Τετράδιο
Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026
Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026
Χειμωνιά
Στὸ χωριὸ μὲ
τ᾿ ἄσπρα σπίτια
ἦρθε ἡ χειμωνιά,
μαζευτῆκαν τὰ σπουργίτια
καὶ ζητᾶν ζεστὴ γωνιά,
ἔξω ἀπ᾿ τοῦ χωριοῦ τὰ σπίτια
ἦρθε ἡ παγωνιά.
Τὰ κλαριὰ δὲν
ἔχουν φύλλα,
σπόρος πουθενά,
μὲς τὸ τζάκι ἀνάψαν ξύλα
κι ἔξω τὸ πουλὶ πεινᾶ.
Τὰ κλαριὰ γυμνὰ ἀπὸ φύλλα,
σπόρος πουθενά.
Τὸ καλὸ παιδὶ
θ᾿ ἀνοίξει,
τότε τί χαρά!
Καὶ τὰ ψίχουλα θὰ ρίξει
στὰ πουλάκια τὰ μικρά.
Τὸ θολὸ τζάμι θ᾿ ἀνοίξει,
τότε τί χαρά!
Μιὰ καὶ δυὸ
θὰ φτερουγίσουν
μέσα στὴν αὐλή,
τὴν κοιλιά τους νὰ γεμίσουν
ποὖταν ἄδεια ὥρα πολλὴ
καὶ γι᾿ ἀλλοῦ θὰ ξεκινήσουν,
ὥρα τους καλή.
Μιχαὴλ Στασινόπουλος
Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026
Ὅλοι βιάζονται
Οἱ ἄνθρωποι βρίσκονται σὲ ἀκατάπαυστη κίνηση,
σὰν μανιακοί. Ἄλλοι τρέχουνε ἀπὸ δῶ, ἄλλοι ἀπὸ κεῖ. Ὅλοι βιάζονται. Δοξάζω τὸν
Θεὸ ἅμα δῶ κανέναν νὰ πορεύεται ἥσυχα, χωρὶς νὰ βιάζεται!... Ἄλλοι τρέχουνε
λαχανιασμένοι νὰ πιάσουνε τὴ χρυσὴ ρόδα, ποὺ τὴν κυλᾶ μπροστά τους ὁ διάβολος,
ποὺ τὸν λέγανε Ἑρμῆ... Ἄλλοι κάνουνε λογῆς-λογῆς συνέδρια, καὶ συζητᾶνε περὶ ἀνέμων
καὶ ὑδάτων, ἄλλοι μαζεύονται κι ἀλληλοθαυμάζονται κι ἀλληλομισοῦνται σὲ σωματεῖα,
σὲ συλλόγους, σὲ ἑταιρεῖες, ἄλλοι μαζεύονται σὰν τὰ μυρμήγκια κατὰ χιλιάδες καὶ
βλέπουνε τὰ λεγόμενα μάτς... ἄλλοι ἐκθέτουνε τὰ ἔργα τῆς τέχνης τους καὶ
καμαρώνουνε, ὡς ποὺ νὰ περάσουνε δυὸ-τρεῖς μέρες καὶ νὰ τοὺς ξεχάσουνε οἱ
θαυμαστές τους, ἄλλοι τυπώνουνε βιβλία,ἄλλοι βγάζουνε λόγους σὰν βραχνιασμένοι
βάτραχοι... Ὅλοι,τέλος πάντων, καταγίνονται μὲ ὅλα, ὅσα μποροῦνε σὲ τοῦτον τὸν
ντουνιά, γιὰ νὰ ξεχάσουνε τὸν ἑαυτό τους, γιὰ νὰ μὴν ἀπομένουνε μοναχοὶ καὶ δοῦνε
τὴ γύμνια τους, τὴ μιζέρια τους, τὸ χάος ποὺ τοὺς ζώνει.
Φώτης
Κόντογλου
Τρίτη 10 Μαρτίου 2026
Ἡ μυγδαλιά
Ἐκoύνησε τὴν
ἀνθισμένη μυγδαλιὰ
μὲ τὰ χεράκια της
κι ἐγέμισε ἀπὸ ἄνθη ἡ πλάτη, ἡ ἀγκαλιὰ
καὶ τὰ μαλλάκια της.
Ἄχ!
χιονισμένη σὰν τὴν εἶδα τὴν τρελλὴ
γλυκὰ τὴ φίλησα,
τῆς τίναξα τὰ ἄνθη ἀπ᾿ τὴν κεφαλὴ
κι ἔτσι τῆς μίλησα:
-Τρελλὴ νὰ
φέρεις στὰ μαλλιά σου τὴ χιονιὰ
τὶ τόσο βιάζεσαι;
Μόνη της θὲ νὰ ῾ρθεῖ ἡ βαρυχειμωνιά,
δὲν τὸ στοχάζεσαι;
Τοῦ κάκου
τότε θὰ θυμᾶσαι τὰ παλιὰ
τὰ παιχνιδάκια σου,
κοντὴ γριούλα μὲ τὰ κάτασπρα μαλλιὰ
καὶ τὰ γυαλάκια σου.
Γεώργιος Δροσίνης
Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026
Κυριακή 8 Μαρτίου 2026
Πῶς ἐνεργεῖ
ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ
Σήμερα ἑορτάσαμε τήν μνήμη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου
Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος εἶναι ἕνας μεγάλος
θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας, μεγάλος διδάσκαλος πνευματικός, μεγάλος Ἱεράρχης τῆς
Ἐκκλησίας μας.
Τόν 14ο αἰώνα οἱ δυτικοί, ὅπως καί σήμερα ἔτσι
καί τότε, ἐμφοροῦνταν ἀπό τό πνεῦμα τοῦ ὀρθολογισμοῦ καί δέν μποροῦσαν νά
καταλάβουν τί εἶναι ἡ θεία Χάρη καί πῶς ἐνεργεῖ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο.
Προσπαθοῦσαν ὀρθολογιστικά νά ἑρμηνεύσουν τό τί εἶναι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ.
Τότε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς δίδαξε τήν ὀρθή,
τήν Ὀρθόδοξο θεολογία τοῦ Εὐαγγελίου, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων. Ὅτι η
Χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἄκτιστη, δέν εἶναι κτίσμα, δέν εἶναι
δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, καί ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο, φωτίζει τόν ἄνθρωπο καί ἀκόμη
κάνει τόν ἄνθρωπο, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἑνωθεῖ μέ τόν Θεό, θεό κατά χάρη.
Καί ἔτσι ἔδωσε τήν δυνατότητα σέ ὅλους μέ τήν
διδασκαλία του νά ἀγωνίζονται νά ἔχουν τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ στήν ζωή τους. Νά ἔχουμε
ἐμεῖς τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ στήν ζωή μας καί νά μήν εἴμαστε σ’ αὐτόν τόν κόσμο ἔρημοι,
ἀπαρηγόρητοι, κενοί, γεμάτοι ἄγχος καί χωρίς νόημα στήν ζωή μας.
Διότι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει τήν Χάρη
τοῦ Θεοῦ, εἶναι κενός, ἄδειος καί ἡ ζωή του γεμίζει ἀπό ἄγχος καί ἀπελπισία. Όταν
ὅμως ἔχει τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος, τότε ἔχει τήν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ μέσα του,
ἔχει τήν χαρά τοῦ Θεοῦ μέσα του, βρίσκει τό ἀληθινό νόημα τῆς ζωῆς του, ἔχει φῶς
μέσα στήν ζωή του.
Ὅλα αὐτά λοιπόν τά ὀφείλουμε στόν ἅγιο Γρηγόριο
τόν Παλαμᾶ. Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία μας τόν θεωρεῖ ὡς ἕνα ἀπό τούς μεγίστους
διδασκάλους καί πνευματικούς της Πατέρες. Καί εἶναι εὐλογία πού ἦταν Ἀρχιεπίσκοπος
τῆς Θεσσαλονίκης, ἡ ὁποία εἶναι ἐγγύτατα στό Ἅγιον Ὅρος πόλη, ἡ δευτέρα
Βασιλεύουσα τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ γένους μας.
Ἀλλά ἦταν καί Ἁγιορείτης, διότι ἐδῶ στό Ἅγιον Ὅρος
ἀσκήθηκε ὁ ἅγιος Γρηγόριος πολλά χρόνια καί ἀπό ἐδῶ ξεκίνησε καί ἔλαβε τά
πνευματικά ὄπλα γιά νά διδάξει τήν Ὀρθόδοξο διδασκαλία περί τῆς θείας Χάριτος.
Ὅλοι ἐμεῖς οἱ νεοέλληνες, καί μάλιστα οἱ Ὀρθόδοξοι
πιστοί, πρέπει νά διαβάζουμε τα ἔργα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, γιά
νά δοῦμε τί μεγάλος θησαυρός εἶναι ὁ ἅγιος Γρηγόριος καί τί προσφέρει στόν
καθένα ἀπό ἐμᾶς σήμερα. Γιατί οἱ ἅγιοι Πατέρες, καί ἰδίως ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς,
εἶναι ἐπίκαιροι. Δέν ἦταν γιά τόν 14ο αἰώνα, εἶναι καί γιά σήμερα.
Γι’ αὐτό συνιστῶ σέ ὅλους – καί μάλιστα ὅσοι
εἶσθε μορφωμένοι – νά ψάξετε νά βρεῖτε νά διαβάσετε τόν βίο τοῦ ἁγίου
Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί ὅσα μπορεῖτε ἀπό τά ἔργα του, γιά νά πάρετε φῶς γιά
τήν ζωή σας.
Σήμερα, πού ἑορτάζουμε τόν ἅγιο Γρηγόριο, τόν
διδάσκαλο τῆς Χάριτος, ζήσαμε καί ἕνα μυστήριο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, τό
μυστήριο τῆς Ἱεροσύνης. Ὁ Σεβασμιώτατος, ἔχοντας τό πλήρωμα τῆς χάριτος τῆς Ἱεροσύνης
– διότι οἱ Ἐπίσκοποι ἔχουν τό πλήρωμα τῆς Ἱεροσύνης – μέ τήν Χάρη τοῦ
Θεοῦ μετέδωσε αὐτή τήν ἀποστολική Χάρη στόν ἀδελφό μας, πού μέχρι τώρα
– πρό δύο ὠρών – ἦταν διάκονος καί μετά δύο ὧρες, πού ἦρθε ἡ θεία
Χάρη, ἔγινε ἱερεύς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου. Καί τώρα μπορεῖ νά τελεσιουργεῖ τά ἄχραντα
Μυστήρια καί νά μεταδίδει καί αὐτός τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ διά τῶν ἁγίων Μυστηρίων.
Εἶναι ἕνα δεῖγμα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί τοῦ
πόσο μᾶς ἀγαπάει ὁ Θεός. Ἔτσι ἐγώ αἰσθάνθηκα σήμερα. Ὤστε σ’ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους
δίνει τήν ἐξουσία νά μεταδίδουμε τήν θεία Χάρη Του, πρῶτον στούς Ἐπισκόπους καί
μετά στούς Ἱερεῖς. Αὐτό δέν εἶναι τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ; Ὄτι η θεία Χάρη δέν
ἔρχεται κατ’ εὐθείαν ἀπό τόν Οὐρανό, ἀλλά μεταδίδεται διά μέσου ἀνθρώπων, πού Ἐκεῖνος
μέ τήν Χάρη Τοῦ χειροτονεῖ.
Καί το δεύτερο Μυστήριο τῆς Χάριτος τοῦ
Θεοῦ· ὁ καθαγιασμός τῶν Τιμίων Δώρων. Διότι δύο φορές ἦρθε σήμερα τό Ἅγιο Πνεῦμα·
νά μεταβάλει τόν ἀδελφό σέ Ἱερέα καί νά μεταβάλει τόν ἄρτο καί τόν οἶνο σέ Σῶμα
καί Αἷμα Χριστοῦ.
Καί αὐτό τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ· μᾶς δείχνει καί
αὐτό πόσο μᾶς ἀγαπάει ὁ Θεός. Μᾶς δίνει τό Σῶμα Του καί τό Αἷμα Του, γιά νά
γίνουμε καί ἐμεῖς ἕνα μαζί Του. Να μήν εἶναι Ἐκεῖνος στόν Οὐρανό καί ἐμεῖς
στήν γῆ, ἀλλά νά εἴμαστε ἐμεῖς μέσα στόν Χριστό καί ὁ Χριστός νά εἶναι μέσα σ’ ἐμᾶς.
Γιά ὅλα αὐτά αἰσθανόμαστε βαθιά εὐγνωμοσύνη
καί εὐχαριστοῦμε τόν Σταυρωθέντα καί Ἀναστάντα Κύριό μας γιά τά δῶρα Του αὐτά
τά μεγάλα καί μοναδικά, γιά τά ὁποία πρέπει νά εἴμαστε συνεχῶς συγκινημένοι καί
εὐγνώμονες στήν ζωή μας, ὅλοι, μικροί καί μεγάλοι.
Εὐχαριστῶ καί ὅλους σας, πατέρες καί ἀδελφοί,
πού ἤλθατε νά συμπροσευχηθοῦμε μαζί, καί εὔχομαι ταπεινῶς μέ τήν εὐχή τοῦ
Σεβασμιωτάτου ἡ Χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος, πού τόσο πλούσια ἐπέλαμψε σήμερα
σέ ὅλους ἐμᾶς, νά μᾶς φωτίσει καί νά μᾶς ὁδηγήσει στόν δρόμο τῆς ζωῆς μας, γιά
νά φθάσουμε στήν ἐπίγνωση τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ.
(1987)
Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης
Σάββατο 7 Μαρτίου 2026
Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026
Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026
ὅλοι, μικροί, μεγάλοι, ἑτοιμαστῆτε·
μέσα στὲς ἐκκλησίες τὲς δαφνοφόρες
μὲ τὸ φῶς τῆς χαρᾶς συμμαζωχτῆτε·
ἀνοίξετε ἀγκαλιὲς εἰρηνοφόρες
ὀμπροστὰ στοὺς ἁγίους, καὶ φιληθῆτε·
φιληθῆτε γλυκὰ χείλη μὲ χείλη,
πέστε· Χριστὸς ἀνέστη, ἐχθροὶ καὶ φίλοι.
Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026
Ἀγάπη καί Ἐλευθερία
Λέγεται ὅτι
οἱ μάρτυρες ἔπασχαν ὡς ἐν ἑτέρῳ σώματι. Ἡ ἀγάπη τους εἶχε μεταστεῖ στὸν Χριστὸ
καὶ ὅταν οἱ δήμιοι κατέσφαζαν τὸ σῶμα, αὐτοὶ τὸ ἔβλεπαν τὸ σῶμα καὶ ἔπασχον «ὡς
ἐν ἑτέρῳ σώματι». Ἤτανε σὰν νὰ ἤτανε τὸ σπίτι τους ἐγκαταλελειμμένο, γιατὶ ἡ ἀγάπη
τους εἶχε μεταστεῖ στὸν Χριστό. Ὅταν νιώθεις ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι ὁ ἑαυτός
σου, τότε εἶσαι ὀχυρωμένος καὶ δὲν φοβᾶσαι τίποτα. Τότε μπῆκες στὴν αἰώνια ζωὴ ἀπὸ
σήμερα.
Γνωρίζουμε ὅτι ἔχουμε
μεταβεῖ ἀπὸ τὸ θάνατο στὴ ζωὴ γιατί ἀγαποῦμε τοὺς ἀδελφούς μας, γιατί δὲ ζοῦμε
γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ γιὰ τὸν ὑπὲρ ὑμῶν Ἀποθανόντα καὶ Ἀναστάντα καὶ γιὰ τοὺς
ἀδελφοὺς καὶ τὶς ἀδελφές μας. Νιώθουμε ὅτι ἡ αἰώνια ζωὴ γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶ ἡ Ἐκκλησία
δὲν εἶναι κάτι μαγικὸ ποὺ πιθανῶς θὰ ἔρθει μετὰ τὸ θάνατό μας, ἀλλὰ εἶναι μία αἴσθηση
καὶ μία πραγματικότητα, ἡ ὁποία συγκροτεῖ τὸ «εἶναι» μας ἀπὸ σήμερα.
Ὁ Θεὸς εἶναι
ἀγάπη καὶ ἡ ἀγάπη εἶναι αἰωνιότης. Εἴδαμε ὅτι ζοῦμε γιατί ἀγαπᾶμε τοὺς ἀδελφούς
μας. Εἴδαμε ὅτι αὐτοὶ ποὺ μᾶς βοηθᾶνε εἶναι οἱ ἄνθρωποι τῆς ἀγάπης, δηλαδὴ εἶναι
οἱ ταπεινοί, εἶναι οἱ ἅγιοι. Ἀκόμη κι ὅταν φύγουν ἀπ΄ αὐτὴ τὴ ζωή, ὁ ταπεινός,
ποὺ προσεγγίζει καὶ ἀσπάζεται τὸ λείψανο, νιώθει αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ
Δαμασκηνός, ὅτι ἡ ὕλη εἶναι ἔμβιος θείας χάριτος. Καὶ ἀκουμπώντας ἕνας
συντετριμμένος στὴν ὕλη αὐτή, γεμίζει ἀπὸ χάρη.
Ὅταν ἐμεῖς ἀποτραβιόμαστε
διακριτικὰ γιὰ νὰ δώσουμε χῶρο στὸν ἄλλο, ὅταν δίνουμε τὴ δυνατότητα στὸν ἄλλο
νὰ κινηθεῖ ἐλεύθερα, νὰ κάνει τὴ ζωή του, ἂν θέλετε καὶ νὰ σφάλλει κάποτε, γιὰ
νὰ βρεῖ τὴν ἰσορροπία του, τότε νιώθουμε ὅτι ἀρχίζουμε νὰ ὑπάρχουμε. Ο ἀληθινὸς
ἄνθρωπος γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, ἔχει τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ μέσα του, νιώθει ὅτι
τρέφεται ἀπὸ ἄλλους καὶ δὲν θέλει νὰ σταματήσει νὰ δίνεται στοὺς ἄλλους καὶ
μάλιστα ἀθόρυβα καὶ ἀθέατα, διότι φαίνεται πὼς αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Ἠράκλειτος γιὰ τὴν
φύση, ἡ ὁποία «κρύπτεσθαι φιλεῖν», ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη. Η ἀγάπη ἐπιθυμεῖ
νὰ κρύβεται, ὅπως αὐτὸ ἐπεθύμησε ὁ Χριστὸς καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό Του, τὰ λίγα
χρόνια ποὺ ντύθηκε τὴν ἀνθρώπινη φύση.
Ἡ δύναμη νὰ
ζήσω, νὰ κινηθῶ, νὰ χορέψω, νὰ μάθω γλῶσσες, νὰ σπουδάσω, νὰ ἀναπτύξω αὐτὸ ποὺ μοῦ
ἔχει δώσει ὁ Θεός, πρέπει ὅλα μέσα στὴν ἐκκλησία να ἐμβαπτιστοῦν, νὰ
νοηματοδοτηθοῦν καὶ νὰ χάσουν μία ἐγωιστικὴ κεντρομόλο φορά, βρίσκοντας μία ἀντίστοιχη
ἀγαπητικὴ φυγόκεντρο. Νὰ βροῦμε τὰ πάντα καὶ στὴ συνέχεια νὰ τὰ δώσουμε στὸν
ἄλλο κρυφά, ἀθέατα, χωρὶς κὰν τὴν ἀνάγκη εὐχαριστίας. Ἄς ξεχαστοῦμε, ἂς
χαρεῖ ὁ κάθε εὐεργετημένος ἀπὸ τὰ ἀσήμαντα δῶρα μου, ἂς ζήσει εὐτυχισμένος, χωρὶς
νὰ μὲ ξαναφέρει στὸ μυαλό του κι ἂς νιώσει ὅτι ἡ φύση του καὶ ἡ φύση ὅλων τῶν ἀνθρώπων
εἶναι φύση καλὴ καὶ μάλιστα «καλὴ λίαν». Κι αὐτὴ ἡ ἐπίγνωση ἂς γίνει τρεῖς
λέξεις: «Δόξα τῷ Θεῷ».
Εἶναι ἡ ὥρα
ποὺ κι ὁ εὐεργετημένος καὶ ἐγὼ καὶ ὅλοι μας, ἀνοιχτήκαμε στὸ ἄπειρο. Καὶ ἴσως ἀφήσει
ὁ Θεὸς κάποιες ἀναμνήσεις μίας περασμένης ζωῆς, βυθισμένης στὸν φόβο καὶ στὴν
τσιγγουνιά, τὴν κάθε εἴδους τσιγγουνιά, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἀναρωτιόμαστε στοὺς
αἰῶνες τῶν αἰώνων πῶς ἀντέχαμε νὰ ζοῦμε μακριά Του.
Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης
Τρίτη 3 Μαρτίου 2026
Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026
Ὁ «διάλογος μὲ τὶς μὴ χριστιανικὲς
θρησκεῖες»
Ἡ ἐποχή μας εἶναι μία πνευματικὰ ἀνισόρροπη ἐποχή, στὴν ὁποία πολλοὶ Ὀρθόδοξοι
Χριστιανοὶ βρίσκονται «κυμαινόμενοι καὶ παρασυρόμενοι ἀπὸ κάθε ἄνεμο τῆς
διδασκαλίας, μέσα στὴ δολιότητα τῶν ἀνθρώπων, μέσα στὴν πανουργία τους πρὸς τὸν
σκοπὸ τῆς μεθοδικῆς παραπλάνησης» (Ἐφεσ. 4:14). Φαίνεται πραγματικὰ νὰ ἔχει ἔρθει
ὁ καιρὸς ὅπου οἱ ἄνθρωποι «δὲν θὰ ἀνέχονται τὴν ὑγιῆ διδασκαλία, ἀλλὰ θὰ
συσσωρεύσουν δασκάλους σύμφωνα μὲ τὶς δικές τους ἐπιθυμίες, ἐπειδὴ θὰ αἰσθάνονται
γαργαλισμὸ στ’ αὐτιά τους, καὶ ἀπὸ μὲν τὴν ἀλήθεια θὰ ἀποστρέψουν τὴν ἀκοή
τους, θὰ τραποῦν δὲ πρὸς τοὺς μύθους.» (Β’ Τιμοθ. 4:3-4).
Διαβάζει κανεὶς μὲ κατάπληξη γιὰ τὶς τελευταῖες πράξεις καὶ διακηρύξεις
τοῦ Οἰκουμενιστικοῦ κινήματος. Στὸ πιὸ λεπτὸ ἐπίπεδο, Ὀρθόδοξοι θεολόγοι ποὺ ἀντιπροσωπεύουν
τὴν ἀμερικανικὴ διαρκῆ Συνδιάσκεψη Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων καὶ ἄλλα ἐπίσημα Ὀρθόδοξα
Σώματα διεξάγουν «διαλόγους» μὲ Ρωμαιοκαθολικοὺς καὶ Προτεστάντες κι ἐκδίδουν
«κοινὰ ἀνακοινωθέντα» μὲ θέματα ὅπως ἡ Θεία Εὐχαριστία, ἡ πνευματικότητα, καὶ τὰ
παρόμοια – χωρὶς κἄν νὰ πληροφοροῦν τοὺς ἑτεροδόξους ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι
ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στὴν ὁποία ὅλοι εἶναι προσκεκλημένοι, ὅτι μόνο τὰ δικά
της Μυστήρια εἶναι χορηγοὶ χάριτος, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη πνευματικότητα μπορεῖ νὰ
γίνει κατανοητὴ μόνο ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴν ξέρουν ἐμπειρικὰ μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία,
ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ «διάλογοι» εἶναι μία συμβατικὴ καρικατούρα τῆς γνήσιας
χριστιανικῆς συνομιλίας – μίας συνομιλίας ποὺ ἔχει σκοπὸ τὴ σωτηρία ψυχῶν.
Πράγματι, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους ποὺ συμμετέχουν σ’ αὐτοὺς τοὺς «διαλόγους»
ξέρουν ἢ ὑποπτεύονται ὅτι δὲν ὑπάρχει χῶρος γιὰ Ὀρθόδοξη μαρτυρία, ὅτι ἡ ἴδια ἡ
ἀτμόσφαιρα τοῦ οἰκουμενιστικοῦ «φιλελευθερισμοῦ» ἀκυρώνει ὁποιαδήποτε ἀλήθεια
μπορεῖ νὰ εἰπωθεῖ σ’ αὐτούς· ἀλλὰ σωπαίνουν, γιατί τὸ «πνεῦμα τῶν καιρῶν»
σήμερα εἶναι συχνὰ δυνατότερο ἀπὸ τὴ φωνὴ τῆς Ὀρθόδοξης συνείδησης.
Σὲ πιὸ ἐκλαϊκευμένο ἐπίπεδο, ὀργανώνονται οἰκουμενιστικὲς «συνδιασκέψεις»
καὶ «συζήτηση», συχνὰ μὲ ἕναν «Ὀρθόδοξο ὁμιλητὴ» ἢ ἀκόμα μὲ τὴν τέλεση μίας «Ὀρθόδοξης
Λειτουργίας». Ἡ προσέγγιση σ’ αὐτὲς τὶς «συνδιασκέψεις» εἶναι συχνὰ τόσο ἐρασιτεχνική,
καὶ ἡ γενικὴ στάση σὲ αὐτὰ ἔχει τέτοια ἔλλειψη σοβαρότητας, ποὺ ἀντὶ νὰ
προάγουν τὴν «ἑνότητα» ποὺ ἐπιθυμοῦν αὐτοὶ ποὺ τὶς προωθοῦν, οὐσιαστικὰ
χρησιμεύουν στὸ νὰ ἀποδεικνύουν τὴν ὕπαρξη μίας ἀδιάβατης ἀβύσσου μεταξύ της ἀληθινῆς
Ὀρθοδοξίας καὶ τῆς οἰκουμενιστικῆς νοοτροπίας.
Στὸ ἐπίπεδο τῆς δράσης, οἱ οἰκουμενιστὲς ἀκτιβιστὲς ἐπωφελοῦνται ἀπὸ τὸ
γεγονὸς ὅτι διανοούμενοι καὶ θεολόγοι εἶναι διστακτικοὶ καὶ δίχως ρίζες στὴν Ὀρθόδοξη
θεολογία, καὶ χρησιμοποιοῦν τὰ ἴδια τους τὰ λόγια σχετικὰ μὲ τὴ «θεμελιώδη
συμφωνία» πάνω σὲ μυστηριακὰ καὶ δογματικὰ σημεῖα ὡς δικαιολογία γιὰ ἐπιδεικτικὰ
οἰκουμενιστικὲς πράξεις, μὴ ἐξαιρουμένης τῆς μετάδοσης τῆς Θείας Κοινωνίας σὲ αἱρετικούς.
Καὶ αὐτὴ ἡ κατάσταση σύγχυσης δίνει μὲ τὴ σειρά της μία εὐκαιρία γιὰ οἰκουμενιστὲς
ἰδεολόγους στὸ πιὸ ἐκλαϊκευμένο πεδίο, νὰ ἐκφέρουν κενὲς διακηρύξεις ποὺ ὑποβιβάζουν
βασικὰ θεολογικὰ θέματα στὸ ἐπίπεδο φτηνῆς κωμωδίας, ὅπως ὅταν ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας
ἐπιτρέπει στὸν ἑαυτό του νὰ πεῖ: «Σᾶς ρωτᾶ ποτὲ ἡ γυναίκα σας πόσο ἁλάτι πρέπει
νὰ βάλει στὸ φαγητό; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἔχει τὸ ἀλάθητο. Ἀφῆστε τὸν Πάπα νὰ τὸ ἔχει ἐπίσης,
ἂν θέλει».
Ὁ πληροφορημένος καὶ συνειδητὸς Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς μπορεῖ νὰ ρωτήσει:
Ποῦ θὰ τελειώσουν ὅλα αὐτά; Δὲν ὑπάρχει ὅριο στὴν προδοσία, τὴ νόθευση καὶ τὴν
αὐτοκαταστροφὴ τῆς Ὀρθοδοξίας;
Δὲν ἔχει ἀκόμα παρατηρηθεῖ πολὺ προσεκτικὰ ποῦ ὁδηγοῦν ὅλα αὐτά, ἀλλὰ
λογικὰ τὸ μονοπάτι εἶναι ξεκάθαρο. Ἡ ἰδεολογία πίσω ἀπὸ τὸν οἰκουμενισμό, ἡ ὁποία
ἔχει ἐμπνεύσει οἰκουμενιστικὲς πράξεις καὶ διακηρύξεις ὅπως οἱ παραπάνω, εἶναι ἤδη
μία καλὰ προσδιορισμένη αἵρεση: Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δὲν ὑπάρχει, κανεὶς δὲν
κατέχει τὴν ἀλήθεια, ἡ Ἐκκλησία οἰκοδομεῖται μόλις τώρα. Ἀλλὰ δὲν χρειάζεται
πολλὴ σκέψη γιὰ νὰ δοῦμε ὅτι ἡ αὐτοκαταστροφὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς Ἐκκλησίας τοῦ
Χριστοῦ, εἶναι ταυτόχρονα ἡ αὐτοκαταστροφὴ τοῦ ἴδιου του Χριστιανισμοῦ· ὅτι ἂν
καμμιὰ ἐκκλησία δὲν εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τότε οὔτε ὁ συνδυασμὸς ὅλων τῶν
αἱρέσεων θὰ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια μὲ τὴν ὁποία τὴν ἵδρυσε ὁ
Χριστός. Καὶ ἂν ὅλα τὰ «χριστιανικὰ» σώματα εἶναι συνδεδεμένα μεταξύ τους, τότε
ὅλα μαζὶ εἶναι σχετικὰ μὲ ἄλλα «θρησκευτικὰ» σώματα, καὶ ὁ «χριστιανικὸς» οἰκουμενισμὸς
μπορεῖ νὰ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα μόνο μία συγκρητιστικὴ παγκόσμια θρησκεία.
Αὐτὸς εἶναι πραγματικὰ ὁ ἀνυπόκριτος σκοπὸς τῆς μασονικῆς ἰδεολογίας, ἡ ὁποία
ἔχει ἐμπνεύσει τὸ οἰκουμενιστικὸ κίνημα, καὶ αὐτὴ ἡ ἰδεολογία διακατέχει τώρα
τόσο πολὺ αὐτοὺς ποὺ συμμετέχουν στὸ οἰκουμενιστικὸ κίνημα ὥστε ὁ «διάλογος» καὶ
ἡ τελικὴ ἕνωση μὲ τὶς μὴ χριστιανικὲς θρησκεῖες ἔχουν φτάσει νὰ εἶναι τὸ λογικὸ
ἑπόμενο βῆμα γιὰ τὸ νοθευμένο Χριστιανισμὸ τοῦ σήμερα.
π. Σεραφεὶμ Ρόουζ
Κυριακή 1 Μαρτίου 2026
τῆς Ἄνοιξης τὸ θεῖο κοντύλι
εἰκόνες ἔχει ζωγραφίσει
μὲ τ᾿ ἀγριολούλουδα τ᾿ Ἀπρίλη.
μπροστὰ στοῦ ἱεροῦ τὴν πύλη
μπαίνει δειλὰ νὰ προσκυνήσῃ
κι ἀνάφτει ὑπέρλαμπρο καντήλι.
δάφνη στὸν τοῖχο ριζωμένη -
θυμίαμα ποὺ καίει ἡ Πίστις -
ψηλὰ στὸ νάρθηκα χτισμένη,
ψάλλει τὸ Δόξα ἐν Ὑψίστοις...
Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026
Καρυάτιδες
Μπροστὰ στὶς
Καρυάτιδες, τὶς μαρμαρένιες κόρες,
σταθήκαμε θαυμάζοντας κι οἱ δυό μας ὧρες κι ὦρες.
Ἀκίνητα τὰ μάτια σου ἔδειχναν κάποια λύπη
γιὰ κείνη ποὺ μᾶς ἔκλεψαν κι ἀπὸ τὶς ἄλλες λείπει,
στὴ ξενιτιά,
στὴν σκοτεινιά, στὰ πέρατα τοῦ κόσμου.
Μὰ ἐγὼ τὶς ἔβρισκα σωστές, ὅλες σωστὲς ἐμπρός μου
κι ἔλεγα πὼς θὰ γύρισε κι ἐκείνη ἀπὸ τὰ ξένα
γιατὶ μετροῦσα, ἀγάπη μου, μαζὶ μ᾿ αὐτὲς καὶ σένα.
Ἰωάννης
Πολέμης
Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026
μία μέρα μελαγχολικὴ τοῦ Σεπτεμβρίου
αἰσθάνθηκε τὸν θάνατο κοντά.
Οἱ ἀστρολόγοι (οἱ πληρωμένοι) τῆς αὐλῆς ἐφλυαροῦσαν
ποὺ ἄλλα πολλὰ χρόνια θὰ ζήσει ἀκόμη.
παλιὲς συνήθειες εὐλαβεῖς θυμᾶται,
κι ἀπ᾿ τὰ κελλιὰ τῶν μοναχῶν προστάζει
ἐνδύματα ἐκκλησιαστικὰ νὰ φέρουν,
καὶ τὰ φορεῖ, κι εὐφραίνεται ποὺ δείχνει
ὄψι σεμνὴν ἱερέως ἢ καλογήρου.
καὶ σὰν τὸν βασιλέα κὺρ Μανουὴλ τελειώνουν
ντυμένοι μὲς στὴν πίστι των σεμνότατα.
Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026
Ἀνθήτω ὡς κρῖνον
Πολλὰ ρημοκκλήσια βρίσκουνται χτισμένα ἀπάνου στὰ μικρὰ βουνὰ καὶ κοντὰ
στὴ θάλασσα. Εὐωδιάζουνε καθαρὰ κι ἀσπρισμένα˙ οἱ γυναῖκες κ’ οἱ ἄντρες τὰ
διατηροῦνε, τὰ στολίζουνε μὲ μυρσίνες, μὲ δάφνες καὶ μὲ ἀβαγιανούς. Τὴν Ἅγια
Τράπεζα τὴ στρώνουνε μὲ κεντημένα τραπεζομάντιλα ἀρχαῖο σκέδιο, βάζουνε καὶ
κουρτίνες στοῦ τέμπλου τα κονίσματα. Στὸ κόνισμα τῆς Παναγίας καὶ στοὺς ἄλλους ἅγιους
κρεμάζουνε τάματα, ἀνθρωπάκια, μάτια, αὐτιά, χέρια, ποδάρια, πρόβατα, καΐκια κι
ἄλλα πολλά.
Ἀπ’ ὄξω, αὐτά τα ρημοκκλήσια ἔχουνε πάντα ἕνα χαγιάτι γιὰ ν’ ἀποσκιάζει,
κι ἀπὸ κεῖ βλέπεις τὴ θάλασσα, τοὺς κάβους καὶ τὰ βουνά. Ἅμα τελειώσει ἡ
Λειτουργία, ἐκεῖ πέρα κάθουνται καὶ πίνουνε τὸν καφέ, κ’ ὕστερα τρῶνε ψάρια καὶ
θαλασσινά.
Τὰ κορίτσια κάνουνε κούνιες στὰ δέντρα καὶ τραγουδᾶνε τοῦτο τὸ πρωτινὸ τὸ
τραγούδι, πού ‘ναι σὰν τὶς ζωγραφιὲς τῆς ἐκκλησιᾶς:
Θέλω ν’ ἀνέβω στὰ ψηλά, στ’ Ἅγιου – Γιαννιοῦ τὸ δῶμα,
νὰ δέσω δυὸ γαρούφαλα, νὰ κάνω φρουκαλιούδα,
νὰ φρουκαλῶ τὴ θάλασσα, ν’ ἀράζουν τὰ καΐκια.
Ἕνα καΐκι ἄραξε στοῦ βασιλιᾶ τὴν πόρτα˙
κι ὁ βασιλιᾶς δὲν ἤτανε, μὸν’ τρεῖς βασιλοποῦλες.
Ἡ μιὰ κεντᾶ τὸν οὐρανό, κ’ ἡ ἄλλη τὸ φεγγάρι,
κ’ ἡ τρὶτ’ ἡ πιὸ μικρότερη τ’ ἀρ’ βουνιασ’ κοὺ τς μαντίλι.
Ὅποτε τελείωνε τὸ κούνημα κ’ ἔπρεπε νὰ κατεβοῦνε κεῖνες ποὺ κουνηθήκανε,
τραγουδούσανε οἱ ἄλλες ποὺ τὶς κουνούσανε:
Τὸ γυαλὶ τὸ λὲν κρουστάλλι,
βγεῖτε σεῖς, νὰ μποῦνε κ’ ἄλλοι.
Μπαίνοντας στὴν ἐκκλησία, ξεχώριζες μέσα στὴ χιβάδα τὴν Παναγιά την
Πλατυτέρα, μελαχρινὴ καὶ στηλομάτα, μ’ ἀνοιχτὰ χέρια καὶ μὲ τὸν Χριστὸ στὰ
γόνατά της. Ὁ Ἄη – Νικόλας ἤτανε ζωγραφισμένος ἴδιος σὰν τὸν μπάρμπα – Νικόλα,
ποὺ κάθεται ἀπ’ ὄξω στὴν πεζούλα, μὲ τὸ τουνεζλίδικο φέσι σὰν κορόνα στὸ κεφάλι
του, ξεθωριασμένο ἀπὸ τὸν ἀψὺν ἀγέρα τῆς θάλασσας. Ἡ Ἅγια – Κυριακὴ
μαντιλωμένη, λὲς κ’ εἶναι ξεσηκωμένη ἀπὸ τὶς κοπέλες ποὺ τραγουδοῦσε ἀπ’ ὄξω:
Θέλω ν’ ἀνέβω στὰ ψηλά,
στ’ Ἅγιου – Γιαννιοῦ τὸ δῶμα.
Οἱ δυὸ ἀρχαγγέλοι στὶς δυὸ πόρτες, ποὺ βαστᾶνε τὴ γῆς στό ‘να χέρι, παλαιὰ
κονίσματα φερμένα ἀπὸ τὴν Πόλη, μοιάζουνε συναμεταξύ τους σὰν ἀδέρφια, κ’ εἶναι
στὸ σουσούμι ἴδιοι μὲ τὰ δυὸ παιδιὰ τοῦ μπάρμπα – Μανώλη, ποὺ καλαφατίζουνε τὴ
βάρκα πίσω ἀπὸ τ’ Ἅγιο – Βῆμα.
Στὶς ζωγραφιὲς ποὺ βλέπεις στὸν τοῖχο, ὅλα τὰ πάντα εἶναι πλουμισμένα μὲ
τὴ φαντασία, ὅπως εἶναι ὄξω κ’ ἡ πλάση ὁλόγυρα. Στὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἀπάνου
στὴ σπηλιά, ὁ ζωγράφος ἔχει ζωγραφισμένα μάτια, σὰ νά ‘ναι ζωντανή. Τὰ σύννεφα
ποὺ σηκώνουνε τοὺς Δώδεκα Ἀποστόλους στὴ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, ἔχουνε ἕνα
κεφάλι σὰν ἀϊτός. Στὴ Βάφτιση τοῦ Χριστοῦ ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς εἶναι
ζωγραφισμένος σὰν ἄνθρωπος μ’ ἕναν κάβουρα στὸ κεφάλι του, κ’ οἱ βράχοι ποὺ
βγαίνουνε οἱ φλέβες τοῦ ποταμοῦ, ἔχουνε καὶ κεῖνοι ἀνθρωπινὸ σκέδιο. Ἡ θάλασσα
εἶναι σὰ γοργόνα καβαλικεμένη σ’ ἕνα θεριόψαρο, μ’ ἕνα καμάκι στὸ χέρι της. Ὁ
βοριᾶς παριστάνεται σὰν ἄνθρωπος ἀναμαλλιάρης καὶ φυσᾶ μιὰ τρουμπέτα στὴ λίμνη
Γενησαρέτ. Ἕνα ὄμορφο κόνισμα εἶναι κρεμασμένο σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς ἐκκλησιᾶς, καὶ
παρασταίνει τὸν Ἅγιο Μόδεστο, ὁπού ‘ναι γιατρὸς στὰ ζωντανά, καὶ γύρω του εἶναι
πλαγιασμένα βόδια, ἀρνιά, γίδια καὶ ἄλογα, καὶ κοιτάζουνε σὰν ἀνθρῶποι τὸν
πατέρα τους. Ὁ Ἅη – Γιάννης ὁ Πρόδρομος στέκεται ἀπάνου σὲ μιὰ στουρναρόπετρα, ἴδιος
ἄγριος ἁγιούπας ἀναφτερουγισμένος, δίπλα στὸ δέντρο πού ‘ναι καρφωμένη ἡ ἀξίνα
του. Θεριόψαρα βουτᾶνε γύρω στὸ καΐκι τ’ Ἄη – Νικόλα, κι ἀπάνου στὰ μελανὰ
σύννεφα τελώνια εἶναι καθισμένα. Μέσα στὶς σπηλιὲς τοῦ βουνοῦ ἀσκητεύουνε ἁγιασμένοι
ἄνθρωποι, κι ἄλλοι εἶναι ἀνεβασμένοι ἀπάνου σὲ κολόνες γιὰ νὰ μὴν κατέβουνε ποτὲ
στὴ ζωή τους. Ἄλλοι πλέκουνε καλάθια, ἄλλοι κάνουνε χουλιάρια σὰν τοὺς Ἁγιονορεῖτες.
Παραπέρα, πὶσ’ ἀπὸ μιὰ ράχη, δυὸ λέοντες θάφτουνε τὸν Ἅγιο Μακάριο, καὶ στ’ ἄλλο
τὸ βουνὸ ἕνας ἄλλος λέοντας τραβᾶ ἀπὸ τὸ χαλινάρι ἕναν γάϊδαρο μὲ τὶς καμῆλες,
γιατί τὸν πρόσταξε ὁ Ἅγιος Γεράσιμος, ποὺ κάθεται σ’ ἕνα βράχο.
Οἱ παράξενες ζωγραφιές, τὰ βουνὰ κ’ ἡ θάλασσα, κι οἱ ἁπλοῖ ἀνθρῶποι, εἶναι
ὅλα συνταιριασμένα. Τὸ σκαλιστὸ τέμπλο καὶ τὰ στασίδια εἶναι κανωμένα ἀπὸ σιδερόξυλα
παλαιά, ἴδια μὲ τὰ στραβόξυλα τῆς βάρκας, καρφωμένα ὄχι μὲ καρφιά, ἀλλὰ μὲ
καβίλιες˙ εὐωδιάζουνε σὰν μοσκοκάρυδα, γιατί εἶναι κανωμένα μ’ ἁγιασμένα ξύλα.
Τὰ ρουμάνια, τ’ ἄγρια τὰ δέντρα, τὰ πολύκορφα τὰ βουνά, εἶναι ἁγιασμένα
καὶ χαρούμενα, σὰν ἐκκλησιὰ ποὺ γιορτάζει. Κι αὐτὸ τὸ ξεροπέτρι λάμπει σὰ νά
‘ναι διαμάντι.
Φώτης Κόντογλου
Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026
Στήν ἔρημο,
παιδί μου!
Ἕνα ἄλλο θαυμαστό πρότυπο ὑπομονῆς εἶναι ἡ κυρά- Βασιλικούλα, πού ἦρθε
στό Μοναστήρι, προσκυνήτρια τῆς Παναγιᾶς. Μικροσκοπική, ἀποστεωμένη,
σκεβρωμένη, θαρρεῖς σάν τά παλιά σκαριά, τά θαλασσοδαρμένα ἀλλά ἀνίκητα ἀπ’ τόν
χρόνο καί τήν ταλαιπωρία, ἔμοιαζε ἡ γριούλα πού ἦρθε νά λειτουργηθεῖ τήν
Κυριακή τῶν Μυροφόρων στό Μοναστήρι. Τά μάτια της μισοσβησμένα ἀπό τόν
καταρράκτη, φαίνονταν νά διαθέτουν μία ἄλλη ὅραση, πιό ὀξεία καί μακρινή.
Μετά τήν Θεία Λειτουργία ἄνοιξε τήν ψυχή της καί βγῆκαν οἱ θησαυροί τῆς
καρδιᾶς της.
«Ἔζησα», εἶπε, «ἕνα μαρτύριο στή ζωή μου, ἀλλά εὐχαριστῶ τόν Κύριο! Ἤμουν
ὀρφανή καί μέ πάντρεψε ἕνας θεῖος μου καί μοῦ ‘δωσε ἕναν Γολγοθά! Μιά ζωή ξύλο
καί καταφρόνια. Ἔκανα αὐτό τό παιδί, ἀνάπηρο στό μυαλό (εἶπε κι ἔδειξε
καθισμένον σέ μιά καρέκλα πιό πέρα ἕναν ἀνάπηρο πνευματικά μέ ἄσπρα μαλλιά). Αὐτός
εἶναι ὁ γιός μου. Προσευχηθεῖτε γι’ αὐτόν. Αὐτός θά μέ τραβήξει πάνω, στήν
Βασιλεία τοῦ Θεοῦ»!
Κάποια μοναχή τήν ρώτησε:
- Τί νά κάνουμε γιά νά σωθοῦμε, νά κερδίσουμε τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ,
γιαγιά;
- Στήν ἔρημο, παιδί μου!
- Ποιά εἶναι ἡ ἔρημος, γιαγιά;
- Νά βλέπεις καί νά μή βλέπεις, νά ἀκοῦς καί νά μήν ἀκοῦς, καί νά σιωπᾶς!
Ὅσοι τήν ἄκουγαν, θαύμασαν. Μόνον φιλοκαλικός Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας θά
μποροῦσε νά πεῖ αὐτά τά λόγια, ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος.
Καί τελείωσε ἐπαναλαμβάνοντας:
-Τήν Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ μήν χάσουμε, τήν Βασιλεία Του. Νά μᾶς τραβήξει ἐπάνω
νά σωθοῦμε!...
«Ἔκφράσεις τοῦ
πνευματικοῦ κόσμου»
Ἔκδοση Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Βαρνάκοβας
Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026
Καὶ πόνος καὶ πόθος
καὶ ἔρωτας
Ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστιανοῦ πρέπει νὰ εἶναι λεπτή, νὰ εἶναι εὐαίσθητη, νὰ εἶναι
αἰσθηματική, νὰ πετάει, ὅλο νὰ πετάει, νὰ ζεῖ μὲς στὰ ὄνειρα. Νὰ πετάει μὲς τ’ ἄπειρο,
μὲς τ’ ἄστρα, μὲς τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, μὲς τὴ σιωπή.
Ὅποιος θέλει νὰ γίνει Χριστιανός, πρέπει πρῶτα νὰ γίνει ποιητής. Αὐτὸ εἶναι.
Πρέπει νὰ πονάεις. Ν’ ἀγαπάεις καὶ νὰ πονάεις. Νὰ πονάεις γι’ αὐτὸν ποὺ ἀγαπάεις.
Ἡ ἀγάπη κάνει κόπο γιὰ τὸν ἀγαπημένο. Ὅλη νύχτα τρέχει, ἀγρυπνεῖ, ματώνει τὰ
πόδια, γιὰ νὰ συναντηθεῖ μὲ τὸν ἀγαπημένο. Κάνει θυσίες, δὲν λογαριάζει τίποτε,
οὔτε ἀπειλές, οὔτε δυσκολίες, ἐξαιτίας τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ εἶναι
ἄλλο πράγμα, ἀπείρως ἀνώτερο.
Καὶ ὅταν λέμε ἀγάπη, δὲν εἶναι οἱ ἀρετὲς ποὺ θ΄ ἀποκτήσουμε ἀλλὰ ἡ ἀγαπῶσα
καρδία πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς ἄλλους. Τὸ κάθετι ἐκεῖ νὰ τὸ στρέφουμε.
Βλέπουμε μία μητέρα νὰ ἔχει τὸ παιδάκι της στὴν ἀγκαλιά, νὰ τὸ φιλάει καὶ νὰ
λαχταράει ἡ ψυχούλα της. Βλέπουμε νὰ λάμπει τὸ πρόσωπό της, ποὺ κρατάει τ’ ἀγγελούδι
της. Ὅλ’ αὐτὰ ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ τὰ βλέπει, τοῦ κάνουν ἐντύπωση καὶ μὲ δίψα
λέει: “Νὰ εἶχα κι ἐγὼ αὐτὴ τὴ λαχτάρα στὸν Θεό μου, στὸν Χριστό μου, στὴν
Παναγίτσα μου, στοὺς Ἁγίους μας!”. Νά, ἔτσι πρέπει ν’ ἀγαπήσουμε τὸν Χριστό, τὸν
Θεό. Τὸ ἐπιθυμεῖς, τὸ θέλεις καὶ τὸ ἀποκτᾶς μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ.
Ἐμεῖς, ὅμως, ἔχουμε φλόγα γιὰ τὸν Χριστό; Τρέχουμε, ὅταν εἴμαστε
κατάκοποι, νὰ ξεκουραστοῦμε στὴν προσευχή, στὸν Ἀγαπημένο, ἢ τὸ κάνουμε ἀγγαρεία
καὶ λέμε: “Ὤ, τώρα ἔχω νὰ κάνω καὶ προσευχὴ καὶ κανόνα…”; Τί λείπει καὶ
νιώθουμε ἔτσι; Λείπει ὁ θεῖος ἔρως. Δὲν ἔχει ἀξία νὰ γίνεται μία τέτοια
προσευχή. Ἴσως, μάλιστα, κάνει καὶ κακό.
Ἂν στραπατσαριστεῖ ἡ ψυχὴ καὶ γίνει ἀνάξια τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ,
διακόπτει ὁ Χριστὸς τὶς σχέσεις, διότι ὁ Χριστὸς “χοντρές” ψυχὲς δὲν θέλει
κοντά Του. Ἡ ψυχὴ πρέπει νὰ συνέλθει πάλι, γιὰ νὰ γίνει ἄξια τοῦ Χριστοῦ, νὰ
μετανοήσει “ἕως ἑβδομηκοντάκις ἑπτά”. Ἡ μετάνοια ἡ ἀληθινὴ θὰ φέρει τὸν ἁγιασμό.
Ὄχι νὰ λέεις, “πᾶνε τὰ χρόνια μου χαμένα, δὲν εἶμαι ἄξιος” κ.λπ., ἀλλὰ μπορεῖς
νὰ λέεις, “θυμᾶμαι κι ἐγὼ τὶς μέρες τὶς ἀργές, ποὺ δὲν ζοῦσα κοντὰ στὸν Θεό…”.
Καὶ στὴ δική μου τὴ ζωή, κάπου θὰ ὑπάρχουν ἄδειες μέρες. Ἤμουν δώδεκα χρονῶν,
ποὺ ἔφυγα γιὰ τὸ Ἅγιο Ὅρος. Δὲν ἦταν αὐτὰ χρόνια; Μπορεῖ βέβαια νὰ ἤμουν μικρὸ
παιδί, ἀλλὰ ἔζησα μακρὰν τοῦ Θεοῦ τόσα χρόνια!…
Ἀκοῦστε τί λέει ὁ Ἰγνάτιος Μπραντσιανίνωφ στὸ βιβλίο του «Υἱέ μου, δὸς μοι
σὴν καρδίαν»:
«Πᾶσα γὰρ ἐργασία σωματική τε καὶ πνευματικὴ μὴ ἔχουσα πόνον ἢ κόπον, οὐδέποτε
καρποφορεῖ τῷ ταύτην μετερχομένῳ, ὅτι βιαστή ἐστὶν ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ
“βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν”, βίαν εἰπὼν τὴν τοῦ σώματος ἐν πᾶσιν ἐπίπονον ἄσκησιν».
Ὅταν ἀγαπάεις τὸν Χριστό, κάνεις κόπο ἀλλὰ εὐλογημένο κόπο. Ὑποφέρεις, ἀλλὰ
μὲ χαρά. Κάνεις μετάνοιες, προσεύχεσαι, διότι αὐτὰ εἶναι πόθος, θεῖος πόθος. Καὶ
πόνος καὶ πόθος καὶ ἔρωτας καὶ λαχτάρα καὶ ἀγαλλίαση καὶ χαρὰ καὶ ἀγάπη. Οἱ
μετάνοιες, ἡ ἀγρυπνία, ἡ νηστεία εἶναι κόπος ποὺ γίνεται γιὰ τὸν Ἀγαπημένο.
Κόπος, γιὰ νὰ ζεῖς τὸν Χριστό. Ἀλλ’ αὐτὸς ὁ κόπος δὲν γίνεται ἀναγκαστικά, δὲν ἀγανακτεῖς.
Ὅ,τι κάνεις ἀγγαρεία δημιουργεῖ μεγάλο κακὸ καὶ στὸ εἶναι σου καὶ στὴν ἐργασία
σου. Τὸ σφίξιμο, τὸ σπρώξιμο, φέρνει ἀντίδραση. Ὁ κόπος γιὰ τὸν Χριστό, ὁ πόθος
ὁ ἀληθινὸς εἶναι Χριστοῦ ἀγάπη, εἶναι θυσία, εἶναι ἀνάλυσις. Αὐτὸ ἔνιωθε καὶ ὁ
Δαβίδ: «Ἐπιποθεῖ καὶ ἐκλείπει ἡ ψυχή μου εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου». Ποθεῖ μὲ
λαχτάρα καὶ λιώνει ἡ ψυχή μου ἀπ’ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
Ἅγιος Πορφύριος
Καυσοκαλυβίτης
















