Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζουμπουλάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζουμπουλάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Μαρτίου 2014


Λαθὼν ἐτέχθης
Ὁ Χριστὸς καὶ Λόγος ἐκένωσεν ἑαυτόν, ὁ ἴδιος ἀποστέρησε θέλων τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλα τὰ θεϊκὰ γνωρίσματα. Ὁ Χριστὸς ποὺ ἔγινε ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων δὲν εἶναι πλέον ἀναγνωρίσιμος ὡς Θεός. Ἡ θεότητα εἶναι κρυμμένη, λανθάνει μέσα στὴν ἀνθρώπινη μορφή. «Λαθὼν ἐτέχθης ὑπὸ τὸ σπήλαιον» ψάλλει ἕνα τροπάριο τῶν Χριστουγέννων.
Ἡ κένωσις, ἡ ἑκούσια πτωχεία τοῦ Πλουσίου καὶ ἡ ἠθελημένη ἀδυναμία τοῦ Δυνατοῦ, ἀνήκει μόνο στὸν Θεό, εἶναι τὸ ἀκατανόητο μυστήριο τῆς θείας ἀγάπης. «Οὐ γὰρ ἔστιν ἀνθρώπων οὐδεὶς ὃς τοῦτον οἰκειώσεται τὸν λόγον. Οὐδεὶς τῶν πώποτε γενομένων ἁγίων, μονογενὴς ἦν Θεός, γενόμενος ἄνθρωπος. Τοῦτο γὰρ ἔστιν ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχοντα, μορφὴν δούλου λαβεῖν» γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης.
Ὡστόσο ἡ κενωτικὴ κίνηση ὁρίζει, γιὰ ὅλους μας, τὸν τρόπο τῆς ἀγάπης. H ἀγάπη εἶναι κενωτικὴ καὶ ὁ παντοτινὸς τύπος καὶ ὑπογραμμός της εἶναι ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ. Μὲ ἄλλα λόγια, ἀγάπη δὲν σημαίνει νὰ κρατήσεις σὰν λάφυρο (ἁρπαγμόν) αὐτὸ ποὺ ἔχεις οὔτε, πολὺ περισσότερο, νὰ ἀποκτήσεις ἄλλα λάφυρα, ἀλλὰ νὰ δώσεις, δηλαδὴ νὰ χάσεις, νὰ χάσεις ἀκόμη καὶ τὴ ζωή σου. Ἡ ἀγάπη εἶναι θυσία.
Ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος Παῦλος μιλάει γιὰ τὴν κένωση τοῦ Χριστοῦ ὄχι θεωρητικά, στὸ πλαίσιο μιᾶς χριστολογικῆς συζήτησης, ἀλλὰ μέσα σὲ ἠθικὰ συμφραζόμενα, καλώντας ἀκριβῶς τοὺς χριστιανοὺς τῶν Φιλίππων νὰ ἀποκτήσουν τὸ κενωτικὸ φρόνημα τοῦ Χριστοῦ: «μηδὲν κατὰ ἐρίθειαν ἢ κενοδοξίαν, ἀλλὰ τῇ ταπεινοφροσύνῃ ἀλλήλους ἡγούμενοι ὑπερέχοντας ἑαυτῶν», μὴν κάνετε τίποτε ἀπὸ ἀνταγωνισμὸ ἢ ἀπὸ ματαιοδοξία, ἀλλά μὲ ταπεινοφροσύνη ἂς θεωρεῖ ὁ καθένας ἀνώτερό του τὸν ἄλλο.
Ἡ λέξη κένωσις τοῦ ἀποστόλου Παύλου κυκλοφορεῖ ἀμετάφραστη στὶς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες. Ἀκόμη περισσότερο ἀμετάφραστο μένει τὸ νόημά της στὴ ζωή μας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὸ εἶναι ποὺ ἑορτάζει τα Χριστούγεννα ἡ Ἐκκλησία. Οἱ ἄνθρωποι δὲν ἑορτάζουν τίποτε, ἁπλῶς ψωνίζουν.
Σταῦρος Ζουμπουλάκης

Τετράδιο 120 * Δεκέμβριος 2009

Σάββατο 8 Μαρτίου 2014


Σημειώσεις γιὰ τὸ σχολεῖο
1. Ἕνα ρῆμα ποὺ εἶχε, ἀπροσδόκητα, πολὺ ὑψηλὰ ποσοστὰ χρήσης τὶς μέρες τῆς κρίσης τοῦ Δεκεμβρίου ἦταν τὸ ρῆμα «ἀφουγκράζομαι» καὶ ἡ προτρεπτικὴ ὑποτακτικὴ «νὰ ἀφουγκραστοῦμε τὰ παιδιά». Νὰ σημαίνει κάτι ἄραγε τούτη ἡ λεξιλογικὴ καὶ συντακτικὴ ἐπιλογή; Νομίζω πὼς ὅσοι τὴν ἔκαναν ἐννοοῦσαν ἤ ὑπονοοῦσαν ὅτι τὰ παιδιὰ ἔχουν μέσα τους τὴν ἀλήθεια, εἴτε τὴν ἐκφράζουν καθαρὰ εἴτε τὴν ψελλίζουν ἀδέξια, καὶ ἂν στήσουμε προσεκτικὰ τὸ αὐτί μας θὰ τὴν ἀκούσουμε, θὰ τὴ συλλάβουμε.
Τὰ παιδιὰ τὰ ξέρουν ὅλα, ἔτσι κι ἀλλιῶς, ὅπως ἔλεγε καὶ ἐκεῖνο τὸ δημοφιλὲς τραγουδάκι, καὶ δὲν ἀπομένει σέ μᾶς τοὺς ἐνήλικους παρὰ νὰ τὰ ἀκούσουμε μὲ προσοχή, δηλαδὴ νὰ τὰ ἀφουγκραστοῦμε. Ἐντέλει, τὰ παιδιὰ εἶναι ἀθῶα, τίμια, εἰλικρινῆ, σοφά. Ἂς ἐνωτισθοῦμε τὴ μυστικὴ φωνή τους.
Ἕνα ἄλλο ρῆμα ὡστόσο ποὺ δὲν ἀκούστηκε διόλου καὶ ποὺ θὰ ἀκούγεται στὸ ἑξῆς ὅλο καὶ λιγότερο, ἀνήκει σχεδὸν στὶς ἀπαγορευμένες λέξεις, εἶναι τὸ ρῆμα «διδάσκω». Ὅταν ὅμως μιά κοινωνία ἀφουγκράζεται τὰ παιδιὰ μὰ δὲν τὰ διδάσκει, σημαίνει ἁπλούστατα καὶ τραγικότατα ὅτι δὲν ἔχει τίποτε νὰ τοὺς πεῖ, δὲν ἔχει κάτι νὰ τοὺς παραδώσει.
Στὴ σχολικὴ γλώσσα ἡ διδασκαλία λέγεται σοφὰ καὶ παράδοση, τὸ «παραδίδω» εἶναι συνώνυμο τοῦ «διδάσκω». Αὐτὸ ἀκριβῶς ἄλλωστε σημαίνει διδάσκω : παραδίδω στοὺς μαθητὲς γνώσεις, ἀλήθειες, ἀξίες καί, κυρίως, τοὺς παραδίδω ἕναν κόσμο ὁλόκληρο, τὸν κόσμο ποὺ παρέλαβα ἀπὸ τοὺς πατέρες. Ἡ ἐκπαίδευση ὑπάρχει ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἴμαστε θνητοὶ καὶ πρέπει κάπου νὰ ἀφήσουμε τὸν κόσμο μας, πρέπει σὲ κάποιους νὰ τὸν παραδώσουμε καὶ νὰ τοὺς ἑτοιμάσουμε νὰ τὸν παραλάβουν.
Ὁ Τζαὶμ Σεμπρούν (Jaime Semprun) στὸ βιβλίο του L'Abime se repeuple (1997) γράφει τὸ ἑξῆς: Ὅταν ὁ οἰκολόγος πολίτης ἰσχυρίζεται ὅτι θέτει τὸ πιὸ ἐνοχλητικὸ ἐρώτημα «ποιὸν κόσμο θὰ ἀφήσουμε στὰ παιδιά μας;» ἀποφεύγει νὰ θέσει ἕνα ἄλλο πραγματικὰ ἀνησυχητικὸ ἐρώτημα : «Σὲ τί εἴδους παιδιὰ θὰ ἀφήσουμε τὸν κόσμο;». Ὁ Jean-Claude Michea, στὸν ὁποῖο διαβάζω τὸ παράθεμα, θεωρεῖ πὼς «αὐτὸ εἶναι στὸ ἑξῆς τὸ ἐκπληκτικὸ ἐρώτημα». 
Ὅσο θὰ λιγοστεύουν ἐκεῖνοι ποὺ ἀναλαμβάνουν τὴν εὐθύνη τῆς διδασκαλίας καὶ τῆς παράδοσης, καὶ θὰ πληθαίνουν οἱ ἀφουγκραστές, τόσο τὸ παραπάνω ἐρώτημα θὰ γίνεται ἐκπληκτικότερο καὶ ἡ ὑπονοούμενη ἀπάντηση θὰ ἔρχεται ὅλο καὶ πιὸ κοντὰ στὴν πραγμάτωση.
Ἂν πάντως οἱ τρυφεροὶ ἀφουγκραστές εἶχαν πράγματι τὴν ἱκανότητα νὰ ἀφουγκραστοῦν, τότε ἐκεῖνο ποὺ θὰ ἄκουγαν εἶναι πὼς τὰ παιδιὰ δὲν ἔχουν ἀνάγκη νὰ βροῦν στὸ πρόσωπο τοῦ δασκάλου (καὶ τοῦ ἐνηλίκου ἐν γένει) τὸν ὅμοιο καὶ τὸν ἀδελφό τους —τὸν ὑποκριτὴ δηλαδή, κατὰ τὸν ἀκροτελεύτιο προλογικὸ στίχο τοῦ Μπωντλαίρ— ἀλλὰ ἐκεῖνον ποὺ θὰ τὰ διδάξει μὲ γνώση καὶ κύρος, ἕναν ἄνθρωπο μὲ ὑπόσταση καὶ ὄχι ἀέρα, κάποιον δηλαδὴ μὲ τὸν ὁποῖο νὰ ἀξίζει τὸν κόπο καὶ νὰ συγκρουστοῦν.
2. Εἰπώθηκε κατὰ κόρον ὅτι τὸ σχολεῖο εἶναι βαρετὸ καὶ πληκτικό. Πολλὰ τὰ ἐρωτήματα ποὺ ἀναφύονται ἀπὸ αὐτὴ τὴ μομφή. Κατ΄ ἀρχάς τί ἀκριβῶς εἶναι πληκτικό, τὸ μάθημα, τὸ βιβλίο, ὁ δάσκαλος; Ἀποκλείεται νὰ εἶναι ὁ μαθητὴς βαριεστημένος καὶ ἀδιάφορος; Ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ διδασκαλία, αἴφνης, τῆς Γραμματικῆς τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ γίνει συναρπαστική; Εἶναι δυνατὸν κάθε μάθηση νὰ γίνει εὐχάριστη, σὰν παιχνίδι;
Ἔχω λοιπὸν τὴν ἐντύπωση, γιὰ νὰ μὴν πολλαπλασιάζω ἄσκοπα τὰ ἐρωτήματα, ὅτι ὅσοι προσάπτουν στὸ σχολεῖο τὴ μομφὴ αὐτὴ ἔχουν στὸ μυαλὸ τους κάτι πολὺ χειρότερο ἀπὸ τὸ ὑπάρχον: ἕνα σχολεῖο χωρὶς προσπάθεια, χωρὶς μόχθο, μία παιδεία χωρὶς παιδεμό. Ἁπλούστατα, δὲν γίνεται.
Θὰ ὑπάρχει πάντα ἕνα μεγάλο ποσοστὸ ὄχι ἁπλῶς κόπου ἀλλὰ καὶ ἀπωθητικῆς ἀγγαρείας κατὰ τὴ μάθηση. Δὲν μπορεῖ κάθε μάθηση νὰ εἶναι σὲ ὅλες τὶς στιγμὲς της συναρπαστική. Οἱ μαθητὲς (καὶ οἱ γονεῖς τους) ἄλλωστε τὸ ξέρουν πολὺ καλὰ αὐτὸ καὶ τὸ ἀποδέχονται, ὅταν πρόκειται γιὰ τὶς ξένες γλῶσσες, τὴ μουσικὴ ἤ τὸ χορὸ ποὺ μαθαίνουν ἐκτός τοῦ ὑποχρεωτικοῦ δημόσιου σχολείου. Ἔμαθε ποτὲ κανεὶς μιά ξένη γλώσσα χωρὶς κοπιαστικὴ ἀγγαρεία; Ἂν δὲν τὸ ἀποδέχονται ὅταν πρόκειται γιὰ τὸ ὑποχρεωτικὸ σχολικὸ πρόγραμμα, αὐτὸ ὀφείλεται στὴν κρίση τῆς κοινωνικῆς λειτουργίας τοῦ σχολείου, οἱ ρίζες καὶ ἡ λύση τῆς ὁποίας ὅμως βρίσκονται ἔξω ἀπὸ αὐτό.
Δὲν ἔχω ἀσφαλῶς τίποτε ὑπὲρ τῆς πλήξεως, ἀλλὰ τὸ σχολεῖο λούνα-πὰρκ ποὺ ἔχουν οἱ ἄλλοι στὸ μυαλό τους δὲν εἶναι σχολεῖο. Δὲν μπορεῖ ὅλα σὲ τούτη τὴ ζωὴ νὰ θέλουμε νὰ γίνουν ἕνα παιδικὸ πάρτι γενεθλίων. Τὸ σχολεῖο ἔχει παιδεμό.
Σταῦρος Ζουμπουλάκης

Τετράδιο 127 * Αὔγουστος 2010