Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014


Ἀκόμα δέν τόν εἴδανε
Ὁ Τριπολιτσιώτης Ἀγγελάκης Νικηταρᾶς, παράγγειλε κάποτε τοῦ Κολοκοτρώνη, πού ἦταν στενός του φίλος, νά κατέβει στό χωριό, γιά νά βαφτίσει τό μωρό του. Ὁ Νικηταρᾶς τοῦ παράγγειλε ὅτι τό παιδί ἐπρόκειτο νά τό βγάλουν Γιάννη, ἀλλά γιά νά τόν τιμήσουν, ἀποφάσισαν νά τοῦ δώσουν τ’ ὄνομά του, δηλαδή Θεόδωρο.
Ὁ θρυλικός Γέρος τοῦ Μοριᾶ ἀπάντησε τότε, πώς εὐχαρίστως θά πήγαινε μόλις θά «ἔκλεβε λίγον καιρό», γιατί τίς μέρες ἐκείνες ἔδινε μάχες. Ἔτσι θά πέρασε ἕνας ὁλόκληρος μήνας σχεδόν κι ὁ Κολοκοτρώνης δέν κατόρθωσε νά πραγματοποιήσει τήν ὑπόσχεση πού εἶχε δώσει.
Δεύτερη, λοιπόν, παραγγελία τοῦ Νικηταρᾶ. Ὥσπου ὁ Γέρος πῆρε τήν ἀπόφαση καί μέ δύο παλικάρια του κατέβηκε στό χωριό. Ἀλλά μόλις μπῆκε στό σπίτι τοῦ φίλου του, δέν εἶδε κανένα μωρό, οὔτε καμιά προετοιμασία γιά βάφτιση.
Τί εἶχε συμβεῖ: Ἡ γυναίκα τοῦ Νικηταρᾶ ἦταν στίς μέρες της νά γεννήσει. Ἐπειδή ὅμως, ὁ τελευταῖος ἤξερε πώς ὁ Γέρος ἦταν ἀπασχολημένος στά στρατηγικά του καθήκοντα καί πώς θ’ ἀργοῦσε ὁπωσδήποτε νά τούς ἐπισκεφθεῖ -ὁπότε θά εἶχε γεννηθεῖ πιά τό παιδί- τοῦ παράγγελνε καί τοῦ ξαναπαράγγελνε προκαταβολικά γιά τή βάφτιση. Ὅταν ὁ Κολοκοτρώνης ἄκουσε τήν ἀπολογία τοῦ Νικηταρᾶ, ξέσπασε σέ δυνατά γέλια καί φώναξε:
– Ὠχού! Μωρέ, ἀκόμα δέν τόν εἴδανε καί Γιάννη τόν βαφτίσανε!
*
Οἱ φόροι πρίν ἀπό τόν 19ο αἰώνα ἦταν τόσοι πολλοί στήν Ἑλλάδα, ὥστε ὅσοι δέν εἶχαν νά πληρώσουν ἔβγαιναν στό βουνό. Γιά τή φοβερή αὐτή φορολογία, ὁ ἱστορικός Χριστόφορος Ἄγγελος, γράφει τά ἑξῆς χαρακτηριστικά: «Οἱ ἐπιβληθέντες φόροι ἦσαν ἀναρίθμητοι, ἀλλά καί ἄνισοι. Ἐκτός τῆς δεκάτης, τοῦ ἐγγείου καί τῆς διακατοχῆς τῶν ἰδιοκτησιῶν, ἑκάστη οἰκογένεια κατέβαλλε χωριστά φόρον καπνοῦ (ἑστίας), δασμόν γάμου, δούλου καί δούλης, καταλυμάτων ἐπαρχιακῶν, ἐξόδων καφτανίων, καρφοπετάλων καί ἄλλων ἐκτάκτων. Ἐνῶ δέ οὕτω βαρεῖς καθ’ ἑαυτούς ἦσαν οἱ ἐπιβληθέντες φόροι, ἔτι βαρυτέρους καί ἀφορήτους καθίστα ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως καί ἡ δυναστεία τῶν ἀποστελλομένων πρός τοῦτο ὑπαλλήλων ἤ ἐκμισθωτῶν. Φόρος ὡσαύτως ἐτίθετο ἐπί τῶν ραγιάδων ἐκείνων οἵτινες ἔτρεφον μακράν κόμην».
Ἀπό τό τελευταῖο αὐτό, ἔμεινε παροιμιώδης ἡ φράση: «πλήρωσε τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς του».


Τετράδιο 162 * Ὀκτώβριος 2013

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014


Θεέ μου, πόσο μπλὲ ξοδεύεις γιὰ νὰ μὴ σὲ βλέπουμε!
Ζοῦμε σὲ ἕναν πανέμορφο κόσμο ποὺ τὸ μυστικό τῆς ζωῆς τὸ σηκώνουν μικροσκοπικὲς ὀντότητες ποὺ λέγονται γονίδια. Εἶναι δυσδιάκριτα, δὲν φαίνονται. Ὅμως αὐτὰ προσδιορίζουν τὴ ζωὴ καὶ τὰ ἰδιώματά της. Αὐτὰ χαρακτηρίζουν τὸ κάθε πρόσωπο, καθορίζουν τὴν ταυτότητα. Μὲ ἀκρίβεια καὶ λεπτομέρειες.
Κολυμπᾶμε μέσα σὲ ἕναν ὠκεανὸ ἄπειρων σωματιδίων, ποὺ ταυτοποιοῦνται μὲ ποικίλα καὶ παράξενα ὀνόματα: Quarks, γκλουόνια, μποζόνια, λεπτόνια, βαρυόνια, νετρίνα, φωτόνια καὶ πλῆθος ἄλλων. Καὶ ποὺ δὲν φαίνονται. Ὅμως αὐτὰ τὰ μικρὰ στηρίζουν τὸ μεγαλεῖο αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Αὐτὰ κρύβουν τὸ μυστήριό του.
Ὅλα ἔχουν τὴν ἀποστολὴ καὶ τὴ σημασία τους. Ὅσο μικρὰ κι ἂν εἶναι. Κάποια εἶναι ὑπεύθυνα γιὰ τὴ μᾶζα. Λέγονται μποζόνια. Οὔτε καταλαβαίνουμε γιατί. Χωρὶς ὅμως αὐτὰ δὲν θὰ ψηλαφούσαμε τὸν κόσμο μας. Ἄλλα πάλι βοηθοῦν στὴ διάδοση τῶν δυνάμεων. Κάποια εἶναι γνωστὰ ὡς γκλουόνια. Κι αὐτὸ κακόηχο. Καὶ ἄλλα συγκροτοῦν τὸ φῶς. Αὐτὰ λέγονται φωτόνια. Πιὸ εὔηχο ὄνομα. Μᾶζα, δυνάμεις, φῶς. Εἶναι σημαντικὸ νὰ ἑρμηνεύεται ἡ μᾶζα ἢ νὰ δικαιολογεῖται ἡ διάδοση τῶν δυνάμεων. Ἡ ὕλη ψηλαφεῖται, οἱ δυνάμεις συντηροῦν τὴν κίνηση καὶ διατηροῦν τὶς ἰσορροπίες. Ἔτσι κατανοοῦμε τὴν ὕλη καὶ τὴ βαρύτητα.
Γιὰ κάποιον ὅμως λόγο, τὸ φωτόνιο ἔχει ἕνα μοναδικὸ μεγαλεῖο. Εἶναι πολὺ εὐγενές, δὲν ἔχει μᾶζα, ἀλλὰ ὅμως ὑπάρχει. Καὶ μάλιστα μπορεῖ νὰ γεννήσει μᾶζα. Κουβαλάει ἐνέργεια. Κυρίως ὅμως δείχνει καὶ φανερώνει. Χάρις στὰ φωτόνια ἀπολαμβάνουμε τὸ αἴσθημα τῆς ὅρασης. Ὁ κόσμος φαίνεται. Καὶ εἶναι τόσο ὄμορφος. Πλῆθος χρωμάτων, ἐντυπωσιακὲς συμμετρίες, ἐκπληκτικὲς ἀσυμμετρίες, ἀντιθέσεις, ἀνακλάσεις, ἁρμονία, βάθος, ἐναλλαγές.
Χωρὶς τὰ φωτόνια δὲν θὰ ξέραμε τὶ θὰ πεῖ κάλλος, ὀμορφιά, αἰσθητική, ποικιλία, ὀπτικὴ ἁρμονία. Δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ συγκρίνουμε. Σὰν αὐτὰ νὰ δίνουν ζωὴ στὴν ὕλη. Τὰ φωτόνια ἐπιβεβαιώνουν τὴν ὕπαρξη τοῦ κόσμου, κυρίως ὅμως ἀποκαλύπτουν τὴν ὀμορφιά του. Ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴν δεῖς, πρέπει νὰ τὰ ἀνακαλύψεις. Σ’ αὐτὸ βοηθοῦν τὰ μάτια μας. Ὅταν αὐτὰ χάνουν τὴν ἀκρίβεια ἢ τὴν εὐαισθησία τους, τότε χρησιμοποιοῦμε διορθωτικοὺς φακούς.
Γιὰ νὰ ἀντικρύσουμε τὰ μικρὰ ἀντικείμενα ποὺ δὲν διακρίνονται, ἔχουμε τὰ μικροσκόπια. Γιὰ τὰ μακρινὰ ποὺ ἐπίσης εἶναι ἀθέατα, κατασκευάσαμε τὰ τηλεσκόπια. Κι ἔτσι βλέπουμε καὶ αὐτὰ ποὺ …δὲν φαίνονται.
Εἶναι πολὺ ὄμορφος ὁ κόσμος μας. Καὶ περικλείει πολλὴ σοφία. Ἡ ὀμορφιὰ κρύβεται πίσω ἀπὸ αὐτὸ ποὺ αὐτὸς δείχνει. Καὶ ἡ σοφία μέσα σὲ αὐτὸ ποὺ κρύβει. Τὸ πρῶτο τὸ ἀπολαμβάνει τὸ μάτι. Τὸ δεύτερο μαγεύει τὴ σκέψη.
Χωρὶς τὸ ἐρέθισμα τῆς θεατῆς ὀμορφιᾶς, ἡ σκέψη δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κάνει τὰ διεισδυτικὰ ταξείδια της. Γι’ αὐτὸ εἶναι τόσο πολύτιμα τὰ φωτόνια.
Ἄλλοτε πάλι μὲ τὰ τηλεσκόπια φωτογραφίζουμε ἢ ἀνιχνεύουμε. Δὲν βλέπουμε. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιο. Ἡ ἀνίχνευση προκαλεῖ τὸν ἐνθουσιασμὸ τῆς διαπίστωσης. Ἡ σκέψη τὴ μαγεία τῆς ἀνακάλυψης. Ἡ θέα ὅμως εἶναι αὐτὴ ποὺ γεννᾶ τὴ συγκίνηση τῆς ἀμεσότητας. Εἶναι ὑπέροχο πράγμα οἱ αἰσθήσεις μας. Καὶ κυρίως ἡ ὅραση. Λέγει ὁ Ἐλύτης: Θεέ μου, πόσο μπλὲ ξοδεύεις γιὰ νὰ μὴ σὲ βλέπουμε! Κι ἐμεῖς συμπληρώνουμε: Θεέ μου, πόσα φωτόνια ἔφτιαξες γιὰ νὰ σὲ ὑποψιαζόμαστε!
«Εἶπεν ὁ Θεός: γενηθήτω φῶς∙ καὶ ἐγένετο φῶς». Μάλιστα «ἐν ἀρχῇ», τὸ πρῶτο πράγμα. Τελικά, τὸ σωμάτιο τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι τὸ μποζόνιο οὔτε λέγεται higgs∙ αὐτὸ δὲν θὰ πεῖ τίποτα. Τὸ σωμάτιο τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ φωτόνιο. Καὶ ἡ πύλη πρὸς τὸν κόσμο τὸ τηλεσκόπιο. Βάζεις τὸ μάτι σου στὸν φακὸ καὶ ξεχύνεσαι στὸ ἄπειρο.
Ἐκεῖ ποὺ συναντᾶται ἡ ὀμορφιὰ μὲ τὴν ἀλήθεια. Τὸ μάτι βλέπει. Ἡ καρδιὰ χτυπάει. Ἡ σκέψη καλπάζει. Διαλέγεται μὲ τὰ φωτόνια. Εἶναι ἐκπληκτικὴ ἡ θέα, ἡ ζωντανὴ εἰκόνα. Ἰδίως στὴν πατρίδα μας. Θάλασσες, νησάκια, οὐρανός. Κόλποι, παραλίες, λόφοι, ὅλα μαζί. Ἡ φυσική της ὀμορφιὰ σὲ ταξειδεύει. Σὲ κάνει νὰ θέλεις ἢ νὰ μείνεις γιὰ πάντα στὴ γῆ ἢ νὰ φύγεις. Θέλεις νὰ ζεῖς γιὰ πάντα.
Καὶ ἂν αὐτὸ δὲν γίνεται στὴ γῆ, θέλεις νὰ πᾶς ἀλλοῦ. Ἡ ὀμορφιὰ ἐνδυμανώνει τὴν αἰωνιότητά σου. Βάζεις τὸ μάτι στὸ τηλεσκόπιο καὶ φεύγεις. Φεύγεις στὸ ἄπειρο. Χάνεσαι στὸν χῶρο. Ἐλευθερώνεσαι ἀπὸ τὸν χρόνο. Τί ὡραία ἡ αἴσθηση τοῦ σύμπαντος! Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο καὶ τὸ ἄπειρο σοῦ εἶναι πεπερασμένο. Καὶ ὁ χρόνος λίγος. Θέλεις νὰ φύγεις κι ἄλλο.
Θέλεις ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ τῶν ὁρωμένων νὰ περάσεις στὴ ἐμπειρία τῶν ἀθεάτων. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ χρωστᾶς στὰ φωτόνια. Τὰ φωτόνια σοῦ δείχνουν τὴν ὀμορφιὰ τοῦ κτιστοῦ καὶ σὲ ὑποψιάζουν γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ ἀκτίστου. Τὰ φωτόνια δείχνουν Αὐτὸν ποὺ δὲν φαίνεται. Δείχνουν τὸν Θεό.
Θέλω νὰ ἐκφράσω τὴ χαρά μου γιὰ τὴν εὐκαιρία τῆς ἀποψινῆς βραδιᾶς καὶ τὶς πολλὲς εὐχαριστίες μου καὶ γιὰ τὴν πρόσκληση καὶ γιὰ τὴ δυνατότητα νὰ ἀνοίξω γιὰ λίγο μπροστά σας τὴν καρδιά μου. Εἶναι πολὺ ὡραῖο πράγμα ἡ ζωή σου νὰ φιλοξενεῖ καὶ αἴσθηση Ἀστροφυσικῆς καὶ ἐμπειρία ἱερωσύνης.
Καὶ εἶναι θαυμάσιο νὰ περνᾶς μιὰ ὄμορφη βραδιὰ στὴν Πεντέλη μὲ ἀνοιχτὸ τὸν θόλο κυνηγώντας φωτόνια. Ἴσως καλύτερο ἀπὸ τὸ νὰ ψάχνεις χρόνια ὁλόκληρα ἕνα μποζόνιο στὴ Γενεύη!
Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος

Τετράδιο 161 * Σεπτέμβριος 2013

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Γιά νά πατᾶς στέρεα στή γῆ, πρέπει τό ἕνα πόδι σου νά εἶναι ἔξω ἀπό τή γῆ.






Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Ἐμίσησε τὴν ψεύτικη ἐντύπωση
Γιά τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο ἔκαμαν τὴν κρίση «Ἦταν ὁ ἡρωικότερος τῶν ἁγίων καὶ ὁ ἁγιότερος τῶν ἡρῴων». Γιά τὸν ἀείμνηστον Ἀρχιμανδρίτη Ἰωὴλ Γιαννακόπουλο ἐγὼ προσωπικὰ ἔχω κάνει τὴν κρίση «Ἦταν ὁ σοφότερος τῶν συγχρόνων ἁγίων καὶ ὁ ἁγιότερος τῶν συγχρόνων μας σοφῶν». Καὶ τὸ ὑπεροχότερο πρότυπο σοφοῦ καὶ ἁγίου κληρικοῦ. Γιατὶ εἶχε μία ἀπόλυτη συνέπεια σ’ ἐκεῖνα πού πίστευε καὶ σ’ ἐκεῖνα πού ἔπραττε καὶ ἕνα τεράστιο πνευματικὸ βάθος, τὸ ὁποῖο δέν ἀρκεῖ κανεὶς νά τὸ γνωρίσει, πρέπει καὶ νά μπορεῖ νά τὸ ἀξιολογήσει.
Γεννήθηκε σ’ ἕνα πολὺ μικρὸ καὶ φτωχὸ χωριὸ τῆς Μεσσηνίας πού λεγόταν καὶ λέγεται Μαθία. Σήμερα δέν ξέρω ἂν ὑπάρχει, ἔχει διαλυθεῖ ἐντελῶς. Οἱ γονεῖς του ἦταν χωριάτες, ἐντελῶς ἀσήμαντοι ἄνθρωποι καὶ ἐντελῶς ἄγνωστοι. Καὶ ὁ ἴδιος - χαρακτηρισμὸς τοῦ πατρὸς Ἰωὴλ γιά τὸν ἑαυτὸ του- «Ὅταν ἤμουν στό σχολεῖο, στό δημοτικὸ καὶ στό γυμνάσιο, τὰ ἄλλα παιδιὰ μὲ λέγανε ὁ Κουτοφώτης», γιατὶ τὸ ὄνομά του ἦταν Φώτιος. Ὁ Κουτοφώτης. Ἦταν κουτός. «Μὲ θεωροῦσαν χαζὸ καὶ ἤμουν χαζὸς καὶ δυσμαθής». Λόγια δικὰ του, ὄχι δικά μου. «Δειλὸς, ἀνόητος καὶ βλάκας». Λόγια δικὰ του. Πῶς εἶχε τὸ θάρρος νά τὰ λέει γιά τὸν ἑαυτὸ του, εἶναι λιγάκι δύσκολο νά τὸ μετρήσει κανείς.
Ἀλλὰ νά, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη παιδί, στό σχολεῖο, τὸν ἀπασχόλησε τὸ ἐρώτημα: «Γιατὶ τὰ ἄλλα παιδιὰ εἶναι ἔξυπνα καὶ ἐγὼ εἶμαι κουτὸς καὶ εἶμαι ὁ Χαζοφώτης;». Καὶ ἔψαξε καὶ ἐβρῆκε. Ψάχνοντας ἐβρῆκε. Καὶ τὶ λέτε ἐβρῆκε; Διαπίστωσε ὅτι τὰ ἄλλα παιδιὰ εἶχαν μὲν μία εὐφυΐα, ἀλλὰ εἶχαν καὶ μία ἐπιπολαιότητα. Τσιμπολογοῦσαν ἐδῶ κι ἐκεῖ καὶ πετοῦσαν ἐξυπνάδες. Καὶ οἱ διδάσκαλοι, μὲ τὸ ἄθλιο παιδαγωγικὸ σύστημα πού ἔχουμε ἐδῶ στήν Ἑλλάδα, μένανε εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὶς ἐξυπνάδες τῶν παιδιῶν. «Ἐγώ», μοῦ ἔλεγε ὁ πάτερ Ἰωήλ, «κατάλαβα ὅτι, τουλάχιστον γιά τὸν ἑαυτό μου, ἐπειδὴ ἤμουν δυσμαθής, χρειαζόμουν σοβαρὴ μελέτη». Καὶ προσπάθησε νά κάνει ὅσο πιὸ σοβαρὴ μελέτη μποροῦσε. Φυσικὰ μὲ ἐπαναλήψεις. Καὶ τὰ κατάφερε. Κατάλαβε ἀπὸ τότε ὅτι μπορεῖ ὁ ἴδιος νά μορφωθεῖ καὶ νά ἔχει βάσεις πνευματικές, μορφωτικὲς ἐννοοῦμε, πιὸ καλὲς ἀπὸ τὰ ἄλλα παιδιά, βάσεις πιὸ σταθερές. Καὶ κατάλαβε ὅτι ἡ ἐντύπωση εἶναι ἕνα ψεύτικο πρᾶγμα πού δέν ἀξίζει τὸν κόπο νά τοῦ δίνει κανεὶς σημασία. Καὶ ἔτσι, μοῦ ἔλεγε, σὲ ἡλικία νεαροτάτη, 14–15 χρόνων, ἐμίσησε τὴν ψεύτικη ἐντύπωση.
Γιατί; Ἐπειδὴ κατάλαβε. Ποιὸ ἦταν τὸ συμπέρασμά του; Τὸ συμπέρασμά του ἦταν : Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι αὐτό πού εἶναι καὶ μπορεῖ νά ἀλλάξει, μπορεῖ νά διορθωθεῖ. Ἡ σκέψη αὐτὴ, τόσο πρώιμη ἀλλὰ καὶ πολὺ βαθιὰ, εἶναι αὐτή πού ἐσφράγισε ὁλόκληρη τή ζωή του.
Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος


Τετράδιο 161 * Σεπτέμβριος 2013

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014



Κάθε λέξη κι ἀπό 'να χελιδόνι
Τότε εἶπε καί γεννήθηκεν ἡ θάλασσα
Καί εἶδα καί θαύμασα
Καί στή μέση της ἔσπειρε κόσμους μικρούς κατ' εἰκόνα
καί ὁμοίωσή μου:
Ἵπποι πέτρινοι μέ τή χαίτη ὀρθή
καί γαλήνιοι ἀμφορεῖς
καί λοξές δελφινιῶν ράχες
ἡ Ἴος ἡ Σίκινος ἡ Σέριφος ἡ Μῆλος
«Κάθε λέξη κι ἀπό 'να χελιδόνι
γιά νά σοῦ φέρνει τήν ἄνοιξη μέσα στό θέρος» εἶπε
«Καί πολλά τά λιόδεντρα
πού νά κρησάρουν στά χέρια τους τό φῶς
κι ἐλαφρό ν' ἁπλώνεται στόν ὕπνο σου
καί πολλά τά τζιτζίκια
πού νά μήν τά νιώθεις
ὅπως δέ νιώθεις τό σφυγμό στό χέρι σου
ἀλλά λίγο τό νερό
γιά νά τό 'χεις Θεό καί νά κατέχεις τί σημαίνει ὁ λόγος του
καί τό δέντρο μονάχο του
χωρίς κοπάδι
γιά νά τό κάνεις φίλο σου
καί νά γνωρίζεις τ' ἀκριβό του τ' ὄνομα
φτενό στά πόδια σου τό χῶμα
γιά νά μήν ἔχεις ποῦ ν' ἁπλώσεις ρίζα
καί νά τραβᾶς τοῦ βάθους ὁλοένα
καί πλατύς ἐπάνου ὁ οὐρανός
γιά νά διαβάζεις μόνος σου τήν ἀπεραντοσύνη»

ΑΥΤOΣ
ὁ κόσμος ὁ μικρός, ὁ μέγας!

Ὀδυσσέας  Ἐλύτης


Τετράδιο 161 * Σεπτέμβριος 2013

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014


Οἱ ἑξήντα ἱερομάρτυρες τοῦ Ἰρκούτσκ
Κατά τά ἔτη 1930, 1931 καί 1932 ταξίδεψα σ' ὁλόκληρη τήν Σιβηρία μέ μία ἐπιστημονική ἀποστολή. Τό 1933 τά ταξίδια μᾶς ὁδήγησαν στό Ἰρκούτσκ, στό Νίζνιε-Οὐντίνσκ καί μετά στό Μπαλαγκάνσκ. Ἡ πόλι Κατσούγκ βρίσκεται στίς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Λένα, 140 μίλια ἀπό τό Ἰρκούτσκ. Ἀπό τήν Κατσούγκ ὑπῆρχε δρόμος γιά τό Νίζνιε- Οὐντίνσκ καί τό Μπαλαγκάνσκ, πού περνοῦσε ἐξ ὁλοκλήρου μέσα ἀπό τήν τάϊγκα. Δέν ὑπῆρχαν κάτοικοι· μόνο κρατούμενοι, πού δούλευαν στήν κατασκευή κάποιου ἔργου.
Στούς καταυλισμούς γύρω ἀπό τήν Κατσούγκ κυριαρχοῦσε τότε ἀνήκουστη βαναυσότητα. Χωρίς κανέναν ἀπολύτως λόγο πυροβολοῦσαν, χτυποῦσαν καί μαστίγωναν τούς ἀνθρώπους. Οἱ συνθῆκες διαβιώσεως ἦταν φρικτές. Ἑξήντα ἕως ὀγδόντα ἄνθρωποι στιβάζονταν σ' ἕναν κοιτώνα, μέ δύο σειρές σανίδες γιά κρεββάτια. Σέ περίπτωσι πού κάποιος ἀπό τούς κρατουμένους δέν ὁλοκλήρωνε τήν ἡμερήσια ἐργασία πού τοῦ ἀνετίθετο, οἱ φύλακες τοῦ καταυλισμοῦ εἶχαν τό δικαίωμα νά τοῦ κάνουν ὅ,τι ἤθελαν. Ἄφηναν τούς κρατουμένους γιά τιμωρία μία ἑβδομάδα στό ὕπαιθρο. Οἱ ἄνθρωποι πέθαιναν ἀπό τήν πείνα καί τό κρύο.
Ταξιδέψαμε ἀπό τό Ἰρκούτσκ ὡς τό Νίζνιε-Οὐντίνσκ μέ τό ἀτμόπλοιο Μπουριάτ. Ἀπό τό Νίζνιε-Οὐντίνσκ προχωρήσαμε με ἅμαξες κατά μῆκος τοῦ δρόμου τῆς Κατσούγκ, ἀκολουθώντας γιά περισσότερο ἀπό ἑβδομήντα μίλια τήν δεξιά ὄχθη τοῦ ποταμοῦ Ἄγκερ πρός τήν κατεύθυνσι τοῦ Κατσούγκ. Τήν περίοδο ἐκείνη δούλευα ὡς ὑδρομετρικός παρατηρητής.
Ἀπό τίς 8 ὡς τίς 22 Ἰουλίου 1933 ἡ ἐπιστημονική μας ὁμάδα σταμάτησε γιά μερικές μέρες κοντά σ' ἕνα στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Στήν περιοχή ἐκείνη τό ἔδαφος ἦταν καταλληλότερο γιά τήν γεωργία καί ὑπῆρχαν ἤδη σχέδια γιά ἕνα κρατικό συλλογικό ἀγρόκτημα (κολλεκτίβα) ἐκεῖ. Ὁ καιρός εἶχε γίνει ἀρκετά εὐχάριστος. Μετά τό δεῖπνο, καθήσαμε μέχρι ἀργά τό βράδυ κοντά στή φωτιά.
Κάθε τόσο ἀκούγαμε κάποιες κραυγές, πού ἀντηχοῦσαν στήν τάϊγκα. Δέν ξέραμε ἀκόμη τί εἴδους κραυγές ἦταν αὐτές. Ἦταν μία ξάστερη καί ἥσυχη νύχτα. Ὁ καθαρός ἀέρας τῆς Σιβηρίας ἀνέδιδε τό γλυκό ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν τῆς τάϊγκα μέσα στήν κοιλάδα. Ὅσο ζῶ δέν θά ξεχάσω ἐκείνη τήν κοιλάδα· θά τήν θυμᾶμαι παντοτεινά!
Ὁ γλυκός πρωινός μας ὕπνος διακόπηκε ἀπό ἕνα πένθιμο ἀνθρώπινο βογγητό. Σηκωθήκαμε γρήγορα. Ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς ὁμάδος μας, ντόπιος ἀπό τό Ἰρκούτσκ, πῆρε γρήγορα ἕνα ζευγάρι κυάλια καί οἱ ἄλλοι στήσαμε δύο τοπογραφικά ὄργανα καί ἀσχολούμασταν μέ τήν ἐργασία μας, ὅταν παρατηρήσαμε ἕνα πλῆθος νά ἔρχεται πρός τήν κατεύθυνσή μας. Ἐξ αἰτίας τῶν θάμνων ἦταν δύσκολο νά καταλάβουμε τί συνέβαινε.
Ἦταν ἑξήντα κρατούμενοι καί ὅσο πλησίαζαν μπορούσαμε καθαρώτερα νά δοῦμε πώς ἦταν ὅλοι ἐξαντλημένοι ἀπό τήν πείνα καί τήν πολλή δουλειά. Τί βλέπαμε; Ὅλοι κρατοῦσαν ἕνα σχοινί στούς ὤμους τους. Τραβοῦσαν ἕνα ἕλκηθρο (ἕνα ἕλκηθρο Ἰούλιο μήνα!). Πάνω στό ἕλκηθρο ὑπῆρχε ἕνα βαρέλι μέ ἀνθρώπινα περιττώματα!
Οἱ φρουροί πού τούς συνόδευαν προφανῶς δέν γνώριζαν ὅτι ὑπῆρχε μία ἐπιστημονική ἀποστολή στήν περιοχή τοῦ στρατοπέδου συγκεντρώσεως. Ἀκούσαμε ἀκριβῶς τίς λέξεις τῆς διαταγῆς τῶν φρουρῶν: «Ξαπλῶστε κάτω καί μή κινεῖσθε». Ἕνας φρουρός ἔτρεξε πίσω στό στρατόπεδο - προφανῶς μᾶς θεώρησαν ὑπόπτους. Κάποιος ἀπό τήν ὁμάδα μας ἐκτίμησε κάπως γρήγορα τήν κατάστασι τῶν κρατουμένων καί εἶπε: «Παρατείναμε τήν ζωή τους γιά λίγα ἀκόμη λεπτά».
Κατ' ἀρχάς δέν καταλάβαμε αὐτά τά λόγια του. Σέ 15 ὅμως μέ 20 λεπτά εἴχαμε περικυκλωθεῖ ἀπό μία διμοιρία φρουρῶν τοῦ στρατοπέδου, πού μᾶς πλησίασαν κρατώντας τουφέκια ἕτοιμα γιά μάχη, σάν νά ἐπρόκειτο νά ἐπιτεθοῦν μέ τίς ξιφολόγχες. Ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς διμοιρίας καί ὁ πολιτικός κομισάριος μᾶς πλησίασαν καί ζήτησαν τά χαρτιά μας. Ὅταν τά ἐξέτασαν μᾶς ἐξήγησαν πώς αὐτοί οἱ ἑξήντα ἄνδρες εἶχαν καταδικαστῆ νά ἐκτελεστοῦν, ὡς στοιχεῖο ἀλλότριο πρός τή σοβιετική ἐξουσία.
Ἕνα χαντάκι εἶχε ἤδη ἑτοιμασθεῖ γιά τούς ἑξήντα. Ὁ πολιτικός κομισάριος μᾶς ζήτησε νά μποῦμε στίς σκηνές μας, πράγμα πού κάναμε. Οἱ ἑξήντα μάρτυρες ἦταν Ἱερεῖς. Στό ἥσυχο πρωινό τοῦ Ἰουλίου οἱ ἀδύναμες φωνές πολλῶν Ἱερέων ἀκούγονταν ξεκάθαρα. Ἕνας ἀπ' τούς δημίους ρωτοῦσε ἕναν-ἕναν τούς Ἱερεῖς, πού τώρα στέκονταν κοντά στό χαντάκι: «Εἶναι ἡ τελευταία σου πνοή· πές μας, ὑπάρχει Θεός ἤ ὄχι;» Ἡ ἀπάντησι τῶν ἁγίων μαρτύρων ἦταν σταθερή καί σίγουρη: «Ναί, ὑπάρχει Θεός!» Ἀκούστηκε ὁ πρῶτος πυροβολισμός. Καθόμασταν στίς σκηνές καί ἡ καρδιά μας πήγαινε νά σπάση... Ἕνας δεύτερος πυροβολισμός ἀντήχησε, ἕνας τρίτος καί μετά περισσότεροι.
Οἱ Ἱερεῖς ὁδηγοῦντο ὁ ἕνας μετά τόν ἄλλο μπροστά στό χαντάκι - οἱ δήμιοι, στό χεῖλος τοῦ χαντακιοῦ, ρωτοῦσαν κάθε Ἱερέα: «Ὑπάρχει Θεός;» Ἡ ἀπάντησι ἦταν ἡ ἴδια: «Ναί, ὑπάρχει Θεός!»
Εἴμαστε αὐτόπτες μάρτυρες, εἴδαμε μέ τά μάτια μας καί ἀκούσαμε μέ τά αὐτιά μας πῶς τόσοι ἄνθρωποι μπροστά στόν θάνατο ὁμολόγησαν τήν πίστι τους στόν Θεό. Ἴσως περάσουν ἀκόμη χρόνια, δεκαετίες. Ὅμως αὐτός ὁ τάφος πάνω στόν δρόμο Κατσούγκ-Νίζνιε-Οὐντίνσκ πρέπει νά βρεθῆ. Κανείς Ὀρθόδοξος Χριστιανός, πουθενά, δέν πρέπει νά ξεχάση αὐτούς τούς ἁγίους μάρτυρες, πού ἔδωσαν τήν ζωή τους γιά τήν πίστι τους.
Αὐθεντική μαρτυρία, γραμμένη ἀπό αὐτόπτη μάρτυρα καί δημοσιευμένη στό βιβλίο τοῦ ἱερέως Μιχαήλ Πόλσκυ, Νέοι Μάρτυρες τῆς Ρωσίας.


Τετράδιο 160 * Αὔγουστος 2013

Ὁ Φλεβάρης κι ἄν φλεβίσει...


Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014


Ὁ φοῦρνος τοῦ Χότζα
—  Γέροντα, ἀφο ο αμβικοί κανόνες εναι δύσκολοι καί δέν εναι κατανοητοί στόν κόσμο, γιατί κκλησία τούς διατηρε καί δέν κρατάει μόνο τούς πεζούς;
—  Ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά ἀλλάζη σάν τόν φοῦρνο τοῦ Χότζα ἤ σάν τούς ἀνεμόμυλους καί νά γυρίζη κάθε φορά κατά πού φυσάει ὁ ἄνεμος. Ὀφείλει νά κρατήση ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τούς ἀνεκτίμητους θησαυρούς πού παρέλαβε μέσα στήν λατρεία της. Δέν πρέπει νά τούς ἀπεμπολήση. Σήμερα καταργοῦμε τούς ἰαμβικούς κανόνες ἐπειδή δέν τούς καταλαβαίνουμε. Αὔριο τούς πεζούς. Μεθαύριο θά πετάξουμε καί τούς αἴνους. Διότι σέ λίγα χρόνια, μέ τήν γλώσσα πού διδάσκεται σήμερα στά σχολεῖα, δέν θά εἶναι κατανοητοί οὔτε οἱ αἶνοι, πού εἶναι ἁπλούστερα τροπάρια.
Μέ τήν ἴδια λογική, λοιπόν, θά καταργήσουμε καί τήν ὑπόλοιπη λατρεία τῆς Ἐκκλησίας. Καί τότε τί θά βάλουμε στή θέσι αὐτῶν; Ἀντί νά λέμε: «Τάς κεφαλάς ἡμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνωμεν», θά λέμε: «Σκύψτε στόν ἀφέντη τίς κοῦτρες σας»; Ἤ «Σκύψτε στόν ἀφέντη τά κεφάλια σας»; Τί εἴδους λατρεία θά γίνη, ἄν τή γράψουμε στή δημοτική;
—  Εἶναι λοιπόν καλύτερο νά πηγαίνουμε στήν Ἐκκλησία καί νά μή καταλαβαίνουμε τί λέει ὁ ἱερεύς ἤ ὁ ψάλτης;
—  Αὐτά εἶναι προφάσεις. Ὑπάρχουν ἀρκετές ἀξιόλογες ἑρμηνευτικές ἐργασίες, τίς ὁποῖες ὁ ἐνδιαφερόμενος πιστός μπορεῖ νά ἔχη στό σπίτι του καί νά τίς διαβάζη. Ὑπάρχουν βιβλία, πού μέ ὄμορφο καί ἁπλό τρόπο μιλοῦν γιά τά Μυστήρια: τήν Θεία Εὐχαριστία, τό Βάπτισμα κ.λπ. Τόσες ὧρες χάνουμε χαζεύοντας στήν τηλεόρασι, ἤ ξεφυλλίζοντας περιοδικά καί ἐφημερίδες. Ἄς ἀφιερώσουμε, λοιπόν, ὄχι πολύ, ἀλλά μία ὥρα κάθε ἑβδομάδα, τό βράδυ π.χ. τοῦ Σαββάτου, νά διαβάσουμε τά βιβλία τά ὁποῖα ἑρμηνεύουν τά δύσκολα τουλάχιστον κείμενα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἤ ἀκόμη τόν Ἀπόστολο καί τό Εὐαγγέλιο. Τήν ἄλλη ἡμέρα, πού θά πᾶμε στόν ναό, θά κατανοοῦμε πολλά ἀπό αὐτά πού θά ἀκοῦμε. Ὑπάρχουν ἄλλωστε καί ἱερεῖς πού κάνουν λειτουργικά κηρύγματα. Ἐξηγοῦν τή θεία Λειτουργία, ἐξηγοῦν τά Μυστήρια.
Ἑπομένως μποροῦμε νά ἀναπληρώσουμε τίς ἐλλείψεις μας μέ ἑρμηνευτικές ἐργασίες, μέ ἑρμηνευτικά βιβλία. Ὅσοι θέλουν, μποροῦν νά μάθουν τά τῆς Ἐκκλησίας. Λίγο ἐνδιαφέρον χρειάζεται καί κάποια συνέπεια στή χριστιανική μας ζωή. Γι’ αὐτό βλέπει κανείς ἀνθρώπους ὀλιγογράμματους νά καταλαβαίνουν πάρα πολλά ἀπ' ὅσα τελοῦνται, νά ἀπολαμβάνουν κυριολεκτικά τή λατρεία. Ἀλλά δυστυχῶς ὁ περισσότερος κόσμος δέν ἐνδιαφέρεται.
Ἀρχιμ. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος


Τετράδιο 160 * Αὔγουστος 2013

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014



Τὸ Νέον Φάληρον
Τὸ δὲ Νέον Φάληρον πάντες γνωρίζουσι τί εἶναι. Εἶδος διαδρόμου πεντήκοντα περίπου βημάτων πλάτους καὶ πεντακοσίων μήκους, ὁριζόμενος ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ὑπὸ τῆς θαλάσσης καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο ὑπὸ ἑνὸς κηπαρίου ραχιτικῶν δενδρυλλίων καὶ ἑνὸς ξυλίνου θεάτρου. Χάρις ὅμως εἰς τὴν συνδρομὴν ἐξαιρετικῶς εὐνοϊκῶν περιστάσεων, ἡ ἐπιτυχία τοῦ τοιούτου ἱδρύματος ὑπερέβη πᾶσαν ἐλπίδα. Τοῦτο ἦτο ὁ πρῶτος συνδεθείς μετὰ τῶν Ἀθηνῶν διὰ σιδηροδρόμου τόπος λουτρῶν καὶ συνάμα διασκεδάσεως. Ἐκεῖ κατὰ πρῶτον ἐθάμβωσε τὸ ἠλεκτρικὸν φῶς τῶν Ἑλλήνων τοὺς ὀφθαλμούς. Ὁ ἱδρυτὴς τοῦ συνοικισμοῦ ἀοίδιμος Κεχαγιᾶς ἤγειρε παρὰ τὴν θάλασσαν μέγαρον ὅπου συνεκάλει τὸ ἀνθόγαλα τῆς ἀθηναϊκῆς κοινωνίας εἰς ἀλησμονήτους μεταμεσημβρινὰς πανηγύρεις, αἵτινες ἐσυνέχιζον τῆς Ἀπόκρεῳ τὰς ἑσπερίδας. Τὸ θερινὸν ἰταλικὸν θέατρον τοῦ πρώτου ἔτους ἔτυχε κι ἐκεῖνο νὰ εἶναι, ὡς ἐκ τῆς ἐπιτυχοῦς συγκροτήσεως τοῦ θιάσου, τὸ ἄριστον τῶν ὅσα ηὐτύχησαν νὰ ἴδωσιν οἱ Ἀθηναῖοι καὶ τὸ εἰσιτήριον εἰς αὐτὸ παρείχετο ὡς εἰκοσάλεπτον παράρτημα τοῦ σιδηροδρομικοῦ. Οἱ νεωτερισμοὶ οὗτοι ἦσαν βεβαίως ὑπεραρκοῦντες ὅπως ἑλκύσωσι τοὺς ἀπὸ τῶν ἀποστολικῶν χρόνων φημιζομένους διὰ τὸ φιλόκαινον αὐτῶν Ἀθηναίους. Τὸ συνωθούμενον κατὰ τὰς θερινὰς ἑσπέρας ἐπὶ τῆς ἀμμώδους παραλίας πλῆθος ἦτο τοσοῦτον, ὥστε πλειστάκις συνέβαινε νὰ παρατείνεται μέχρι τῆς τρίτης πρωινῆς ὥρας ἡ δι᾿ ἐκτάκτων συρμῶν ἐπάνοδος αὐτοῦ εἰς Ἀθήνας.
Ἀλλὰ τὸ μᾶλλον παντὸς ἄλλου συντελέσαν εἰς τὴν ταχίστην πρόοδον τοῦ συνοικισμοῦ ἦτο ἡ κερδοσκοπία. Τὸ ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν συσσωρευόμενον ἀποταμίευμα τῶν οἰκονομιῶν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ μὴ ἐκμυζηθὲν ἀκόμη ὑπὸ τῶν ἐπιδραμόντων κερδοσκόπων, ἦτο τότε σημαντικὸν καὶ ἡ τοποθέτησις αὐτοῦ εἰς φαληρικὰ γήπεδα ἐφαίνετο οὐ μόνον ἀσφαλὴς ἀλλὰ καὶ ἐπικερδεστάτη. Αἱ πρὶν ἀνὰ στρέμμα πωλούμεναι ἀμμοσκεπεῖς ἐκτάσεις διηρέθησαν εἰς οἰκόπεδα, τῶν ὁποίων ἡ τιμὴ ἀνῆλθε τάχιστα, χάρις εἰς τὴν κερδοσκοπίαν, μέχρι τῶν πεντήκοντα παρὰ τὴν θάλασσα δραχμῶν. Οἱ ὠφεληθέντες ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν γηπέδων διέθετον μέρος τοῦ κέρδους εἰς ἀνέγερσιν κομψῆς οἰκίας καὶ τούτους ἔσπευσαν νὰ μιμηθῶσι τόσοι ἄλλοι, ὥστε μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ ἁλιπέδου ἤρχισαν νὰ κτίζωνται ἄλλα οἰκήματα ἀπὸ τῶν προπόδων μέχρι τῆς κορυφῆς τοῦ παρὰ τὴν ἄκραν αὐτοῦ βραχώδους λόφου. Ἡ τοιαύτη Φαληρομανία διήρκεσεν ὅσον διαρκοῦσιν αἱ μανίαι, ἀπέμειναν ὅμως αἱ κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῆς οἰκοδομηθεῖσαι οἰκίαι καὶ πλὴν αὐτῶν ἡ ἕξις ἱκανοῦ ἀριθμοῦ Ἀθηναίων νὰ μεταβαίνωσιν ἐκεῖ καὶ νὰ λούωνται, ν᾿ ἀναπνέωσι θαλασσίαν αὔραν, ν᾿ ἀκροῶνται γαλλικὰ κωμειδύλλια ἢ τὴν μουσικὴν τῶν ξένων πολεμικῶν πλοίων, νὰ ἐπιδεικνύωσι τὰς θερινὰς αὐτῶν ἐνδυμασίας καὶ νὰ ἐρωτολογῶσιν ὑπὸ τὸ φῶς τῶν ἠλεκτρικῶν λαμπτήρων, πράγματα τὰ ὁποῖα προτιμῶσι κατὰ πολὺ τῶν ἀπολαύσεων τοῦ ἀγροτικοῦ βίου.
Ἐμμανουήλ Ροΐδης, 1896


Τετράδιο 160 * Αὔγουστος 2013

Ὅτι ὅψομαι τούς οὐρανούς ἔργα τῶν δακτύλων σου, σελήνην καί ἀστέρας, ἅ σύ ἐθεμελίωσας.


Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014



Μόνο ἕνας ἄνθρωπος χρειάζεται
Ἄν σέ κάθε οἰκογένεια ὑπῆρχε ἔστω καί ἕνα πρόσωπο πού ὑπηρετοῦσε τόν Θεό μέ ζῆλο, τί ἁρμονία θά ὑπῆρχε στόν κόσμο! Θυμᾶμαι συχνά τήν ἱστορία κάποιας κοπέλας. Συνήθιζε νά ἔρχεται καί νά συζητᾶμε, τότε πού ἤμουν ἀκόμα στό Μοναστήρι τοῦ Τουμάν. Ἦρθε κάποια μέρα στό Μοναστήρι μαζί μέ ἕνα ὀργανωμένο γκρούπ προσκυνητῶν καί μοῦ διαμαρτυρήθηκε λέγοντας: «Δέν τό ἀντέχω πιά! Οἱ ἄνθρωποι εἶναι τόσο ἀγενεῖς μεταξύ τους!». Καί κατόπιν μοῦ εἶπε ὅτι θά κοίταζε νά βρεῖ ἄλλη δουλειά. Τήν ἀπέτρεψα, λέγοντας ὅτι ἦταν λίγες οἱ δουλειές ἐκεῖνο τόν καιρό καί τά ἐπίπεδα τῆς ἀνεργίας ὑψηλά.
Τῆς εἶπα νά πάψει νά πολεμᾶ τούς συναδέλφους της στή δουλειά. «Μά δέν μάχομαι κανένα!», ἀπάντησε. Τῆς ἐξήγησα ὅτι μολονότι δέν μάχεται κανένα σωματικά, ἐντούτοις μέ τό νά εἶναι δυσαρεστημένη στή θέση της, διεξάγει πόλεμο ἐναντίον τῶν συναδέλφων της μέ τούς λογισμούς της. Ἐκείνη ἀντέτεινε ὅτι κάθε ἄλλη ἀντίδραση θά ὑπερέβαινε τά ὅρια ἀντοχῆς τοῦ καθενός. «Μά ἀσφαλῶς καί τά ὑπερβαίνει», τῆς εἶπα, «ἀλλά δέν μπορεῖς νά τό κάνεις μόνη σου. Χρειάζεσαι τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Κανείς δέν γνωρίζει ἄν προσεύχεσαι ἤ ὄχι τήν ὥρα τῆς δουλειᾶς σου. Κατά συνέπεια, ὅταν ἀρχίζουν νά σέ προσβάλλουν, μήν τούς ἀντιγυρίζεις τίς προσβολές οὔτε μέ λόγια οὔτε μέ ἀρνητικές σκέψεις. Προσπάθησε νά μήν τούς προσβάλλεις οὔτε κἁν μέ τούς λογισμούς σου∙ προσευχήσου στόν Θεό νά τούς στείλει ἕναν ἄγγελο εἰρήνης. Ζήτησέ Του ἐπίσης νά μήν σέ ξεχάσει καί σένα. Αὐτό δέν θά μπορέσεις νά τό κάνεις ἀμέσως, ἀλλά ἄν προσεύχεσαι πάντοτε ἔτσι, θά δεῖς πῶς θά ἀλλάξουν τά πράγματα μέ τόν καιρό καί πῶς θά ἀλλάξουν ἐπίσης καί οἱ ἄνθρωποι. Κατ' οὐσία, θά ἀλλάξεις κι ἐσύ». Ἐκεῖνο τόν καιρό δέν ἤξερα ἄν ἐπρόκειτο νά δώσει βάση στή συμβουλή μου.
Αὐτό συνέβη στό μοναστήρι τοῦ Τουμάν τό 1980. Τό 1981 μέ ἔστειλαν στό μοναστήρι τῆς Βιτόβνιτσα. Κάποια μέρα στεκόμουν πλάϊ στήν κυδωνιά, ὅταν εἶδα ἕνα γκρούπ προσκυνητῶν νά πλησιάζει. Ἦταν κι ἐκείνη μέσα σ' αὐτό τό γκρούπ καί μέ πλησίασε γιά νά πάρει εὐλογία. Καί νά τί μοῦ εἶπε: «Ἄχ πάτερ! Δέν εἶχα ἰδέα ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι τόσο καλοί!». Τή ρώτησα ἄν ἀναφερόταν στούς συναδέλφους της στή δουλειά κι ἐκείνη μοῦ ἀπάντησε θετικά. «Ἄλλαξαν τόσο πολύ πάτερ, εἶναι ἀπίστευτο! Κανείς δέν μέ προσβάλλει πλέον, καί βλέπω καί σέ μένα ἐπίσης τή διαφορά!». Τή ρώτησα ἄν εἶχε εἰρηνεύσει μέ ὅλους καί μοῦ ἀπάντησε ὅτι ὑπῆρχε ἕνα πρόσωπο μονάχα μέ τό ὁποῖο δέν μποροῦσε νά εἰρηνεύσει γιά πολύ καιρό. Κατόπιν, καθώς διάβαζε τά Εὐαγγέλια, ἔφτασε κάποια στιγμή στό σημεῖο ὅπου ὁ Κύριος μᾶς ζητᾶ νά ἀγαπᾶμε τούς ἐχθρούς μας. Καί τότε εἶπε στόν ἑαυτό της: «Θά ἀγαπήσεις αὐτό τό πρόσωπο εἴτε τό θέλεις εἴτε ὄχι, διότι αὐτό εἶναι πού μᾶς ζητᾶ ὁ Κύριος». Καί τώρα, ξέρετε, εἶναι οἱ δύο τους οἱ καλύτεροι φίλοι!
Μακάρι νά ὑπῆρχε ἔστω καί ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος σέ κάθε ἐπιχείρηση, ἐργοστάσιο ἤ γραφεῖο! Ἔτσι θά ἀνοιγόταν ὁ δρόμος πρός τήν εἰρήνη. Μόνο ἕνας ἄνθρωπος χρειάζεται, ἕνας ἄνθρωπος συνδεδεμένος προσευχητικά μέ τόν Θεό, καί θά ἔχουμε παντοῦ εἰρήνη - στήν οἰκογένεια, στή δουλειά, στήν κυβέρνηση καί παντοῦ. Ἡ παρουσία ἑνός τέτοιου ἀνθρώπου εἶναι πού μπορεῖ νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό ζοφερούς καί δυσβάστακτους λογισμούς.
Γέρων Θαδδαῖος  τῆς Βιτόβνιτσα (1914-2003)


Τετράδιο 159 * Ἰούνιος 2013

Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει...


Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014


Ἡ μάχη τῶν μοναχῶν τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου
Στίς 24 Ἰουνίου 1827 ἔλαβε χώρα μία ἀπό τίς τελευταῖες μάχες τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως. Ἡ μάχη τῶν μοναχῶν τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου Καλαβρύτων κατά τοῦ Ἰμπραήμ καί τῶν Τουρκοαιγυπτίων του. Ὁ Ἰμπραήμ, υἱοθετημένος γιός τοῦ Μεχμέτ Ἀλῆ, ἀντιβασιλέως τῆς Αἰγύπτου, εἶχε πάρει ἐντολή ἀπό τόν σουλτάνο νά ἐκκαθαρίσει τήν Πελοπόννησο ἀπό κάθε ἑστία ἑλληνικῆς ἀντίστασης. Ἀρχικά εἶχε ἐπιτυχίες λόγω τῆς διχόνοιας τῶν ἐπαναστατῶν καί λόγω τῆς προδοτικῆς στάσης μερικῶν τουρκοπροσκυνημένων, ὅπως ὁ διαβόητος Νενέκος.
Ὅταν ὁ Ἰμπραήμ μέ 15.000 στρατιῶτες βρέθηκε στήν περιοχή τῶν Καλαβρύτων, αἰσθάνθηκε ντροπή πού ἡ Μονή τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου μέ τή θαυματουργό εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἔργο τοῦ εὐαγγελιστῆ Λουκᾶ, ἔμενε ἀπόρθητη. Οἱ μοναχοί ἀξιοποιοῦσαν τό βραχῶδες τοῦ ἐδάφους καί εἶχαν μεταβάλει τή μονή τῆς μετανοίας τους σέ καστρομονάστηρο. Τούς ἐνίσχυσαν μερικές ἑκατοντάδες ἀνδρῶν ὑπό τόν Ν. Πετιμεζά καί ὁ ὑπασπιστής τοῦ Κολοκοτρώνη, ὁ γνωστός λόγιος Φωτάκος Χρυσανθόπουλος, ὁ ὁποῖος ἔγραψε στά Ἀπομνημονεύματά του ὅτι «οἱ Τοῦρκοι αἰσθάνθηκαν καλογερικό πόλεμο». Στό πλευρό τοῦ Ἰμπραήμ πολέμησε ὁ Νενέκος ἐπικεφαλῆς λίγων προδοτῶν Ἑλλήνων.
Τή λεβεντιά τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς καί τό ἦθος τοῦ ἑλληνορθόδοξου κληρικοῦ καί μοναχοῦ διατρανώνουν οἱ πολυάριθμοι τότε μοναχοί του Μ. Σπηλαίου μέ τίς δύο ἀπαντήσεις τους πρός τούς ἀπεσταλμένους τοῦ Ἰμπραήμ. Στήν πρώτη ἀπαντοῦν ὅτι δέν παραδίδονται καί ὅτι θά ἀγωνιστοῦν, διότι πιστεύουν στή Θεία Πρόνοια καί στήν τελική ἧττα τοῦ Αἰγύπτιου στρατάρχη.
Ἡ δεύτερη ἀπάντησή τους ἀξίζει νά ἀναδημοσιευθεῖ ὁλόκληρη. Σημειώνω ὅτι ὑπῆρχε σέ παλαιότερα ἀναγνωστικά του Δημοτικοῦ, πού σήμερα ἔχουν ἀντικατασταθεῖ ἀπό ψευδοπροοδευτικά κείμενα.
Θαυμάστε:
«Ὑψηλότατε ἀρχηγέ τῶν Ὀθωμανικῶν ἁρμάτων, χαῖρε.
Ἐλάβομεν τό γράμμα σου καί εἴδομεν τά ὅσα γράφεις. Ἠξεύρομεν πώς εἶσαι εἰς τόν κάμπον τῶν Καλαβρύτων πολλάς ἡμέρας καί ὅτι ἔχεις ὅλα τά μέσα τοῦ πολέμου. Ἡμεῖς διά νά προσκυνήσωμεν εἶναι ἀδύνατον, διότι εἴμεθα ὁρκισμένοι εἰς τήν πίστη μας ἤ νά ἐλευθερωθῶμεν ἤ νά ἀποθάνωμεν πολεμοῦντες, καί κατά τό ἀϊνί (πίστη) μας δέν γίνεται νά χαλάσει ὁ ἱερός ὅρκος τῆς πατρίδος μας.
Σᾶς συμβουλεύομεν, ὅμως, νά ὑπάγεις νά πολεμήσεις σέ ἄλλα μέρη, διότι ἄν ἔρθεις ἐδῶ νά μᾶς πολεμήσεις καί μᾶς νικήσεις δέν εἶναι μεγάλον κακόν, διότι θά νικήσεις παπάδες. Ἄν ὅμως νικηθεῖς, τό ὁποῖον ἐλπίζομεν ἄφευκτα μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ, διότι ἔχομεν καί θέση δυνατή, καί θά εἶναι ἐντροπή σου καί τότε οἱ Ἕλληνες θά ἐγκαρδιωθοῦν καί θά σέ κυνηγοῦν πανταχοῦ.
Ταῦτα σέ συμβουλεύομεν καί ἡμεῖς, κάμε ὡς γνωστικός τό συμφέρον σου. Ἐχομεν καί γράμματα ἀπό τήν Βουλήν καί ἀρχιστράτηγον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην, ὅτι εἰς πᾶσαν περίπτωσιν πολλήν βοήθειαν θά μᾶς στείλει, παλληκάρια καί τροφάς, καί ὅτι ἤ θά ἐλευθερωθῶμεν τάχιστα ἤ θά ἀποθάνωμεν κατά τόν ἱερόν ὅρκον τῆς Πατρίδος μας.
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ ὁ Ἡγούμενος
Καί οἱ σύν ἐμοί παπάδες καί καλόγεροι
Τήν 22αν Ἰουνίου 1827, Μέγα Σπήλαιον».
Ἡ μάχη ἔγινε ἔπειτα ἀπό δύο ἡμέρες καί δίπλα στούς Ἕλληνες ἐνόπλους πολέμησαν 100 μοναχοί πού ἔβγαλαν τά ράσα καί φόρεσαν φουστανέλες. Ὁ Ἰμπραήμ ἡττήθηκε καί ἔχασε πολλούς ἄνδρες. Μετά τήν Ἁγία Λαύρα ἄλλο ἕνα μοναστήρι τῶν Καλαβρύτων ἔδωσε τό μήνυμα τῆς ἀξιοπρέπειας στούς ἀγωνιζομένους.
Πολλά εἶναι τά ἐπίκαιρα διδάγματα:
α) Ἡ ὑπερήφανη ἀπάντηση τῶν μοναχῶν ἐντάσσεται στήν παράδοση τῶν πολλῶν ΟΧΙ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀπό τό Μολών Λαβέ ἕως τό ΟΧΙ τοῦ 1940.
β) Ὁ καλογερικός πόλεμος καί ἡ ἀπώθηση πολλαπλάσιων στρατευμάτων ἀποδεικνύουν γιά ἀκόμη μία φορά πόσο ἄδικο ἔχουν οἱ ἀποδομητές ἱστορικοί πού ἀρνοῦνται τήν ἐθνική προσφορά τοῦ ὀρθόδοξου κλήρου καί τῶν μοναστηριῶν.
γ) Οἱ τουρκοπροσκυνημένοι Νενέκοι τότε ἔπαιρναν τά ὅπλα ὑπέρ τοῦ κατακτητῆ. Σήμερα μᾶς ὑπονομεύουν παραχαράσσοντας τήν Ἱστορία.
Τελικά ἡττῶνται καί χλευάζονται!

Κωνσταντῖνος Χολέβας

Τετράδιο 159 * Ἰούνιος 2013

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

Δύο λάμψεις



Ἡ ψαλμωδία δὲν εἶναι σκοπός
Ἡ ψαλμωδία δὲν εἶναι σκοπός, στὴν Ἐκκλησία, δηλαδὴ, δὲν ψάλλομε γιὰ νὰ ψάλλωμε. Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ ξεχνᾶμε καὶ μάλιστα οἱ ψάλτες, ποὺ πολλὲς φορὲς θαρροῦν πὼς ἡ ἱερὴ σύναξη γίνεται γιὰ νὰ τοὺς δοθῆ ἡ εὐκαιρία νὰ δείξουν τὴν τέχνη τους καὶ τὴ φωνή τους.
Ξέρομε ἐδῶ πόση ζημιὰ γίνεται στὴν προσευχὴ καὶ τὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μ’ ἐκεῖνο τὸ περίφημο «Δύναμις» τοῦ «Ἅγιος ὁ Θεός...». Καὶ φαίνεται πὼς αὐτὸ γινότανε πάντα καὶ στὴ θεία Λειτουργία καὶ στὶς ἄλλες ἀκολουθίες, ἀλλιῶς δὲν θὰ ἀναγκαζότανε ἡ ἕκτη οἰκουμενικὴ Σύνοδος νὰ ἐκδώση τὸν ἑβδομηνταπέντε κανόνα.
Ἀλλὰ ἡ Σύνοδος δὲν ὥρισε μόνο πῶς καὶ τί νὰ μὴν ψάλλουν οἱ ψάλτες, ἀλλὰ στὴ συνέχεια τοῦ κανόνα εἶπε καὶ πῶς πρέπει νὰ ψάλλουν «ἀλλὰ μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ κατανύξεως τὰς τοιαύτας ψαλμωδίας προσάγειν τῷ τῶν κρυπτῶν ἐφόρῳ Θεῷ...».
Ἡ ψαλμωδία δὲν εἶναι καλλιτεχνικὴ ἐπίδειξη, ἀλλὰ ἐκκλησιαστικὴ διακονία. Καὶ ὁ Θεὸς δὲν ἀκούει τὶς κραυγὲς στὸ «ἀθάνατος», ἀλλὰ τί ψάλλει ὁ καθένας μέσα του∙ «ἄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ», γράφει ὁ Ἀπόστολος.
Ἀλλὰ εἶναι καὶ τὸ ἄλλο ἄκρο, ἡ ἀντίληψη ἐκείνων, ποὺ δὲν ξέρουν τί εἶναι ἡ θεία λατρεία καὶ δὲν τὴν ἐκτιμοῦν. Αὐτοὶ δὲν θέλησαν καὶ δὲν φιλοτιμήθηκαν νὰ μάθουν πῶς πρέπει νὰ κινοῦνται μέσα στὴν Ἐκκλησία σὰν λειτουργοὶ καὶ πῶς πρέπει νὰ ἀνοίγουν τὸ στόμα τους γιὰ νὰ διαβάσουν καὶ νὰ ψάλλουν.
Ἡ Ἐκκλησία δὲν θέλει καλλιτέχνες καὶ τραγουδιστές, ἀλλὰ ἀνθρώπους μὲ ἱερατικὴ καὶ λειτουργικὴ συνείδηση, ποὺ νὰ θέλουν καὶ νὰ ξέρουν νὰ μεταχειρισθοῦν τὴν ὅποια φωνὴ τοὺς ἔδωκε ὁ Θεός. Ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι κατάλληλοι γιὰ τὴν ἱερουργία καὶ δὲν κάνουν ὅσοι δὲν ἀγαποῦν τὴν εὐπρέπεια τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ. Καὶ εὐπρέπεια δὲν εἶναι μόνο τὸ συγύρισμα τοῦ χώρου, ἀλλὰ καὶ ἡ καλὴ διεξαγωγὴ τῆς θείας λατρείας. Κάποιοι, θέλοντας πολὺ σωστὰ νὰ ἀποφύγουν τὰ τραγούδια, ξεπέφτουν στὸ ἄλλο ἄκρο καὶ κάνουν σύνθημά τους τὴν ἀπειροκαλία.
Ἀκοῦνε, γιὰ παράδειγμα, νὰ γίνεται λόγος γιὰ ἀναγνώσματα, καὶ ἐπιμένουν νὰ διαβάζουν τὸν Ἀπόστολο καὶ τὸ Εὐαγγέλιο σὰν τὰ κοινὰ κείμενα καὶ σὰν τὴν ἐφημερίδα. Μὰ ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἕναν δικό της τρόπο ποὺ διαβάζει τὸν Ἀπόστολο καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, τὶς εὐχὲς καὶ κάθε ἀνάγνωσμα. Εἶναι τὸ λεγόμενο «ὕφος» ἤ ἡ ἐμμελὴς ἀπαγγελία, κάτι ποὺ ἔρχεται ἀπὸ πολὺ μακρυά, κι ὅπως λένε οἱ εἰδικοί, εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἀπαγγελίας τοῦ χοροῦ στὴν ἀρχαία Ἑλληνικὴ τραγωδία. Πολλοὶ ξένοι φιλόλογοι ἔρχονται στὴ θεία Λειτουργία, γιὰ νὰ ἀκούσουν μιὰ καλὴ ἐμμελῆ ἀπαγγελία.

Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης Διονύσιος (1912-1997)

Τετράδιο 159 * Ἰούνιος 2013

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014



Μένει μόνο ἡ προσευχὴ καὶ ἡ ἀγάπη
Ὅταν κάποιος ἐπισκεφθῆ τὸ Ἅγιον ρος καὶ δῆ τοὺς ταπεινοὺς μοναχούς, μπορεῖ νὰ συλλογισθῆ καὶ νὰ σκεφθῆ ὅτι αὐτοὶ ζοῦν τεμπέλικη ζωὴ καὶ χωρὶς σκοπό. Αὐτὸ φαίνεται ἔτσι, ὅταν κάποιος βλέπει τὰ πράγματα ἐξωτερικά. Γιατί λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ καταλάβουν τὸν φοβερὸ καὶ χωρὶς διακοπὴ πόλεμο ποὺ γίνεται μέσα στὶς ψυχὲς τῶν μοναχῶν.
Αὐτὸς ὁ πόλεμος εἶναι σχεδὸν ὑπερφυσικός, ἀόρατος καὶ διεξάγεται ὄχι μόνο ἐναντίον τῶν δαιμονικῶν δυνάμεων τῶν ἀρχόντων τοῦ σκότους, ἀλλὰ, γιὰ τοὺς ἀρχάριους, καὶ ἐναντίον τῆς σαρκός, δηλαδὴ κατὰ τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας καὶ τῶν παθῶν.
Στὰ γραπτά του ὁ πατὴρ Σιλουανὸς περιγράφει πῶς αὐτὸς ὁ πόλεμος τὸν ἔφερε στὴν ἀπόγνωση καὶ σχεδὸν μέχρι τὴν αὐτοκτονία. Ἡ Παναγία Θεοτόκος φανερώθηκε σ’ αὐτὸν ὅταν περνοῦσε τὸν δυσκολότερο πόλεμο κατὰ τῶν παθῶν καὶ τὸν ἀπεκάθηρε ἀπὸ τὶς ἀκαθαρσίες, τὶς σαρκικὲς ἐπιθυμίες καὶ τοὺς λογισμούς. Ὁ Χριστὸς φανερώθηκε σ’ αὐτὸν καὶ τὸν ἐνδυνάμωσε, ὥστε νὰ νικήση καὶ νὰ βασιλεύση ἐπάνω στοὺς γήινους λογισμοὺς καὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα. Καὶ ἔτσι, ἀφοῦ πέρασε ἕνα τέταρτο αἰῶνος μὲ δυνατὸ καὶ κοπιαστικὸ πόλεμο, ἔφθασε στὴ νίκη. Ἐνῶ μέχρι τότε ἀναζητοῦσε τὸν Θεό, ἔφθασε στὴν θεογνωσία, καὶ ἀπὸ μαθητής, ἔγινε δάσκαλος.
Ὁ Γέροντας Σιλουανὸς ἦταν καὶ δικός μου δάσκαλος. Μιὰ φορὰ τὸν ρώτησα: «Πάτερ Σιλουανέ, μήπως αὐτὸς ὁ πολὺς κόσμος φέρνει ταραχὴ στὸν νοῦ σας καὶ στὴν προσευχή σας; Δὲν θὰ ἦταν καλύτερα γιὰ σᾶς νὰ πάτε σ’ ἕνα ἀσκητήριο στὰ Καρούλια καὶ ἐκεῖ νὰ ζῆτε μέσα στὴν εἰρήνη, ὅπως ὁ π. Ἀρτέμιος, ὁ π. Δωρόθεος καὶ ὁ π. Καλλίνικος; Εἴτε νὰ ζῆτε σ’ ἕνα ἀπομονωμένο σπήλαιο, ὅπως ὁ π. Γοργόνιος;».
«Ἐγὼ ζῶ στὸ σπήλαιο», μοῦ ἀπάντησε ὁ π. Σιλουανός. «Τὸ σῶμα μου εἶναι τὸ σπήλαιο τῆς ψυχῆς μου. Καὶ ἡ ψυχή μου εἶναι σπήλαιο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ἐγὼ ἀγαπῶ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν διακονῶ, χωρὶς νὰ βγαίνω ἀπὸ τὸ σπήλαιό μου».
Παρὰ τὴν προθυμία του νὰ διακονῆ τὸν κάθε ἕνα καὶ τὴν θαυμαστὴ μετριοφροσύνη καὶ τὴν πρόθυμη φιλοστοργία του, μιλοῦσε γιὰ τὸν Θεὸ μὲ ἐξαίρετο ἐνθουσιασμὸ καὶ μὲ τὴν παρρησία ποὺ θὰ μιλοῦσε κάποιος γιὰ ἕνα φίλο του: «Ἐγὼ γνωρίζω τὸν Θεό. Εἶναι φιλόστοργος, ἀγαθός, ταχὺς εἰς βοήθειαν».
Ὅταν τὰ ἔλεγε αὐτὰ ὁ Γέροντας, κάποιος μοναχός, ὁ π. Θεοφάνης, τὰ ἄκουγε μὲ φόβο καὶ σκεπτόταν ὅτι ὁ Σιλουανὸς εἶχε χάσει τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Ἀργότερα ὅμως, ὅταν διάβασε τὰ συγγράμματα τοῦ π. Σιλουανοῦ, ὁ π. Θεοφάνης ἄλλαξε γνώμη καὶ εἶπε: «Ὁ π. Σιλουανὸς προχώρησε καὶ ἔφθασε στὰ μέτρα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας».
Ἐγὼ νομίζω ὅτι τὰ κείμενα τοῦ πατρὸς Σιλουανοῦ θὰ ἔπρεπε νὰ πάρουν θέση ἀνάμεσα στὰ βιβλία τῆς ψυχολογίας. Ἂν ὂχι γιὰ κανέναν ἄλλο λόγο, τουλάχιστον γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουν ὅτι ὁ συγγραφέας τους ἦταν ἕνας πνευματικὸς πολεμιστὴς τοῦ 20ου αἰῶνος καὶ γιὰ νὰ ἐπικυρώσουν ὅσα ἐδίδαξαν καὶ ἔγραψαν δοξασμένοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
Ὑπάρχει καὶ κάτι καινούργιο ἀνάμεσα στὶς διδαχὲς τοῦ πατρὸς Σιλουανοῦ: «Κράτα τὸν νοῦ σου στὸν Ἅδη καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι». Ἐκφράζει μὲ τὸν λόγο αὐτὸν μία παρότρυνση καὶ ὑπόμνηση κατὰ τῆς μελαγχολίας καὶ τῆς ἀκηδίας. Ἐγὼ προσωπικὰ ποτὲ δὲν ἄκουσα τέτοια λόγια.
Σπουδαία εἶναι καὶ ἡ ἄλλη ἔκφρασις: «Ἡ ἀγάπη εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴ γνώση». Αὐτὴ εἶναι ἡ καθημερινὴ καὶ θεμελιώδης διδασκαλία τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ.
Μὲ τὴν ἀγάπη του, ποὺ συνοδευόταν ἀπὸ τὴν μετὰ δακρύων προσευχή του, συγχωροῦσε τὶς ἁμαρτίες τῶν ἁμαρτωλῶν, στήριζε τοὺς ἀδυνάτους, διόρθωνε αὐτοὺς ποὺ ἔκαναν πονηρὰ ἔργα, θεράπευε τοὺς ἀρρώστους, εἰρήνευε τοὺς ἀνέμους. Στὸ μοναστήρι ἔκανε κοπιαστικὴ ἐργασία. Εἶχε τὴν ἀποθήκη μὲ τὰ βαριὰ ἀντικείμενα.
Κάποτε τοῦ εἶπα ὅτι οἱ Ρῶσοι μοναχοὶ βρίσκονταν σὲ μεγάλη ταραχή, λόγω τῆς τυραννίας τῶν μπολσεβίκων στὴν ρωσικὴ ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ.
Τότε αὐτὸς ἀπήντησε:
«Καὶ ἐγὼ στὴν ἀρχὴ εἶχα ταραχὴ γι’ αὐτὸ τὸ θέμα. Μετὰ ὅμως ἀπὸ πολλὴ προσευχή μοῦ ἦρθαν οἱ ἑξῆς λογισμοί: «Ὁ Κύριος ἀγαπᾶ ἀνέκφραστα ὅλους». Ἐκεῖνος γνωρίζει τὰ σχέδια ὅλων καὶ τὸν καιρὸ τοῦ καθενός. Ὁ Κύριος ἐπέτρεψε τὸν διωγμὸ στὸν Ρωσικὸ λαὸ γιὰ κάποιο μελλοντικὸ καλό. Ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ τὸ καταλάβω οὔτε νὰ τὸ σταματήσω. Αὐτὰ λέω στοὺς ἀδελφοὺς ποὺ ἔχουν ταραχή: «Ἐσεῖς μπορεῖτε νὰ βοηθήσετε τὴν Ρωσία μόνο μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἀγάπη. Μοῦ μένει μόνο ἡ προσευχὴ καὶ ἡ ἀγάπη. Ὁ θυμὸς καὶ οἱ κραυγὲς ἐναντίον τῶν ἄθεων δὲν διορθώνουν τὰ πράγματα».

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Τετράδιο 158 * Μάϊος 2013

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014


Ὁ πατέρας τοῦ ἥρωα
Γρηγόρης Αξεντίου στς 3 Μαρτίου το1957 δολοφονεται μετ π πολύωρη μάχη μ τς γγλικς δυνάμεις κατοχς ξω πό τν Μον Μαχαιρ. Μιχάλης Τριανταφυλλίδης -Κύπριος Δικηγόρος, οκεος τς οκογένειας το Γρηγόρη Αξεντίου- συνόδευσε τν πατέρα το ρωα, Πιερ, στ νεκροτομεο ποβρισκόταν τ πανθρακωμένο σμα του. κολουθε διήγηση το κ. Τριανταφυλλίδη πως παρουσιάστηκε σ κπομπ τς Δημόσιας Κυπριακς Τηλεόρασης.
«Ἕνας γγλος γιατρς ξιωματικς συμβούλευσεν τν γέρο Πιερ ν μν πάει στνεκροτομεο μήπως κλονιστε π ,τι θὰ ἔβλεπε. Πιερς πέμενε. φείλω ν σς π τι γ νοιωθα τόσο ταραγμένος πο δν τν συνόδευσα. Τν συνόδευσε νας λληνοκύπριος νοσοκόμος γι ν το παράσχει τς πρτες βοήθειες στν περίπτωση πο τυχν θ κλονίζετο. Μετ’ λίγον ρθε Πιερς κα το χαμογελαστός. χι πλς μειδιν λλ χαμογελαστός. να χαμόγελο πο φτανε μέχρι τ’ ατιά του.
γ επα λλον κάψανε, φαίνεται, κατάλαβεν πς δν εναι γιός του. μπκε στατοκίνητό μου κα ταν πήραμε τν κατήφορον π τ κοιμητήριον πρς τ Λευκωσία ρχισε ν κλαίει.
Το λέω:
Κύριε Πιερ, γι νομα το Θεο, γνόμιζα τι εναι λλον πο εδες, ταν Γρηγόρης,
χι, γιέ μου, ν μν μς βλέπουν ο σκύλοι ν κλαμε.
Κα τώρα κόμα συγκινομαι πο θυμομαι ατ τ σκηνή. Εχα τν εκαιρία ν τ διηγηθ μετ π χρόνια, τ ’74 γι τν κρίβεια στν μακαρίτη Κωνσταντίνο Τσάτσο, πρν ν γίνει πρόεδρος τς λληνικς Δημοκρατίας. Κα θυμμαι τ σχόλιόν του:
«Βγαλμένο π τ βάθη τς λληνικς στορίας».


Τετράδιο 158 * Μάϊος 2013