἀδικοῦνται αἰώνια, ἐνῶ ὅσοι δέχονται μὲ
χαρὰ τὴν ἀδικία δικαιώνονται αἰώνια.
Ἕνας εὐλαβής οἰκογενειάρχης δοκίμασε πολλές ἀδικίες στὴν δουλειά του. εἶχε
ὅμως πολλή καλωσύνη καὶ ὅλα τὰ ὑπέμεινε χωρίς νὰ γογγύση. Ἦρθε κάποτε στὸ
Καλύβι καὶ μοῦ τὰ εἶπε. Μετά μὲ ρωτάει: «Τί μὲ συμβουλεύεις νὰ κάνω;». «Ἔτσι νὰ
κάνεις, τοῦ λέω, νὰ ἀποβλέπης στὴν θεία δικαιοσύνη καὶ στὴν θεία ἀνταπόδοση καὶ
νὰ ὑπομένης. Τίποτε δὲν πάει χαμένο. Μὲ αὐτόν τὸν τρόπο ἀποταμιεύεις στὸ
Ταμιευτήριο τοῦ Θεοῦ. Στὴν ἄλλη ζωή σίγουρα θὰ ἔχης νὰ λάβης γι' αὐτήν τὴν
δοκιμασίαποὺ περνᾶς. Ἀλλά νὰ ξέρης, ὁ Καλός Θεὸς καὶ σ' αὐτήν τὴν ζωή ἀμείβει τὸν
ἀδικημένο. Ἄν ὄχι πάντοτε τὸν ἴδιο, ὁπωσδήποτε τὰ παιδιά του. Ξέρει ὁ Θεός. Ἔχει
πρόνοια γιὰ τὸ πλάσμα Του».
Ἅμα κάνη κανεὶς ὑπομονή, ἔρχονται τὰ πράγματα στὴν θέση τους. Τὰ οἰκονομάει
ὁ Θεός. Χρειάζεται ὅμως ὑπομονή χωρίς λογική. Ἀφοῦ ὁ Θεὸς βλέπει, παρακολουθεῖ,
νὰ παραδίνεται ἐν λευκῷ στὸν Θεό. Βλέπεις, ὁ Ἰωσήφ δὲν μίλησε, ὅταν τὸν
πούλησαν οἱ ἀδελφοί του γιὰ δοῦλο. Μποροῦσε νὰ πῆ: «Εἶμαι ἀδελφός τους». Δὲν μίλησε
ὅμως, καὶ μετά μίλησε ὁ Θεὸς καὶ τὸν ἔκανε βασιλιά.
Ἅμα ὅμως κανεὶς δὲν κάνη ὑπομονή, εἶναι βάσανο. Ἀπὸ 'κεῖ καὶ πέρα θέλει νὰ
τοῦ ἔρχωνται τὰ πράγματα ὅπως τοῦ ταιριάζει, ὅπως ἀναπαύεται. Καὶ ἀνάπαυση
φυσικά δὲν βρίσκει καὶ οὔτε τοῦ ἔρχονται ὅλα ἔτσι ὅπως τὰ θέλει.Ἐὰν κανεὶς ἀδικηθῆ
σ' αὐτήν τὴν ζωή ἀπὸ ἀνθρώπους ἤ ἀπὸ δαίμονες, δὲν ἀνησυχεῖ ὁ Θεός, γιατί
κέρδος προξενεῖται στὴν ψυχή. Πολλές φορές ὅμως λέμε ὅτι μᾶς ἀδικοῦν, ἐνῶ στὴν
οὐσία ἀδικοῦμε ἐμεῖς. Ἐδῶ θέλει προσοχή, νὰ πιάνουμε τὸν ἑαυτό μας.
Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης
Παρασκευή 18 Αυγούστου 2023
Ἡ δικαιολογία δὲν εἶναι γραμμένη στὴ Γραφή
Γι᾿ αὐτὸ πολλὲς
φορές, νὰ σᾶς πῶ, πατέρες, ἐφοβήθηκα τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ. Εἶναι σύμφωνος ὁ Θεὸς
μὲ μένανε ἢ μήπως ἀλλάζει ὁ Θεός; «Ἐμνήσθην τῶν κριμάτων Σου καὶ παρεκλήθην». Ἔτσι
εἶναι.
Ὁ Σταυρὸς δὲν
λείπει. Γιατί; Γιατὶ ἐφ᾿ ὅσον κι ὁ ἀρχηγός μας ἀνέβηκε στὸ Σταυρό, κι ἐμεῖς θ᾿ ἀνεβοῦμε,
νὰ ποῦμε. Ἀλλὰ ἀπ᾿ τὴ μία πλευρὰ εἶναι γλυκὺς καὶ ἐλαφρός, ἀπ᾿ τὴν ἄλλη μεριὰ εἶναι
πικρὸς καὶ βαρύς. Κατὰ τὴν προαίρεσή μας. Ἂν πάρεις μὲ ἀγάπη τὸν Σταυρὸ τοῦ
Χριστοῦ, εἶναι πολὺ ἐλαφρός, εἶναι σφουγγάρι, φελλός. Ἂν τὸ πάρεις, δηλαδή, ἀπ᾿
τὴν ἄλλη πλευρά, τότες εἶναι βαρὺς καὶ ἀσήκωτος.
Γι᾿ αὐτό, καὶ μένα ἡ
πείρα αὐτὸ μὲ δίδαξε. Τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ νὰ γίνει. Ἦταν ἀπ᾿ τὸ Θεὸ ἔτσι. Καὶ εἰρηνεύεις,
νὰ ποῦμε. Ἂν πεῖς μὰ γιατί ἐτοῦτο, ἐκεῖνο, δὲν εἰρηνεύεις, δὲν εἰρηνεύεις. Δὲν ἦταν
τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ νὰ φύγω τὴν Κυριακή, ἦταν τὴ Δευτέρα· δὲν ἤθελε ὁ Θεὸς τὴν
Τρίτη, ἤθελε νὰ φύγω τὴν Τετάρτη· ἔ, ὁ Θεὸς ἔτσι τά ῾φερε. Ἂν τὰ πάρεις ἀπ᾿ τὴν
ἄλλη πλευρὰ μὲ τὴν κρίση τὴ δική σου, θὰ σφάλεις καὶ μισθὸν δὲν ἔχεις. Μισθὸν δὲν
ἔχεις!
Μέσα σου νὰ βράζει ἡ
χαρά, νὰ μὴ φαίνεται· μέσα σου νὰ βράζει ἡ λύπη, ἡ κόλαση, ἀλλὰ μὴν τὸ ἐξωτερικεύεις.
Αὐτὸς εἶναι ὁ καλόγηρος.
Εἰδάλλως, ἐσὺ κι ἐγὼ
ἐδῶ, καὶ νὰ προσευχώμεθα· νὰ μὴν ἀκούει ὁ ἕνας τὸν ἄλλονε. Αὐτὸ εἶναι κατὰ
Θεόν. Ἅμα τὸ ἐξωτερικεύεις, εἴτε ὑπερηφάνεια θὰ σὲ πιάσει, ἢ... θὰ τὸ χάσεις.
Γι᾿ αὐτὸ λέω ὅτι, ὅπου
κι ἂν εὑρεθεῖ ὁ ἄνθρωπος, νὰ μὴν ἀπελπίζεται. Νὰ μὴν τὰ χάνει, νὰ μὴν τὰ
σαστίζει. Γιὰ τὸν ἄλφα καὶ τὸν βῆτα λόγο, ὁ Θεὸς γνωρίζει, σὲ δοκιμάζει. Σὲ
δοκιμάζει: Μπορεῖς νὰ κρατήσεις αὐτὴν τὴ θλίψη; Μπορῶ. Θὰ σοῦ δώσω χάρισμα. Δὲν
μπορεῖς; Κι αὐτὸ ποὺ σοῦ ῾δωσα, θὰ τὸ ἀφαιρέσω. Ἐγὼ δὲν θέλω δειλοὺς ἀνθρώπους.
Ὄχι ὅπως ἔστειλε ὁ Μωϋσῆς τοὺς κατασκόπους, λέει: «Ἐωράκαμεν υἱοὺς γιγάντων καὶ
ἦμεν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ ἀκρίδες». Ἔτσι; Ναί, ἀλλὰ ποιὸς τὸ λέει αὐτό; Ποιὸς τὸ
λέει; «Δειλὸς ἀποσταλεὶς εἰς ὑπακοήν, λέγει· λέων κατὰ τὴν ὁδὸν καὶ φονεῖς κατὰ
τὰς πλατείας». Δειλὸς ἄνθρωπος δὲν ἀξίζει τίποτες. Ἐνῶ τολμηρὸς πάντα βγαίνει
νικητής. Βλέπεις;
Ἡ δικαιολογία δὲν εἶναι
γραμμένη στὴ Γραφή. Οἱ ἅγιοι ὄχι μόνο δὲν δικαιολογοῦνται, ἀλλὰ ὑποφέρουν ἑκουσίως
γιὰ τοὺς ἄλλους.
Πάτερ, ὄχι ἔτσι. Ἐσὺ
νὰ διορθώσεις τὸν ἑαυτό σου, ὄχι νὰ περιμένεις τοὺς ἄλλους. Ἐσὺ νὰ σταθεῖς ἀπὸ
κάτω, νὰ σὲ πατᾶν ὅλοι. Τότες εἶσαι ἐν τάξει. Εἰδάλλως...
Ἐσὺ νὰ ἁρματωθεῖς
στὴν ὑπομονή. Ὁ δρόμος ὁ τοῦ Σταυροῦ αὐτὸς εἶναι.
Ὁ ἄνθρωπος, ὅσο καὶ
σοφὸς νὰ εἶναι, νὰ συμβουλεύεται καὶ λιγάκι. Δὲν εἴμαστε ἐμεῖς θεοδίδακτοι. Οὔτε
ὁ Θεὸς καὶ σύ· μπορεῖς νὰ πάρεις πληροφορίαν ἀπὸ τὸ Θεό; Δὲν εἴμαστε σ᾿ αὐτὴ τὴν
κατάσταση. Ά, νὰ ρωτήσουμε καὶ κάναν ἄλλονε. Νὰ ρωτήσουμε, νὰ συμβουλευτοῦμε. Ἔ,
δὲν ἔχεις κανέναν ἄνθρωπο καλύτερό σου;
Θὰ κάνεις ὑπομονὴ
στὰ δικά σου τὰ πάθη, θὰ κάνεις καὶ στὰ δικά μου. Ἔτσι θὰ γίνεις ἅγιος.
Πέμπτη 17 Αυγούστου 2023
Ἕνα τηλεφώνημα ἀπὸ
τὸν Ἅγιο Πορφύριο
...Ἤμουν θλιμμένος μετὰ ἀπὸ πρόσφατο θάνατο προσφιλοῦς μου προσώπου.
Σκεπτόμουν γιὰ μέρες τὸ θέαμα τοῦ ἐνταφιασμοῦ, τὴν κάλυψη τοῦ νεκροῦ μὲ τὸ χῶμα
καὶ τὴν ἐπακόλουθη σήψη τοῦ σώματος. Πῶς θὰ ἦταν ὁ ἄνθρωπος ἐὰν δὲν ὑπῆρχε ἡ
πτώση τῶν πρωτοπλάστων; Διαρκὴς χαρά, κανένα ἐρώτημα γιὰ τὴν αἰώνια μακαριότητά
μας. Τώρα, «σκωλήκων βρῶμα καὶ δυσωδία». Ἐπάνω σ᾿ αὐτὲς τὶς σκέψεις μὲ πέτυχε ὁ
παππούλης μ᾿ ἕνα τηλεφώνημά του.
-Γιωργάκη, κάνεις ἰατρεῖο αὐτὴ τὴν ὥρα;
-Ὄχι, γέροντα, τελείωσα.
-Ἄνοιξε τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον στὸ Ε΄ κεφάλαιο, στίχος 24, εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο
ποὺ διαβάζουμε στὶς κηδεῖες, καὶ διάβασέ το ἀργά ἀργά.
Ἄρχισα νὰ διαβάζω: «Ἀμήν, ἀμήν, λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων
καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με ἔχει ζωὴν αἰώνιον καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται ἀλλὰ
μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν».
Μὲ διέκοψε ἀπότομα.
-Τὸ κατάλαβες; Δὲν ὑπάρχει θάνατος! Δὲν θὰ δοκιμάσουμε τὴν «πεθαμενίλα»! «Μεταβέβηκεν
ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν». Πόσο μᾶς ἀγάπησε ὁ Θεός... Καὶ αὐτὸ τὸ φρόντισε.
Τὸ λέει καὶ ὁ Ἀπόστολος τῆς Νεκρώσιμης Ἀκολουθίας: «Εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς
ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ».
Τὸ σκέφθηκες ποτὲ αὐτὸ τὸ «ἄξει σὺν αὐτῷ;» Ὁ Θεὸς δὲν θὰ συγκεντρώσει ἐκεῖ
πτώματα. Ζωντανοὺς θὰ μαζέψει κοντά Του. Στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἀναστήθηκε ἡ ἀνθρώπινη
φύση. Καλά σοῦ τὸ εἶπα: δὲν θὰ δοκιμάσουμε «πεθαμενίλα». Τὸ κατάλαβες;
Καὶ ἔκανε μιὰ θαυμάσια περιγραφὴ τῆς ζωῆς κοντὰ στὸν ἀναστάντα Χριστό.
-Ἐκεῖ θὰ ὑμνοῦμε τὴν Ἁγία Τριάδα, μὲ τὰ Σεραφεὶμ καὶ τὰ Χερουβείμ, ἀενάως.
Ναί, ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ ἀνάξιοι, γιατὶ τόσο πολὺ μᾶς ἀγάπησε ὁ Θεός...
Ἡ φωνή του ἔσβηνε σιγὰ σιγὰ ἀπὸ τὴ συγκίνηση.
-Κλαίω, βρὲ Γιωργάκη, ἀπὸ χαρά. Τί οὐράνια πράγματα εἶναι ἐτοῦτα ποὺ μᾶς
δωρίζει ὁ Θεός!
Γεώργιος Παπαζάχος
Τετάρτη 16 Αυγούστου 2023
Ὁ ἀχάριστος εἶναι πάντα λυπημένος
-Γέροντα, γιατί πολλοὶ ἄνθρωποι, ἐνῶ τὰ ἔχουν ὅλα, νιώθουν ἄγχος καὶ
στενοχώρια;
-Ὅταν βλέπετε ἕναν ἄνθρωπο νὰ ἔχη μεγάλο ἄγχος, στενοχώρια καὶ λύπη, ἐνῶ
τίποτε δὲν τοῦ λείπει, νὰ ξέρετε ὅτι τοῦ λείπει ὁ Θεός.
Ὅποιος τὰ ἔχει ὅλα, καὶ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ὑγεία, καί, ἀντὶ νὰ εὐγνωμονῆ τὸν
Θεὸ , ἔχει παράλογες ἀπαιτήσεις καὶ γκρινιάζει, εἶναι γιὰ τὴν κόλαση μὲ τὰ
παπούτσια. Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔχη εὐγνωμοσύνη, μὲ ὅλα εἶναι εὐχαριστημένος.
Σκέφτεται τί τοῦ δίνει ὁ Θεὸς κάθε μέρα καὶ χαίρεται τὰ πάντα. Ὅταν ὅμως εἶναι ἀχάριστος,
μὲ τίποτε δὲν εἶναι εὐχαριστημένος γκρινιάζει καὶ βασανίζεται μὲ ὅλα. Ἄν, ἂς ποῦμε,
δὲν ἐκτιμάη τὴν λιακάδα καὶ γκρινιάζει, ἔρχεται ὁ Βαρδάρης καὶ τὸν παγώνει …; Δὲν
θέλει τὴν λιακάδα θέλει τὸ τουρτούρισμα ποὺ προκαλεῖ ὁ Βαρδάρης.
-Γέροντα, τί θέλετε νὰ πεῖτε μ’ αὐτό;
-Θέλω νὰ πῶ ὅτι, ἂν δὲν ἀναγνωρίζουμε τὶς εὐλογίες ποὺ μᾶς δίνει ὁ Θεὸς
καὶ γκρινιάζουμε, ἔρχονται οἱ δοκιμασίες καὶ μαζευόμαστε κουβάρι. Ὄχι, ἀλήθεια
σᾶς λέω, ὅποιος ἔχει αὐτὸ τὸ τυπικὸ , τὴν συνήθεια τῆς γκρίνιας, νὰ ξέρη ὅτι θὰ
τοῦ ἔρθη σκαμπιλάκι ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ ξοφλήση τουλάχιστον λίγο σ’ αὐτὴν τὴν
ζωή. Καὶ ἂν δὲν τοῦ ἔρθη σκαμπιλάκι, αὐτὸ θὰ εἶναι χειρότερο, γιατί τότε θὰ τὰ
πληρώση ὅλα μία καὶ καλὴ στὴν ἄλλη ζωή.
-Δηλαδὴ , Γέροντα, ἡ γκρίνια μπορεῖ νὰ εἶναι συνήθεια;
-Γίνεται συνήθεια, γιατί ἡ γκρίνια φέρνει γκρίνια καὶ ἡ κακομοιριὰ
φέρνει κακομοιριά. Ὅποιος σπέρνει κακομοιριά, θερίζει κακομοιριὰ καὶ ἀποθηκεύει
ἄγχος. Ἐνῶ, ὅποιος σπέρνει δοξολογία, δέχεται τὴν θεϊκὴ χαρὰ καὶ τὴν αἰώνια εὐλογία.
Ὁ γκρινιάρης, ὅσες εὐλογίες κι ἂν τοῦ δώση ὁ Θεός, δὲν τὶς ἀναγνωρίζει. Γι’ αὐτὸ
ἀπομακρύνεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν πλησιάζει ὁ πειρασμὸς τὸν κυνηγάει
συνέχεια ὁ πειρασμὸς καὶ τοῦ φέρνει ὅλο ἀναποδιές, ἐνῶ τὸν εὐγνώμονα τὸν
κυνηγάει ὁ Θεὸς μὲ τὶς εὐλογίες Του.
Ἡ ἀχαριστία εἶναι μεγάλη ἁμαρτία, τὴν ὁποία ἤλεγξε ὁ Χριστός. «Οὒχ οἱ
δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ», εἶπε στὸν λεπρὸ ποὺ ἐπέτρεψε νὰ Τὸν εὐχαριστήση
. Ὁ Χριστὸς ζήτησε τὴν εὐγνωμοσύνη ἀπὸ τοὺς δέκα λεπροὺς ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτὸ Του ἀλλὰ
γιὰ τοὺς ἴδιους, γιατί ἡ εὐγνωμοσύνη ἐκείνους θὰ ὠφελοῦσε.
Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης
Τρίτη 15 Αυγούστου 2023
Σπλαγχνίζεται καὶ ἐλεεῖ τοὺς πάντες
Ἡ Θεοτόκος δὲν
παρέδωσε στὴ Γραφὴ οὔτε τὶς σκέψεις Tης οὔτε τὴν ἀγάπη Tης γιὰ τὸν Υἱὸ καὶ Θεό
Tης οὔτε τὶς θλίψεις τῆς ψυχῆς Tης, κατὰ τὴν ὥρα τῆς σταυρώσεως, γιατὶ οὔτε καὶ
τότε θὰ μπορούσαμε νὰ τὰ συλλάβωμε. Ἡ ἀγάπη Tης γιὰ τὸ Θεὸ ἦταν ἰσχυρότερη καὶ
φλογερότερη ἀπὸ τὴν ἀγάπη τῶν Χερουβεὶμ καὶ τῶν Σεραφεὶμ κι ὅλες οἱ Δυνάμεις τῶν
Ἀγγέλων καὶ Ἀρχαγγέλων ἐκπλήσσονται μ᾿ Αὐτήν.
Παρ᾿ ὅλο ὅμως ποὺ ἡ
ζωὴ τῆς Θεοτόκου σκεπαζόταν, θὰ λέγαμε, ἀπὸ τὴν ἅγια σιγή, ὁ Κύριος ὅμως
φανέρωσε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας πὼς ἡ Παναγία μας ἀγκαλιάζει μὲ τὴν ἀγάπη
Tης ὅλο τὸν κόσμο καὶ βλέπει μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὅλους τοὺς λαοὺς τῆς γῆς καί, ὅπως
καὶ ὁ Υἱὸς Tης, ἔτσι κι Ἐκείνη σπλαγχνίζεται καὶ ἐλεεῖ τοὺς πάντες.
Ὢ, καὶ νὰ γνωρίζαμε
πόσο ἀγαπᾶ ἡ Παναγία ὅλους, ὅσους τηροῦν τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, καὶ πόσο λυπᾶται
καὶ στενοχωριέται γιὰ κείνους ποὺ δὲν μετανοοῦν! Αὐτὸ τὸ δοκίμασα μὲ τὴν πείρα
μου.
Δὲν ψεύδομαι, λέγω
τὴν ἀλήθεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πὼς γνωρίζω πνευματικὰ τὴν Ἄχραντη Παρθένο. Δὲν Τὴν
εἶδα, ἀλλὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μοῦ ἔδωσε νὰ γνωρίσω Αὐτὴν καὶ τὴν ἀγάπη Tης γιὰ μᾶς.
Χωρὶς τὴν εὐσπλαγχνία Tης ἡ ψυχὴ θὰ εἶχε χαθῆ ἀπὸ πολὺν καιρό. Ἐκείνη ὅμως εὐδόκησε
νὰ μ᾿ ἐπισκεφθῇ καὶ νὰ μὲ νουθετήσῃ, γιὰ νὰ μὴν ἁμαρτάνω. Μοῦ εἶπε: Δὲν μ᾿ ἀρέσει
νὰ βλέπω τὰ ἔργα σου». Τὰ λόγια Της ἦταν εὐχάριστα, ἤρεμα, μὲ πραότητα καὶ
συγκίνησαν τὴν ψυχή. Πέρασαν πάνω ἀπὸ σαράντα χρόνια, μὰ ἡ ψυχή μου δὲν μπορεῖ
νὰ λησμονήσῃ ἐκείνη τὴ γλυκειὰ φωνὴ καὶ δὲν ξέρω πῶς νὰ εὐχαριστήσω τὴν ἀγαθὴ
καὶ σπλαγχνικὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ.
Ἀληθινά, Αὐτὴ εἶναι
ἡ βοήθειά μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ μόνο τ᾿ ὄνομά Της χαροποιεῖ τὴν ψυχή. Ἀλλὰ
κι ὅλος ὁ οὐρανὸς κι ὅλη ἡ γῆ χαίρονται μὲ τὴν ἀγάπη Tης.
Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης
Σάββατο 12 Αυγούστου 2023
Ἀντιμετώπιση τῶν ἀσθενειῶν
Πολλὴ ὠφέλεια ἔχομε ἀπ’ τὶς ἀσθένειες, ἀρκεῖ νὰ τὶς ὑπομένομε χωρὶς
γογγυσμὸ καὶ νὰ δοξάζομε τὸν Θεό ζητώντας τὸ ἔλεός Του.
Οἱ ἀσθένειές μας βγάζουν σὲ καλό, ὅταν τὶς ὑπομένομε ἀγόγγυστα,
παρακαλώντας τὸν Θεὸ νὰ μᾶς συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες καὶ δοξάζοντας τὸ ὄνομά
Του.
Ὅταν ἀρρωστήσομε, τὸ θέμα δὲν εἶναι νὰ μὴν πάρομε φάρμακα ἢ νὰ πᾶμε νὰ
προσευχηθοῦμε στὸν Ἅγιο Νεκτάριο.
Ὅταν εἴμαστε ἄρρωστοι ξέρετε τί πρέπει νὰ κάνομε; Νὰ παρακαλᾶμε τὸν Θεὸ νὰ
συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες μας. Κι ὁ Θεὸς, ἐπειδὴ θὰ τὸν παρακαλᾶμε πονεμένοι καὶ
ταπεινωμένοι, θὰ μᾶς συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες καὶ θὰ μᾶς κάνει καλὰ καὶ στὸ σῶμα.
Ἀλλὰ προσέξτε! Νὰ μὴν προσεύχεστε μὲ ὑστεροβουλία, νὰ μὴ λέτε, «Θεέ μου,
συγχώρησε τὶς ἁμαρτίες μου» καὶ τὸ μυαλό σας νὰ εἶναι προσκολλημένο στὴ
σωματική σας ἀσθένεια. Μιὰ τέτοια προσευχὴ δὲν θὰ ἔχει ἀποτέλεσμα.
Ὅταν προσεύχεστε, νὰ ξεχνᾶτε τὴ σωματική σας ἀρρώστια, νὰ τὴν ἀποδέχεσθε
σὰν κανόνα, σὰν ἐπιτίμιο γιὰ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν σας. Γιὰ τὰ παραπέρα μὴν ἀνησυχεῖτε·
ἀφῆστε τα στὸν Θεὸ καὶ ὁ Θεὸς ξέρει τὴν δουλειά Του.
Πρέπει νὰ ξέρομε καὶ τὸ ἄλλο μυστικό· ν’ ἀγωνιστοῦμε ν’ ἀποχτήσομε τὴν
χάρι τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ μυστικό. Τὰ ἄλλα θὰ μᾶς τὰ διδάξει ἡ χάρις, δηλαδὴ
τὸ πῶς θὰ ἀφεθοῦμε στὸν Χριστό.
Ἐμεῖς, δηλαδή, περιφρονοῦμε τὴν ἀσθένεια, δὲν τὴ σκεπτόμαστε, σκεπτόμαστε
τὸν Χριστὸ ἁπαλά, ἀνεπαίσθητα, ἀνιδιοτελῶς κι ὁ Θεὸς κάνει τὸ θαῦμα Του πρὸς τὸ
συμφέρον τῆς ψυχῆς μας.
Ὅπως λέμε στὴν Θεία Λειτουργία, «πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ
παραθώμεθα».
Ἀλλὰ πρέπει νὰ θέλομε νὰ περιφρονήσομε τὴν ἀσθένεια. Ἂν δὲν θέλομε, εἶναι
δύσκολο· δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε «τὴν περιφρονῶ».
Κι ἔτσι, ἐνῶ νομίζομε ὅτι τὴν περιφρονοῦμε κι ὅτι δὲν τῆς δίνομε σημασία,
ἐμεῖς τῆς δίνομε, τὴν ἔχομε στὸ μυαλό μας συνέχεια καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ἔχομε
μέσα μας μία ἤρεμη κατάσταση.
Καὶ αὐτὸ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω. Λέμε: «Πιστεύω ὅτι θὰ μὲ θεραπεύσει ὁ Θεός.
Δὲν παίρνω φάρμακα. Ἔτσι θὰ τὸ κάνω, θὰ μείνω ὅλη νύκτα ἄγρυπνος καὶ θὰ Τὸν
παρακαλέσω γι’ αὐτὸ τὸ θέμα. Θὰ μ’ ἀκούσει ὁ Θεός».
Προσευχόμαστε ὅλη τὴ νύκτα, παρακαλοῦμε, δεόμαστε, ζητᾶμε, φωνάζομε, ἐκβιάζομε
τὸν Θεὸ κι ὅλους τοὺς ἁγίους νὰ μᾶς κάνουνε καλά. Ἐκβιάζομε μέρα καὶ νύκτα.
Τρέχομε ἀπὸ ’δῶ κι ἀπὸ ’κεῖ.
Ἔ, δὲν δείχνομε μὲ ὅλα αὐτὰ, ὅτι δὲν τὴν ἔχομε περιφρονήσει τὴν ἀρρώστια;
Ὅσο ἐπιμένομε καὶ ἐκβιάζομε τοὺς ἁγίους καὶ τὸν Θεὸ νὰ γίνομε καλά, τόσο
ζοῦμε τὴν ἀρρώστια μας. Ὅσο ἐνδιαφερόμαστε νὰ τὴ διώξομε, τόσο τὴ ζοῦμε. Γι’ αὐτὸ
δὲν γίνεται τίποτα, κι ἐμεῖς ἔχομε τὴν ἐντύπωση ὅτι θὰ γίνει ὁπωσδήποτε ἕνα θαῦμα.
Κι ὅμως, στὴν πραγματικότητα, δὲν τὸ πιστεύομε κι ἔτσι δὲν γινόμαστε καλά.
Προσευχὲς κάνομε, δὲν παίρνομε φάρμακα· ὅμως δὲν ἠρεμοῦμε καὶ τὸ θαῦμα
δὲν γίνεται. Μὰ θὰ πεῖς: «Δὲν πῆρα τὸ φάρμακο, πῶς δὲν πιστεύω»; Κι ὅμως, στὸ
βάθος ὑπάρχει μέσα μας ἀμφιβολία καὶ φόβος καὶ σκεπτόμαστε: «Ἄραγε θὰ γίνει αὐτό»;
Ἐδῶ ἰσχύει τὸ Γραφικό: «Ἐὰν ἔχητε πίστιν καὶ μὴ διακριθῆτε, οὐ μόνον τὸ τῆς
συκῆς ποιήσετε, ἀλλὰ κἄν τῷ ὄρει τούτῳ εἴπητε ἄρθητι καὶ βλήθητι εἰς τὴν
θάλασσαν, γενήσεται».
Ὅταν ἡ πίστη εἶναι πραγματική, εἴτε παίρνεις φάρμακο εἴτε δὲν παίρνεις θὰ
ἐνεργήσει. Καὶ μὲ τοὺς γιατροὺς καὶ τὰ φάρμακα ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ.
Λέγει ἡ «Σοφία Σειράχ»: «Τίμα ἰατρὸν πρὸς τὰς χρείας αὐτοῦ τιμαῖς αὐτοῦ.
Καὶ γὰρ αὐτὸν ἔκτισε Κύριος. Κύριος ἔκτισεν ἐκ γῆς φάρμακα, καὶ ἀνὴρ φρόνιμος οὐ
προσοχθιεῖ αὐτοῖς. Καὶ ἰατρῷ δὸς τόπον, καὶ γὰρ αὐτὸν ἔκτισε Κύριος. Καὶ μὴ ἀποστήτω
σου. Καὶ γὰρ αὐτοῦ χρεία».
Εἶναι, ὅμως, ἐγωισμός, πονηρὴ ἐνέργεια, νὰ νομίζετε ὅτι ὁ Θεὸς θὰ κάνει,
κατ’ ἐξαίρεσιν ἀπὸ τοὺς πολλούς, θαυματουργικὴ ἐπέμβαση σὲ σᾶς καὶ νὰ ἀρνεῖσθε
τὴν ἰατρικὴ βοήθεια. Ὁ Θεὸς κάνει θαύματα καὶ τώρα, ἀλλὰ ἐσεῖς δὲν πρέπει νὰ τὸ
προσδοκᾶτε γιὰ τὸν ἑαυτόν σας.
Ἄλλωστε καὶ μέσω τῶν γιατρῶν ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ. Ὅταν ἀρρωσταίνουμε,
γιὰ νὰ μὴν κάνομε λάθη, πρέπει νὰ ἀκολουθοῦμε καὶ τὶς ὁδηγίες τῆς ἰατρικῆς καὶ
τῆς λογικῆς. Πάνω ἀπ’ ὅλα, ὅμως, ν’ ἀκολουθοῦμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἔχομε
ἐμπιστοσύνη στὴν ἀγάπη Του.
Ὅλο τὸ μυστικὸ εἶναι ἡ πίστη· ἀδιάκριτη, ἁπαλή, ἁπλὴ καὶ ἀφελής. «Ἐν
ἁπλότητι καὶ ἀφελότητι καρδίας». Δὲν εἶναι θέμα ἐπιβολῆς. Τὴν «ἐπιβολή» μπορεῖ
νὰ τὴν ἔχει ἕνας φακίρης -αὐτὴ ἡ λέξη δὲν ἀκούγεται καλά.
Νὰ ἔχομε πίστη ὅτι ὁ Θεός μᾶς ὑπεραγαπᾶ κι ὅτι θέλομε νὰ γίνομε δικοί
Του. Γι’ αὐτὸ ἐπιτρέπει τὶς ἀσθένειες, μέχρι νὰ παραδοθοῦμε μ’ ἐμπιστοσύνη σ’ Αὐτόν.
Ἅγιος Πορφύριος
Καυσοκαλυβίτης
Παρασκευή 11 Αυγούστου 2023
Ὅλα μᾶς πλουτίζουν, ὅλα μᾶς ὁδηγοῦν στὸν
Χριστό
Οἱ ὡραῖες στιγμὲς
προδιαθέτουν τὴν ψυχὴ σὲ προσευχή, τὴν καθιστοῦν λεπτή, εὐγενική, ποιητική.
Ξυπνῆστε τὸ πρωί, νὰ
δεῖτε τὸν βασιλιὰ ἥλιο νὰ βγαίνει ὁλοπόρφυρος ἀπ’ τὸ πέλαγος.
Ὅταν σᾶς ἐνθουσιάζει
ἕνα ὡραῖο τοπίο, ἕνα ἐκκλησάκι, κάτι ὡραῖο, νὰ μὴ μένετε ἐκεῖ, νὰ πηγαίνετε
πέραν αὐτοῦ, νὰ προχωρεῖτε σὲ δοξολογία γιὰ ὅλα τὰ ὡραῖα, γιὰ νὰ ζεῖτε τὸν
μόνον Ὡραῖον.
Ὅλα εἶναι ἅγια, καὶ
ἡ θάλασσα καὶ τὸ μπάνιο καὶ τὸ φαγητό.
Ὅλα νὰ τὰ χαίρεσθε.
Ὅλα μᾶς πλουτίζουν,
ὅλα μᾶς ὁδηγοῦν στὴ μεγάλη Ἀγάπη, ὅλα μᾶς ὁδηγοῦν στὸν Χριστό.
Νὰ παρατηρεῖτε ὅσα ἔφτιαξε
ὁ ἄνθρωπος, τὰ σπίτια, τὰ κτίρια, μεγάλα ἢ μικρά, τὶς πόλεις, τὰ χωριά, τοὺς ἀνθρώπους,
τὸν πολιτισμό τους.
Νὰ ρωτᾶτε, νὰ ὁλοκληρώνετε
τὶς γνώσεις σας γιὰ τὸ κάθε τί, νὰ μὴν στέκεσθε ἀδιάφοροι.
Αὐτό σᾶς βοηθάει σὲ
βαθύτερη μελέτη τῶν θαυμασίων του Θεοῦ. Γίνονται ὅλα εὐκαιρίες νὰ συνδεόμαστε μὲ
ὅλα καὶ μὲ ὅλους. Γίνονται αἰτίες εὐχαριστίας καὶ δεήσεως στὸν Κύριο τοῦ
παντός. Νὰ ζεῖτε μέσα σὲ ὅλα, στὴ φύση, στὰ πάντα.
Ἡ φύση εἶναι τὸ
μυστικὸ Εὐαγγέλιο.
Ὅταν, ὅμως, δὲν ἔχει
κανεὶς ἐσωτερικὴ χάρι, δὲν τὸν ὠφελεῖ ἡ φύση.
Ἡ φύση μᾶς ξυπνάει,
ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς πάει στὸν Παράδεισο...
Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης
Πέμπτη 10 Αυγούστου 2023
Ἄλλοτε η
θάλασσα...
Ἄλλοτε ἡ
θάλασσα μᾶς εἶχε σηκώσει στὰ φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στὸν ὕπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τὰ πουλιὰ στὸν ἀγέρα
Τὶς ἡμέρες κολυμπούσαμε μέσα στὶς φωνὲς καὶ τὰ χρώματα
Τὰ βράδια ξαπλώναμε κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ τὰ σύννεφα
Τὶς νύχτες ξυπνούσαμε γιὰ νὰ τραγουδήσουμε
Ἦταν τότε ὁ καιρὸς τρικυμία χαλασμὸς κόσμου
Καὶ μονάχα ὕστερα ἡσυχία
Ἀλλὰ ἐμεῖς πηγαίναμε χωρὶς νὰ μᾶς ἐμποδίζει κανεὶς
Νὰ σκορπᾶμε καὶ νὰ παίρνουμε χαρὰ
Ἀπὸ τοὺς βράχους ὡς τὰ βουνὰ μᾶς ὁδηγοῦσε ὁ Γαλαξίας
Καὶ ὅταν ἔλειπε ἡ θάλασσα ἦταν κοντὰ ὁ Θεός
Γιῶργος
Σαραντάρης
Τετάρτη 9 Αυγούστου 2023
Ὢ, τί καλὰ ποὖναι σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο
Ὢ, τί καλὰ ποὖναι σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο,
κάτω ἀπ’ τὴν ρόδα τοῦ ἥλιου ποὺ δὲν χάνει
οὔτε ἕνα χιλιοστὸ καθὼς γυρίζει
ἀπ’ τὸ πρωί ὥς τὸ βράδυ πάνωθέ μου!
Ὢ, τί καλὰ ποὖναι σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο,
τὸν κόσμο αὐτὸ ποὖναι γιομάτος μάγια
καὶ βρυσοῦλες φωτός! Δὲν ἔχω ἀρχίσει
τὸ τραγούδι του ἀκόμη, μὰ ἔχω ἐντός μου
χρόνο πολύ κι ἀγέρα καὶ πιστεύω
πώς θὰ μοῦ δώσει ὁ Θεός νὰ τὸ τελειώσω.
Ὢ, τί καλὰ ποὖναι σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο!
Ὅλα τὰ λόγια γίνονται τραγούδι
στ’ ἁπλά μου χείλη σήμερα καὶ τρέχουν
ἀβίαστα, καθαρὰ, σὰν τὸ νεράκι
τῆς Βρύσης τοῦ Πουλιοῦ ποὺ καναλίζει
τὸ καλοκαίρι. Εἶμαι ἕνα ποτάμι
ξεχειλισμένο. Ἔχω καταλύσει
τὸ φράγμα τοῦ ἥλιου. Θεέ μου, περισσεύω!
Δὲν σοῦ γυρεύω τίποτα ὅπως ὁ ἥλιος
κι ὁ ἀγέρας σοῦ γυρεύουν. Ἔχω ἀπ’ ὅλα.
Μικρὴ φωνὴ πουλιοῦ θέλω ν’ ἀφήσω
μέσα στ’ αὐτὶ σου μόνο. Μοῦ περίσσεψε
σήμερα τὸ τραγούδι καὶ δὲν ξέρω
τὶ νὰ τὸ κάμω, ποῦ νὰ τὸ χωρέσω!
Κάνε με ἀηδόνι Θεέ μου, πάρε μου ὅλες
τὶς λέξεις κι ἄφησέ μου τὴ φωτιά,
τὴ λαχτάρα, τὸ πάθος, τὴν ἀγάπη,
νὰ τραγουδῶ ἔτσι ἁπλά, ὅπως τραγουδοῦσαν
οἱ γρῦλοι μιὰ φορὰ κι ἀντιλαλοῦσε
ἡ Πλούμιτσα τὴ νύχτα. Ὅπως ἡ Βρύση
τοῦ Πουλιοῦ μὲς στὴ φτέρη. Νὰ γιομίζω
μὲ τὸ μουμούρισμά μου τὴ μεγάλη
κυψέλη τ᾿ οὐρανοῦ. Νὰ θησαυρίζω
τὰ νερὰ τῶν βροχῶν καὶ τὶς ἀνταύγειες
ἀπ᾿ τὸ θαῦμα τοῦ κόσμου. Νὰ μ᾿ ἁπλώνουν
τὶς φοῦχτες τους οἱ ἄνθρωποι κι ἕνας ἕνας
νὰ προσπερνοῦν. Κι ἀδιάκοπα νὰ ρέω
τὴ ζωή, τὴν ἐλπίδα, τὴ λάμψη τοῦ ἥλιου,
τοῦ ἡλιογέρματος τὸ γαρουφαλένιο
ψιχάλισμα στὰ ὄρη, τὴ χαρά,
τὰ χρώματα νὰ ρέω τοῦ οὐράνιου τόξου
καὶ τὴ βροχούλα τῆς ἀστροφεγγιᾶς.
Ὢ τί καλὰ πού ᾿ναι σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο!
Νικηφόρος Βρεττᾶκος
(Βρύση τοῦ Πουλιοῦ = πηγή στὸν Ταΰγετο)
Τρίτη 8 Αυγούστου 2023
Σάββατο 5 Αυγούστου 2023
Πρῶτα-πρῶτα ἡ ποίηση
-·Ἤθελα, στὸ βάθος, νὰ τραγουδήσω ἀλλιῶς ἀπ’ ὅ,τι τραγουδᾶνε οἱ ἄλλοι- κι
ἂς ἤτανε καὶ φάλτσα. Θέλω νὰ πῶ ὅτι τὸ βάρος τῆς γοητείας ἔπεφτε στὴν παράβαση.
Ποὺ σιγά-σιγά, μὲ τὰ χρόνια, εἶδα ὅτι ἦταν πολὺ περισσότερο μία πρόγευση τῆς
βαθύτερης ἀλήθειας ποὺ κουβαλᾶ μέσα της ἡ νεότητα χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει, παρὰ
μία σκέτη αὐθαιρεσία, ὥστε νὰ τὴν κρίνεις μὲ συγκατάβαση καὶ νὰ τὴν
προσπεράσεις. Καὶ πώς, τὸ κάτω-κάτω, ἂν μὲ εἶχε ὁδηγήσει στὰ ἁμαρτήματα ποὺ ἀπαρίθμησα,
ἔφταιγε ἡ ἀπειρία μου ἡ προσωπικὴ καὶ ὄχι, καθόλου, ἡ ἴδια ἡ ἀρχή, ποὺ μὲ ἔβαζε
νὰ δυσπιστῶ σὲ καθετὶ τὸ παραδεδεγμένο καὶ συστηματικὰ νὰ τὸ ἀντιστρατεύομαι.
-·Καὶ προσωπικὰ πιστεύω ὅτι ἔχει πάντα περισσότερα νὰ μᾶς πεῖ ἕνα παρθένο
μάτι ποὺ μόλις ἐπέστρεψε ἀπὸ τὸ γύρο τῶν γνωστῶν μας πραγμάτων, παρὰ ἕνα μάτι
κοινό, ποὺ ἀξιώθηκε νὰ πλανηθεῖ σὲ περιοχὲς παρθένες.
-·Εἶναι ἡ ἀπουσία τῆς φαντασίας ποὺ μεταβάλλει τὸν ἄνθρωπο σὲ ἀνάπηρο τῆς
πραγματικότητας.
-·Κι ὅμως, ἀπό τὸ τί εἶναι στὸ τί μπορεῖ νὰ εἶναι, περνᾶς μιὰ γέφυρα ποὺ
σὲ πάει, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, ἀπὸ τὴν Κόλαση στὸν Παράδεισο. Καὶ τὸ πιὸ
παράξενο: ἕναν Παράδεισο φτιαγμένον ἀπὸ τὰ ἴδια ὑλικὰ ποὺ εἶναι φτιαγμένη ἀκριβῶς
καὶ ἡ Κόλαση. Δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἀντίληψη γιὰ τὴ διάταξη τῶν ὑλικῶν ποὺ διαφέρει-
ἂς τὴ φαντασθεῖ κανένας ἐπάνω στὴν ἀρχιτεκτονικὴ τῆς ἠθικῆς καὶ τῶν αἰσθημάτων
γιὰ νὰ καταλάβει - , ἀλλὰ ποὺ εἶναι ἀρκετὴ ὡστόσο γιὰ νὰ προσδιορίσει τὴν ἀπροσμέτρητη
διαφορά. Ἐὰν ἡ πραγματικότητα, ποὺ τὴ διαμορφώνουν μὲ τὸ ἥμισυ τοῦ δυναμικοῦ τῶν
αἰσθήσεων καὶ τῶν αἰσθημάτων τους οἱ ἄνθρωποι δὲν ἐπιτρέπει γιὰ τὴν ὥρα καὶ ἴσως
δὲν ἐπιτρέψει ποτέ, τὴν ἄλλη ἀρχιτεκτονικὴ
ἤ, ἀλλιῶς, τὴν ἐπαναστατικὴ ἀνασύνθεση,
τὸ πνεῦμα μένει ἐλεύθερο καί, γιὰ τὴν ἀντίληψή μου, παραμένει τὸ μόνο ποὺ μπορεῖ
νὰ τὴν ἀναλάβει.
-·Ἀλλὰ μὲ τὶς ξόβεργες μπορεῖς νὰ πιάνεις πουλιά – δὲν πιάνεις ποτὲ τὸ
κελαηδητό τους. Χρειάζεται ἡ ἄλλη βέργα, τῆς μαγείας καὶ ποιός μπορεῖ νὰ τὴν
κατασκευάσει ἂν δὲν τοῦ ‘χει ἀπὸ μιᾶς ἀρχῆς δοθεῖ;
Ὀδυσσέας Ἐλύτης
Παρασκευή 4 Αυγούστου 2023
Ἀνατολή
Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ἀνατολίτικα,
λυπητερά,
πῶς ἡ ψυχή μου σέρνεται μαζί σας!
Εἶναι χυμένη ἀπὸ τὴ μουσική σας
καὶ πάει μὲ τὰ δικά σας τὰ φτερά.
Σᾶς γέννησε καὶ μέσα σας μιλάει
καὶ βογγάει καὶ βαριὰ μοσκοβολάει
μία μάννα· καίει τὸ λάγνο της φιλί,
κ᾿ εἶναι τῆς Μοίρας λάτρισσα καὶ τρέμει,
ψυχὴ ὅλη σάρκα, σκλάβα σὲ χαρέμι,
ἡ λαγγεμένη Ἀνατολή.
Μέσα σας κλαίει τὸ μαῦρο φτωχολόι,
κι ὅλο σας, κ᾿ η χαρά σας, μοιρολόι
πικρὸ κι ἀργό.
Μαῦρος, φτωχὸς καὶ σκλάβος καὶ ἀκαμάτης,
στενόκαρδος, ἀδούλευτος, διαβάτης
μ᾿ ἐσᾶς κ᾿ ἐγώ.
Στὸ γιαλὸ ποὺ τοῦ φύγαν τὰ καΐκια,
καὶ τοῦ μείναν τὰ κρίνα καὶ τὰ φύκια,
στ᾿ ὄνειρο τοῦ πελάου καὶ τ᾿ οὐρανοῦ,
ἄνεργη τὴ ζωὴ νὰ ζοῦσα κ᾿ ἔρμη,
βουβός, χωρὶς καμιᾶς φροντίδας θέρμη,
μὲ τόσο νοῦ,
ὅσος φτάνει σὰ δέντρο γιὰ νὰ στέκει
καὶ καπνιστὴς μὲ τὸν καπνὸ νὰ πλέκω
δαχτυλιδάκια γαλανά·
καὶ κάποτε τὸ στόμα νὰ σαλεύω
κι ἀπάνω του νὰ ξαναζωντανεύει
τὸν καημὸ ποὺ βαριὰ σᾶς τυραννᾷ.
Κι ὅλο ἀρχίζει, γυρίζει, δὲν τελειώνει,
καὶ μία φυλὴ ζῇ μέσα σας καὶ λιώνει.
Καὶ μία ζωὴ δεμένη σπαρταρᾷ,
γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ἀνατολίτικα,
λυπητερά.
Κωστὴς Παλαμᾶς
Πέμπτη 3 Αυγούστου 2023
Δευτέρα 31 Ιουλίου 2023
Ἐπιστολὴ τοῦ Φ.
Σέρραρντ στὸν Γ. Σεφέρη (β)
Ὁ Ντοστογιέφσκι ὀνομάζει κόλαση τὸν πόνο ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀδυναμία
μας νὰ ἀγαπήσουμε. Θὰ πρόσθετα, ἐπίσης, ὅτι κόλαση εἶναι ὁ πόνος ποὺ προέρχεται
ἀπὸ τὴν ἀδυναμία μας νὰ δεχθοῦμε ἀγάπη. Κάποιος ἀπὸ τοὺς Ὀρθόδοξους ἁγίους λέει
ὅτι ἀποτελεῖ ἀνοσιούργημα ἡ σκέψη καὶ μόνο ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἀγαπᾶ τοὺς ἁμαρτωλούς,
ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γίνεται αἰσθητὴ μὲ διαφορετικοὺς τρόπους: γίνεται αἰσθητὴ
ὡς βάσανο μὲν ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τὴν ἀρνοῦνται, ὡς χαρὰ δὲ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τὴ
δέχονται.
Θὰ ἔλεγα, λοιπόν, καταρχάς, ὅτι ἡ κόλαση δὲν εἶναι ἕνας τόπος καὶ δὲν εἶναι
αἰώνια (μὲ τὴν ἔννοια μίας ἀδιάκοπης συνέχειας χωρὶς τέλος). Καὶ θὰ ἰσχυριζόμουν
περαιτέρω ὅτι εἶναι κάτι ποὺ τελεῖται καὶ ἐκτυλίσσεται στὸ ἐσωτερικὸ ἑνὸς ἀνθρώπου,
ὑποκειμενικὰ καὶ ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν παρουσία ἢ τὴ στέρηση τῆς ζωῆς, μὲ τὴν
παρουσία ἢ τὴ στέρηση τῆς χαρᾶς.
Ἀναφορικά, ὡστόσο, μὲ τὸ τί συμβαίνει κατὰ τὴν Κρίση (εἴτε κατὰ τὴν
προσωπικὴ κρίση τοῦ καθενὸς ἀπὸ ἐμᾶς εἴτε κατὰ τὴν ἔσχατη Κρίση), αὐτὸ εἶναι ἕνα
ἐντελῶς διαφορετικὸ θέμα. Ἀλλὰ ὁ θάνατος γιὰ τὸν καθέναν προσωπικὰ δὲν θὰ ἔπρεπε,
μοῦ φαίνεται, νὰ ἐπηρεάζει πραγματικά, μὲ τρόπο διαφοροποιημένο, τὴν κρίση:
κάποιος βρίσκεται ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται, «στὴν κόλαση» (μὲ τὴν παραπάνω ἔννοια),
φερειπεῖν, ἢ ὄχι στὴν κόλαση, πάντως μὲ τὴν ἐνδιάθετη ἱκανότητα πάντοτε, ἂν
βρίσκεται «στὴν κόλαση», νὰ ἐλευθερωθεῖ, μὲ τὴν ἐνδιάθετη ἱκανότητα νὰ ἀγαπήσει
καὶ νὰ δεχθεῖ ἀγάπη: ὅλα ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸν κάθε ἕναν ἀπὸ ἐμᾶς προσωπικὰ –ἢ ὅπως
οἱ Ὀρθόδοξοι Πατέρες λένε: «Ὁ Θεὸς μᾶς δημιούργησε χωρὶς τὴ βοήθειά μας, ἀλλὰ δὲν
μπορεῖ νὰ μᾶς σώσει χωρὶς τὴ βοήθειά μας»–καὶ θὰ προσθέταμε εὔλογα ὅτι δὲν
μποροῦμε νὰ σώσουμε τὸν ἑαυτό μας χωρὶς τὸν Θεό.
Πραγματικά, μέσα ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη ὀπτική, κάθε ζωὴ ποὺ δὲν εἶναι τέλεια, ἀκέραιη,
ὁλοκληρωμένη, εἶναι σὲ κάποιον βαθμὸ «κόλαση»· ἀλλὰ ἐπίσης καμία ζωὴ –ὅσο ἀτελής,
μερική, ἀνολοκλήρωτη καὶ ἂν εἶναι– δὲν στερεῖται τὴν ἱκανότητα ἢ τὴ δυνατότητα
νὰ γίνει τέλεια, ἀκέραιη καὶ ὁλοκληρωμένη. Ἡ αἰτία ποὺ μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων δὲν
συναντᾶται ἡ ἔννοια τοῦ καθαρτηρίου καὶ ἀγνοεῖται ἡ ρωμαιοκαθολικὴ διάκριση
μεταξὺ κολάσεως καὶ καθαρτηρίου, δὲν εἶναι ὅτι αὐτοὶ πιστεύουν, ὅπως λανθασμένα
νομίζεται ἐνίοτε, πὼς οἱ ψυχὲς βρίσκονται εἴτε στὸν παράδεισο εἴτε σὲ κατάσταση
αἰώνιας καταδίκης καὶ χωρὶς τὴν παραμικρὴ εὐκαιρία νὰ μεταβοῦν στὸν παράδεισο· ὀφείλεται
στὴν πίστη τους ὅτι ἀκόμα καὶ ἡ ψυχὴ ποὺ βρίσκεται στὴν πιὸ βαθιὰ κόλαση ἐξακολουθεῖ
νὰ ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ ἐξέλθει ἀπὸ αὐτήν, νὰ μετανοήσει (νὰ ἀλλάξει νοῦ/ζωή):
ἀκόμα καὶ ὁ διάβολος δὲν στερεῖται, ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄποψη, τὴ δυνατότητα τῆς
μετανοίας.
Κοντολογίς, δὲν ὑπάρχει χῶρος στὴν ὀρθόδοξη σκέψη (κυρίως σὲ αὐτὴν) γιὰ τὴν
ἰδέα τῆς κολάσεως στὴν ὁποία κάποιος καταδικάζεται γιὰ πάντα, ὅπως ἐπίσης δὲν ὑπάρχει
χῶρος γιὰ τὴν ἰδέα μίας κολάσεως διακριτῆς ἀπὸ τὸ καθαρτήριο, καθότι ὁ ἐξαγνισμὸς
καὶ ἡ ἀπολύτρωση εἶναι διαδικασία στὴν ὁποία ὅλοι, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν προσωπική
τους κατάσταση, μποροῦν νὰ συμμετέχουν: ἀρκεῖ μόνο νὰ τὸ θέλουν.
Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ ἀδιάλειπτη καὶ ἐπίμονη Ὀρθόδοξη προσευχὴ γιὰ τοὺς
κεκοιμημένους –ὅλους τοὺς κεκοιμημένους, ἁγίους ἢ «ἁμαρτωλούς»: διότι δὲν ὑπάρχει
κανένα ὅριο στὴν τελείωση ποὺ μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ ἀπὸ ἕναν ἅγιο καὶ κανένας
περιορισμός, ἐπίσης, στὴν ἱκανότητα ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ νὰ γίνει τέλειος.
Οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, ὡστόσο, κάνουν τὴ διάκριση μεταξὺ κολάσεως καὶ
καθαρτηρίου καὶ ἔχουν παγιδευτεῖ σὲ τούτη τὴ σφαλερὴ ἔννοια τῆς κολάσεως ὡς
τιμωρίας καὶ πόνου χωρὶς καμία ἐλπίδα ἢ δυνατότητα ἀπολύτρωσης. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀντίληψή
τους αὐτὴ δὲν συνάδει μὲ τὴν ἰδέα τῆς ἄπειρης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἀναγκάζονται νὰ
προβαίνουν σὲ τέτοιες εὑρηματικές, πλὴν ὅμως ἀνούσιες, διατυπώσεις, ὅπως ἐκείνη,
παραδείγματος χάριν, γιὰ τὴν κόλαση ποὺ «ὑπάρχει ἀλλὰ δὲν βρίσκεται κανένας
μέσα σὲ αὐτήν». Ἀναγκάζονται νὰ τὸ κάνουν αὐτό, γιατί ἔχουν καταρχὰς
διαμορφώσει λανθασμένη ἰδέα –ἕνα εἶδος χρονικῆς καὶ χωροταξικῆς ἰδέας– τῆς
κολάσεως.
Νομίζω ὅτι ὅσα εἶπα εἶναι ἀρκετὰ γιὰ τὸ ἑσπερινὸ κήρυγμά μου τῆς Τετάρτης!
Ἂν δὲν μιλοῦσες σοβαρὰ ὅταν ἐξέφραζες τὸ ἐρώτημά σου, μὴ δώσεις σημασία. Ἴσως δὲν
χρειάζεται νὰ δώσεις σημασία σὲ καμία περίπτωση.
Ἔκανα, ὅπως βλέπεις, κάμποσες ἀλλαγὲς στὸν Πρόλογο, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἔχω ἐξαλείψει
τὰ σημεῖα γιὰ τὰ ὁποῖα εἶχες ὁρισμένες ἀμφιβολίες. Ἔστειλα μία λίστα μὲ τὶς ἀλλαγὲς
στὸν Κίλι καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ τὶς ἀποδεχθεῖ. Πιστεύω ὅτι μᾶλλον θὰ τὸ κάνει. Ἡ αἴσθησή
μου εἶναι –καὶ μέχρι τώρα ἦταν– ὅτι ὅσο περισσότερα μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀφαιρέσει
τόσο καλύτερα.
Γειὰ χαρὰ
Φίλιππος
Παρακαλῶ συγχώρεσε μὲ ποὺ ἔγραψα ὅλα τοῦτα στὰ ἀγγλικά. Ἀμφιβάλλω ἂν τὰ ἑλληνικά
μου θὰ μὲ βοηθοῦσαν νὰ ἀντεπεξέλθω στὶς ὑψηλὲς ἀπαιτήσεις τῶν θεολογικῶν
νοημάτων!
Φίλιππος Σέρραρντ
Κυριακή 30 Ιουλίου 2023
Παπαδιαμάντης:
Ἡ μεταφυσική τῆς πενίας (γ)
Ἡ πενία, σὰν ὑπόσταση πνευματική, ἔχει
προϋπόθεση τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἁπλότητα τῆς καρδιᾶς. Στὰ «Τραγούδια τοῦ Θεοῦ»,
γράφει ὁ Παπαδιαμάντης: «Μὲ εἶχε καλέσει ὁ γενναῖος φίλος μου, ὁ κυρ Στέφανος
Μ. εἰς τὴν οἰκίαν του τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, διὰ νὰ συμφάγωμεν τὴν ὥρα τοῦ
προγεύματος, ἀπὸ συγκατάβασιν καὶ εὐσπλαχνίαν, διὰ νὰ κάμω κι ἐγὼ μετὰ τόσα
χρόνια Πάσχα, οἰκιακόν, ὡς ἔρημος καὶ ξένος στὰ ξένα».
Ὁ φίλος του ὁ Στέφανος ἤτανε ἕνας ἁμαξᾶς. Ὅταν
ὁ Παπαδιαμάντης δέχεται τὴν πρόσκληση γιὰ τὸ Πασχαλινὸ γεῦμα, ἤτανε πιὰ
γνωστός, ἀναγνωρισμένος, φημισμένος καὶ τιμημένος. Ἕνας ἄλλος, ποὺ δὲν θὰ ’χε οὔτε
τὸ δέκατο τῆς φήμης του, δὲν θὰ καταδεχότανε νὰ περάσει τὸ Πάσχα στὸ σπίτι ἑνοῦ
φτωχοῦ κι ἄσημου ἁμαξᾶ, ἤ τὴν ὥρα τοῦ μεγάλου γιορτασμοῦ του, νὰ κρυφτεῖ στὸ
σπίτι ἑνοῦ ταπεινοῦ μανάβη, τοῦ Νικόλα τοῦ Μπούκη. Ὁ Παπαδιαμάντης ὅμως, ποὺ δὲν
λογάριαζε τὴ φτώχεια ντροπή, ποὺ τιμοῦσε τοὺς φτωχοὺς αὐτοὺς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ,
ποὺ ἔψελνε μαζί τους καὶ μοιραζότανε τὸ ψωμί τους, στεκότανε κοντά τους κι ἀποτραβιότανε
ὅσο ἤτανε γινούμενο πιὸ πολὺ ἀπ’ τοὺς ὑλικὰ καὶ διανοητικὰ πλουσίους…
Γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη, περιοχὴ τῆς ντροπῆς ἤτανε
ὁ πλοῦτος, καὶ περιβόλι τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγιᾶς τὰ καλυβόσπιτα τῶν πτωχῶν.
Σ’ αὐτὰ ἀναγάλιαζε, σ’ αὐτὰ ἀναπαυότανε ἡ ψυχή του καὶ γαλήνευε ὁ νοῦς του. Γιὰ
τοῦτο λογαριάζει τιμὴ του τὴν πασχαλινὴ πρόσκληση τοῦ Στέφανου τοῦ ἁμαξᾶ, κι ὄχι
μονάχα τοῦτο, ἀλλὰ λογαριάζει τὸν ἑαυτό του πολὺ πιὸ ἀνάξιο ἀπ’ τοὺς ταπεινοὺς
τούτους ἀνθρώπους καὶ δέχεται πὼς ἀπὸ συγκατάβαση κι εὐσπλαχνία τὸν καλέσανε.
Τούτη ἡ φράση φανερώνει τὴν ἀπίθανη μετριοφροσύνη τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τὴν ἐγκάρδια
ἀλληλεγγύη του μὲ τοὺς φτωχούς, ποὺ εἴχανε φόβο Θεοῦ, πίστη κι ἀνυπόκριτη ἀγάπη.
Δίπλα στοὺς σταύλους τῶν ἀλόγων ἔκανε Πασκαλιά, ὅπως μέσα σὲ σταῦλο ἀλόγων
γεννήθηκε ὁ μεγάλος φορέας τῆς πενίας, ὁ Χριστός. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι μὲ τὶς γυναῖκες
τους, μὲ τ’ ἀπονήρευτα παιδιά τους, παρακολουθούσανε τὶς ἀτελείωτες λειτουργίες
τοῦ παπα-Νικόλα τοῦ Πλανᾶ στὸν Ἅγιο Ἐλισσαῖο καὶ τὶς ψαλμωδίες τοῦ
Παπαδιαμάντη, κι αὐτοὶ οἱ λίγοι, μὰ διαλεκτοί, νοιώθανε μυστικοὶ κι ἐπιστήθιοι
φίλοι τοῦ Χριστοῦ, ἅμα ἀκούγανε τὸν Παπαδιαμάντη νὰ ψέλνει τὸ «Φίλε μυστικέ τοῦ
Χριστοῦ ἐπιστήθιε», κι ἀναγαλιάζανε ὅταν τὸν ἀκούγανε πάλι νὰ ψέλνει τὸ «Ἀγαλλιάσθω
τοῦ δρυμοῦ ξύλα σύμπαντα»!….
Κωστὴς
Μπαστιᾶς
Παρασκευή 28 Ιουλίου 2023
Στὴν Ἁγι-Ἀναστασά
…Ἀλλ᾽ ὁ διάλογος οὗτος διεκόπη ὑπὸ τῆς φωνῆς τοῦ ἱερέως, ὅστις ἐν τῷ
μεταξὺ ἀπεδύθη τὰ ἄμφια, κ᾽ ἔκραξεν εἰς τὸ ποίμνιόν του.
«Εἶστ᾽ ἕτοιμοι; Πᾶμε!» Δύο τῶν αἰπόλων ἔσπευσαν νὰ φορτώσωσι τὰ ἱερά, ὡς
καὶ τὰ καλάθια τῶν ποιμενίδων τὰ περικλείοντα ἑορτάσιμά τινα ἐφόδια, εἰς πέντε ἢ
ἓξ ὀνάρια, ὁ ἱερεὺς ἐπέβη εἰς τὸ ἕβδομον, καὶ οἱ ἄλλοι πεζοί, οἱ μὲν κρατοῦντες
τὰς λαμπάδας των ἀναμμένας, μὲ τὴν ἀριστεράν, προσπαθοῦντες, μὲ τὴν δεξιάν, νὰ
σκεπάσωσι τὴν λαμπὴν ἀπὸ τῆς πνοῆς τῆς ἀπογείου αὔρας, οἱ δὲ ἀνάψαντες μικρὰ
φαναράκια, χρήσιμα εἰς τοὺς αἰπόλους διὰ τοὺς νυκτερινοὺς ἐπαυλισμοὺς καὶ τοὺς ἀμολγοὺς
τῶν αἰγῶν των, ἐξεκίνησαν κατερχόμενοι πρὸς βορρᾶν, εἶτα ἐστράφησαν ἀνατολικώτερον,
βαίνοντες διὰ κακοτοπιᾶς ἐφ᾽ ἧς δὲν θ᾽ ἀντεῖχον ἄλλοι πόδες παρὰ τοὺς ἰδικούς
των, ἐλαφρὰ πατοῦντες μὲ τὰ τσαρούχια τὰ περιβάλλοντα τοὺς εὐκινήτους πόδας
των, βιάζοντες τὰ γαϊδουράκια νὰ τρέχωσι, σύροντες μᾶλλον αὐτὰ εἰς τὸν δρόμον,
τοποθετούμενοι ἐξ ἀριστερῶν ὡς ἔμψυχα δίκρανα, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν φορτωμένων ὑποζυγίων
εἰς τὰ κρημνωδέστερα μέρη. Δύο ἢ τρεῖς αὐτῶν, μὲ τὰς κάπας των, ἤρχοντο τελευταῖοι,
μετὰ συριγμῶν καὶ ἀκατανοήτων μονοσυλλάβων, ἄγοντες τὰ αἰπόλιά των, μὲ τὰ μικρὰ
ἐρίφια διὰ χαριεστάτων σκιρτημάτων τρέχοντα παρὰ τὰς μητέρας των, βελάζοντα ἐρωτηματικῶς,
εἰς ἃ αἱ αἶγες ἀπήντων ἀορίστως, μὴ ἔχουσαι πῶς νὰ ἐξηγήσωσι τὴν ἀσυνήθη
νυκτοπορίαν.
Ἡ σελήνη εἶχεν ἀνατείλει πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, καὶ ὁ δίσκος της, ὑπέρυθρος
ὀλίγον, πότε ἐφαίνετο ὄπισθεν τῶν κορυφῶν ὑψηλῶν δένδρων, πότε ἐκρύπτετο, κατὰ
τοὺς ἑλιγμοὺς τῆς πορείας, ὄπισθεν τοῦ βουνοῦ. Καὶ οἱ θάμνοι ἐσείοντο πανταχοῦ ὅθεν
διέβαινεν ἡ πομπή, καὶ τὰ ἔντομα ἐξεγείροντο παράωρα ἐκ τοῦ ὕπνου των, καί τινα
μυιγάρια ἐξορμῶντα ἐπέτων φαιδρῶς περὶ τὰς ἀνημμένας λαμπάδας, ὑποβοΐζοντα,
καίοντα τὰς μικκύλας πτέρυγάς των ἢ καταστρέφοντα μετὰ τελευταίου βόμβου τὴν ἐφήμερον
ὕπαρξίν των εἰς τὴν πρόσψαυσιν τῆς φλογός. Καὶ τὰ νυκτοπούλια ἔφευγον φοβισμένα
ἀπὸ σχοῖνον εἰς κόμαρον, ἀπὸ αἱμασιὰν εἰς δένδρον, προσθέτοντα τὸν ἐλαφρὸν θροῦν
τῶν πτερύγων των εἰς τὸ ἁβρὸν ἐναρμόνιον φύσημα τῆς αὔρας τῆς ὀρθρίας. Καὶ ἡ ἀγραμπελιὰ
ἡ χιονανθής, ἡ λευκάζουσα καὶ μυροβολοῦσα εἰς τοὺς φράκτας, λευχείμων μυροφόρος
ἑορτάζουσα τὴν Ἀνάστασιν, καὶ ὁ κισσὸς καὶ τὸ ἁγιόκλημα, πλόκαμοι τῆς Ἀνοίξεως ἐξαπλούσης
τὴν μυροβόλον κόμην της ἀνὰ τοὺς ἀγρούς, διέχυνον ζωηροτέραν ἐν τῇ νυκτὶ τὴν εὐωδίαν
των εἰς τὸν ἀέρα. Καὶ ἡ ἀργυρᾶ ἀμμόκονις τῶν ἄστρων ὠλιγόστευεν ἐπάνω, καθ᾽ ὅσον
ὑψοῦτο ἡ σελήνη, καὶ ἡ ἀηδὼν ἠκούετο μινυρίζουσα βαθιὰ εἰς τὸν μυχὸν τοῦ
δάσους, καὶ ὁ γκιώνης μὴ δυνάμενος νὰ διαγωνισθῇ πρὸς τὴν λιγυρὰν ἀδελφήν του, ἔπαυσε
πρὸς καιρὸν τὸ θρηνῶδες ᾆσμά του.
Εἶχαν κατέλθει ἤδη πολὺ βαθιά, κάτω εἰς τὸ ρεῦμα, καὶ ἀντικρύ των ἔβλεπον
μακρὰν τὸ πέλαγος, κυανῆν ὀθόνην, ἀμυδρῶς ἐπαργυρουμένην ἀπὸ τὰς ἀκτῖνας τῆς
σελήνης. Ἠκούσθη δὲ μετ᾽ ὀλίγον βαθὺς παφλασμὸς ὡς χειμάρρου καταφερομένου μετὰ
δούπου ἀπὸ τῶν βράχων, κρότος συνεχής, ἰσχυρός, μονότονος. Ἦτο τὸ ρεῦμα τῆς
Παναγίας τῆς Δομάν, ἀπὸ τῶν ὑδάτων τοῦ ὁποίου εἴκοσι νερόμυλοι ὑδρεύοντο τὸ
πάλαι καὶ πολλαὶ ἑκατοντάδες στρέμματα κήπων μὲ κλιμακωτὰς αἱμασιὰς ἐπιαίνοντο ἀπὸ
τὸ δροσερὸν νᾶμά του. Ἐκεῖ ἀντικρύ, προέκυπτεν ἐπ᾽ ἄκρας τῆς θαλάσσης τὸ παλαιὸν
φρούριον, τὸ ὁποῖον ἦτό ποτε κατοικία ἀνθρώπων, πρὶν γίνῃ γλαυκῶν φωλεὰ καὶ
λάρων ὁρμητήριον. Εἰς τὸ ἀκένωτον ρεῦμα τῆς Παναγίας τῆς Δομὰν ὠφείλετο ἡ εὐδοκίμησις
πάσης φυτείας καὶ πάσης βλαστήσεως κατὰ τοὺς παλαιοὺς ἐκείνους χρόνους.
Ἦτο ἤδη ὣς δύο μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ὅταν ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς καὶ οἱ αἰπόλοι του ἔφθασαν
εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Δομάν. Τὸ μικρὸν ἐξωκκλήσιον ἦτο κτισμένον ὑπὸ συστάδα
πελωρίων δένδρων, περιβαλλόμενον γραφικῶς ὑπ᾽ αὐτῶν, σκεπαζόμενον φιλοστόργως ἀπὸ
τοὺς κλῶνάς των. Ὁ ναΐσκος ἦτο πενιχρός, ἀλλὰ διετηρεῖτο καὶ ἦτο
λειτουργήσιμος. Ἦτο δὲ ἓν τῶν ὀλίγων ναϊδίων, ὅσα ἐσώζοντο ὄρθια ἀπὸ τῆς παλαιᾶς
ἐποχῆς. Γείτονες αὐτοῦ, χαμηλότερα πρὸς τὴν θάλασσαν, ἦσαν τὸ πάλαι, ἐντὸς τῆς
κοιλάδος τῆς συνεχομένης μεταξὺ δύο ἀκτῶν, πάμπολλοι ναΐσκοι ἕως τέσσαρες
δωδεκάδες. Οἱ πλεῖστοι ἦσαν σήμερον ἐρείπια. Ἡ Παναγία τοῦ Δομάν, ἁπλῆ ἀναπαράστασις
τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς τοῦ Βυζαντίου καὶ περιβαλλομένη ὡς μὲ στέφανον ἀπὸ τὸν ἀειθαλῆ
κόσμον τῶν πελωρίων δένδρων της, ἵστατο ἀκόμη ὀρθή, κ᾽ ἐφαίνετο λέγουσα πρὸς τοὺς
ἀδελφούς της, ὅσοι εἶχαν γονατίσει, καταβληθέντες ἀπὸ τὸν κάματον τῆς διὰ τόσων
αἰώνων πορείας: «Παρηγορηθῆτε, σᾶς ἀντιπροσωπεύω ἐγώ!»
Ἡ εὐσεβὴς τάσις τοῦ λαοῦ, ζητοῦντος, διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἐξωκκλησίων
ἀνὰ τὰ ὄρη καὶ τὰς κοιλάδας, νὰ παρηγορηθῇ διὰ τὴν στέρησιν τῶν τόσων τὸ πάλαι ἱερῶν
καὶ βωμῶν του, λησμονοῦντος τοὺς παλαιοὺς θεούς του χάριν τῶν νέων ἁγίων του,
κατίσχυσε τῆς αὐστηροτέρας καὶ δογματικωτέρας θεωρίας, καθ᾽ ἣν ἀπηγορεύοντο εἰς
τοὺς χριστιανοὺς οἱ ἀγροτικοί ναοί. Ἀκριβέστεροι δέ τινες ἑρμηνεῖς τοῦ
γράμματος, ἱερομόναχοι καὶ ἀσκητικοὶ ἄνδρες, ἠρνοῦντο καὶ νὰ λειτουργῶσιν εἰς ἐξωκκλήσια.
Ἀλλὰ τὸ αἴσθημα εἶναι ἀνώτερον τῆς θεωρίας, καὶ ὁ λαός, δουλεύων,
τυραννούμενος, πενόμενος, ἀγροδίαιτος, διασπειρόμενος κατὰ κώμας καὶ χωρία, μὴ ἔχων
πόρους νὰ κτίσῃ μεγάλας καὶ λαμπρὰς ἐκκλησίας, ἔκτισε πολλὰς καὶ πενιχράς. Ὁ δὲ
Σωτήρ, συγκαταβατικώτερος τῶν ἐπισήμων ἐπὶ γῆς διερμηνευτῶν του, «μνημονεύων τῶν
ἐπὶ γῆς διατριβῶν», καθὼς εἶπεν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἐνθυμούμενος τὴν
πενιχρὰν προσφορὰν τῆς χήρας, ἐδέχετο καὶ τοῦ πένητος λαοῦ του τὸν εὐσεβῆ
φόρον, καθὼς ἐδέχθη ἐκείνης τὰ δύο λεπτά.
Ἀλέξανδρος
Παπαδιαμάντης
Πέμπτη 27 Ιουλίου 2023
Τὰ πάντα μέσα μου καὶ γύρω μου
Τὰ πάντα μέσα μου
καὶ γύρω μου, καὶ τὰ μικρὰ καὶ τὰ μεγάλα, τὰ περασμένα καὶ τὰ ἄπειρα, καὶ τὰ ἁπλὰ
καὶ τὰ αἰνιγματώδη, καὶ τὰ σκοτεινὰ καὶ τὰ φωτεινά, καὶ τὸ ὁρατὸ καὶ τὸ ἀόρατο,
καὶ τὸ θνητὸ καὶ τὸ ἀθάνατο, καὶ τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό, τὸ πᾶν καὶ τὰ πάντα σὲ ὅλους
τους κόσμους ποὺ γνωρίζω καὶ αἰσθάνομαι, μὲ ὑποκινοῦν σὲ μιὰ κραυγὴ καὶ μιὰ
προσευχή:
-Κύριε ἐλέησον!
Ὅσιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς














