Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ροϊδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ροϊδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 19 Ιουλίου 2025


Μονόλογος εὐαισθήτου ἀνδρός (2)
Τρανὴ ἀπόδειξις τῆς ὑπερβολικῆς μου εὐαισθησίας εἶναι καὶ ὁ τρόπος ὁποῦ ὑπανδρεύθην. Ὅταν ἐπλησίασαν νὰ μὲ πλακώσουν τὰ γεράματα, νὰ μὲ κουράζουν οἱ διασκεδάσεις καὶ νὰ μ᾿ ἐνοχλοῦν οἱ ῥευματισμοί, αἰσθάνθηκα τὴν ἀνάγκην νὰ ἔχω ἕνα σπιτικὸν καὶ μίαν γυναῖκα δική μου νὰ μὲ περιποιῆται. Καθὼς πᾷς ἄλλος, ἀγαπῶ κι ἐγὼ τὶς εὔμορφες καὶ πλούσιος καθὼς εἶμαι, εὔκολον ἦτο νὰ εὕρω ἕνα νόστιμο κορίτσι, ἂν δὲν ἐζητοῦσα προῖκα. Ἄλλος εἰς τὴν θέσιν μου θὰ τὸ ἔκαμνεν, ἀλλ᾿ ἐγὼ συλλογίσθηκα πόσον θὰ ἐβασάνιζε τὴν εὐαισθησίαν μου ἂν ὑπανδρευόμην εὔμορφην πτωχοκόρην, ἡ ἰδέα ὅτι μ᾿ ἐπῆρεν ὄχι διὰ τὰ εὐγενῆ μου, ἀλλὰ διὰ τὰ ἑπτά μου σπίτια. Παρὰ ταύτην τὴν ἀνυπόφορην ἐπροτίμησα νὰ θυσιασθῶ καὶ νὰ πάρω πλουσίαν ἀσχημομούραν. Ἡ εὐγένεια τῆς ψυχῆς μου εἶναι τόση, ὥστε ἡ μεγάλη της μύτη καὶ τὰ ψεύτικά της δόντια δὲ μὲ ἐμπόδισαν, ὄχι μόνον νὰ φέρωμαι καλὰ μαζί της, ἀλλὰ καὶ νὰ τὴν ἀγαπῶ, περισσότερον ἴσως ἀπ᾿ ὅτι πρέπει. Ὡς ἀπόδειξιν τῆς ἀγάπης μου ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω πώς, ὅταν ἔτυχε πέρυσι ν ἀῤῥωστήση δὲν κατόρθωσα ποτὲ νὰ τὴν βλέπω νὰ ὑποφέρῃ. Ὁ βῆχας καὶ τὸ γλού-γλοὺ τῆς γαργάρας της μοῦ ἔσχιζε τὴν καρδιὰ καὶ τὴν ἀκοήν, καὶ ἡ μυρωδιὰ τῆς ἀῤῥωστοκάμεράς μου ἔφερνε ζάλη. Ἡ ἀνικανότης μου νὰ τὴν βλέπω νὰ ὑποφέρῃ μὲ ἀνάγκαζε νὰ μένω ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι ἀπὸ τὸ πρωὶ ἕως τὸ βράδυ καὶ καμιὰ φορὰ ἀπὸ τὸ βράδυ ἕως τὸ πρωί. Αὐτὴ ἡ ἀῤῥώστια τῆς γυναίκας μου μ᾿ ἔκαμε νὰ ἐξοδέψω πάρα πολλὰ χρήματα εἰς ἁμάξια, θέατρα, γεύματα εἰς τὴν Μεγάλην Βρετανίαν καὶ ἐκδρομᾶς μὲ φίλους μου εἰς τὴν Κηφισσιάν καὶ τὴν Πεντέλην. Τὸ μεγαλύτερο ὅμως ἔξοδο ἦτο ὅτι τὰς ἡμέρας ποὺ ἡ γυναῖκα μου δὲν ἐφαίνετο διόλου καλά, ἡ ἀνησυχία καὶ ἡ λύπη μου ἦτον τόσο μεγάλη, ὥστε ἀναγκάσθηκα νὰ πάρω διὰ παρηγορήτραν μίαν Γαλλίδα τοῦ Φαλήρου. Περιττὸν εἶναι νὰ προσθέσω ὅτι ἡ εὐγένεια τῆς ψυχῆς καὶ τῶν τρόπων μου μ᾿ ἐμπόδισαν νὰ εἴπω τίποτε δι᾿ αὐτὰ τὰ ἔξοδα εἰς τὴν γυναῖκα μου, ὅταν ἔγινε καλά.
Ἐναντίον της δὲν ἔχω κανένα σπουδαῖο παράπονο. Προσπαθεῖ εἰς ὅλα νὰ μ᾿ εὐχαριστήσῃ καὶ ποτὲ δὲν ἐρωτᾷ οὔτε ποὺ ἤμουν οὔτε τί κάμνω. Εἶναι φρόνιμη, ἥσυχη νοικοκυρὰ καὶ μὲ κάμνει νὰ καλοπερνῶ χωρὶς νὰ ἐξοδεύῃ πολλά. Τὸ σπίτι λάμπει, ποτὲ δὲν ἔλειψε κουμπὶ ἀπὸ τὰ πουκάμισά μου καὶ εἶμαι πάντοτε βέβαιος νὰ εὕρω εἰς τὸ τραπέζι τὸ φαγὶ ποὺ μ᾿ ἀρέσει. Ἐκατάφερε μάλιστα νὰ μαγειρεύει καὶ τὸν ἀστακὸν μὲ μία ἀμερικάνικη σάλτσα ποὺ ἠμπορεῖ τώρα νὰ τὸν τρώγω χωρὶς νὰ μοῦ πειράζει τὸ στομάχι. Αὐτὰ εἶναι βέβαια μεγάλα προτερήματα. Ἕνα μόνον τῆς λείπει, ἡ εὐαισθησία. Αὐτὸ τὸ ἐκατάλαβα ὅταν ἦλθεν ἡ σειρά μου ναῤῥωστήσω!
Ἐνῷ ἐγὼ εἰς τὴν ἰδικήν της ἀῤῥώστιαν δὲν ἠμποροῦσα νὰ τὴν βλέπω νὰ ὑποφέρῃ καὶ ἀναγκαζόμουν νὰ φεύγω καὶ νὰ ζητῶ παρηγορίαν εἰς τὸ ξεφάντωμα, αὐτὴ οὔτε στιγμὴν δὲν ἔλειψεν ἀπὸ κοντά μου. Ἀγρύπνησε δέκα νύχτες εἰς τὸ προσκέφαλό μου. Ἤθελεν ἡ ἴδια νὰ μοῦ δίνη τὰ γιατρικά, νὰ μ᾿ ἀλλάζῃ καὶ νὰ μὲ μεταγυρίζη, χωρὶς νὰ μὲ συνερίζεται διὰ τὸν κακόν μου τρόπο, χωρὶς νὰ σιχαίνεται τὰ καταπλάσματα οὔτε νὰ ἐνοχλῆται ἀπὸ τὴ ἀῤῥωστομυρωδιὰν τοῦ δωματίου. Αὐτὸ μ᾿ ἔκαμεν νὰ ὑποπτευθῶ, ὅτι ἡ γυναῖκα μου δὲν ἔχει οὔτε καλὴν ὄσφρησιν οὔτε μεγάλην εὐαισθησίαν. Πῶς τῷ ὄντι θὰ ἠμποροῦσε, ἂν ἦτο εὐαίσθητη, νὰ μὲ βλέπῃ νὰ ὑποφέρω, νὰ βασανίζωμαι, νὰ μὲ καίουν οἱ συνασπισμοὶ καὶ νὰ μὲ δαγκάνουν αἱ βδέλλαι; Κατάντησα νὰ πιστεύω πὼς ἔχουν κάποιον δίκαιον ὅσοι θεωροῦν τὴν ὑπερβολικὴν τρυφερότητα τῶν γυναικῶν ὡς πρόληψιν καὶ παραμύθι. Ἄδικον ὅμως θὰ ἦτο καὶ ν᾿ ἀπαιτήσω ἀπὸ τοὺς ἄλλους τὴν ἰδική μου ἔκτακτον καὶ μοναδικὴ εὐαισθησία.
Ἐμμανουὴλ Ῥοΐδης

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2025

Μονόλογος εὐαισθήτου ἀνδρός (1)
Μεγάλη δυστυχία εἶναι νὰ ἔχει κανεὶς πολὺ καλὴν καρδίαν. Τὸ ἠξεύρω ἐκ πείρας, διότι μ᾿ ἔκαμεν ὁ Θεὸς πάρα πολὺ εὐαίσθητον. Δὲν ἠμπορῶ νὰ δῶ ἄνθρωπον νὰ πάσχῃ καὶ νὰ κλαίει, χωρὶς νὰ γίνουν τὰ νεῦρα μου ἄνω κάτω, οὔτε νὰ ἐννοήσω πὼς κατορθώνουν ἄλλοι νὰ παρευρίσκωνται εἰς λυπηρὰ θεάματα. Ἂν τύχη ν᾿ ἀποθάνη γνώριμός των, τρέχουν εἰς τὴν κηδείαν, ἀκόμη καὶ ἂν χιονίζῃ. Ἀλλ᾿ ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἰδῶ ἀποθαμένον ἄνθρωπον ὅπου ἐγνώρισα ζωντανόν, χωρὶς νὰ μὲ ταράξη ἡ σκέψις ὅτι κι ἐγὼ θ᾿ ἀποθάνω. Ἔπειτα ἂν οἱ συγγενεῖς του ἐφαίνοντο φρόνιμοι καὶ παρηγορημένοι, τοῦτο θὰ μ᾿ ἐπείραζε, διότι δὲν ἀγαπῶ τοὺς ἐγωιστάς. Ἂν πάλιν ἔκλαιαν καὶ ἐθρήνουν, τὸ θέαμα θὰ μοῦ ἔκοπτε τὴν ὄρεξιν ἢ θὰ χαλοῦσε τὴν χώνεψίν μου. Τὸ στομάχι μου εἶναι κι ἐκεῖνο εὐαίσθητο καὶ δυὸ πράγματα δὲν ἠμπορεῖ νὰ χωνέψη, τὸν ἀστακὸν καὶ τὰς συγκινήσεις. Τᾶς συγκινήσεις εὔκολον εἶναι νὰ τὰς ἀποφύγω, νὰ μὴν τρώγω ὅμως ἀστακὸν θὰ ἦτο θυσία τόσόν μεγάλη, ὥστε μου συμβαίνει πολλὲς φορὲς νὰ ξεχάσω πὼς εἶμαι βαρυστόμαχος καὶ νὰ θυμηθῶ ὅτι πρέπει κανεὶς νὰ συγχωρᾷ εἰς ὅσους ἀγαπᾷ τὰ ἐλαττώματά των.
Ἄλλο πρᾶγμα ὅπου δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω εἶναι νὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι τόσον σκληρόκαρδοι, ὥστε νὰ δέχωνται νὰ παρασταθοῦν φίλοι τῶν εἰς μονομαχίαν. Ἀλλ᾿ ἐγὼ εἶμαι εὐαίσθητος, καὶ μόνη ἡ ἰδέα ὅτι ἠμπορεῖ ὁ φίλος μου ἢ ὁ ἀντίπαλός του νὰ πάθη, μὲ κάμει νὰ ἀνατριχιάζω. Πρὸ πάντων ὅταν συλλογίζομαι, ὅτι τὴν ἡμέραν τῆς μονομαχίας πρέπει νὰ σηκωθῶ εἰς τὰς ἑπτά, ἂς εἶναι καιρὸς ἄσχημος, νὰ χασομερέψω εἰς τρεχάματα, συνεντεύξεις καὶ συντάξεις πρωτοκόλλων, καὶ ἴσως νὰ πληρώσω καὶ ἁμαξιάτικα μὲ κίνδυνο νὰ τὰ χάσω, ἂν τύχῃ, Θεὸς φυλάξοι, ὁ φίλος μου νὰ σκοτωθῇ.
Μεγάλη πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀναισθησία καὶ ἐκείνων ὅπου δανείζουν εἰς τοὺς φίλους των χρήματα, χωρὶς νὰ συλλογισθοῦν ὅτι ἐνδέχεται νὰ μὴ δυνηθῆ νὰ τὰ ἀποδώση εἰς τὴν προθεσμίαν, νὰ τοὺς ἐντρέπεται καὶ νὰ τοὺς ἀποφεύγῃ. Τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ φανῇ μικρὸν κακὸν εἰς ὅσους δὲν ἔχουν καρδιάν, ἀλλ᾿ ἡ ἰδική μου θὰ ἐῤῥαγίζετο, ἂν παλαιός μου φίλος, μ᾿ ἀπαντοῦσεν εἰς τὸν δρόμον καὶ ἐκαμώνετο πὼς δὲν μὲ εἶδεν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ μ᾿ ἔκανε νὰ πάρω τὴν ἀπόφασιν νὰ μὴ δανείσω ποτὲ εἰς φίλον μου ἑκατὸ δραχμᾶς, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται νὰ σωθῆ μὲ αὐτὰς ἡ τιμὴ καὶ ἡ ζωή του. Παρὰ νὰ τῶν ἰδῶ ἀχάριστον, καλύτερα νὰ τὸν κλάψω ἀποθαμένον, ἀφοῦ μάλιστα θὰ μ᾿ ἐμπόδιζεν ἡ εὐαισθησία μου νὰ ὑπάγω εἰς τὴν κηδείαν του (...)
Ἄλλη σκληρότης καὶ κουταμάρα εἶναι ἐκείνων ὅπου δίδουν ἐλεημοσύνη εἰς τοὺς πτωχούς, χωρὶς νὰ συλλογισθοῦν ὅτι ἂν μὲν εἶναι ὁ ἐλεούμενος ἱκανὸς νὰ ἐργασθῆ, ἐνθαῤῥύνουν τὴν ὀκνηρίαν του, ἂν δὲ τύχη χωλός, στραβός, κουλοχέρης ἢ λωβιασμένος, τὸ ψωμὶ ποὺ τοῦ δίδουν προμακραίνει ζωὴν ἀθλίαν καὶ βσανισμένην. Τοῦτο δὲν τὸ λέγω ἐγώ, τὸ λέγουν οἱ μεγάλοι φιλόσοφοι, ὁ Σπένσερ καὶ ὁ Δαρβίνος, ποὺ ἀπέδειξαν πόσον ἀπάνθρωπα εἶναι τὰ λεγόμενα φιλανθρωπικὰ καταστήματα, τὰ ἄσυλα τῶν ἀνιάτων, τὰ γηροκομέια καὶ τὰ λεπροκομεῖα. Ἐσημάδεψα εἰς τὰ βιβλία τῶν τὰ μέρη ὅπου τὸ λέγουν, καὶ τὰ δείχνω εἰς ὅσους ἔχουν τὴν ἀδιακρισίαν νὰ μοῦ ζητοῦν χρήματα, διὰ νὰ ἐμποδίσουν ν ἀποθάνουν μὲ τὴν ἡσυχίαν τῶν δυστυχισμένα πλάσματα, ποὺ θὰ ἦτο δι᾿ αὐτὰ ὁ θάνατος εὐεργεσία.
Πρὸ μερικῶν μηνῶν μοῦ ἔστειλεν ὁ ἁγιοχώματος μητροπολίτης Γερμανὸς μίαν ἐπιτροπὴν νὰ μοῦ ζητήσῃ νὰ συνεισφέρω, ὡς μεγάλος κτηματίας, διὰ νὰ συστηθῇ εἰς κάθε τμῆμα τῶν Ἀθηνῶν ἕνα «λαϊκὸν μαγειρεῖον», ὅπου θὰ εὑρίσκαν οἱ πτωχοὶ ἄνθρωποι μὲ μόνον δεκαπέντε λεπτὰ ἕνα φλυτζάνι ζουμὶ κι ἕνα κομμάτι κρέας. Ἂν ἤμουν ἄκαρδος καθὼς καὶ οἱ ἄλλοι, θὰ ἔδιδα κι ἐγὼ τὰς εἴκοσι δραχμάς μου χωρὶς δυσκολίαν. Ἡ εὐαισθησία μου ὅμως δὲν μοῦ συγχωρεῖ οὔτε κἂν νὰ συλλογισθῶ ὅτι τρέφονται εἰς τὸ πλάγι μου δυστυχεῖς ἄνθρωποι μὲ νερόζουμο καὶ κοιλιές, ἐνῷ τρώγω ἐγὼ μπαρμπούνια καὶ φιλέτο.
Ἐμμανουὴλ Ῥοΐδης

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014


Αἱ ἐξοχαὶ τῶν Ἀθηνῶν
Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων ἀρέσκει εἰς τοὺς ἐπισκεπτομένους τὸ ἄστυ ἡμῶν ξένους εἶναι ὅτι δὲν ἔχει προάστια. Πρὶν εἰσέλθη τις εἰς πᾶσαν ἄλλην πρωτεύουσαν ἢ ἐξέλθη αὐτῆς ἀναγκάζεται νὰ διαβῇ τόπους οἵτινες οὔτε πόλις εἶναι οὔτε ἐξοχή, ἀλλ᾿ εἶδος προθαλάμου χρησιμεύοντος εἰς τοποθέτησιν πάντων ὅσα θὰ ἀσχήμιζον τὴν πόλιν ἢ θὰ ἦσαν ὀχληρὰ εἰς τῶν πολιτῶν τὴν ὅρασιν, τὴν ὄσφρησιν ἢ τὴν ἀκοήν. Ἐκεῖ εὑρίσκονται αἱ ἀποθῆκαι, τὰ σιδηρουργεῖα, τὰ ἀτμοκίνητα ἐργοστάσια, τὰ σφαγεῖα, τὰ ζωοστάσια καὶ ὅσ᾿ ἄλλα ἀναγκάζονται παρ᾿ ἡμῖν οἱ δυστυχεῖς κάτοικοι τῆς ὁδοῦ Ἡφαίστου, τῆς Πλάκας, τῆς Βάθειας καὶ τοῦ Ψυρρῆ ν᾿ ἀνέχωνται περὶ αὐτούς. Χάρις εἰς τὴν ἀνοχὴν ταύτην τῶν πτωχῶν, ἔχουσιν ἐν Ἀθήναις αἱ ἀριστοκρατικαὶ συνοικίαι τὸ μοναδικὸν πλεονέκτημα τῆς ἀμέσου συγκοινωνίας πρὸς τοὺς ἀγρούς. Τὰ τελευταῖα μέγαρα τῶν λεωφόρων Ἀμαλίας, Πατησίων καὶ Κηφισσίας εἶναι σχεδὸν ἐξοχικά, οὐδ᾿ ἀπαιτοῦνται περισσότερα τῶν δέκα λεπτῶν διὰ νὰ ἐκπηδήσῃ τις ἀπὸ τῆς πλατείας τοῦ Συντάγματος εἰς τοὺς θάμνους τοῦ Λυκαβηττοῦ ἢ τοὺς περὶ τὴν Ἀκρόπολιν ἀγρούς. Ἀληθὲς εἶναι ὅτι οὐδ᾿ ἐκεῖ εὑρίσκει δένδρα καὶ νερά, ἀλλὰ τουλάχιστον αἶγας, φασκόμηλα, θυμάρια, χαμόμηλα καὶ ἀνεμώνας.
Ταῦτα δύναται νὰ θεωρήση ἀνεπαρκῆ μόνον ὁ μὴ λησμονήσας τὰ σχολικά του ἀναγνώσματα, τὰ παριλίσσια ἄλση, τὰ παρέχοντα σκιὰν καὶ δρόσον εἰς τοῦ Πλάτωνος καὶ τοῦ Ἀριστοτέλους τοὺς μαθητάς, τὰς περιγραφὰς τοῦ Φαίδρου, «τὰς ἀΰπνους κρήνας», τὰς «χλωρὰς βάσσας», τὸν «καλλίβοτρυν νάρκισσον», καὶ ὅσα ἄλλα εὔμορφα καὶ δροσερὰ πράγματα ὕμνησε δι᾿ ἀθανάτων στροφῶν ὁ Σοφοκλῆς.
Πάντα ταῦτα οὐδαμοῦ πλέον δύναται σήμερον ν᾿ ἀνευρεθῶσι παρὰ εἰς μόνα τὰ συγγράμματα τῶν ἀρχαίων. Μάτην ἐζήτησα παρὰ τῶν ἡμετέρων ἀρχαιολόγων νὰ μοὶ ὑποδείξωσι ποῦ ἔρρεε τὸ προσφιλὲς εἰς τὰς Ἀθηναίας παρθένους «πολὺ καὶ καλὸν ὕδωρ τοῦ Ἠριδανοῦ»· ἡ Ἐννεάκρουνος Καλλιρρόη σπανίως παρέχει ὕδωρ ἐπαρκὲς διὰ νὰ πλύνωσι τ᾿ ἀσπρόρρουχά των εἰς τὰς οἰκοκυρὰς τοῦ Βατραχονησίου, οὐδὲ θὰ ἠδύνατο σήμερον ὁ Σωκράτης νὰ δροσίσῃ τοὺς πόδας του εἰς τὸ ῥεῖθρον τοῦ Ἰλισσοῦ, ἀλλὰ τὸν μὲν χειμῶνα θὰ ἐβύθιζεν αὐτοὺς εἰς κίτρινον πηλόν, τὸ δὲ θέρος θὰ ἔκαιον τὰς πτέρνας του χάλικες πυρακτωμένοι.
Ἡ τοιαύτη γειτνίασις εἰς τὴν πόλιν εἴδους τινὸς ἐξοχῆς καὶ ἡ μικρὰ μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῶν ἀπωτέρων διαφορὰ δύναται νὰ ἐξηγήση πῶς συμβαίνει νὰ εἶναι ὀλιγώτερον παντὸς ἄλλου λαοῦ φιλάγραυλοι οἱ Ἀθηναῖοι. Τὴν ἀπαραίτητον εἰς τοὺς Φράγκους καὶ τοὺς Γερμανοὺς δίμηνον ἀναπνοὴν ἐξοχικοῦ ἀέρος καὶ ἀνάπαυσιν τῆς ὁράσεως εἰς πρασινάδα ἀναπληρώνει παρ᾿ ἡμῖν τὸ ταξείδιον εἰς τὴν Εὐρώπην τῶν πλουσίων καὶ τὸ λούσιμον εἰς τὸ Φάληρον τῶν πολλῶν. Εἰς δὲ τὰς περὶ τὴν πόλιν ἐξοχὰς μεταβαίνουσιν ἐνίοτε μόνοι ὅσοι ἔτυχε νὰ κληρονομήσωσι περιβόλιον ἢ νὰ κτίσωσιν οἰκίαν, βοσκώμενοι ὑπὸ τῆς ἐλπίδος προσεχοῦς συνοικισμοῦ. Αἱ ἐλπίδες ὅμως αὐτῶν ἀπέβησαν κεναί. Ἂν τῳόντι ἐξαιρέσωμεν τὸ Νέον Φάληρον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐξοχή, καὶ τὴν Κηφισσιάν, ἥτις μένει στάσιμος, παρήκμασαν πᾶσαι αἱ λοιπαί. Ἐνῷ εἰς διάστημα τεσσαρακονταετίας ἐπενταπλασιάθησαν οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν, ἠλαττώθη κατὰ πολὺ ὁ ἀριθμὸς τῶν κατὰ τὸ θέρος εἰς τὰς ἀγροικίας κατοικούντων. Τὸ δὲ δυστύχημα εἶναι ὅτι συνηλαττώθη σχεδὸν πανταχοῦ τοῦ ὕδατος καὶ τῶν δένδρων τὸ ποσόν.

Ἐμμανουὴλ Ῥοΐδης