Τετράδιο
Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026
Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026
Θεέ μου, κάνε με
Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἔχομε κάθε μέρα γύρω μας καὶ τὰ νομίζομε τίποτα, ἕνα
ζεστὸ κρεβάτι, ἕνα καθαρὸ φαγητό, νερὸ νὰ πλυθοῦμε, ροῦχα νὰ φορέσουμε, φιλικὴ
συντροφιά, τοὺς δικούς μας - Θεέ μου, κάνε μὲ νὰ καταλαβαίνω καθημερινὰ τὴν ἀξία
τους, νὰ καταλαβαίνω τὸ πόσο εὔκολα μποροῦν ὅλα αὐτὰ νὰ γίνουν ἄφαντα μέσα σὲ
μιὰ μέρα ἀπὸ μπροστά μου καὶ νὰ μεταμορφωθῶ σὲ ἕνα βρωμερό, πειναλέο,
κουρελιασμένο ἀνθρώπινο πλάσμα, ποὺ ἄλλα ἀνθρώπινα (αὐτὸ εἶναι τὸ ἀπίστευτο)
πλάσματα τὸ σπρώχνουν μὲ τὸν ὑποκόπανο ἢ μὲ κλοτσιὲς μέσα σὲ μπουντρούμια ἢ
συρματοπλεγμένα στρατόπεδα, μὲ μιὰ ψωριασμένη κουβέρτα, ὡς ὅτου ἀρρωστήσει,
σακατευτεῖ, ξεψυχήσει, παλαβώσει ἢ ἀποσκελετωθεῖ τῆς πείνας...
Θεέ μου, κάνε μὲ νὰ καταλαβαίνω καθημερινὰ καὶ νὰ τιμάω αὐτὰ τὰ λίγα, ἢ
πολλά, ποὺ τὰ ἔχω σήμερα, ἕνα καθαρὸ κρεβάτι, μιὰ γωνιὰ ζεστή, τὸ ψωμί, τὸ
κρασί, τὸ τραπέζι ἐτοῦτο μὲ τὸ χαρτὶ καὶ τὸ μολύβι... Θεέ μου, κάνε με.
Ζήσιμος Λορεντζᾶτος
Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026
πανώρῃο βασιλόπουλο βαστάει μαρμαρωμένο.
Δέρν᾿ ἡ θολοῦρα, ἡ χειμωνιὰ τὸ ἔρμο τὸ παλάτι,
κι᾿ οὐδὲ μιλάει τὸ μάρμαρο, οὐδὲ κι᾿ ἀνοίγει μάτι.
Λάμπει ὁ ἥλιος, κελαϊδοῦν τῆς ἄνοιξης τ᾿ ἀηδόνια,
κι᾿ ἐκεῖνο μένει ἀσάλευτο, βουβὸ ἀπὸ τόσα χρόνια.
Κἄποια νεράϊδα τῆς ἐρμιᾶς καὶ μάγισσα ὠργισμένη
τὸ καταράστηκε βαρειὰ καὶ μάρμαρο ἔχει γένει.
Καὶ τὸ παλάτι ἐρήμαξε, τὸ σκέπασαν τὰ δάση
κι᾿ ὡς τώρα πόδι ἀνθρωπινὸ δὲν ἔχει ἐκεῖ περάσει.
Μονάχα ὁ χρόνος, ποὺ περνάει ὁλημερὶς μπροστά του,
ἔγραψε μέσ᾿ στὸ μάρμαρο μαζὶ μὲ τ᾿ ὄνομά του:
«Χαρὰ στὴ νειὰ τὴν ὤμορφη ποὺ ἡ μοῖρα θὰ τῆς δείξῃ
τὸ σιδερόχορτο νὰ βρῇ, τὴν πόρτ᾿ αὐτὴ ν᾿ ἀνοίξῃ,
ν᾿ ἀγκαλιαστῇ τὸ μάρμαρο, σιμά του ν᾿ ἀγρυπνήσῃ
σαράντα δυὸ μερόνυχτα, γλυκὰ νὰ τὸ ξυπνήσῃ».
Εἶνε παλάτι ἐρημικὸ κι᾿ ἀπόκλειστο ἡ καρδιά μου,
μαρμαρωμένον βασιληᾶ βαστάει τὸν ἔρωτά μου.
Χαρὰ στὴ νειὰ τὴν ὤμορφη, ποὺ τὴν καρδιὰ θ᾿ ἀνοίξῃ
καὶ μὲ τὸ κρύο τὸ μάρμαρο τὰ χείλη της θὰ σμίξῃ.
Τρίτη 9 Ιουνίου 2026
Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026
Ὅσο περνᾶν τὰ χρόνια μου
Ὅσο περνᾶν τὰ
χρόνια μου
κι ὅσο περνῶ μὲ κεῖνα
τόσο γλυκὰ τριγύρω μου
μοσκοβολᾶν τὰ κρίνα
τῶν πρωτινῶν ἀπρίληδων...
Τὰ παιδικίσια χρόνια
μοῦ κελαηδοῦν ἀηδόνια
σὲ νύχτες καὶ σ᾿ ἐρμιές.
Καλῶς τα τὰ
χριστόψωμα
καλῶς τον Ἅι Βασίλη!
Παιδάκια μὲ τὰ κάλαντα
στὰ λυγερόηχα χείλη
σὰ μυστικὸ ξημέρωμα
τοῦ λιβανιοῦ οἱ ἀχνάδες.
Ἄναψαν οἱ λαμπάδες
κι ἀστράψαν οἱ ἐκκλησιές.
Καλῶς τα τὰ
σπιτιάτικα
μεθυστικὰ γιορτάσια!
Στὰ μάτια τοῦ μισόκοπου
μαγιάτικα κεράσια
ροδίζουν καὶ σταλάζουνε
δροσιὰ καὶ γλύκα· ὦ! πόσο!
Πεινῶ καὶ πάω ν᾿ ἁπλώσω
τὰ χέρια πρὸς αὐτά.
Κωστὴς Παλαμᾶς
Κυριακή 7 Ιουνίου 2026
Kεῖνος μὲ πέμπει τώρα μέσα στὴν τέλεια σύνταξη τῆς πέτρας καὶ τοῦ αἰθέρος
Λοιπόν, αὐτὸς ποὺ γύρευα, ε ἶ μ α ι.
Ὤ λινὸ καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο
Xειμώνα ἐλάχιστε
Ἡ ζωὴ καταβάλλει τὸν ὀβολὸ τοῦ φύλλου τῆς ἐλιᾶς
Kαὶ στὴ νύχτα μέσα τῶν ἀφρόνων μ᾽ ἕνα μικρὸ τριζόνι κατακυρώνει πάλι τὸ νόμιμο τοῦ Ἀνέλπιστου.
Σάββατο 6 Ιουνίου 2026
Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026
ὅταν ἦσαν τὰ λουλούδια,
ὁ τρελλὸς ὁ τζίτζικας
τὴν περνοῦσε μὲ τραγούδια.
ἦρθαν χιόνια, ἦρθαν πάγοι,
καὶ πεινᾶ ὁ τζίτζικας
καὶ δὲν ξέρει τὶ νὰ φάγει.
τὸ προβλεπτικὸ μυρμήγκι,
καὶ ζητᾶ βοήθεια
κάνα σπόρο ἢ σκουλήκι.
καὶ ρωτᾶ: -Σ᾿ αὐτὰ τὰ μέρη,
δὲ μοῦ λὲς τὶ ἔκανες
ὅταν ἦταν καλοκαίρι.
μὲς τὴ ζέστη ὅλη τὴν ὥρα.
-Τραγουδοῦσες; Μπράβο σου,
χοροπήδα, λοιπόν, τώρα.
Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026
Μέχρι ἐδῶ ἀκούγονται τὰ κλαρίνα!
Μιὰ φορά, ὁ
Γέροντας Ἀμβρόσιος* εἶπε σὲ κάποιο πνευματικό του παιδί:
– Νὰ κάθεσαι στὸ
δωμάτιό σου γονατιστός, νὰ σηκώνεις τὰ χέρια καὶ τὸ κεφάλι ψηλὰ καὶ νὰ παρακαλᾶς.
Θὰ σὲ βοηθάει ὁ Χριστός. Καὶ νὰ λὲς καὶ κανένα «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον τὸν
δοῦλο σου Ἀμβρόσιο». Νὰ προσεύχεσαι δέκα καὶ μισή μὲ ἕντεκα τὸ βράδυ, γιατί αὐτήν
τήν ὥρα θὰ προσεύχομαι κι ἐγώ γιὰ σένα, ἀλλά καὶ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος.
Ὁ ἄνθρωπος χάρηκε,
συμφώνησε καὶ ἔφυγε.
Ἄρχισε νὰ κάνει, ὅπως
τοῦ εἶχε πεῖ ὁ Γέροντας. Κάποιο βράδυ, ὅμως, ποὺ εἶχε κέφια, ἔβαλε καὶ ἄκουγε
στὸ κασετόφωνο δημοτικά τραγούδια.
Εἶχε δυνατά τήν ἔνταση,
τὸ εὐχαριστιόταν καὶ τραγουδοῦσε καὶ ὁ ἴδιος.
Στὶς δέκα καὶ μισή,
ὅμως, ἄκουσε τὸ τηλέφωνο ποὺ χτυποῦσε. Σταμάτησε τὴ μουσικὴ καὶ σήκωσε τὸ ἀκουστικό.
– Εὐλογεῖτε! ἄκουσε
τὸν Γέροντα νὰ τοῦ λέει.
– Γέροντα, ἐσεῖς;
ρώτησε ὁ ἄνδρας ἔκπληκτος.
– Βρὲ εὐλογημένε, δὲν
σοῦ εἶπα νὰ προσεύχεσαι τέτοια ὥρα; Τί κάνεις ἐσύ; Μὲ τρέλαναν τὰ τραγούδια
σου. Μέχρι ἐδῶ ἀκούγονται τὰ κλαρίνα!
*Γέρων Ἀμβρόσιος Λάζαρης, ὁ πνευματικὸς τῆς
Μονῆς Δαδίου
Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026
Τρίτη 2 Ιουνίου 2026
Ποῦ τὰ βρῆκαν αὐτά, βρὲ παιδάκι μου;
Πρὶν λίγο
καιρό, ὁ ἁγιορείτης ἱερομόναχος π. Μ. μοῦ ἀποκάλυψε ἕνα περιστατικὸ ποὺ μὲ
προβλημάτισε πολύ, ἴσως καὶ λόγω τῆς ἐποχῆς ποὺ διερχόμαστε, καὶ τὸ ὁποῖο
παραθέτω αὐτούσιο.
«Μιὰ φορά,
μοῦ διηγήθηκε ὁ π. Μ., καθὼς λειτουργοῦσα, ἦρθε μέσα μου ἔντονη ἡ ἐπιθυμία νὰ
προσφέρω εἰς μνήμην τῶν γονέων μου καὶ γιὰ τὴν ψυχή τους ἕνα καλὸ ἁγιοπότηρο στὸ
μοναστήρι μου. Πρὶν κάνω ὅμως ὁποιαδήποτε ἐνέργεια, σκέφτηκα νὰ περάσω ἀπὸ τὸν
Γέροντα Παΐσιο, μὲ τὸν ὁποῖο μὲ συνέδεε πνευματικὴ φιλία πολλῶν ἐτῶν. Πράγματι
τοῦ ἐκμυστηρεύτηκα τὸν λογισμό μου.
Μόλις μὲ ἄκουσε
ὁ Γέροντας μὲ ρώτησε:
-Τὸ
μοναστήρι σας ἔχει ἄλλα ἁγιοπότηρα;
-Ναί, τοῦ ἀπάντησα.
Ἔχει πολλὰ καὶ ἐξαιρετικὰ μάλιστα.
Στὴν
συνέχεια ὁ Γέροντας, ποὺ γνώριζε τὴν οἰκογένειά μου, μὲ ρωτᾶ:
-Τὰ ἀδέλφια
σου ἐργάζονται;
Ὅταν τοῦ ἀπάντησα
πὼς πότε ἔχουν κάνα μεροκάματο καὶ πότε ὄχι, ὁ Γέροντας Παΐσιος μὲ ἔμφαση μοῦ
λέει:
-Παπά, θὰ ἔχουν
δίκιο τὰ ἀδέλφια σου νὰ ἀλλαξοπιστήσουν! Βρὲ εὐλογημένε. Δῶσε καλλίτερα τὰ
χρήματα στὴ φαμελιά τους καὶ μὴν στεναχωριέσαι γιὰ τὸ μοναστήρι. Φτάνουν αὐτὰ
ποὺ ἔχει.
Ἔτσι, παπά,
συνέχισε ὁ γερο-Παΐσιος, ἔγινε καὶ στὴ Ρωσία. Ὁ κόσμος πεινοῦσε καὶ αὐτοὶ
φτιάχναν χρυσοὺς τρούλους.
Τὸ πόσο εὐαρεστήθηκε
ὁ Θεὸς ἀπ΄ ὅλα αὐτὰ φάνηκε στὴ συνέχεια. Ἐπέτρεψε κατόπιν νὰ γίνουν ὅλα αὐτὰ
βόλια καὶ νὰ πέσουν στὰ κεφάλια τους…
Μάλιστα ὁ
Γέροντας, ἔχοντας μάθει γιὰ κάποιον ἡγούμενο ποὺ ἔλεγε, φέρτε κανδῆλες γιὰ τὴν ἑορτὴ
τῆς Παναγίας, κανδῆλες γιὰ τῶν Βαΐων, κανδῆλες γιὰ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο, καὶ πὼς
τάχα μὲ ὅλα αὐτὰ εὐαρεστεῖται ἡ Παναγία, ἔλεγε:
-Ἄλλα παιδιὰ
δὲν ἔχουν χρήματα γιὰ νὰ φᾶνε, δὲν ἔχουν χρήματα γιὰ φάρμακα, ἄλλοι εἶναι
φυλακισμένοι γιὰ ναρκωτικά, καὶ ἐμεῖς λέμε ὅτι τὰ θέλει αὐτὰ ἡ Παναγία… Ποῦ τὰ
βρῆκαν αὐτά, βρὲ παιδάκι μου; εἶπε, κλείνοντας τὴν συνομιλία μας, καὶ
συμπλήρωσε:
-Τίποτε ἄλλο
δὲν θέλει, παπά, ὁ Θεός, παρὰ μόνο τὴ μετάνοια καὶ τὴν σωτηρία μας.
π. Νεκτάριος Σαββίδης
Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026
Ἕνα μεγάλο
φιλὶ ἀπὸ τὸν Γέροντα
Ὁ Ἀράπης, ὁ χαριτωμένος ἡμίονος, ἦταν ὁ προσωπικὸς μεταφορέας τοῦ ἀείμνηστου
Γέροντα στὶς δύσκολες διαδρομὲς ἀπὸ τὴ Μικρὴ Ἅγια Ἄννα στὶς Σκῆτες καὶ τὰ
Μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ἤθελε ὅμως ἀπαραίτητα πρὶν τὶς μεταφορὲς καὶ τὶς ἄλλες
δουλειὲς ποὺ ἔκανε ἕνα μεγάλο φιλὶ ἀπὸ τὸν Γέροντα Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη καὶ
τὸ εἶχε.
Τὸ Ἀραπάκι εἶχε μία οἰκειότητα μὲ τὸν Γέροντα ποὺ ξάφνιαζε. Χαρακτηριστικὸ
εἶναι πὼς πολλὲς φορὲς μετέφερε μόνο του ἐπισκέπτες σὲ διάφορα σημεῖα τῆς
Σκήτης, ἀφοῦ πρῶτα ὁ Γέροντας τοῦ ψιθύριζε στὸ αὐτὶ τὸν προορισμό, π.χ.: "Θὰ
πᾶς τὸν π. Τιμόθεο στοὺς Δανιηλαίους καὶ θὰ περιμένεις νὰ τὸν γυρίσεις πίσω ἐδῶ".
Ἕνα χλιμίντρισμα καὶ ἡ ἐντολὴ γινόταν ἀμέσως πράξη.
Τὸ ζωάκι σὲ πήγαινε ἐκεῖ ποὺ τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας, περίμενε ὑπομονετικὰ νὰ
τελειώσεις τὴ δουλειά σου καὶ σὲ γύριζε πίσω, πολλὲς φορὲς ἀλλάζοντας καὶ τὴ
διαδρομὴ γιὰ νὰ θαυμάσεις τὸ τοπίο. Ἐπιστρέφοντας ἤθελε τὸ ἀπαραίτητο φιλὶ ἀπὸ
τὸν Γέροντα, ποὺ πολλὲς φορὲς τὸ ἔπαιρνε καὶ ἀπὸ τὸν ἀναβάτη καὶ ἕνα μεγάλο
τραγανὸ παξιμάδι γιὰ τὰ "μεταφορικά".
Τόσο ἁπλὴ καὶ ὡραία ἔφτιαξε ὁ Δημιουργὸς τὴ ζωή μας, ἐμεῖς κάπου τὰ ἀλλάξαμε
ὅλα καὶ πήραμε τὴ ζωή μας λάθος, κατὰ τὸν ποιητή.
π. Τιμόθεος
Ἠλιάκης
Κυριακή 31 Μαΐου 2026
Σάββατο 30 Μαΐου 2026
Παρασκευή 29 Μαΐου 2026
Λόγος περὶ ἀγάπης
Ὁ Κύριος καί Σωτήρ μας Ἰησοῦς Χριστός μᾶς παρέδωσε
τελείαν διδασκαλίαν περί τῆς σωτηρίας μας. Καί αὐτά τά ὁποῖα μᾶς ἐδίδαξε, ὁ Ἴδιος
πρῶτα τά ἐφήρμοσε. Εἶναι «ὁ ποιήσας καί διδάξας». Μᾶς ἔφερε ὡς παράδειγμα ἀληθινῆς
ἀγάπης τόν Καλό Σαμαρείτη. Ἀλλά ὁ κατ’ ἐξοχήν Καλός Σαμαρείτης ἦταν ὁ Ἴδιος ὁ
Κύριος, ὁ ὁποῖος ἐπῆρε τήν βασανισμένη ἀνθρωπίνη φύσι ἀπό τούς ληστάς, τούς
δαίμονας δηλαδή, τά πάθη, τήν κακία τῶν ἀνθρώπων καί τήν ἀνέστησε καί τήν ἐζωοποίησε
διά τοῦ σταυρικοῦ Του θανάτου καί τῆς Ἀναστάσεώς Του.
Ὅλοι γνωρίζουμε τώρα ὅτι ἡ τελεία χριστιανική ἀγάπη
εἶναι καθολική, εἶναι ἀγάπη πρός ὅλους, καί πρός τούς ἐχθρούς μας ἀκόμη. Αὐτό
τό γνωρίζουμε ὅλοι, ἀλλά δυσκολευόμαστε νά τό βιώσουμε. Ἀκόμη καί μεταξύ μας,
στά στενά περιβάλλοντά μας, στίς οἰκογένειές μας, στίς ἐργασίες μας ὑπάρχουν ἄνθρωποι
πού τούς ἀντιπαθοῦμε. Καμμιά φορά καί χωρίς νά μᾶς ἔχουν κάνει κάτι ἤ μᾶς ἔκαναν
κάτι μικρό ἤ νομίζουμε ὅτι μᾶς ἔκαναν κάτι καί ἐμεῖς κρατᾶμε μία ψυχρότητα ἀπέναντί
τους καί πολλές φορές μία ἐπιθετικότητα. Ὅμως ποῦ εἶναι ἡ χριστιανική ἀγάπη σ’
αὐτές τίς περιπτώσεις; Πρέπει νά κάνουμε μεγάλο ἀγῶνα, γιά νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό
αὐτές τίς καταστάσεις, οἱ ὁποῖες φυγαδεύουν τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί δέν μᾶς
βοηθοῦν νά εἴμαστε ἀληθινοί μαθηταί τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς διδάσκει, ὅτι αὐτή ἡ
τελεία ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ δέν μπορεῖ νά κατορθωθῇ μόνον μέ τίς δικές μας
δυνάμεις, γιατί ὅλοι μας, λίγο ἤ πολύ, εἴμαστε ἄρρωστοι, πνευματικά ἄρρωστοι,
καί ἡ θέλησίς μας ἀκόμη εἶναι ἀσθενής καί ὁ νοῦς μας εἶναι σκοτισμένος.
Χρειάζεται ὁ φωτισμός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτό μεταξύ τῶν κρειττόνων ἀρετῶν,
τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή,
ὅπως θά θυμᾶστε, συγκαταλέγει καί τήν ἀγάπη. «Ὁ δέ καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη,
χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια».
Ἄρα λοιπόν ἐμεῖς θά προσπαθοῦμε, θά ἀγωνιζόμαστε,
γιά νά ἀποκτήσουμε τήν ἀγάπη, ἀλλά εἶναι ἀπαραίτητο νά ζητοῦμε καί τήν Χάρι τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος. Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο νά μᾶς φωτίσῃ, νά μᾶς καθαρίσῃ ἀπό τά πάθη
καί τήν ἔλλειψι ἀγάπης καί νά μᾶς δώσῃ τό δῶρον τῆς ἀγάπης. Καί τότε, ὅταν τό
Πνεῦμα τό Ἅγιον ἀνταποκρινόμενο στήν δική μας ἀναζήτησι, στήν δική μας
προσευχή, στόν δικό μας πόθο καί στόν δικό μας ἀγῶνα, μᾶς δώσῃ τήν χάρι τῆς ἀληθινῆς
ἀγάπης, τότε θά εἴμεθα καί ἐμεῖς σωστοί καί καλοί μαθηταί τοῦ διδασκάλου τῆς ἀγάπης,
τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Θυμοῦμαι μία ἱστορία γιά κάποιο παιδάκι Ὀρθόδοξο
Ἑλληνόπουλο, πού ζοῦσε στήν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου. Ὅταν ἔπαιζε μέ τά ἄλλα
παιδάκια, τά Μουσουλμανάκια, καί τόν κτυποῦσαν, αὐτός δέν κτυποῦσε, δέν ἀνταπέδιδε.
Τόν ἐρώτησαν λοιπόν μία φορά τά παιδιά τά ἄλλα, οἱ μουσουλμάνοι, οἱ φίλοι του:
“δέν μᾶς λές, ἐμεῖς ὅταν μᾶς χτυπᾶνε, χτυπᾶμε. Ἐσύ, βλέπουμε, ὅταν σέ χτυπᾶνε,
δέν χτυπᾶς, δέν ἀνταποδίδεις”. Καί αὐτό τό εὐλογημένο καί φωτισμένο παιδί εἶπε:
“Ἐγώ εἶμαι μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός μᾶς εἶπε νά μή ἀνταποδίδουμε. Καί γι’
αὐτό ἐγώ δέν ἀνταποδίδω”. Τό ἄκουσε αὐτό ἕνα ἄλλο παιδί, μουσουλμανάκι, καί
συγκινήθηκε πολύ καί καθώς μεγάλωνε ἐγνώρισε τόν Χριστό καί ἔγινε Χριστιανός,
βαπτίσθηκε καί ἔγινε Χριστιανός.
Ἔτσι πρέπει νά εἶναι οἱ μαθηταί τοῦ Χριστοῦ.
Νά μιμούμεθα τόν Χριστόν εἰς ὅλα καί εἰς τήν ἀγάπην. Καί νά καλλιεργοῦμε
πάντοτε αὐτό τό πνεῦμα τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους, καί
κυρίως πρός ἐκείνους γιά τούς ὁποίους μᾶς ἔρχονται μέσα μας ψυχρότητες καί ἀρνητικά
συναισθήματα. Δέν χρειάζεται νά τρέχουμε νά βροῦμε ἐχθρούς γιά νά τούς ἀγαπήσουμε,
διότι πολλές φορές δέν μποροῦμε νά ἀγαπήσουμε τούς ἀνθρώπους πού ζοῦμε μαζί
τους, καί εἶναι μέσα στά σπίτια μας, μέσα στούς συγγενεῖς μας, καμμιά φορά καί
μέσα στήν ἀδελφότητά μας.
Γι’ αὐτό λοιπόν, πατέρες καί ἀδελφοί
Χριστιανοί, ἄς ἀρχίσουμε ὅλοι ἕνα εἰλικρινῆ ἀγῶνα, νά μπορέσουμε νά δεχόμαστε
τόν κάθε ἄνθρωπο, ὅποιος καί ἄν εἶναι αὐτός, ὡς ἀδελφό μας, καί νά τόν ἀγαπᾶμε,
ὅπως πρέπει νά ἀγαπᾶμε τόν Ἴδιο τόν Χριστό. Διότι ὁ Κύριος μᾶς εἶπε, ὅτι στό
πρόσωπο τοῦ κάθε ἀνθρώπου πρέπει νά βλέπωμε τόν Χριστό. Καί ὅ,τι κάνουμε σέ
κάθε ἄνθρωπο, τό κάνουμε διά τόν Χριστόν. Μακάρι λοιπόν νά ἐνισχυθοῦμε ἀπό τήν
Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιά νά προχωρήσουμε σ’ αὐτό τό θέμα, πού εἶναι τό Α
καί τό Ω τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Καί ὅπως εἶπα, χωρίς τήν ἀγάπη δέν μποροῦμε νά
εἴμαστε ἀληθινοί μαθηταί τοῦ Χριστοῦ.
Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης
Πέμπτη 28 Μαΐου 2026
Τῆς Σπάρτης οἱ πορτοκαλιές...
Τῆς Σπάρτης οἱ πορτοκαλιές, χιόνι, λουλούδια τοῦ ἔρωτα,
ἄσπρισαν ἀπ᾿ τὰ λόγια σου, γείρανε τὰ κλαδιά τους
γιόμισα τὸ μικρό μου κόρφο, πῆγα καὶ στὴ μάνα μου.
Κάθονταν κάτω ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι καὶ μὲ νοιάζονταν,
κάθονταν κάτω ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι καὶ μὲ μάλωνε:
Χτὲς σ᾿ ἔλουσα, χτὲς σ᾿ ἄλλαξα, ποῦ γύριζες -
ποιὸς γιόμισε τὰ ροῦχα σου δάκρυα
καὶ νεραντζάνθια;
Νικηφόρος Βρεττᾶκος
















