Σάββατο, 26 Αυγούστου 2017


Ὁ ἄγγελος στὸν Μεγάλο Κανόνα
Σ’ ἕνα δρόμο τῆς συνοικίας «Ράχη» στὴν Πορταριὰ ἔχει δοθεῖ τὸ ὄνομα τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη. Ἦταν τόσο μεγάλη ἡ προσωπικότητα τοῦ Παπαδιαμάντη στὸ χῶρο τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, ὥστε ἀρκοῦσε αὐτὸ καὶ μόνο νὰ ἐξηγήσει τὴν ὀνοματοδοσία αὐτή. Ἡ ἀφορμὴ ὅμως στὸ νὰ δοθεῖ τὸ ὄνομα τοῦ Παπαδιαμάντη σ’ αὐτὸ τὸ δρόμο ἤτανε ἡ παρακάτω:
Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης εἶχε ἕναν ἀδελφό, τὸ Γιώργη, ποὺ εἶχε παντρευτεῖ στὴν Πορταριὰ καὶ σ’ αὐτὴ ἐγκαταστάθηκε. Διετέλεσε ἐπὶ πολλὰ χρόνια γραμματέας τῆς Κοινότητας Πορταριᾶς, τότε Δήμου Ὀρμινίου. Τὸ σπίτι ποὺ καθότανε ἦταν στὴν μικρὴ πλατεία, ὅπου ἡ θολωτὴ βρύση καὶ ὁ μεγάλος πλάτανος τῆς «Ράχης», ἀπέναντι ἀπὸ τὸ ἀρχοντικὸ τοῦ Τσοποτοῦ, τώρα ξενοδοχεῖο «Δεσποτικό». Ἔτσι ὁ ἐκφραστὴς τοῦ ταπεινοῦ, τοῦ αὐθεντικοῦ καὶ ἀδιάφθορου ἑλληνικοῦ κόσμου, ὁ κοσμοκαλόγερος Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, εἶχε ἐπισκεφθεῖ πολλὲς φορὲς τὴν Πορταριά, γιὰ νὰ δεῖ τὸν ἀδελφὸ καὶ τὰ ἀνήψια του.
Μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτὴ ἀξίζει νὰ σᾶς διηγηθῶ ἕνα ἀνέκδοτο γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ποὺ ὁ παππούς μου ὁ παπα- Ἀντώνης, παπὰς στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Πορταριᾶς, ἀπὸ τὸ 1890 ἕως τὸ 1942, μᾶς εἶχε διηγηθεῖ.
Ποιά χρονιὰ ἀκριβῶς συνέβη, δὲν τὸ ξέρω. Τὸ παραθέτω ὅπως μᾶς τὸ διηγήθηκε ὁ παππούς μου.
Ἤτανε Μεγάλη Σαρακοστή, ἡμέρα Τετάρτη, ποὺ διαβάζεται στὴν Ἐκκλησία, στὸν Ἑσπερινό, ὁ Μεγάλος Κανόνας τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης. Βγῆκε στὴν Ὡραία Πύλη ὁ παππούς μου μὲ τὸ βιβλίο στὸ χέρι, ποὺ περιεῖχε τὸ Μεγάλο Κανόνα, καὶ μὲ τὸ φῶς τῆς λαμπάδας ἄρχισε νὰ διαβάζει τὰ τροπάρια. Ψάλτη δὲν εἶχε καὶ τὰ τροπάρια ἔπρεπε νὰ τὰ διαβάσει μόνος του. Καὶ ἤτανε πάρα πολλά.
Διάβασε τὸ πρῶτο καὶ πῆρε μία βαθειὰ ἀνάσα, ἕτοιμος ν’ ἀρχίσει τὸ δεύτερο, ὅταν κάποιος ποὺ στεκότανε ὄρθιος ἀπὸ τὸ δεξιὸ μέρος, μπροστὰ στὴν κολόνα τῆς ἐκκλησίας, ἄρχισε νὰ ψάλλει τὸ δεύτερο τροπάριο. Ὁ παππούς μου ξαφνιάστηκε λίγο καὶ προχώρησε στὸ τρίτο. Ὁ ἄγνωστος ἀπήγγειλε ἀπὸ στήθους τὸ τέταρτο. Ὁ παππούς μου, μὲ ἀγωνία ποὺ αὐξανόταν, διάβασε τὴν πέμπτη στροφὴ καὶ ὁ ἄγνωστος ἀπήγγειλε ἀπὸ στήθους τὴν ἕκτη, καὶ οὕτω καθεξῆς, μέχρι τὸ τέλος τοῦ μακροῦ Μεγάλου Κανόνα. Ὁ παππούς μου διαβάζοντας ἀπὸ τὸ βιβλίο καὶ ὁ ἄγνωστος ἀπ’ ἔξω, χωρὶς βιβλίο.
Κρύος ἱδρώτας περιέλουσε τὸν παππού μου. Αὐτὸς μετὰ δυσκολίας, κάτω ἀπὸ τὸ ἰσχνὸ φῶς τῆς λαμπάδας, κατόρθωνε νὰ ἀναγνώσει τὰ τροπάρια, ἐνῶ ὁ ἄγνωστος δὲν ἐκόμπιαζε καθόλου καὶ τὰ ἀπήγγελλε μεστὰ περιεχομένου. Ὁ φόβος τοῦ ἔβαλε τὴν ἰδέα ὅτι ὁ ξένος ἦταν ἄγγελος Κυρίου, σταλμένος ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ ἐλέγξει ἂν ἐπιτελεῖ σωστὰ τὸ ἔργο του. Καὶ πρόσθετε ὁ παππούς μου: «Ἤμουν καὶ νέος παπάς…».
Τελείωσε ὁ Μεγάλος Κανόνας, μπῆκε ὁ παππούς μου μέσα στὸ Ἱερὸ νὰ βγάλει τὸ πετραχήλι καί, ἕως ὅτου βγεῖ ἔξω, ὁ ἄγνωστος εἶχε ἐξαφανιστεῖ. Πράγμα ποὺ ἐμπέδωσε, στὴν ἀρχή, τὴν ὑποψία τοῦ ἁγνοῦ ἱερέα γιὰ τὴν ἐξ οὐρανῶν προέλευση τοῦ ἀγνώστου. Τὸ μόνο πού, μέσα στὴν ταραχή του, μπόρεσε νὰ κρατήσει ἤτανε τὸ φτωχικὸ ντύσιμο τοῦ ἀπόκοσμου ξένου.
Ρώτησε καὶ ἔμαθε στὴ συνέχεια ὅτι αὐτὸς ὁ ἄγνωστος, ποὺ τόσο συντάραξε τὸν παππού μου μὲ τὶς γνώσεις καὶ τὸ παρουσιαστικό του, ἦταν ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ὁ ἀδελφὸς τοῦ Γιώργη, τοῦ γραμματέα τῆς Κοινότητας. Πῆγε τὴν ἄλλη μέρα στὸ σπίτι τοῦ ἀδελφοῦ του γιὰ νὰ τὸν γνωρίσει καὶ εἶχε νὰ τὸ λέει γιὰ τὴν ἁπλότητά του, τὴν ταπεινοφροσύνη του καὶ τὴ σοφία του.
Νὰ λοιπὸν ποὺ τὸ χωριὸ συνδέεται μὲ δεσμοὺς αἵματος μὲ τὸν μεγάλο Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη καὶ πολὺ σωστὰ δόθηκε τὸ ὄνομά του σὲ ἕνα δρόμο τῆς συνοικίας ποὺ ἔμενε ὁ ἀδελφός του Γιώργης.
Γιῶργος Δ. Τσιμπανούλης, Δικηγόρος
Φύλλο ἀρ. 4 τῆς ἔκδοσης ΠΟΡΤΑΡΙΑ, Ἰανουάριος 1999

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου