Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Νικόλαος Χατζηνικολάου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Νικόλαος Χατζηνικολάου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026


Τὸ αὐθεντικὸ βίωμα
Ἡ αὐθεντικότητα τοῦ βιώματος δὲν ταυτίζεται μὲ πομπώδη ἔκφραση, πληθωρικὸ ἐντυπωσιασμό, αἰφνιδιασμὸ καὶ ἔκπληξη ἢ κοσμικὸ θαυμασμό. Τὸ χριστιανικὸ βίωμα εἶναι μυστικό, εἶναι βαθὺ καὶ ἐσωτερικό. Τὸ βίωμα τῆς Χαναναίας, ἡ ὁποία δέχθηκε ὁ Κύριος νὰ τὴ συγκρίνει μὲ τὰ σκυλάκια, τοῦ Ζακχαίου ποὺ ὁμολόγησε δημόσια τὶς ἀδικίες του, τῆς αἱμορροούσης ποὺ κρυφὰ ἀπέσπασε δύναμη ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀποτελοῦν ὑποδείγματα αὐθεντικότητας.
Κανεὶς δὲν πρόσεξε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Οὔτε οἱ μαθητές. Ὁ Κύριος ὅμως ἀκούει τὶς κραυγὲς τῆς Χαναναίας, βλέπει καὶ καλεῖ ὁ ἴδιος τὸν Ζακχαῖο, αἰσθάνεται τὸ ἄγγιγμα τῆς αἱμορροούσης. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ξεχώρισε τὴ Χαναναία παρακάμπτοντας τοὺς ἀποστόλους, τὸν Ζακχαῖο διακρίνοντάς τον μέσα ἀπὸ τὸ πλῆθος, τὴν αἱμορροοῦσα αἰσθανόμενος τὴν ἰδιαιτερότητα τοῦ ἀγγίγματός της. Τὸ αὐθεντικὸ βίωμα πείθει καὶ ἐπιβάλλεται καὶ στὶς δυσκολότερες καὶ πιὸ ἀντίξοες συνθῆκες. Ἐπισύρει ἐπάνω του τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ, ξεχωρίζει τὸν ἄνθρωπο κι ὅταν αὐτὸς σκεπάζεται ἀπὸ τὸ πλῆθος, τὴν ἀδιαφορία τοῦ κόσμου, τὴ δική του ἀσημαντότητα.
Ὁ γνήσιος χριστιανὸς εἶναι ἀσφαλής, δὲν φοβᾶται τίποτε, ἐμπιστεύεται εὔκολα, συμπαθεῖ, κατανοεῖ, ἀναδίδει σιγουριὰ καὶ αἴσθηση καθαρότητας.

Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος

Κυριακή 13 Ιουλίου 2025


Ἡ «ἄλλη λογική»

Ἁπλὰ πρέπει νὰ βροῦμε τὶς διόδους μας, τὰ περάσματά μας· νὰ ἀνακαλύψουμε τὴν «ἄλλη λογική». Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι δύσκολο. Ἡ ἴδια ἡ ἀνόργανη φύση τὰ πιὸ λεπτὰ μυστικά της τὰ περιφρουρεῖ μὲ μεταφυσικὴ λογική. Ἀμύνεται ἀπέναντι στὴ σκληρότητα τῆς νομοτέλειας καὶ τῶν αἰσθήσεων μὲ μηχανισμοὺς ποὺ ἀποκαλύπτουν νόμους καὶ ἀρχὲς ἀνατρεπτικὲς τῆς φυσικῆς λογικῆς.
Ἔτσι στὸν μικρόκοσμο ἡ αἰτιοκρατία γίνεται ἀπροσδιοριστία καὶ ἀβεβαιότητα (ἀρχὴ τοῦ Heisenberg), ἐνῷ στὸν μακρόκοσμο ἡ ἀπολυτότητα τῆς παντοδυναμίας τῶν μεγάλων μεγεθῶν ἐμφανίζεται ὡς σχετικότητα (θεωρία τῆςσχετικότητος). Κατὰ ἀντίστροφη ἀναλογία, ἡ λογικὴ τοῦ Θεοῦ τὴν φαινομενικὴ ἀπροσδιοριστία Του τὴν μεταλλάσσει σὲ βεβαιότητα καὶ τὴν σχετικότητα τῆς εἰκόνος Του τὴν μεταμορφώνει σὲ ἀπολυτότητα τοῦ προσώπου Του.
Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἀφηρημένη ἰδέα ποὺ πρέπει νὰ πιστέψεις, οὔτε ἡ προσωποποίηση τοῦ καλοῦ ποὺ πρέπει νὰ θαυμάσεις οὔτε μιὰ ἀπόμακρη ὀντότητα ποὺ πρέπει νὰ ἀνακαλύψεις. Ὁ Θεὸς εἶναι πρόσωπο ποὺ πρέπει ὁ κάθε ἕνας μας νὰ συναντήσει.
Εἶναι «ἕτερος» ὡς πρὸς τὴν εἰκόνα, ποὺ ὅμως ἐμφανίζεται στοὺς «ἑτεροποιημένους» ὡς πρὸς τὴν λογικὴ καὶ τὴν φύση. Ἡ λογικὴ τοῦ εὐαγγελίου διαποτίζεται ἀπὸ τὴν λογικὴ τοῦ σταυροῦ. «Ὁ λόγος ὁ τοῦ σταυροῦ Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλόν ἐστι, Ἕλλησι δὲ μωρία, αὐτοῖς δὲ τοῖς κλητοῖς, Ἰουδαίοις τε καὶ Ἕλλησι, Θεοῦ δύναμις καὶ Θεοῦ σοφία».
Στὴν Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ παράδοση ὁ ἐσταυρωμένος εἶναι «ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης». Ἡ λογικὴ τοῦ ἑκατοντάρχου καὶ τοῦ ληστοῦ ἀποτελοῦν τὸ θεμέλιο τῆς λογικῆς τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ δὲν πίστεψαν σὲ διδάσκαλο οὔτε σὲ θαυματουργὸ οὔτε καὶ σὲ ἀναστημένο ἄνθρωπο· αὐτοὶ πίστεψαν σὲ σταυρωμένο Θεό. Αὐτοὶ δὲν ἦταν οἱ «μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες» ποὺ ἐμακάρισε τὸ στόμα τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ. Αὐτοὶ ἦταν οἱ ἰδόντες τὰ ἀντίθετα καὶ μὴ πιστεύσαντες σὲ αὐτά. Εἶναι οἱ πιστεύσαντες στὰ «ἄλλα» ποὺ εἶδαν καὶ αἰωνίως μακαρίζονται.
Ἀλλὰ καὶ ποιά ἡ συμβατότητα τοῦ «ὃς ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ, οὗτος σώσει αὐτήν» ἢ τοῦ «εἴ τις θέλει πρῶτος εἶναι, ἔσται πάντων ἔσχατος καὶ πάντων διάκονος» μὲ τὴν κοινὴ ἀνθρώπινη λογική;
Ποιός ποὺ θέλει νἄναι πρῶτος συμβιβάζεται μὲ τὴν τελευταία θέση; Ποιός ποὺ θέλει νὰ κερδίσει τὴν ζωή του, ἐκ τῶν προτέρων καὶ συνειδητὰ συναινεῖ μὲ τὴν ἀπώλειά της;
Ποιός ἱδρυτὴς μιᾶς νέας θρησκείας, ὅσο ἀληθινὴ καὶ ὄμορφη κι ἂν αὐτὴ ἦταν, θὰ ξεκινοῦσε τὸ προσκλητήριό του προτρέποντας τοὺς ἐκπροσώπους του νὰ στηρίζονται περισσότερο στὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ καὶ λιγότερο στὶς ἱκανότητες ἢ τὴν προετοιμασία τους; «Ὅταν δὲ προσφέρωσιν ὑμᾶς ἐπὶ τὰς συναγωγὰς καὶ τὰς ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας, μὴ μεριμνᾶτε πῶς ἢ τί ἀπολογήσησθε ἢ τί εἴπητε»· τὸ γὰρ ἅγιον Πνεῦμα διδάξει ὑμᾶς ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἃ δεῖ εἰπεῖν».
Ἀλλὰ καὶ ὁ μακαρισμὸς τῶν πτωχῶν καὶ τῶν κλαιόντων, «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ... μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν...» ἢ τὸ «ὅστις σὲ ραπίσει ἐπὶ τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην», ἂν δὲν ἀποτελοῦν ἀνοησία, τί ἄλλο μπορεῖ νὰ εἶναι παρὰ βασικοὶ ἄξονες μιᾶς λογικῆς ποὺ μεταφέρει ἀπὸ τὴν φιλία μὲ τὰ πάθη καὶ τὴν ὑποταγὴ στὸν θάνατο στὴν συνάντηση τοῦ Θεοῦ;
Πῶς ἡ Ἐκκλησία ποὺ συνεχῶς διδάσκει τὴν κοινωνία τῶν πιστῶν ταυτόχρονα προβάλλει τὴν ἐρημία τῶν μοναχῶν; Πῶς ὅταν ἡ διδασκαλία της εἶναι ὅτι τὸ σῶμα ἀποτελεῖ «ναὸ τοῦ ἐν ἡμῖν ἁγίου Πνεύματος» κατανοεῖ τὴν λογικὴ τῶν βιαστῶν τῆς φύσεως καὶ τῆς σάρκας, δέχεται τὴν ζωὴ τῶν ἀσκητῶν; Πῶς τὸ κήρυγμα τοῦ μέτρου καὶ τῆς μεσότητός της συνδυάζεται μὲ τὸν θαυμασμὸ τῶν ἀκροτήτων της;
Ἡ ὑπέρλογος λογικὴ δὲν ἔχει σχέση μὲ διεκδικήσεις, μὲ συγκρίσεις, μὲ ὑπεροχικὲς ἀντιλήψεις. Ἐξισώνει τοὺς ἐχθροὺς μὲ τοὺς φίλους, τὸν θάνατο μὲ τὴν ζωή, τὸν χρόνο μὲ τὴν αἰωνιότητα. Μεταμορφώνει τὸ ἐδῶ καὶ τώρα σὲ ἀπὸ ἐδῶ καὶ παντοῦ καὶ γιὰ πάντα, τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία σὲ δύναμη, τὸν φυσικὸ φόβο σὲ πνευματικὴ παρρησία, τὸ ἄγχος σὲ πίστη καὶ ἐλπίδα, τὶς «βαρεῖες» ἐντολὲς τοῦ εὐαγγελίου σὲ «χρηστὸ ζυγό», τὴν σκλαβιὰ τῆς σάρκας σὲ κατὰ Θεὸν ἐλευθερία.
Δίνει στὰ ἀνθρώπινα θεϊκὸ ἄρωμα. Κάνει τὸν ἄνθρωπο θεό· «ὑμεῖς θεοὶ ἐστὲ καὶ υἱοὶ Ὑψίστου πάντες».

π. Νικόλαος Χατζηνικολάου
Μητροπολίτης Μεσογαίας 

Τετράδιο 134 * Ἀπρίλιος 2011

Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2018

Γιὰ τὴ Μακεδονία
Πρὸς
Τοὺς εὐσεβεῖς Χριστιανοὺς
τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
Πολ­λοὶ ρω­τοῦν γιὰ τὸ ἂν ὑ­πάρ­χει πρό­βλημα μὲ τὴ συμ­με­τοχή τους στὸ συλ­λα­λη­τή­ριο τῆς Κυ­ρι­α­κῆς 4 Φε­βρου­α­ρίου γιὰ τὴ Μακεδονία. Ἐ­πειδὴ διά­φο­ρες δη­λώ­σεις καὶ τοποθετή­σεις καὶ ἀπὸ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς πλευ­ρᾶς ἔ­χουν προ­κα­λέ­σει σχε­τικὴ σύγ­χυση, θὰ ἤθελα νὰ πῶ στὴν ἀ­γάπη σας δυὸ λό­για.
Ἕνα ἁ­γνὸ πα­τρι­ω­τικὸ συλ­λα­λη­τή­ριο, ποὺ μά­λι­στα στη­ρί­ζει τὰ ὅσα ἔ­χει πεῖ ἡ Ἱ­ερὰ Σύ­νο­δος στὴ σχε­τικὴ Ἀ­να­κοί­νωσή της,  ἀ­πο­τε­λεῖ, ὅ­πως καὶ οἱ ἐ­κλο­γὲς ἢ ἕνα δη­μο­ψή­φι­σμα, ἔκφραση τῆς λα­ϊ­κῆς βού­λη­σης, ἀρ­κεῖ νὰ μὴν τὸ κα­κο­ποι­ή­σουν ἀ­κρό­τη­τες καὶ κρυ­φὲς ποτα­πὲς σκο­πι­μό­τη­τες. Τὸ συλ­λα­λη­τή­ριο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, ἄ­σχετα μὲ τοὺς λό­γους ποὺ ἀ­κού­σθη­καν, ἦ­ταν μία συγ­κλο­νι­στικὴ λαϊκὴ κραυγή, μιὰ φωνὴ ἀ­να­στε­να­γμοῦ πα­νε­θνι­κοῦ δι­α­με­τρή­μα­τος, ὅ,τι κα­λύ­τερο εἶδε ἡ πα­τρίδα μας τὰ τε­λευ­ταῖα χρό­νια. Ὁ τρό­πος τῆς ἀντίδρα­σης καὶ τῆς πο­λε­μι­κῆς αὐ­τῶν ποὺ τὸ ἀ­πορ­ρί­πτουν, ἀπὸ μό­νος του φα­νε­ρώ­νει τὴ ση­μα­σία καὶ τὴν ἀ­ξία του.
Εὐ­και­ρία νὰ μα­ζευ­τοῦμε ὅ­λοι μαζὶ καὶ στὴν Ἀ­θήνα καὶ νὰ δι­α­τρα­νώ­σουμε τὴν ἀ­γάπη μας στὴν πα­τρίδα καὶ τὴν ἀ­νάγκη μας γιὰ ἐ­θνικὴ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια καὶ ὑπερη­φά­νεια. Ἀρ­κετὰ ἔ­χουμε πλη­ρώ­σει τὰ λάθη μας. Και­ρὸς νὰ ὀρ­θώ­σουμε ὡς λαὸς ὅ­λοι μαζὶ τὸ ἀ­νά­στημά μας καὶ νὰ ἀ­να­στή­σουμε τὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πειά μας.
Ρω­τοῦν με­ρι­κοὶ γιὰ τὸν Ἀρ­χι­ε­πί­σκοπο καὶ τὶς δη­λώ­σεις του. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπός μας ἁ­πλὰ εἶπε ὅτι προ­τι­μάει αὐ­τὸς τὰ δύ­σκολα καὶ ὄχι τὰ εὔκολα. Δὲν εἶπε νὰ μὴν κά­νουμε ἐ­μεῖς τὰ εὔ­κολα. Ἐ­μεῖς λοι­πὸν θὰ κά­νουμε ὡς λαὸς τὸ εὐ­λο­γη­μένο καὶ τόσο ὡ­ραῖο εὔ­κολο, τὸ νὰ βρε­θοῦμε ὅ­λοι μαζὶ καὶ νὰ συμ­βά­λουμε στὴ δυ­νατὴ φωνὴ τοῦ λαοῦ. Αὐτὸ εἶ­ναι πρά­γματι εὔκολο, ἀλλὰ πολὺ οὐ­σι­α­στικό. Ὅ­σοι λοι­πὸν μπο­ρεῖτε καὶ τὸ θέ­λετε, μὴ διστά­σετε νὰ τὸ κά­νετε. Ἡ εὐ­λο­γία τοῦ Θεοῦ θὰ εἶ­ναι μαζί σας. Μὴν ἀμφιβάλ­λετε κα­θό­λου.
Ἐν­νο­εῖ­ται ὅτι κι ἐγώ, πρῶτα ὁ Θεός, θὰ εἶ­μαι πα­ρὼν στὸ Σύν­τα­γμα τὴν ἐρχό­μενη Κυ­ρι­ακή 4 Φε­βρου­α­ρίου στὶς 2:00 μ.μ. μαζί σας.
Μετὰ πολ­λῶν εὐ­χῶν,

Ὁ Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς Νικόλαος

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2015


Ὑπομονὴ
Ἡ ἀρετὴ τῆς ὑπομονῆς, ποὺ πολλὲς φορὲς τὴν ἐπικαλούμαστε κυρίως γιὰ τοὺς ἄλλους, εἶναι πολὺ ἀναγκαία σε μᾶς καὶ ἐξίσου δύσκολη στὸν ἀγῶνα της. Ὑπομονὴ δὲν εἶναι ἡ ἐξ ἀνάγκης ἀποδοχὴ τῶν γεγονότων, ἐπειδὴ δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε διαφορετικά. Οὔτε πάλι ἡ ἀγχώδης, κατὰ κάποιο τρόπο, ἀναμονὴ μιᾶς ἀπολύτρωσης ἀπὸ τὴ δοκιμασία ποὺ ἐνδεχομένως περνοῦμε. Ἀλλὰ ὑπομονὴ εἶναι ἡ μυστικὴ προσδοκία τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας, τῆς φανέρωσής Του σὲ χώρους, χρόνους καὶ συνθῆκες ποὺ δὲν συνηγορεῖ ἡ λογικὴ καὶ ἡ φύση μας, ἡ ἐλπιδοφόρα ἀναμονὴ τῆς πειστικῆς μεταμόρφωσης τῆς δοκιμασίας σὲ θεϊκὴ εὐλογία.
Μᾶς συμβαίνει συχνὰ μιὰ δοκιμασία ποὺ μᾶς ὑπερβαίνει. Μιὰ κατεύθυνση τῆς σκέψης μας εἶναι νὰ παραδώσουμε τὰ ὅπλα καὶ νὰ ποῦμε: «καὶ τί μπορῶ νὰ κάνω ἐγώ;» Ἀναγκαστικὰ λοιπὸν δεχόμαστε τὸ συμβάν, μὲ μιὰ ἐλπίδα μήπως, μέρα μὲ τὴν ἡμέρα, κάτι συμβεῖ καὶ τελικὰ ἔλθει ἡ ἀπολύτρωση τόσο αὐτόματα, ὅσο μᾶς ἐπισκέφθηκε ἡ δοκιμασία. Αὐτὰ εἶναι ἡ κατώτερης ποιότητος ὑπομονή. Εἶναι μία ψυχολογικὴ ὑπομονή, ποὺ ἔχει τὴν ἀξία της, βοηθάει ἀλλὰ δὲν ἐλευθερώνει.
Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ πνευματικὴ ὑπομονὴ καὶ γι᾿ αὐτὴν μιλοῦν τὰ ἐκκλησιαστικὰ βιβλία καὶ τὸ ἀλάθητο στόμα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ ἡ ὑπομονὴ μᾶς βοηθᾷ νὰ διακρίνουμε πίσω ἀπὸ τὰ ἐπώδυνα περιστατικά, πίσω ἀπὸ τὶς δύσκολες συνθῆκες, πίσω ἀπὸ τὰ στραβὰ καὶ τὶς δυσκολίες τοῦ δικοῦ μας χαρακτῆρα. Μᾶς κάνει νὰ προσδοκοῦμε, πίσω ἀπὸ τὶς δυσκολίες ποὺ μᾶς παρεμβάλλουν οἱ αδελφοί, κάποια πολύτιμη ἀποκάλυψη τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ θέλει ὑπομονή. Τὸ νὰ δώσουμε λοιπὸν κάποιο χρόνο στὰ γεγονότα γιὰ νὰ δείξουν μόνα τους τὴν ταυτότητα καὶ τὸ λόγο τους, τὸ μυστικό τους, αὐτὸ εἶναι ἡ ὑπομονή. Τὸ νὰ περιμένει κανεὶς τὸ Θεό. Ἡ νοοτροπία τοῦ «ἐδῶ καὶ τώρα» ποὺ τόσο πολὺ καλλιεργεῖται στὶς μέρες μας, δὲν εἶναι χριστιανικὴ νοοτροπία, καὶ τὸ μόνο ποὺ ἀπεργάζεται εἶναι ἡ καλλιέργεια τοῦ ἐγωισμοῦ μας καὶ ἡ κυριαρχία τοῦ ἄγχους στὴν ψυχή μας. Ἀπεναντίας στὴ θέση τοῦ «ἐδῶ», ἐμεῖς βάζουμε τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ στὴ θέση τοῦ «τώρα» τὸ «ὅποτε θέλει ὁ Θεός» καὶ τὴν αἰωνιότητα.
Ἔτσι λειτουργεῖ ὁ ἀληθινὸς χριστιανὸς καὶ ἀντὶ νὰ προσπαθεῖ νὰ ἐλέγξει καθοριστικὰ τὰ γεγονότα μὲ ἐκεῖνα τὰ ἀπαιτητικὰ «γιατί;» πρὸς τὸ Θεό, τὰ ἀποδέχεται καὶ μάλιστα ὄχι παθητικά, ἀλλὰ μ᾿ ἕναν τρόπο πραγματικὰ παρηγορητικό, ὡς δῶρα καὶ εὐλογίες ἀπὸ τὸν Θεό.

Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014


Ἑπτὰ μανταρίνια 
Φεβρουάριος τοῦ 1988. Στὶς Καρυὲς κάνει ἀρκετὸ κρύο. Ἔχει σημαντικὸ ὑψόμετρο· ἔχει καὶ ὑγρασία ποὺ δυσκολεύει τὰ πράγματα. Σήμερα ὅμως εἶναι ξερὸς ὁ καιρός. Ἔχει κι ἕνα ἀεράκι πού, ἄν εἶσαι καλά ντυμένος, τὸ ἀπολαμβάνεις. Εἶναι ἀπόγευμα. Μόλις ἔπεσε ὁ ἥλιος πίσω ἀπὸ τὸ βουνό. Προχωροῦμε στὸ μονοπάτι μαζὶ μὲ τὸν π. Παΐσιο. Στὸν δρόμο συναντοῦμε τὸν π. Καλλίνικο ἀπὸ τὴ Σκήτη τοῦ Κουτλουμουσίου. Φθάνουμε στὸ ξύλινο γεφυράκι του. Γύρω μας φουντουκιὲς γυμνὲς χωρὶς φύλλα. Μόνο κλαδιά.
«Μπά, ποιός ἔφερε μανταρίνια;» ρωτᾶ ἔκπληκτος ὁ π. Παΐσιος.
Στὸ βάθος, σὲ ἀπόσταση μεγαλύτερη ἀπὸ ἑξήντα μέτρα, διακρίνεται ἡ πόρτα τῆς αὐλῆς του καὶ κάτι ποὺ ροδίζει στὴ βάση της, ἴσως νά ‘ναι χρώματος πορτοκαλί. Ἡ ἀπόσταση δὲν ἀφήνει περιθώρια γιὰ περισσότερες λεπτομέρειες. Σὲ λίγη ὥρα πλησιάζουμε. Πράγματι, βλέπουμε μία μεγάλη σακούλα διαφανή, πορτοκαλὶ χρώματος, γεμάτη μανταρίνια. Ποῦ τὰ εἶδε ὁ ἄνθρωπος! Πῶς διέκρινε ὅτι εἶναι μανταρίνια καὶ ὄχι πορτοκάλια! Ἀφοῦ δὲ καὶ ἡ σακούλα εἶναι πορτοκαλί, θά μποροῦσε νὰ περιεῖχε καὶ μῆλα.
«Πῶς μ’ ἀρέσουν τὰ μανταρίνια!», λέει μὲ ἐμφανῶς προσποιητὴ λαιμαργία, ὁ γέροντας. «Θὰ κρατήσω γιὰ τὸν ἑαυτό μου τρία… Καλύτερα, ἄς τὰ κάνω πέντε… Μιὰ ποὺ βρῆκα τὴν εὐκαιρία, θὰ πάρω ἑπτά», λέει μὲ ἕνα πολὺ χαριτωμένο χαμόγελο καὶ σταματᾶ. «Πάρε τὰ ὑπόλοιπα, π. Καλλίνικε, καὶ πήγαινέ τα ἀπέναντι στὸν γέρο-Ἰωσήφ». Ὁ γέρο-Ἰωσήφ ἦταν ἕνα γεροντάκι στὴν Κουτλουμουσιανὴ Σκήτη, 103 ἐτῶν, ποὺ ὅμως καθημερινὰ καλλιεργοῦσε τὸν κῆπο του.
Ὁ π. Καλλίνικος ἔβαλε σχῆμα, ζήτησε εὐλογία καὶ ἔφυγε. Ἐμεῖς μὲ τὸν π. Παΐσιο μπήκαμε στὸ καλυβάκι του. Καθίσαμε στὸ ἕνα κελλὶ καὶ μοῦ ζήτησε νὰ τοῦ διαβάσω κάτι χειρόγραφα κείμενά του. Πέρασαν περίπου εἴκοσι λεπτὰ καὶ χτυπάει τὸ σίδερο τῆς αὐλόπορτας. Κάποιοι ἦλθαν γιὰ νὰ τὸν συναντήσουν. «Νὰ ἀνοίξω, γέροντα;», ρωτῶ.
«Ἄσε καλύτερα. Ἄν εἶναι περίεργοι, θὰ φύγουν. Ἄν εἶναι πονεμένοι ἤ διψασμένοι, θὰ ἐπιμείνουν».
Συνεχίζουμε τὴν ἀνάγνωση. Σὲ λίγα λεπτὰ ξαναχτυπάει τὸ σίδερο. «Τί κάνουμε τώρα, γέροντα;» ξαναρωτῶ. Στὸ παράθυρό του, ἀντὶ κουρτίνας, κρεμόταν ἕνα κομμάτι ἀπὸ σεντόνι.
«Κοίτα λοξά, νὰ μὴν σὲ δοῦν, καὶ δὲς πόσοι εἶναι», μοῦ λέγει.
«Δὲν μπορῶ νὰ τοὺς μετρήσω, δὲν φαίνονται», ἀπαντῶ.
«Καλά, δὲν ξέρεις οὔτε ἀριθμητική; Τί ἔκανες τόσα χρόνια στὴν Ἀμερική; Ἄς περιμένουμε, αὐτοὶ θὰ ξαναχτυπήσουν».
Πράγματι, σὲ λίγα λεπτά, χτυποῦν γιὰ τρίτη φορά.«Τώρα θὰ προσπαθήσω ἐγὼ νὰ τοὺς μετρήσω. Μπορεῖ νὰ μὴν τελείωσα τὸ Δημοτικό, ἀλλὰ θὰ τὰ καταφέρω», μοῦ λέγει. Σηκώνεται καὶ ἀνοίγει τὴν πόρτα τῆς καλύβας.
 «Τί πάθατε, παλικάρια, τέτοια ὥρα; Τί ἤλθατε νὰ κάνετε;».
«Πάτερ, θέλουμε λίγο νὰ σᾶς δοῦμε. Γίνεται;».
«Νὰ μὲ δεῖτε γίνεται. Ἀλλὰ τί θὰ βροῦμε νὰ σᾶς κεράσουμε. Πόσοι εἶστε; Γιὰ νὰ σᾶς μετρήσω: ἕνας, δύο… ἑπτά. Γιὰ νὰ δῶ τὶ θὰ βροῦμε στὸ μαγαζί, τέτοια ὥρα».
Μπαίνει μέσα καὶ ἐπιστρέφει μὲ τὰ ἑπτὰ μανταρίνια.
Τὶ φοβερὸς ἄνθρωπος, σκέπτομαι ἔκπληκτος ἀπὸ μέσα. Ποῦ τὸ ἤξερε καὶ κράτησε τὰ μανταρίνια ! Τὸ προγνώριζε; Τὸν φώτισε ὁ Θεός, χωρὶς αὐτὸς νὰ τὸ συνειδητοποιεῖ;
«Ἀπὸ ποῦ ἔρχεσθε, παλικάρια;», ρωτάει μὲ ἐνδιαφέρον.
«Εἴμαστε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Καὶ ὁ Βruce μὲ τὸν John ἀπὸ τὴν Ἀμερική».
«Ἀπὸ τὴν Ἀμερική; Μά, ἄν τοὺς κεράσουμε ἕνα μανταρίνι, αὐτοὶ θὰ μᾶς ρεζιλέψουν σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Γιὰ νὰ βροῦμε κάτι Ἀμερικάνικο στὸ… supermarket».
Ξαναμπαίνει μέσα καὶ ἐπιστρέφει μὲ ἕνα πακέτο ἀμερικάνικα μπισκότα καὶ ἕνα κουτὶ ξηροὺς καρποὺς διαφόρων εἰδῶν Ρlanters, τῆς πιὸ φημισμένης δηλαδὴ μάρκας στὴν Ἀμερική. Ἔκπληκτοι αὐτοί, ἐκφράζουν τὸν θαυμασμὸ καὶ τὸν ἐντυπωσιασμό τους.
«Πάτερ, τί συμβολίζει τὸ τάλαντο ποὺ χτυποῦν στὰ μοναστήρια;», ρωτάει δειλὰ ὁ ἕνας.
«Δὲν ξέρω τὶ συμβολίζει. Οὔτε καὶ ἔχει καμιὰ σημασία. Αὐτὸ ποὺ ἔχει ἀξία δὲν εἶναι νὰ χτυπάει κανεὶς τὸ τάλαντο τοῦ μοναστηριοῦ, ἀλλὰ νὰ πολλαπλασιάζει τὸ τάλαντο τοῦ Θεοῦ. Ἀκοῦστε, παιδιά! Ἐπειδὴ ἡ ὥρα πέρασε, πρέπει νὰ πηγαίνετε. Ἕνα μόνο νὰ πῶ: τὸ πρόβλημα μὲ τοὺς Ἀμερικάνους εἶναι ὅτι στὰ Ἀγγλικὰ τὸ “ἐγὼ” γράφεται πάντοτε μὲ κεφαλαῖο, ἐνῶ ἐμεῖς στὴν Ἑλλάδα τὸ γράφουμε πότε-πότε καὶ μὲ μικρό».
Γέλασαν μὲ τὴ χαριτωμένη παρατήρηση καὶ ρωτοῦν οἱ Ἀμερικάνοι:
«Αὐτὸ τί σημαίνει; Ἐμεῖς τί πρέπει νὰ κάνουμε;».
«Νὰ διαγράψετε τὸ “ἐγὼ” ἀπὸ τὸ λεξιλόγιό σας, παιδιά. Ὁ ἐγωισμὸς εἶναι ὁ μεγάλος μας ἐχθρός. Αὐτὸν πρέπει νὰ πολεμήσουμε ὅλοι ἀνεξαιρέτως».
Ἡ ἁγιότητα ἔχει μία εὐγένεια, μία λεπτότητα, μία χάρη πάνω της. Δὲν εἶπε σοφίες, οὔτε θεολογίες, οὔτε ἔκανε ἐντυπωσιακὲς ἀποκαλύψεις. Γέμισε ὅμως ὅλων τὴν καρδιά. Προνόησε διακριτικά, κάλυψε τὸ χάρισμά του, εὐγενικὰ κέρασε τοὺς ἐπισκέπτες του, ὄμορφα πρωτοτύπησε μὲ τὸν τρόπο του, οἰκοδόμησε μὲ τὸν λόγο του, ἀνέπαυσε μὲ τὴν παρουσία του. Χωρὶς νὰ προσπαθεῖ νὰ πείσει γιὰ κάτι κανέναν, πείθει γιὰ τὰ πιὸ μεγάλα ὅλους. Δίπλα του φωτίζεσαι, χαίρεσαι, ἀναπαύεσαι. Αἰσθάνεσαι σὰν τὴ Μαρία «παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ». Σὰν τοὺς ἀποστόλους στὸ ὄρος τῆς θείας Μεταμορφώσεως - δὲν θέλεις νὰ ξεκολλήσεις μὲ τίποτα.
Μητροπολίτης Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς Νικόλαος

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014


Θεέ μου, πόσο μπλὲ ξοδεύεις γιὰ νὰ μὴ σὲ βλέπουμε!
Ζοῦμε σὲ ἕναν πανέμορφο κόσμο ποὺ τὸ μυστικό τῆς ζωῆς τὸ σηκώνουν μικροσκοπικὲς ὀντότητες ποὺ λέγονται γονίδια. Εἶναι δυσδιάκριτα, δὲν φαίνονται. Ὅμως αὐτὰ προσδιορίζουν τὴ ζωὴ καὶ τὰ ἰδιώματά της. Αὐτὰ χαρακτηρίζουν τὸ κάθε πρόσωπο, καθορίζουν τὴν ταυτότητα. Μὲ ἀκρίβεια καὶ λεπτομέρειες.
Κολυμπᾶμε μέσα σὲ ἕναν ὠκεανὸ ἄπειρων σωματιδίων, ποὺ ταυτοποιοῦνται μὲ ποικίλα καὶ παράξενα ὀνόματα: Quarks, γκλουόνια, μποζόνια, λεπτόνια, βαρυόνια, νετρίνα, φωτόνια καὶ πλῆθος ἄλλων. Καὶ ποὺ δὲν φαίνονται. Ὅμως αὐτὰ τὰ μικρὰ στηρίζουν τὸ μεγαλεῖο αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Αὐτὰ κρύβουν τὸ μυστήριό του.
Ὅλα ἔχουν τὴν ἀποστολὴ καὶ τὴ σημασία τους. Ὅσο μικρὰ κι ἂν εἶναι. Κάποια εἶναι ὑπεύθυνα γιὰ τὴ μᾶζα. Λέγονται μποζόνια. Οὔτε καταλαβαίνουμε γιατί. Χωρὶς ὅμως αὐτὰ δὲν θὰ ψηλαφούσαμε τὸν κόσμο μας. Ἄλλα πάλι βοηθοῦν στὴ διάδοση τῶν δυνάμεων. Κάποια εἶναι γνωστὰ ὡς γκλουόνια. Κι αὐτὸ κακόηχο. Καὶ ἄλλα συγκροτοῦν τὸ φῶς. Αὐτὰ λέγονται φωτόνια. Πιὸ εὔηχο ὄνομα. Μᾶζα, δυνάμεις, φῶς. Εἶναι σημαντικὸ νὰ ἑρμηνεύεται ἡ μᾶζα ἢ νὰ δικαιολογεῖται ἡ διάδοση τῶν δυνάμεων. Ἡ ὕλη ψηλαφεῖται, οἱ δυνάμεις συντηροῦν τὴν κίνηση καὶ διατηροῦν τὶς ἰσορροπίες. Ἔτσι κατανοοῦμε τὴν ὕλη καὶ τὴ βαρύτητα.
Γιὰ κάποιον ὅμως λόγο, τὸ φωτόνιο ἔχει ἕνα μοναδικὸ μεγαλεῖο. Εἶναι πολὺ εὐγενές, δὲν ἔχει μᾶζα, ἀλλὰ ὅμως ὑπάρχει. Καὶ μάλιστα μπορεῖ νὰ γεννήσει μᾶζα. Κουβαλάει ἐνέργεια. Κυρίως ὅμως δείχνει καὶ φανερώνει. Χάρις στὰ φωτόνια ἀπολαμβάνουμε τὸ αἴσθημα τῆς ὅρασης. Ὁ κόσμος φαίνεται. Καὶ εἶναι τόσο ὄμορφος. Πλῆθος χρωμάτων, ἐντυπωσιακὲς συμμετρίες, ἐκπληκτικὲς ἀσυμμετρίες, ἀντιθέσεις, ἀνακλάσεις, ἁρμονία, βάθος, ἐναλλαγές.
Χωρὶς τὰ φωτόνια δὲν θὰ ξέραμε τὶ θὰ πεῖ κάλλος, ὀμορφιά, αἰσθητική, ποικιλία, ὀπτικὴ ἁρμονία. Δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ συγκρίνουμε. Σὰν αὐτὰ νὰ δίνουν ζωὴ στὴν ὕλη. Τὰ φωτόνια ἐπιβεβαιώνουν τὴν ὕπαρξη τοῦ κόσμου, κυρίως ὅμως ἀποκαλύπτουν τὴν ὀμορφιά του. Ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴν δεῖς, πρέπει νὰ τὰ ἀνακαλύψεις. Σ’ αὐτὸ βοηθοῦν τὰ μάτια μας. Ὅταν αὐτὰ χάνουν τὴν ἀκρίβεια ἢ τὴν εὐαισθησία τους, τότε χρησιμοποιοῦμε διορθωτικοὺς φακούς.
Γιὰ νὰ ἀντικρύσουμε τὰ μικρὰ ἀντικείμενα ποὺ δὲν διακρίνονται, ἔχουμε τὰ μικροσκόπια. Γιὰ τὰ μακρινὰ ποὺ ἐπίσης εἶναι ἀθέατα, κατασκευάσαμε τὰ τηλεσκόπια. Κι ἔτσι βλέπουμε καὶ αὐτὰ ποὺ …δὲν φαίνονται.
Εἶναι πολὺ ὄμορφος ὁ κόσμος μας. Καὶ περικλείει πολλὴ σοφία. Ἡ ὀμορφιὰ κρύβεται πίσω ἀπὸ αὐτὸ ποὺ αὐτὸς δείχνει. Καὶ ἡ σοφία μέσα σὲ αὐτὸ ποὺ κρύβει. Τὸ πρῶτο τὸ ἀπολαμβάνει τὸ μάτι. Τὸ δεύτερο μαγεύει τὴ σκέψη.
Χωρὶς τὸ ἐρέθισμα τῆς θεατῆς ὀμορφιᾶς, ἡ σκέψη δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κάνει τὰ διεισδυτικὰ ταξείδια της. Γι’ αὐτὸ εἶναι τόσο πολύτιμα τὰ φωτόνια.
Ἄλλοτε πάλι μὲ τὰ τηλεσκόπια φωτογραφίζουμε ἢ ἀνιχνεύουμε. Δὲν βλέπουμε. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιο. Ἡ ἀνίχνευση προκαλεῖ τὸν ἐνθουσιασμὸ τῆς διαπίστωσης. Ἡ σκέψη τὴ μαγεία τῆς ἀνακάλυψης. Ἡ θέα ὅμως εἶναι αὐτὴ ποὺ γεννᾶ τὴ συγκίνηση τῆς ἀμεσότητας. Εἶναι ὑπέροχο πράγμα οἱ αἰσθήσεις μας. Καὶ κυρίως ἡ ὅραση. Λέγει ὁ Ἐλύτης: Θεέ μου, πόσο μπλὲ ξοδεύεις γιὰ νὰ μὴ σὲ βλέπουμε! Κι ἐμεῖς συμπληρώνουμε: Θεέ μου, πόσα φωτόνια ἔφτιαξες γιὰ νὰ σὲ ὑποψιαζόμαστε!
«Εἶπεν ὁ Θεός: γενηθήτω φῶς∙ καὶ ἐγένετο φῶς». Μάλιστα «ἐν ἀρχῇ», τὸ πρῶτο πράγμα. Τελικά, τὸ σωμάτιο τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι τὸ μποζόνιο οὔτε λέγεται higgs∙ αὐτὸ δὲν θὰ πεῖ τίποτα. Τὸ σωμάτιο τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ φωτόνιο. Καὶ ἡ πύλη πρὸς τὸν κόσμο τὸ τηλεσκόπιο. Βάζεις τὸ μάτι σου στὸν φακὸ καὶ ξεχύνεσαι στὸ ἄπειρο.
Ἐκεῖ ποὺ συναντᾶται ἡ ὀμορφιὰ μὲ τὴν ἀλήθεια. Τὸ μάτι βλέπει. Ἡ καρδιὰ χτυπάει. Ἡ σκέψη καλπάζει. Διαλέγεται μὲ τὰ φωτόνια. Εἶναι ἐκπληκτικὴ ἡ θέα, ἡ ζωντανὴ εἰκόνα. Ἰδίως στὴν πατρίδα μας. Θάλασσες, νησάκια, οὐρανός. Κόλποι, παραλίες, λόφοι, ὅλα μαζί. Ἡ φυσική της ὀμορφιὰ σὲ ταξειδεύει. Σὲ κάνει νὰ θέλεις ἢ νὰ μείνεις γιὰ πάντα στὴ γῆ ἢ νὰ φύγεις. Θέλεις νὰ ζεῖς γιὰ πάντα.
Καὶ ἂν αὐτὸ δὲν γίνεται στὴ γῆ, θέλεις νὰ πᾶς ἀλλοῦ. Ἡ ὀμορφιὰ ἐνδυμανώνει τὴν αἰωνιότητά σου. Βάζεις τὸ μάτι στὸ τηλεσκόπιο καὶ φεύγεις. Φεύγεις στὸ ἄπειρο. Χάνεσαι στὸν χῶρο. Ἐλευθερώνεσαι ἀπὸ τὸν χρόνο. Τί ὡραία ἡ αἴσθηση τοῦ σύμπαντος! Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο καὶ τὸ ἄπειρο σοῦ εἶναι πεπερασμένο. Καὶ ὁ χρόνος λίγος. Θέλεις νὰ φύγεις κι ἄλλο.
Θέλεις ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ τῶν ὁρωμένων νὰ περάσεις στὴ ἐμπειρία τῶν ἀθεάτων. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ χρωστᾶς στὰ φωτόνια. Τὰ φωτόνια σοῦ δείχνουν τὴν ὀμορφιὰ τοῦ κτιστοῦ καὶ σὲ ὑποψιάζουν γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ ἀκτίστου. Τὰ φωτόνια δείχνουν Αὐτὸν ποὺ δὲν φαίνεται. Δείχνουν τὸν Θεό.
Θέλω νὰ ἐκφράσω τὴ χαρά μου γιὰ τὴν εὐκαιρία τῆς ἀποψινῆς βραδιᾶς καὶ τὶς πολλὲς εὐχαριστίες μου καὶ γιὰ τὴν πρόσκληση καὶ γιὰ τὴ δυνατότητα νὰ ἀνοίξω γιὰ λίγο μπροστά σας τὴν καρδιά μου. Εἶναι πολὺ ὡραῖο πράγμα ἡ ζωή σου νὰ φιλοξενεῖ καὶ αἴσθηση Ἀστροφυσικῆς καὶ ἐμπειρία ἱερωσύνης.
Καὶ εἶναι θαυμάσιο νὰ περνᾶς μιὰ ὄμορφη βραδιὰ στὴν Πεντέλη μὲ ἀνοιχτὸ τὸν θόλο κυνηγώντας φωτόνια. Ἴσως καλύτερο ἀπὸ τὸ νὰ ψάχνεις χρόνια ὁλόκληρα ἕνα μποζόνιο στὴ Γενεύη!
Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος

Τετράδιο 161 * Σεπτέμβριος 2013