Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Γαντζωμένοι σὰν τὰ στρείδια
Στὰ Σεπτεμβριανὰ ὅλες οἱ ἐκκλησίες τῆς Πόλεως καὶ τῶν ὁμόρων Μητροπόλεων ὑπέστησαν δηώσεις, καταστροφὲς καὶ ἱεροσυλίες ἀφάνταστες. Μία, ὅμως, ἐγλύτωσε. Ποιά; Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι στὸ Φερίκιοϊ.
Τὸ τί θὰ συνέβαινε ἐκείνη τὴν φοβερὴ ἀποφράδα νύχτα, στοὺς λεγάμενους (στοὺς τούρκους δηλαδή) ἦταν γνωστὸ ἀπὸ ἡμερῶν πολλῶν. Ἔγινε θέμα συζητήσεως στοὺς θαμῶνες τοῦ ἀπέναντι τοῦ ἱεροῦ ναοῦ καφενείου. Ψιλοκουβεντιάζουν οἱ τοῦρκοι μεταξύ τους. Ἄλλοι ὑπέρ, ἄλλοι κατά. Κάποιος ἐπεμβαίνει.
—Πρέπει νὰ προστατέψουμε τὴν ρωμαίϊκη ἐκκλησία, διότι σ’ αὐτήν, τὸ ξέρετε ὅλοι, εἶναι ἕνας παπὰς ποὺ μᾶς βοηθάει στὶς ἀνάγκες μας, στὶς ἀρρώστιες μας, στὴν ἀνέχειά μας.
—Πάψε, ρέ! Παραμύθια! λένε οἱ φωνασκοῦντες ἀντιτιθέμενοι.
—Θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω! Ἀμέσως κιόλας. Δὲν ἔχω οὔτε μία λίρα πάνω μου, ψάξτε με! Θὰ πάω στὸ σπίτι τοῦ παπᾶ καὶ θὰ σᾶς φέρω 500 λίρες!
Πάει, λοιπόν, καὶ χτυπάει τὴν πόρτα. Ζητάει τὰ χρήματα παρακαλώντας, λέγοντας πὼς ἔχει μεγάλη ἀνάγκη, ἄρρωστη γυναίκα καὶ ἄλλα τέτοια. Ὁ παπὰς ἀπαντᾶ:
—Βρὲ παιδί μου, δὲν ἔχω τόσα χρήματα πάνω μου, καὶ μάλιστα τέτοια ὥρα. Θὰ ζητήσω καὶ ἀπὸ τὶς ἀδελφές μου, ὅμως. Περίμενε!
Συγκεντρώνει τὸ ποσὸν καὶ τοῦ τὸ δίδει. Τότε ὁ τοῦρκος τρέχει στὸ καφενεῖο καὶ κρατώντας τὰ χρήματα στὰ χέρια του ψηλὰ καὶ δείχνοντάς τα φωνάζει στοὺς ὁμοφύλους του:
—Βλέπετε, ὅλοι; Αὐτὸς εἶναι ὁ παπάς!
Ἔτσι, λοιπόν, ἐκεῖνο τὸ φρικτὸ βράδυ τοῦ 1955, ὅλοι οἱ τοῦρκοι γείτονες περικύκλωσαν τὴν ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ ὅταν ἄρχισαν νὰ ἔρχονται οἱ παρακρατικοὶ τραμποῦκοι καὶ ὁ μαινόμενος ὄχλος μὲ ρόπαλα καὶ μαχαίρια, βρῆκαν τοὺς ὁμοθρήσκους τους νὰ προασπίζονται ἀποφασισμένοι τὸν ἱερὸ ναό· «Θὰ περάσετε πάνω ἀπ’ τὰ πτώματά μας καὶ ὕστερα θὰ πειράξετε τὸν ναὸ καὶ τὸν παπά»!
Τὸ ὄνομα τοῦ ἐφημερίου; Δημήτριος Παπαδόπουλος. «Ἄνους», κατὰ τὸν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα. Ταπεινὸς καὶ ἀπέριττος, εὐλαβὴς καὶ ἀφανής. Ποιός Δημήτριος; Ὁ κατόπιν Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Δημήτριος! Ἀπὸ τοὺς καλυτέρους Πατριάρχας τοῦ 20οῦ αἰῶνος!
Ἂς εἶναι αὐτὰ τὰ ὀλίγα, ταπεινὸ μνημόσυνο γι’ αὐτὸν τὸν ὑπέροχο Πατριάρχη!
Αὐτοὶ οἱ πρεσβύτεροι ἀξίζουν τὸν θαυμασμό μας. Χωρὶς ποίμνιο, χωρὶς «τυχερά», χωρὶς κρατικὴ ἐνίσχυσι, χωρὶς καμμιὰ ἐξουσία (σημειωτέον πὼς ἡ κρατικὴ ἐξουσία ἐκεῖ δὲν ἀναγνωρίζει καθόλου τοὺς κληρικοὺς παρὰ μόνον τοὺς ἐφοροεπιτρόπους τῶν βακουφιῶν, οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ ἐπίσκοποι εἶναι ὡς μὴ ὑπάρχοντες), γαντζωμένοι σὰν τὰ στρείδια στὸν βράχο τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, χτυποῦν καμπάνα καὶ μ’ αὐτὴν διαλαλοῦν ὅτι ὑπάρχουν, ὅτι ἡ Ρωμηοσύνη ζῆ καὶ θὰ ζῆ ἕως ὅτου ἔλθη ὁ Εὐλογημένος. Ἀμήν.

Ἀρχιμανδρίτης Δοσίθεος Κανέλλος

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Ὁ κὺρ Γιαννακὸς ὁ Σεβίλης
Λέγανε γιὰ τ᾿ Ἀϊβαλὶ πὼς ἔβγαζε τοὺς πιὸ μεγαλόκορμους καὶ τοὺς πιὸ καλοκανωμένους ἄντρες μαζὶ μὲ τὴν Κρήτη. Ἤτανε κι οἱ πιὸ μερακλῆδες στὰ ροῦχα καὶ στὰ φερσίματα. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ τοὺς στόλιζε περισσότερο ἤτανε ἡ σεμνότητα κι ἡ εὐσέβεια. Ἔβλεπες παλικάρια θηρία, νὰ στέκουνται στὴν ἐκκλησιὰ μὲ φόβο Θεοῦ, σὰν τὰ μικρὰ τὰ παιδιά. Ἀθῶες ψυχὲς μέσα σὲ κορμιὰ γερά. Καὶ τρία λόγια!
Ὁ πιὸ παλικαρίσιος μαχαλὰς ἤτανε ἡ Κάτω Χώρα. Ἐκεῖ πέρα ἤτανε ἕνα σωρὸ καφενέδες καὶ ταβέρνες, τ᾿ Ἀσημένιου ὁ καφενές, τοῦ Κονταρᾶ, τοῦ Βαγγέλα κι ἄλλοι, οἱ ταβέρνες τοῦ Μπαγιώρη καὶ τοῦ Στριγγάρου. Τὴν Κυριακὴ ἤτανε γεμάτες τέτοιον κόσμο.
Οἱ ταβερνάροι ξεχωρίζανε στὴν παλικαριά, μὰ ἤτανε ἥμεροι στὸ πρόσωπο, γλυκομίλητοι, πλὴν λιγόλογοι καὶ σοβαροί. Νοικοκυραῖοι ἀνθρῶποι, καλοφορεμένοι, μὲ τ᾿ ἄσπρα τὰ πουκάμισα, καλοχτενισμένοι, καλοξουρισμένοι, ἀρχοντικοὶ ἀνθρῶποι. Σὰ νά ῾χανε κάποιο ἀξίωμα. Ἂν τύχαινε νὰ μαλώσουνε τίποτε μουστερῆδες καὶ νὰ τραβήξουνε μαχαίρια, ὁ ταβερνάρης ἔμπαινε στὴ μέση δίχως χειρονομίες καὶ δίχως πολλὰ λόγια καὶ παρευτὺς εἰρηνεύγανε.
Τὸ καλοκαίρι καθόντανε ἀπέξω ἀπὸ τοὺς καφενέδες, καὶ σὰν περνοῦσε κανένας παπάς, βγάζανε τὶς κατσοῦλες τους κι ἀνεσπαζόντανε τὸ χέρι του. Κάθε βράδυ περνοῦσε ὁ Δεσπότης καὶ πήγαινε περίπατο ἴσαμε τὸ Νοσοκομεῖο. Μπροστὰ πήγαινε ὁ καβάης, ὁ Νικόλας ὁ Γιακουπής, καμαρωτός, μὲ τὸ φέσι, μὲ τὰ χρυσὰ τὰ κουμπιά, κι ἀπὸ πίσω ἐρχότανε ὁ Δεσπότης βαστώντας τὸ μπαστούνι μὲ τ᾿ ἀσημένιο τὸ πόμολο, καὶ βλογοῦσε τὸ λαό. Μονομιᾶς σηκωνόντανε ὅλοι ἀπὸ τὶς καρέκλες καὶ στεκόντανε ξεσκούφωτοι, ἴσαμε νὰ περάσει ὁ Δεσπότης.
Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ δεῖς τὸ μπάρμπα Γιαννακὸ τὸ Σεβίλη, γιὰ νὰ πάρεις μίαν ἰδέα γιὰ τοῦτο τὸ γένος ποὺ σοῦ μιλῶ. Ὄχι γιὰ τὴν παλικαριά, γιατὶ ὁ μπάρμπα Γιαννακὸς ἤτανε νοικοκύρης εἰρηνικὸς καὶ περασμένος, ἀλλὰ γιὰ τὸ μεράκι.
Στὸ μπόγι ἤτανε κανονικός, χοντρούτσικος, μορφοκανωμένος, στρογγυλοπρόσωπος, κοκκινομάγουλος, ὁλοένα γελαζούμενος, μ᾿ ὅλο ποὺ τὅνα τὸ μάτι του ἤτανε βλαμμένο. Τὰ χέρια του ἤτανε φουσκωτὰ σὰν δεσποτικά, τὰ ποδάρια του μικροκανωμένα, ὅπως εἶναι στοὺς περισσότερους ἀνατολίτες. Τὰ ροῦχα του σὰν χυτὰ καθόντανε ἀπάνω του, τὰ γιλέκια του, τὰ σαλβάρια του, οἱ κάρτσες του, ὅλα ζωγραφιστά. Στὸ κεφάλι φοροῦσε ἕνα φέσι τουνεζλίδικο ἴδιο μὲ κορῶνα, καὶ γύρω – γύρω τὸ στολίζανε τἄσπρα κατσαρὰ μαλλιά του, σὰ γλάστρα βασιλικός. Τὰ σαλβάρια του ἤτανε μακρυά, ἴσαμε ἀπὸ πάνου ἀπὸ τ᾿ ἀστραγάλι, καὶ τὸ ζουνάρι του μεταξωτὸ ταράμπουλουζ τρία δάχτυλα στενό, ὅπως συνηθίζανε οἱ νοικοκυραῖοι.
Τὸ καλοκαίρι ἔβγαινε ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ πάγαινε στὸ παζάρι δίχως σάκκο, πάντα κατακάθαρος, μὲ τὸ πουκάμισο καὶ μὲ τὸ γιλέκι. Ἀπὸ τὴ μία τσέπη τοῦ γιλεκιοῦ του κρεμότανε ἡ χρυσὴ καδένα τοῦ ρολογιοῦ του καὶ στὸ λαιμό του τὸ μαῦρο κορδόνι μὲ τὰ ματογυάλια, ποὺ τά ῾χε στὴν ἀπάνω τσέπη.
Τὸ χειμώνα ἔβαζε μία γούνα ἀκριβῆ, δουλεμένη μὲ πολλὴ ψιλοδουλειά. Φοροῦσε τσουράπια κάτασπρα, καὶ στὰ ποδάρια του ἔβαζε κάτι παπούτσια, τὰ λεγόμενα πάπιες, μὲ πατημένη φτέρνα σὰν παντόφλες. Αὐτὰ τὰ παπούτσια τὰ λέγανε πάπιες, γιατί εἴχανε κάτι μύτες πλατιὲς καὶ στρογγυλὲς σὰν τὴ μύτη τῆς πάπιας, καὶ τὶς φορούσανε οἱ γεροντότεροι κι οἱ καλοὶ – καλοί. Καὶ τὰ βάζανε μὲ πατημένη φτέρνα οἱ μερακλῆδες, ἔτσι τὄχανε μανία, νὰ πατᾶνε στὸ λασπωμένο καλντερίμι τὸ χειμώνα καὶ νὰ μὴ λασπώνονται τὰ τσουράπια.
Ὁ μπάρμπα Γιαννακὸς περπατοῦσε ἀλαφρὰ σὰν παλικαράκι. Τὴν πρωτοχρονιὰ πάγαινε νὰ χαιρετίσει στὸν Ἀπάνω Μαχαλᾶ, πρόφταινε ἀπὸ τὰ Ταμπακαριὰ ἴσαμε τὴν Κάτω Χώρα. Πολλὲς φορὲς τὰ καλντερίμια ἤτανε λασπωμένα καὶ γλυτζερά, μολαταύτα οἱ φτέρνες τοῦ μπάρμπα Γιαννακοῦ ἤτανε κατακάθαρες, μὲ τέτοια προσοχὴ καὶ πιδεξοσύνη περπατοῦσε.
Στὴν τσέπη τοῦ γιλεκιοῦ του εἶχε κι ἕνα κουτάκι στρογγυλὸ ἀσημοπλουμισμένο κι ἔβαζε μέσα τὸν ταμπᾶκο του, εἶχε κι ἕνα ἄλλο κουτάκι τεφαρίκι, στὸ ζουνάρι του, κι εἶχε μέσα ἕνα κομμάτι τεμπεσίρι τὸ λεγόμενο κιμωλία. Σὰ τύχαινε νὰ πιτσιλιστεῖ πουθενὰ ἡ κάρτσα του, ὁ μπάρμπα Γιαννακὸς ἀνεσήκωνε τὸ καλαμοβράκι του, ἔβγαζε τὸ τεμπεσίρι καὶ καλλιγραφοῦσε ὅπου λάχαινε νά ῾ναι πιτσιλισμένο τ᾿ ἄσπρο τὸ τσουράπι του.
Στὸν Ἅγιο Γιώργη ἤτανε ἡ ἐνορία του. Ἤτανε μίαν ἐκκλησιὰ πολὺ μεγάλη κι ἀκριβοχτισμένη στ᾿ ὄνομα τ᾿ Ἅγιου Γιώργη τοῦ Χιοπολίτη ποὺ μαρτύρησε στὸ Ἀϊβαλὶ στὰ 1807, σὲ καιρὸ ποὺ ἤτανε παλικάρι ὁ πατέρας τοῦ μπάρμπα Γιαννακοῦ, κι εἶχε δεῖ μὲ τὰ μάτια του τὸν ἀποκεφαλισμό του.
Ἴσαμε ποὺ γέρασε, ἔψελνε σὲ κείνη τὴν ἐκκλησιά, ἀριστερὸς ψάλτης. Δεξιὸς ἤτανε ἕνας Γιώργης Ρίνας, ὁ λεγόμενος Τρίφτης, ἐπειδὴς ἤτανε βλογιοκομμένος.
Κάνανε μεγάλο πανηγύρι οἱ Ἀϊβαλιῶτες. Ἀποβραδὺς κουβαλούσανε στὸ παζάρι ἕνα ἀγκωνάρι ματωμένο, μία σαρμουσακόπετρα, στὸ μέρος ποὺ μαρτύρησε ὁ Ἅγιος Γιώργης, κι ὁ κόσμος ἄναβε κεριὰ καὶ τὰ κολλοῦσε σὲ κείνη τὴν πέτρα καὶ στὰ μεγάλα τὰ μανάλια ποὺ τά ῾χε μαστορέψει μὲ πολλὴ τέχνη ὁ Νικόλας ὁ Μπακιρνάκας. Οἱ τοῦρκοι τὰ βλέπανε καὶ δὲ μιλούσανε.
Ἀνήμερα, γινότανε ἡ λειτουργία μὲ μεγάλη κατάνυξη, δὲν ἀπόμνησκε σὲ σπίτι κανένας, μηδὲ μικρὸς μηδὲ μεγάλος, μόνε γέμιζε κείνη ἡ μεγάλη ἐκκλησιὰ ἀπὸ μέσα κι ἀπόξω. Ὁ Δεσπότης κι οἱ παπάδες ἤτανε δακρυσμένοι, οἱ γυναῖκες καὶ τὰ μωρὰ κλαίγανε. Κείνη τὴν ἡμέρα, ἀπὸ τὶς ἕντεκα ἐκκλησιὲς πού ῾χε τ᾿ Ἀϊβαλί, μαζευόντανε στὸν Ἅγιο Γιώργη ὅλοι οἱ παπάδες κι οἱ ψαλτάδες. Ἐκειπέρα ἔβλεπες ἑλληνισμὸ καὶ χριστιανωσύνη! Ἐκειπέρα ἀνετρίχιαζε κι ὁ πιὸ ἀναίσθητος ἄνθρωπος, κι ὅποιος ἤθελε νὰ κλάψει, ἐκειπέρα ἔπρεπε νὰ βρεθεῖ. Νὰ κλάψει καὶ μαζὶ ν᾿ ἀναγαλλιάσει, ὅπως θωροῦσε κεῖνο τὸ μεγαλεῖο πό ῾χει ἡ ὀρθοδοξία, ἡ κατατρεγμένη κι ἡ ματωμένη, κι ἄκουγε εἴκοσι ψαλτάδες καὶ πενήντα κανονάρχους, νὰ ψέλνουνε μία παλικαρίσια ψαλμωδία. Ἀκόμα κι οἱ τοῦρκοι φαινόντανε στεναχωρημένοι, γιατὶ ἤτανε καὶ κεῖνοι γεννημένοι ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ μάνα, ποὺ μεταδίνει στὰ παιδιά της τὸ πάθος τῆς καρδιᾶς καὶ κείνη τὴ σπλαχνικιὰ ἀθωότητα ποὺ δὲ βρίσκεται σ᾿ ἄλλον τόπο.
Αὐτὰ τὰ πανηγύρια γινόντανε ἀπὸ ἀνθρώπους θλιμμένους, ἀπάνω σὲ μνημούρια ματωμένα. Ἡ ὀρθοδοξία τότες ἤτανε σὰν καὶ κείνη τὴ μάνα τὴ βασανισμένη, ποὺ τὴν πονᾶνε τὰ παιδιά της πιότερο, παρὰ σὰν εἶναι καλοπερασμένη. Ἀγάπη ἀληθινὴ εἶναι μονάχα κείνη ποὖναι πονεμένη ἀγάπη, ἀπάνου σὲ τέτοιαν ἀγάπη θεμελίωσε ὁ Χριστὸς τὴ γλυκιὰ τὴν πίστη του.
Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι βρέχανε τὸ γιατάκι τους μὲ δάκρυα καὶ πηγαίνανε στὴν ἐκκλησιὰ καὶ δοξολογούσανε τὸ Θεὸ π᾿ ἀξίωσε ν᾿ ἁγιάσει ἕνας ἄνθρωπος ἁμαρτωλός, ποὺ ζοῦσε ἴσαμε ψὲς ἀνάμεσά τους, καὶ παράδωσε τὸ κορμί του κουρμπάνι γιὰ τὴν πίστη μας, ὅπως ὁ Χριστὸς παράδωσε τὸ δικό του τὸ κορμὶ γιὰ νὰ μᾶς δείξει τὴν ἀληθινὴ τὴν ἀγάπη.
Τὸν Ἅγιο Γιώργη τὸν τυράγνησε ὁ μπόγιας πολλὲς ὧρες καὶ τὸν ἀποκεφάλισε τὰ μεσάνυχτα στὶς 26 Νοεμβρίου 1807. Κανένας δὲν κοιμήθηκε κείνη τὴ νύχτα, κανένας δὲν ἀνάπαψε τὸ κορμί του, κι οἱ ἀρρῶστοι ἀγρυπνούσανε στὸ γιατάκι τους καὶ κλαίγανε καὶ λέγανε «Κύριε ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον!». Ἀλλὰ κι ὕστερ᾿ ἀπὸ τόσα χρόνια, κάθε παραμονή, λιγοστοὶ σφαλούσανε μάτι, κι ὁ καιρὸς ἤτανε πάντα μπουρινιασμένος καὶ κλαμμένος κείνη τὴν ἡμέρα.
Ἀφοῦ γιὰ ὅλον τὸν κόσμο ἤτανε κατανυχτικὴ κείνη ἡ μέρα, γιὰ τὸν μπάρμπα Γιαννακὸ ἤτανε ἀκόμα παραπάνου. Μ᾿ ὅλο τὸ πλῆθος τοὺς ψαλτάδες, τὰ πιὸ θλιβερὰ τὰ τροπάρια τἄψελνε ὁ μπάρμπα Γιαννακός. Εἶχε γλυκιὰ φωνή, ἤτανε σπινόφωνος, ὅπως λέγανε οἱ ψαλτάδες, κι ἔψελνε μ᾿ ἕνα πάθος καὶ μ᾿ ἕναν τέτοιον ἐνθουσιασμό, ποὺ τὸν συγκλόνιζε ἀπὸ τὰ ριζοκάρδια του.
Μία χρονιά, ἔτυχε νὰ γυρίσει στ᾿ Ἀϊβαλὶ κεῖνες τὶς μέρες ἕνας ὁπλαρχηγὸς Ἀϊβαλιώτης ποὺ πολέμαγε στὴ Μακεδονία καὶ ποὺ τὸν λέγανε καπετὰν Παλαμίδα, πρωτοπαλίκαρο τοῦ καπετὰν Πουλάκη. Ἤτανε ντυμένος μὲ μαῦρον ντουλαμᾶ, ἕνας ἄνθρωπος θεόρατος, μὲ μαύρη γενειάδα, σὰν κόρακας, γιατὶ ἤτανε καλόγερας. Εἶχε φωνὴ βροντερὴ σὰ λιοντάρι, κι εἶπε τὸν Ἀπόστολο ποὺ κουνιόντανε τὰ στασίδια, «ἐγένετο πάσῃ ψυχῇ φόβος». Τὰ λόγια τὰ ῾βγαζε ἀπὸ τὸ στόμα του ἴδια βόλια, σὰ νὰ βάραγε μὲ μία βαριὰ ἀπάνου στ᾿ ἀμόνι: «Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀνάγνωσμα. Κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν ἐπέβαλεν Ἡρώδης ὁ βασιλεὺς τὰς χεῖρας κακῶσαι τινας τῶν ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας· ἀνεῖλε δὲ Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν Ἰωάννου μαχαίρᾳ». Μαχαίρα! Θάρριες πὼς ἔβλεπες μπροστά σου τὴν ἀκονισμένη μαχαίρα ποὺ ἔκοψε τὸ κεφάλι τ᾿ Ἅγιου Γιώργη.
Σάλπιγγα ἀρχαγγελικὴ ἤτανε ἡ φωνὴ τοῦ καπετὰν Παλαμίδα πό ῾τρεμε ὁ κόσμος. Μὰ τοῦ μπάρμπα Γιαννακοῦ ἡ φωνὴ ἤτανε γλυκιά, πανηγυρικὴ καὶ κελαϊδιστή. Καὶ τὴν πιὸ μεγάλη τέχνη του τὴν ἔβαζε ὁ καημένος σὰν ἔλεγε τὸ τροπάρι τ᾿ Ἅγιου Γιώργη, ποὺ τό ῾χε συνθεμένο ἕνας παπὰς γέρος κι ἁγιασμένος, Κατσαρέλης λεγόμενος:
«Πλυθὺς Κυδωνιέων, ἐν ᾠδαῖς εὐφημήσωμεν, ἡμῶν τὸν πολιοῦχον καὶ τῆς Χίου τὸ βλάστημα, τῆς πίστεως πρόμαχον θερμόν, Γεώργιον ὁπλίτην τὸν στερρόν. Ἐπλάκη γὰρ γενναίως τῷ δυσμενεῖ, καὶ τούτῳ κατηκόντισεν. Ὅθεν ἐν οὐρανοῖς στεφηφορῶν, μάρτυσι συναγάλλεται εἰς ἡμῖν ἐξευμενίζεται τὸν μόνον φιλάνθρωπον».
Στὰ 1922, σὰ γίνηκε ὁ καταραμένος ὁ διωχμός, πέρασε στὰ ἑλληνικὰ τὰ μέρη κι ὁ μπάρμπα Γιαννακός. Ἴσαμε ποὺ πέθανε δὲν ἀλλάξανε μηδὲ τὰ σαλβάρια του, μηδὲ τὸ φέσι του, μηδὲ τὰ τσουράπια του. Μὰ τὸ πιὸ παράξενο εἶναι ποῦ πῆγε καὶ τὰ κονόμησε κεῖνα τὰ παπούτσια, τὶς πάπιες, ποὺ σκανταλίζανε τοὺς παλιοελλαδίτες;
Πέθανε στὴν Ἀθήνα στὰ 1923. Τὸν σκότωσε ἕνα αὐτοκίνητο.
«Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον ἔσται δίκαιος».

Φώτης Κόντογλου

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

Καλημερούδια
Μὲ τὶ καμάρι περπατεῖ
τὴν κούκλα της κρατώντας,
καὶ μ᾿ ἕνα σπάγκο τὸ γατὶ
ξοπίσω της τραβώντας.
Κοντὰ στὴν πόρτα σταματᾶ
πρὶν πάει πιὸ παραπέρα,
καὶ τὰ πουλιά της χαιρετᾶ
μὲ μία καλημέρα.
«Καλημερούδια σας, πουλιά,
καλημερούδια χήνα...
τὴν κούκλα λὲν Τριανταφυλλιά,
καὶ τὸ γατὶ ψιψίνα.
Κι ἂν μὲ ρωτᾶτε καὶ γιὰ ποῦ,
νωρὶς τὶ τάχα βγῆκα,
πάω νὰ προφτάσω τὸν παπποὺ
ποὺ μὲ φιλεύει σῦκα.»
Ἀλέξανδρος Πάλλης

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026



Ἤθελα νἄμουν τσέλιγκας
Ἤθελα νἄμουν τσέλιγκας, νἄμουν κ᾿ ἕνας σκουτέρης,
νὰ πάω νὰ ζήσω στὸ μαντρί, στὴν ἐρημιά, στὰ δάσα,
νἄχω κοπάδι πρόβατα, νἄχω κοπάδι γίδια,
κ᾿ ἕνα σωρὸ μαντρόσκυλα, νἄχω καὶ βοσκοτόπια,
τὸ καλοκαίρι στὰ βουνά, καὶ τὸν χειμῶ στοὺς κάμπους.
Νἄχω ἀπὸ πάλιουραν βορὸ καὶ στρούγγα ἀπὸ ροδάμι,
νἄχω καὶ σὲ ψηλὴν κορφὴ καλύβα ἀπὸ ρουπάκια,
νἄχω μὲ τὰ βοσκόπουλα σὲ κάθε σκάρον γλέντι,
νἄχω φλογέρα νὰ λαλῶ, ν᾿ ἀντιλαλοῦν οἱ κάμποι,
νἄχω καὶ κόρη ὄμορφη, στεφανωτήν μου νἄχω,
νὰ μοῦ βοηθάει στὸ σάλαγο, νὰ μοῦ βοηθάει στὰ γρέκια,
κι ὄντας θὰ τὰ σταλίζουμε τὰ δειλινὰ στοὺς ἴσκιους,
στῆς ρεματιᾶς τὴ χλωρασιὰ μαζί της νὰ πλαγιάζω,
νὰ μὲ κοιμίζει μὲ φιλιὰ στοὺς δροσερούς της κόρφους.
Κώστας Κρυστάλλης

Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Ὁ πρῶτος Κυβερνήτης
Ὁ Νικόλαος Σπηλιάδης (1780-1867), πού ὡς «Γραµµατεύς Ἐπικρατείας» (πρωθυπουργός) γνώριζε καλά τόν Καποδίστρια, παραδίδει τήν πληροφορία ὃτι ὁ πρῶτος µας Κυβερνήτης ἢθελε νά δηµιουργήσει «Νεορωµαϊκήν αὐτοκρατορίαν», ἐπισηµαίνοντας ἒτσι τόν οἰκουµενικό µεγαλοϊδεατισµό του. Ὁ Καποδίστριας ἢθελε νά ἀναστηθεῖ τό «ρωµαίικο», ἡ Βυζαντινή αὐτοκρατορία. Εἶναι, ἂλλωστε, γνωστή µιά σχετική διπλωµατική ἐνέργειά του. Τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1828 προσπάθησε νά πείσει τόν τσάρο Νικόλαο νά ἱδρυθεῖ Ὁµοσπονδία ἀπό πέντε αὐτόνοµα κράτη στήν Βαλκανική: Ἑλλάδος, Ἠπείρου, Μακεδονίας, Σερβίας καί ∆ακίας µέ ἐλεύθερη πόλη τήν Κωνσταντινούπολη, προσβλέποντας στήν µελλοντική ἓνωσή τους καί ἒτσι τήν ἀποκατάσταση µεγάλου µέρους τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Νέας Ρώµης. Ἐξ ἂλλου, ἢδη τό 1819 σέ ἐπώνυµο ὑπόµνηµά του ἀπό τήν Κέρκυρα, ὑπεστήριζε τήν ἀναβολή τῆς ἑτοιµαζοµένης ἐπαναστάσεως, διότι προέβλεπε τήν χειραγώγησή της ἀπό τίς ∆υτικές ∆υνάµεις, καί τήν θεµελίωση τῆς «Φιλικῆς Ἑταιρείας» οὐχί ἐπί τῆς ἀρχῆς τῆς ἐθνότητος, ἀλλά ἐπί τῆς εὐρείας καί ζώσης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Καί ὁ Καποδίστριας ἢθελε ἀνάσταση τοῦ ρωµαίικου, πού συνεχιζόταν στά ὃρια τῆς Ἐθναρχίας. Μέ τήν Ὀρθοδοξία καί ὂχι τήν ἀποχριστιανοποιηµένη Εὐρώπη συνέδεε καί αὐτός τό µέλλον τοῦ Ἑλληνισµοῦ.

Ἀκραιφνῶς ἑλληνορθόδοξο ἦταν τό φρόνηµά του γιά τό Ἒθνος.Ὃπως ἒγραφε στὸν ὑφυπουργό Πολέµου καί Ἀποικιῶν Οὐίλµοτ Χόρτον (15 Ὀκτωβρίου 1825): «Τό ἑλληνικόν Ἒθνος ἀποτελεῖται ἀπό ἂτοµα τά ὁποῖα, µετά τήν κατάκτησιν (=ἃλωση) τῆς Κωνσταντινουπόλεως, δέν ἒπαυσαν νά πρεσβεύουν τήν ὀρθόδοξον θρησκείαν, νά ὁµιλοῦν τήν γλῶσσαν τῶν πατέρων των καί τά ὁποῖα τελοῦν ὑπό τήν πνευµατικήν ἢ κοσµικήν (=ἐθναρχικήν) δικαιοδοσίαν τῆς Ἐκκλησίας των, ἀσχέτως τοῦ τόπου πού διαµένουν ἐν Τουρκίᾳ… Τά ὃρια τῆς Ἑλλάδος ἒχουν χαραχθῆ ἀπό τεσσάρων αἰώνων διά τῶν δικαίων τά ὁποῖα οὒτε ὁ χρόνος οὒτε πάσης φύσεως δεινά οὒτε ἡ κατάκτησις ἠδυνήθησαν ποτέ νά διαγράψουν». Μέσα σέ λίγες γραµµές προσδιορίζεται ἡ ἑλληνική ταυτότητα, µέ κύρια στοιχεῖα τήν Ὀρθόδοξη πίστη καί τή γλώσσα. «Ἡ χριστιανική θρησκεία -σηµειώνει ἀλλοῦ- ἐσυντήρησεν εἰς τούς Ἓλληνας καί γλῶσσαν καί πατρίδα καί ἀρχαίας ἐνδόξους ἀναµνήσεις, καί ἐξαναχάρισεν εἰς αὐτούς τήν πολιτικήν ὓπαρξιν, τῆς ὁποίας εἶναι «στύλος καί ἑδραίωµα». Ἀληθινή κιβωτός τοῦ ἀναγεννώµενου Ἒθνους ἦταν, κατά τόν Καποδίστρια, ἡ Ὀρθοδοξία.Ἡ στυγερή δολοφονία του δέν ἀνέκοψε µόνο τήν ὁµαλή πορεία τοῦ Ἒθνους πρός τήν πλήρη ἀποκατάστασή του, ἀλλά καί τήν πορεία ὃλης τῆς ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς, τῶν λοιπῶν βαλκανικῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἐθναρχίας.
Ὁ Καποδίστριας δέν ἀνῆκε ποτέ, πνευµατικά καί πολιτιστικά, στήν Εὐρώπη, παραµένοντας πάνω ἀπ’ ὃλα Ἓλλην. Ὑποστήριξε τήν εὐρωπαϊκή ἑνότητα, χωρίς ὃµως στό ἐλάχιστο νά ὑποτιµήσει ἢ νοθεύσει τή δική του ταυτότητα. Σήµερα θά λέγαµε ὃτι ἐργάσθηκε γιά µιάν Εὐρώπη «τῶν Λαῶν καί τῶν πολιτισµῶν». Ἀλλ’ αὐτό ἀκριβῶς δέν θέλει νά εἶναι ἡ σηµερινή Εὐρώπη, ἐπιµένοντας στόν φραγκοτευτονικό ρατσιστικό φεουδαρχισµό της. Ὁ Καποδίστριας ὁραµατιζόταν τήν συνέχεια τοῦ Ἒθνους µέσα στήν ἑλληνορθόδοξη παράδοσή του. Ἒτσι δέν ἂργησε νά ἒλθει σέ σύγκρουση µέ τίς δυνάµεις ἐκεῖνες, ξένες καί ἐγχώριες, πού ἐπεδίωκαν τόν ἐξευρωπαϊσµό τῆς Χώρας, µέ τήν ἀποσύνδεσή της ἀπό τόν ἑλληνορθόδοξο πολιτισµό της. Ὁ Κυβερνήτης ὃµως πίστευε καί διεκήρυττε ὃτι «ὁ φιλήκοος τῶν ξένων εἶναι προδότης»!
Ἑλληνορθόδοξο ἦταν καί τό ὃραµά του γιά τήν παιδεία τοῦ Ἒθνους. Παιδεία καί Ἐκκλησία ἦταν στή συνείδησή του ἀλληλένδετα. Γι’ αὐτό καί συνέστησε Γραµµατεία (=Ὑπουργεῖο) «τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καί τῆς ∆ηµοσίου Παιδείας», διότι, ὃπως ἒλεγε, ἦσαν «δύο ὑπηρεσίαι ἀχώριστοι, πρός ἓνα συντρέχουσαι σκοπόν, τήν ἠθικήν τῶν πολιτῶν µόρφωσιν, ἣτις εἶναι ἡ βάσις τῆς κοινωνικῆς καί πολιτικῆς τοῦ ἒθνους ἀνορθώσεως». Τήν σηµασία αὐτῆς τῆς ἐπιλογῆς φωτίζει ἡ καλβινίζουσα σύζευξη ἀπό τόν Κοραῆ τῆς Παιδείας µέ τήν Ἀστυνοµία, σέ ἓνα κοινό ὑπουργεῖο…
Ἒτσι ὃµως ἐξηγεῖται ἡ ἐφεκτική στάση τοῦ Καποδίστρια ἒναντι τῶν Ξένων, ὂχι µόνο στή σφαῖρα τῆς πολιτικῆς, ἀλλά περισσότερο στόν χῶρο πού µποροῦσαν νά ἀλλοιώσουν τήν αὐτοσυνειδησία τοῦ Ἒθνους, τήν Ἐκπαίδευση. Μία ἀπό τίς βασικότερες ἐναντίον του κατηγορίες τῶν δυτικῶν Μισσιοναρίων ἦταν ὃτι τά σχολεῖα τοῦ Καποδίστρια εἶχαν µοναστηριακή ὀργάνωση, συνδυάζοντας τήν σπουδή µέ τή λατρεία καί τήν ἀνάγνωση στήν τράπεζα βίων Ἁγίων. Ὁ δραστήριος Μισσιονάριος L. Korck, πού θά ἐλέγχει τήν ἑλληνική ἐκπαίδευση ἐπί Βαυαρῶν, λέγει γιά τόν Καποδίστρια: «Ἐπέµενε ἒντονα στό νά µή ἐπιτραπῇ νά διδάσκεται τίποτε στά σχολεῖα τῶν Μισσιοναρίων χωρίς νά ἒχει λάβει προηγουµένως γνώση ἡ Κυβέρνηση», προέβαλλε δέ ἀντιρρήσεις στήν κυκλοφορία προτεσταντικῶν φυλλαδίων, πού προσέβαλλαν τήν θρησκευτική παράδοση τοῦ ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ὁ Καποδίστριας ἒγραφε καί στόν ἀµερικανό Μισσιονάριο Rufus Anderson ὃτι οἱ Ἓλληνες θά δέχονταν εὐαρέστως σχολεῖα καί βιβλία καί εἰκόνες καί κάθε τι πού δέν θά τούς ἀποσποῦσε ἢ δέν θά ὑπονόµευε τήν πίστη τους στήν Ἐκκλησία τοῦ Ἒθνους τους. Ὁ Κυβερνήτης ἦταν ὁ µόνος πολιτικός µας πού ἀπέκρουσε τήν διαρπαγή, δήµευση ἢ ἀπαλλοτρίωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, ἐπιδιώκοντας τήν ἀξιοποίησή της γιά τήν µισθοδοσία τοῦ Κλήρου καί τήν συντήρηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σχολείου. Εἶναι δε γνωστό ὃτι οὐδεµία ἀποζηµίωση δέχθηκε ποτέ ἀπό τήν Ἑλληνική Πατρίδα, προσφέροντάς της ὃλη τήν ἀτοµική του περιουσία. Ὁ χαρακτηρισµός τοῦ Καποδίστρια ὡς «τοῦ πρώτου καί τελευταίου Κυβερνήτου πού ἀγάπησε καί ἐνδιεφέρθη εἰλικρινῶς διά τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος» δέν εἶναι, µετά τά παραπάνω, ὑπερβολή. Θά διαψευσθῆ ὃµως ἀπό ἐκείνους, πού θά ἀναλάβουν τήν περαιτέρω ὀργάνωση τῆς πορείας τοῦ Ἔθνους.
Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνὸς

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

 


Ὁ ρόζ Χριστιανισμός

Κατά τό τέλος τοῦ 19ου αἰώνα. ὁ βαθυστόχαστος φιλόσοφος θεολόγος Κωνσταντίν Λεοντίεφ παρατήρησε τήν εμφάνιση τοῦ λεγόμενου «ρόζ» χριστιανισμοῦ, τόν ὁποῖο χαρακτήρισε ὡς προεπαναστατική θέση τῆς τότε διανόησης, τῆς ἰντελιγκέντσια, πού ἔθετε τό ἐρώτημα: «Φόβος Θεοῦ; Ποιός φόβος; Γιατί;»

Ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι «Ἀγάπη καί μόνο Ἀγάπη». Μάλιστα, ἀκόμα καί μερικοί ἀντιπρόσωποι τῆς ἱεροσύνης ἐπιπόλαια παρατήρησαν καί χαρακτήρισαν τόν «φόβο Θεοῦ» ὡς ἡμιμάθεια. Ἀλλά ὁ Κύριος ἔκρινε ἀλλιῶς.

Ἔτσι, οἱ ὅσιοι ἱερομόναχοι τοῦ σπηλαίου τῆς Ὄπτινα, εὐλόγησαν τόν Κωνσταντίν Λεοντίεφ νά συνεχίσει τή μελέτη του πάνω στό θέμα τοῦ ρόζ χριστιανισμοῦ, πού προβάλλει μόνο τήν ἀγάπη.

Στήν ἐποχή τοῦ Κωνσταντίν Λεοντίεφ ὁ ρόζ χριστιανισμός ἐμφανίζονταν κυρίως στούς παραεκκλησιαστικούς κύκλους τῆς διανόησης. Στή σημερινή ἐποχή ὅμως ἐμφανίζεται πιά καί στούς ἐκκλησιαστικούς κύκλους Ἡ ψυχική τάση πού ἐκφράζεται μέ τή φράση: «Ὁ Θεός εἶναι μόνο ἀγάπη καί ποτέ κριτής» σήμερα δυστυχῶς κατέχει νικηφόρα πορεία στόν γήινο κόσμο. Ὁ ρόζ χριστιανισμός θέλει νά ἔχουμε μιά πομπώδη ἀγάπη μέσα μας χωρίς τήν αὐτοθυσία μας ἀπέναντι στό Θεό, χωρίς τή χαλιναγώγηση τῶν παθῶν μας, χωρίς τήν αὐταπάρνησή μας, χωρίς φόβο-σεβασμό στόν Θεό.

Τέτοια εὔκολη συναισθηματική οὐμανιστική ἀγάπη δίνεται ὄχι μέ τή συμμετοχή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀλλά μέ τή συμμετοχή τοῦ ἀντίθετου πνεύματος. Ἡ τάση αὐτή τοῦ ρόζ χριστιανισμοῦ μπορεῖ νά θεωρηθεῖ κατάσταση τῆς πτώσης μας. Ἀπό αὐτή τήν πτώση πηγάζει ἡ ἐπιθυμία μας γιά μιά θρησκεία πού θά ἔδινε σήμερα στόν κόσμο ἀγάπη, εὐτυχία, χαρά μόνο ἐδῶ στή γήινη ζωή μας.

Ὁ ὅσιος Παΐσιος του Σβετογκόρετς ἔδωσε τήν ἑξῆς ἑρμηνεία τοῦ ρόζ χριστιανισμοῦ: «Οἱ ἄνθρωποι θέλουν νά μποροῦν συνεχῶς νά ἁμαρτάνουν, ἀλλά νά ἔχουν ἕναν «ἀγαθούλη» Θεό πού διαρκῶς νά τούς συγχωρεῖ καί ἐκεῖνοι νά ἐξακολουθοῦν νά ἁμαρτάνουν. Νά κάνουν δηλαδή ὅ,τι θέλουν καί ὁ Θεός νά συγχωρεῖ πάντα λόγῳ τῆς μεγάλης του ἀγάπης, ἀλλά ἐμεῖς νά ἐξακολουθοῦμε νά ζοῦμε μέ τόν ἐγωισμό μας, μέ τίς ἀδικίες μας, ἁμαρτωλά καί χωρίς τύψεις συνείδησης, χωρίς νά προσπαθοῦμε ν’ ἀλλάξουμε, χωρίς τήν ἀληθινή μετάνοια, ὅπως μᾶς ζητᾶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί χωρίς νά ζητοῦμε τήν χάρη Του, μέ προσευχές καί μέ τό γνῶθι σεαυτόν».

Ἔτσι σιγά-σιγά γεννιέται ἕνας Χριστιανισμός μέσα στόν ὁποῖο οἱ βάσεις τῆς ὀρθόδοξης πίστης καλύπτονται σιωπηλά καί τό ὅλον πνεῦμα βεβηλώνεται καί παραμορφώνεται μέχρι τό σημεῖο νά γίνεται ἀγνώριστη ἡ ἔννοια τῆς λέξης ἀγάπη.

Ὁ σύγχρονος ρόζ χριστιανισμός ἔχει τά κάτωθι χαρακτηριστικά συμπτώματα-σημεῖα:

1) Ἀπολογία τῆς ἀγάπης, ἀλλά ἀπόλυτη σιωπή γιά τήν Κρίση τοῦ Θεοῦ, γιά τήν Δευτέρα Παρουσία

2) Ἀφηρημένη δογματική-πλουραλισμός δογμάτων

3) Ἀπώλεια τῆς ἀπόλυτης ἐξ Ἀποκαλύψεως ἀλήθειας μέσα στήν θέση ὅτι κι αὐτό εἶναι ἀλήθεια καί τό ἄλλο. Ἡ ἀλήθεια νοεῖται μόνο σάν πλουραλιστική σύνθεση διαφόρων σχετικῶν καί ἀτομικῶν γραμματολογικῶν διατυπώσεων

4) Ἔλλειψη κατανόησης ἤ ἀπουσία γνώσης τῶν κανόνων τῆς πνευματικῆς ζωῆς

5) Αντικατάσταση τῆς προσωπικῆς ἀσκητικῆς ζωῆς μέ ἔντονη καθημερινή ἐξωστρεφή ζωή.

6) Ἄρνηση ὁποιασδήποτε ἀσκητικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας καί βίωσης, πού φέρνουν σιγά-σιγά τόν ἄνθρωπο στή θεία χάρη καί τή φώτιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἀποτέλεσμα ὅλων αὐτῶν εἶναι, ἡ πραγματική ἁγιότητα, αὐτή πού ἀποκτᾶται μόνο μέσα στήν ἐκκλησιαστική χριστιανική λατρευτική ζωή, νά ὑποβιβάζεται, μέ ἐμπαιγμό μάλιστα, στά ὅρια τῆς «ἠθικῆς» τοῦ οὐμανισμοῦ, στά ὅρια τῶν «ὡραίων» ἀνθρωπίνων αἰσθημάτων πού δέν χρειάζονται οὔτε τό φόβο τοῦ Θεοῦ οὔτε τήν ταπείνωση οὔτε τήν ὑπακοή.

Πολλοί ἀπό τούς ὀρθόδοξους πιστούς θερμά ὑποστηρίζουν τή θέση ὅτι «Ὁ Θεός εἶναι καλός καί δέν εἶναι κριτής, ἀλλά μόνο ἀγάπη καί τίποτε ἄλλο». Ἀγνοῦν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, τόν λόγο τῶν Εὐαγγελίων, τόν λόγο τῶν Ἁγίων Πατέρων.

Σήμερα, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά ὁ λαός προκαλεῖται νά δεχθεῖ τή θέση αὐτή τοῦ ρόζ χριστιανισμοῦ. Αὐτή ἡ θέση ἀρέσει κατά βάθος, κι ἔτσι πηγαίνουμε στήν ἐκκλησία, ὄχι για τή συγγνώμη τῶν ἁμαρτιῶν μας οὔτε γιά μιά σεμνή εὐσεβή ζωή χάριν τοῦ Χριστοῦ μας καί τῶν διδαχῶν καί τῶν ἐντολῶν Του, ἀλλά μόνο γιά τήν ἀγάπη Του και τή μακροθυμία Του, πού ὑπάρχει βέβαια, ἀλλά πού ἐμεῖς τήν ἀπαιτοῦμε, πού ἔτσι τό θέλουμε ἤ ἔτσι τό νομίζουμε ὅτι πρέπει νά εἶναι. Γενικά πάνω στό θέμα ὅτι δηλαδή «Ὁ Θεός εἶναι μόνο ἀγάπη καί κανέναν δέν τιμωρεῖ» θά ἦταν ἐνδιαφέρον ἄν μπορούσαμε νά συζητούσαμε μέ τούς κατοίκους τῶν Σοδόμων καί Γομόρων! Ἀλλά ποῦ εἶναι; Ἀπό τή δημιουργία τοῦ κόσμου ὡς τήν φοβερή Κρίση ὁ Θεός εἶναι καί θά εἶναι ὄχι μόνο ἀγάπη ἀλλά καί Κριτής. Γι’ αὐτό καί αὐτή ἡ Κρίση δέν ὀνομάζεται ἄδικα φοβερή. Ἄλλωστε, πρώτη πράξη τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ ἦταν ἡ εκδίωξη τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας ἀπό τόν Παράδεισο.

Λογικά, ὁ ἄνθρωπος πού ἀγαπᾶ, δέχεται τόν ἀγαπημένο του ἔτσι ὅπως εἶναι καί δέν ἀπαιτεῖ ἀπό αὐτόν νά ἀλλάξει. Ἔτσι καί τά πάθη καί τίς ἁμαρτίες μου, λέει ὁ ἄνθρωπος, ὁ Θεός δέν θά τά κρίνει, καί δέν χρειάζεται λοιπόν νά πιεστοῦμε νά κάνουμε πράξη τή διδαχή Του ἀπό φόβο καί μόνο. Μέ μιά μόνο προσευχή μου πρός Αὐτόν, ὁ Θεός γίνεται ἀγάπη καί μέ δέχεται στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ὁ ἄνθρωπος νομίζει ὅτι μέ τήν λογική του τά βρίσκει ὅλα.

Μερικοί κήρυκες θεολόγοι ἐπίσης ἔχουν τή γνώμη ὅτι ὅλα ἐπιτρέπονται καί μάλιστα τονίζουν ὅτι χωρίς τήν ἀπολογία τῆς ἀγάπης (ἀλλά ἀποσιωπώντας τη φοβερή ἡμέρα τῆς Κρίσεως τοῦ Θεοῦ) δέν ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀποστολή τους, δηλαδή ἡ μύηση στόν χριστιανισμό.

Τέτοιος κοσμοπολίτικος χριστιανισμός, ψευτοχριστιανισμός, χωρίς ξεκάθαρο δόγμα, μέ μόνο τό κήρυγμα τῆς ἀγάπης καί χωρίς τό κήρυγμα τοῦ σεβασμοῦ πρός τόν Θεό, τήν υπακοή μέ δέος στίς ἐντολές Του, μπορεῖ μόνο νά ἐπιταχύνει τόν ἀφανισμό τῆς πίστης. Τέτοιος χριστιανισμός εἶναι ἔνοχος ἀπέναντι τοῦ Χριστοῦ.

Τότε τό νά θέλει κανείς νά προσεύχεται στόν Θεό δέν ἔχει κανένα νόημα. Ὁ ρόζ χριστιανισμός παραδέχεται μόνο τήν μιά πλευρά τῆς εὐαγγελικῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ, τῆς ἀγάπης, παραλείποντας τήν πλευρά τῆς ἐξομολόγησης, τῆς μετανοίας, τῆς συγγνώμης, τῆς ὑπακοῆς, τήν προσπάθεια καταπάτησης τῶν παθῶν, τῆς ἀναγνώρισης τῆς ἁμαρτωλότητας τοῦ ἀνθρώπου.

Κυριακή 5 Ιουλίου 2026


Δῶστε σ’ αὐτοὺς τὸ φαγητὸ
(Μαρτυρία τοῦ ἐπικεφαλῆς τοῦ Διεθνοῦς Ἐρυθροῦ Σταυροῦ, Σουηδοῦ Στοῦρε Λίννερ, κατὰ τὴν περίοδο τῆς Κατοχῆς, ἀπὸ τὸ αὐτοβιογραφικό του ἔργο «Ἡ Ὀδύσσειά μου»)
Παντρευτήκαμε στὶς 14 Ἰουνίου. Ο Emil Sandstrom, πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπιτροπῆς, διοργάνωσε μία δεξίωση γιὰ τὴν περίσταση. Ἀργὰ τὸ βράδυ μὲ πλησίασε καὶ μὲ τράβηξε στὴν ἄκρη, σὲ μία γωνία, μακριὰ ἀπὸ τὰ γέλια καὶ τὶς φωνές, νὰ μιλήσουμε ἰδιαιτέρως.
Μοῦ ἔδειξε ἕνα τηλεγράφημα ποὺ μόλις εἶχε λάβει: Οἱ Γερμανοὶ ἔσφαζαν ἐπὶ τρεῖς μέρες τοὺς κατοίκους τοῦ Διστόμου, κοντὰ στοὺς Δελφούς, καὶ στὴ συνέχεια ἔκαψαν τὸ χωριό. Ἂν ὑπῆρχαν ἐπιζῶντες, θὰ ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ ἄμεση βοήθεια. Τὸ Δίστομο ἦταν ἐντὸς τῆς περιοχῆς εὐθύνης μου γιὰ τὴν προμήθεια τροφίμων καὶ φαρμάκων. Πέρασα τὸ τηλεγράφημα στὴν Κλειώ, τὴν σύζυγό μου, νὰ τὸ διαβάσει. Ἐκείνη ἔκλεισε τὰ μάτια καὶ ἀμέσως ἀναχώρησε διακριτικὰ ἀπὸ τὴ γιορτή.
Περίπου μία ὥρα ἀργότερα ἤμασταν στὸν δρόμο μας μέσα στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας. Χρειάστηκαν ἀρκετὲς ἀγωνιώδεις ὧρες γιὰ νὰ ταξιδέψουμε ἀνάμεσα στοὺς λεηλατημένους δρόμους καὶ νὰ περάσουμε ἀρκετὰ ὁδοφράγματα. Ἦταν ξημερώματα ὅταν φτάσαμε τελικὰ στὸν κεντρικὸ δρόμο ποὺ ὁδηγοῦσε στὸ Δίστομο.
Ὄρνια ἀνέβαιναν ἀργὰ καὶ διστακτικὰ σὲ χαμηλὸ ὕψος ἀπὸ τὶς πλευρὲς τοῦ δρόμου, ὅταν ἄκουσαν νὰ ἐρχόμαστε. Κατὰ μῆκος τοῦ δρόμου ἀνθρώπινα σώματα κρέμονταν ἀπὸ κάθε δέντρο, τρυπημένα μὲ τὶς ξιφολόγχες – μερικοὶ ἦταν ἀκόμα ζωντανοί. Αὐτοὶ ἦταν οἱ χωρικοὶ ποὺ τιμωρήθηκαν μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἐπειδὴ ἦταν ὕποπτοι γιὰ τὴν παροχὴ βοήθειας στοὺς ἀντάρτες τῆς περιοχῆς, οἱ ὁποῖοι εἶχαν στήσει ἐνέδρα σὲ μία μονάδα SS. Ἡ μυρωδιὰ ἦταν ἀνυπόφορη.

Στὸ χωριὸ τὰ τελευταῖα ἀπομεινάρια τῶν σπιτιῶν ἀκόμα καίγονταν. Ἑκατοντάδες νεκρὰ σώματα ἀνθρώπων ὅλων τῶν ἡλικιῶν, ἀπὸ ἡλικιωμένους μέχρι νεογέννητα, ἦταν σκορπισμένα γύρω στὸ χῶμα. Ἀρκετὲς γυναῖκες θανατώθηκαν μὲ ξιφολόγχες, μὲ τὶς μῆτρες τους στὸ χῶμα καὶ τὰ στήθη τους κομμένα. Ἄλλοι ἦταν στραγγαλισμένοι μὲ τὰ ἔντερά τους τυλιγμένα γύρω ἀπὸ τὸν λαιμό τους. Φαινόταν σὰν κανεὶς νὰ μὴν εἶχε ἐπιζήσει …
Ὅμως, ἐκεῖ! Ἕνας γέρος στὸ τέλος τοῦ χωριοῦ! Εἶχε ὡς ἐκ θαύματος ἐπιζήσει τῆς σφαγῆς. Ἦταν σοκαρισμένος ἀπὸ τὸν τρόμο γύρω του, μὲ ἕνα ἄδειο βλέμμα, καὶ μία ἔκφραση ἀπορίας. Κατεβήκαμε στὴ μέση τῆς καταστροφῆς καὶ φωνάξαμε στὰ ἑλληνικά: «Ἐρυθρὸς Σταυρός! Ἐρυθρὸς Σταυρός! Ἤρθαμε γιὰ νὰ βοηθήσουμε!»
Ἀπὸ κάποια ἀπόσταση μία ἀκόμη γυναίκα πλησίασε μὲ δισταγμό. Μᾶς εἶπε ὅτι μόνο μία χούφτα χωρικοὶ κατάφεραν νὰ διαφύγουν πρὶν ἀρχίσει ἡ ἐπίθεση. Μαζί της ἀρχίσαμε τὴν ἀναζήτησή τους. Εἴχαμε προχωρήσει ἀρκετὰ στὸ ψάξιμο, ὅταν ἡ ἴδια συνειδητοποίησε ὅτι εἶχε πυροβοληθεῖ στὸ χέρι. Ἀμέσως ἠ Κλειὼ ἔπεσε πάνω της καὶ τὴν χειρούργησε. Κατὰ τ’ ἄλλα, ἦταν τὸ ταξίδι τοῦ μέλιτός μας!
Ὄχι πολὺ καιρὸ μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν τρομακτικὴ σφαγή, ἡ σύνδεσή μας μὲ τὸ Δίστομο, θὰ ὁλοκληρωθεῖ μὲ αὐτὸν τὸν ἀξιοσημείωτο ἐπίλογο.
Ὅταν οἱ γερμανικὲς δυνάμεις κατοχῆς ἀναγκάστηκαν νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τὰ πράγματα δὲν πῆγαν ὅπως τὰ περίμεναν. Μία γερμανικὴ μονάδα αἰχμαλωτίστηκε ἀπὸ ἀντάρτες ἀκριβῶς στὴν ἴδια περιοχή, στὸ Δίστομο. Σκέφτηκα ὅτι αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ ἐκληφθεῖ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες ὡς εὐκαιρία γιὰ μία αἱματηρὴ ἐκδίκηση, ἰδιαίτερα ἐὰν ληφθεῖ ὑπόψη ὅτι γιὰ ἕνα ἀρκετὰ μεγάλο διάστημα ἡ περιοχὴ εἶχε ἀποκοπεῖ ἀπὸ κάθε προμήθεια τροφίμων.
Φορτώσαμε μὲ τὰ ἀπαραίτητα τρόφιμα μερικὰ φορτηγά, εἰδοποιήσαμε στὸ Δίστομο γιὰ τὴν προγραμματισμένη μας ἄφιξη, καὶ βρεθήκαμε στὸν ἴδιο δρόμο, γιὰ ἄλλη μία φορά, ἡ Κλειὼ κι ἐγώ.
Ὅταν φτάσαμε στὰ περίχωρα τοῦ χωριοῦ, μᾶς συνάντησε μία ἐπιτροπὴ μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν ἡλικιωμένο ἱερέα. Ἦταν μία μορφὴ πατριάρχη τοῦ παλιοῦ καιροῦ, μὲ μακριά, κυματιστή, λευκὴ γενειάδα. Δίπλα του ὁ καπετάνιος τῶν ἀνταρτῶν, πλήρως ὁπλισμένος. Ὁ ἱερέας μίλησε πρῶτος καὶ μᾶς εὐχαρίστησε γιὰ λογαριασμὸ ὅλων γιὰ τὶς προμήθειες τροφίμων. Στὴ συνέχεια πρόσθεσε: «Πεθαίνουμε ὅλοι ἀπὸ τὴν πείνα ἐδῶ, καὶ ἐμεῖς καὶ οἱ Γερμανοὶ κρατούμενοι. Τώρα, ἂν εἴμαστε ἐμεῖς πεινασμένοι, εἴμαστε τουλάχιστον στὸν τόπο μας. Οἱ Γερμανοὶ δὲν ἔχουν χάσει μόνο τὸν πόλεμο, εἶναι ἐπίσης μακριὰ ἀπὸ τὴ χώρα τους. Δῶστε σ’ αὐτοὺς τὸ φαγητὸ ποὺ ἔχετε μαζί σας, ἔχουν πολὺ δρόμο μπροστά τους».
Στὸ ἄκουσμα αὐτῆς τῆς φράσης, ἡ Κλειὼ γύρισε τὰ μάτια της σὲ μένα. Ὑποπτευόμουν τί ἤθελε νὰ μοῦ πεῖ μὲ αὐτὸ τὸ βλέμμα, ἀλλὰ δὲν μποροῦσα νὰ δῶ καθαρὰ πιά. Στεκόμουν ἁπλὰ βουρκωμένος...
Sture Linner, Min Odysse, Stockholm, Norstedt, 1982

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026


Ἕνας Ἐπίσκοπος
Τελειώνοντας ἡ συνεδρίαση τῆς Σερβικῆς Συνόδου στό Βελιγράδι, ὁ Πατριάρχης Παῦλος ξεκίνησε, κατά τή συνήθειά του, νά πάει στόν ἑσπερινό στόν Καθεδρικό Ναό. Βγαίνοντας, εἶδε στό πάρκινγκ ἕνα πλῆθος ἀπό πολυτελῆ μαῦρα αὐτοκίνητα καί ρώτησε:
-Σέ ποιόν ἀνήκουν αὐτά τά αὐτοκίνητα;
-Εἶναι τῶν ἐπισκόπων πού ἦρθαν γιά τή Σύνοδο Μακαριώτατε, τοῦ ἀπάντησε ἕνας ἱερέας πού τόν συνόδευε.
-Ὤ, ὁ Θεός νά τούς φυλάει. Μέ τί θά κυκλοφοροῦσαν ἄραγε ἐάν δέν εἶχαν δώσει τή μοναχική ὑπόσχεση τῆς ἀκτημοσύνης;
Ὁ διάκονος πού συνόδευε τόν Πατριάρχη στίς ἐξόδους του στό Βελιγράδι διηγεῖται γιά τό μάθημα πού πῆρε ἀπό αὐτόν μιά φορά πού πήγαιναν στήν ἐκκλησία Μπάνοβο Μπρντό.
-Μέ τί θά πᾶμε, μέ τό αὐτοκίνητο; ρώτησε ὁ διάκονος.
-Ὄχι, μέ τό λεωφορεῖο! ἀπάντησε κατηγορηματικά ὁ Πατριάρχης.
-Μά τό λεωφορεῖο εἶναι πάντα γεμάτο καί ἡ ζέστη εἶναι ἀποπνιχτική. Καί δέν εἶναι καί κοντά.
-Ἔτσι θά πᾶμε, τοῦ λέει κοφτά ὁ Πατριάρχης.
-Μακαριώτατε, προσπαθοῦσε νά τόν πείσει ὁ διάκονος, εἶναι καλοκαίρι, ὁ κόσμος πηγαίνει γιά μπάνιο στό νησάκι Τσιγκάλια καί οἱ πιό πολλοί εἶναι ἡμίγυμνοι, δέν εἶναι σωστό…
-Πάτερ, τοῦ λέει ἥσυχα ὁ Πατριάρχης, ὁ καθένας βλέπει ὅ,τι θέλει!
Ὁ Πατριάρχης ἀρνοῦνταν πολλές φορές νά πάρει καί τόν μισθό του καί ἀρκοῦνταν στή σύνταξη πού εἶχε ὡς πρώην ἐπίσκοπος Ράσκα καί Πρίζρεν. Τά ροῦχα του καί τά παπούτσια του τά διόρθωνε μόνος. Τοῦ ἔμεναν καί χρήματα ἀπό τή μικρή του σύνταξη τά ὁποῖα ἔδινε στούς φτωχούς καί σέ ἄλλες ἀγαθοεργίες.
Διηγοῦνται κάποιοι ὅτι ὅταν οἱ Ἱεράρχες ζήτησαν τό 1962 αὔξηση μισθῶν ὁ Παῦλος - ἐπίσκοπος τότε – εἶπε ἔκπληκτος:  «Γιατί νά γίνει αὔξηση ἀφοῦ δέν μποροῦμε νά ξοδέψουμε οὔτε αὐτά πού ἔχουμε;»
Οἱ κάτοικοι τοῦ Βελιγραδίου συναντοῦσαν συχνά τόν Πατριάρχη Παῦλο στόν δρόμο, στό τράμ ἤ στό λεωφορεῖο. Μιά φορά, ἐνῶ περπατοῦσε ἐπί τῆς Λεωφόρου Πέτρου τοῦ Α΄, κατευθυνόμενος πρός τό Πατριαρχεῖο, σταμάτησε δίπλα του μιά Μερσεντές, τελευταῖο μοντέλο. Στό τιμόνι ἦταν ὁ ἱερέας μιᾶς πλούσιας βελιγραδινῆς ἐνορίας.
-Μακαριώτατε, παρακαλῶ ἐπιτρέψτε μου νά σᾶς πάω ὅπου ἐπιθυμεῖτε, τοῦ λέει περιποιητικά.
Ὁ Πατριάρχης, μόλις ἀνέβηκε, ρώτησε:
-Πάτερ, τίνος εἶναι αὐτό τό πολυτελές αὐτοκίνητο;
-Δικό μου, Μακαριώτατε!
-Σταμάτα ἀμέσως! τόν διέταξε ὁ Πατριάρχης.
Κατέβηκε, ἔκανε ταπεινά τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, τόν εὐλόγησε καί τοῦ εἶπε:
-Ὁ Θεός νά σέ προστατεύει!
Ἀπό ἄρθρο τοῦ Jovan Janjic στήν ἐφημερίδα Nasa Rec (13.2.2004)

Ὁ Πατριάρχης Σερβίας Παῦλος ἐκοιμήθη στίς 15 Νοεμβρίου 2009 στό Βελιγράδι, μετά ἀπό μακρά ἀσθένεια, σέ ἡλικία 95 ἐτῶν. Ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος Πεκίου, Μητροπολίτης Βελιγραδίου καί Κάρλοβτσι καί Πατριάρχης Σερβίας τήν 1η Δεκεμβρίου 1990 μέ τόν Ἀποστολικό τρόπο, δηλαδή μέ κλήρωση ἀπό ἐκλεγέν τριπρόσωπο, παρότι ἦταν ὁ μοναδικός ἀπό τούς Μητροπολίτες πού δέν ἐπιθυμοῦσε νά ἐκλεγεῖ Πατριάρχης.
Ὅταν τοῦ ἀνακοινώθηκε ὅτι ἐξελέγη Πατριάρχης, στενοχωρήθηκε πολύ. Προσευχήθηκε πολύ καί δέχθηκε μέ ταπείνωση τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, βάζοντας ὅμως ἕνα τάμα γιά τόν ἑαυτό του στήν προσευχή αὐτή: «Θεέ μου, Σύ γνωρίζεις ὅτι δέν ἔχω τίς δυνάμεις καί τήν ἱκανότητα νά ἀνταπεξέλθω σέ αὐτό τό ὑψηλό λειτούργημα, νά γίνω Πατριάρχης, ποτέ μου δέν τό ἐπεθύμησα οὔτε κάν τό σκέφτηκα. Βάζω ὅμως ἕνα τάμα ἀπό τώρα καί στό ἑξῆς μέχρι νά πεθάνω, νά Σοῦ λειτουργῶ καθημερινά, καί Ἐσύ, ὅπως γνωρίζεις, νά ἀναπληρώνεις τίς ἐλλείψεις μου καί τίς ἀτέλειές μου». Καί ὄντως ὁ μακάριος αὐτός ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ λειτουργοῦσε καθημερινά, ὅπου καί ἄν βρισκόταν. Ἀκόμη καί ὅταν ἦταν ἐκτός Σερβίας, σέ ἀποστολές, λειτουργοῦσε στό δωμάτιο τοῦ ξενοδοχείου. Τό σπάνιο αὐτό λειτουργικό του φρόνημα καί ἡ ἐσωτερική του ζωή τόν ἀνέδειξαν σέ ἀληθινό ἐκκλησιαστικό ἡγέτη, γι’ αὐτό τόν ἀγαποῦσε πολύ ὁ λαός, ἀλλά καί οἱ ἀποφάσεις του σέ κρίσιμα θέματα ἦταν πάντοτε σοφές καί μέσα στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Ὅταν ἐξελέγη 44ος Πατριάρχης Σερβίας εἶχε τονίσει στήν Ἱ. Σύνοδο: «Δέν ἔχω κανένα δικό μου πρόγραμμα γιά τό πατριαρχικό ἔργο. Τό πρόγραμμά μου εἶναι τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ἡ καλή αὐτή ἀγγελία περί τοῦ Θεοῦ». Πάντοτε τόνιζε: «Νά μείνουμε ἄνθρωποι γιά νά μήν ντρεπόμαστε ἐνώπιον τῶν προγόνων μας καί νά μήν ντρέπονται γιά ἐμᾶς οἱ ἀπόγονοί μας».


Τετράδιο 119 * Νοέμβριος 2009

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026


Ὁ μισθός σας
Τό 1899, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀναλάβει καθήκοντα τακτικοῦ μεταφραστῆ στὴν ἐφημερίδα «Ἄστυ» τοῦ Δημητρίου Κακλαμάνου, ἐτέθη μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸ θέμα τῆς ἀμοιβῆς του. «Ὁ μισθός σας θὰ εἶναι ἑκατὸν πενήντα δραχμές», «τοῦ εἶπε ὁ ἰδιοκτήτης τῆς ἐφημερίδας. Ὁ Παῦλος Νιρβάνας, ὁ ὁποῖος τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἐκτελοῦσε χρέη χρονογράφου στὴν ἴδια ἐφημερίδα, διηγεῖται τὰ ἀκόλουθα ἐκπληκτικά:
«Τότε ἄκουσα ἀπ᾿ τὰ χείλη τοῦ Παπαδιαμάντη τὴ μοναδικότερη ἀπάντηση ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ δώσει ἄνθρωπος σὲ τέτοια στιγμή : «Πολλὲς εἶναι οἱ 150, εἶπε. Μοῦ φτάνουν 100». Καὶ ἔφυγε βιαστικὸς καὶ ντροπαλός, χωρὶς νὰ προσθέσει λέξη».  Κατὰ τὸν Νιρβάνα πάντοτε, ὁ Παπαδιαμάντης κανόνισε τὴ μισθοδοσία του σύμφωνα μὲ τὶς ἀνάγκες του, καὶ ὄχι ἀνάλογα μὲ τὴν ἀξία τῆς ἐργασίας του.
Στὴν προκειμένη περίπτωση ὁ Παπαδιαμάντης βρίσκεται ἐμπράκτως στὸν ἀντίποδα τῆς λεγόμενης «προτεσταντικῆς ἠθικῆς». Αὐτὸ συμβαίνει, διότι, ὅπως σημειώνει ὁ Μὰξ Βέμπερ στὴν κλασικὴ πλέον μελέτη του γιὰ τὴ σχέση προτεσταντισμοῦ καὶ καπιταλισμοῦ, ὁ μεταφραστὴς τοῦ «Ἄστεως» λειτουργεῖ μὲ παραδειγματικὴ συνέπεια στὸ πλαίσιο μίας συγκεκριμένης παράδοσης. Στὴν παράδοση αὐτή, κατὰ τὸν Γερμανὸ κοινωνιολόγο, «ὁ ἄνθρωπος «ἀπὸ τὴ φύση του» δὲν θέλει νὰ κερδίζει ὅλο καὶ περισσότερο χρῆμα ἀλλὰ ἁπλῶς νὰ ζεῖ ἔτσι ὅπως συνηθίζει νὰ ζεῖ, καὶ νὰ κερδίζει τόσα, ὅσα χρειάζονται γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτό».
Ὑπενθυμίζω παρεμπιπτόντως ὅτι «ἡ ἐνστικτώδης ἀπόλαυση τῆς ζωῆς σέ ταβέρνες τοῦ κοινοῦ ἀνθρώπου» ὑπῆρξε μεταξὺ ἄλλων «ὁ ἐχθρὸς τοῦ ὀρθολογικοῦ ἀσκητισμοῦ», ὁ ὁποῖος, κατὰ τὸν Βέμπερ, συνιστᾶ «ἀποφασιστικὸ χαρακτηριστικὸ» τοῦ πουριτανισμοῦ. Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴ ὁ Παπαδιαμάντης βρίσκεται γιὰ δεύτερη φορὰ στὸν ἀντίποδα τῆς προτεσταντικῆς ἠθικῆς.
Τόσο ὁ ἴδιος ὅσο καὶ οἱ λογοτεχνικοὶ χαρακτῆρες του τιμοῦν δεόντως «τὰ καλομαγειρευμένα μὲ ἱκανὸν εὐῶδες ἔλαιον φασόλια καὶ μὲ ἄφθονον κοκκίνην πιπεριάν», δεύτερον, «τὸ ὁλονὲν ῥοδίζον ἀρνὶ εἰς τὴν σούβλαν» καί, τρίτον, «τὸν ξανθὸν ρητινίτην καὶ τὸ ἀλυπιακὸν μοσχᾶτον».
Τὰ «χάδια τῆς κοιλιᾶς» ὁ γενναῖος οἶνος, οἱ παννυχίδες βεβαίως καὶ ἡ συνακόλουθη χαρὰ τῆς πανηγύρεως εἶναι ὁ μηχανισμὸς διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Παπαδιαμάντης, ἀλλὰ καὶ ἡ παράδοση τὴν ὁποία ἐκπροσωπεῖ, ἄλλοτε κοντράρουν καὶ ἄλλοτε κοντρολάρουν τὶς τραγικὲς συνθῆκες τῆς ὑπάρξεως.
Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ φράση πού ἀποδίδεται στὸν Δημόκριτο συνιστᾶ τὸ ἥμισυ τῆς κοσμοθεωρίας τοῦ Σκιαθίτη συγγραφέα: «Βίος ἀνεόρταστος, μακρὰ ὁδὸς ἀπανδόχευτος».
Στέλιος Παπαθανασίου


Τετράδιο 113 * Μάϊος 2009

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

 


Ὁ κόσμος στὸν δρόμο του

Πολλοὶ ἀναγνῶστες μοῦ γράφουνε, παρακαλώντας με, καὶ μάλιστα ξορκίζοντάς με, νὰ γράψω γιὰ νὰ χτυπήσω τὴν ἀνηθικότητα, ποὺ δέρνει τὴν κοινωνία, πρὸ πάντων τὴ νεολαία, καὶ ποὺ «τὴ σερβίρουν τὰ σινεμά», ὅπως μοῦ γράφουνε. Φωνάζουνε: «Ὑψώσετε τὴ φωνή σας!». Ἕνας σπουδαστής μοῦ γράφει ἀπὸ τὴν Ἀγγλία: «Μὴ σταματήσετε αὐτὸν τὸν ὡραῖον ἀγώνα, μὴν πτοηθῆτε ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις. Ὑπάρχουν βέβαια πολλοὶ ἀντίπαλοι, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ θαυμαστὲς τοῦ ὡραίου σας ἔργου. Σᾶς χρειαζόμαστε γιὰ νὰ δώσετε φτερὰ στὶς καρδιές μας, ποὺ εἶναι γεμάτες κενὸ καὶ ἀπαισιοδοξία».

Καημένοι ἄνθρωποι, πόση σημασία δίνετε στὸ πρόσωπό μου καὶ σ’ αὐτὰ ποὺ γράφω! Τί φωνὴ νὰ ὑψώσω, ποὺ εἶναι βραχνιασμένη καὶ ἀδύνατη, καὶ χάνεται μέσα στὸν κυκεώνα τῆς σημερινῆς ζωῆς; Ὄχι φωνή, ἀλλὰ καὶ τ’ ἀστροπελέκι νὰ κρατᾶ στὰ χέρια του κανένας σήμερα, καὶ νὰ τὸ σφενδονίζει γιὰ νὰ κάνει τοὺς ἀνθρώπους ν’ ἀλλάξουνε δρόμο, πάλι τίποτα δὲν θὰ κάνει. Ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Γιάννης ὁ Πρόδρομος, τὸ ἐρημοπούλι τῆς ἐρήμου, ποὺ τὸν φοβόντανε οἱ ἁμαρτωλοί, γιατὶ τοὺς ἔλεγε «γεννήματα ἐχιδνῶν», κι αὐτὸς μάταια φώναζε. Ἡ φωνὴ του χανότανε μέσα στὴν ἔρημο, «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ». Καὶ πότε; Τὸν καιρὸ ποὺ ὑπήρχανε ἀκόμα κάποια αὐτιὰ νὰ τὸν ἀκούσουνε, κι ἁπλὲς καρδιὲς γιὰ νὰ τὸν καταλάβουνε. Ὄχι ἐμεῖς ποὺ χρειαζόμαστε δασκάλεμα, καὶ ποὺ ἔχουμε τόσα στὴν καμπούρα μας! Πῶς νὰ γίνουμε δάσκαλοι γιὰ τοὺς ἄλλους; Γεμίζουμε χαρτιὰ μὲ μυριάδες λόγια, μὰ τί τὸ ὄφελος; Ὁ κόσμος τραβᾶ τὸν δρόμο του καὶ δὲν σκοτίζεται ἀπὸ κηρύγματα. Κι ἂν δώσει προσοχὴ καὶ κανένας στὰ γραψίματά μας, μπορεῖ νὰ θυμώσει ποὺ χαλάσαμε τὴν ἡσυχία του, καὶ νὰ πεῖ πὼς εἴμαστε ὑποκριτές, ψευτογιασμένοι, κουκουβάγιες ποὺ βγαίνουνε ἀπὸ τὰ χαλάσματα τοῦ παλιοῦ καιροῦ. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι εἶναι τέτοιοι, ποὺ μήτε τὸ κήρυγμα τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ δὲν θὰ ’κανε τίποτα.

Λοιπόν, ἂς τὸ πάρουμε ἀπόφαση. Τὸ κακὸ δὲν περιορίζεται πιὰ μὲ τίποτα, μὲ κανένα τρόπο, μὲ καμμιὰ δύναμη. Ὅσοι μιλοῦνε καὶ γράφουνε γιὰ νὰ φέρουνε στὸν ἴσιο δρόμο τοὺς πολλοὺς ποὺ ξεστρατίσανε, ἂς ξέρουμε πὼς δέρνουνε τὸν ἀγέρα, εἶναι «ἀέρα δέροντες», ποὺ ἔλεγε καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Καὶ ἅγιος νὰ εἶναι αὐτός, ποὺ συμβουλεύει, πάλι δὲν θάβρει αὐτιὰ γιὰ ν’ ἀκούσουνε τὴ φωνή του, ὄχι ἄνθρωποι σὰν ἐμᾶς, ποὺ ἔχουμε οἱ ἴδιοι ἀνάγκη ἀπὸ δασκάλεμα.

Ναί, ὁ κόσμος δὲν ἀλλάζει πορεία. Ἂς μὴν περιμένουμε πιὰ τίποτα καλύτερο, θὰ πηγαίνουμε ὁλοένα στὰ χειρότερα. Ἀνήφορος πιὰ δὲν ὑπάρχει. Μοναχὰ κατήφορος. Ὅσοι ἔχουνε μέσα τους τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, αὐτοὶ οἱ λίγοι θ’ ἀπομείνουνε, «τὸ μικρὸν ποίμνιον» ποὺ εἶπε ὁ Χριστός. Κι ἂν γράφουμε, γι’ αὐτοὺς γράφουμε καὶ γιὰ τοὺς ἴδιους τους ἑαυτούς μας ποὺ κιντυνεύουμε νὰ ἁρπαχτοῦμε ἀπὸ τὰ δίχτυα ποὺ ’ναι μπλεγμένοι ἐκεῖνοι ποὺ θέλουμε νὰ δασκαλέψουνε. Γιὰ νὰ καθόμαστε ἀνύσταχτοι.

Ὅσοι εἶναι αἰσιόδοξοι γιὰ τὸ μέλλον τῆς ἀνθρωπότητας, βλέπουνε μὲ ἄλλα μάτια τὸν κόσμο, ἀπ’ ὅ,τι τὸν βλέπομε ἐμεῖς. Ἐμεῖς εἴμαστε οἱ γκρινιάρηδες, οἱ Ἱερεμίες, οἱ Κασσάντρες, καὶ γι’ αὐτὸ ὁ κόσμος μᾶς ὀχτρεύεται. Κι ἔχει δίκιο. Ὁ καθένας νοιώθει διαφορετικὰ τὴ ζωή, τὴ χαρά, τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό. Γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ λέμε πὼς δὲν πᾶνε καλά, ὁ σημερινὸς κόσμος εἶναι ὁ πιὸ θαυμάσιος, ἡ σημερινὴ ζωὴ εἶναι ἡ πιὸ καλύτερη κι ἡ πιὸ βλογημένη ἀπὸ ὅλες ποὺ πέρασε ὁ ἄνθρωπος. Ἡ σημερινὴ νεολαία εἶναι μεθυσμένη ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ λέμε ἐμεῖς «ἀνηθικότητα», καὶ ποὺ αὐτὴ τὸ λέγει «ἐλευθερία». Τί κάθεσαι λοιπὸν ἐσὺ καὶ τσαμπουρνίζεις μὲ τὴν ἠθική σου; Γι’ αὐτοὺς εἶναι τὸ πιὸ μεγάλο χάρισμα ἡ ἀνηθικότητα, καὶ μποροῦνε νὰ σκοτώσουνε ἐκεῖνον ποὺ χτυπᾶ τὴν «ἐλευθερία» τους. Αἰῶνες ἀγωνιζότανε ὁ ἄνθρωπος, χωρὶς νὰ μπορέσει νὰ τὴν ἀποχτήσει. Καὶ τώρα ποὺ τὴν ἔκανε χτῆμα του, νὰ τὴν ἀφήσει γιὰ τὴν παλαιοντολογικὴ ἠθική μας;

Ποτὲ δὲν μίσησε ἄνθρωπος τὸν ἄνθρωπο τόσο πολύ, ὅσο στὸν καιρό μας. Καὶ τὸν μίσησε στ’ ὄνομα αὐτῆς τῆς «ἐλευθερίας», ποὺ λέγει πὼς εἶναι τὸ πολύτιμο ἀπόχτημα τῆς ἐποχῆς μας. Μισημένες εἶναι οἱ ἠθικὲς κουκουβάγιες κι οἱ χριστιανικὲς μοιρολογῆστρες. Ποτὲ ὁ χριστιανὸς δὲν μισήθηκε ὅσο σήμερα, οὔτε ἐπὶ Νέρωνα.

Ποῦ ν’ ἀκούσουνε οἱ ἄνθρωποι τοῦ καιροῦ μας κουβέντα γιὰ Θεό, γιὰ ψυχή, γιὰ ἄλλη ζωή! Ἡ ψυχὴ τους ἔχει παραμορφωθεῖ ὁλότελα ἀπὸ τὶς κάθε λογῆς ἀνοησίες ποὺ βλέπουμε στὸν κινηματογράφο. Ἡ ταινία ποὺ δὲν ἔχει μέσα της πολλὴ ἀνοησία, δὲν γνωρίζει ἐπιτυχία. Ἀνοησία, καὶ ἀκαλαισθησία, αὐτὰ τὰ δύο βασιλεύουνε σήμερα. Εἶναι ἀπίστευτο τὸ τί ἀκούγει κανένας γιὰ ἀστεῖα στὶς συναναστροφὲς ποὺ κάνουνε οἱ νέοι. Κρυόμπλαστα, ἀσυναρτησίες, μωρολογίες. Χάθηκε ἀπ’ αὐτοὺς κι ἡ πιὸ συνηθισμένη ἐξυπνάδα. Τὰ καημένα τὰ παιδιά, παίρνουνε ἀφορμὴ ἀπὸ ἕνα τίποτα, γιὰ νὰ χαχανίσουνε. Τὰ δέρνει ἡ ἀμηχανία κι ἡ βαρυεστημάρα κι αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία ποὺ τὰ κάνει νὰ χοροπηδᾶνε σὰν τρελλά, νὰ τσακίζουνε ὅ,τι βροῦνε μπροστά τους, νὰ τὰ βάζουνε μὲ ἀνύποπτους ἀνθρώπους. Γι’ αὐτὰ τὰ πλάσματα ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνα ἀνιαρὸ πράγμα δίχως σκοπό, δίχως ἀληθινὴ χαρά, δίχως ἁγνὸν ἐνθουσιασμό.

Ποιὸς φταίγει γι’ αὐτὴ τὴν κατάσταση; Ὅλοι μας. Ὅλοι συνεργήσαμε γιὰ νὰ καταντήσει ἡ ζωὴ ἔτσι ποὺ κατήντησε. Ὅλοι δουλέψαμε γιὰ νὰ χτισθεῖ τοῦτος ὁ τερατώδικος πύργος τοῦ Βαβέλ. Ἄλλοι κουβαλήσανε γιὰ πέτρες τὶς πετρωμένες καὶ ἀναίσθητες καρδιές τους, ἄλλοι κουβαλήσανε λάσπη ἀπὸ τὰ κατάβαθά τους ποὺ φωλιάζουνε τὰ βρωμερὰ πάθη. Ἐκεῖνος ὁ παλιὸς πύργος τοῦ Βαβὲλ ρήμαξε κι ἐξαφανίσθηκε. Μὰ τοῦτος θὰ στέκεται ἀσάλευτος, κι οἱ ἄνθρωποι ὁλοένα θὰ τὸν κάνουνε πιὸ ψηλόν, μὲ σκοπὸ νὰ χτυπήσουνε τὸν Θεό.

Ἐσεῖς ποὺ θλιβόσαστε καὶ πονᾶτε γι’ αὐτὴ τὴν κατάσταση, καλὰ κάνετε νὰ λυπόσαστε, μὰ μὴν ὀνειρευόσαστε πὼς θάρθουνε καλύτερες μέρες γιὰ τὸν κόσμο. Ὁ κόσμος τρέχει σὰν τρελλός. Κατὰ μὲν τὴ δική του γνώμη ἀνηφορίζει στὸν θρίαμβο, κατὰ δὲ τὴ δική σας γνώμη κατηφορίζει στὰ τάρταρα καὶ στὸν χαμό. Ποιὸς ἀπὸ τοὺς δύο ἔχει δίκιο, μοναχὰ ὁ Θεὸς τὸ γνωρίζει. Αὐτὸ τὸ τρέξιμο δὲν θὰ πάψει ὡς τὴν τελευταία μέρα, ποὺ θὰ λάμψει ἡ ἀλήθεια καὶ θὰ δικαιωθοῦνε ὅσοι τὴν πιστέψανε σωστά, καὶ μαρτυρήσανε γι’ αὐτὴ καὶ ἐμπαιχτήκανε γι’ αὐτή.

Ἴσως νάρχεται κιόλας ὁ Ἀντίχριστος. Τὰ σημεῖα καὶ τὰ τέρατα ποὺ προφητεύτηκε πὼς θὰ κάνει ἀρχίσανε νὰ φανερώνουνται. Ἡ ἐπιστήμη βασιλεύει κι ἡ ἀθεΐα βασιλεύει μαζί της.

Μία βροντερὴ φωνὴ ἀκούγεται ἀπὸ πάνω, μὰ τὴν ἀκοῦνε μόνο ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουνε αὐτιὰ γιὰ νὰ τὴν ἀκούσουνε. Καὶ λέγει: «Νά, ἔρχομαι σὰν τὸν κλέφτη. Καλότυχος ἐκεῖνος ποὺ ξαγρυπνᾶ καὶ βαστᾶ καθαρὰ τὰ φορέματά του. Ὁ καιρὸς εἶναι κοντά. Ὁ ἄδικος ἂς ἀδικήσει ἀκόμα, κι ὁ βρωμερὸς ἂς βρωμισθεῖ ἀκόμα, κι ὁ δίκαιος ἂς κάνει δικαιοσύνη ἀκόμα, κι ὁ ἅγιος ἂς ἁγιάσει ἀκόμα. Νά, ἔρχομαι γρήγορα!».

Φώτης Κόντογλου


Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026


Μᾶλλον κέρδισα
Ἀγαπημένε μας γιέ, καλημέρα. Ἐλπίζουμε ἡ ἐπιστολή μας αὐτὴ νὰ σὲ βρίσκει καλὰ στὴν ὑγεία σου καὶ οἱ σπουδές σου νὰ προχωροῦν βάσει προγράμματος. Μᾶς λείπεις, νὰ ξέρεις, ὅλο τὴν κουβέντα σου ἔχουμε. Ἐμεῖς ἐδῶ εἴμαστε ὅλοι καλά, ὅπως τὰ ξέρεις. Πρέπει νὰ σοῦ ποῦμε πὼς ὁ σκύλος χτυπάει τὸ κουδούνι ὅποτε θέλει νὰ μπεῖ μέσα. Πολλὰ χαιρετίσματα στὴ θεία Ἀσπασία καὶ στὸν θεῖο σου τὸν Τζίμη. Νὰ μὴν τοὺς στενοχωρεῖς. Θὰ τὰ ποῦμε τὰ Χριστούγεννα. Φιλιά. 9 Νοεμβρίου 1977. «Αὔριο τὸ πρωὶ στὶς 6.30, στὸ γκισὲ νούμερο τάδε τῆς Ὀλυμπιακῆς, θὰ βρεῖς τὸ εἰσιτήριό σου γιὰ τὴν πτήση τῶν 8 γιὰ Χίθροου. Θὰ σὲ περιμένω στὶς Ἀφίξεις».
Μὲ αὐτὸ τὸ σύντομο τηλεφώνημα τοῦ πατέρα μου ἀπὸ τὸ Λονδίνο ξεκίνησε ἡ περίοδος τοῦ ξενιτεμοῦ μου. Ἕξι χρόνια ἔλειψα καὶ τὸ ταχυδρομεῖο ἦταν ἡ μεγάλη μου προσμονή, μιὰ ἐπιστολὴ ἀπὸ τοὺς γονεῖς, μιὰ κάρτα ἀπὸ κάποιο ξαδέλφι, μιὰ φωτογραφία παλιῶν συμμαθητῶν ἀπὸ τὴ βόλτα στὴ Βάρκιζα μὲ ὀτοστόπ, μιὰ εἰδοποίηση πὼς τὸ συνάλλαγμά μου ἔχει κατατεθεῖ. Τὸ ταχυδρομεῖο μὲ κράταγε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴν πατρίδα, τὴν οἰκογένεια καὶ τοὺς φίλους. Καὶ ὅταν πιὰ γύρισα, πάλι τὸ ταχυδρομεῖο περίμενα, μιὰ γλυκιὰ ταραχὴ στὸ στέρνο ὅποτε ἔβρισκα φάκελο γιὰ μένα στὸ σπίτι, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ πιά. Ἀπὸ τοὺς καινούργιους φίλους, τοὺς συμφοιτητές. Καὶ τὸ πτυχίο μου ταχυδρομικὰ τὸ παρέλαβα.
Ἡ σχέση αὐτὴ κράτησε μέχρι τὴν ἀγορὰ τοῦ πρώτου μου πι-σί. Ἐνθουσιάστηκα μὲ τὸ ἠλεκτρονικὸ ταχυδρομεῖο, ἄμεση ἀνταπόκριση, ἁπλὲς διαδικασίες. Τότε τὸ ταχυδρομεῖο ἄρχισε νὰ ἀραιώνει, μερικὲς χριστουγεννιάτικες κάρτες καὶ κυρίως λογαριασμοί. Τὸν ἴδιο ἐνθουσιασμὸ ἔνιωσα ὅταν ἀγαπητὸς συνάδελφος μοῦ περιέγραψε τὸν καινούργιο τρόπο ἐπικοινωνίας, καὶ μάλιστα μοῦ ἔφτιαξε δικό μου λογαριασμὸ στὸ facebook.
Μόλις τὸ ἄνοιξα, μιὰ φούσκα ἐμφανίστηκε στὴν ὀθόνη: «Ὁ Τάκης εἶμαι, εἶσαι μέσα;». Δὲν τὸ σκέφτηκα λεπτό. Βγῆκα ἀμέσως καὶ δὲν ξαναμπῆκα ποτέ. Γιὰ ἕνα διάστημα ἔπαιρνα μηνύματα τὰ ὁποῖα δὲν ἄνοιγα, μέχρι τὸ μήνυμα ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ facebook πὼς κλείνει τὸν λογαριασμό, γιατί τὸν θεωρεῖ ἀνενεργό. Φίου. Ἀνακούφιση.
Σκέφτομαι τί ἔχασα τὴ δεκαετία ποὺ ὁσονούπω τελειώνει, μὲ τὴν ἄρνησή μου νὰ ἐνταχθῶ στὰ μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης. Μᾶλλον κέρδισα. Χρόνο. Αὐτὸν τὸ χρόνο τὸν ὁποῖο οἱ συνάνθρωποί μου θυσιάζουν στὶς ὀθόνες τους. Καὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐγὼ προσπαθῶ νὰ κλέψω μιὰ στιγμή. Μιὰ ματιά.
Βαγγέλης Καρατζᾶς
Γαστρονόμος τ. 165