Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017

Ἀπαλλαγὴ κανένας δὲν ἐζήτησε
Σᾶς ἔχω πεῖ ὅτι κάποτε μὲ πλησίασε μία Γερόντισσα, καὶ λέει: «Θέλω νὰ ἐξομολογηθῶ». «Μὰ ἐγὼ δὲν ἐξομολογῶ τοὺς καλογήρους, θὰ ἐξομολογήσω καλογριές;» «Ὄχι, θέλω νὰ πῶ τὸν λογισμό μου», λέει. «Ἔ, πὲς τὸν λογισμό σου».
Ἀφοῦ εἶπε κι ἐκείνη τὰ βάσανά της -γιατὶ πάντα βάσανα θὰ σοῦ πεῖ, δὲν θὰ σοῦ πεῖ χαρές-, λέει: «Εἶδα, σὰν ἕνα ὅραμα, ὅτι πάνω σ' ἕνα βουναλάκι καθόντουσαν οἱ Πατριάρχαι Ἀβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ. Καὶ λέω: Οἱ Πατριάρχαι εἴσαστε; Ναί, λένε, Ἀβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ.
-Νὰ 'ρθω κι ἐγὼ ἐκεῖ;
-Ἔλα.
-Ἀπὸ ποῦ νὰ 'ρθω;
-Νά, ἀπὸ ΄κεῖ, ἀπ' τὸν δρόμο.
-Δὲν βλέπω κανέναν δρόμο.
-Ἐκεῖ εἶναι, ψάξε νὰ τὸν βρεῖς.
-Μά, δὲν βλέπω δρόμο.
-Ψάξε, βρὲ εὐλογημένη, ψάξε καὶ θὰ τὸν βρεῖς.
-Μά, αὐτὸς ὁ δρόμος εἶναι δεκαπέντε πόντους, πῶς θὰ περάσω; Ὅλο ἀγριοπούρναρα καὶ ἀγκάθια. Θὰ σχίσω τὰ φορέματά μου, θὰ ματώσω τὰ ποδάρια μου.
-Ἄ, κι ἐμεῖς ἀπὸ 'κεῖ περάσαμε καὶ ἤρθαμε ἐδῶ πάνω.»
Τὸ πράγμα θέλει νὰ πεῖ ὅτι διὰ μέσου τῶν θλίψεων, διὰ μέσου τῶν στενοχωριῶν, διὰ μέσου τοῦ αἵματος, ὁ ἄνθρωπος θ' ἀνέβει στὸν οὐρανό. Μὲ ἀμεριμνία καὶ μὲ ἄνεση, μὲ αὐτοκίνητο, δὲν πᾶμε, πάτερ, στὸν Παράδεισο. Θὰ δώσεις αἷμα, νὰ πάρεις πνεῦμα. Ἔτσι κι αὐτὴ ἡ Γερόντισσα, δὲν ἀναφέρω τ' ὄνομά της: καρκίνο, ἐγχειρήσεις, τοῦτο, ἐκεῖνο, αὐτό, κι ὅμως προσευχομένη εἶδε τὴν Παναγία στὸν θρόνο της: «Περάστε οἱ ὅσιοι», λέει. Ὅλοι οἱ ὅσιοι πέρασαν μπροστά, σὰν παρέλαση, στὴν Παναγία. «Περάστε οἱ μεγαλομάρτυρες».
Αὐτὴ καθότανε ἐκεῖ, Γερόντισσα ἦταν, Ἡγουμένη. Καὶ στὸ τέλος πῆγε, ἔβαλε μετάνοια, φίλησε τὸ χέρι τῆς Παναγίας, ἦταν ἕνα βελοῦδο! Καὶ ἡ Παναγία τῆς εἶπε: «Ὑπομονή, ὑπομονή, ὑπομονή», καὶ ξύπνησε. Δηλαδή, ἂν θέλεις νὰ εἶσαι μαθήτρια καὶ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, θ' ἀνέβεις κι ἐσὺ ἀπάνω στὸ Σταυρό.
Ἀπαλλαγὴ κανένας Ἅγιος δὲν ἐζήτησε ἀπὸ τὸν Θεό. Ὑπομονὴ νὰ χαρίσει. Ἂν κάνεις ὑπομονή, θὰ 'χεις καὶ λιγάκι μισθό, ἂν θὰ 'χεις ἀπαλλαγή, δὲν ἔχεις τίποτες, μισθὸ δὲν ἔχεις.

Γέρων Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου