Σάββατο 11 Ιουλίου 2026
Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026
Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026
τὴν κούκλα της κρατώντας,
καὶ μ᾿ ἕνα σπάγκο τὸ γατὶ
ξοπίσω της τραβώντας.
πρὶν πάει πιὸ παραπέρα,
καὶ τὰ πουλιά της χαιρετᾶ
μὲ μία καλημέρα.
καλημερούδια χήνα...
τὴν κούκλα λὲν Τριανταφυλλιά,
καὶ τὸ γατὶ ψιψίνα.
νωρὶς τὶ τάχα βγῆκα,
πάω νὰ προφτάσω τὸν παπποὺ
ποὺ μὲ φιλεύει σῦκα.»
Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026
νὰ πάω νὰ ζήσω στὸ μαντρί, στὴν ἐρημιά, στὰ δάσα,
νἄχω κοπάδι πρόβατα, νἄχω κοπάδι γίδια,
κ᾿ ἕνα σωρὸ μαντρόσκυλα, νἄχω καὶ βοσκοτόπια,
τὸ καλοκαίρι στὰ βουνά, καὶ τὸν χειμῶ στοὺς κάμπους.
Νἄχω ἀπὸ πάλιουραν βορὸ καὶ στρούγγα ἀπὸ ροδάμι,
νἄχω καὶ σὲ ψηλὴν κορφὴ καλύβα ἀπὸ ρουπάκια,
νἄχω μὲ τὰ βοσκόπουλα σὲ κάθε σκάρον γλέντι,
νἄχω φλογέρα νὰ λαλῶ, ν᾿ ἀντιλαλοῦν οἱ κάμποι,
νἄχω καὶ κόρη ὄμορφη, στεφανωτήν μου νἄχω,
νὰ μοῦ βοηθάει στὸ σάλαγο, νὰ μοῦ βοηθάει στὰ γρέκια,
κι ὄντας θὰ τὰ σταλίζουμε τὰ δειλινὰ στοὺς ἴσκιους,
στῆς ρεματιᾶς τὴ χλωρασιὰ μαζί της νὰ πλαγιάζω,
νὰ μὲ κοιμίζει μὲ φιλιὰ στοὺς δροσερούς της κόρφους.
Τρίτη 7 Ιουλίου 2026
Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026
Ὁ ρόζ Χριστιανισμός
Κατά τό τέλος τοῦ 19ου αἰώνα. ὁ βαθυστόχαστος φιλόσοφος θεολόγος
Κωνσταντίν Λεοντίεφ παρατήρησε τήν εμφάνιση τοῦ λεγόμενου «ρόζ» χριστιανισμοῦ,
τόν ὁποῖο χαρακτήρισε ὡς προεπαναστατική θέση τῆς τότε διανόησης, τῆς ἰντελιγκέντσια,
πού ἔθετε τό ἐρώτημα: «Φόβος Θεοῦ; Ποιός φόβος; Γιατί;»
Ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι «Ἀγάπη καί μόνο Ἀγάπη». Μάλιστα, ἀκόμα καί μερικοί ἀντιπρόσωποι
τῆς ἱεροσύνης ἐπιπόλαια παρατήρησαν καί χαρακτήρισαν τόν «φόβο Θεοῦ» ὡς ἡμιμάθεια.
Ἀλλά ὁ Κύριος ἔκρινε ἀλλιῶς.
Ἔτσι, οἱ ὅσιοι ἱερομόναχοι τοῦ σπηλαίου τῆς Ὄπτινα, εὐλόγησαν τόν
Κωνσταντίν Λεοντίεφ νά συνεχίσει τή μελέτη του πάνω στό θέμα τοῦ ρόζ
χριστιανισμοῦ, πού προβάλλει μόνο τήν ἀγάπη.
Στήν ἐποχή τοῦ Κωνσταντίν Λεοντίεφ ὁ ρόζ χριστιανισμός ἐμφανίζονταν
κυρίως στούς παραεκκλησιαστικούς κύκλους τῆς διανόησης. Στή σημερινή ἐποχή ὅμως
ἐμφανίζεται πιά καί στούς ἐκκλησιαστικούς κύκλους Ἡ ψυχική τάση πού ἐκφράζεται
μέ τή φράση: «Ὁ Θεός εἶναι μόνο ἀγάπη καί ποτέ κριτής» σήμερα δυστυχῶς κατέχει
νικηφόρα πορεία στόν γήινο κόσμο. Ὁ ρόζ χριστιανισμός θέλει νά ἔχουμε μιά
πομπώδη ἀγάπη μέσα μας χωρίς τήν αὐτοθυσία μας ἀπέναντι στό Θεό, χωρίς τή
χαλιναγώγηση τῶν παθῶν μας, χωρίς τήν αὐταπάρνησή μας, χωρίς φόβο-σεβασμό στόν
Θεό.
Τέτοια εὔκολη συναισθηματική οὐμανιστική ἀγάπη δίνεται ὄχι μέ τή συμμετοχή
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀλλά μέ τή συμμετοχή τοῦ ἀντίθετου πνεύματος. Ἡ τάση αὐτή
τοῦ ρόζ χριστιανισμοῦ μπορεῖ νά θεωρηθεῖ κατάσταση τῆς πτώσης μας. Ἀπό αὐτή τήν
πτώση πηγάζει ἡ ἐπιθυμία μας γιά μιά θρησκεία πού θά ἔδινε σήμερα στόν κόσμο ἀγάπη,
εὐτυχία, χαρά μόνο ἐδῶ στή γήινη ζωή μας.
Ὁ ὅσιος Παΐσιος του Σβετογκόρετς ἔδωσε τήν ἑξῆς ἑρμηνεία τοῦ ρόζ
χριστιανισμοῦ: «Οἱ ἄνθρωποι θέλουν νά μποροῦν συνεχῶς νά ἁμαρτάνουν, ἀλλά νά ἔχουν
ἕναν «ἀγαθούλη» Θεό πού διαρκῶς νά τούς συγχωρεῖ καί ἐκεῖνοι νά ἐξακολουθοῦν νά
ἁμαρτάνουν. Νά κάνουν δηλαδή ὅ,τι θέλουν καί ὁ Θεός νά συγχωρεῖ πάντα λόγῳ τῆς
μεγάλης του ἀγάπης, ἀλλά ἐμεῖς νά ἐξακολουθοῦμε νά ζοῦμε μέ τόν ἐγωισμό μας, μέ
τίς ἀδικίες μας, ἁμαρτωλά καί χωρίς τύψεις συνείδησης, χωρίς νά προσπαθοῦμε ν’ ἀλλάξουμε,
χωρίς τήν ἀληθινή μετάνοια, ὅπως μᾶς ζητᾶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί χωρίς νά ζητοῦμε
τήν χάρη Του, μέ προσευχές καί μέ τό γνῶθι σεαυτόν».
Ἔτσι σιγά-σιγά γεννιέται ἕνας Χριστιανισμός μέσα στόν ὁποῖο οἱ βάσεις τῆς
ὀρθόδοξης πίστης καλύπτονται σιωπηλά καί τό ὅλον πνεῦμα βεβηλώνεται καί
παραμορφώνεται μέχρι τό σημεῖο νά γίνεται ἀγνώριστη ἡ ἔννοια τῆς λέξης ἀγάπη.
Ὁ σύγχρονος ρόζ χριστιανισμός ἔχει τά κάτωθι χαρακτηριστικά
συμπτώματα-σημεῖα:
1) Ἀπολογία τῆς ἀγάπης, ἀλλά ἀπόλυτη σιωπή γιά τήν Κρίση τοῦ Θεοῦ, γιά
τήν Δευτέρα Παρουσία
2) Ἀφηρημένη δογματική-πλουραλισμός δογμάτων
3) Ἀπώλεια τῆς ἀπόλυτης ἐξ Ἀποκαλύψεως ἀλήθειας μέσα στήν θέση ὅτι κι αὐτό
εἶναι ἀλήθεια καί τό ἄλλο. Ἡ ἀλήθεια νοεῖται μόνο σάν πλουραλιστική σύνθεση
διαφόρων σχετικῶν καί ἀτομικῶν γραμματολογικῶν διατυπώσεων
4) Ἔλλειψη κατανόησης ἤ ἀπουσία γνώσης τῶν κανόνων τῆς πνευματικῆς ζωῆς
5) Αντικατάσταση τῆς προσωπικῆς ἀσκητικῆς ζωῆς μέ ἔντονη καθημερινή ἐξωστρεφή
ζωή.
6) Ἄρνηση ὁποιασδήποτε ἀσκητικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας καί βίωσης, πού
φέρνουν σιγά-σιγά τόν ἄνθρωπο στή θεία χάρη καί τή φώτιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἀποτέλεσμα ὅλων αὐτῶν εἶναι, ἡ πραγματική ἁγιότητα, αὐτή πού ἀποκτᾶται
μόνο μέσα στήν ἐκκλησιαστική χριστιανική λατρευτική ζωή, νά ὑποβιβάζεται, μέ ἐμπαιγμό
μάλιστα, στά ὅρια τῆς «ἠθικῆς» τοῦ οὐμανισμοῦ, στά ὅρια τῶν «ὡραίων» ἀνθρωπίνων
αἰσθημάτων πού δέν χρειάζονται οὔτε τό φόβο τοῦ Θεοῦ οὔτε τήν ταπείνωση οὔτε
τήν ὑπακοή.
Πολλοί ἀπό τούς ὀρθόδοξους πιστούς θερμά ὑποστηρίζουν τή θέση ὅτι «Ὁ Θεός
εἶναι καλός καί δέν εἶναι κριτής, ἀλλά μόνο ἀγάπη καί τίποτε ἄλλο». Ἀγνοῦν τόν
λόγο τοῦ Θεοῦ, τόν λόγο τῶν Εὐαγγελίων, τόν λόγο τῶν Ἁγίων Πατέρων.
Σήμερα, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά ὁ λαός προκαλεῖται νά δεχθεῖ τή
θέση αὐτή τοῦ ρόζ χριστιανισμοῦ. Αὐτή ἡ θέση ἀρέσει κατά βάθος, κι ἔτσι
πηγαίνουμε στήν ἐκκλησία, ὄχι για τή συγγνώμη τῶν ἁμαρτιῶν μας οὔτε γιά μιά
σεμνή εὐσεβή ζωή χάριν τοῦ Χριστοῦ μας καί τῶν διδαχῶν καί τῶν ἐντολῶν Του, ἀλλά
μόνο γιά τήν ἀγάπη Του και τή μακροθυμία Του, πού ὑπάρχει βέβαια, ἀλλά πού ἐμεῖς
τήν ἀπαιτοῦμε, πού ἔτσι τό θέλουμε ἤ ἔτσι τό νομίζουμε ὅτι πρέπει νά εἶναι.
Γενικά πάνω στό θέμα ὅτι δηλαδή «Ὁ Θεός εἶναι μόνο ἀγάπη καί κανέναν δέν τιμωρεῖ»
θά ἦταν ἐνδιαφέρον ἄν μπορούσαμε νά συζητούσαμε μέ τούς κατοίκους τῶν Σοδόμων
καί Γομόρων! Ἀλλά ποῦ εἶναι; Ἀπό τή δημιουργία τοῦ κόσμου ὡς τήν φοβερή Κρίση ὁ
Θεός εἶναι καί θά εἶναι ὄχι μόνο ἀγάπη ἀλλά καί Κριτής. Γι’ αὐτό καί αὐτή ἡ Κρίση
δέν ὀνομάζεται ἄδικα φοβερή. Ἄλλωστε, πρώτη πράξη τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ ἦταν
ἡ εκδίωξη τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας ἀπό τόν Παράδεισο.
Λογικά, ὁ ἄνθρωπος πού ἀγαπᾶ, δέχεται τόν ἀγαπημένο του ἔτσι ὅπως εἶναι
καί δέν ἀπαιτεῖ ἀπό αὐτόν νά ἀλλάξει. Ἔτσι καί τά πάθη καί τίς ἁμαρτίες μου,
λέει ὁ ἄνθρωπος, ὁ Θεός δέν θά τά κρίνει, καί δέν χρειάζεται λοιπόν νά πιεστοῦμε
νά κάνουμε πράξη τή διδαχή Του ἀπό φόβο καί μόνο. Μέ μιά μόνο προσευχή μου πρός
Αὐτόν, ὁ Θεός γίνεται ἀγάπη καί μέ δέχεται στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ὁ ἄνθρωπος
νομίζει ὅτι μέ τήν λογική του τά βρίσκει ὅλα.
Μερικοί κήρυκες θεολόγοι ἐπίσης ἔχουν τή γνώμη ὅτι ὅλα ἐπιτρέπονται καί
μάλιστα τονίζουν ὅτι χωρίς τήν ἀπολογία τῆς ἀγάπης (ἀλλά ἀποσιωπώντας τη φοβερή
ἡμέρα τῆς Κρίσεως τοῦ Θεοῦ) δέν ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀποστολή τους, δηλαδή ἡ μύηση
στόν χριστιανισμό.
Τέτοιος κοσμοπολίτικος χριστιανισμός, ψευτοχριστιανισμός, χωρίς ξεκάθαρο
δόγμα, μέ μόνο τό κήρυγμα τῆς ἀγάπης καί χωρίς τό κήρυγμα τοῦ σεβασμοῦ πρός τόν
Θεό, τήν υπακοή μέ δέος στίς ἐντολές Του, μπορεῖ μόνο νά ἐπιταχύνει τόν ἀφανισμό
τῆς πίστης. Τέτοιος χριστιανισμός εἶναι ἔνοχος ἀπέναντι τοῦ Χριστοῦ.
Τότε τό νά θέλει κανείς νά προσεύχεται στόν Θεό δέν ἔχει κανένα νόημα. Ὁ
ρόζ χριστιανισμός παραδέχεται μόνο τήν μιά πλευρά τῆς εὐαγγελικῆς διδασκαλίας
τοῦ Χριστοῦ, τῆς ἀγάπης, παραλείποντας τήν πλευρά τῆς ἐξομολόγησης, τῆς
μετανοίας, τῆς συγγνώμης, τῆς ὑπακοῆς, τήν προσπάθεια καταπάτησης τῶν παθῶν, τῆς
ἀναγνώρισης τῆς ἁμαρτωλότητας τοῦ ἀνθρώπου.
Κυριακή 5 Ιουλίου 2026
Σάββατο 4 Ιουλίου 2026
Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026
Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026
Ὁ κόσμος στὸν δρόμο
του
Πολλοὶ ἀναγνῶστες μοῦ γράφουνε, παρακαλώντας με, καὶ μάλιστα ξορκίζοντάς
με, νὰ γράψω γιὰ νὰ χτυπήσω τὴν ἀνηθικότητα, ποὺ δέρνει τὴν κοινωνία, πρὸ
πάντων τὴ νεολαία, καὶ ποὺ «τὴ σερβίρουν τὰ σινεμά», ὅπως μοῦ γράφουνε.
Φωνάζουνε: «Ὑψώσετε τὴ φωνή σας!». Ἕνας σπουδαστής μοῦ γράφει ἀπὸ τὴν Ἀγγλία:
«Μὴ σταματήσετε αὐτὸν τὸν ὡραῖον ἀγώνα, μὴν πτοηθῆτε ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις. Ὑπάρχουν
βέβαια πολλοὶ ἀντίπαλοι, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ θαυμαστὲς τοῦ ὡραίου σας ἔργου. Σᾶς
χρειαζόμαστε γιὰ νὰ δώσετε φτερὰ στὶς καρδιές μας, ποὺ εἶναι γεμάτες κενὸ καὶ ἀπαισιοδοξία».
Καημένοι ἄνθρωποι, πόση σημασία δίνετε στὸ πρόσωπό μου καὶ σ’ αὐτὰ ποὺ
γράφω! Τί φωνὴ νὰ ὑψώσω, ποὺ εἶναι βραχνιασμένη καὶ ἀδύνατη, καὶ χάνεται μέσα
στὸν κυκεώνα τῆς σημερινῆς ζωῆς; Ὄχι φωνή, ἀλλὰ καὶ τ’ ἀστροπελέκι νὰ κρατᾶ στὰ
χέρια του κανένας σήμερα, καὶ νὰ τὸ σφενδονίζει γιὰ νὰ κάνει τοὺς ἀνθρώπους ν’ ἀλλάξουνε
δρόμο, πάλι τίποτα δὲν θὰ κάνει. Ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Γιάννης ὁ Πρόδρομος, τὸ ἐρημοπούλι
τῆς ἐρήμου, ποὺ τὸν φοβόντανε οἱ ἁμαρτωλοί, γιατὶ τοὺς ἔλεγε «γεννήματα ἐχιδνῶν»,
κι αὐτὸς μάταια φώναζε. Ἡ φωνὴ του χανότανε μέσα στὴν ἔρημο, «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ
ἐρήμῳ». Καὶ πότε; Τὸν καιρὸ ποὺ ὑπήρχανε ἀκόμα κάποια αὐτιὰ νὰ τὸν ἀκούσουνε,
κι ἁπλὲς καρδιὲς γιὰ νὰ τὸν καταλάβουνε. Ὄχι ἐμεῖς ποὺ χρειαζόμαστε δασκάλεμα,
καὶ ποὺ ἔχουμε τόσα στὴν καμπούρα μας! Πῶς νὰ γίνουμε δάσκαλοι γιὰ τοὺς ἄλλους;
Γεμίζουμε χαρτιὰ μὲ μυριάδες λόγια, μὰ τί τὸ ὄφελος; Ὁ κόσμος τραβᾶ τὸν δρόμο
του καὶ δὲν σκοτίζεται ἀπὸ κηρύγματα. Κι ἂν δώσει προσοχὴ καὶ κανένας στὰ
γραψίματά μας, μπορεῖ νὰ θυμώσει ποὺ χαλάσαμε τὴν ἡσυχία του, καὶ νὰ πεῖ πὼς εἴμαστε
ὑποκριτές, ψευτογιασμένοι, κουκουβάγιες ποὺ βγαίνουνε ἀπὸ τὰ χαλάσματα τοῦ
παλιοῦ καιροῦ. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι εἶναι τέτοιοι, ποὺ μήτε τὸ κήρυγμα τοῦ ἁγίου
Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ δὲν θὰ ’κανε τίποτα.
Λοιπόν, ἂς τὸ πάρουμε ἀπόφαση. Τὸ κακὸ δὲν περιορίζεται πιὰ μὲ τίποτα, μὲ
κανένα τρόπο, μὲ καμμιὰ δύναμη. Ὅσοι μιλοῦνε καὶ γράφουνε γιὰ νὰ φέρουνε στὸν ἴσιο
δρόμο τοὺς πολλοὺς ποὺ ξεστρατίσανε, ἂς ξέρουμε πὼς δέρνουνε τὸν ἀγέρα, εἶναι «ἀέρα
δέροντες», ποὺ ἔλεγε καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Καὶ ἅγιος νὰ εἶναι αὐτός, ποὺ
συμβουλεύει, πάλι δὲν θάβρει αὐτιὰ γιὰ ν’ ἀκούσουνε τὴ φωνή του, ὄχι ἄνθρωποι σὰν
ἐμᾶς, ποὺ ἔχουμε οἱ ἴδιοι ἀνάγκη ἀπὸ δασκάλεμα.
Ναί, ὁ κόσμος δὲν ἀλλάζει πορεία. Ἂς μὴν περιμένουμε πιὰ τίποτα καλύτερο,
θὰ πηγαίνουμε ὁλοένα στὰ χειρότερα. Ἀνήφορος πιὰ δὲν ὑπάρχει. Μοναχὰ κατήφορος.
Ὅσοι ἔχουνε μέσα τους τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, αὐτοὶ οἱ λίγοι θ’ ἀπομείνουνε, «τὸ
μικρὸν ποίμνιον» ποὺ εἶπε ὁ Χριστός. Κι ἂν γράφουμε, γι’ αὐτοὺς γράφουμε καὶ γιὰ
τοὺς ἴδιους τους ἑαυτούς μας ποὺ κιντυνεύουμε νὰ ἁρπαχτοῦμε ἀπὸ τὰ δίχτυα ποὺ
’ναι μπλεγμένοι ἐκεῖνοι ποὺ θέλουμε νὰ δασκαλέψουνε. Γιὰ νὰ καθόμαστε ἀνύσταχτοι.
Ὅσοι εἶναι αἰσιόδοξοι γιὰ τὸ μέλλον τῆς ἀνθρωπότητας, βλέπουνε μὲ ἄλλα
μάτια τὸν κόσμο, ἀπ’ ὅ,τι τὸν βλέπομε ἐμεῖς. Ἐμεῖς εἴμαστε οἱ γκρινιάρηδες, οἱ Ἱερεμίες,
οἱ Κασσάντρες, καὶ γι’ αὐτὸ ὁ κόσμος μᾶς ὀχτρεύεται. Κι ἔχει δίκιο. Ὁ καθένας
νοιώθει διαφορετικὰ τὴ ζωή, τὴ χαρά, τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό. Γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ
λέμε πὼς δὲν πᾶνε καλά, ὁ σημερινὸς κόσμος εἶναι ὁ πιὸ θαυμάσιος, ἡ σημερινὴ ζωὴ
εἶναι ἡ πιὸ καλύτερη κι ἡ πιὸ βλογημένη ἀπὸ ὅλες ποὺ πέρασε ὁ ἄνθρωπος. Ἡ
σημερινὴ νεολαία εἶναι μεθυσμένη ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ λέμε ἐμεῖς «ἀνηθικότητα», καὶ
ποὺ αὐτὴ τὸ λέγει «ἐλευθερία». Τί κάθεσαι λοιπὸν ἐσὺ καὶ τσαμπουρνίζεις μὲ τὴν ἠθική
σου; Γι’ αὐτοὺς εἶναι τὸ πιὸ μεγάλο χάρισμα ἡ ἀνηθικότητα, καὶ μποροῦνε νὰ
σκοτώσουνε ἐκεῖνον ποὺ χτυπᾶ τὴν «ἐλευθερία» τους. Αἰῶνες ἀγωνιζότανε ὁ ἄνθρωπος,
χωρὶς νὰ μπορέσει νὰ τὴν ἀποχτήσει. Καὶ τώρα ποὺ τὴν ἔκανε χτῆμα του, νὰ τὴν ἀφήσει
γιὰ τὴν παλαιοντολογικὴ ἠθική μας;
Ποτὲ δὲν μίσησε ἄνθρωπος τὸν ἄνθρωπο τόσο πολύ, ὅσο στὸν καιρό μας. Καὶ τὸν
μίσησε στ’ ὄνομα αὐτῆς τῆς «ἐλευθερίας», ποὺ λέγει πὼς εἶναι τὸ πολύτιμο ἀπόχτημα
τῆς ἐποχῆς μας. Μισημένες εἶναι οἱ ἠθικὲς κουκουβάγιες κι οἱ χριστιανικὲς
μοιρολογῆστρες. Ποτὲ ὁ χριστιανὸς δὲν μισήθηκε ὅσο σήμερα, οὔτε ἐπὶ Νέρωνα.
Ποῦ ν’ ἀκούσουνε οἱ ἄνθρωποι τοῦ καιροῦ μας κουβέντα γιὰ Θεό, γιὰ ψυχή,
γιὰ ἄλλη ζωή! Ἡ ψυχὴ τους ἔχει παραμορφωθεῖ ὁλότελα ἀπὸ τὶς κάθε λογῆς ἀνοησίες
ποὺ βλέπουμε στὸν κινηματογράφο. Ἡ ταινία ποὺ δὲν ἔχει μέσα της πολλὴ ἀνοησία,
δὲν γνωρίζει ἐπιτυχία. Ἀνοησία, καὶ ἀκαλαισθησία, αὐτὰ τὰ δύο βασιλεύουνε
σήμερα. Εἶναι ἀπίστευτο τὸ τί ἀκούγει κανένας γιὰ ἀστεῖα στὶς συναναστροφὲς ποὺ
κάνουνε οἱ νέοι. Κρυόμπλαστα, ἀσυναρτησίες, μωρολογίες. Χάθηκε ἀπ’ αὐτοὺς κι ἡ
πιὸ συνηθισμένη ἐξυπνάδα. Τὰ καημένα τὰ παιδιά, παίρνουνε ἀφορμὴ ἀπὸ ἕνα
τίποτα, γιὰ νὰ χαχανίσουνε. Τὰ δέρνει ἡ ἀμηχανία κι ἡ βαρυεστημάρα κι αὐτὴ εἶναι
ἡ αἰτία ποὺ τὰ κάνει νὰ χοροπηδᾶνε σὰν τρελλά, νὰ τσακίζουνε ὅ,τι βροῦνε
μπροστά τους, νὰ τὰ βάζουνε μὲ ἀνύποπτους ἀνθρώπους. Γι’ αὐτὰ τὰ πλάσματα ἡ ζωὴ
τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνα ἀνιαρὸ πράγμα δίχως σκοπό, δίχως ἀληθινὴ χαρά, δίχως ἁγνὸν
ἐνθουσιασμό.
Ποιὸς φταίγει γι’ αὐτὴ τὴν κατάσταση; Ὅλοι μας. Ὅλοι συνεργήσαμε γιὰ νὰ
καταντήσει ἡ ζωὴ ἔτσι ποὺ κατήντησε. Ὅλοι δουλέψαμε γιὰ νὰ χτισθεῖ τοῦτος ὁ
τερατώδικος πύργος τοῦ Βαβέλ. Ἄλλοι κουβαλήσανε γιὰ πέτρες τὶς πετρωμένες καὶ ἀναίσθητες
καρδιές τους, ἄλλοι κουβαλήσανε λάσπη ἀπὸ τὰ κατάβαθά τους ποὺ φωλιάζουνε τὰ
βρωμερὰ πάθη. Ἐκεῖνος ὁ παλιὸς πύργος τοῦ Βαβὲλ ρήμαξε κι ἐξαφανίσθηκε. Μὰ τοῦτος
θὰ στέκεται ἀσάλευτος, κι οἱ ἄνθρωποι ὁλοένα θὰ τὸν κάνουνε πιὸ ψηλόν, μὲ σκοπὸ
νὰ χτυπήσουνε τὸν Θεό.
Ἐσεῖς ποὺ θλιβόσαστε καὶ πονᾶτε γι’ αὐτὴ τὴν κατάσταση, καλὰ κάνετε νὰ
λυπόσαστε, μὰ μὴν ὀνειρευόσαστε πὼς θάρθουνε καλύτερες μέρες γιὰ τὸν κόσμο. Ὁ
κόσμος τρέχει σὰν τρελλός. Κατὰ μὲν τὴ δική του γνώμη ἀνηφορίζει στὸν θρίαμβο,
κατὰ δὲ τὴ δική σας γνώμη κατηφορίζει στὰ τάρταρα καὶ στὸν χαμό. Ποιὸς ἀπὸ τοὺς
δύο ἔχει δίκιο, μοναχὰ ὁ Θεὸς τὸ γνωρίζει. Αὐτὸ τὸ τρέξιμο δὲν θὰ πάψει ὡς τὴν
τελευταία μέρα, ποὺ θὰ λάμψει ἡ ἀλήθεια καὶ θὰ δικαιωθοῦνε ὅσοι τὴν πιστέψανε
σωστά, καὶ μαρτυρήσανε γι’ αὐτὴ καὶ ἐμπαιχτήκανε γι’ αὐτή.
Ἴσως νάρχεται κιόλας ὁ Ἀντίχριστος. Τὰ σημεῖα καὶ τὰ τέρατα ποὺ
προφητεύτηκε πὼς θὰ κάνει ἀρχίσανε νὰ φανερώνουνται. Ἡ ἐπιστήμη βασιλεύει κι ἡ ἀθεΐα
βασιλεύει μαζί της.
Μία βροντερὴ φωνὴ ἀκούγεται ἀπὸ πάνω, μὰ τὴν ἀκοῦνε μόνο ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουνε
αὐτιὰ γιὰ νὰ τὴν ἀκούσουνε. Καὶ λέγει: «Νά, ἔρχομαι σὰν τὸν κλέφτη. Καλότυχος ἐκεῖνος
ποὺ ξαγρυπνᾶ καὶ βαστᾶ καθαρὰ τὰ φορέματά του. Ὁ καιρὸς εἶναι κοντά. Ὁ ἄδικος ἂς
ἀδικήσει ἀκόμα, κι ὁ βρωμερὸς ἂς βρωμισθεῖ ἀκόμα, κι ὁ δίκαιος ἂς κάνει
δικαιοσύνη ἀκόμα, κι ὁ ἅγιος ἂς ἁγιάσει ἀκόμα. Νά, ἔρχομαι γρήγορα!».
Φώτης Κόντογλου









