Τετράδιο
Τρίτη 9 Ιουνίου 2026
Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026
Ὅσο περνᾶν τὰ χρόνια μου
Ὅσο περνᾶν τὰ
χρόνια μου
κι ὅσο περνῶ μὲ κεῖνα
τόσο γλυκὰ τριγύρω μου
μοσκοβολᾶν τὰ κρίνα
τῶν πρωτινῶν ἀπρίληδων...
Τὰ παιδικίσια χρόνια
μοῦ κελαηδοῦν ἀηδόνια
σὲ νύχτες καὶ σ᾿ ἐρμιές.
Καλῶς τα τὰ
χριστόψωμα
καλῶς τον Ἅι Βασίλη!
Παιδάκια μὲ τὰ κάλαντα
στὰ λυγερόηχα χείλη
σὰ μυστικὸ ξημέρωμα
τοῦ λιβανιοῦ οἱ ἀχνάδες.
Ἄναψαν οἱ λαμπάδες
κι ἀστράψαν οἱ ἐκκλησιές.
Καλῶς τα τὰ
σπιτιάτικα
μεθυστικὰ γιορτάσια!
Στὰ μάτια τοῦ μισόκοπου
μαγιάτικα κεράσια
ροδίζουν καὶ σταλάζουνε
δροσιὰ καὶ γλύκα· ὦ! πόσο!
Πεινῶ καὶ πάω ν᾿ ἁπλώσω
τὰ χέρια πρὸς αὐτά.
Κωστὴς Παλαμᾶς
Κυριακή 7 Ιουνίου 2026
Kεῖνος μὲ πέμπει τώρα μέσα στὴν τέλεια σύνταξη τῆς πέτρας καὶ τοῦ αἰθέρος
Λοιπόν, αὐτὸς ποὺ γύρευα, ε ἶ μ α ι.
Ὤ λινὸ καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο
Xειμώνα ἐλάχιστε
Ἡ ζωὴ καταβάλλει τὸν ὀβολὸ τοῦ φύλλου τῆς ἐλιᾶς
Kαὶ στὴ νύχτα μέσα τῶν ἀφρόνων μ᾽ ἕνα μικρὸ τριζόνι κατακυρώνει πάλι τὸ νόμιμο τοῦ Ἀνέλπιστου.
Σάββατο 6 Ιουνίου 2026
Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026
ὅταν ἦσαν τὰ λουλούδια,
ὁ τρελλὸς ὁ τζίτζικας
τὴν περνοῦσε μὲ τραγούδια.
ἦρθαν χιόνια, ἦρθαν πάγοι,
καὶ πεινᾶ ὁ τζίτζικας
καὶ δὲν ξέρει τὶ νὰ φάγει.
τὸ προβλεπτικὸ μυρμήγκι,
καὶ ζητᾶ βοήθεια
κάνα σπόρο ἢ σκουλήκι.
καὶ ρωτᾶ: -Σ᾿ αὐτὰ τὰ μέρη,
δὲ μοῦ λὲς τὶ ἔκανες
ὅταν ἦταν καλοκαίρι.
μὲς τὴ ζέστη ὅλη τὴν ὥρα.
-Τραγουδοῦσες; Μπράβο σου,
χοροπήδα, λοιπόν, τώρα.
Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026
Μέχρι ἐδῶ ἀκούγονται τὰ κλαρίνα!
Μιὰ φορά, ὁ
Γέροντας Ἀμβρόσιος* εἶπε σὲ κάποιο πνευματικό του παιδί:
– Νὰ κάθεσαι στὸ
δωμάτιό σου γονατιστός, νὰ σηκώνεις τὰ χέρια καὶ τὸ κεφάλι ψηλὰ καὶ νὰ παρακαλᾶς.
Θὰ σὲ βοηθάει ὁ Χριστός. Καὶ νὰ λὲς καὶ κανένα «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον τὸν
δοῦλο σου Ἀμβρόσιο». Νὰ προσεύχεσαι δέκα καὶ μισή μὲ ἕντεκα τὸ βράδυ, γιατί αὐτήν
τήν ὥρα θὰ προσεύχομαι κι ἐγώ γιὰ σένα, ἀλλά καὶ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος.
Ὁ ἄνθρωπος χάρηκε,
συμφώνησε καὶ ἔφυγε.
Ἄρχισε νὰ κάνει, ὅπως
τοῦ εἶχε πεῖ ὁ Γέροντας. Κάποιο βράδυ, ὅμως, ποὺ εἶχε κέφια, ἔβαλε καὶ ἄκουγε
στὸ κασετόφωνο δημοτικά τραγούδια.
Εἶχε δυνατά τήν ἔνταση,
τὸ εὐχαριστιόταν καὶ τραγουδοῦσε καὶ ὁ ἴδιος.
Στὶς δέκα καὶ μισή,
ὅμως, ἄκουσε τὸ τηλέφωνο ποὺ χτυποῦσε. Σταμάτησε τὴ μουσικὴ καὶ σήκωσε τὸ ἀκουστικό.
– Εὐλογεῖτε! ἄκουσε
τὸν Γέροντα νὰ τοῦ λέει.
– Γέροντα, ἐσεῖς;
ρώτησε ὁ ἄνδρας ἔκπληκτος.
– Βρὲ εὐλογημένε, δὲν
σοῦ εἶπα νὰ προσεύχεσαι τέτοια ὥρα; Τί κάνεις ἐσύ; Μὲ τρέλαναν τὰ τραγούδια
σου. Μέχρι ἐδῶ ἀκούγονται τὰ κλαρίνα!
*Γέρων Ἀμβρόσιος Λάζαρης, ὁ πνευματικὸς τῆς
Μονῆς Δαδίου
Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026
Τρίτη 2 Ιουνίου 2026
Ποῦ τὰ βρῆκαν αὐτά, βρὲ παιδάκι μου;
Πρὶν λίγο
καιρό, ὁ ἁγιορείτης ἱερομόναχος π. Μ. μοῦ ἀποκάλυψε ἕνα περιστατικὸ ποὺ μὲ
προβλημάτισε πολύ, ἴσως καὶ λόγω τῆς ἐποχῆς ποὺ διερχόμαστε, καὶ τὸ ὁποῖο
παραθέτω αὐτούσιο.
«Μιὰ φορά,
μοῦ διηγήθηκε ὁ π. Μ., καθὼς λειτουργοῦσα, ἦρθε μέσα μου ἔντονη ἡ ἐπιθυμία νὰ
προσφέρω εἰς μνήμην τῶν γονέων μου καὶ γιὰ τὴν ψυχή τους ἕνα καλὸ ἁγιοπότηρο στὸ
μοναστήρι μου. Πρὶν κάνω ὅμως ὁποιαδήποτε ἐνέργεια, σκέφτηκα νὰ περάσω ἀπὸ τὸν
Γέροντα Παΐσιο, μὲ τὸν ὁποῖο μὲ συνέδεε πνευματικὴ φιλία πολλῶν ἐτῶν. Πράγματι
τοῦ ἐκμυστηρεύτηκα τὸν λογισμό μου.
Μόλις μὲ ἄκουσε
ὁ Γέροντας μὲ ρώτησε:
-Τὸ
μοναστήρι σας ἔχει ἄλλα ἁγιοπότηρα;
-Ναί, τοῦ ἀπάντησα.
Ἔχει πολλὰ καὶ ἐξαιρετικὰ μάλιστα.
Στὴν
συνέχεια ὁ Γέροντας, ποὺ γνώριζε τὴν οἰκογένειά μου, μὲ ρωτᾶ:
-Τὰ ἀδέλφια
σου ἐργάζονται;
Ὅταν τοῦ ἀπάντησα
πὼς πότε ἔχουν κάνα μεροκάματο καὶ πότε ὄχι, ὁ Γέροντας Παΐσιος μὲ ἔμφαση μοῦ
λέει:
-Παπά, θὰ ἔχουν
δίκιο τὰ ἀδέλφια σου νὰ ἀλλαξοπιστήσουν! Βρὲ εὐλογημένε. Δῶσε καλλίτερα τὰ
χρήματα στὴ φαμελιά τους καὶ μὴν στεναχωριέσαι γιὰ τὸ μοναστήρι. Φτάνουν αὐτὰ
ποὺ ἔχει.
Ἔτσι, παπά,
συνέχισε ὁ γερο-Παΐσιος, ἔγινε καὶ στὴ Ρωσία. Ὁ κόσμος πεινοῦσε καὶ αὐτοὶ
φτιάχναν χρυσοὺς τρούλους.
Τὸ πόσο εὐαρεστήθηκε
ὁ Θεὸς ἀπ΄ ὅλα αὐτὰ φάνηκε στὴ συνέχεια. Ἐπέτρεψε κατόπιν νὰ γίνουν ὅλα αὐτὰ
βόλια καὶ νὰ πέσουν στὰ κεφάλια τους…
Μάλιστα ὁ
Γέροντας, ἔχοντας μάθει γιὰ κάποιον ἡγούμενο ποὺ ἔλεγε, φέρτε κανδῆλες γιὰ τὴν ἑορτὴ
τῆς Παναγίας, κανδῆλες γιὰ τῶν Βαΐων, κανδῆλες γιὰ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο, καὶ πὼς
τάχα μὲ ὅλα αὐτὰ εὐαρεστεῖται ἡ Παναγία, ἔλεγε:
-Ἄλλα παιδιὰ
δὲν ἔχουν χρήματα γιὰ νὰ φᾶνε, δὲν ἔχουν χρήματα γιὰ φάρμακα, ἄλλοι εἶναι
φυλακισμένοι γιὰ ναρκωτικά, καὶ ἐμεῖς λέμε ὅτι τὰ θέλει αὐτὰ ἡ Παναγία… Ποῦ τὰ
βρῆκαν αὐτά, βρὲ παιδάκι μου; εἶπε, κλείνοντας τὴν συνομιλία μας, καὶ
συμπλήρωσε:
-Τίποτε ἄλλο
δὲν θέλει, παπά, ὁ Θεός, παρὰ μόνο τὴ μετάνοια καὶ τὴν σωτηρία μας.
π. Νεκτάριος Σαββίδης
Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026
Ἕνα μεγάλο
φιλὶ ἀπὸ τὸν Γέροντα
Ὁ Ἀράπης, ὁ χαριτωμένος ἡμίονος, ἦταν ὁ προσωπικὸς μεταφορέας τοῦ ἀείμνηστου
Γέροντα στὶς δύσκολες διαδρομὲς ἀπὸ τὴ Μικρὴ Ἅγια Ἄννα στὶς Σκῆτες καὶ τὰ
Μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ἤθελε ὅμως ἀπαραίτητα πρὶν τὶς μεταφορὲς καὶ τὶς ἄλλες
δουλειὲς ποὺ ἔκανε ἕνα μεγάλο φιλὶ ἀπὸ τὸν Γέροντα Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη καὶ
τὸ εἶχε.
Τὸ Ἀραπάκι εἶχε μία οἰκειότητα μὲ τὸν Γέροντα ποὺ ξάφνιαζε. Χαρακτηριστικὸ
εἶναι πὼς πολλὲς φορὲς μετέφερε μόνο του ἐπισκέπτες σὲ διάφορα σημεῖα τῆς
Σκήτης, ἀφοῦ πρῶτα ὁ Γέροντας τοῦ ψιθύριζε στὸ αὐτὶ τὸν προορισμό, π.χ.: "Θὰ
πᾶς τὸν π. Τιμόθεο στοὺς Δανιηλαίους καὶ θὰ περιμένεις νὰ τὸν γυρίσεις πίσω ἐδῶ".
Ἕνα χλιμίντρισμα καὶ ἡ ἐντολὴ γινόταν ἀμέσως πράξη.
Τὸ ζωάκι σὲ πήγαινε ἐκεῖ ποὺ τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας, περίμενε ὑπομονετικὰ νὰ
τελειώσεις τὴ δουλειά σου καὶ σὲ γύριζε πίσω, πολλὲς φορὲς ἀλλάζοντας καὶ τὴ
διαδρομὴ γιὰ νὰ θαυμάσεις τὸ τοπίο. Ἐπιστρέφοντας ἤθελε τὸ ἀπαραίτητο φιλὶ ἀπὸ
τὸν Γέροντα, ποὺ πολλὲς φορὲς τὸ ἔπαιρνε καὶ ἀπὸ τὸν ἀναβάτη καὶ ἕνα μεγάλο
τραγανὸ παξιμάδι γιὰ τὰ "μεταφορικά".
Τόσο ἁπλὴ καὶ ὡραία ἔφτιαξε ὁ Δημιουργὸς τὴ ζωή μας, ἐμεῖς κάπου τὰ ἀλλάξαμε
ὅλα καὶ πήραμε τὴ ζωή μας λάθος, κατὰ τὸν ποιητή.
π. Τιμόθεος
Ἠλιάκης
Κυριακή 31 Μαΐου 2026
Σάββατο 30 Μαΐου 2026
Παρασκευή 29 Μαΐου 2026
Λόγος περὶ ἀγάπης
Ὁ Κύριος καί Σωτήρ μας Ἰησοῦς Χριστός μᾶς παρέδωσε
τελείαν διδασκαλίαν περί τῆς σωτηρίας μας. Καί αὐτά τά ὁποῖα μᾶς ἐδίδαξε, ὁ Ἴδιος
πρῶτα τά ἐφήρμοσε. Εἶναι «ὁ ποιήσας καί διδάξας». Μᾶς ἔφερε ὡς παράδειγμα ἀληθινῆς
ἀγάπης τόν Καλό Σαμαρείτη. Ἀλλά ὁ κατ’ ἐξοχήν Καλός Σαμαρείτης ἦταν ὁ Ἴδιος ὁ
Κύριος, ὁ ὁποῖος ἐπῆρε τήν βασανισμένη ἀνθρωπίνη φύσι ἀπό τούς ληστάς, τούς
δαίμονας δηλαδή, τά πάθη, τήν κακία τῶν ἀνθρώπων καί τήν ἀνέστησε καί τήν ἐζωοποίησε
διά τοῦ σταυρικοῦ Του θανάτου καί τῆς Ἀναστάσεώς Του.
Ὅλοι γνωρίζουμε τώρα ὅτι ἡ τελεία χριστιανική ἀγάπη
εἶναι καθολική, εἶναι ἀγάπη πρός ὅλους, καί πρός τούς ἐχθρούς μας ἀκόμη. Αὐτό
τό γνωρίζουμε ὅλοι, ἀλλά δυσκολευόμαστε νά τό βιώσουμε. Ἀκόμη καί μεταξύ μας,
στά στενά περιβάλλοντά μας, στίς οἰκογένειές μας, στίς ἐργασίες μας ὑπάρχουν ἄνθρωποι
πού τούς ἀντιπαθοῦμε. Καμμιά φορά καί χωρίς νά μᾶς ἔχουν κάνει κάτι ἤ μᾶς ἔκαναν
κάτι μικρό ἤ νομίζουμε ὅτι μᾶς ἔκαναν κάτι καί ἐμεῖς κρατᾶμε μία ψυχρότητα ἀπέναντί
τους καί πολλές φορές μία ἐπιθετικότητα. Ὅμως ποῦ εἶναι ἡ χριστιανική ἀγάπη σ’
αὐτές τίς περιπτώσεις; Πρέπει νά κάνουμε μεγάλο ἀγῶνα, γιά νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό
αὐτές τίς καταστάσεις, οἱ ὁποῖες φυγαδεύουν τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί δέν μᾶς
βοηθοῦν νά εἴμαστε ἀληθινοί μαθηταί τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς διδάσκει, ὅτι αὐτή ἡ
τελεία ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ δέν μπορεῖ νά κατορθωθῇ μόνον μέ τίς δικές μας
δυνάμεις, γιατί ὅλοι μας, λίγο ἤ πολύ, εἴμαστε ἄρρωστοι, πνευματικά ἄρρωστοι,
καί ἡ θέλησίς μας ἀκόμη εἶναι ἀσθενής καί ὁ νοῦς μας εἶναι σκοτισμένος.
Χρειάζεται ὁ φωτισμός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτό μεταξύ τῶν κρειττόνων ἀρετῶν,
τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή,
ὅπως θά θυμᾶστε, συγκαταλέγει καί τήν ἀγάπη. «Ὁ δέ καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη,
χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια».
Ἄρα λοιπόν ἐμεῖς θά προσπαθοῦμε, θά ἀγωνιζόμαστε,
γιά νά ἀποκτήσουμε τήν ἀγάπη, ἀλλά εἶναι ἀπαραίτητο νά ζητοῦμε καί τήν Χάρι τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος. Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο νά μᾶς φωτίσῃ, νά μᾶς καθαρίσῃ ἀπό τά πάθη
καί τήν ἔλλειψι ἀγάπης καί νά μᾶς δώσῃ τό δῶρον τῆς ἀγάπης. Καί τότε, ὅταν τό
Πνεῦμα τό Ἅγιον ἀνταποκρινόμενο στήν δική μας ἀναζήτησι, στήν δική μας
προσευχή, στόν δικό μας πόθο καί στόν δικό μας ἀγῶνα, μᾶς δώσῃ τήν χάρι τῆς ἀληθινῆς
ἀγάπης, τότε θά εἴμεθα καί ἐμεῖς σωστοί καί καλοί μαθηταί τοῦ διδασκάλου τῆς ἀγάπης,
τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Θυμοῦμαι μία ἱστορία γιά κάποιο παιδάκι Ὀρθόδοξο
Ἑλληνόπουλο, πού ζοῦσε στήν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου. Ὅταν ἔπαιζε μέ τά ἄλλα
παιδάκια, τά Μουσουλμανάκια, καί τόν κτυποῦσαν, αὐτός δέν κτυποῦσε, δέν ἀνταπέδιδε.
Τόν ἐρώτησαν λοιπόν μία φορά τά παιδιά τά ἄλλα, οἱ μουσουλμάνοι, οἱ φίλοι του:
“δέν μᾶς λές, ἐμεῖς ὅταν μᾶς χτυπᾶνε, χτυπᾶμε. Ἐσύ, βλέπουμε, ὅταν σέ χτυπᾶνε,
δέν χτυπᾶς, δέν ἀνταποδίδεις”. Καί αὐτό τό εὐλογημένο καί φωτισμένο παιδί εἶπε:
“Ἐγώ εἶμαι μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός μᾶς εἶπε νά μή ἀνταποδίδουμε. Καί γι’
αὐτό ἐγώ δέν ἀνταποδίδω”. Τό ἄκουσε αὐτό ἕνα ἄλλο παιδί, μουσουλμανάκι, καί
συγκινήθηκε πολύ καί καθώς μεγάλωνε ἐγνώρισε τόν Χριστό καί ἔγινε Χριστιανός,
βαπτίσθηκε καί ἔγινε Χριστιανός.
Ἔτσι πρέπει νά εἶναι οἱ μαθηταί τοῦ Χριστοῦ.
Νά μιμούμεθα τόν Χριστόν εἰς ὅλα καί εἰς τήν ἀγάπην. Καί νά καλλιεργοῦμε
πάντοτε αὐτό τό πνεῦμα τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους, καί
κυρίως πρός ἐκείνους γιά τούς ὁποίους μᾶς ἔρχονται μέσα μας ψυχρότητες καί ἀρνητικά
συναισθήματα. Δέν χρειάζεται νά τρέχουμε νά βροῦμε ἐχθρούς γιά νά τούς ἀγαπήσουμε,
διότι πολλές φορές δέν μποροῦμε νά ἀγαπήσουμε τούς ἀνθρώπους πού ζοῦμε μαζί
τους, καί εἶναι μέσα στά σπίτια μας, μέσα στούς συγγενεῖς μας, καμμιά φορά καί
μέσα στήν ἀδελφότητά μας.
Γι’ αὐτό λοιπόν, πατέρες καί ἀδελφοί
Χριστιανοί, ἄς ἀρχίσουμε ὅλοι ἕνα εἰλικρινῆ ἀγῶνα, νά μπορέσουμε νά δεχόμαστε
τόν κάθε ἄνθρωπο, ὅποιος καί ἄν εἶναι αὐτός, ὡς ἀδελφό μας, καί νά τόν ἀγαπᾶμε,
ὅπως πρέπει νά ἀγαπᾶμε τόν Ἴδιο τόν Χριστό. Διότι ὁ Κύριος μᾶς εἶπε, ὅτι στό
πρόσωπο τοῦ κάθε ἀνθρώπου πρέπει νά βλέπωμε τόν Χριστό. Καί ὅ,τι κάνουμε σέ
κάθε ἄνθρωπο, τό κάνουμε διά τόν Χριστόν. Μακάρι λοιπόν νά ἐνισχυθοῦμε ἀπό τήν
Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιά νά προχωρήσουμε σ’ αὐτό τό θέμα, πού εἶναι τό Α
καί τό Ω τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Καί ὅπως εἶπα, χωρίς τήν ἀγάπη δέν μποροῦμε νά
εἴμαστε ἀληθινοί μαθηταί τοῦ Χριστοῦ.
Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης
Πέμπτη 28 Μαΐου 2026
Τῆς Σπάρτης οἱ πορτοκαλιές...
Τῆς Σπάρτης οἱ πορτοκαλιές, χιόνι, λουλούδια τοῦ ἔρωτα,
ἄσπρισαν ἀπ᾿ τὰ λόγια σου, γείρανε τὰ κλαδιά τους
γιόμισα τὸ μικρό μου κόρφο, πῆγα καὶ στὴ μάνα μου.
Κάθονταν κάτω ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι καὶ μὲ νοιάζονταν,
κάθονταν κάτω ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι καὶ μὲ μάλωνε:
Χτὲς σ᾿ ἔλουσα, χτὲς σ᾿ ἄλλαξα, ποῦ γύριζες -
ποιὸς γιόμισε τὰ ροῦχα σου δάκρυα
καὶ νεραντζάνθια;
Νικηφόρος Βρεττᾶκος
Τετάρτη 27 Μαΐου 2026
Τρίτη 26 Μαΐου 2026
Δευτέρα 25 Μαΐου 2026
Κυριακή 24 Μαΐου 2026
Γιὰ τοὺς ἐχθρούς
της ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς
Ἂν καὶ εἶμαι ζωγράφος κι ὄχι μουσικός, ὡστόσο ἔχω γράψει περισσότερα γιὰ
τὴν ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ ἀπὸ τὴν ἁγιογραφία. Γιατὶ ἡ μουσικὴ ἐνεργεῖ ἀπάνω στὴν
ψυχὴ πιὸ δυνατὰ καὶ πιὸ ἄμεσα, παρὰ ἡ ζωγραφική, ἐπειδὴ μὲ τὴν μουσικὴ μπορεῖ νὰ
ἐκφρασθεῖ, λίγο πολύ, ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἐνῶ ἡ ζωγραφικὴ εἶναι μία τέχνη ποὺ τὴν
κάνουνε μονάχα οἱ τεχνίτες ποὺ εἶναι σπουδασμένοι σ’ αὐτὴν τὴν τέχνη. Μὲ τὴν
μουσικὴ καὶ μὲ τὴν ποίηση ἐκφράζεται ἡ λαϊκὴ ψυχὴ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον τρόπο
καὶ γιὰ τοῦτο σ΄ αὐτὲς τὶς τέχνες φανερώνεται ὁλοζώντανος ὁ χαρακτήρας τοῦ λαοῦ.
Γι’ αὐτὴ τὴν αἰτία ὁ Πλάτωνας ὁ φιλόσοφος εἶπε· ἅμα ἀλλάξει ἡ μουσικὴ ἑνὸς λαοῦ,
θὰ πεῖ πὼς ἄλλαξε κι ὁ χαρακτήρας του. Κι ὅμως, βρίσκουνται σὲ μᾶς ἄνθρωποι, καὶ
μάλιστα ἱερωμένοι καὶ θεολόγοι, ποὺ ἔχουνε τὴν ἰδέα πὼς ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ
εἶναι κάποιο πράγμα ποὺ δὲν ἔχει μεγάλη σημασία γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας καὶ ποὺ
μπορεῖ νὰ ἀλλάξει, χωρὶς νὰ ἀλλοιωθεῖ ἡ πραγματικὴ οὐσία της.
Ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσική μας, ὅπως κι οἱ ἄλλες ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, εἶναι
ἀχώριστες ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ἐκφράζουνε.
Ὁ χαρακτήρας της μορφώθηκε ἀπὸ τὰ νοήματα καὶ ἀπὸ τὰ αἰσθήματα ποὺ ἐκφράζει.
Ἂν ἐξέφραζε ἄλλα νοήματα κι ὁ διπλός της χαρακτήρας θὰ ἤτανε ἀλλοιώτικος. Ἡ ἀνταπόκριση
ἀνάμεσα στὸ μέσον μὲ τὸ ὁποῖο γίνεται ἡ ἔκφραση καὶ σὲ κεῖνο ποὺ ἐκφράζεται μ΄
αὐτὸ τὸ μέσον, εἶναι τόσο ἀπόλυτη, ὥστε αὐτὰ τὰ δύο νὰ εἶναι σὲ τέτοιον βαθμὸ
σφιχτὰ δεμένα ἀνάμεσά τους ποὺ ν’ ἀποτελοῦνε ἕνα πράγμα. Οἱ ἐκκλησιαστικὲς
τέχνες καθρεφτίζουνε μὲ ἀκρίβεια τὸν μυστικὸ πλοῦτο τῆς ἀληθινῆς χριστιανικῆς
θρησκείας, δηλαδὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Κάθε παραμόρφωση ποὺ παθαίνει ἡ πνευματικὴ οὐσία
της, καθρεφτίζεται μέσα σ’ αὐτὸν τὸν καθρέφτη ποὺ λέγεται μουσική, ἁγιογραφία, ἀρχιτεκτονικὴ
κλπ, ὅπως γίνεται καὶ τὸ ἀνάποδο, δηλαδὴ κάθε παραμόρφωση ποὺ παθαίνουνε οἱ ἐκκλησιαστικὲς
τέχνες φανερώνει τὴν παραμόρφωση ποὺ ἔπαθε ἡ πνευματικὴ οὐσία ποὺ ἐκφράζουνε.
Βλέπει λοιπὸν κανείς, πὼς δὲν ὑπάρχει πιὸ ἀνόητο πράγμα ἀπ’ αὐτὸ ποὺ λένε
ὅσοι θεωροῦνε τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες – καὶ γενικὰ τὴ μορφὴ τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας
μας – σὰν κάποια πράγματα συμβατικὰ καὶ τὰ ἔργα τους σὰν τυχαία κατασκευάσματα,
ποὺ μποροῦνε ν’ ἀλλάζουνε κατὰ τὰ γοῦστα τοῦ καθενός. Πρέπει νὰ ἔχει κανένας ἐκείνη
τὴ βαθυστόχαστη ἀνοησία ποὺ ἔχουνε κάτι τέτοιοι ἄνθρωποι, ποὺ εἶναι ψυχὲς ἄδειες
ἀπὸ κάθε πνευματικὴ θέρμη, γιὰ νὰ λέει καὶ νὰ ὑποστηρίζει τέτοια πράγματα. Ἀκόμα
καὶ στὴν κοσμικὴ τέχνη, ποὺ ἀκολουθᾶ τὰ ρεύματα τοῦ ὑλικοῦ κόσμου, ξέρουνε ὅσοι
καταγίνουνται μ’ αὐτή, πὼς ἡ οὐσία καὶ ἡ μορφὴ εἶναι ἀλληλοεξαρτημένα, καὶ
μάλιστα τόσο ἀλληλοεξαρτημένα, ποὺ κατὰ βάθος νὰ εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα. Μοναχὰ
κάποιοι ἀνόητοι, σὰν καὶ τούτους ποὺ εἴπαμε παραπάνω, ἔχουνε τὴν ἰδέα πὼς ἡ οὐσία
κι ἡ μορφή, τὸ νόημα ἢ τὸ αἴσθημα κι ἡ ἔκφρασή του, τὸ μέσα καὶ τὸ ἀπέξω, εἶναι
δύο πράγματα ἄσχετα τὸ ‘να μὲ τ’ ἄλλο. Ἕνας τέτοιος ἐλαφρόμυαλος, ὁ Παναγιώτης
Σοῦτσος, ἔλεγε γιὰ τὸ Σολωμό, νομίζοντας πὼς ἔλεγε κάποιο σπουδαῖο πράγμα, πὼς
τὰ ἔργα τοῦ Σολωμοῦ ἤτανε: «ἰδέαι πλούσιαι, πτωχὰ ἐνδεδυμέναι», καὶ πὼς γι’ αὐτό:
«δὲν εἶναι δι’ αἰώνιον ζωὴν προορισμέναι».
Μ’ ἄλλα λόγια, γιὰ νὰ μὴν πεθάνουνε τὰ ἔργα τοῦ Σολωμοῦ, κατὰ τὴν
μεγαλοφυΐα τοῦ Σούτσου, θὰ ‘πρεπε νὰ βρίσκει μὲν τὶς ἰδέες ὁ Σολωμός, ἀλλὰ νὰ τὶς
παραδίνει στὸ Σοῦτσο γιὰ νὰ τὶς ντύνει μὲ πλούσια ἐνδύματα, δηλαδὴ νὰ τὶς ἐκφράζει
μὲ τοὺς νερόβραστους στίχους του. Θαυμάστε τί φωστῆρες βγάζει ἡ Ἑλληνικὴ Φυλή! Ἐ,
τέτοιοι φωστῆρες εἶναι καὶ τοῦτοι οἱ σημερινοί, ποὺ θεωροῦνε σὰν «ἐπουσιώδη
πράγματα» τὴ ἐκκλησιαστικὴ μουσική μας, τὴν εἰκονογραφία μας κλπ γιὰ νὰ ἀποχτήσουνε
τὸν περιπόθητο τίτλο τοῦ νεωτεριστῆ. Γιὰ νὰ εἶναι κανένας νεωτεριστὴς στὰ
πράγματα τῆς παράδοσης, ποὺ μορφώθηκαν μέσα σὲ αἰῶνες καὶ ποὺ ἔχουνε τὴ
σταθερότητα ποὺ ἔχει ἡ πίστη ἀπ’ ὅπου βγήκανε, θὰ πεῖ πὼς δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ
νιώσει τί πάγει νὰ καταστρέψει, ὥστε νὰ φρίξει καὶ νὰ μαζευτεῖ, νιώθοντας τὴν
μικρότητά του μπροστὰ στὰ αἰώνια αὐτὰ στοιχεῖα.
Οἱ τέτοιοι νεωτεριστὲς σπρώχνονται στοὺς εὔκολους κι ἀνεύθυνους
νεωτερισμοὺς ἀπὸ τὴν περηφάνια. Ἡ περηφάνια εἶναι ἡ μητέρα κάθε ἀνοησίας. Ἐνῶ
σ’ ὅποια ψυχὴ μπεῖ ἡ ταπείνωση, φεύγει ἡ ἀνοησία. Γι’ αὐτὸ τοῦτοι οἱ νεωτεριστὲς
εἶναι ἀνόητοι καὶ κούφιοι, ἐπειδὴ κρύβουνε τὴν περηφάνια τους μὲ τὴν
ταπεινολογία. Ξερόψυχοι, πῶς νὰ νιώσουνε τὸ ὕψος τῆς ταπείνωσης καὶ νὰ αἰσθανθοῦνε
τὴν κατάνυξη ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὴν ταπείνωση; Καλὰ λέγει ὁ ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος:
«Ἡ περηφάνια ἀναγκάζει ἐπινοεῖν καινοτομίας, μὴ ἀνεχομένη τὸ ἀρχαῖον». Ἐκεῖνος
ποὺ ἀκολουθᾶ πρόθυμα καὶ σέβεται τὴν παράδοση, φανερώνει μὲ τοῦτο πὼς ἔχει
ταπεινὸ φρόνημα, δηλαδὴ πὼς εἶναι στερεωμένος ἀπάνω στὴν ἀσάλευτη πέτρα, ποὺ εἶναι
τὸ θεμέλιο τῆς θρησκείας τοῦ Χριστοῦ.
Γιὰ τοὺς νεωτεριστὲς ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ εἶναι ἀνιαρή, χωριάτικη,
παλιωμένη καὶ γι’ αὐτὸ θέλουνε νὰ τὴ γυρίσουνε στὴ εὐρωπαϊκὴ πολυφωνία, ποὺ εἶναι
γι’ αὐτοὺς πιὸ νεωτεριστική, πιὸ σύμφωνη μὲ τὰ ἐκφυλισμένα γοῦστα τῆς ἐποχῆς
μας. Οἱ δυστυχεῖς δὲν ὑποπτεύουνται τί εἶναι αὐτὴ ἡ μουσικὴ ποὺ θέλουνε νὰ
καταργήσουνε. Ἂν ἦταν σὲ θέση νὰ γνωρίζουνε τί κάνουνε, θὰ ἀνατριχιάζανε. Τὴν ἐκκλησιαστικὴ
μουσικὴ τὴν κρίνουνε μὲ τὰ μέτρα τῆς κοσμικῆς μουσικῆς. Τὴν κρίνουνε σὰν μία
τέχνη ποὺ ἔχει σκοπὸ νὰ μᾶς εὐχαριστήσει ἢ νὰ μᾶς συγκινήσει κι ὄχι νὰ μᾶς ἁγιάσει.
Ἡ λειτουργικὴ μουσικὴ τῆς Ἐκκλησίας μας δὲν τοὺς ἀρέσει, γιατί ἔχει ἱερατικότητα
καὶ γιατί ἐκφράζει ταπείνωση, συντριβή, ἁπλότητα, ἔλεος, ἐγκαρτέρηση καὶ ἱκεσία.
«Τὸ γοῦστο» λέγει ὁ Λεωνίδας Οὐσπένσκης «εἶναι ὁ δικτάτορας». Τὸ προσωπικὸ
γοῦστο ἔχει ἐπιβληθεῖ γενικὰ σὰν κριτήριο γιὰ τὴν ἀξία τῆς εἰκόνας ἢ τῆς ἐκκλησιαστικῆς
μουσικῆς. Γίνεται λόγος γιὰ «καλὸ γοῦστο» καὶ γιὰ «κακὸ γοῦστο». Μὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία
κανένα γοῦστο δὲν εἶναι μήτε καλὸ μήτε κακὸ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ λογαριαστεῖ σὰν
κριτήριο. Μὲ ποιό δικαίωμα τὸ γοῦστο τοῦ τάδε προσώπου θὰ κρινότανε γιὰ καλὸ καὶ
τοῦ τάδε ἄλλου γιὰ κακό; Τὸ γοῦστο δὲν εἶναι ἕνα μόνιμο πράγμα. Ἀλλὰ ἀλλάζει ὁλοένα.
Μὲ τὰ προσωπικὰ γοῦστα ποὺ ἀνακατεύουνται στὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες
καταντήσαμε σ’ αὐτὸ ποὺ φοβότανε ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, γράφοντας τὰ παρακάτω:
«Ἂν ἀφήσουμε τὸν καθένα νὰ κάνει ὅ,τι θέλει, σιγά-σιγὰ ὁλόκληρο τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας
θὰ καταστραφεῖ»!
Μὰ ἄραγε, εἶναι σὲ θέση νὰ καταλάβουνε αὐτὰ τὰ πράγματα οἱ περισπούδαστες
κεφαλές, ποὺ περνᾶνε γιὰ σοφές, ἐπειδὴ πήγανε στὴν Εὐρώπη, ἢ εἶναι γι’ αὐτοὺς
πιὸ μυστηριώδη κι αἰνιγματικὰ ἀπὸ τὰ ἱερογλυφικά;
Φώτης Κόντογλου















