Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026



Ὁ τζίτζικας
Καλοκαίρι κι ἄνοιξη
ὅταν ἦσαν τὰ λουλούδια,
ὁ τρελλὸς ὁ τζίτζικας
τὴν περνοῦσε μὲ τραγούδια.
Τὰ λουλούδια πέρασαν,
ἦρθαν χιόνια, ἦρθαν πάγοι,
καὶ πεινᾶ ὁ τζίτζικας
καὶ δὲν ξέρει τὶ νὰ φάγει.
Ἔρχεται στὸ γείτονα,
τὸ προβλεπτικὸ μυρμήγκι,
καὶ ζητᾶ βοήθεια
κάνα σπόρο ἢ σκουλήκι.
Τὸ μερμήγκι ἀπόρησε
καὶ ρωτᾶ: -Σ᾿ αὐτὰ τὰ μέρη,
δὲ μοῦ λὲς τὶ ἔκανες
ὅταν ἦταν καλοκαίρι.
-Τραγουδοῦσα, φίλε μου,
μὲς τὴ ζέστη ὅλη τὴν ὥρα.
-Τραγουδοῦσες; Μπράβο σου,
χοροπήδα, λοιπόν, τώρα.
Ἀλέξανδρος Ραγκαβῆς

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

 


Μέχρι ἐδῶ ἀκούγονται τὰ κλαρίνα!

Μιὰ φορά, ὁ Γέροντας Ἀμβρόσιος* εἶπε σὲ κάποιο πνευματικό του παιδί:

– Νὰ κάθεσαι στὸ δωμάτιό σου γονατιστός, νὰ σηκώνεις τὰ χέρια καὶ τὸ κεφάλι ψηλὰ καὶ νὰ παρακαλᾶς. Θὰ σὲ βοηθάει ὁ Χριστός. Καὶ νὰ λὲς καὶ κανένα «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον τὸν δοῦλο σου Ἀμβρόσιο». Νὰ προσεύχεσαι δέκα καὶ μισή μὲ ἕντεκα τὸ βράδυ, γιατί αὐτήν τήν ὥρα θὰ προσεύχομαι κι ἐγώ γιὰ σένα, ἀλλά καὶ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος.

Ὁ ἄνθρωπος χάρηκε, συμφώνησε καὶ ἔφυγε.

Ἄρχισε νὰ κάνει, ὅπως τοῦ εἶχε πεῖ ὁ Γέροντας. Κάποιο βράδυ, ὅμως, ποὺ εἶχε κέφια, ἔβαλε καὶ ἄκουγε στὸ κασετόφωνο δημοτικά τραγούδια.

Εἶχε δυνατά τήν ἔνταση, τὸ εὐχαριστιόταν καὶ τραγουδοῦσε καὶ ὁ ἴδιος.

Στὶς δέκα καὶ μισή, ὅμως, ἄκουσε τὸ τηλέφωνο ποὺ χτυποῦσε. Σταμάτησε τὴ μουσικὴ καὶ σήκωσε τὸ ἀκουστικό.

– Εὐλογεῖτε! ἄκουσε τὸν Γέροντα νὰ τοῦ λέει.

– Γέροντα, ἐσεῖς; ρώτησε ὁ ἄνδρας ἔκπληκτος.

– Βρὲ εὐλογημένε, δὲν σοῦ εἶπα νὰ προσεύχεσαι τέτοια ὥρα; Τί κάνεις ἐσύ; Μὲ τρέλαναν τὰ τραγούδια σου. Μέχρι ἐδῶ ἀκούγονται τὰ κλαρίνα!

*Γέρων Ἀμβρόσιος Λάζαρης, ὁ πνευματικὸς τῆς Μονῆς Δαδίου

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026


Ὁ ἀνταγωνισμός
Ὁ ἀνταγωνισμός θεωρεῖται ἡ προωθητική μηχανή τῆς οἰκονομίας καί ταυτόχρονα ὡς μιά δύναμη αὐτορρύθμισης τῶν ἀγορῶν. Κατά τόν νομπελίστα οἰκονομολόγο Μ. Φρίντμαν, ἀπό τίς βασικές λειτουργίες τοῦ Κράτους πρέπει νά εἶναι ἡ ἐπιβολή τῆς ἰσχύος τῶν ἰδιωτικῶν συμφωνιῶν καί ἡ ἐνθάρυνση τῶν ἀνταγωνιστικῶν ἀγορῶν.
Σ’ αὐτόν τόν κόσμο ζοῦμε. Ἔτσι κινεῖται ὁ κόσμος τῆς φθορᾶς. Αὐτά θεωρεῖ καλά καί ὠφέλιμα. Ἄς δοῦμε ὅμως πῶς πολιτεύεται ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖ τήν ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἡ ὁποία δέν μπορεῖ νά βιωθῆ ἔξω ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Τό θαυμαστό εἶναι ὅτι ὁ καθένας πού ἐνεργοποιεῖται στήν ὑπακοή τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ὡς μέλος τῆς Μίας, Ἁγίας, Ἀποστολικῆς καί Καθολικῆς Ἐκκλησίας, συμπεριλαμβάνει στήν ζωή του, ἀρχίζοντας ἀπό τούς πιό κοντινούς του ἀνθρώπους, ὅλη τήν ἀνθρωπότητα. Παραθέτουμε τόν σχετικό λόγο τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, ὁ ὁποῖος διακρίνεται γιά ἀσκητικό ρεαλισμό.
Κατ’ ἀρχήν, μιλώντας σέ μοναχούς, ἐπισημαίνει: «Αὐτοί πού ἔρχονται ἀπό ἔξω δέν μποροῦν νά δοῦν τήν πραγματική πορεία τῆς Μονῆς μας». Ἡ ἐσωτερική ζωή, ἡ ζωή τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ μέσα στούς ἀνθρώπους εἶναι ἀθέατη ἀπό τούς ἐξωτερικούς παρατηρητές. Καί συμπληρώνει: «Ἀκόμη καί ὅταν συγκεντρωνόμαστε μόνοι, πάλι δέν κατορθώνουμε τήν ἑνότητα τοῦ πνεύματος· ὄχι γιατί δέν ἔχουμε τήν ἐπιθυμία, ἀλλά γιατί ἔχουμε διαφορετική ἐμπειρία, καί ὁ καθένας κατανοεῖ τά πράγματα στά μέτρα τῆς ἐμπειρίας του».
ἐπίγνωση αὐτῆς τῆς πραγματικότητος, τῶν διαφορετικῶν μέτρων τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας, εἶναι ἀφετηρία τοῦ ἀσκητικοῦ ἀγώνα τῆς συμπερίληψης τῶν ἄλλων στήν ζωή τοῦ καθενός. Γιά ὅσους ἦρθαν πρόσφατα στήν ἀδελφότητα λέει: «ἀναγνωρίζουμε στά πρόσωπά τους οἰκείους κατά τό πνεῦμα ἀνθρώπους. Βεβαιότατα, σκοπός μας εἶναι νά τούς συμπεριλάβουμε στή ζωή μας, ὥστε ἡ ἀδελφότητά μας νά γίνει κατά κάποιον τρόπο ὡς ἕνας ἄνθρωπος».
Καί συμπληρώνει: «Ὅταν ἀφομοιώνουμε τή σκέψη αὐτή, τότε σχεδόν ἐξαλείφονται πολλές καί διάφορες παραξηγήσεις. Τότε ἐξαφανίζεται κάθε “ἀνταγωνισμός”. Καί κάθε καλό ἔργο, κάθε καλός λόγος, οἰκοδομεῖ τή Μονή μας καί τήν στερεώνει. Ἀντίθετα ὅμως, κάθε λόγος πού ἀποτελεῖ ἐκδήλωση ἀδυναμίας μας, τῶν παθῶν μας, καί ὄχι τοῦ θείου θελήματος καταστρέφει τήν Μονή».
Ὁ ἀνταγωνισμός πού κινεῖται ἀπό τήν πλεονεξία δέν μπορεῖ νά οἰκοδομήση τήν ἑνότητα τῆς κοινωνίας, ἀντίθετα τήν καταστρέφει.
Πῶς ὅμως ὑπερβαίνεται ὁ ἀνταγωνισμός καί ἐπιτυγχάνεται ἡ ἑνότητα εἴτε στό μοναστήρι εἴτε στόν κόσμο;
Πρῶτον, ὅταν καταλάβουμε, σύμφωνα μέ σχετική διδασκαλία τοῦ ὁσίου Σιλουανοῦ, στήν ὁποία ἀναφέρεται ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, ὅτι τά διάφορα διακονήματα πού ἀνατίθενται, τόσο στό κόσμο ὅσο καί στό μοναστήρι, ἀπό τά πλέον ὑπεύθυνα μέχρι τά πιό ἁπλά, δέν ἔχουν καμμιά σημασία γιά τήν ψυχή. Τίποτε, δηλαδή, ἀπό αὐτά πού ἀποτελοῦν τό ὑλικό τοῦ ἀνταγωνισμοῦ δέν ἔχει σημασία γιά τήν πραγματική ζωή τοῦ ἀνθρώπου.
Καί δεύτερον, ὅταν ὁ καθένας ἐκπληρώνη τήν ἐργασία του σύμφωνα μέ τά χαρίσματά του καί τήν ἀντοχή του. Ὅταν δηλαδή οὔτε ἀδρανεῖ, ἀλλά οὔτε δίνεται σέ πάνω ἀπό τήν ἀντοχή του ἔργα, ὑπερεκτιμώντας τίς δυνατότητές του. «Τότε», λέει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, «ἐξαφανίζεται ἡ αἰτία γιά ὁποιοδήποτε εἶδος ἀνταγωνισμοῦ ἤ ζήλιας ἤ κάτι παρόμοιο».
Αὐτά μᾶς διδάσκει ἡ σύνεση τῶν μετόχων τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

π. Θωμᾶς Βαμβίνης

Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

 


Ποῦ τὰ βρῆκαν αὐτά, βρὲ παιδάκι μου;

Πρὶν λίγο καιρό, ὁ ἁγιορείτης ἱερομόναχος π. Μ. μοῦ ἀποκάλυψε ἕνα περιστατικὸ ποὺ μὲ προβλημάτισε πολύ, ἴσως καὶ λόγω τῆς ἐποχῆς ποὺ διερχόμαστε, καὶ τὸ ὁποῖο παραθέτω αὐτούσιο.

«Μιὰ φορά, μοῦ διηγήθηκε ὁ π. Μ., καθὼς λειτουργοῦσα, ἦρθε μέσα μου ἔντονη ἡ ἐπιθυμία νὰ προσφέρω εἰς μνήμην τῶν γονέων μου καὶ γιὰ τὴν ψυχή τους ἕνα καλὸ ἁγιοπότηρο στὸ μοναστήρι μου. Πρὶν κάνω ὅμως ὁποιαδήποτε ἐνέργεια, σκέφτηκα νὰ περάσω ἀπὸ τὸν Γέροντα Παΐσιο, μὲ τὸν ὁποῖο μὲ συνέδεε πνευματικὴ φιλία πολλῶν ἐτῶν. Πράγματι τοῦ ἐκμυστηρεύτηκα τὸν λογισμό μου.

Μόλις μὲ ἄκουσε ὁ Γέροντας μὲ ρώτησε:

-Τὸ μοναστήρι σας ἔχει ἄλλα ἁγιοπότηρα;

-Ναί, τοῦ ἀπάντησα. Ἔχει πολλὰ καὶ ἐξαιρετικὰ μάλιστα.

Στὴν συνέχεια ὁ Γέροντας, ποὺ γνώριζε τὴν οἰκογένειά μου, μὲ ρωτᾶ:

-Τὰ ἀδέλφια σου ἐργάζονται;

Ὅταν τοῦ ἀπάντησα πὼς πότε ἔχουν κάνα μεροκάματο καὶ πότε ὄχι, ὁ Γέροντας Παΐσιος μὲ ἔμφαση μοῦ λέει:

-Παπά, θὰ ἔχουν δίκιο τὰ ἀδέλφια σου νὰ ἀλλαξοπιστήσουν! Βρὲ εὐλογημένε. Δῶσε καλλίτερα τὰ χρήματα στὴ φαμελιά τους καὶ μὴν στεναχωριέσαι γιὰ τὸ μοναστήρι. Φτάνουν αὐτὰ ποὺ ἔχει.

Ἔτσι, παπά, συνέχισε ὁ γερο-Παΐσιος, ἔγινε καὶ στὴ Ρωσία. Ὁ κόσμος πεινοῦσε καὶ αὐτοὶ φτιάχναν χρυσοὺς τρούλους.

Τὸ πόσο εὐαρεστήθηκε ὁ Θεὸς ἀπ΄ ὅλα αὐτὰ φάνηκε στὴ συνέχεια. Ἐπέτρεψε κατόπιν νὰ γίνουν ὅλα αὐτὰ βόλια καὶ νὰ πέσουν στὰ κεφάλια τους…

Μάλιστα ὁ Γέροντας, ἔχοντας μάθει γιὰ κάποιον ἡγούμενο ποὺ ἔλεγε, φέρτε κανδῆλες γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Παναγίας, κανδῆλες γιὰ τῶν Βαΐων, κανδῆλες γιὰ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο, καὶ πὼς τάχα μὲ ὅλα αὐτὰ εὐαρεστεῖται ἡ Παναγία, ἔλεγε:

-Ἄλλα παιδιὰ δὲν ἔχουν χρήματα γιὰ νὰ φᾶνε, δὲν ἔχουν χρήματα γιὰ φάρμακα, ἄλλοι εἶναι φυλακισμένοι γιὰ ναρκωτικά, καὶ ἐμεῖς λέμε ὅτι τὰ θέλει αὐτὰ ἡ Παναγία… Ποῦ τὰ βρῆκαν αὐτά, βρὲ παιδάκι μου; εἶπε, κλείνοντας τὴν συνομιλία μας, καὶ συμπλήρωσε:

-Τίποτε ἄλλο δὲν θέλει, παπά, ὁ Θεός, παρὰ μόνο τὴ μετάνοια καὶ τὴν σωτηρία μας.

π. Νεκτάριος Σαββίδης

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

 


Ἕνα μεγάλο φιλὶ ἀπὸ τὸν Γέροντα

Ὁ Ἀράπης, ὁ χαριτωμένος ἡμίονος, ἦταν ὁ προσωπικὸς μεταφορέας τοῦ ἀείμνηστου Γέροντα στὶς δύσκολες διαδρομὲς ἀπὸ τὴ Μικρὴ Ἅγια Ἄννα στὶς Σκῆτες καὶ τὰ Μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ἤθελε ὅμως ἀπαραίτητα πρὶν τὶς μεταφορὲς καὶ τὶς ἄλλες δουλειὲς ποὺ ἔκανε ἕνα μεγάλο φιλὶ ἀπὸ τὸν Γέροντα Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη καὶ τὸ εἶχε.

Τὸ Ἀραπάκι εἶχε μία οἰκειότητα μὲ τὸν Γέροντα ποὺ ξάφνιαζε. Χαρακτηριστικὸ εἶναι πὼς πολλὲς φορὲς μετέφερε μόνο του ἐπισκέπτες σὲ διάφορα σημεῖα τῆς Σκήτης, ἀφοῦ πρῶτα ὁ Γέροντας τοῦ ψιθύριζε στὸ αὐτὶ τὸν προορισμό, π.χ.: "Θὰ πᾶς τὸν π. Τιμόθεο στοὺς Δανιηλαίους καὶ θὰ περιμένεις νὰ τὸν γυρίσεις πίσω ἐδῶ". Ἕνα χλιμίντρισμα καὶ ἡ ἐντολὴ γινόταν ἀμέσως πράξη.

Τὸ ζωάκι σὲ πήγαινε ἐκεῖ ποὺ τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας, περίμενε ὑπομονετικὰ νὰ τελειώσεις τὴ δουλειά σου καὶ σὲ γύριζε πίσω, πολλὲς φορὲς ἀλλάζοντας καὶ τὴ διαδρομὴ γιὰ νὰ θαυμάσεις τὸ τοπίο. Ἐπιστρέφοντας ἤθελε τὸ ἀπαραίτητο φιλὶ ἀπὸ τὸν Γέροντα, ποὺ πολλὲς φορὲς τὸ ἔπαιρνε καὶ ἀπὸ τὸν ἀναβάτη καὶ ἕνα μεγάλο τραγανὸ παξιμάδι γιὰ τὰ "μεταφορικά".

Τόσο ἁπλὴ καὶ ὡραία ἔφτιαξε ὁ Δημιουργὸς τὴ ζωή μας, ἐμεῖς κάπου τὰ ἀλλάξαμε ὅλα καὶ πήραμε τὴ ζωή μας λάθος, κατὰ τὸν ποιητή.

π. Τιμόθεος Ἠλιάκης

Κυριακή 31 Μαΐου 2026



Κάνε τους λίγο κουρκούτι
Πῆγαν κάποιοι στὸν ἀββᾶ Ἀντώνιο καὶ τοῦ εἶπαν:
«Πές μας κάποιο λόγο πῶς νὰ σωθοῦμε».
Καὶ ὁ Γέροντας τοὺς λέει: «Ἀκούσατε τί λέει ἡ Γραφή; Σᾶς ἀρκεῖ αὐτή».
Ἀλλὰ αὐτοὶ εἶπαν: «Θέλουμε καὶ ἀπὸ σένα, πάτερ, νὰ ἀκούσουμε».
Καὶ ὁ Γέροντας τοὺς εἶπε: «Τὸ Εὐαγγέλιο λέει: Ἂν κάποιος σὲ χτυπήσει στὸ δεξὶ μάγουλο, γύρισέ του καὶ τὸ ἄλλο».
«Δεν μποροῦμε -τοῦ λένε- νὰ τὸ κάνουμε αὐτό».
«Ἐὰν δὲν μπορεῖτε νὰ στρέψετε καὶ τὸ ἄλλο -λέει ὁ Γέροντας-ὑπομείνετε τουλάχιστον τὸ ράπισμα στὸ ἕνα».
«Οὔτε αὐτὸ μποροῦμε», τοῦ ἀπαντοῦν.
Ξαναμιλάει ὁ Γέροντας:
«Ἐὰν οὔτε αὐτὸ μπορεῖτε, μὴν ἀνταποδίδετε τὰ ἴσα».
Λένε πάλι: «Οὔτε αὐτὸ μποροῦμε».
Τότε ὁ Γέροντας γυρνάει καὶ λέει στὸν μαθητή του:
«Κάνε τους λίγο κουρκούτι, γιατὶ εἶναι ἄρρωστοι. Ἐὰν τὸ ἕνα δὲν μπορεῖτε καὶ τὸ ἄλλο δὲν θέλετε, τί νὰ σᾶς κάνω;»

Σάββατο 30 Μαΐου 2026


Ἄς μὴν φοβόμαστε
Σὲ καιροὺς διωγμῶν οἱ χριστιανοὶ πρέπει νὰ συνάζονται γύρω ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς... Ἡ Θεία Λειτουργία καὶ τὰ Τίμια Δῶρα θὰ δίνουν στοὺς χριστιανοὺς τὴν δύναμη γιὰ νὰ ὑπομείνουν τὴν πείνα καὶ θὰ τοὺς διαφυλάσσουν ἀπὸ κάθε κακό, κάτω ἀπὸ τὴν σκέπη καὶ τὴν προστασία τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
Ἐπίσης, εἶναι ἀνάγκη νὰ λένε τὴν Εὐχὴ στὸν Ἰησοῦ καὶ νὰ προσεύχονται στὴν Παναγία, λέγοντας: Ὑπεραγία Θεοτόκε,σῶσον ἡμᾶς! ἢ Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ... Οἱ σύντομες αὐτὲς προσευχὲς μᾶς ἕνωσαν μέσα στὴν φυλακὴ καὶ ἔτσι μπορέσαμε νὰ ἀντέξουμε τὸν διωγμὸ τοῦ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος,χωρὶς νὰ ὑποταχθοῦμε στὸ κόκκινο θηρίο.
Ὅμως αὐτὰ εἶναι γιὰ τοὺς χλιαροὺς χριστιανούς, διότι οἱ ἔνθερμοι εἶναι πάντοτε ἕτοιμοι -δὲν περιμένουν τὸν καιρὸ τοῦ διωγμοῦ ἢ τοῦ πολέμου γιὰ νὰ ἐπιμεληθοῦν τὰ τῆς ψυχῆς τους! Γιὰ τὸν ἀληθινὸ χριστιανὸ δὲν ἔχει σημασία πότε θὰ ἔλθει ἕνας πόλεμος ἢ ἕνας διωγμός. Ὁ ἀληθινὸς χριστιανὸς εἶναι πάντα ἕτοιμος, προετοιμασμένος μὲ ἀναμμένη τὴν λαμπάδα τῆς ψυχῆς του, γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Οὐράνιο Νυμφίο. Ὁ γνήσιος χριστιανὸς δὲν ζεῖ μὲ φόβο καὶ ἀγωνία γιὰ τὸ πότε θὰ ξεσπάσει ἕνας πόλεμος ἢ πότε θὰ πέσει μία βόμβα στὸ κεφάλι του. Ἀναζητεῖ τρόπους νὰ θυσιάζεται περισσότερο γιὰ τὸν πλησίον του καὶ γιὰ τὸν Θεό. Ὁ ἀληθινὸς χριστιανὸς ἀναζητεῖ μέσα του τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν καὶ δὲν φοβᾶται τίποτε στὴν ἐφήμερη τούτη ζωή. Γι αὐτὸν ἡ λύπη εἶναι χαρὰ καὶ ὁ Σταυρὸς εἶναι Ἀνάσταση.
Οὕτως ἢ ἄλλως, ἡ ζωὴ μας εἶναι στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ καὶ μόνον Ἐκεῖνος γνωρίζει τὸ τέλος τοῦ ἀνθρώπου. Ἑπομένως, ἂς μὴν φοβόμαστε ὅταν ἀκοῦμε γιὰ πολέμους καὶ ἄλλα φοβερὰ γεγονότα, διότι ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ συμβοῦν, ὅπως εἶπε ὁ Σωτήρας μας. Φόβο θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουμε γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ψυχές μας δὲν εἶναι ἕτοιμες νὰ συναντήσουν τὸν Χριστό.
Γέροντας Ἰουστῖνος Πίρβου

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

 


Λόγος περὶ ἀγάπης

Ὁ Κύριος καί Σωτήρ μας Ἰησοῦς Χριστός μᾶς παρέδωσε τελείαν διδασκαλίαν περί τῆς σωτηρίας μας. Καί αὐτά τά ὁποῖα μᾶς ἐδίδαξε, ὁ Ἴδιος πρῶτα τά ἐφήρμοσε. Εἶναι «ὁ ποιήσας καί διδάξας». Μᾶς ἔφερε ὡς παράδειγμα ἀληθινῆς ἀγάπης τόν Καλό Σαμαρείτη. Ἀλλά ὁ κατ’ ἐξοχήν Καλός Σαμαρείτης ἦταν ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος ἐπῆρε τήν βασανισμένη ἀνθρωπίνη φύσι ἀπό τούς ληστάς, τούς δαίμονας δηλαδή, τά πάθη, τήν κακία τῶν ἀνθρώπων καί τήν ἀνέστησε καί τήν ἐζωοποίησε διά τοῦ σταυρικοῦ Του θανάτου καί τῆς Ἀναστάσεώς Του.

Ὅλοι γνωρίζουμε τώρα ὅτι ἡ τελεία χριστιανική ἀγάπη εἶναι καθολική, εἶναι ἀγάπη πρός ὅλους, καί πρός τούς ἐχθρούς μας ἀκόμη. Αὐτό τό γνωρίζουμε ὅλοι, ἀλλά δυσκολευόμαστε νά τό βιώσουμε. Ἀκόμη καί μεταξύ μας, στά στενά περιβάλλοντά μας, στίς οἰκογένειές μας, στίς ἐργασίες μας ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού τούς ἀντιπαθοῦμε. Καμμιά φορά καί χωρίς νά μᾶς ἔχουν κάνει κάτι ἤ μᾶς ἔκαναν κάτι μικρό ἤ νομίζουμε ὅτι μᾶς ἔκαναν κάτι καί ἐμεῖς κρατᾶμε μία ψυχρότητα ἀπέναντί τους καί πολλές φορές μία ἐπιθετικότητα. Ὅμως ποῦ εἶναι ἡ χριστιανική ἀγάπη σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις; Πρέπει νά κάνουμε μεγάλο ἀγῶνα, γιά νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό αὐτές τίς καταστάσεις, οἱ ὁποῖες φυγαδεύουν τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί δέν μᾶς βοηθοῦν νά εἴμαστε ἀληθινοί μαθηταί τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς διδάσκει, ὅτι αὐτή ἡ τελεία ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ δέν μπορεῖ νά κατορθωθῇ μόνον μέ τίς δικές μας δυνάμεις, γιατί ὅλοι μας, λίγο ἤ πολύ, εἴμαστε ἄρρωστοι, πνευματικά ἄρρωστοι, καί ἡ θέλησίς μας ἀκόμη εἶναι ἀσθενής καί ὁ νοῦς μας εἶναι σκοτισμένος. Χρειάζεται ὁ φωτισμός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτό μεταξύ τῶν κρειττόνων ἀρετῶν, τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή, ὅπως θά θυμᾶστε, συγκαταλέγει καί τήν ἀγάπη. «Ὁ δέ καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια».

Ἄρα λοιπόν ἐμεῖς θά προσπαθοῦμε, θά ἀγωνιζόμαστε, γιά νά ἀποκτήσουμε τήν ἀγάπη, ἀλλά εἶναι ἀπαραίτητο νά ζητοῦμε καί τήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο νά μᾶς φωτίσῃ, νά μᾶς καθαρίσῃ ἀπό τά πάθη καί τήν ἔλλειψι ἀγάπης καί νά μᾶς δώσῃ τό δῶρον τῆς ἀγάπης. Καί τότε, ὅταν τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἀνταποκρινόμενο στήν δική μας ἀναζήτησι, στήν δική μας προσευχή, στόν δικό μας πόθο καί στόν δικό μας ἀγῶνα, μᾶς δώσῃ τήν χάρι τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης, τότε θά εἴμεθα καί ἐμεῖς σωστοί καί καλοί μαθηταί τοῦ διδασκάλου τῆς ἀγάπης, τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Θυμοῦμαι μία ἱστορία γιά κάποιο παιδάκι Ὀρθόδοξο Ἑλληνόπουλο, πού ζοῦσε στήν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου. Ὅταν ἔπαιζε μέ τά ἄλλα παιδάκια, τά Μουσουλμανάκια, καί τόν κτυποῦσαν, αὐτός δέν κτυποῦσε, δέν ἀνταπέδιδε. Τόν ἐρώτησαν λοιπόν μία φορά τά παιδιά τά ἄλλα, οἱ μουσουλμάνοι, οἱ φίλοι του: “δέν μᾶς λές, ἐμεῖς ὅταν μᾶς χτυπᾶνε, χτυπᾶμε. Ἐσύ, βλέπουμε, ὅταν σέ χτυπᾶνε, δέν χτυπᾶς, δέν ἀνταποδίδεις”. Καί αὐτό τό εὐλογημένο καί φωτισμένο παιδί εἶπε: “Ἐγώ εἶμαι μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός μᾶς εἶπε νά μή ἀνταποδίδουμε. Καί γι’ αὐτό ἐγώ δέν ἀνταποδίδω”. Τό ἄκουσε αὐτό ἕνα ἄλλο παιδί, μουσουλμανάκι, καί συγκινήθηκε πολύ καί καθώς μεγάλωνε ἐγνώρισε τόν Χριστό καί ἔγινε Χριστιανός, βαπτίσθηκε καί ἔγινε Χριστιανός.

Ἔτσι πρέπει νά εἶναι οἱ μαθηταί τοῦ Χριστοῦ. Νά μιμούμεθα τόν Χριστόν εἰς ὅλα καί εἰς τήν ἀγάπην. Καί νά καλλιεργοῦμε πάντοτε αὐτό τό πνεῦμα τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους, καί κυρίως πρός ἐκείνους γιά τούς ὁποίους μᾶς ἔρχονται μέσα μας ψυχρότητες καί ἀρνητικά συναισθήματα. Δέν χρειάζεται νά τρέχουμε νά βροῦμε ἐχθρούς γιά νά τούς ἀγαπήσουμε, διότι πολλές φορές δέν μποροῦμε νά ἀγαπήσουμε τούς ἀνθρώπους πού ζοῦμε μαζί τους, καί εἶναι μέσα στά σπίτια μας, μέσα στούς συγγενεῖς μας, καμμιά φορά καί μέσα στήν ἀδελφότητά μας.

Γι’ αὐτό λοιπόν, πατέρες καί ἀδελφοί Χριστιανοί, ἄς ἀρχίσουμε ὅλοι ἕνα εἰλικρινῆ ἀγῶνα, νά μπορέσουμε νά δεχόμαστε τόν κάθε ἄνθρωπο, ὅποιος καί ἄν εἶναι αὐτός, ὡς ἀδελφό μας, καί νά τόν ἀγαπᾶμε, ὅπως πρέπει νά ἀγαπᾶμε τόν Ἴδιο τόν Χριστό. Διότι ὁ Κύριος μᾶς εἶπε, ὅτι στό πρόσωπο τοῦ κάθε ἀνθρώπου πρέπει νά βλέπωμε τόν Χριστό. Καί ὅ,τι κάνουμε σέ κάθε ἄνθρωπο, τό κάνουμε διά τόν Χριστόν. Μακάρι λοιπόν νά ἐνισχυθοῦμε ἀπό τήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιά νά προχωρήσουμε σ’ αὐτό τό θέμα, πού εἶναι τό Α καί τό Ω τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Καί ὅπως εἶπα, χωρίς τήν ἀγάπη δέν μποροῦμε νά εἴμαστε ἀληθινοί μαθηταί τοῦ Χριστοῦ.

Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

 


Τῆς Σπάρτης οἱ πορτοκαλιές...

Τῆς Σπάρτης οἱ πορτοκαλιές, χιόνι, λουλούδια τοῦ ἔρωτα,
ἄσπρισαν ἀπ᾿ τὰ λόγια σου, γείρανε τὰ κλαδιά τους
γιόμισα τὸ μικρό μου κόρφο, πῆγα καὶ στὴ μάνα μου.

Κάθονταν κάτω ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι καὶ μὲ νοιάζονταν,
κάθονταν κάτω ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι καὶ μὲ μάλωνε:
Χτὲς σ᾿ ἔλουσα, χτὲς σ᾿ ἄλλαξα, ποῦ γύριζες -
ποιὸς γιόμισε τὰ ροῦχα σου δάκρυα
καὶ νεραντζάνθια;

Νικηφόρος Βρεττᾶκος

Τετάρτη 27 Μαΐου 2026


Τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία
Μέ πολλή μεγάλη συντομία μπορῶ νά πῶ ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι τρία συγκεκριμένα γεγονότα:
Πρῶτον, Ὀρθοδοξία εἶναι οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, δηλαδή τά δόγματα πού διατυπώθηκαν ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, ἀλλά καί τίς Τοπικές Συνόδους οἱ ὁποῖες ἔχουν ἀναγνωρισθῆ ἀπό τίς πρῶτες. Ὅταν διαβάση κανείς τά Πρακτικά καί τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τότε θά καταλάβη τήν οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας.
Δεύτερον, Ὀρθοδοξία εἶναι τό περιεχόμενο τοῦ σημαντικοῦ πεντάτομου ἔργου πού λέγεται «Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν», τό ὁποῖο δείχνει τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο μπορεῖ κανείς νά φθάση στήν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, δηλαδή εἶναι ὁ ἱερός ἡσυχασμός πού συνδέεται μέ τήν μετάνοια, τήν προσευχή, τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς. Ἡ «Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν» εἶναι συλλογή πατερικῶν ἔργων, στά ὁποῖα γίνεται λόγος γιά τόν ἱερό ἡσυχασμό. Αὐτό ἀκριβῶς δείχνει οὐσιαστικά τήν μέθοδο γιά νά φθάση κανείς στήν ἐσωτερική πνευματική γνώση τοῦ Θεοῦ, αὐτό πού ἐκφράζουν τά δόγματα, οὐσιαστικά οἱ ὅροι τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Καί τρίτον, Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας, τά Μυστήριά της μέ κορυφαῖο τό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, μαζί μέ τίς ἐκκλησιαστικές μας τέχνες, δηλαδή, τήν ἐκκλησιαστική ὑμνογραφία, τήν ἐκκλησιαστική μουσική, τήν ἐκκλησιαστική ἁγιογραφία, τίς ἱερές εἰκόνες κλπ.
Ἄλλωστε, γιατί καθόρισε ἡ Ἐκκλησία τήν σημερινή ἡμέρα πού εἶναι ἡ ἀναστήλωση τῶν ἱερῶν εἰκόνων, νά ἑορτάζεται ὡς Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας; Τό ἔκανε αὐτό, γιατί οἱ εἰκόνες εἶναι ἐκεῖνες πού παρουσιάζουν ὅλο τό πνευματικό ἐσωτερικό μεγαλεῖο τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δείχνουν κατά τρόπο αὐθεντικό τό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, καί τό μυστήριο τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου.
Ἑπομένως, ὅταν συνδέση κανείς καί τά τρία αὐτά γεγονότα, δηλαδή τά δόγματα, πού εἶναι οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τήν ἡσυχαστική παράδοση, ὅπως καταγράφεται στό βιβλίο τῆς «Φιλοκαλίας» καί σέ ἄλλα πατερικά κείμενα, καί τίς ἐκκλησιαστικές τέχνες, τήν ἁγιογραφία, τήν μουσική μας παράδοση, τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο κτίζουμε τούς ναούς, τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο τελοῦμε τήν θεία Λειτουργία, τήν θεία Εὐχαριστία, τότε καταλαβαίνει τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Ὅλα τά ἄλλα πού γίνονται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι καρπός αὐτῶν τῶν βασικῶν γνωρισμάτων.
Αὐτό σημαίνει ὅτι συνδέεται στενά τό δόγμα μέ τήν προσευχή πού γίνεται μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί τήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἰδιαιτέρως μέ τήν θεία Κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.
Γιά νά τό ἐκφράσω αὐτό μέ ἁπλούστερο τρόπο θά ἔλεγα ὅτι Ὀρθοδοξία εἶναι νά συναντήση κανείς ἕναν θεόπτη ἅγιο, ὁ ὁποῖος συνδέει στενά τήν θεία Λειτουργία μέ τήν προσευχή στήν καρδιά καί τήν ἐμπειρική γνώση τοῦ Θεοῦ, νά μαθητεύση κοντά του, νά ἀκολουθήση τίς συμβουλές του καί νά μιμηθῆ τήν ζωή του.
Τότε θά μάθη ἐκ πείρας –ὅπως ἕνας φοιτητής μαθαίνει τήν ἐπιστημονική γνώση ἀπό τόν ἐπιστήμονα ἐρευνητή– τί εἶναι ’Ορθοδοξία καί θά γίνη ὀρθόδοξος σέ ὅλες τίς ἐκφράσεις καί ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς του. Ἡ Ὀρθοδοξία παραλαμβάνεται ὡς πνευματική γέννηση μέσα ἀπό πνευματικά «ζωντανούς ὀργανισμούς». Συμβαίνει καί ἐδῶ ὅ,τι μέ τήν βιολογική ζωή, ἡ ὁποία μεταδίδεται ἀπό γενιά σέ γενιά, ἀπό ζωντανούς βιολογικά ὀργανισμούς. Αὐτό εἶναι ἐκεῖνο πού χαρακτηρίζεται ὡς «θεολογία γεγονότων». Τότε θά μάθη στήν πράξη ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δέν εἶναι ὁ βερμπαλισμός, τά ἰδεολογήματα, τά συνθήματα, οἱ ἔξυπνες ἀτάκες πού ἐντυπωσιάζουν πρόσκαιρα, ὅπως οἱ φωτοβολίδες τόν οὐρανό.
Ὁπότε, γιά νά μάθη κανείς τήν Ὀρθοδοξία, πρέπει νά ἀσχοληθῆ καί νά ἐνδιαφερθῆ μέ τό βάθος αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Καί τελικά Ὀρθοδοξία εἶναι νά γνωρίση κανείς τό βάθος της, πού εἶναι ἡ μετάνοια καί ἡ ταπείνωση καί τότε θά γνωρίση καί τό ὕψος της, πού εἶναι τό ὄρος Θαβώρ, τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως, καί βιαία πνοή τῆς Πεντηκοστῆς.
Μακάρι, μέχρι πού νά τελειώσουμε τήν ζωή μας, μέχρι πού νά φύγουμε ἀπό τόν μάταιο αὐτόν κόσμο νά μάθουμε, ἔστω καί λίγο, τί εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τί εἶναι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία καί νά μήν παραμείνη μέχρι τέλους ἡ Ὀρθοδοξια ἄγνωστη σ’ ἐμᾶς, ἔστω κι ἄν τήν ὁμολογοῦμε καί τήν πανηγυρίζουμε λαμπρά.
Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος

Τρίτη 26 Μαΐου 2026


Τὸ κουκούλωμα
Τέλος, μετὰ πολλὰς πλάνας, καὶ πολλὰς περιπετείας, καὶ πάθη, ἐνοικοκυρεύθη καὶ ἀποκατεστάθη ὁ κὺρ Κοσμᾶς ὁ Πουργιάκος εἰς τὸν κόσμον αὐτόν. Καὶ ἦτο καιρὸς πράγματι. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ποὺ εἶχε τὸ καφενεῖον τῆς νυκτὸς εἰς ἕνα δρόμον κοντὰ στὴν Παλαιὰν Ἀγοράν, ἕως τὸν καιρὸν ὁποὺ ἐξηκολούθει νὰ κάμνῃ τὸν ὠτίατρον ἀκόμη μετὰ χρόνους πολλοὺς εἰς τοὺς πελάτας του, ὁ μύσταξ του ἐξηκολούθει ἀκόμη νὰ εἶναι βαθέος καστανοῦ χρώματος. Εἶχε γυρίσει ὅλας τὰς συνοικίας τῆς πόλεως, μεταφέρων τὸ στραταρχεῖόν του ―τὸ ἰατρεῖόν του καὶ τὸν ναργιλέ του― ἀκολουθούμενος πάντοτε ἀπὸ τὴν πολυάριθμον παρέαν του ― ἀπὸ μπακάλικον εἰς μπακάλικον καὶ ἀπὸ ταβέρναν εἰς ταβέρναν.
Ὁ μικρὸς κομψὸς ναργιλές του, δουλεύων μὲ τουμπεκὶ ἰδιαίτερον, καίων μὲ κάρβουνα κομιζόμενα ἑκάστοτε ἀπὸ τὸ πλησιέστερον καφενεῖον ―ὁμοῦ μὲ καφέδες, λουκούμια καὶ λεμονάδες δι᾿ ὅλην τὴν παρέαν― θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶχε διατηρηθῆ ἄσβεστος ἐπὶ τόσα ἔτη τώρα, ἀκοίμητος καὶ ἀναλλοίωτος, ὅπως ἡ ἀειθαλὴς νεότης τοῦ καπνιστοῦ. Ποτὲ δὲν ἐκάθισεν ὁ Κοσμᾶς εἰς τράπεζαν, εἰς τὰς διαφόρους ταβέρνας ὅπου εἱστιᾶτο πάντοτε, χωρὶς νὰ ἔχῃ συντροφιὰν ἀπὸ τρεῖς ἕως πέντε, ἐνίοτε μέχρις ὀκτώ, φίλους του. Τὰ τεράστια γιουβέτσια ἤρχοντο πάντοτε ἀχνιστὰ ἀπὸ τὸν φοῦρνον, καὶ οἱ φουρνάρηδες δὲν εὐκαιροῦσαν ποτὲ ἀπὸ τὰς ἀλλεπαλλήλους παραγγελίας του.
Ὁ στενώτερος κύκλος ἀπετελεῖτο ἀπὸ τὸν Ἀλέκον τὸν Δρῖνον, ἀπὸ τὸν Ἀντώνην τὸν Λιγδερόν, καὶ ἀπὸ τὸν Τάσον τὸν Ἀσπρομάτην. Αὐτοὶ καὶ ὁ Πολυζωγάκης, ὁ ἀστεῖος τῆς συναναστροφῆς, ἀπετέλουν τὴν αὐλὴν τοῦ Κοσμᾶ. Ὁ Πολυζωγάκης ὡμοίαζε μὲ τοὺς Φράγκους ἱππότας τοῦ μεσαιῶνος. Ὅπως ἐκεῖνοι δὲν ἐχόρταιναν ποτὲ τὰς ἡδονὰς οὔτε τοὺς πολέμους, οὕτω καὶ ὁ Πολυζωγάκης ὅλην τὴν ἡμέραν εἰργάζετο ἀκούραστος ―ἐμβάλωνε παπούτσια― καὶ τὸ βράδυ ἐξεφάντωνεν. Ἔπινεν, ἐχόρευεν, ἐπήδα, πρὸς τέρψιν ὅλης τῆς παρέας.
Ποτὲ δὲν ὑπῆρξε τόσον ἀνοιχτόκαρδος ἄνθρωπος, φύσει ἐπικούρειος γεννημένος, ὅσον ὁ κὺρ Κοσμᾶς. Διὰ τίποτε δὲν τὸν ἔμελε. Τὸν καιρὸν ὁποὺ εἶχεν ἐκεῖ εἰς τὴν παλαιὰν συνοικίαν τὸ νυκτερινὸν καφενεῖον ἐξενυχτοῦσε πάντοτε μὲ τοὺς φίλους πελάτας του, μοιράζων ἐπ᾿ ἴσοις τὰς ὥρας μεταξὺ τοῦ καφενείου καὶ τοῦ πατσατζίδικου, καὶ ὑπαιθριάζων πολλὰς ὥρας ὑπὸ τὴν λεύκαν τῆς μικρᾶς πλατείας. Ἐκεῖ ἐτρώγοντο συνήθως τὰ μοσχοχτάποδα, καὶ ἄλλοι νυκτερινοὶ μεζέδες, ἐν συντροφίᾳ μὲ τὸν Τζώρτζην τὸν Βλάχον, τὸν Λύσανδρον Παπαδιονύσην, καὶ τὸν Κλήμεντα τὸν Σακελλάριον. Συνήθως ὁ Κλήμης ἔτρωγε πρῶτα κρέας μὲ μελιτζάνες, κατόπιν καπαμὰ μὲ μυρωδικὰ καὶ κόκκινην σάλτσαν, καὶ τελευταῖα δύο μοσχοχτάποδα τηγανητά.
Συχνὰ εἰς τὰ δεῖπνα τὰ ὑπαίθρια ἐλάμβανε μέρος καὶ ὁ Παναγὴς ὁ Τζιμιχούρης. Οὗτος ἀνῆκεν εἰς ἱστορικὴν οἰκογένειαν. Ὁ μακαρίτης ἀδελφός του ὁ Μιχάλης, ἀφοῦ εἶχε κερδίσει πολλὰ στοιχήματα, κατορθώσας νὰ φάγῃ τὴν μίαν φορὰν ἕνα ταψὶ μπακλαβᾶ, τὴν ἄλλην 14 ζευγάρια σαρδέλες τοῦ λίπους, ἀνὰ δύο τὴν μπουκιὰν ―ἄλλοτε πάλιν ἕνδεκα ὀκάδας ξηρὰ σῦκα― τέλος, ἔχασεν ἕν, τὸ τελευταῖον, καὶ ἀπέθανεν ἐκ δυσπεψίας, μὴ προφθάσας ν᾿ ἀποφάγῃ ἐννέα ὀκάδας κεράσια μετὰ τῶν πυρήνων, ὅπως εἶχε στοιχηματίσει.
Ὁ Παναγὴς ἔφερε μαζί του, εἰς τὰ νυκτερινὰ ὑπὸ τὴν λεύκαν δεῖπνα, πότε 6 ἕως 7 δωδεκάδας χαψιά, πλέοντα ἐντὸς βαθείας πιατέλας μὲ ἑκατὸν δράμια λάδι καὶ ἀνάλογον τριανταφυλλόξιδο, καὶ ὁλάκερους σκεμπέδες παραγεμιστούς, σκληροὺς ὡς πέτρα. Ἀλλὰ τὸ μᾶλλον εὐνοούμενον φαγητόν του ἦτο τὸ ἑξῆς: ὁλόκληρον χοιρίδιον παραγεμιστόν, μὲ πολλοὺς σκόμβρους ἀντὶ σαλάτας, καὶ ὡς ἐπιδόρπιον χέλι ψητὸν μετὰ φύλλων δάφνης στὴν σούβλα. Αὐτὰ τὰ τρία, ὁμοῦ τρωγόμενα, ἀπετέλουν τὸ ἰδεῶδες τῆς γαστρονομίας… Κατόπιν ὅλοι ὁμοῦ ἐμβαρκαρίζοντο κ᾿ ἔπλεον εἰς ὀνειρώδη ποταμὸν ρητινίτου, ὑπὸ τὴν αὔραν τῶν θροούντων φύλλων.
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Δευτέρα 25 Μαΐου 2026



Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς
Μεταξὺ τῶν ὑπαρχόντων ἱερέων ὑπάρχουσιν ἀκόμη πολλοὶ ἐνάρετοι καὶ ἀγαθοί, εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς τὰ χωρία. Εἶναι τύποι λαϊκοί, ὠφέλιμοι, σεβάσμιοι. Ἂς μὴν ἐκφωνῶσι λόγους. Ἠξεύρουσιν αὐτοὶ ἄλλον τρόπον πῶς νὰ διδάσκωσι τὸ ποίμνιον.
Γνωρίζω ἕνα ἱερέα εἰς τὰς Ἀθήνας. Εἶναι ὁ ταπεινότερος τῶν ἱερέων καὶ ὁ ἁπλοϊκότερος τῶν ἀνθρώπων. Διὰ πᾶσαν ἱεροπραξίαν ἂν τοῦ δώσῃς μίαν δραχμὴν ἢ πενήντα λεπτὰ ἢ μίαν δεκάραν, τὰ παίρνει. Ἂν δὲν τοῦ δώσῃς τίποτε, δὲν ζητεῖ. Διὰ τρεῖς δραχμὰς ἐκτελεῖ ὁλόκληρον παννύχιον ἀκολουθίαν. Ἀπόδειπνον, Ἑσπερινόν, Ὄρθρον, Ὧρας, Λειτουργίαν. Τὸ ὅλον διαρκεῖ ἐννέα ὥρας. Ἂν τοῦ δώσῃς μόνον δύο δραχμάς, δὲν παραπονεῖται.
Κάθε ψυχοχάρτι, φέρον τὰ μνημονευτέα ὀνόματα τῶν τεθνεώτων, ἀφοῦ ἅπαξ τοῦ δώσῃς, τὸ κρατεῖ διὰ πάντοτε. Ἐπὶ δύο, τρία, τέσσαρα, πέντε ἔτη ἐξακολουθεῖ νὰ μνημονεύῃ τὰ ὀνόματα, δι᾿ εἴκοσι λεπτὰ τὰ ὁποῖα τοῦ ἔδωκες εἰσάπαξ. Εἰς κάθε προσκομιδὴν μνημονεύει δύο ἢ τρεῖς χιλιάδας ὀνόματα. Δὲν βαρύνεται ποτέ. Ἡ προσκομιδὴ παρ᾿ αὐτῷ διαρκεῖ δύο ὥρας. Ἡ Λειτουργία ἄλλας δύο. Εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῆς Λειτουργίας, ὅσα κομμάτια ἔχει ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ, ἀπὸ πρόσφορα ἢ ἀρτοκλασίαν, τὰ μοιράζει ὅλα εἰς ὅσους τύχουν. Δὲν κρατεῖ σχεδὸν τίποτε.
Μίαν φορὰν ἔτυχε νὰ χρεωστῇ μικρὸν χρηματικὸν ποσόν, καὶ ἤθελε νὰ τὸ πληρώσῃ, εἶχε δέκα ἢ δεκαπέντε δραχμάς, ὅλα εἰς χαλκόν, ἐπὶ δύο ὥρας ἐμετροῦσεν, ἐμετροῦσε καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ τὰ εὕρῃ πόσα ἦσαν. Τέλος, εἷς ἄλλος χριστιανὸς ἔλαβε τὸν κόπον καὶ τοῦ τὰ ἐμέτρησεν.
Εἶναι ὀλίγον τι βραδύγλωσσος, καὶ περισσότερον ἀγράμματος. Εἰς τὰς εὐχάς, τὰς περισσοτέρας λέξεις τὰς λέγει ὀρθάς, εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τὰς περισσοτέρας ἐσφαλμένας. Θὰ εἰπῆτε, διατί ἡ ἀντίθεσις αὐτή; Ἀλλὰ τὰς εὐχὰς τὰς ἰδίας ἀπαγγέλλει καθ᾿ ἑκάστην, ἐνῷ τὴν δείνα περικοπὴν τοῦ Εὐαγγελίου θὰ τὴν ἀναγνώσῃ ἅπαξ ἢ δίς ἤ, τὸ πολύ, τρὶς τοῦ ἔτους, ἑξαιρέσει ὡρισμένων περικοπῶν συχνὰ ἀλλ᾿ ἀτάκτως ἐπανερχομένων, ὡς εἰς τοὺς Ἁγιασμοὺς καὶ τὰς Παρακλήσεις.
Τὰ λάθη, ὅσα κάμνει εἰς τὴν ἀνάγνωσιν, εἶναι πολλάκις κωμικά. Καὶ ὅμως ἐξ ὅλων τῶν ἀκροατῶν του, ἐξ ὅλου τοῦ ἐκκλησιάσματος, κανείς μας δὲν γελᾷ. Διατί; Τὸν ἐσυνηθίσαμεν, καὶ μᾶς ἀρέσει. Εἶναι ἀξιαγάπητος. Εἶναι ἁπλοϊκὸς καὶ ἐνάρετος. Εἶναι ἄξιος τοῦ πρώτου τῶν Μακαρισμῶν τοῦ Σωτῆρος.
Τώρα, ὑποθέσατε δύο ὑποθέσεις, μίαν ἀδύνατον, καὶ μίαν δυνατήν, ὑποθέσατε ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος ἱερεὺς εἶχεν ἐξέλθει ἀπὸ ἱεροδιδασκαλεῖον, παλαιὸν ἢ νέον· θὰ εἶχε διαφορὰν ἐπὶ τὸ βέλτιον; Θὰ ἦτο πασσαλειμμένος μὲ ὀλίγα ἀτελῆ, κακοχώνευτα καὶ συγκεχυμένα γράμματα, μὲ περισσότερον οἴησιν καὶ ἀξιώσεις. Θὰ ἦτο διὰ τοῦτο καλύτερος; ...
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

 


Γιὰ τοὺς ἐχθρούς της ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς

Ἂν καὶ εἶμαι ζωγράφος κι ὄχι μουσικός, ὡστόσο ἔχω γράψει περισσότερα γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ ἀπὸ τὴν ἁγιογραφία. Γιατὶ ἡ μουσικὴ ἐνεργεῖ ἀπάνω στὴν ψυχὴ πιὸ δυνατὰ καὶ πιὸ ἄμεσα, παρὰ ἡ ζωγραφική, ἐπειδὴ μὲ τὴν μουσικὴ μπορεῖ νὰ ἐκφρασθεῖ, λίγο πολύ, ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἐνῶ ἡ ζωγραφικὴ εἶναι μία τέχνη ποὺ τὴν κάνουνε μονάχα οἱ τεχνίτες ποὺ εἶναι σπουδασμένοι σ’ αὐτὴν τὴν τέχνη. Μὲ τὴν μουσικὴ καὶ μὲ τὴν ποίηση ἐκφράζεται ἡ λαϊκὴ ψυχὴ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον τρόπο καὶ γιὰ τοῦτο σ΄ αὐτὲς τὶς τέχνες φανερώνεται ὁλοζώντανος ὁ χαρακτήρας τοῦ λαοῦ. Γι’ αὐτὴ τὴν αἰτία ὁ Πλάτωνας ὁ φιλόσοφος εἶπε· ἅμα ἀλλάξει ἡ μουσικὴ ἑνὸς λαοῦ, θὰ πεῖ πὼς ἄλλαξε κι ὁ χαρακτήρας του. Κι ὅμως, βρίσκουνται σὲ μᾶς ἄνθρωποι, καὶ μάλιστα ἱερωμένοι καὶ θεολόγοι, ποὺ ἔχουνε τὴν ἰδέα πὼς ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ εἶναι κάποιο πράγμα ποὺ δὲν ἔχει μεγάλη σημασία γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας καὶ ποὺ μπορεῖ νὰ ἀλλάξει, χωρὶς νὰ ἀλλοιωθεῖ ἡ πραγματικὴ οὐσία της.

Ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσική μας, ὅπως κι οἱ ἄλλες ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, εἶναι ἀχώριστες ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ἐκφράζουνε.

Ὁ χαρακτήρας της μορφώθηκε ἀπὸ τὰ νοήματα καὶ ἀπὸ τὰ αἰσθήματα ποὺ ἐκφράζει. Ἂν ἐξέφραζε ἄλλα νοήματα κι ὁ διπλός της χαρακτήρας θὰ ἤτανε ἀλλοιώτικος. Ἡ ἀνταπόκριση ἀνάμεσα στὸ μέσον μὲ τὸ ὁποῖο γίνεται ἡ ἔκφραση καὶ σὲ κεῖνο ποὺ ἐκφράζεται μ΄ αὐτὸ τὸ μέσον, εἶναι τόσο ἀπόλυτη, ὥστε αὐτὰ τὰ δύο νὰ εἶναι σὲ τέτοιον βαθμὸ σφιχτὰ δεμένα ἀνάμεσά τους ποὺ ν’ ἀποτελοῦνε ἕνα πράγμα. Οἱ ἐκκλησιαστικὲς τέχνες καθρεφτίζουνε μὲ ἀκρίβεια τὸν μυστικὸ πλοῦτο τῆς ἀληθινῆς χριστιανικῆς θρησκείας, δηλαδὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Κάθε παραμόρφωση ποὺ παθαίνει ἡ πνευματικὴ οὐσία της, καθρεφτίζεται μέσα σ’ αὐτὸν τὸν καθρέφτη ποὺ λέγεται μουσική, ἁγιογραφία, ἀρχιτεκτονικὴ κλπ, ὅπως γίνεται καὶ τὸ ἀνάποδο, δηλαδὴ κάθε παραμόρφωση ποὺ παθαίνουνε οἱ ἐκκλησιαστικὲς τέχνες φανερώνει τὴν παραμόρφωση ποὺ ἔπαθε ἡ πνευματικὴ οὐσία ποὺ ἐκφράζουνε.

Βλέπει λοιπὸν κανείς, πὼς δὲν ὑπάρχει πιὸ ἀνόητο πράγμα ἀπ’ αὐτὸ ποὺ λένε ὅσοι θεωροῦνε τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες – καὶ γενικὰ τὴ μορφὴ τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας μας – σὰν κάποια πράγματα συμβατικὰ καὶ τὰ ἔργα τους σὰν τυχαία κατασκευάσματα, ποὺ μποροῦνε ν’ ἀλλάζουνε κατὰ τὰ γοῦστα τοῦ καθενός. Πρέπει νὰ ἔχει κανένας ἐκείνη τὴ βαθυστόχαστη ἀνοησία ποὺ ἔχουνε κάτι τέτοιοι ἄνθρωποι, ποὺ εἶναι ψυχὲς ἄδειες ἀπὸ κάθε πνευματικὴ θέρμη, γιὰ νὰ λέει καὶ νὰ ὑποστηρίζει τέτοια πράγματα. Ἀκόμα καὶ στὴν κοσμικὴ τέχνη, ποὺ ἀκολουθᾶ τὰ ρεύματα τοῦ ὑλικοῦ κόσμου, ξέρουνε ὅσοι καταγίνουνται μ’ αὐτή, πὼς ἡ οὐσία καὶ ἡ μορφὴ εἶναι ἀλληλοεξαρτημένα, καὶ μάλιστα τόσο ἀλληλοεξαρτημένα, ποὺ κατὰ βάθος νὰ εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα. Μοναχὰ κάποιοι ἀνόητοι, σὰν καὶ τούτους ποὺ εἴπαμε παραπάνω, ἔχουνε τὴν ἰδέα πὼς ἡ οὐσία κι ἡ μορφή, τὸ νόημα ἢ τὸ αἴσθημα κι ἡ ἔκφρασή του, τὸ μέσα καὶ τὸ ἀπέξω, εἶναι δύο πράγματα ἄσχετα τὸ ‘να μὲ τ’ ἄλλο. Ἕνας τέτοιος ἐλαφρόμυαλος, ὁ Παναγιώτης Σοῦτσος, ἔλεγε γιὰ τὸ Σολωμό, νομίζοντας πὼς ἔλεγε κάποιο σπουδαῖο πράγμα, πὼς τὰ ἔργα τοῦ Σολωμοῦ ἤτανε: «ἰδέαι πλούσιαι, πτωχὰ ἐνδεδυμέναι», καὶ πὼς γι’ αὐτό: «δὲν εἶναι δι’ αἰώνιον ζωὴν προορισμέναι».

Μ’ ἄλλα λόγια, γιὰ νὰ μὴν πεθάνουνε τὰ ἔργα τοῦ Σολωμοῦ, κατὰ τὴν μεγαλοφυΐα τοῦ Σούτσου, θὰ ‘πρεπε νὰ βρίσκει μὲν τὶς ἰδέες ὁ Σολωμός, ἀλλὰ νὰ τὶς παραδίνει στὸ Σοῦτσο γιὰ νὰ τὶς ντύνει μὲ πλούσια ἐνδύματα, δηλαδὴ νὰ τὶς ἐκφράζει μὲ τοὺς νερόβραστους στίχους του. Θαυμάστε τί φωστῆρες βγάζει ἡ Ἑλληνικὴ Φυλή! Ἐ, τέτοιοι φωστῆρες εἶναι καὶ τοῦτοι οἱ σημερινοί, ποὺ θεωροῦνε σὰν «ἐπουσιώδη πράγματα» τὴ ἐκκλησιαστικὴ μουσική μας, τὴν εἰκονογραφία μας κλπ γιὰ νὰ ἀποχτήσουνε τὸν περιπόθητο τίτλο τοῦ νεωτεριστῆ. Γιὰ νὰ εἶναι κανένας νεωτεριστὴς στὰ πράγματα τῆς παράδοσης, ποὺ μορφώθηκαν μέσα σὲ αἰῶνες καὶ ποὺ ἔχουνε τὴ σταθερότητα ποὺ ἔχει ἡ πίστη ἀπ’ ὅπου βγήκανε, θὰ πεῖ πὼς δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ νιώσει τί πάγει νὰ καταστρέψει, ὥστε νὰ φρίξει καὶ νὰ μαζευτεῖ, νιώθοντας τὴν μικρότητά του μπροστὰ στὰ αἰώνια αὐτὰ στοιχεῖα.

Οἱ τέτοιοι νεωτεριστὲς σπρώχνονται στοὺς εὔκολους κι ἀνεύθυνους νεωτερισμοὺς ἀπὸ τὴν περηφάνια. Ἡ περηφάνια εἶναι ἡ μητέρα κάθε ἀνοησίας. Ἐνῶ σ’ ὅποια ψυχὴ μπεῖ ἡ ταπείνωση, φεύγει ἡ ἀνοησία. Γι’ αὐτὸ τοῦτοι οἱ νεωτεριστὲς εἶναι ἀνόητοι καὶ κούφιοι, ἐπειδὴ κρύβουνε τὴν περηφάνια τους μὲ τὴν ταπεινολογία. Ξερόψυχοι, πῶς νὰ νιώσουνε τὸ ὕψος τῆς ταπείνωσης καὶ νὰ αἰσθανθοῦνε τὴν κατάνυξη ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὴν ταπείνωση; Καλὰ λέγει ὁ ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος: «Ἡ περηφάνια ἀναγκάζει ἐπινοεῖν καινοτομίας, μὴ ἀνεχομένη τὸ ἀρχαῖον». Ἐκεῖνος ποὺ ἀκολουθᾶ πρόθυμα καὶ σέβεται τὴν παράδοση, φανερώνει μὲ τοῦτο πὼς ἔχει ταπεινὸ φρόνημα, δηλαδὴ πὼς εἶναι στερεωμένος ἀπάνω στὴν ἀσάλευτη πέτρα, ποὺ εἶναι τὸ θεμέλιο τῆς θρησκείας τοῦ Χριστοῦ.

Γιὰ τοὺς νεωτεριστὲς ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ εἶναι ἀνιαρή, χωριάτικη, παλιωμένη καὶ γι’ αὐτὸ θέλουνε νὰ τὴ γυρίσουνε στὴ εὐρωπαϊκὴ πολυφωνία, ποὺ εἶναι γι’ αὐτοὺς πιὸ νεωτεριστική, πιὸ σύμφωνη μὲ τὰ ἐκφυλισμένα γοῦστα τῆς ἐποχῆς μας. Οἱ δυστυχεῖς δὲν ὑποπτεύουνται τί εἶναι αὐτὴ ἡ μουσικὴ ποὺ θέλουνε νὰ καταργήσουνε. Ἂν ἦταν σὲ θέση νὰ γνωρίζουνε τί κάνουνε, θὰ ἀνατριχιάζανε. Τὴν ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ τὴν κρίνουνε μὲ τὰ μέτρα τῆς κοσμικῆς μουσικῆς. Τὴν κρίνουνε σὰν μία τέχνη ποὺ ἔχει σκοπὸ νὰ μᾶς εὐχαριστήσει ἢ νὰ μᾶς συγκινήσει κι ὄχι νὰ μᾶς ἁγιάσει. Ἡ λειτουργικὴ μουσικὴ τῆς Ἐκκλησίας μας δὲν τοὺς ἀρέσει, γιατί ἔχει ἱερατικότητα καὶ γιατί ἐκφράζει ταπείνωση, συντριβή, ἁπλότητα, ἔλεος, ἐγκαρτέρηση καὶ ἱκεσία.

«Τὸ γοῦστο» λέγει ὁ Λεωνίδας Οὐσπένσκης «εἶναι ὁ δικτάτορας». Τὸ προσωπικὸ γοῦστο ἔχει ἐπιβληθεῖ γενικὰ σὰν κριτήριο γιὰ τὴν ἀξία τῆς εἰκόνας ἢ τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς. Γίνεται λόγος γιὰ «καλὸ γοῦστο» καὶ γιὰ «κακὸ γοῦστο». Μὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία κανένα γοῦστο δὲν εἶναι μήτε καλὸ μήτε κακὸ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ λογαριαστεῖ σὰν κριτήριο. Μὲ ποιό δικαίωμα τὸ γοῦστο τοῦ τάδε προσώπου θὰ κρινότανε γιὰ καλὸ καὶ τοῦ τάδε ἄλλου γιὰ κακό; Τὸ γοῦστο δὲν εἶναι ἕνα μόνιμο πράγμα. Ἀλλὰ ἀλλάζει ὁλοένα. Μὲ τὰ προσωπικὰ γοῦστα ποὺ ἀνακατεύουνται στὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες καταντήσαμε σ’ αὐτὸ ποὺ φοβότανε ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, γράφοντας τὰ παρακάτω: «Ἂν ἀφήσουμε τὸν καθένα νὰ κάνει ὅ,τι θέλει, σιγά-σιγὰ ὁλόκληρο τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας θὰ καταστραφεῖ»!

Μὰ ἄραγε, εἶναι σὲ θέση νὰ καταλάβουνε αὐτὰ τὰ πράγματα οἱ περισπούδαστες κεφαλές, ποὺ περνᾶνε γιὰ σοφές, ἐπειδὴ πήγανε στὴν Εὐρώπη, ἢ εἶναι γι’ αὐτοὺς πιὸ μυστηριώδη κι αἰνιγματικὰ ἀπὸ τὰ ἱερογλυφικά;

Φώτης Κόντογλου

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

 


Ὄνειρον Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη,
ἀμίσθου ἱεροψάλτου

Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, υἱὸς τοῦ ἱερέως Ἀδαμαντίου Ἐμμανουήλ, διηγηματογράφος καὶ ἱεροψάλτης, ὠνειρεύθη τὴν νύκτα τῆς 2ας πρὸς 3ην Ἰανουαρίου 1911, εἰς τὴν Σκίαθον, ὅτι εὑρίσκετο εἰς τὰς Ἀθήνας, ἔλαβε δὲ σημείωμα τοῦ Βλ. Γαβριηλίδου, μὲ τὸ ὁποῖον ὁ διευθυντὴς τῆς «Ἀκροπόλεως» τὸν ἐκάλει νὰ περάσῃ τὸ ταχύτερον ἀπὸ τὰ γραφεῖα τῆς ἐφημερίδος. Μολονότι ἐνόησεν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀναθέσεως ἐργασίας καὶ μολονότι ἡ οἰκονομική του κατάστασις πᾶν ἄλλο ἢ ἀνθηρὰ ἦτο, ἐδυσφόρησεν ἐλαφρῶς, ἔκαμε βῶλον τὸ σημείωμα καὶ τὸ κατέπιεν, ἀλλ᾿ ἡ κατάποσις ὑπῆρξεν ὀδυνηρά πως καὶ ηὐχήθη τότε νὰ εἶχεν ὀλίγον γάλα.

Αἰφνιδίως ἐπαρουσιάσθη ὁ φίλος του Νιρβάνας, ὅστις τοῦ ἔτεινε ποτήριον γάλακτος λέγων: «Ἀλέξανδρε, τόσον καιρὸν ἐπιμένω ὅτι, ἐὰν ἔπινες τακτικώτερα γάλα, θὰ ὠφελεῖσο πολύ, ἀλλ᾿ ἐσὺ μὲ πεῖσμα μοῦ ἀντιτάσσεις τὴν ἀπαράγραπτον τήρησιν τῆς νηστείας. Σήμερα ὅμως ἠμπορεῖς ἀνενόχως νὰ καταλύσῃς, καθ᾿ ὅτι διανύομεν τὸ Δωδεκαήμερο». Ὁ Ἀλέξανδρος ἔλαβε τὸ ποτήριον, ἀλλ᾿ ὅταν τὸ ἔφερεν εἰς τὰ χείλη του διεπίστωσεν ὅτι περιεῖχε διάλυμα ἀσβέστου, ταυτοχρόνως δὲ εἶδεν ὅτι ὁ Νιρβάνας διελύετο ὡς καπνός! Τοῦ Ἀχιτόφελ βουλαί, παίγνια τοῦ Βεελζεβούλ!

Τοῦτο τὸν ἐνέβαλεν εἰς τὴν ὑποψίαν ὅτι ἐνδεχομένως καὶ ὁ Γαβριηλίδης ἤθελε νὰ τὸν βάλῃ εἰς πειρασμόν. Ἐνθυμήθη ὅτι πρὸ ἐτῶν τοῦ ἐζήτησεν ἀσυστόλως νὰ μεταφράσῃ, Μεγαλοβδομαδιάτικα κιόλας, τὰ πρακτικὰ τῆς διεξαγομένης τότε ἐν Ἀγγλίᾳ δίκης θηλυπρεποῦς καὶ ἀκολάστου συγγραφέως. Εἶχε μετὰ βδελυγμίας ἀρνηθῆ, ἀλλ᾿ εἷς τῶν συντακτῶν τῆς «Ἀκροπόλεως» εὗρε τὴν εὐκαιρίαν, ὡς ἐνόμισε, νὰ τοῦ δώσῃ, ἀκαίρως καὶ δωρεάν, μάθημα φιλοχριστίας εἰπών: «Κύριε Ἀλέξανδρε, δὲν κινδυνεύετε νὰ φανῆτε ἀντίχριστος, ὅταν ἀντιμετωπίζετε μὲ τόσην ἀνεπιείκειαν τὰς ἀδυναμίας τῶν ἀνθρώπων;». Τρομερῶς ἐξερράγη τότε αὐτὸς καὶ ἀνταπέδωσεν ἐντόκως τὴν διδαχήν, τοῦ ἔκοψε δὲ τὴν καλημέραν ἐπὶ ὁλόκληρον μῆνα διὰ τὸ βλάσφημον «ἀντίχριστος».

Θὰ ἐπήγαινε, λοιπόν, εἰς συνάντησιν τοῦ Γαβριηλίδου, πλὴν ὅμως «κουμπωμένος».

Καθ᾿ ὁδὸν εὑρέθη ἀντίπρωρος πρὸς τὸν συμπατριώτην του Λαλεμῆτρον, ὅστις τὸν ἐχαιρέτισεν μὲ ἄκραν διαχυτικότητα καὶ μὲ ἴσην ἀφελότητα τὸν ἐκάλεσε νὰ καθίσωσιν εἰς παρακείμενον ζαχαροπλαστεῖον, ὀνομαστὸν διὰ τοὺς λουκουμᾶδες του. Ἐδέχθη τὴν πρόσκλησιν, εἰσῆλθον εἰς τὸ κατάστημα καὶ ὁ Λαλεμῆτρος παρήγγειλε δυὸ μερίδας. Ἦσαν λουκουμᾶδες ἐξαίρετοι καὶ τοὺς ἐτίμησαν δεόντως. Ὁ Παπαδιαμάντης ἐποτίσθη μέχρις ὀνύχων ἀπὸ τὴν ἡδύτητά των, ὅλην ἄρωμα!

«Εὐχαριστῶ διὰ τὸ κέρασμα», εἶπεν εἰς τὸν Λαλεμῆτρον, «μὲ ἔκαμες νὰ θυμηθῶ τὴν πατρίδα!». «Ἔχω ὅμως ἕνα παράπονο», ἀπήντησεν, ἀπροσδοκήτως ἀλλὰ καὶ μετὰ συστολῆς ἐκεῖνος. Θορυβηθεὶς ὁ Παπαδιαμάντης τὸν ἠρώτησεν ἂν τυχὸν τοῦ ὀφείλει χρήματα καὶ τὸ ἐλησμόνησεν· ἂν περὶ αὐτοῦ πρόκειται, νὰ μὴ ἀνησυχῇ, θὰ λάβῃ σήμερα καλὴν παραγγελίαν καὶ προκαταβολήν, θὰ τὸν ἐξοφλήσῃ ἀμέσως. Πάσχων νὰ τὸν πείσῃ ἠσθάνετο νὰ ἀναπέμπωνται ἐκ τοῦ στομάχου εἰς τὸ στόμα οἱ λουκουμάδες ὡς γεῦσιν χολῆς.

Ὁ ἄνθρωπος συνεστάλη ἔτι περισσότερον, ὅταν ὡς ὁ Παπαδιαμάντης ἐπῆρε τὸν ἀνασασμόν του, ἐμορμύρισεν ὅτι οὐδέποτε ἔτυχε νὰ ἔχουν χρηματικὰς δοσοληψίας, καὶ πῶς εἶχε σκεφθῆ αὐτὰ τὰ περὶ χρέους; Ἄλλης λογῆς ἦτον τὸ παράπονό του, ὅτι δηλαδὴ τὴν ἱστορίαν τοῦ Γιάννη τ᾿ Μοθωνιοῦ, ὅπου ἐγύρισε ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ καὶ ἐπανδρεύθηκε τὴ σαστικιά του, τὸ Μελαχρὼ τῆς Κουμπουρτζίνας, ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος τὴν εἶχε βάλει στὸ χαρτί, ἀλλὰ τὴν ἰδικήν του, ὁποὺ καὶ αὐτὸς ἐβασανίσθη πέντε χρόνια στὴν Ἀλάσκα κ᾿ ἐτυφλώθη, καὶ ἐπέστρεψε στὴ Σκιάθο θαμματουργὰ θεραπευμένος, αὐτὴν λοιπὸν τὴν ἐλησμόνησεν.

Ἐξέφραζε τὸ παράπονον μὲ τὴν κεφαλὴν κάτω νεύουσαν, καὶ ὁ Παπαδιαμάντης μειδιῶν τοῦ ὑπενθύμισεν ὅτι ὁ ἐξάδελφός του Ἀλέκος εἶχεν ἀφηγηθῆ εἰς ὑπερεβδομήκοντα σελίδας τὸν νόστον του, ἄρα ἀδίκως παρεπονεῖτο, κινδυνεύων οὕτω νὰ θεωρηθῇ ἀχάριστος. Ὁ Λαλεμῆτρος ἠκροᾶτο ταπεινῶς, ἐντούτοις εὗρε τὸ θάρρος ν᾿ ἀπαντήσῃ:

«Ἔχεις δίκιο, κυρ-Ἀλέξανδρε, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ μὴν τὸ πῶ· ἐσὺ θὰ τὴν ἔγραφες νοστιμώτερα. Ὡστόσο, σὲ παρακαλῶ, νὰ μὴν κάνῃς λόγο στὸν ἐξάδελφό σου γιὰ τὴν κουβέντα μας· γιατί νὰ τὸν πικράνω;».

Ὁ Παπαδιαμάντης ἠσθάνθη ὑποχωροῦσαν τὴν πικρότητα τῆς γεύσεώς του. «Ἰδοὺ ὅτι καὶ ὁ Λαλεμῆτρος ἔχει, καθὼς λέγουν, προτιμήσεις ὕφους!» εἶπεν ἐνδομύχως καὶ παρευθὺς ἄκανθα οἰήσεως ἀνεφύη ἐν τῇ καρδίᾳ του καὶ ἦτο εἰς τὴν ἀκμὴν νὰ κομπάσῃ «Ἀλέκο, σέ...», ἀλλὰ συνῆλθε πάραυτα καὶ ἀνελογίσθη τὸ ἀποστολικὸν· «Τί ἔχεις, ὃ οὐκ ἔλαβες; εἰδὲ καὶ ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μὴ λαβών;». Ἔτεινε τὴν χεῖρα του πρὸς τὸν Λαλεμῆτρον.

«Ὡραῖοι οἱ λουκουμᾶδες! Θὰ εἰπῶ εἰς τὸν Μωραϊτίδην ὅτι ἐκεῖνον ἤθελες νὰ κεράσῃς, ἀλλὰ δὲν τὸν εὖρες καὶ ἐπωφελήθην ἐγώ...».

Νῖκος Δ. Τριανταφυλλόπουλος


Παρασκευή 22 Μαΐου 2026


Τὸ μεγαλεῖο τῆς ἐποχῆς μας
Κυττάξετε γύρω μας, τί κάνουνε οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι στὶς τέχνες, ποὺ ἄλλη φορὰ χαροποιούσανε καὶ ξεκουράζανε τὸν ἄνθρωπο, γι᾿ αὐτὸ κι οἱ Ἕλληνες λέγανε «τέχνη ἐστὶ τέρψις» καὶ «ἀτυχήσασι τέχνη παρηγορία». Σ᾿ αὐτὸ τὸ χάος τῆς ἀπελπισίας ποὺ κατάφερε νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀπόμεινε τίποτα ποὺ νὰ μὴν ἔχει ἀπάνω του τὴ φριχτὴ σφραγίδα τῆς τρέλλας καὶ τῆς φρίκης. Ἡ πολιτικὴ κατάσταση εἶναι μαύρη καὶ σκοτεινή, ἡ γνώση, ἡ ἐπιστήμη κι οἱ διάφορες θεωρίες τους εἶναι κι αὐτὲς σὰν βραχνάδες, τὸ ἴδιο καὶ χειρότερο εἶναι καὶ ἡ τέχνη, ποὺ ἤτανε ἡ τελευταία ἐλπίδα καὶ παρηγοριὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Καμαρώσετε τί «ἔργα» παρουσιάζουν οἱ «τέχνες» σήμερα. Εἶναι νὰ φράζει κανένας τὰ μάτια του.
Ὅλα αὐτὰ τὰ πασαλείμματα ἀπάνω στοὺς μουσαμάδες, ποὺ λέγουνται «ἔργα ζωγραφικῆς», ὅλα αὐτὰ τὰ παλιοσίδερα ἢ τὰ νταμαροκοτρώνια ποὺ παρουσιάζουνται γιὰ «ἔργα γλυπτικῆς» σὲ κάνουν ὄχι μονάχα νὰ ἀηδιάσεις γιὰ τὸ κατάντημά μας, ἀλλὰ καὶ νὰ θυμώσεις γιὰ τὴν ἀδιαντροπιὰ ποὺ φανερώνουν αὐτὰ τὰ τερατουργήματα. Γιατὶ ἕνα χαρακτηριστικὸ τοῦ καιροῦ μας, ποὺ ὑπάρχει μέσα σὲ ὅλα, εἶναι ἡ ἀδιαντροπιά. Μπορεῖ κανένας πολὺ σωστὰ νὰ πεῖ γιὰ τὴν ἐποχή μας πὼς εἶναι ἡ ἐποχὴ τῆς τρέλλας καὶ τῆς ἀδιαντροπιᾶς. Γιατὶ, ἂν δὲν εἶναι κανένας ἀδιάντροπος, πῶς θὰ κάνει τέτοια «ἔργα», σὰν κι αὐτὰ ποὺ εἴπαμε παραπάνω;
Ἀλλὰ καὶ τί ἄλλο ἀπὸ ἀδιαντροπιὰ φανερώνουν καὶ τὰ μὰτς μὲ τὴ θεὰ μπάλλα, ποὺ τὴν κλωτσᾶνε ἕνα σωρὸ χασομέρηδες, γιὰ νὰ διασκεδάσουνε τὶς μυριάδες «φίλαθλους», ποὺ δὲν εὑρῆκαν ἄλλο τίποτα γιὰ νὰ νιώσουν ἀγωνία καὶ χτυποκάρδι, ἀλλὰ μόνο τὴ «μπάλλα»; Καὶ γίνουνται σοβαρὰ συνέδρια γιὰ τὴ μπάλλα, μὲ ἀντιπροσωπεῖες, μὲ συζητήσεις, μὲ ἀνακοινωθέντα, μὲ δημοσιογράφους. Σὲ τέτοιο δυσθεώρητο ὕψος δὲν ἔφταξε ποτὲ ἡ ἀνοησία.
Οἱ ἄνθρωποι καταντήσανε σὰν ἄδεια κανάτια, καὶ προσπαθοῦν νὰ γεμίσουν τὸν ἑαυτό τους, ρίχνοντας μέσα ἕνα σωρὸ σκουπίδια, μπάλλες, ἐκθέσεις μὲ τερατουργήματα, ὁμιλίες καὶ ἀερολογίες, καλλιστεῖα, ποὺ μετριέται ἡ ἐμορφιὰ μὲ τὴ μεζούρα, καρνάβαλους ἠλίθιους, συλλόγους λογῆς-λογῆς μὲ γεύματα καὶ μὲ σοβαρὲς συζητήσεις γιὰ τὸν ἴσκιο τοῦ γαϊδάρου, συνδέσμους ἀφιερωμένους στοὺς ἀποθεωμένους ἄνδρας τῆς Εὐρώπης κι ἕνα σωρὸ ἄλλα τέτοια.
Αὐτή, μὲ μιὰ ματιά, εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς ἀνθρωπότητας σήμερα, ποὺ νὰ μὴν ἀβασκαθεῖ! Ποῦ νὰ βρεῖ κανένας καταφύγιο;
Ἐκείνους τοὺς λίγους ποὺ δὲν εἶναι ἐνθουσιασμένοι ἀπὸ «τὰ θαύματα τῆς ἐποχῆς μας», οἱ ἄλλοι, αὐτὴ ἡ μερμηγκιὰ ποὺ ἔκανε αὐτὸν τὸν παράδεισο καὶ ποὺ τὸν χαίρεται, τοὺς λέγει τρελλούς, ὅπως θὰ λέγανε παλαβοὺς κάποιους ἀνθρώπους μὲ σωστὰ μυαλὰ οἱ ἄρρωστοι τοῦ φρενοκομείου, βλέποντάς τους ἀνάμεσά τους.
Δόξα στὸν Θεό, ποὺ ὑπάρχει ἀκόμα κάποιο καταφύγιο γιὰ μᾶς ποὺ δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ νοιώσουμε «τὸ μεγαλεῖο τῆς ἐποχῆς μας». Δόξα στὸν Θεὸ ποὺ ὑπάρχουν ἀκόμα βουνά, χωράφια καὶ κάποιοι τόποι ποὺ δὲν τοὺς ἐξήρανε αὐτὴ ἡ φυλλοξήρα ποὺ λέγεται πολιτισμός.
Τράβα, λοιπόν, μακρυὰ ἀπὸ τὶς σφηγκοφωλιὲς ποὺ τὶς λένε πολιτεῖες, γιὰ νὰ γλυτώσεις ἀπὸ τὸ μαράζι, γιὰ νὰ νοιώσεις ἀπάνω σου τὴ ζωογόνα πνοὴ τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά, αὐτὸ δὲν φτάνει. Πρέπει νὰ ἔχεις μάτια ἁγνὰ γιὰ νὰ βλέπεις, αὐτιὰ ἁγνὰ γιὰ ν᾿ ἀκοῦς, καρδιὰ ἁγνὴ γιὰ νὰ αἰσθάνεσαι, κι ὄχι χαλασμένη. Γιατὶ ἀπὸ τὶς πολιτεῖες τρέχουνε γιὰ νὰ φύγουνε, ὅποτε μπορέσουνε, κι ἐκεῖνοι ποὺ καυχιοῦνται πὼς ἡ ἐποχή μας εἶναι θαυμάσια, μά, φεύγοντας ἀπὸ τὶς σφηγκοφωλιές, κουβαλᾶνε μαζί τους καὶ τὴν παραμορφωμένη ψυχή τους. Γι᾿ αὐτὸ δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ νοιώθουνε τὴν ἐμορφιὰ ἑνὸς βουνοῦ, παρὰ μόνο σὰν ὀρειβάτες, μ᾿ ἄλλα λόγια δὲν νοιώθουνε τίποτα, μήτε ἕνα δέντρο εἶναι σὲ θέση νὰ χαροῦνε, μήτε τὸ μυστήριο ποὺ ἔχει τὸ κύμα, μήτε τὸ θρησκευτικὸ πανηγύρι τῶν λουλουδιῶν. Κι αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία ποὺ τρέχουνε σὰν τρελλοὶ μὲ τ᾿ αὐτοκίνητα γιὰ νὰ μὴ δοῦνε τίποτα, νὰ μὴν αἰσθανθοῦνε τίποτα, νὰ μὴν ἀγαπήσουνε τίποτα. Αὐτὸ τὸ λένε «φυσιολατρία»! Ὅπως καταντήσανε τὰ πάντα, οἱ ἰδέες, οἱ τέχνες, οἱ θρησκεῖες, ἔτσι κατάντησε κι ἡ φυσιολατρία.
Ἐμεῖς ὅμως «οἱ καθυστερημένοι», περπατᾶμε καὶ χαιρόμαστε σὰν βλέπουμε ἕνα κομμάτι γαλανὸν οὐρανό, ἀνάμεσα στὰ σύννεφα, καὶ κανένα χελιδόνι ποὺ πετᾶ ἀπὸ πάνω μας καὶ ποὺ θαρρεῖς πὼς θὰ τρυπώσει μέσα στὸ γαλάζιο ἐκεῖνο παραθύρι. Νοιώθουμε τὴ μυρουδιὰ ποὺ βγάζουνε τ᾿ ἀγριολούλουδα καὶ τ᾿ ἁγιασμένα χορτάρια, καθὼς καὶ τὸ χῶμα τῆς βλογημένης γῆς μας. Ἀναστηνόμαστε ἀπὸ τ᾿ ἀγεράκι ποὺ φυσᾶ, σὰν νὰ ‘μαστε βαρυποινίτες ποὺ δραπετέψαμε ἀπὸ τὴ φυλακή, καὶ δοξάζουμε τὸν Κύριο ποὺ δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ νοιώσουμε τὴν ἐξαίσια ἐποχή μας καὶ τὰ καλά της.
Φώτης Κόντογλου

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026



Εἶχαν μίαν προθυμίαν οἱ Ἕλληνες
Εἰς τὸν καιρὸ τῆς νεότητος ὁποὺ ἠμποροῦσα νὰ μάθω κάτιτι, σχολεῖα, ἀκαδημίαι δὲν ὑπῆρχαν· μόλις ἦσαν μερικὰ σχολεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐμάθαιναν νὰ γράφουν καὶ νὰ διαβάζουν. Οἱ παλαιοὶ κονζαμπασῆδες, ὁποὺ ἦσαν οἱ πρώτιστοι τοῦ τόπου, μόλις ἤξευραν νὰ γράφουν τὸ ὄνομά τους. Τὸ μεγαλείτερο μέρος τῶν Ἀρχερέων δὲν ἤξευρε παρὰ ἐκκλησιαστικὰ κατὰ πρᾶξιν, κανένας ὅμως δὲν εἶχε μάθηση. Τὸ ψαλτήρι, τὸ κτωήχι, ὁ μηναῖος, ἄλλαι προφητεῖαι, ἦσαν τὰ βιβλία ὁποὺ ἀνέγνωσα. Δὲν εἶναι παρὰ ἀφοῦ ἐπῆγα εἰς τὴν Ζάκυνθο, ὁποὺ εὕρηκα τὴν Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἁπλοελληνικήν. Τὰ βιβλία ὁποὺ ἐδιάβαζα συχνὰ ἦτον ἡ Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος, ἡ Ἱστορία τοῦ Ἀριστομένη καὶ Γοργὼ καὶ ἡ Ἱστορία τοῦ Σκεντέρμπεη. Ἡ γαλλικὴ ἐπανάστασις καὶ ὁ Ναπολέων ἔκαμε, κατὰ τὴν γνώμη μου, νὰ ἀνοίξει τὰ μάτια τοῦ κόσμου. Πρωτύτερα τὰ ἔθνη δὲν ἐγνωρίζοντο, τοὺς βασιλεῖς τοὺς ἐνόμιζαν ὡς θεοὺς τῆς γῆς, καὶ ὅ,τι καὶ ἂν ἔκαμναν, τὸ ἔλεγαν καλὰ καμωμένο. Διὰ αὐτὸ καὶ εἶναι δυσκολότερο νὰ διοικήσεις τώρα λαόν. Εἰς τὸν καιρό μου, τὸ ἐμπόριο ἦτον πολλὰ μικρό, τὰ χρήματα ἦσαν σπάνια, τὸ τάλληρο τὸ ἐπρόφθασα τρία γρόσια, καὶ ὅποιος εἶχε χίλια γρόσια, ἦτον πράγμα μεγάλο, καὶ ἔκαμνε κανεὶς δουλειές, ὅσες τώρα δὲν ἔκαμνε μὲ χίλια βενέτικα. Ἡ κοινωνία τῶν ἀνθρώπων ἦτον μικρή. Δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἐπανάστασίς μας, ὁποὺ ἐσχέτισε ὅλους τοὺς Ἕλληνας. Εὑρίσκοντο ἄνθρωποι ὁποὺ δὲν ἐγνώριζαν ἄλλο χωριὸ μακρυὰ μίαν ὥρα ἀπὸ τὸ ἐδικό τους. Τὴν Ζάκυνθο τὴν ἐνόμιζαν ὡς νομίζομεν τώρα τὸ μακρύτερο μέρος τοῦ κόσμου. Ἡ Ἀμερικὴ μᾶς φαίνεται ὡς πῶς τοὺς ἐφαίνετο αὐτῶν ἡ Ζάκυνθος· ἔλεγαν εἰς τὴν Φραγκιά.
Τέλος πάντων, τὸ μυστήριον τῆς Ἑταιρείας ἄρχισε νὰ διαδίδεται εἰς κάθε λογῆς ἀνθρώπους, καὶ καλοὺς καὶ κακούς, καὶ ἐβιασθήκαμε νὰ κινήσομε μίαν ὥραν ἀρχύτερα τὴν ἐπανάσταση. Ὁ Ντιόγος τὸ ἐμαρτύρησε εἰς τὸν Ἀλὴ πασά. Ἔτζι λοιπὸν εἰς τὰς 3 Ἰανουαρίου ἀνεχώρησα ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον καὶ εἰς τὰς 6 Ἰανουαρίου ἔφθασα εἰς τὴν Σκαρδαμούλα, εἰς τοῦ πατρικοῦ μου φίλου καπετὰν Παναγιώτη Μούρτζινου. Τὸ κίνημά μας ἔγινε εἰς τὰς 22 Μαρτίου εἰς τὴν Καλαμάταν. Ἀπὸ τὰς 6 τοῦ Ἰανουαρίου, ἕως εἰς τὰς 22 Μαρτίου, ἐπροσπάθησα, ἐνέργησα εἰς τὴν Μάνην νὰ ἑνώσωμεν διάφορα σπίτια Μανιάτικα κατὰ τὴν συνήθειάν τους, καὶ τοὺς ἑνώσαμεν, τοὺς ἀδελφώσαμεν. Ἔστειλα καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς Μεσσηνίας, Μυστρός, Καρύταινας, Φαναριοῦ, Λεονταριοῦ, Ἀρκαδίας, τῆς Τριπολιτζᾶς, καὶ ἦλθαν ἐκεῖ ὁποὺ εὑρισκόμουν, καὶ τοὺς ἔλεγα, ὅτι: τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ νὰ εἶναι ἕτοιμοι, καὶ κάθε ἐπαρχία νὰ κινηθεῖ ἐναντίον τῶν Τούρκων τῶν τοπικῶν, καὶ νὰ τοὺς πολιορκήσουν εἰς τὰ διάφορα φρούρια, καθὼς οἱ Ἀρκαδιανοὶ νὰ πολιορκήσουν τὸ Νεόκαστρο, οἱ Μοθωναῖοι τὴν Μοθώνη, καὶ οὕτω καθεξῆς.
Ἀφοῦ ἐπροετοιμάσαμεν καὶ συναγροικήθημεν, ὁ Ζαΐμης μὲ τοὺς ἄλλους, ἀναγκασμένοι νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Τριπολιτζὰ ἢ νὰ μείνουν ἔτζι, ἐκτύπησαν τὸν Βοϊβόδα τῶν Καλαβρύτων. Οἱ Τοῦρκοι μὲ ἔμαθαν ὅτι ἦλθα καὶ μὲ ἐνόμιζαν ὅτι ἦλθα μὲ 5 μὲ 6.000. Ἐγὼ ἤμουν μὲ τέσσερους. Ἦλθαν Ἀρκαδιανοὶ καὶ Μυστριῶται Τοῦρκοι μὲ ραγιάτικα σκουτιὰ ἐνδυμένοι, καὶ ἦλθαν νὰ ἰδοῦν μὲ πόσους ἤμουν, καὶ ἐγὼ ἔπαιζα τὲς ἀμάδες καὶ ἐγύρισαν ὀπίσω καὶ ἔλεγαν, ὅτι: «Εὑρήκαμε ἕνα γέρο καὶ ἔπαιζε τὲς ἀμάδες». - Ἐπῆγα εἰς τὸν Μούρτζινο, ὡς φίλο μου πατρικόν. Ὁ Μαυρομιχάλης εἶχε τὸ ὄνομα Μπέης, ἀλλ᾿ ὁ Μούρτζινος εἶχε τὴν δύναμιν εἰς τὴν Μάνην. Ἐρωτήθη τότε ὁ Μαυρομιχάλης διὰ τὸν ἐρχομόν μου, καὶ αὐτὸς ἀπεκρίθη, ὅτι ἐδυστύχησε εἰς τὴν Ζάκυνθο καὶ ἦλθε εἰς τὴν Μάνην διὰ νὰ τὸν βοηθήσουν οἱ φίλοι του καὶ νὰ ἐπιστρέψει ὀπίσω. Καὶ εἰς αὐτὸ ἐφέρθηκε πολλὰ καλά, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθινὸ ὅτι μὲ ἐπρόδωσε εἰς τοὺς Τούρκους. Δὲν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ τὸ κάμει καὶ ἂν ἤθελε, καὶ ἐκτὸς τῆς φιλίας ὁποὺ εἴχαμεν μὲ τὸν Μούρτζινον, εἶναι συνήθεια εἰς τὴν Μάνη νὰ ὑπερασπίζονται ὅσους καταφεύγουν εἰς τὴν οἰκίαν των.
Εἰς τὰς 23 Μαρτίου ἐπιάσαμε τοὺς Τούρκους εἰς τὴν Καλαμάτα, τὸν Ἀρναούτογλην, σημαντικὸν Τοῦρκον τῆς Τριπολιτζᾶς. Εἴμεθα 2.000 Μανιάτες, ὁ Πετρόμπεης, ὁ Μούρτζινος, Κυβέλος, Δυτικὴ Σπάρτη. 100 ἦτον οἱ Τοῦρκοι μεινεμένοι, ὡς 10.000 ἡ φήμη τους μεγάλη. - Ἡ Ἀνατολικὴ Σπάρτη ἐκινήθη τὴ ἴδιαν ὥραν. Ὁ Τζανετάκης μὲ τὴν Κακαβουλιὰ ἐκινήθη διὰ τὸν Μυστρά. Οἱ Τοῦρκοι τῆς Μπαρδούνιας καὶ Μυστρᾶ ὑπάγουν, τραβιοῦνται εἰς τὴν Τριπολιτζά. Οἱ Τοῦρκοι εἶχαν βάλει ὑποψία, ἐπροσκάλεσαν τοὺς προεστοὺς καὶ Δεσποτάδες, καὶ αὐτοὶ ἐπῆγαν. Ἦτον ἔμβα τοῦ Μαρτίου. Δὲν τοὺς ἐσκότωσαν. Οἱ Σπαρτιᾶται, ἀφοῦ ἐπῆραν λάφυρα, προχωροῦν καὶ πολιορκοῦν τὴν Μονεμβασιά. Εἰς τὴν Καλαμάτα ἐκάμαμε συνέλευση, πόθεν νὰ πρωτοκινήσομε τὰ στρατεύματα. Οἱ Καλαματιανοὶ ἐκατάφεραν τὸν Μπέη νὰ πᾶμε εἰς τὴν Κορώνη διὰ νὰ μὴν βάλουν σπαθὶ οἱ Τοῦρκοι εἰς τοὺς Χριστιανούς. Ἐγὼ δὲν ἐστρέχθηκα, εἶπα νὰ πᾶμε εἰς τὴν παλαιὰν Ἀρκαδία, εἰς τὸ κέντρο, διὰ νὰ βοηθοῦμε τοὺς ἄλλους. Τότενες τοὺς εἶπα: «Ἐὰν μοῦ δώσετε βοήθεια ἀπὸ τοῦτο τὸ στράτευμα, καλῶς, εἰμὴ ἀναχωρῶ νὰ ὑπάγω εἰς τὸ κέντρο». Εἶχα λάβει γράμμα ἀπὸ τὸν Κανέλλο, μ᾿ ἐπροσκαλοῦσε, ὅτι εἶχε 10.000 ἄρματα, καὶ νὰ ἔμβω ἐπὶ κεφαλῆς. Τοῦ Μούρτζινου ἀρρώστησε τὸ παιδί του, ὁ Διονύσιος, καὶ ἔτζι δὲν ἐκίνησαν ὅλοι οἱ Μανιᾶται. Ἔλαβα 200 ἀπὸ αὐτὸν καὶ 70 ἀπὸ τὸν Μπέη μὲ τὸν καπετὰν Βοϊδῆ καὶ μὲ 30 ἐδικούς μου ἐγενήκαμε 300 καὶ ἔκοψα εὐθὺς δύο σημαῖες μὲ σταυρὸ καὶ ἐκίνησα. Οἱ Ἀνδρουσιανοὶ Τοῦρκοι, 260 ἄνδρες, μανθάνοντας ὅτι εἴμεθα ἀσκέρι φεύγουν, πᾶνε στὰ κάστρα τῆς Μεσσηνίας. Κινώντας ἐγώ, εἶχαν μίαν προθυμίαν οἱ Ἕλληνες, ὁποὺ ὅλοι μὲ τὰς εἰκόνας ἔκαναν δέηση καὶ εὐχαριστήσεις. Μοῦ ἤρχετο πότε νὰ κλαύσω... ἀπὸ τὴν προθυμίαν ποὺ ἔβλεπα. Ἱερεῖς ἔκαναν δέηση. Εἰς τὸν ποταμὸν τῆς Καλαμάτας ἀνασπασθήκαμε καὶ ἐκινήσαμε.
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης