Τρίτη 21 Απριλίου 2015


Περιστερὰ διψῶσα
Περιστερά τις σφόδρα ἐδίψα καὶ ἐφ᾿ ὕδατος ζήτησιν τῇδε κἀκεὶσε περιήρχετο.
Ἰδοῦσα δὲ ἔν τινι τοίχῳ ἐζωγραφημένην ὑδρίαν ἐδόκει ἀληθῶς ὁρᾶν ὕδατος σκεῦος μεστόν, καὶ ἐλθοῦσα τοῦ πιεῖν τῷ τοίχῳ προσέκρουσε καὶ αὐτίκα τοῦ ζῆν ἀπερρήγνυτο.
Ὅτε δὲ πρὸς τελευταίαν ἐγγίσασα ἀναπνοὴν ἦν, ἐν ἑαυτῇ ἔλεγεν ὅτι «δυστυχὴς ὄντως ἐγὼ καὶ ἀθλία, ἐφ᾿ ᾧ ὕδατος γλιχομένη μὴ θανάτου ἐμνημόνευον».

Οὗτος δηλοῖ ὡς πολὺ κρείττων ἡ μακροθυμία τῆς ἀλογίστου σπουδῆς καὶ ταχυτῆτος.

Ἕνα περιστέρι ἦταν τόσο διψασμένο, ὥστε πετοῦσε σὰν τρελὸ ἐδὼ κι ἐκεῖ γιὰ νὰ βρεῖ λίγο νερό.
Ξαφνικά, εἶδε σὲ κάποιο τοῖχο ζωγραφισμένο ἕνα κανάτι καὶ νόμισε πὼς εἶναι ἀληθινό. Πῆρε φόρα λοιπὸν κι ὄρμησε νὰ ξεδιψάσει μὲ τὸ νερὸ ποὺ τάχα ἦταν γεμάτη ἡ ζωγραφιά. Φυσικὰ, ἔσκασε στὸν τοῖχο καὶ τραυματίστηκε θανάσιμα.
Λίγο πρὶν ξεψυχήσει, ψιθύρισε:
«Τί ἀτυχία κι αὐτή! Ἀπ᾿ τὴν πολλή μου δίψα, ξέχασα, τὸ δύστυχο, πὼς ὑπάρχει καὶ θάνατος».


Ὁ μύθος λέει πὼς ἡ ὑπομονή εἶναι προτιμότερη ἀπὸ τὴν ἀλόγιστη βιασύνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου