Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιῶργος Θεοτοκᾶς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιῶργος Θεοτοκᾶς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2019



Ἡμερολόγιο πολέμου (2)
Κανεὶς δὲν σκέπτεται αὐτὴ τὴ στιγμὴ ὅτι ὁ ἐχθρὸς εἶναι δέκα φορὲς ἰσχυρότερος, ὅτι ὁ θάνατος κρέμεται ἀπὸ πάνω μας μέσα σ’ αὐτὸν τὸν λαμπρὸ οὐρανό. Αἰσθάνομαι μία μεγάλη ἀγάπη γιὰ τὸν ἑλληνικὸ λαό, μία ἀγάπη γεμάτη ἀλληλεγγύη, στοργὴ καὶ ἀντρικὴ ἐκτίμηση. Εἶναι ἕνας ὄμορφος, λεβέντικος, εὐγενικὸς καὶ ἔξυπνος λαός, εἶναι ἕνας λαὸς ποὺ ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ ὁρισμένους μεγάλους λαοὺς τοῦ κόσμου καὶ ἀσφαλῶς πολὺ περισσότερο ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ξιπασμένους, ποὺ ξεκίνησαν σήμερα νὰ μᾶς κατακτήσουν.
Μοῦ κάνει ἐντύπωση πὼς ὅλες οἱ ἐκδηλώσεις τῆς Ἀθήνας σήμερα, ἀκόμα καὶ οἱ ἐκδηλώσεις ποὺ ἔχουν ἕνα τόνο μίσους καὶ βίας, γίνονται μὲ κάποιο ὕφος αὐθόρμητης εὐγένειας, μὲ κάποια ἀξιοπρέπεια, μὲ κάποιον ὀρμέφυτο πολιτισμό, ποὺ ἀπεχθάνεται τὴ χυδαιότητα. Στὶς κρίσιμες ὧρες οἱ Ἕλληνες βρίσκουν τὸν πιὸ ἀληθινὸ ἑαυτό τους, ἐνῶ στὶς ὁμαλὲς περιπτώσεις συμβαίνει τόσο συχνὰ νὰ τὸν ξεχνοῦν!
Ἐπιστρέφω στὸ γραφεῖο ὕστερα ἀπὸ ἀρκετὴ ὥρα, ἀφοῦ συναντῶ στὴν ὁδὸ Σταδίου ἕνα σωρὸ φίλους, τὸν Κατσίμπαλη, τὸν Δημαρά, τὸν Σεφέρη, τὸν Ἐλύτη καὶ ἄλλους.
Στὸν δρόμο μὲ βρίσκει συναγερμός. Δὲν κάνει αἴσθηση σὲ κανέναν, ὁ κόσμος περιδιαβάζει σὰν νὰ μὴ συνέβαινε τίποτα, ψάχνει νὰ δεῖ τὰ ἀεροπλάνα στὸν οὐρανό. Ὅταν φτάνω στὸ γραφεῖο, ἀντηχοῦν τὰ πρῶτα ἀντιαεροπορικὰ πυρά, ποὺ μοιάζουν πολὺ κοντινά. Κατεβαίνει ὅλη ἡ πολυκατοικία στὸ καταφύγιο.
Ξαναβγαίνω σὲ λίγο καὶ συναντῶ τὸν Σαραντίδη καὶ τὸν Βακαλόπουλο. Ὁ τελευταῖος συγκρίνει τὴν ἐορτάσιμη ὄψη τῆς Ἀθήνας μὲ τὴν ὄψη ποὺ εἶχε τὸ Παρίσι τὴ μέρα ποὺ ἡ Γαλλία κήρυξε τὸν πόλεμο καὶ μιλᾶ γιὰ τὴν κατήφεια καὶ τὴ μελαγχολία τῶν Γάλλων. Ὕστερα συναντῶ τὸν διπλωμάτη Νικολαρεΐζη, ποὺ μόλις ἔφτασε ἀπὸ τὸ Ἀργυρόκαστρο, ὅπου ἦταν ὑποπρόξενος. Μοῦ κάνει λόγο γιὰ τὴ στρατιωτικὴ κατάσταση στὴν Ἤπειρο, γιὰ τὸ χαμηλὸ ἠθικὸ τῶν Ἰταλῶν, γιὰ τὸ ἐξαίρετο ἠθικὸ τῶν δικῶν μας. Στὸν δρόμο ξανὰ συναγερμός, ἀντιαεροπορικὰ πυρὰ κλπ. Πηγαίνω στὸ σπίτι, προσπαθῶ νὰ διαβάσω Σολωμό, ἐνῶ ἀντηχεῖ ξανὰ συναγερμός. Κλείνω τὸ βιβλίο, ἀλλὰ μένω στὸ δωμάτιό μου καὶ δὲ συλλογίζομαι νὰ βγῶ ἔξω καὶ νὰ προφυλαχτῶ.
Ἀργότερα περιδιαβάζω στὴν Ἀθήνα, παρακολουθῶ τὴν κίνηση τῶν ἐπιστράτων, ποὺ πηγαίνουν συνεχῶς νὰ καταταγοῦν. Γελοῦν, φλυαροῦν, χειρονομοῦν ζωηρά. Ὡς τὶς 5 μ.μ. περίπου ποὺ φεύγω γιὰ τὴν Κηφισιά, ἡ Ἀθήνα διατηρεῖ τὴν ἑορτάσιμη ὄψη της.
Τὸ βράδυ ἐπικράτησε μαυρίλα καὶ ἡσυχία βαριά. Παράξενη ἡσυχία. Περίμενα ὅτι θὰ εἶχαν συμβεῖ περισσότερα γεγονότα. Στὴν Πάτρα σκότωσαν τὰ ἀεροπλάνα ἀρκετὸ κόσμο καὶ ἐξάλλου ἔχομε καὶ τὴ νύχτα μπροστά μας. Ἂν ζήσομε, θὰ ἔχομε νὰ διηγούμαστε ἐνδιαφέρουσες ἱστορίες…
Γιῶργος Θεοτοκᾶς

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2019



Ἡμερολόγιο πολέμου (1)
Κηφισιά, Δευτέρα 28 Ὀκτωβρίου 1940.
Ξυπνῶ μὲ τὶς καμπάνες, ποὺ σημαίνουν τὴν κήρυξη τοῦ πολέμου καὶ τὸν πρῶτο συναγερμό. Ὁ ὡραιότατος καιρός, οἱ καμπανοκρουσίες, κάποια κίνηση ἰδιαίτερη, κάποια ἔξαψη, ποὺ αἰσθάνομαι ἀμέσως τριγύρω μου, στὸ σπίτι, στὸν δρόμο, στὰ ἄλλα σπίτια καὶ στοὺς κήπους, ὅλα αὐτὰ προσδίδουν ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ στὴν ἡμέρα, ποὺ ἀρχίζει μία ὄψη ἐορτάσιμη, πανηγυρική. Ἡ πρώτη μου σκέψη εἶναι: “Τὸ μεσημέρι, τὸ ἀργότερο, θὰ ἔρθουν τὰ ἀεροπλάνα νὰ μᾶς βομβαρδίσουν”.
Ξεκινῶ γιὰ τὴν Ἀθήνα νωρίτερα ἀπὸ τὴ συνηθισμένη μου ὥρα. Στὸ δρόμο, ἐνῶ πηγαίνω πρὸς τὸν Πλάτανο νὰ πάρω τὸ λεωφορεῖο, μὲ συνοδεύει μία γριὰ προσφυγίνα, μαγείρισσα σὲ κάποιο σπίτι, ποὺ τρέχει νὰ πάει στὸν Πειραιὰ νὰ δεῖ τί γίνονται τὰ παιδιά της. Εἶναι πανικόβλητη, μοῦ μιλᾶ γιὰ τὴν καταστροφὴ τῆς Σμύρνης, γιὰ τὰ πτώματα στοὺς δρόμους.
Στὸ λεωφορεῖο διαβάζω τὴν ἐφημερίδα καὶ ξεχνιέμαι. Οἱ ἐπιβάτες μιλοῦν γιὰ τὸν πόλεμο μὲ πολλὴ ψυχραιμία καὶ κάποτε μὲ εὐθυμία.
Μετὰ τοὺς Ἀμπελόκηπους, μπαίνοντας στὴν Ἀθήνα, ἀντικρίζω τὴν πρώτη πολεμικὴ εἰκόνα καὶ αἰσθάνομαι τὴν πρώτη συγκίνηση τῆς ἡμέρας. Μία στρατιωτικὴ μονάδα φεύγει ἀπὸ τὰ Παραπήγματα. Οἱ στρατιῶτες εἶναι ἄοπλοι. Εἶναι πολὺ νέοι καὶ καλὰ ντυμένοι. Γελοῦν, τραγουδοῦν, κάνουν σὰν παιδιά, ποὺ ξεκινοῦν καὶ πορεύονται σὲ μία εὐχάριστη ἐκδρομή. Μὲς στὸ λεωφορεῖο μία γυναίκα ξαφνικὰ ἀρχίζει νὰ κλαίει μὲ λυγμούς, μία ἄλλη κλαίει κρυφά, στρέφει τὸ πρόσωπό της πρὸς τὰ ἔξω, γιὰ νὰ μὴν τὴ δοῦν.
Φτάνω στὸ γραφεῖο καὶ ὕστερα βγαίνω στὴν ὁδὸ Βουκουρεστίου. Παντοῦ ὑπάρχει μία κίνηση ἀσυνήθιστη, ἀλλὰ τίποτε ποὺ νὰ μοιάζει μὲ φόβο. Ὁ κόσμος εἶναι γενναῖος καὶ εὔθυμος, πηγαινοέρχεται στοὺς δρόμους, συζητεῖ μὲ θέρμη, ἀλλὰ χωρὶς ὑπερβολικὴ νευρικότητα.
Ξαναβρίσκω ὅλη τὴν ἀπάθειά μου, ποὺ εἶχε θαρρεῖς κλονιστεῖ γιὰ μία στιγμὴ στὸ λεωφορεῖο. Αἰσθάνομαι ὅτι ἀνήκω σ’ ἕνα σύνολο, ποὺ δὲν ἔχασε τὴν αὐτοπειθαρχία του. Τὸ αἴσθημα αὐτὸ μοῦ γεννᾶ κάποια ὑπερηφάνεια.
Στὴ γωνία Βουκουρεστίου καὶ Σταδίου μία ἀρκετὰ μεγάλη διαδήλωση νέων ἔχει ἐπιτεθεῖ στὰ γραφεῖα τῆς ἰταλικῆς ἀεροπορικῆς ἑταιρείας Ala Litoria. Σπάζουν τὶς πόρτες, μπαίνουν μέσα καὶ τὰ σπάζουν ὅλα, γεμίζουν τὸ δρόμο μὲ συντρίμμια καὶ χαρτιά. Τὸ νεανικὸ πλῆθος φωνάζει καὶ γελᾶ. Αἰσθάνομαι ὅτι μοῦ μεταδίδει τὸν ἐνθουσιασμό του, φωνάζω καὶ ἐγὼ καὶ γελῶ.
Σιγά-σιγὰ ἡ Ἀθήνα παίρνει τὸ ὕφος τῶν μεγάλων ἐθνικῶν ἑορτῶν, κάτι ποὺ θυμίζει λ.χ. τὰ Ἑκατόχρονα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης, ἀλλὰ πιὸ αὐθόρμητα, πιὸ νεανικά. Καιρὸς θαυμάσιος, καταγάλανος οὐρανός. Πλήθη νέων ἔχουν χυθεῖ στοὺς κεντρικοὺς δρόμους μὲ λάβαρα, σημαῖες, δάφνες, μουσικές. Ὁ κόσμος συμμετέχει σ’ αὐτὲς τὶς ἐκδηλώσεις, χειροκροτεῖ, ζητωκραυγάζει. Εἶχα πολλά, πάρα πολλὰ χρόνια νὰ δῶ τέτοιον ἐνθουσιασμὸ στὴν Ἀθήνα. Αἰσθάνεται κανεὶς ἕνα πάθος μὲς τὸν ἀέρα, ἕνα φανατισμό, μία λεβεντιά. Ξύπνησε τὸ ἑλληνικὸ φιλότιμο, εἶναι κάτι ὡραῖο. Καὶ μία τέλεια ἐθνικὴ ἑνότητα. Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ στὴ ζωή μου, ποὺ αἰσθάνομαι τέτοια ὁμόνοια νὰ βασιλεύει στὸν τόπο.
Γιῶργος Θεοτοκᾶς