Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

 


Πῶς ἐνεργεῖ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ

Σήμερα ἑορτάσαμε τήν μνήμη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος εἶναι ἕνας μεγάλος θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας, μεγάλος διδάσκαλος πνευματικός, μεγάλος Ἱεράρχης τῆς Ἐκκλησίας μας.

Τόν 14ο αἰώνα οἱ δυτικοί, ὅπως καί σήμερα ἔτσι καί τότε, ἐμφοροῦνταν ἀπό τό πνεῦμα τοῦ ὀρθολογισμοῦ καί δέν μποροῦσαν νά καταλάβουν τί εἶναι ἡ θεία Χάρη καί πῶς ἐνεργεῖ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Προσπαθοῦσαν ὀρθολογιστικά νά ἑρμηνεύσουν τό τί εἶναι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ.

Τότε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς δίδαξε τήν ὀρθή, τήν Ὀρθόδοξο θεολογία τοῦ Εὐαγγελίου, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων. Ὅτι η Χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἄκτιστη, δέν εἶναι κτίσμα, δέν εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, καί ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο, φωτίζει τόν ἄνθρωπο καί ἀκόμη κάνει τόν ἄνθρωπο, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἑνωθεῖ μέ τόν Θεό, θεό κατά χάρη.

Καί ἔτσι ἔδωσε τήν δυνατότητα σέ ὅλους μέ τήν διδασκαλία του νά ἀγωνίζονται νά ἔχουν τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ στήν ζωή τους. Νά ἔχουμε ἐμεῖς τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ στήν ζωή μας καί νά μήν εἴμαστε σ’ αὐτόν τόν κόσμο ἔρημοι, ἀπαρηγόρητοι, κενοί, γεμάτοι ἄγχος καί χωρίς νόημα στήν ζωή μας.

Διότι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, εἶναι κενός, ἄδειος καί ἡ ζωή του γεμίζει ἀπό ἄγχος καί ἀπελπισία. Όταν ὅμως ἔχει τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος, τότε ἔχει τήν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ μέσα του, ἔχει τήν χαρά τοῦ Θεοῦ μέσα του, βρίσκει τό ἀληθινό νόημα τῆς ζωῆς του, ἔχει φῶς μέσα στήν ζωή του.

Ὅλα αὐτά λοιπόν τά ὀφείλουμε στόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ. Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία μας τόν θεωρεῖ ὡς ἕνα ἀπό τούς μεγίστους διδασκάλους καί πνευματικούς της Πατέρες. Καί εἶναι εὐλογία πού ἦταν Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Θεσσαλονίκης, ἡ ὁποία εἶναι ἐγγύτατα στό Ἅγιον Ὅρος πόλη, ἡ δευτέρα Βασιλεύουσα τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ γένους μας.

Ἀλλά ἦταν καί Ἁγιορείτης, διότι ἐδῶ στό Ἅγιον Ὅρος ἀσκήθηκε ὁ ἅγιος Γρηγόριος πολλά χρόνια καί ἀπό ἐδῶ ξεκίνησε καί ἔλαβε τά πνευματικά ὄπλα γιά νά διδάξει τήν Ὀρθόδοξο διδασκαλία περί τῆς θείας Χάριτος.

Ὅλοι ἐμεῖς οἱ νεοέλληνες, καί μάλιστα οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοί, πρέπει νά διαβάζουμε τα ἔργα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, γιά νά δοῦμε τί μεγάλος θησαυρός εἶναι ὁ ἅγιος Γρηγόριος καί τί προσφέρει στόν καθένα ἀπό ἐμᾶς σήμερα. Γιατί οἱ ἅγιοι Πατέρες, καί ἰδίως ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, εἶναι ἐπίκαιροι. Δέν ἦταν γιά τόν 14ο αἰώνα, εἶναι καί γιά σήμερα.

Γι’ αὐτό συνιστῶ σέ ὅλους – καί μάλιστα ὅσοι εἶσθε μορφωμένοι – νά ψάξετε νά βρεῖτε νά διαβάσετε τόν βίο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί ὅσα μπορεῖτε ἀπό τά ἔργα του, γιά νά πάρετε φῶς γιά τήν ζωή σας.

Σήμερα, πού ἑορτάζουμε τόν ἅγιο Γρηγόριο, τόν διδάσκαλο τῆς Χάριτος, ζήσαμε καί ἕνα μυστήριο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, τό μυστήριο τῆς Ἱεροσύνης. Ὁ Σεβασμιώτατος, ἔχοντας τό πλήρωμα τῆς χάριτος τῆς Ἱεροσύνης – διότι οἱ Ἐπίσκοποι ἔχουν τό πλήρωμα τῆς Ἱεροσύνης – μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ μετέδωσε αὐτή τήν ἀποστολική Χάρη στόν ἀδελφό μας, πού μέχρι τώρα – πρό δύο ὠρών – ἦταν διάκονος καί μετά δύο ὧρες, πού ἦρθε ἡ θεία Χάρη, ἔγινε ἱερεύς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου. Καί τώρα μπορεῖ νά τελεσιουργεῖ τά ἄχραντα Μυστήρια καί νά μεταδίδει καί αὐτός τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ διά τῶν ἁγίων Μυστηρίων.

Εἶναι ἕνα δεῖγμα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί τοῦ πόσο μᾶς ἀγαπάει ὁ Θεός. Ἔτσι ἐγώ αἰσθάνθηκα σήμερα. Ὤστε σ’ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους δίνει τήν ἐξουσία νά μεταδίδουμε τήν θεία Χάρη Του, πρῶτον στούς Ἐπισκόπους καί μετά στούς Ἱερεῖς. Αὐτό δέν εἶναι τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ; Ὄτι η θεία Χάρη δέν ἔρχεται κατ’ εὐθείαν ἀπό τόν Οὐρανό, ἀλλά μεταδίδεται διά μέσου ἀνθρώπων, πού Ἐκεῖνος μέ τήν Χάρη Τοῦ χειροτονεῖ.

Καί το δεύτερο Μυστήριο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ· ὁ καθαγιασμός τῶν Τιμίων Δώρων. Διότι δύο φορές ἦρθε σήμερα τό Ἅγιο Πνεῦμα· νά μεταβάλει τόν ἀδελφό σέ Ἱερέα καί νά μεταβάλει τόν ἄρτο καί τόν οἶνο σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ.

Καί αὐτό τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ· μᾶς δείχνει καί αὐτό πόσο μᾶς ἀγαπάει ὁ Θεός. Μᾶς δίνει τό Σῶμα Του καί τό Αἷμα Του, γιά νά γίνουμε καί ἐμεῖς ἕνα μαζί Του. Να μήν εἶναι Ἐκεῖνος στόν Οὐρανό καί ἐμεῖς στήν γῆ, ἀλλά νά εἴμαστε ἐμεῖς μέσα στόν Χριστό καί ὁ Χριστός νά εἶναι μέσα σ’ ἐμᾶς.

Γιά ὅλα αὐτά αἰσθανόμαστε βαθιά εὐγνωμοσύνη καί εὐχαριστοῦμε τόν Σταυρωθέντα καί Ἀναστάντα Κύριό μας γιά τά δῶρα Του αὐτά τά μεγάλα καί μοναδικά, γιά τά ὁποία πρέπει νά εἴμαστε συνεχῶς συγκινημένοι καί εὐγνώμονες στήν ζωή μας, ὅλοι, μικροί καί μεγάλοι.

Εὐχαριστῶ καί ὅλους σας, πατέρες καί ἀδελφοί, πού ἤλθατε νά συμπροσευχηθοῦμε μαζί, καί εὔχομαι ταπεινῶς μέ τήν εὐχή τοῦ Σεβασμιωτάτου ἡ Χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος, πού τόσο πλούσια ἐπέλαμψε σήμερα σέ ὅλους ἐμᾶς, νά μᾶς φωτίσει καί νά μᾶς ὁδηγήσει στόν δρόμο τῆς ζωῆς μας, γιά νά φθάσουμε στήν ἐπίγνωση τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ.

(1987)

Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026



Πρόοδος και συντήρηση
Πολύ συχνὰ μὲ ἐρωτοῦν, ἄν εἶμαι μὲ τὴν πρόοδο ἤ μὲ τὴν συντήρηση. Παιδαγωγικὰ ἀπαντῶ: «Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ὁρισμὸ». Καὶ μὲ αὐτὸ ἐννοῶ τὸ πῶς θὰ ὁρίσουμε τὶς δύο ἔννοιες. Γιατὶ, ἄν δοῦμε τὴν πρόοδο σὰν προοδοπληξία, τότε ἀσφαλῶς, μὲ τὴν ἔννοια αὐτὴ, ἡ θέση μας ἔναντι αὐτῆς εἶναι ἀπορριπτική. Ἄν πάλι ταυτίσουμε τὴ συντήρηση μὲ τὴν ἀντίδραση πρὸς καθετὶ νέο καὶ μὲ τὴν προκατάληψη ἔναντι αὐτοῦ, μὲ ἄλλα λόγια ἄν τὴν ἐκλάβουμε ὡς ὀπισθοδρόμηση, τότε καὶ πάλι ἡ τοποθέτησή μας εἶναι ἀρνητική. Ἄν ὅμως θεωρήσουμε σὰν πρόοδο τὴ φυσικὴ ἐξέλιξη ποὺ συντελεῖται μέσα στὰ πλαίσια τοῦ ἀνθρώπινα δυνατοῦ καὶ τοῦ ψυχολογικὰ σκόπιμου καὶ ὡς συντήρηση τὴ διατήρηση τῶν προηγουμένων κατακτήσεων, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι αὐτὲς ἀποτελοῦν σταθερὸ ἔδαφος γιὰ νέες ἐπιτεύξεις, τότε οἱ δύο αὐτὲς ἔννοιες ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἀπορριπτέες, ὄχι μόνον δὲν ἀλληλοαναιροῦνται ἀλλὰ ἀλληλοσυμπληρώνονται. Συνεπῶς, ὅταν οἱ δύο ἔννοιες πάρουν τὴ σωστὴ τους σημασιοδότηση εἶναι ἀποδεκτές ἀπὸ κάθε ἐχέφρονα πολίτη. Διότι ἡ συντήρηση καθοδηγεῖ τὴν πρόοδο καὶ ἡ πρόοδος ἀξιοποιεῖ τὴ συντήρηση. Πρόοδος καὶ συντήρηση, παρόλο ποὺ εἶναι δύο ποσότητες ἀντίθετα φορτισμένες, ἀλληλοεπηρεάζονται καὶ λειτουργοῦν ὅπως ὁ λόγος καὶ ὁ ἀντίλογος γιὰ τὴ διαρκῆ σύνθεση καὶ ἀνανέωση τῶν καταστάσεων, χωρὶς ὀδυνηρὲς ἀνατροπὲς. Ἀποτελοῦν θέση καὶ ἀντίθεση ποὺ ὁδηγοῦν στὴ σύνθεση, δηλαδὴ σὲ μιὰ καινούργια θέση, σίγουρα πιὸ ἐποικοδομητικὴ καὶ ὁλοκληρωμένη, ἀφοῦ δὲν προέρχεται ἀπὸ μία μόνον πλευρά.
Μιὰ φυσιολογικὴ πρόοδος εἶναι στενά δεμένη μὲ τὸ παρελθὸν καὶ ἀσκεῖ μιὰ κατευθυντικὴ ἐπίδραση στὸ μέλλον. «Ἐρχόμαστε ἀπὸ πολὺ μακριὰ καὶ πηγαίνουμε ἀκόμη πιὸ μακριὰ», εἶχε πεῖ ὁ μεγάλος ἡγέτης τοῦ Ἰταλικοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος Παλμίρο Τολιάτι. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ συντήρηση ἐκφράζει τὸ πνεῦμα τῆς παραδόσεως. Παράδοση δὲν εἶναι ὅ,τι παραλαμβάνουμε ἀπὸ τὸ παρελθὸν. Διότι τότε θὰ λεγόταν παραλαβή. Παράδοση (ἀπὸ τὸ ρῆμα παραδίδωμι) εἶναι ὅ,τι θὰ παραδώσουμε ἐμεῖς στοὺς ἐπιγενεστέρους. Λαοὶ ποὺ δὲν θὰ σεβαστοῦν καὶ δὲν θὰ ἀξιοποιήσουν τὰ δημιουργήματα τῶν προγενεστέρων, δὲν μποροῦν νὰ παραχωρήσουν μὲ σιγουριὰ στοὺς ἑπόμενους κρίκους τῆς ἐξελίξεως. Θὰ προχωροῦν βέβαια, ἀλλὰ στὰ τυφλὰ. Θὰ μοιάζουν μὲ τοὺς ναῦτες τοῦ Κολόμβου ποὺ δὲν ἤξεραν οὔτε ποῦ πήγαιναν οὔτε ποῦ ἔφθασαν. Κι ἀκόμη, ἡ συντήρηση μᾶς βοηθάει νὰ ἀφομοιώνουμε τὶς κατακτήσεις τῆς προόδου καὶ νὰ μὴ θαμπωνόμαστε ἀπὸ αὐτὲς. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὅσοι μένουν προσκολημμένοι στὸ «παραδεδομένο», ὅπως τὸ στρεῖδι στὸ βράχο, καὶ ἐπαναπαύονται σ’ αὐτὸ ποὺ δημιουργήθηκε χθὲς, χωρὶς νὰ προσπαθοῦν νὰ τὸ ἀξιοποιήσουν καὶ νὰ δημιουργήσουν κάτι νέο, κάτι ποὺ θὰ ἀνοίγει προοπτικὲς γιὰ ἕνα καλύτερο αὔριο, μοιραῖα θὰ μένουν στάσιμοι. Ἀντὶ νὰ προχωροῦν, θὰ ὀπισθοχωροῦν. Χωρὶς τὴν πρόοδο ἡ συντήρηση ὁδηγεῖ στὴν τελμάτωση, στὸν σκοταδισμὸ, στὴ νέκρωση τῆς πνευματικῆς καὶ κοινωνικῆς δραστηριότητας, στὴ μόλυνση γενικὰ τῶν χυμῶν τῆς ζωῆς. Τὴν ἀνάγκη γιὰ ἕναν τέτοιο συγκερασμὸ ὑποδηλώνει μιὰ θαυμάσια ἀρχαία προτροπὴ: «Στέργε μὲν τὰ παρόντα, ζήτει δὲ τὰ βέλτιστα». Δηλαδή, νὰ συντηρεῖς καὶ ν’ ἀγαπᾶς τὰ παρόντα ἀλλὰ παράλληλα νὰ ἐπιζητεῖς καὶ τὰ ἀκόμη πιὸ καλά.
Ὅπως εἶχα γράψει παλιὰ, ἡ πρόοδος ἐκφράζει τὸ «Ἰκάρειο» στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκφράζει τὴν τάση τοῦ «ἄνω θρώσκειν» ποὺ ἐμπεριέχεται στὴν ἐτυμολογικὴ ἀνάλυση τοῦ ὀνόματὸς του. Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ «ἄνω θρώσκειν» κρύβεται ὅλη ἡ ψυχική διάθεση, ἡ παρόρμηση τοῦ ἀνθρώπου ν’ ἀνέβει πιὸ ψηλὰ, νὰ βρεῖ καινούργια πράγματα, νὰ προχωρήσει πιὸ πέρα ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ βρισκόταν. Ἡ συντήρηση ἐκφράζει τὸ γήινο στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκφράζει τὸ σεβασμό πρὸς τὸ ἀναγνωρισμένο καὶ τὸ δοκιμασμένο, ποὺ ἀποτελοῦν βάση γιὰ νέες ἐξελίξεις. Γι’ αὐτὸ ἡ συντήρηση εἶναι γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὅ,τι ἦταν ἡ γῆ γιὰ τὸν μυθικὸ Ἀνταῖο, ποὺ πατοῦσε πάνω σ’ αὐτὴ καὶ ἀντλοῦσε νέες δυνάμεις. Δυστυχῶς πολλοί, θαμπωμένοι ἀπὸ τὰ ἐπιτεύγματα τῆς ἐποχῆς μας, ξεχνᾶνε κάτι βασικό: Ποτὲ δὲν θὰ φθάναμε στὴν κορυφὴ, ἄν ἄλλοι πρὶν ἀπὸ μᾶς, δὲν εἶχαν βάλει τὶς βάσεις τῆς ἀνόδου. Ὁ σύγχρονος πολιτισμὸς, δὲν εἶναι θαῦμα, εἶναι τελειοποίηση. Τὰ βήματα τῶν προγενεστέρων ἔγιναν γεφύρια, γιὰ νὰ περάσουμε ἐμεῖς. Κι ἐξ ἄλλου σεβασμὸς πρὸς τὸ παρελθὸν σημαίνει σεβασμὸς καὶ πρὸς τὸ μέλλον. Διότι, ὅπως ἔχω γράψει συχνὰ, μέλλον μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ παρελθὸν ποὺ μπαίνει ἀπὸ ἄλλη πόρτα. Ἄς εἴμαστε συνετοί. Κανεὶς δὲν ξέρει τὶ μᾶς ἐπιφυλάσσει… τὸ παρελθὸν! Ἄν δὲν τὸ σεβαστοῦμε, μπορεῖ ἡ πορεία μας πρὸς τὰ ἐμπρὸς νὰ μεταβληθεῖ σὲ μαρτύριο Σισύφου. Νὰ σπρώχνουμε τὸ ὄχημα τῆς προόδου πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ αὐτὸ νὰ γυρίζει πίσω.
Δὲν θέλησα νὰ κάνω ἀναφορὰ στὴν πολιτικὴ, διότι οἱ ταμπέλλες κάθε λογῆς εἶναι γιὰ τὰ καταστήματα. Τὸ ὅτι κάποιος χρησιμοποιεῖ σὰν τίτλο τὴ λέξη νέος/α δὲν σημαίνει ὅτι ἔχει καὶ φρεσκάδα νεότητας.
Σαράντος Καργάκος

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026



Μόνο Χριστοσωτηρία
Πολλὲς φορὲς τίθεται τὸ «πρόβλημα» τῆς σωτηρίας τῶν μὴ Χριστιανῶν, ὅπως ἀκόμη καὶ τῶν «χριστιανῶν» ἐκείνων, ποὺ τοὺς ἀρκεῖ νὰ εἶναι «καλοὶ» ἄνθρωποι καὶ «ἠθικοί», ἀλλὰ γιὰ διαφόρους λόγους δὲν θέλουν νὰ ἔχουν σχέσεις μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία. Ἄμεση ἀπάντηση στὸ «ψευδοπρόβλημα» αὐτὸ μᾶς δίνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή του.
Ὁ Νόμος εἶχε ἀπολυτοποιηθεῖ ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους. Ἡ περιτομὴ καὶ ἡ καταγωγὴ ἐθεωροῦντο ἀρκετὰ ἐχέγγυα γιὰ τὴ σωτηρία. Ἐκεῖ εἶχε ὁδηγήσει ἡ φαρισαϊκὴ τυποκρατία. Ἦταν μία νοοτροπία ποὺ ἤδη καὶ ὁ Κύριος εἶχε ἐπανειλημμένα ἀντικρούσει. Ὁ πνευματικὸς ἔλεγχος τῶν Προφητῶν, ἡ ἀσίγαστη προτροπή τους γιὰ ἐσωτερικότητα καὶ πνευματικότητα, ἀκουγόταν μόνο ἀπὸ τὸ πραγματικὰ ἐκλεκτὸ «λῆμμα» (ὑπόλοιπο) τοῦ Λαοῦ, ποὺ ἐνατένιζε μυστικὰ τὴν σάρκωση τοῦ Λόγου καὶ ζοῦσε μὲ τὴν ἀναμονή Του. Ὁ Παῦλος, λοιπόν, ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ὠφελεῖ μόνη ἡ περιτομή, οὔτε βλάπτει ἡ ἀκροβυστία τῶν Ἐθνικῶν, γιὰ νὰ καταλήξει στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ Πίστη, ὡς τελεία αὐτοπαράδοση στὸν Θεό, δικαιώνει (λυτρώνει) τὸν ἄνθρωπο… Ἔτσι γκρεμίζει ὁ Παῦλος τὴν ὑπερηφάνεια τῶν Ἑβραίων, ποὺ περιφρονοῦσαν τοὺς Ἐθνικούς. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι προσωπολήπτης! Στὴν «προχριστιανικὴ» αὐτὴ κατάσταση ἡ «ἐργασία τοῦ ἀγαθοῦ» βαρύνει, καὶ ὄχι ἄλλα κριτήρια. «Ἐν παντὶ ἔθνει ὁ φοβούμενος τὸν Θεὸν καὶ ἐργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτὸς αὐτῷ ἐστιν» θὰ πεῖ ἀλλοῦ ὁ Ἀπ. Πέτρος.
Ἡ ἀπάντηση ὅμως τοῦ Παύλου δίνεται ρητὰ παρακάτω, ὅταν λέγει: «…δικαιοσύνη δὲ Θεοῦ διὰ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς πάντας τοὺς πιστεύοντας». Ἡ σωτηρία εἶναι δυνατὴ μόνο μὲ τὴν πίστη στὸν Χριστό, διὰ τοῦ Χριστοῦ. Χωρὶς τὸν Χριστὸ δὲν σώζεται ὁ ἄνθρωπος. Δὲν μπορεῖ δηλαδὴ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν φθορὰ καὶ τὸν θάνατο καὶ νὰ θεωθεῖ. Ὁ κάθε ἄνθρωπος σώζεται καὶ κρίνεται μόνο ἀπὸ τὸν Χριστό. Ὁ Πατὴρ «οὐδένα κρίνει, ἀλλὰ τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ Υἱῷ». Ὅποιος λοιπὸν ἔχει τὸν Υἱόν, «ἔχει τὴν ζωήν. ὁ μὴ ἔχων τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, τὴν ζωὴν οὐκ ἔχει». Ἡ ζωοποίησή μας γίνεται μὲ τὴν εἴσοδό μας στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Μὲ τὴν πραγματικὴ δηλαδὴ ἔνταξή μας στὸ Σῶμα του, ποὺ πραγματοποιεῖται, ὅταν ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ γίνει ἐν ἁγίω Πνεύματι ζωή μας. Ἡ εἴσοδός μας δὲ στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ πραγματοποιεῖται μὲ τὸ Βάπτισμα. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος, παρ’ ὅλο ποὺ εἶδε τὸν Χριστὸ στὸν δρόμο τῆς Δαμασκοῦ, ἔπρεπε νὰ βαπτισθεῖ. Γι’ αὐτὸ εἶπε ὁ Κύριος στὸν δίκαιο καὶ «ἠθικὸ» κατὰ πάντα Νικόδημο: «δεῖ ὑμᾶς γεννηθῆναι ἄνωθεν» – πρέπει νὰ ξαναγεννηθῆτε!
Ἐκεῖνο ποὺ χρειάζεται ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι ἡ νέα, θεϊκή, ζωή, ποὺ μᾶς λείπει, καὶ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς δίνει διὰ τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι γεγονός, ὅτι σκανδαλίσθηκε ὁ Νικόδημος μὲ τὸν λόγο αὐτὸ τοῦ Χριστοῦ μας. Ἀλλὰ ὁ Κύριος τὸ ἐπανέλαβε: «… Ἐὰν μὴ τὶς γεννηθῆ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Ἔτσι καταλαβαίνουμε τί σημαίνει τὸ «δεκτὸς» παραπάνω. «Οὐδένα ἀπωθεῖται, πάντας προσίεται (δέχεται) τοὺς πιστεύοντας», ἑρμηνεύει ὁ ἱ. Χρυσόστομος. Καὶ ἀναλυτικότερα ὁ ἅγιος Θεοφύλακτος, μεγάλος καὶ αὐτὸς ἑρμηνευτὴς τῆς Ἐκκλησίας μας. Δὲν εἶπε: «…σώζεται, ἀλλὰ δεκτὸς ἐστίν… τουτέστιν ἐὰν προσδράμη τῷ θείω βαπτίσματι, ἀποστὰς τῆς προλαβούσης πλάνης…». Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ φαίνεται στὸ ὅτι δέχεται ὅλους, περιτετμημένους καὶ ἀπερίτμητους. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ ὑπερπηδηθεῖ ὁ φραγμὸς μεταξὺ φυσικοῦ καὶ πνευματικοῦ, μεταξὺ φθαρτοῦ καὶ ἀφθάρτου, παρὰ μόνο «ἐν Χριστῷ», στὸν Ὁποῖο βρίσκεται «ὁ νόμος τοῦ πνεύματος τῆς ζωῆς».
Καὶ ὅσοι δὲν Τὸν ἄκουσαν;
Εἶναι συνηθισμένο ἐρώτημα, πολλὲς φορὲς μάλιστα σ’ ἐκείνους ποὺ ἐνδιαφέρονται περισσότερο γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἄλλων ἀπ’ ὅσο γιὰ τὴν δική τους σωτηρία… Πόσες «ἀγαπολογίες» καὶ συναισθηματισμοὶ δὲν ἐπιστρατεύονται, γιὰ νὰ δοθεῖ ἡ ἱκανοποιητικὴ γιὰ ὅλους ἀπάντηση!
Μολονότι καὶ ἐδῶ ὑπάρχει ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Ὑπάρχει κριτήριο καὶ γιὰ ὅσους δὲν ἄκουσαν καθόλου γιὰ τὸν Χριστό.
Εἶναι ὁ ἔμφυτος νόμος τῆς συνειδήσεως. Τὸν ἔχει φυτεύσει μέσα σὲ κάθε ἄνθρωπο ὁ Θεὸς καὶ μένει σὰν φωνὴ τοῦ Θεοῦ μέσα μας.
Τὸ ἐρώτημα ὅμως εἶναι: Πόσοι ἀλήθεια εἶναι αὐτοί, ποὺ δὲν ἄκουσαν τίποτε γιὰ τὸν Χριστό; Οἱ δικές μας ἀπαντήσεις πάσχουν ἀπὸ λογικοκρατία καὶ συναισθηματισμὸ καὶ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια. Ὁ Χριστός μας, ἡ Αὐτοαλήθεια, ἔχει δώσει τὴν ἀπάντηση: «Ἐὰν μὴ τὶς γεννηθῆ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Θὰ τολμήσουμε νὰ ποῦμε ὅτι δὲν εἶπε ἀλήθεια ἡ Αὐτοαλήθεια; Νὰ τί λέγει καὶ ὁ γνήσιος μαθητὴς τῆς Ἀλήθειας, ὁ ἱ. Χρυσόστομος: «Κλαῦσον τοὺς ἀπίστους, κλαῦσον τοὺς οὐδὲν ἐκείνων ἀπέχοντας, τοὺς χωρὶς φωτίσματος (βαπτίσματος) ἀπερχομένους, τοὺς χωρὶς σφραγίδος (χρίσματος). Οὗτοι ὄντως θρήνων ἄξιοι… ἔξω τῶν βασιλείων εἴσι, μετὰ τῶν καταδίκων…».
Μήπως, ἀλήθεια, συμφωνεῖ ποτὲ ἡ λογική μας μὲ τὸ γεγονὸς τοῦ κατακλυσμοῦ; Καὶ ὅμως ὁ Πέτρος λέγει: «ἀρχαίου κόσμου οὐκ ἐφείσατο… κατακλυσμὸν κόσμω ἀσεβῶν ἐπάξας». Μέσα στὴν πονηρία καὶ ἀκαθαρσία μας δὲν μποροῦμε νὰ ἐννοήσουμε τὴν Σοφία τοῦ Θεοῦ. Ξέρουμε ὅμως ὅτι ὁ Χριστὸς μὲ τὴν κάθοδό του στὸν Ἅδη «ἐζωοποίησε» καὶ ὅλους τοὺς δικαίους, ποὺ βρίσκονταν στὸν Ἅδη καὶ ποὺ ἔζησαν φυσικὰ πρὶν ἀπὸ τὴν σάρκωσή Του. Τί θὰ γίνει μὲ ἐκείνους ποὺ μετὰ τὴν σάρκωσή Του δὲν Τὸν γνώρισαν καθόλου, ἐμεῖς δὲν γνωρίζουμε. Μᾶς ἀρκεῖ ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἀπ. Παύλου. Τὸ μόνο ποὺ μὲ ἀπόλυτη βεβαιότητα ξέρουμε εἶναι πὼς ἐμεῖς δὲν σωζόμαστε, δὲν φτάνουμε στὴ θέωση, χωρὶς τὸν Χριστό, χωρὶς τὴν ἀπόλυτη πίστη σ’ Ἐκεῖνον.
Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026



Ἡ ἡμέρα τῆς Λαμπρῆς
Χριστὸς ἀνέστη! Νέοι, γέροι, καὶ κόρες,
ὅλοι, μικροί, μεγάλοι, ἑτοιμαστῆτε·
μέσα στὲς ἐκκλησίες τὲς δαφνοφόρες
μὲ τὸ φῶς τῆς χαρᾶς συμμαζωχτῆτε·
ἀνοίξετε ἀγκαλιὲς εἰρηνοφόρες
ὀμπροστὰ στοὺς ἁγίους, καὶ φιληθῆτε·
φιληθῆτε γλυκὰ χείλη μὲ χείλη,
πέστε· Χριστὸς ἀνέστη, ἐχθροὶ καὶ φίλοι.
Διονύσιος Σολωμός

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

 


Ἀγάπη καί Ἐλευθερία

Λέγεται ὅτι οἱ μάρτυρες ἔπασχαν ὡς ἐν ἑτέρῳ σώματι. Ἡ ἀγάπη τους εἶχε μεταστεῖ στὸν Χριστὸ καὶ ὅταν οἱ δήμιοι κατέσφαζαν τὸ σῶμα, αὐτοὶ τὸ ἔβλεπαν τὸ σῶμα καὶ ἔπασχον «ὡς ἐν ἑτέρῳ σώματι». Ἤτανε σὰν νὰ ἤτανε τὸ σπίτι τους ἐγκαταλελειμμένο, γιατὶ ἡ ἀγάπη τους εἶχε μεταστεῖ στὸν Χριστό. Ὅταν νιώθεις ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι ὁ ἑαυτός σου, τότε εἶσαι ὀχυρωμένος καὶ δὲν φοβᾶσαι τίποτα. Τότε μπῆκες στὴν αἰώνια ζωὴ ἀπὸ σήμερα.

Γνωρίζουμε ὅτι ἔχουμε μεταβεῖ ἀπὸ τὸ θάνατο στὴ ζωὴ γιατί ἀγαποῦμε τοὺς ἀδελφούς μας, γιατί δὲ ζοῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ γιὰ τὸν ὑπὲρ ὑμῶν Ἀποθανόντα καὶ Ἀναστάντα καὶ γιὰ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὶς ἀδελφές μας. Νιώθουμε ὅτι ἡ αἰώνια ζωὴ γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶ ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι κάτι μαγικὸ ποὺ πιθανῶς θὰ ἔρθει μετὰ τὸ θάνατό μας, ἀλλὰ εἶναι μία αἴσθηση καὶ μία πραγματικότητα, ἡ ὁποία συγκροτεῖ τὸ «εἶναι» μας ἀπὸ σήμερα.

Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη καὶ ἡ ἀγάπη εἶναι αἰωνιότης. Εἴδαμε ὅτι ζοῦμε γιατί ἀγαπᾶμε τοὺς ἀδελφούς μας. Εἴδαμε ὅτι αὐτοὶ ποὺ μᾶς βοηθᾶνε εἶναι οἱ ἄνθρωποι τῆς ἀγάπης, δηλαδὴ εἶναι οἱ ταπεινοί, εἶναι οἱ ἅγιοι. Ἀκόμη κι ὅταν φύγουν ἀπ΄ αὐτὴ τὴ ζωή, ὁ ταπεινός, ποὺ προσεγγίζει καὶ ἀσπάζεται τὸ λείψανο, νιώθει αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὅτι ἡ ὕλη εἶναι ἔμβιος θείας χάριτος. Καὶ ἀκουμπώντας ἕνας συντετριμμένος στὴν ὕλη αὐτή, γεμίζει ἀπὸ χάρη.

Ὅταν ἐμεῖς ἀποτραβιόμαστε διακριτικὰ γιὰ νὰ δώσουμε χῶρο στὸν ἄλλο, ὅταν δίνουμε τὴ δυνατότητα στὸν ἄλλο νὰ κινηθεῖ ἐλεύθερα, νὰ κάνει τὴ ζωή του, ἂν θέλετε καὶ νὰ σφάλλει κάποτε, γιὰ νὰ βρεῖ τὴν ἰσορροπία του, τότε νιώθουμε ὅτι ἀρχίζουμε νὰ ὑπάρχουμε. Ο ἀληθινὸς ἄνθρωπος γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, ἔχει τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ μέσα του, νιώθει ὅτι τρέφεται ἀπὸ ἄλλους καὶ δὲν θέλει νὰ σταματήσει νὰ δίνεται στοὺς ἄλλους καὶ μάλιστα ἀθόρυβα καὶ ἀθέατα, διότι φαίνεται πὼς αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Ἠράκλειτος γιὰ τὴν φύση, ἡ ὁποία «κρύπτεσθαι φιλεῖν», ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη. Η ἀγάπη ἐπιθυμεῖ νὰ κρύβεται, ὅπως αὐτὸ ἐπεθύμησε ὁ Χριστὸς καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό Του, τὰ λίγα χρόνια ποὺ ντύθηκε τὴν ἀνθρώπινη φύση.

Ἡ δύναμη νὰ ζήσω, νὰ κινηθῶ, νὰ χορέψω, νὰ μάθω γλῶσσες, νὰ σπουδάσω, νὰ ἀναπτύξω αὐτὸ ποὺ μοῦ ἔχει δώσει ὁ Θεός, πρέπει ὅλα μέσα στὴν ἐκκλησία να ἐμβαπτιστοῦν, νὰ νοηματοδοτηθοῦν καὶ νὰ χάσουν μία ἐγωιστικὴ κεντρομόλο φορά, βρίσκοντας μία ἀντίστοιχη ἀγαπητικὴ φυγόκεντρο. Νὰ βροῦμε τὰ πάντα καὶ στὴ συνέχεια νὰ τὰ δώσουμε στὸν ἄλλο κρυφά, ἀθέατα, χωρὶς κὰν τὴν ἀνάγκη εὐχαριστίας. Ἄς ξεχαστοῦμε, ἂς χαρεῖ ὁ κάθε εὐεργετημένος ἀπὸ τὰ ἀσήμαντα δῶρα μου, ἂς ζήσει εὐτυχισμένος, χωρὶς νὰ μὲ ξαναφέρει στὸ μυαλό του κι ἂς νιώσει ὅτι ἡ φύση του καὶ ἡ φύση ὅλων τῶν ἀνθρώπων εἶναι φύση καλὴ καὶ μάλιστα «καλὴ λίαν». Κι αὐτὴ ἡ ἐπίγνωση ἂς γίνει τρεῖς λέξεις: «Δόξα τῷ Θεῷ».

Εἶναι ἡ ὥρα ποὺ κι ὁ εὐεργετημένος καὶ ἐγὼ καὶ ὅλοι μας, ἀνοιχτήκαμε στὸ ἄπειρο. Καὶ ἴσως ἀφήσει ὁ Θεὸς κάποιες ἀναμνήσεις μίας περασμένης ζωῆς, βυθισμένης στὸν φόβο καὶ στὴν τσιγγουνιά, τὴν κάθε εἴδους τσιγγουνιά, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἀναρωτιόμαστε στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων πῶς ἀντέχαμε νὰ ζοῦμε μακριά Του.

Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026



Ἡ ἐπίσκεψις τοῦ Ἁγίου Δεσπότη
Ἀφοῦ τὸ βαποράκι ἐστάθη ὣς μισὴν ὥραν εἰς τὸν μικρὸν ὅρμον, κατέναντι τῆς ἀγορᾶς, ἥτις ἐφαίνετο σχεδὸν γεμάτη ἀπὸ κόσμον, ἔστρεψε τὴν πρῷραν πρὸς ἀνατολὰς καὶ ἀπέπλευσε. Συγχρόνως οἱ καμπάνες τῶν δύο ἐκκλησιῶν, αἵτινες διέπρεπον μὲ τοὺς ὑψηλοὺς πύργους καὶ τοὺς θόλους των, ἡ μία εἰς τὸ ὕψος τῆς παραθαλασσίας ὁδοῦ καὶ τῆς πλατείας, ἡ ἄλλη εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐπάνω συνοικίας, ἐκινήθησαν γοργῶς, ἐκχέουσαι μεγάλην καὶ παρατεταμένην κωδωνοκρουσίαν.
Διατί αὐτό; Οἱ παπάδες ἤξευραν, ὅτι ὁ Δεσπότης ὁ νεοχειροτόνητος τῆς ἐπαρχίας ἦτο μέσα στὸ βαπόρι, ἀλλ᾿ ὁ πρῶτος μεταξὺ αὐτῶν, ὁ ἐπισκοπικὸς ἐπίτροπος, εἶχε πληροφορηθῆ ὅτι ἡ Σεβασμιότης του δὲν ἐπροτίθετο πρὸς τὸ παρὸν νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὴν πολίχνην, ἀλλὰ θὰ μετέβαινε πρῶτον, χάριν τῆς ἰδίας εὐκολίας του, εἰς τὴν ἄλλην νῆσον, τὴν ἀνατολικήν, τὴν ἀπωτέραν εἰς τὸν δρόμον του, καὶ εἶτα θὰ ἐπέστρεφε νὰ ἐπισκεφθῇ καὶ τὸ ἐδῶ ποίμνιόν του. Οὐχ ἧττον ἐπῆραν μίαν βάρκαν καὶ ἀνῆλθον ὅλοι ὁμοῦ, οἱ ἑπτὰ παπάδες, εἰς τὸ βαπόρι, διὰ νὰ χαιρετίσουν ἁπλῶς τὸν ἐπίσκοπον εἰς τὴν διέλευσίν του.
Μόλις ἡ μαύρη τῶν ρασοφόρων πλειὰς ἀνῆλθεν εἰς τὸ πρυμναῖον «κάσαρο»* τοῦ ἀτμοπλοίου, ὅπου ἵστατο ἀγναντεύων τὴν μικρὰν πόλιν ὁ περιοδεύων ἱεράρχης, καὶ ὁ διάκος, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν πρῶτον βαίνοντα ἐκ τῶν ἱερέων, τὸν ὁποῖον ἐκατάλαβεν ὡς ἐπίτροπον τοῦ Δεσπότη, ἂν καὶ πρώτην φορὰν τὸν ἔβλεπε, τοῦ λέγει μὲ τόνον δεσποτικόν:
― Γιατί δὲν ἐσημάνατε τὶς καμπάνες;
Ὁ παπα-Γιαννάκης, 83 ἐτῶν ἄνθρωπος, ἂν καὶ κωφὸς ἦτο, ἐκατάλαβε τί ἔλεγεν ὁ διάκος. Ἐπειδὴ ὁ Δεσπότης δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐξέλθῃ, δὲν εἶχαν προβλέψει, ἢ τὸ ἐνόμισαν περιττόν, νὰ κρούσουν τὶς καμπάνες. Τώρα ὅμως, εἰς τὸ κέλευσμα τοῦ διάκου, ἐστράφη πρὸς τὴν λέμβον, ἐφώναξεν ἕνα νέον κρατοῦντα τὰς κώπας, καὶ τοῦ λέγει:
― Σταμάτη! τρέχα, γρήγορα, ἔξω! Τὶς καμπάνες! Βαρᾶτε τὶς καμπάνες!
Ὁ Σταμάτης, ἔφηβος ὣς 16 ἐτῶν, κυρίως βαρκάρης δὲν ἦτο, ἀλλ᾿ ὀρφανὸς μάγκας, τρέχων παιδιόθεν κατόπιν εἰς τὰ ράσα τῶν παπάδων. Ὅπως ὑπάρχουν ἐκκλησιαστικὰ δαιμόνια, οὕτω ὑπάρχουν καὶ ἀγυιόπαιδα ἐκκλησιαστικά. Πάραυτα ἐσιάρισεν*, ἐκωπηλάτησε, καὶ μετὰ ἓν λεπτὸν ἔφθασεν εἰς τὴν προκυμαίαν. Θὰ ἠμποροῦσε νὰ φωνάξῃ ἀπὸ τὴν βάρκαν πρὸς τοὺς ἔξω, διὰ νὰ τρέξουν νὰ σημάνουν τὶς καμπάνες, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκαμεν. Ἐπήδησεν ἔξω, κ᾿ ἔτρεξε διὰ ν᾿ ἀπολαύσῃ αὐτὸς πρῶτος τὴν ὑπερτάτην ἡδονὴν τῆς κωδωνοκρουσίας.
Καθὼς ἔτρεχεν, ἔκραξε τὸν ἄλλον ἀδελφόν του, τὸν Φώτην, καὶ τὸν ἔστειλεν εἰς τὴν ἐπάνω ἐνορίαν, πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Εἶτα ἀνῆλθεν ὑψηλὰ εἰς τὸ καμπαναριό, ἐκόλλησεν ὡς τελώνιον εἰς τὴν μεγάλην καμπάναν, ἥρπασε τὸ γλωσσίδι της, μὲ τὴν ἄλλην χεῖρα τὴν λαβὴν τοῦ ἐπικράνου τῆς ἄλλης, κ᾿ ἔρριψε τὸ σχοινίον τῆς τρίτης εἰς ἓν ἄλλο παιδίον παρὰ τὴν βάσιν τοῦ κωδωνοστασίου, τὸ ὁποῖον εἶχε κλειδώσει πεισμόνως ἔξω ἀπὸ τὸ πορτέλο τοῦ καμπαναριοῦ.
Μετὰ μίαν στιγμὴν μανιώδης κωδωνοκρουσία ἤρχισε καὶ ἄλλοι ἐναέριοι ἦχοι ἀπήντησαν ἀπὸ τὴν ἄλλην ἐκκλησίαν. Καὶ ὑπὸ τοὺς ἤχους αὐτοὺς τὸ ἀτμόπλοιον ἀπέπλεε, καὶ οἱ παπάδες ἐπέστρεψαν εἰς τὴν ξηράν.
Μετὰ δύο ἑβδομάδας, ὅταν ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν γείτονα νῆσον, ὁ Σεβασμιώτατος, ἐν μεγάλῃ κλαγγῇ κωδώνων, ὡς πρώτην φορὰν ἐρχόμενος, ἐπῆγε κατ᾿ εὐθεῖαν εἰς τὸν ναόν. Ἐκεῖ, εἰς τὸ τέλος τῆς δοξολογίας ―καὶ αὐτὸ ὑπῆρξε μετὰ τὴν περὶ κωδωνοκρουσίας διαταγήν, τὴν διὰ τοῦ διάκου δοθεῖσαν, ἡ πρώτη χαρακτηριστικὴ πρᾶξις τῆς ποιμαντικῆς του― ἐπετίμησεν ἕνα τῶν ἱερέων, διότι ὡς ἐπαρχιώτης καὶ ἀσυνήθιστος ἀπὸ ἀρχιερατικὰς ἱεροπραξίας, εἶπε τὸ σύνηθες «Δι᾿ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν», καὶ δὲν εἶπε: «Δι᾿ εὐχῶν τοῦ ἁγίου Δεσπότου ἡμῶν».
Ὁ δυστυχὴς ἱερεὺς πῶς νὰ τὸ ξεύρῃ, ἀφοῦ πουθενὰ δὲν τὸ εἶχεν εὕρει γραμμένον.
Τὴν Κυριακήν, ὅταν ἐλειτούργησεν ὁ Ἐπίσκοπος, εἰς τὸ τέλος τῆς λειτουργίας, ἔδωκε νέον δεῖγμα τῆς ποιμαντικῆς του. Εἰς τὸ «Πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί», τὸν γεροντότερον, τὸν πλέον πεπειραμένον ἀλλὰ καὶ ἐγγράμματον ἱερέα, τὸν ἔπιασεν ἀποτόμως ἀπὸ τὸν βραχίονα, βαστάζοντα τὸ Ἅγιον Ποτήριον, καὶ τὸν ἐβίασε νὰ σταθῇ ἐπὶ ἓν λεπτὸν εἰς τὰ βημόθυρα, διὰ νὰ εἴπῃ τὸ «Πάντοτε» ― ὡς νὰ ἐπρόκειτο, κατόπιν τοῦ «Μετὰ φόβου Θεοῦ», νὰ γίνῃ καὶ δευτέρα Μετάληψις. Καὶ ὅμως τὸ Εὐχολόγιον γράφει μόνον ὅτι «βλέπει ὁ ἱερεὺς πρὸς τὸν λαὸν» καὶ ὄχι, ἵσταται εἰς τὴν Ἁγίαν Πύλην. Ὅ,τι δὲ περιττὸν γίνεται, μαρτυρεῖ μόνον τάσιν πρὸς τὸ πομπῶδες καὶ θεατρικὸν ― ὅπως συνηθίζουν μάλιστα οἱ Ρῶσοι.
Μέγα εὐτύχημα ὑπῆρξε διὰ τὸν ἄλλον γέροντα, τὸν ἐπίτροπόν του, εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ὁποίου κατέλυσεν ὁ ἱεράρχης, τὸ ὅτι ἦτο πολὺ κωφός. Ὁ δεσπότης ἠδύνατο νὰ τὸν ἐπιτιμᾷ καὶ νὰ τὸν ὀνειδίζῃ μάλιστα, χωρὶς αὐτὸς ν᾿ ἀντιλαμβάνεται μηδὲ νὰ πικραίνεται τίποτε. Ὅταν δὲν ἦτο παρὼν ὁ διάκος διὰ νὰ τοῦ ἐξηγήσῃ, αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐννοῇ τίποτε ἀπὸ τοὺς θυμοὺς καὶ τὰς ἐξάψεις τοῦ Σεβασμιωτάτου.
Τέλος κατώρθωσε νὰ δώσῃ λογαριασμὸν ὁ γέρων ἐπίτροπος, εἰς μετρητά, δι᾿ ὅλας τὰς ἀδείας γάμου καὶ τὰ λοιπὰ «δικαιώματα» τῆς Ἐπισκοπῆς. Ἀλλὰ διὰ τὰ γαλόπουλα, τοὺς ἀστακοὺς καὶ τ᾿ αὐγοτάραχα, κανεὶς δὲν τοῦ ἐζήτησε λογαριασμὸν πόσα εἶχεν ἐξοδεύσει. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ Δεσπότης ἦτο ἐγκρατέστατος. Ἔπασχεν ἀπὸ στομαχικὰ καὶ καρδιακὰ συμπτώματα ― ἴσως ἀπὸ ψαμμίασιν ἢ καὶ διαβήτην. Ἀλλ᾿ ὁ διάκος εἶχε τὰ νιᾶτά του, τὴν ξανθὴν γενειάδα καὶ τὴν κόμην του. Θὰ ἦτο ὑπερβολὴ βεβαίως ἂν ἐλέγαμεν, ὅτι ὡμοίαζε μὲ τὸν Ἀρχιποιητὴν ἐκεῖνον τῆς Παπικῆς αὐλῆς, τοῦ Λέοντος τοῦ Ι´, ὅστις εἶχε παραπονεθῆ ποτε, ὅτι ἔκαμνε στίχους διὰ χιλίους ποιητάς, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ὁ περιώνυμος Ποντίφιξ ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν: Et pro mille aliis archipoëta bibit.
Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἠγάπα πολὺ τὸ ἐντόπιον μοσχᾶτον, εἰς δαμιτζάνες προσφερόμενον.
Τέλος ὁ Σεβασμιώτατος, ἀφοῦ ἔδωκε τὸ τελευταῖον καὶ κυριώτερον μάθημα ποιμαντορικῆς εἰς τοὺς ἱερεῖς του ―τοὺς ἐνουθέτησε νὰ εἶναι καθάριοι, νὰ μὴ καπνίζουν ναργιλὲ δημοσίᾳ καὶ νὰ μὴ κρατοῦν ποτὲ ράβδον― ἐν ἤχῳ κωδώνων καὶ πάλιν, προεπέμφθη, ἐπεβιβάσθη στὸ βαποράκι, κ᾿ ἐπῆγε νὰ ποιμάνῃ καὶ ἄλλα πρόβατα.
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

 

Ὁ «διάλογος μὲ τὶς μὴ χριστιανικὲς θρησκεῖες»

Ἡ ἐποχή μας εἶναι μία πνευματικὰ ἀνισόρροπη ἐποχή, στὴν ὁποία πολλοὶ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ βρίσκονται «κυμαινόμενοι καὶ παρασυρόμενοι ἀπὸ κάθε ἄνεμο τῆς διδασκαλίας, μέσα στὴ δολιότητα τῶν ἀνθρώπων, μέσα στὴν πανουργία τους πρὸς τὸν σκοπὸ τῆς μεθοδικῆς παραπλάνησης» (Ἐφεσ. 4:14). Φαίνεται πραγματικὰ νὰ ἔχει ἔρθει ὁ καιρὸς ὅπου οἱ ἄνθρωποι «δὲν θὰ ἀνέχονται τὴν ὑγιῆ διδασκαλία, ἀλλὰ θὰ συσσωρεύσουν δασκάλους σύμφωνα μὲ τὶς δικές τους ἐπιθυμίες, ἐπειδὴ θὰ αἰσθάνονται γαργαλισμὸ στ’ αὐτιά τους, καὶ ἀπὸ μὲν τὴν ἀλήθεια θὰ ἀποστρέψουν τὴν ἀκοή τους, θὰ τραποῦν δὲ πρὸς τοὺς μύθους.» (Β’ Τιμοθ. 4:3-4).

Διαβάζει κανεὶς μὲ κατάπληξη γιὰ τὶς τελευταῖες πράξεις καὶ διακηρύξεις τοῦ Οἰκουμενιστικοῦ κινήματος. Στὸ πιὸ λεπτὸ ἐπίπεδο, Ὀρθόδοξοι θεολόγοι ποὺ ἀντιπροσωπεύουν τὴν ἀμερικανικὴ διαρκῆ Συνδιάσκεψη Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων καὶ ἄλλα ἐπίσημα Ὀρθόδοξα Σώματα διεξάγουν «διαλόγους» μὲ Ρωμαιοκαθολικοὺς καὶ Προτεστάντες κι ἐκδίδουν «κοινὰ ἀνακοινωθέντα» μὲ θέματα ὅπως ἡ Θεία Εὐχαριστία, ἡ πνευματικότητα, καὶ τὰ παρόμοια – χωρὶς κἄν νὰ πληροφοροῦν τοὺς ἑτεροδόξους ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στὴν ὁποία ὅλοι εἶναι προσκεκλημένοι, ὅτι μόνο τὰ δικά της Μυστήρια εἶναι χορηγοὶ χάριτος, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη πνευματικότητα μπορεῖ νὰ γίνει κατανοητὴ μόνο ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴν ξέρουν ἐμπειρικὰ μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ «διάλογοι» εἶναι μία συμβατικὴ καρικατούρα τῆς γνήσιας χριστιανικῆς συνομιλίας – μίας συνομιλίας ποὺ ἔχει σκοπὸ τὴ σωτηρία ψυχῶν. Πράγματι, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους ποὺ συμμετέχουν σ’ αὐτοὺς τοὺς «διαλόγους» ξέρουν ἢ ὑποπτεύονται ὅτι δὲν ὑπάρχει χῶρος γιὰ Ὀρθόδοξη μαρτυρία, ὅτι ἡ ἴδια ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ οἰκουμενιστικοῦ «φιλελευθερισμοῦ» ἀκυρώνει ὁποιαδήποτε ἀλήθεια μπορεῖ νὰ εἰπωθεῖ σ’ αὐτούς· ἀλλὰ σωπαίνουν, γιατί τὸ «πνεῦμα τῶν καιρῶν» σήμερα εἶναι συχνὰ δυνατότερο ἀπὸ τὴ φωνὴ τῆς Ὀρθόδοξης συνείδησης.

Σὲ πιὸ ἐκλαϊκευμένο ἐπίπεδο, ὀργανώνονται οἰκουμενιστικὲς «συνδιασκέψεις» καὶ «συζήτηση», συχνὰ μὲ ἕναν «Ὀρθόδοξο ὁμιλητὴ» ἢ ἀκόμα μὲ τὴν τέλεση μίας «Ὀρθόδοξης Λειτουργίας». Ἡ προσέγγιση σ’ αὐτὲς τὶς «συνδιασκέψεις» εἶναι συχνὰ τόσο ἐρασιτεχνική, καὶ ἡ γενικὴ στάση σὲ αὐτὰ ἔχει τέτοια ἔλλειψη σοβαρότητας, ποὺ ἀντὶ νὰ προάγουν τὴν «ἑνότητα» ποὺ ἐπιθυμοῦν αὐτοὶ ποὺ τὶς προωθοῦν, οὐσιαστικὰ χρησιμεύουν στὸ νὰ ἀποδεικνύουν τὴν ὕπαρξη μίας ἀδιάβατης ἀβύσσου μεταξύ της ἀληθινῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τῆς οἰκουμενιστικῆς νοοτροπίας.

Στὸ ἐπίπεδο τῆς δράσης, οἱ οἰκουμενιστὲς ἀκτιβιστὲς ἐπωφελοῦνται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι διανοούμενοι καὶ θεολόγοι εἶναι διστακτικοὶ καὶ δίχως ρίζες στὴν Ὀρθόδοξη θεολογία, καὶ χρησιμοποιοῦν τὰ ἴδια τους τὰ λόγια σχετικὰ μὲ τὴ «θεμελιώδη συμφωνία» πάνω σὲ μυστηριακὰ καὶ δογματικὰ σημεῖα ὡς δικαιολογία γιὰ ἐπιδεικτικὰ οἰκουμενιστικὲς πράξεις, μὴ ἐξαιρουμένης τῆς μετάδοσης τῆς Θείας Κοινωνίας σὲ αἱρετικούς. Καὶ αὐτὴ ἡ κατάσταση σύγχυσης δίνει μὲ τὴ σειρά της μία εὐκαιρία γιὰ οἰκουμενιστὲς ἰδεολόγους στὸ πιὸ ἐκλαϊκευμένο πεδίο, νὰ ἐκφέρουν κενὲς διακηρύξεις ποὺ ὑποβιβάζουν βασικὰ θεολογικὰ θέματα στὸ ἐπίπεδο φτηνῆς κωμωδίας, ὅπως ὅταν ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἐπιτρέπει στὸν ἑαυτό του νὰ πεῖ: «Σᾶς ρωτᾶ ποτὲ ἡ γυναίκα σας πόσο ἁλάτι πρέπει νὰ βάλει στὸ φαγητό; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἔχει τὸ ἀλάθητο. Ἀφῆστε τὸν Πάπα νὰ τὸ ἔχει ἐπίσης, ἂν θέλει».

Ὁ πληροφορημένος καὶ συνειδητὸς Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς μπορεῖ νὰ ρωτήσει: Ποῦ θὰ τελειώσουν ὅλα αὐτά; Δὲν ὑπάρχει ὅριο στὴν προδοσία, τὴ νόθευση καὶ τὴν αὐτοκαταστροφὴ τῆς Ὀρθοδοξίας;

Δὲν ἔχει ἀκόμα παρατηρηθεῖ πολὺ προσεκτικὰ ποῦ ὁδηγοῦν ὅλα αὐτά, ἀλλὰ λογικὰ τὸ μονοπάτι εἶναι ξεκάθαρο. Ἡ ἰδεολογία πίσω ἀπὸ τὸν οἰκουμενισμό, ἡ ὁποία ἔχει ἐμπνεύσει οἰκουμενιστικὲς πράξεις καὶ διακηρύξεις ὅπως οἱ παραπάνω, εἶναι ἤδη μία καλὰ προσδιορισμένη αἵρεση: Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δὲν ὑπάρχει, κανεὶς δὲν κατέχει τὴν ἀλήθεια, ἡ Ἐκκλησία οἰκοδομεῖται μόλις τώρα. Ἀλλὰ δὲν χρειάζεται πολλὴ σκέψη γιὰ νὰ δοῦμε ὅτι ἡ αὐτοκαταστροφὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ταυτόχρονα ἡ αὐτοκαταστροφὴ τοῦ ἴδιου του Χριστιανισμοῦ· ὅτι ἂν καμμιὰ ἐκκλησία δὲν εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τότε οὔτε ὁ συνδυασμὸς ὅλων τῶν αἱρέσεων θὰ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια μὲ τὴν ὁποία τὴν ἵδρυσε ὁ Χριστός. Καὶ ἂν ὅλα τὰ «χριστιανικὰ» σώματα εἶναι συνδεδεμένα μεταξύ τους, τότε ὅλα μαζὶ εἶναι σχετικὰ μὲ ἄλλα «θρησκευτικὰ» σώματα, καὶ ὁ «χριστιανικὸς» οἰκουμενισμὸς μπορεῖ νὰ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα μόνο μία συγκρητιστικὴ παγκόσμια θρησκεία.

Αὐτὸς εἶναι πραγματικὰ ὁ ἀνυπόκριτος σκοπὸς τῆς μασονικῆς ἰδεολογίας, ἡ ὁποία ἔχει ἐμπνεύσει τὸ οἰκουμενιστικὸ κίνημα, καὶ αὐτὴ ἡ ἰδεολογία διακατέχει τώρα τόσο πολὺ αὐτοὺς ποὺ συμμετέχουν στὸ οἰκουμενιστικὸ κίνημα ὥστε ὁ «διάλογος» καὶ ἡ τελικὴ ἕνωση μὲ τὶς μὴ χριστιανικὲς θρησκεῖες ἔχουν φτάσει νὰ εἶναι τὸ λογικὸ ἑπόμενο βῆμα γιὰ τὸ νοθευμένο Χριστιανισμὸ τοῦ σήμερα.

π. Σεραφεὶμ Ρόουζ

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026



Ἑσπερινός
Στὸ ρημαγμένο παρεκκλήσι
τῆς Ἄνοιξης τὸ θεῖο κοντύλι
εἰκόνες ἔχει ζωγραφίσει
μὲ τ᾿ ἀγριολούλουδα τ᾿ Ἀπρίλη.
Ὁ ἥλιος, γέρνοντας στὴ δύση,
μπροστὰ στοῦ ἱεροῦ τὴν πύλη
μπαίνει δειλὰ νὰ προσκυνήσῃ
κι ἀνάφτει ὑπέρλαμπρο καντήλι.
Σκορπάει γλυκειὰ μοσκοβολιὰ
δάφνη στὸν τοῖχο ριζωμένη -
θυμίαμα ποὺ καίει ἡ Πίστις -
καὶ μία χελιδονοφωλιά,
ψηλὰ στὸ νάρθηκα χτισμένη,
ψάλλει τὸ Δόξα ἐν Ὑψίστοις...
Γεώργιος Δροσίνης

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

 


Καρυάτιδες

Μπροστὰ στὶς Καρυάτιδες, τὶς μαρμαρένιες κόρες,
σταθήκαμε θαυμάζοντας κι οἱ δυό μας ὧρες κι ὦρες.
Ἀκίνητα τὰ μάτια σου ἔδειχναν κάποια λύπη
γιὰ κείνη ποὺ μᾶς ἔκλεψαν κι ἀπὸ τὶς ἄλλες λείπει,

στὴ ξενιτιά, στὴν σκοτεινιά, στὰ πέρατα τοῦ κόσμου.
Μὰ ἐγὼ τὶς ἔβρισκα σωστές, ὅλες σωστὲς ἐμπρός μου
κι ἔλεγα πὼς θὰ γύρισε κι ἐκείνη ἀπὸ τὰ ξένα
γιατὶ μετροῦσα, ἀγάπη μου, μαζὶ μ᾿ αὐτὲς καὶ σένα.

Ἰωάννης Πολέμης

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026



Μανουὴλ Κομνηνός
Ὁ βασιλεὺς κὺρ Μανουὴλ ὁ Κομνηνὸς
μία μέρα μελαγχολικὴ τοῦ Σεπτεμβρίου
αἰσθάνθηκε τὸν θάνατο κοντά.
Οἱ ἀστρολόγοι (οἱ πληρωμένοι) τῆς αὐλῆς ἐφλυαροῦσαν
ποὺ ἄλλα πολλὰ χρόνια θὰ ζήσει ἀκόμη.
Ἐνῷ ὅμως ἔλεγαν αὐτοί, ἐκεῖνος
παλιὲς συνήθειες εὐλαβεῖς θυμᾶται,
κι ἀπ᾿ τὰ κελλιὰ τῶν μοναχῶν προστάζει
ἐνδύματα ἐκκλησιαστικὰ νὰ φέρουν,
καὶ τὰ φορεῖ, κι εὐφραίνεται ποὺ δείχνει
ὄψι σεμνὴν ἱερέως ἢ καλογήρου.
Εὐτυχισμένοι ὅλοι ποὺ πιστεύουν,
καὶ σὰν τὸν βασιλέα κὺρ Μανουὴλ τελειώνουν
ντυμένοι μὲς στὴν πίστι των σεμνότατα.
Κωνσταντῖνος Καβάφης

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

 


Ἀνθήτω ὡς κρῖνον

Πολλὰ ρημοκκλήσια βρίσκουνται χτισμένα ἀπάνου στὰ μικρὰ βουνὰ καὶ κοντὰ στὴ θάλασσα. Εὐωδιάζουνε καθαρὰ κι ἀσπρισμένα˙ οἱ γυναῖκες κ’ οἱ ἄντρες τὰ διατηροῦνε, τὰ στολίζουνε μὲ μυρσίνες, μὲ δάφνες καὶ μὲ ἀβαγιανούς. Τὴν Ἅγια Τράπεζα τὴ στρώνουνε μὲ κεντημένα τραπεζομάντιλα ἀρχαῖο σκέδιο, βάζουνε καὶ κουρτίνες στοῦ τέμπλου τα κονίσματα. Στὸ κόνισμα τῆς Παναγίας καὶ στοὺς ἄλλους ἅγιους κρεμάζουνε τάματα, ἀνθρωπάκια, μάτια, αὐτιά, χέρια, ποδάρια, πρόβατα, καΐκια κι ἄλλα πολλά.

Ἀπ’ ὄξω, αὐτά τα ρημοκκλήσια ἔχουνε πάντα ἕνα χαγιάτι γιὰ ν’ ἀποσκιάζει, κι ἀπὸ κεῖ βλέπεις τὴ θάλασσα, τοὺς κάβους καὶ τὰ βουνά. Ἅμα τελειώσει ἡ Λειτουργία, ἐκεῖ πέρα κάθουνται καὶ πίνουνε τὸν καφέ, κ’ ὕστερα τρῶνε ψάρια καὶ θαλασσινά.

Τὰ κορίτσια κάνουνε κούνιες στὰ δέντρα καὶ τραγουδᾶνε τοῦτο τὸ πρωτινὸ τὸ τραγούδι, πού ‘ναι σὰν τὶς ζωγραφιὲς τῆς ἐκκλησιᾶς:

Θέλω ν’ ἀνέβω στὰ ψηλά, στ’ Ἅγιου – Γιαννιοῦ τὸ δῶμα,

νὰ δέσω δυὸ γαρούφαλα, νὰ κάνω φρουκαλιούδα,

νὰ φρουκαλῶ τὴ θάλασσα, ν’ ἀράζουν τὰ καΐκια.

Ἕνα καΐκι ἄραξε στοῦ βασιλιᾶ τὴν πόρτα˙

κι ὁ βασιλιᾶς δὲν ἤτανε, μὸν’ τρεῖς βασιλοποῦλες.

Ἡ μιὰ κεντᾶ τὸν οὐρανό, κ’ ἡ ἄλλη τὸ φεγγάρι,

κ’ ἡ τρὶτ’ ἡ πιὸ μικρότερη τ’ ἀρ’ βουνιασ’ κοὺ τς μαντίλι.

Ὅποτε τελείωνε τὸ κούνημα κ’ ἔπρεπε νὰ κατεβοῦνε κεῖνες ποὺ κουνηθήκανε, τραγουδούσανε οἱ ἄλλες ποὺ τὶς κουνούσανε:

Τὸ γυαλὶ τὸ λὲν κρουστάλλι,

βγεῖτε σεῖς, νὰ μποῦνε κ’ ἄλλοι.

Μπαίνοντας στὴν ἐκκλησία, ξεχώριζες μέσα στὴ χιβάδα τὴν Παναγιά την Πλατυτέρα, μελαχρινὴ καὶ στηλομάτα, μ’ ἀνοιχτὰ χέρια καὶ μὲ τὸν Χριστὸ στὰ γόνατά της. Ὁ Ἄη – Νικόλας ἤτανε ζωγραφισμένος ἴδιος σὰν τὸν μπάρμπα – Νικόλα, ποὺ κάθεται ἀπ’ ὄξω στὴν πεζούλα, μὲ τὸ τουνεζλίδικο φέσι σὰν κορόνα στὸ κεφάλι του, ξεθωριασμένο ἀπὸ τὸν ἀψὺν ἀγέρα τῆς θάλασσας. Ἡ Ἅγια – Κυριακὴ μαντιλωμένη, λὲς κ’ εἶναι ξεσηκωμένη ἀπὸ τὶς κοπέλες ποὺ τραγουδοῦσε ἀπ’ ὄξω:

Θέλω ν’ ἀνέβω στὰ ψηλά,

στ’ Ἅγιου – Γιαννιοῦ τὸ δῶμα.

Οἱ δυὸ ἀρχαγγέλοι στὶς δυὸ πόρτες, ποὺ βαστᾶνε τὴ γῆς στό ‘να χέρι, παλαιὰ κονίσματα φερμένα ἀπὸ τὴν Πόλη, μοιάζουνε συναμεταξύ τους σὰν ἀδέρφια, κ’ εἶναι στὸ σουσούμι ἴδιοι μὲ τὰ δυὸ παιδιὰ τοῦ μπάρμπα – Μανώλη, ποὺ καλαφατίζουνε τὴ βάρκα πίσω ἀπὸ τ’ Ἅγιο – Βῆμα.

Στὶς ζωγραφιὲς ποὺ βλέπεις στὸν τοῖχο, ὅλα τὰ πάντα εἶναι πλουμισμένα μὲ τὴ φαντασία, ὅπως εἶναι ὄξω κ’ ἡ πλάση ὁλόγυρα. Στὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἀπάνου στὴ σπηλιά, ὁ ζωγράφος ἔχει ζωγραφισμένα μάτια, σὰ νά ‘ναι ζωντανή. Τὰ σύννεφα ποὺ σηκώνουνε τοὺς Δώδεκα Ἀποστόλους στὴ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, ἔχουνε ἕνα κεφάλι σὰν ἀϊτός. Στὴ Βάφτιση τοῦ Χριστοῦ ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς εἶναι ζωγραφισμένος σὰν ἄνθρωπος μ’ ἕναν κάβουρα στὸ κεφάλι του, κ’ οἱ βράχοι ποὺ βγαίνουνε οἱ φλέβες τοῦ ποταμοῦ, ἔχουνε καὶ κεῖνοι ἀνθρωπινὸ σκέδιο. Ἡ θάλασσα εἶναι σὰ γοργόνα καβαλικεμένη σ’ ἕνα θεριόψαρο, μ’ ἕνα καμάκι στὸ χέρι της. Ὁ βοριᾶς παριστάνεται σὰν ἄνθρωπος ἀναμαλλιάρης καὶ φυσᾶ μιὰ τρουμπέτα στὴ λίμνη Γενησαρέτ. Ἕνα ὄμορφο κόνισμα εἶναι κρεμασμένο σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς ἐκκλησιᾶς, καὶ παρασταίνει τὸν Ἅγιο Μόδεστο, ὁπού ‘ναι γιατρὸς στὰ ζωντανά, καὶ γύρω του εἶναι πλαγιασμένα βόδια, ἀρνιά, γίδια καὶ ἄλογα, καὶ κοιτάζουνε σὰν ἀνθρῶποι τὸν πατέρα τους. Ὁ Ἅη – Γιάννης ὁ Πρόδρομος στέκεται ἀπάνου σὲ μιὰ στουρναρόπετρα, ἴδιος ἄγριος ἁγιούπας ἀναφτερουγισμένος, δίπλα στὸ δέντρο πού ‘ναι καρφωμένη ἡ ἀξίνα του. Θεριόψαρα βουτᾶνε γύρω στὸ καΐκι τ’ Ἄη – Νικόλα, κι ἀπάνου στὰ μελανὰ σύννεφα τελώνια εἶναι καθισμένα. Μέσα στὶς σπηλιὲς τοῦ βουνοῦ ἀσκητεύουνε ἁγιασμένοι ἄνθρωποι, κι ἄλλοι εἶναι ἀνεβασμένοι ἀπάνου σὲ κολόνες γιὰ νὰ μὴν κατέβουνε ποτὲ στὴ ζωή τους. Ἄλλοι πλέκουνε καλάθια, ἄλλοι κάνουνε χουλιάρια σὰν τοὺς Ἁγιονορεῖτες. Παραπέρα, πὶσ’ ἀπὸ μιὰ ράχη, δυὸ λέοντες θάφτουνε τὸν Ἅγιο Μακάριο, καὶ στ’ ἄλλο τὸ βουνὸ ἕνας ἄλλος λέοντας τραβᾶ ἀπὸ τὸ χαλινάρι ἕναν γάϊδαρο μὲ τὶς καμῆλες, γιατί τὸν πρόσταξε ὁ Ἅγιος Γεράσιμος, ποὺ κάθεται σ’ ἕνα βράχο.

Οἱ παράξενες ζωγραφιές, τὰ βουνὰ κ’ ἡ θάλασσα, κι οἱ ἁπλοῖ ἀνθρῶποι, εἶναι ὅλα συνταιριασμένα. Τὸ σκαλιστὸ τέμπλο καὶ τὰ στασίδια εἶναι κανωμένα ἀπὸ σιδερόξυλα παλαιά, ἴδια μὲ τὰ στραβόξυλα τῆς βάρκας, καρφωμένα ὄχι μὲ καρφιά, ἀλλὰ μὲ καβίλιες˙ εὐωδιάζουνε σὰν μοσκοκάρυδα, γιατί εἶναι κανωμένα μ’ ἁγιασμένα ξύλα.

Τὰ ρουμάνια, τ’ ἄγρια τὰ δέντρα, τὰ πολύκορφα τὰ βουνά, εἶναι ἁγιασμένα καὶ χαρούμενα, σὰν ἐκκλησιὰ ποὺ γιορτάζει. Κι αὐτὸ τὸ ξεροπέτρι λάμπει σὰ νά ‘ναι διαμάντι.

Φώτης Κόντογλου


Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

 


Στήν ἔρημο, παιδί μου!

Ἕνα ἄλλο θαυμαστό πρότυπο ὑπομονῆς εἶναι ἡ κυρά- Βασιλικούλα, πού ἦρθε στό Μοναστήρι, προσκυνήτρια τῆς Παναγιᾶς. Μικροσκοπική, ἀποστεωμένη, σκεβρωμένη, θαρρεῖς σάν τά παλιά σκαριά, τά θαλασσοδαρμένα ἀλλά ἀνίκητα ἀπ’ τόν χρόνο καί τήν ταλαιπωρία, ἔμοιαζε ἡ γριούλα πού ἦρθε νά λειτουργηθεῖ τήν Κυριακή τῶν Μυροφόρων στό Μοναστήρι. Τά μάτια της μισοσβησμένα ἀπό τόν καταρράκτη, φαίνονταν νά διαθέτουν μία ἄλλη ὅραση, πιό ὀξεία καί μακρινή.

Μετά τήν Θεία Λειτουργία ἄνοιξε τήν ψυχή της καί βγῆκαν οἱ θησαυροί τῆς καρδιᾶς της.

«Ἔζησα», εἶπε, «ἕνα μαρτύριο στή ζωή μου, ἀλλά εὐχαριστῶ τόν Κύριο! Ἤμουν ὀρφανή καί μέ πάντρεψε ἕνας θεῖος μου καί μοῦ ‘δωσε ἕναν Γολγοθά! Μιά ζωή ξύλο καί καταφρόνια. Ἔκανα αὐτό τό παιδί, ἀνάπηρο στό μυαλό (εἶπε κι ἔδειξε καθισμένον σέ μιά καρέκλα πιό πέρα ἕναν ἀνάπηρο πνευματικά μέ ἄσπρα μαλλιά). Αὐτός εἶναι ὁ γιός μου. Προσευχηθεῖτε γι’ αὐτόν. Αὐτός θά μέ τραβήξει πάνω, στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ»!

Κάποια μοναχή τήν ρώτησε:

- Τί νά κάνουμε γιά νά σωθοῦμε, νά κερδίσουμε τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, γιαγιά;

- Στήν ἔρημο, παιδί μου!

- Ποιά εἶναι ἡ ἔρημος, γιαγιά;

- Νά βλέπεις καί νά μή βλέπεις, νά ἀκοῦς καί νά μήν ἀκοῦς, καί νά σιωπᾶς!

Ὅσοι τήν ἄκουγαν, θαύμασαν. Μόνον φιλοκαλικός Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας θά μποροῦσε νά πεῖ αὐτά τά λόγια, ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος.

Καί τελείωσε ἐπαναλαμβάνοντας:

-Τήν Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ μήν χάσουμε, τήν Βασιλεία Του. Νά μᾶς τραβήξει ἐπάνω νά σωθοῦμε!...

«Ἔκφράσεις τοῦ πνευματικοῦ κόσμου»

Ἔκδοση Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Βαρνάκοβας


Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

 


Καὶ πόνος καὶ πόθος καὶ ἔρωτας

Ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστιανοῦ πρέπει νὰ εἶναι λεπτή, νὰ εἶναι εὐαίσθητη, νὰ εἶναι αἰσθηματική, νὰ πετάει, ὅλο νὰ πετάει, νὰ ζεῖ μὲς στὰ ὄνειρα. Νὰ πετάει μὲς τ’ ἄπειρο, μὲς τ’ ἄστρα, μὲς τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, μὲς τὴ σιωπή.

Ὅποιος θέλει νὰ γίνει Χριστιανός, πρέπει πρῶτα νὰ γίνει ποιητής. Αὐτὸ εἶναι. Πρέπει νὰ πονάεις. Ν’ ἀγαπάεις καὶ νὰ πονάεις. Νὰ πονάεις γι’ αὐτὸν ποὺ ἀγαπάεις. Ἡ ἀγάπη κάνει κόπο γιὰ τὸν ἀγαπημένο. Ὅλη νύχτα τρέχει, ἀγρυπνεῖ, ματώνει τὰ πόδια, γιὰ νὰ συναντηθεῖ μὲ τὸν ἀγαπημένο. Κάνει θυσίες, δὲν λογαριάζει τίποτε, οὔτε ἀπειλές, οὔτε δυσκολίες, ἐξαιτίας τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ εἶναι ἄλλο πράγμα, ἀπείρως ἀνώτερο.

Καὶ ὅταν λέμε ἀγάπη, δὲν εἶναι οἱ ἀρετὲς ποὺ θ΄ ἀποκτήσουμε ἀλλὰ ἡ ἀγαπῶσα καρδία πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς ἄλλους. Τὸ κάθετι ἐκεῖ νὰ τὸ στρέφουμε. Βλέπουμε μία μητέρα νὰ ἔχει τὸ παιδάκι της στὴν ἀγκαλιά, νὰ τὸ φιλάει καὶ νὰ λαχταράει ἡ ψυχούλα της. Βλέπουμε νὰ λάμπει τὸ πρόσωπό της, ποὺ κρατάει τ’ ἀγγελούδι της. Ὅλ’ αὐτὰ ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ τὰ βλέπει, τοῦ κάνουν ἐντύπωση καὶ μὲ δίψα λέει: “Νὰ εἶχα κι ἐγὼ αὐτὴ τὴ λαχτάρα στὸν Θεό μου, στὸν Χριστό μου, στὴν Παναγίτσα μου, στοὺς Ἁγίους μας!”. Νά, ἔτσι πρέπει ν’ ἀγαπήσουμε τὸν Χριστό, τὸν Θεό. Τὸ ἐπιθυμεῖς, τὸ θέλεις καὶ τὸ ἀποκτᾶς μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ.

Ἐμεῖς, ὅμως, ἔχουμε φλόγα γιὰ τὸν Χριστό; Τρέχουμε, ὅταν εἴμαστε κατάκοποι, νὰ ξεκουραστοῦμε στὴν προσευχή, στὸν Ἀγαπημένο, ἢ τὸ κάνουμε ἀγγαρεία καὶ λέμε: “Ὤ, τώρα ἔχω νὰ κάνω καὶ προσευχὴ καὶ κανόνα…”; Τί λείπει καὶ νιώθουμε ἔτσι; Λείπει ὁ θεῖος ἔρως. Δὲν ἔχει ἀξία νὰ γίνεται μία τέτοια προσευχή. Ἴσως, μάλιστα, κάνει καὶ κακό.

Ἂν στραπατσαριστεῖ ἡ ψυχὴ καὶ γίνει ἀνάξια τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, διακόπτει ὁ Χριστὸς τὶς σχέσεις, διότι ὁ Χριστὸς “χοντρές” ψυχὲς δὲν θέλει κοντά Του. Ἡ ψυχὴ πρέπει νὰ συνέλθει πάλι, γιὰ νὰ γίνει ἄξια τοῦ Χριστοῦ, νὰ μετανοήσει “ἕως ἑβδομηκοντάκις ἑπτά”. Ἡ μετάνοια ἡ ἀληθινὴ θὰ φέρει τὸν ἁγιασμό. Ὄχι νὰ λέεις, “πᾶνε τὰ χρόνια μου χαμένα, δὲν εἶμαι ἄξιος” κ.λπ., ἀλλὰ μπορεῖς νὰ λέεις, “θυμᾶμαι κι ἐγὼ τὶς μέρες τὶς ἀργές, ποὺ δὲν ζοῦσα κοντὰ στὸν Θεό…”. Καὶ στὴ δική μου τὴ ζωή, κάπου θὰ ὑπάρχουν ἄδειες μέρες. Ἤμουν δώδεκα χρονῶν, ποὺ ἔφυγα γιὰ τὸ Ἅγιο Ὅρος. Δὲν ἦταν αὐτὰ χρόνια; Μπορεῖ βέβαια νὰ ἤμουν μικρὸ παιδί, ἀλλὰ ἔζησα μακρὰν τοῦ Θεοῦ τόσα χρόνια!…

Ἀκοῦστε τί λέει ὁ Ἰγνάτιος Μπραντσιανίνωφ στὸ βιβλίο του «Υἱέ μου, δὸς μοι σὴν καρδίαν»:

«Πᾶσα γὰρ ἐργασία σωματική τε καὶ πνευματικὴ μὴ ἔχουσα πόνον ἢ κόπον, οὐδέποτε καρποφορεῖ τῷ ταύτην μετερχομένῳ, ὅτι βιαστή ἐστὶν ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ “βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν”, βίαν εἰπὼν τὴν τοῦ σώματος ἐν πᾶσιν ἐπίπονον ἄσκησιν».

Ὅταν ἀγαπάεις τὸν Χριστό, κάνεις κόπο ἀλλὰ εὐλογημένο κόπο. Ὑποφέρεις, ἀλλὰ μὲ χαρά. Κάνεις μετάνοιες, προσεύχεσαι, διότι αὐτὰ εἶναι πόθος, θεῖος πόθος. Καὶ πόνος καὶ πόθος καὶ ἔρωτας καὶ λαχτάρα καὶ ἀγαλλίαση καὶ χαρὰ καὶ ἀγάπη. Οἱ μετάνοιες, ἡ ἀγρυπνία, ἡ νηστεία εἶναι κόπος ποὺ γίνεται γιὰ τὸν Ἀγαπημένο. Κόπος, γιὰ νὰ ζεῖς τὸν Χριστό. Ἀλλ’ αὐτὸς ὁ κόπος δὲν γίνεται ἀναγκαστικά, δὲν ἀγανακτεῖς. Ὅ,τι κάνεις ἀγγαρεία δημιουργεῖ μεγάλο κακὸ καὶ στὸ εἶναι σου καὶ στὴν ἐργασία σου. Τὸ σφίξιμο, τὸ σπρώξιμο, φέρνει ἀντίδραση. Ὁ κόπος γιὰ τὸν Χριστό, ὁ πόθος ὁ ἀληθινὸς εἶναι Χριστοῦ ἀγάπη, εἶναι θυσία, εἶναι ἀνάλυσις. Αὐτὸ ἔνιωθε καὶ ὁ Δαβίδ: «Ἐπιποθεῖ καὶ ἐκλείπει ἡ ψυχή μου εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου». Ποθεῖ μὲ λαχτάρα καὶ λιώνει ἡ ψυχή μου ἀπ’ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026


Ὁ ἄγγελος στὸν Μεγάλο Κανόνα
Σ’ ἕνα δρόμο τῆς συνοικίας «Ράχη» στὴν Πορταριὰ ἔχει δοθεῖ τὸ ὄνομα τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη. Ἦταν τόσο μεγάλη ἡ προσωπικότητα τοῦ Παπαδιαμάντη στὸ χῶρο τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, ὥστε ἀρκοῦσε αὐτὸ καὶ μόνο νὰ ἐξηγήσει τὴν ὀνοματοδοσία αὐτή. Ἡ ἀφορμὴ ὅμως στὸ νὰ δοθεῖ τὸ ὄνομα τοῦ Παπαδιαμάντη σ’ αὐτὸ τὸ δρόμο ἤτανε ἡ παρακάτω:
Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης εἶχε ἕναν ἀδελφό, τὸ Γιώργη, ποὺ εἶχε παντρευτεῖ στὴν Πορταριὰ καὶ σ’ αὐτὴ ἐγκαταστάθηκε. Διετέλεσε ἐπὶ πολλὰ χρόνια γραμματέας τῆς Κοινότητας Πορταριᾶς, τότε Δήμου Ὀρμινίου. Τὸ σπίτι ποὺ καθότανε ἦταν στὴν μικρὴ πλατεία, ὅπου ἡ θολωτὴ βρύση καὶ ὁ μεγάλος πλάτανος τῆς «Ράχης», ἀπέναντι ἀπὸ τὸ ἀρχοντικὸ τοῦ Τσοποτοῦ, τώρα ξενοδοχεῖο «Δεσποτικό». Ἔτσι ὁ ἐκφραστὴς τοῦ ταπεινοῦ, τοῦ αὐθεντικοῦ καὶ ἀδιάφθορου ἑλληνικοῦ κόσμου, ὁ κοσμοκαλόγερος Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, εἶχε ἐπισκεφθεῖ πολλὲς φορὲς τὴν Πορταριά, γιὰ νὰ δεῖ τὸν ἀδελφὸ καὶ τὰ ἀνήψια του.
Μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτὴ ἀξίζει νὰ σᾶς διηγηθῶ ἕνα ἀνέκδοτο γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ποὺ ὁ παππούς μου ὁ παπα- Ἀντώνης, παπὰς στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Πορταριᾶς, ἀπὸ τὸ 1890 ἕως τὸ 1942, μᾶς εἶχε διηγηθεῖ.
Ποιά χρονιὰ ἀκριβῶς συνέβη, δὲν τὸ ξέρω. Τὸ παραθέτω ὅπως μᾶς τὸ διηγήθηκε ὁ παππούς μου.
Ἤτανε Μεγάλη Σαρακοστή, ἡμέρα Τετάρτη, ποὺ διαβάζεται στὴν Ἐκκλησία, στὸν Ἑσπερινό, ὁ Μεγάλος Κανόνας τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης. Βγῆκε στὴν Ὡραία Πύλη ὁ παππούς μου μὲ τὸ βιβλίο στὸ χέρι, ποὺ περιεῖχε τὸ Μεγάλο Κανόνα, καὶ μὲ τὸ φῶς τῆς λαμπάδας ἄρχισε νὰ διαβάζει τὰ τροπάρια. Ψάλτη δὲν εἶχε καὶ τὰ τροπάρια ἔπρεπε νὰ τὰ διαβάσει μόνος του. Καὶ ἤτανε πάρα πολλά.
Διάβασε τὸ πρῶτο καὶ πῆρε μία βαθειὰ ἀνάσα, ἕτοιμος ν’ ἀρχίσει τὸ δεύτερο, ὅταν κάποιος ποὺ στεκότανε ὄρθιος ἀπὸ τὸ δεξιὸ μέρος, μπροστὰ στὴν κολόνα τῆς ἐκκλησίας, ἄρχισε νὰ ψάλλει τὸ δεύτερο τροπάριο. Ὁ παππούς μου ξαφνιάστηκε λίγο καὶ προχώρησε στὸ τρίτο. Ὁ ἄγνωστος ἀπήγγειλε ἀπὸ στήθους τὸ τέταρτο. Ὁ παππούς μου, μὲ ἀγωνία ποὺ αὐξανόταν, διάβασε τὴν πέμπτη στροφὴ καὶ ὁ ἄγνωστος ἀπήγγειλε ἀπὸ στήθους τὴν ἕκτη, καὶ οὕτω καθεξῆς, μέχρι τὸ τέλος τοῦ μακροῦ Μεγάλου Κανόνα. Ὁ παππούς μου διαβάζοντας ἀπὸ τὸ βιβλίο καὶ ὁ ἄγνωστος ἀπ’ ἔξω, χωρὶς βιβλίο.
Κρύος ἱδρώτας περιέλουσε τὸν παππού μου. Αὐτὸς μετὰ δυσκολίας, κάτω ἀπὸ τὸ ἰσχνὸ φῶς τῆς λαμπάδας, κατόρθωνε νὰ ἀναγνώσει τὰ τροπάρια, ἐνῶ ὁ ἄγνωστος δὲν ἐκόμπιαζε καθόλου καὶ τὰ ἀπήγγελλε μεστὰ περιεχομένου. Ὁ φόβος τοῦ ἔβαλε τὴν ἰδέα ὅτι ὁ ξένος ἦταν ἄγγελος Κυρίου, σταλμένος ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ ἐλέγξει ἂν ἐπιτελεῖ σωστὰ τὸ ἔργο του. Καὶ πρόσθετε ὁ παππούς μου: «Ἤμουν καὶ νέος παπάς…».
Τελείωσε ὁ Μεγάλος Κανόνας, μπῆκε ὁ παππούς μου μέσα στὸ Ἱερὸ νὰ βγάλει τὸ πετραχήλι καί, ἕως ὅτου βγεῖ ἔξω, ὁ ἄγνωστος εἶχε ἐξαφανιστεῖ. Πράγμα ποὺ ἐμπέδωσε, στὴν ἀρχή, τὴν ὑποψία τοῦ ἁγνοῦ ἱερέα γιὰ τὴν ἐξ οὐρανῶν προέλευση τοῦ ἀγνώστου. Τὸ μόνο πού, μέσα στὴν ταραχή του, μπόρεσε νὰ κρατήσει ἤτανε τὸ φτωχικὸ ντύσιμο τοῦ ἀπόκοσμου ξένου.
Ρώτησε καὶ ἔμαθε στὴ συνέχεια ὅτι αὐτὸς ὁ ἄγνωστος, ποὺ τόσο συντάραξε τὸν παππού μου μὲ τὶς γνώσεις καὶ τὸ παρουσιαστικό του, ἦταν ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ὁ ἀδελφὸς τοῦ Γιώργη, τοῦ γραμματέα τῆς Κοινότητας. Πῆγε τὴν ἄλλη μέρα στὸ σπίτι τοῦ ἀδελφοῦ του γιὰ νὰ τὸν γνωρίσει καὶ εἶχε νὰ τὸ λέει γιὰ τὴν ἁπλότητά του, τὴν ταπεινοφροσύνη του καὶ τὴ σοφία του.
Νὰ λοιπὸν ποὺ τὸ χωριὸ συνδέεται μὲ δεσμοὺς αἵματος μὲ τὸν μεγάλο Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη καὶ πολὺ σωστὰ δόθηκε τὸ ὄνομά του σὲ ἕνα δρόμο τῆς συνοικίας ποὺ ἔμενε ὁ ἀδελφός του Γιώργης.
Γιῶργος Δ. Τσιμπανούλης, Δικηγόρος
Φύλλο ἀρ. 4 τῆς ἔκδοσης ΠΟΡΤΑΡΙΑ, Ἰανουάριος 1999

 

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026


Ὁ κόσμος
Εἰλικρινά, δυσκολεύομαι ἀρκετά, παρότι ἴσως σᾶς φανεῖ παράξενο, νὰ πείσω τὸν ἑαυτό μου γιὰ τὴν ἀξία μιᾶς ἀκόμη ὁμιλίας. Φοβᾶμαι πὼς δὲν θὰ πρωτοτυπήσω καθόλου, ἂν καὶ γνωρίζω πὼς ἡ ἀξία τοῦ λόγου δὲν ἔγκειται στὴν πρωτοτυπία. Ἐλπίζω στὴν ὑπομονή σας. Θὰ ἐπιθυμοῦσα μέσα ἀπὸ μία σύντομη παρουσίαση τῆς καταστάσεως ποὺ σεῖς καθημερινὰ ζεῖτε, νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω μερικὰ λόγια ποὺ πηγάζουν ἀπὸ παραθεωρημένα κείμενα θείας σοφίας καὶ ἀγάπης. Θὰ χαιρόμουν νὰ τὰ κατάφερνα νὰ σᾶς ἐμπνεύσω καὶ νὰ σᾶς ὁδηγήσω σὲ μία διέξοδο, δίχως νὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς πείσω, σεβόμενος ἀπολύτως τὴ θεοσδοτη ἐλεύθερη βούλησή σας. Θ’ ἀνοίξουμε λοιπὸν μαζὶ ἕνα παράθυρο γιὰ νὰ ξαναδοῦμε τὸν κόσμο...
Ἕνα κόσμο πολύβουο, πολυπρόσωπο κι ἀπρόσωπο, ποὺ τὸ διάλογο ἔχει ὑποκαταστήσει ἡ μυριόστομη ἀντιφώνηση συνθημάτων καὶ ἡ μέθη του τὸν ἔχει κάνει μέσα στὴ μαζοποίηση νὰ ἔχει χάσει τὴν προσωπικότητά του καὶ νὰ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὸ συναίσθημα τῆς ἀγέλης.
Στὴν πολυκατοικία δὲν εἶναι γνωστοὶ ὅλοι οἱ ἔνοικοι. Στὴν πολυκατοικία χάθηκε ἡ γειτονιά, ποὺ μοιραζόσουν τὸ ψωμὶ κι οἱ πόρτες ἦταν ἀνοιχτές. Οἱ σχέσεις ἐξαντλοῦνται σὲ μία καλημέρα μέσα στὸ ἀσανσὲρ κι ἕνα βιαστικὸ χαμόγελο δίνοντας τὸ λογαριασμὸ τῶν κοινοχρήστων. Στὶς ἐπαρχιακὲς πόλεις γίνεται φιλότιμη προσπάθεια νὰ διατηρηθοῦν ἐθιμοτυπικὲς ἐπισκέψεις καὶ τὸ κουτσομπολιό.
Στὸ δρόμο σκουντουφλᾶ ὁ ἕνας πάνω στὸν ἄλλο, στὸ λεωφορεῖο στριμώχνονται, στὰ κέντρα διασκεδάσεως δὲν βρίσκεις θέση. Στὸ σχολεῖο, στὸ σπίτι, στὸ κατάστημα, παντοῦ, κουβαλᾶ ὁ ἄνθρωπος τὴν πλήξη καὶ τὴν ἀνία του, πολλὲς φορὲς καὶ δίχως νὰ τὸ συνειδητοποιεῖ πλήρως κι ἡ κατάσταση αὐτὴ νὰ ἔχει γίνει ἁπλὴ συνήθεια δίχως καὶ νὰ ἀπασχολεῖ πιά. Οἱ καθημερινὲς ἀσχολίες δὲν τοὺς ἀφήνουν ποτὲ μόνους τους ἀνθρώπους γιὰ νὰ τὰ ποῦνε μὲ τὸν ἑαυτό τους.
Ἡ μοναξιὰ δὲν ἐξοβελίζεται μ’ εὐφυεῖς συνταγὲς ψυχολόγων, κοινωνιολόγων, συγγραφέων καὶ κηρύκων. Θέλει προσωπικὸ ἀγώνα, ἐσωτερικὴ τακτοποίηση, μετωπικὴ σύγκρουση μὲ τὴν ὑπαρξιακὴ ἄγνωστη ταυτότητά μας, ἀνδρεία ἐνδοσκαφὴ πρὸς ἀνεύρεση τοῦ πρωτόκτιστου κάλλους, ταπεινὴ προσκύνηση τοῦ Θεοῦ, πρὸς μαθητεία καὶ βοήθεια, εἰλικρινῆ καὶ τίμια ἔξοδο πρὸς συνάντηση τῶν ἄλλων, μὲ πνεῦμα θυσίας, μὲ διάθεση κατανοήσεως καὶ παραδοχῆς, ἀλληλοσυμπληρώσεως καὶ ἀλληλοβοήθειας.
Ἔτσι ἡ στείρα καὶ πικρὴ μοναξιὰ μπορεῖ νὰ μεταβληθεῖ σὲ γόνιμη πηγή, μὲ ὕδατα ἀνυπέρβλητης γοητευτικότητας καὶ δυναμικότητας, ἐμβαθύνοντας στὴν ὁλότητά του κι ἀνακαλύπτοντας τὶς δυνάμεις του, τὴν αὐθεντικότητα τοῦ θεόμορφου προσώπου του.
Μόνο ὁ ἐσωτερικὰ ἰσορροπημένος ἄνθρωπος καὶ τακτοποιημένος μπορεῖ νὰ ἔχει ἀγαθὲς σχέσεις μὲ τοὺς ἄλλους, σχέσεις ποὺ ἄρχισαν μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, καὶ τοῦ ἔδωσαν τὴ δύναμη γι’ αὐτὴ τὴν κουβέντα μὲ τὸν ἑαυτό του. Ἔτσι οἱ ἄλλοι γίνονται συλλειτουργοὶ στὸ μυστήριο τῆς λειτουργίας τῆς ζωῆς, ὅπου μεταλαμβάνουμε ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, μὲ τὴν προσευχή, τὴ φιλία, τὸ γάμο καὶ παρηγοριόμαστε στὸ πολυκύμαντο αὐτὸ ταξείδι τῆς ἐφήμερης ζωῆς μας.

Φοβᾶσαι; Μὴ φοβᾶσαι νὰ σκέφτεσαι τὸ Θεό. Πήγαινε στὴν ἐκκλησία καὶ κάτσε σὲ μία γωνιὰ ἥσυχος. Μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ σὲ λυτρώσει ἀπὸ τοὺς φόβους. Μὲ συγχωρεῖτε ποὺ δυσκολεύομαι νὰ εἶμαι ἀναλυτικός. Δὲν νομίζω ἄλλωστε πὼς χρειάζεται. Πρέπει νὰ νοιώσεις πὼς οἱ σχέσεις σου μὲ τὸ Θεὸ εἶναι ἕνα θέμα δικό σου. Παρότι εἶναι δύσκολο ἐντούτοις πρέπει νὰ κοιτάξει νὰ βρεῖ κανεὶς ἕνα καλὸ πνευματικὸ ὁδηγό. Δὲ συμφέρει ν’ ἀνοίγει κανεὶς εὔκολα τὴν ψυχή του στὸν καθένα. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπύθμενο μυστήριο. Θὰ εἶναι πολὺ τυχερὸς κανεὶς ἂν μπορέσει νὰ βρεῖ στὴ ζωὴ του ἕνα πρόσωπο ποὺ θὰ τὸ σέβεται, θὰ τὸ ἀγαπᾶ καὶ θὰ τὸ ἐμπιστεύεται καὶ μὲ χαρὰ θὰ τὸ ἀκολουθεῖ. Κι ὅσο νωρίτερα γίνει αὐτὸ τόσο καλύτερα.
Μοναχός Μωυσῆς Ἁγιορείτης

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

 


Οἱ πρόθυμοι δοῦλοι

Ἔζησε καὶ ξαναέζησε ἡ ἀνθρωπότητα καιρούς, καιροὺς δουλείας ποὺ ξεσηκώνονταν οἱ λαοὶ γιὰ νὰ τὴν ἀποτινάξουν, καὶ καιροὺς ἐλευθερίας ποὺ ἐπλήγωνε καὶ τελικὰ δηλητηρίαζε ὁ ἀτομικισμὸς —ἀφοῦ, κατὰ τὴν ἀθάνατη ρήση τοῦ Μακρυγιάννη, ἡ ἐλευθερία —καὶ ἡ Δημοκρατία— στηρίζεται στὸ «ἐμεῖς» καὶ ποτὲ στὸ «ἐγώ».

Καὶ ἦλθαν πάλι καιροί, μετὰ τὸν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καὶ μετὰ τὸν Ψυχρὸ λεγόμενο Πόλεμο, ποὺ ἡ ἀνθρωπότητα ὁλόκληρη ἔμοιαζε νὰ νοσταλγεῖ γιὰ Ἐλευθερία καὶ Δημοκρατία. Δὲν εἶχε κατορθώσει νὰ διακρίνει πὼς πίσω ἀπὸ τὶς εὐγενεῖς καὶ ὁλόφωτες ἐτοῦτες προσδοκίες, μία νέα μορφὴ κοινωνίας πρόβαλε —κοινωνίας θρεμένης, εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἀπὸ τὴν πείνα, τὴν στέρηση καὶ τὴν λαχτάρα μιᾶς ζωῆς περισσότερο ἀνθρώπινης — ἡ καταναλωτική, μὲ μοναδικὸ στόχο: τὴν ἀπόλαυση τῆς ζωῆς αὐτῆς. Καὶ μὲ ταυτόχρονη σκίαση μιᾶς ἄλλης ζωῆς ποὺ ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ τὴν φύση του θνητός, ὀνειρευόταν, εὐχόταν, προσδοκοῦσε θρησκεύοντας. Καὶ μὲ τὴν θρησκεία, γινόταν τελικὰ ἄνθρωπος αὐθεντικὸς —ἐκεῖνος ποὺ τὰ ἄνω θωροῦσε.

Στὴν ἐπίμονη ἐτούτη λαχτάρα τοῦ μεταπολεμικοῦ ἀνθρώπου ἦλθε συνεπίκουρος ἡ ὑψηλὴ τεχνολογία ἁπλώνοντας ἕνα δίχτυ μηχανιστικῶν προτάσεων, δελεαστικῶν τρόπων ζωῆς καὶ κοινωνίας, ἀνθρωπίνων σχέσεων καὶ σταθερῶν σκοπῶν συμπεριφορᾶς. Καὶ δὲν κατόρθωσε νὰ διακρίνει πὼς μέσα ἀπὸ ἐτοῦτες, τὶς καθαρὰ γήινες βλέψεις καὶ τὶς βαθύτατα ἀρνητικὲς τῶν ἀξιώσεων τοῦ πνεύματος θέσεις, τοῦ προτεινόταν μία νέα μορφὴ δουλείας: ἡ δουλεία στὴν ὑψηλὴ λεγόμενη τεχνολογία. Ἀφοσιώθηκε σ’ αὐτὴν μὲ μία περιπάθεια συγκλονιστικὴ γιὰ τὶς ἀθάνατες ἀξιώσεις τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀξιοπρέπειάς του, τὶς ἀθάνατες ἀξιώσεις βίου πνευματικοῦ, καί, χωρὶς νὰ τὸ συνειδητοποιήσει, ἔχασε τὴν ἐλευθερία του, ἔχασε τὴν ἀξιοπρέπειά του καὶ τὸν ἱερὸ χαρακτήρα τοῦ Προσώπου του.

Δὲν εἶχε καθόλου ὑποψιαστεῖ πὼς σὲ κάποια καμπὴ τῆς ζωῆς του αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἀξιολάτρευτη μορφὴ δουλείας θὰ τὸν ἀπειλοῦσε, θὰ τὸν ταπείνωνε καί, ὑπαρξιακά, θὰ τὸν ἐξευτέλιζε.

Καὶ κατέφθασε, ὡς γέννημα ἀκόρεστης ἐγκοσμιότητας καὶ ὡς καταρράκωση τῆς πνευματικῆς του ὕπαρξης, ἡ κρίση, ἀκριβῶς, τῆς κατανάλωσης, ὅπου ὁ δοῦλος–Ἄνθρωπος εἶχε στηρίξει ὁλόκληρη τὴν εὐδαιμονία του —πεπεισμένος πλέον ἀπὸ τὸν πνευματικὸ μηδενισμὸ γιὰ τὸν τελικὸ του θάνατο.

Καὶ τώρα, μέσα σ’ ἐτούτη τὴν παγκόσμια ἀμηχανία πού βρίσκονται οἱ «ἰσχυροὶ» τῆς γῆς; Μὲ τὸ πρόσωπο στὸν τοῖχο παλεύουν νὰ ἀνακαλύψουν μία διέξοδο, μία διαφυγὴ ἀπὸ τὸν κλοιὸ τῆς τόσο ἐπιθυμητῆς τους δουλείας, διαφυγὴ ποὺ θὰ διασώσει τὴν κατανάλωση καὶ συνακόλουθα τὴν πνευματικὰ μηδενιστικὴ ὑλιστικὴ τους ἐγκοσμιότητα, ποὺ δὲν θὰ ἐπιτρέψει στὸν σημερινὸ πολίτη τοῦ κόσμου νὰ βιώσει τὴν ἀνάσταση τῆς ψυχῆς του καὶ τὴν σωστικὴ ἀνάγκη ἐπανεύρεσης τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ ξαναρχίσει ὁ ἱερὸς ἐκεῖνος διάλογος τοῦ πλάσματος μὲ τὸν Πλάστη του. Ποὺ θὰ ἀφήσει νὰ πνεύσει πάλι ὁ ἄνεμος τῆς ἐλευθερίας του, τῆς ἀξιοπρέπειάς του, τῆς καταναλωτικῆς κοινωνίας ποὺ θὰ ξαναποκαλύψει τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν συγκλονιστικὴ πραγματικότητα πὼς εἴμαστε ὄχι κάτοικοι ἀλλὰ διαβάτες, περαστικοὶ τοῦ κόσμου ἐτούτου: Τὸ σκίρτημα τῶν ψυχῶν.

Κώστας Τσιρόπουλος