Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

 


Ἡ Ἀληθινὴ Θεολογία

Εἴπαμε πώς, ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα, ὄχι μοναχὰ δὲν διαβάζουμε, ἀλλὰ κἄν δὲν ξέρουμε ἂν ὑπάρχουνε οἱ μυστικοὶ Πατέρες ποὺ φωτίσανε τὴν Ὀρθοδοξία. Γιὰ τοὺς θεολόγους ἡ Ὀρθοδοξία κατάντησε μιὰ κούφια λέξη, ἀφοῦ ἡ μυστικὴ οὐσία της τοὺς εἶναι ἄγνωστη, ὅπως κι’ ἡ παράδοσή τους. Οἱ δικοί μας θεολόγοι παίρνουνε τὰ φῶτα ἀπὸ τὴ Δύση, γιατί ἐκεῖ ἡ θεολογία ἔχει γίνει ἐπιστήμη, κ’ ἡ ματαιοδοξία τους κολακεύεται ἀπ’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἡ πίστη, γι’ αὐτούς, δὲν ἔχει καμμιὰ σημασία. Θὰ μοῦ πῆτε, «θεολογία χωρὶς πίστη, γίνεται;» Μὰ κ’ ἐγὼ σᾶς ρωτῶ, μὲ τὴν ἴδια ἀπορία, «γίνεται θεολογία χωρὶς πίστη;»

Ὡστόσο, στὶς Δυτικὲς χῶρες καὶ στὴν Ἀμερική, πολὺς κόσμος ἔχει στραφεῖ πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία, ἀπὸ τὴ δίψα τῆς ἀληθείας. Στὴν Ἑλλάδα, μοναχὰ λιγοστοὶ ἄνθρωποι καὶ κάποιοι παλιοημερολογίτες διαβάζουνε τὰ βιβλία τῶν Πατέρων, ἐκτός τοῦ Βασιλείου καὶ τοῦ Χρυσοστόμου, ποὺ τοὺς παίρνουνε οἱ θεολόγοι γιὰ ρήτορας καὶ γιὰ φιλολόγους τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας. Τὰ βιβλία τῶν μυστικῶν Πατέρων δὲν ξανατυπώνουνται πιὰ καὶ καταντήσανε σπάνια. Ἡ ἐπίσημη Ἐκκλησία τυπώνει προχειρολογήματα διάφορων νεωτεριστῶν θεολόγων, χωρὶς καμμιὰ οὐσία, ποὺ φανερώνουνε μοναχὰ τὴν ἀπίστευτη γύμνια ἐκείνων ποὺ τὰ γράφουνε. Μοναχὰ τώρα τελευταῖα ἄρχισε νὰ τυπώνει ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία τὴν Πατρολογία τοῦ Migne. Μὰ κι’ αὐτὴ ἡ ἔκδοση εἶναι γιὰ τοὺς θεολόγους, κι’ ὄχι γιὰ τοὺς πιστούς, ἀφοῦ εἶναι τυπωμένη στὴν ἀρχαία γλῶσσα. Ἐκτὸς ἀπ’ αὐτό, ἡ ἔκδοση τῆς Πατρολογίας δὲν ἔχει καμμιὰ βαθύτερη δικαίωση, μὲ τὸ δυτικὸ χαρακτῆρα ποὺ ἔχει ἡ γενικὴ μόρφωση τῶν θεολόγων μας, ποὺ δὲν ἔχουνε καμμιὰ βαθύτερη γνώση τῆς οὐσίας τῆς Ὀρθοδοξίας, οὔτε καὶ τῆς παράδοσής μας. Ἔτσι κι’ αὐτὴ ἡ ἔκδοση καταντᾶ ἕνα γεγονὸς χωρὶς βαθύτερη σημασία, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει τὸ κατάλληλο ὀρθόδοξο χῶμα γιὰ νὰ ριζοβολήσει.

Στὸ νὰ στραφοῦνε οἱ Δυτικοὶ κι’ οἱ Προτεστάντες στοὺς Πατέρες τῆς Ὀρθοδοξίας, συντελέσανε πολὺ οἱ Λευκορῶσοι θεολόγοι, ποὺ σκορπίσανε στὶς διάφορες χῶρες καὶ φωτίσανε τὶς ψυχὲς μὲ τὰ σοφὰ κηρύγματά τους, μὲ τὴν ἀρετὴ τῆς ζωῆς τους, καὶ μὲ τὴν τυπικὴ εὐσέβειά τους. Ἐνῷ οἱ κληρικοὶ ποὺ στέλνουμε ἐμεῖς στὶς διάφορες παροικίες, εἶναι οἱ πιὸ ἀνίδεοι στὸ τί θὰ πεῖ Ὀρθοδοξία, κι’ οἱ ἐκκλησίες μας στὸ ἐξωτερικὸ δὲν ἔχουνε κανέναν θρησκευτικὸ προορισμό, ἀλλὰ ἔχουνε καταντήσει κέντρα κοινωνικῆς συγκεντρώσεως τῶν ὁμογενῶν κάθε Κυριακή.

Ἔτσι, ἡ Ὀρθοδοξία, δηλαδὴ ἡ πρώτη κι’ ἀπαραμόρφωτη μορφὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἔγινε πάλι τὸ στήριγμα ὅλων τῶν ἀνθρώπων ποὺ ζητᾶνε λιμάνι σωτηρίας κι’ ὁ κανόνας τῆς χριστιανικῆς πίστης.

Στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀμερικὴ ἔχουνε μεταφρασθεῖ, ἕως τώρα, σὲ διάφορες γλῶσσες ἡ Φιλοκαλία, τὸ μέγα καὶ θαυμαστὸ αὐτὸ βιβλίο, ποὺ στὴν Ἀθήνα τὸ βρίσκει κανένας μοναχὰ στὶς συλλογὲς τῶν βιβλιοφίλων νὰ κάθεται στὸ ράφι ἄχρηστο, σὰν κανένα ἀρχαιολογικὸ ἀντικείμενο, ὁ Εὐεργετινός, οἱ ἐπιστολὲς τοῦ ἁγίου Βασιλείου καὶ κάποιων ἄλλων Πατέρων, οἱ λόγοι Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, μερικὰ ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ μαθητοῦ του Νικήτα Στηθάτου, καὶ κάποια ἄλλα. Ἐμεῖς, ἀλλοίμονο, τυρβάζομεν περὶ τοῦ πῶς θὰ φανοῦμε ἐπιστημονικοὶ καὶ εὐρωπαϊκότεροι ἀπὸ τοὺς Εὐρωπαίους. Μοναχὰ κανένας «θρησκόληπτος», καθυστερημένος κατὰ τοὺς νεωτεριστὰς αὐτοὺς παπαγάλους, διαβάζει τέτοια βιβλία.

Οἱ λόγοι τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου εἶναι μεταφρασμένοι στὰ Γαλλικά, στὰ Γερμανικά, στὰ Ἐγγλέζικα, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ Ρωσικά, ποὺ ἔχουνε μεταφρασθεῖ ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ πρωτοτυπωθήκανε στὰ Ἑλληνικὰ ἀπὸ τ’ ἀρχαῖα χειρόγραφα. Στὴν ἁπλὴ ἑλληνικὴ γλῶσσα ὑπάρχει μία θαυμάσια μετάφραση καμωμένη μὲ εὐλάβεια «παρὰ τοῦ πανοσιολογιωτάτου Διονυσίου Ζαγοραίου, τοῦ ἐνασκήσαντος ἐν τῇ ἐρημονήσῳ τῇ καλουμένῃ Πιπέρι, ἀπέναντι τοῦ Ἁγίου Ὄρους», τυπωμένη στὴ Σύρα στὰ 1886. Ποῦ νὰ καταδεχτοῦμε, ἐμεῖς, νὰ διαβάσουμε τέτοια πράγματα, μεταφρασμένα μάλιστα ἀπὸ ἕναν ἀγράμματο καλόγερο, ποὺ καθότανε κ’ ἔγραφε ἀπάνω σὲ κάποιον βράχο, στὸ ρημονήσι Πιπέρι, μαζὶ μὲ τοὺς γλάρους; Ἐμεῖς διαβάζουμε τοὺς σοφοὺς καὶ ἀξιοπρεπεῖς καθηγητάδες ποὺ γράφουνε καθισμένοι στὶς πολυθρόνες, στὰ Παρίσια καὶ στὰ Βερολίνα! Δὲν ἀκοῦμε τί λέγει ὁ Θεὸς μὲ τὸ στόμα τοῦ Προφήτη «Ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλ’ ἐπὶ τὸν ταπεινὸν καὶ ἡσύχιον καὶ τρέμοντά μου τοὺς λόγους;» Ποῦ νὰ ὑποπτευθοῦμε τὸ μυστικὸ πλοῦτο ποὺ κρύβεται μέσα σὲ τέτοιες ἁγίες ψυχές.

Λοιπόν, αὐτὴ ἡ μετάφραση δὲν ξανατυπώθηκε ἀπὸ τότε στὴν Ἑλλάδα, ποὺ τυπώνεται κάθε λογῆς ἀνοησία, πρᾶγμα ποὺ φανερώνει σὲ τί πνευματικὸ σκοτάδι βρισκόμαστε, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί. Ἀπὸ τὴν προκοπὴ ποὺ ἔχουμε, βάλαμε «τὸν λύχνον ὑπὸ τὸν μόδιον», κι’ ἀπάνω στὸ λυχνοστάτη βάζουμε τὶς τυπωμένες βαθυστόχαστες ἀνοησίες ποὺ ἀνάφερα, καὶ περιμένουμε νὰ μᾶς φωτίσουνε. Τοὺς βαθύτερους μυσταγωγούς, ποὺ φανήκανε στὸν κόσμο, τοὺς ἔχουμε ἄξιους νὰ τοὺς διαβάζει μοναχὰ κανένας ἀγράμματος παλιοημερολογίτης. Ἡμεῖς, οἱ ἔξυπνοι κι’ οἱ συγχρονισμένοι, βάλαμε τὴν ἐξυπνάδα μας καὶ μέσα στὰ μυστήρια τῆς θρησκείας, κι’ ἀγαπᾶμε τὰ μεγάλα λόγια καὶ τὰ ἐπιστημονικά, τί λέγει ὁ τάδε ἄθεος γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ γιὰ τὴ θρησκεία του, ἢ κανένας καμουφλαρισμένος θεομπαίχτης, ἐπειδὴ αὐτὰ δίνουνε τροφὴ στὸν ἐγωισμό μας. Καὶ βουλώνουμε τ’ αὐτιά μας γιὰ νὰ μὴν ἀκούσουμε τὸν ἀπόστολο Παῦλο ποὺ φωνάζει «Οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου;»

Ἀλλά, κοντὰ στοὺς χαλασμένους αὐτοὺς ποὺ λέγω, ὑπάρχουνε καὶ πλῆθος ἄνθρωποι ποὺ νοιώθουνε βαθειὰ τὴν οὐσία τῆς θρησκείας μας, τὴ μεγάλη σημασία τῆς λατρείας καὶ τῆς ἱερῆς παράδοσής μας. Γιὰ ὅσους ἀπ’ αὐτοὺς δὲν ἔχουνε πατερικὰ βιβλία, σὰν αὐτὰ ποὺ εἴπαμε παραπάνω, κ’ εἶναι σχεδὸν ὅλοι οἱ Ἕλληνες, γιατί ἡ ἀδιαφορία ἐκείνων ποὺ εἶναι βαλμένοι γι’ αὐτὴ τὴ δουλειά, στέρησε τὸν κόσμο ἀπὸ τέτοια ἄφθαρτη κι’ ἅγια θροφή, θὰ προσπαθήσω μὲ τὶς μικρὲς δυνάμεις μου νὰ τοὺς μεταδώσω ὅ,τι μπορέσω ἀπὸ τοὺς περιφρονημένους αὐτοὺς προγονικούς μας θησαυρούς. Ἀφοῦ οἱ θεολόγοι γινήκανε φιλόσοφοι κ’ ἐπιστήμονες, ἂς γίνουμε θεολόγοι ἡμεῖς, δίχως ἄλλο ἐφόδιο, παρὰ μοναχὰ τὴν πίστη μας, κατὰ τὰ βαθυστόχαστα λόγια του ἁγίου Νείλου, ποὺ λέγει «Εἰ ἀληθῶς προσεύχῃ, θεολόγος εἶ». «Ἂν προσεύχεσαι ἀληθινά, εἶσαι θεολόγος».

Φώτης Κόντογλου

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026



Μὲ τὸν τρόπο τοῦ Γ. Σ.
Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει
Στὸ Πήλιο μέσα στὶς καστανιὲς τὸ πουκάμισο τοῦ Κενταύρου
γλιστροῦσε μέσα στὰ φύλλα γιὰ νὰ τυλιχτεῖ στὸ κορμί μου
καθὼς ἀνέβαινα τὴν ἀνηφόρα κι ἡ θάλασσα μ᾿ ἀκολουθοῦσε
ἀνεβαίνοντας κι αὐτὴ σὰν τὸν ὑδράργυρο θερμομέτρου
ὡς ποὺ νὰ βροῦμε τὰ νερὰ τοῦ βουνοῦ.
Στὴ Σαντορίνη ἀγγίζοντας νησιὰ ποὺ βουλιάζαν
ἀκούγοντας νὰ παίζει ἕνα σουραύλι κάπου στὶς ἀλαφρόπετρες
μοῦ κάρφωσε τὸ χέρι στὴν κουπαστὴ
μιὰ σαΐτα τιναγμένη ξαφνικὰ
ἀπὸ τὰ πέρατα μιᾶς νιότης βασιλεμένης.
Στὶς Μυκῆνες σήκωσα τὶς μεγάλες πέτρες καὶ τοὺς θησαυροὺς τῶν Ἀτρειδῶν
καὶ πλάγιασα μαζί τους στὸ ξενοδοχεῖο τῆς «Ὡραίας Ἑλένης τοῦ Μενελάου»
χάθηκαν μόνο τὴν αὐγὴ ποὺ λάλησε ἡ Κασσάντρα
μ᾿ ἕναν κόκορα κρεμασμένο στὸ μαῦρο λαιμό της.
Στὶς Σπέτσες στὸν Πόρο καὶ στὴ Μύκονο
μὲ χτίκιασαν οἱ βαρκαρόλες.
Τί θέλουν ὅλοι αὐτοὶ ποὺ λένε
πὼς βρίσκουνται στὴν Ἀθήνα ἢ στὸν Πειραιά;
Ὁ ἕνας ἔρχεται ἀπὸ Σαλαμίνα καὶ ρωτάει τὸν ἄλλο μήπως «ἔρχεται ἐξ Ὁμονοίας»
«Ὄχι, ἔρχομαι ἐκ Συντάγματος» ἀπαντᾶ κι εἶν᾿ εὐχαριστημένος
«βρῆκα τὸ Γιάννη καὶ μὲ κέρασε ἕνα παγωτό».
Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει
δὲν ξέρουμε τὴν πίκρα τοῦ λιμανιοῦ σὰν ταξιδεύουν ὅλα τὰ καράβια
περιγελᾶμε ἐκείνους ποὺ τὴ νιώθουν.
Παράξενος κόσμος ποὺ λέει πὼς βρίσκεται στὴν Ἀττικὴ
καὶ δὲ βρίσκεται πουθενὰ
ἀγοράζουν κουφέτα γιὰ νὰ παντρευτοῦνε
κρατοῦν «σωσίτριχα» φωτογραφίζουνται
ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶδα σήμερα καθισμένος σ᾿ ἕνα φόντο μὲ πιτσούνια καὶ μὲ λουλούδια
δέχουνταν τὸ χέρι τοῦ γέρο φωτογράφου νὰ τοῦ στρώνει τὶς ρυτίδες
ποὺ εἶχαν ἀφήσει στὸ πρόσωπό του
ὅλα τὰ πετεινὰ τ᾿ οὐρανοῦ.
Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει ὁλοένα ταξιδεύει
κι ἂν «ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς»
εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θέλησαν νὰ πιάσουν τὸ μεγάλο καράβι μὲ τὸ κολύμπι
ἐκεῖνοι ποὺ βαρέθηκαν νὰ περιμένουν τὰ καράβια ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κινήσουν
τὴν ΕΛΣΗ τὴ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τὸν ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.
Σφυρίζουν τὰ καράβια τώρα ποὺ βραδιάζει στὸν Πειραιὰ
σφυρίζουν ὁλοένα σφυρίζουν μὰ δὲν κουνιέται κανένας ἀργάτης
καμμιὰ ἁλυσίδα δὲν ἔλαμψε βρεμένη στὸ στερνὸ φῶς ποὺ βασιλεύει
ὁ καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μὲς στ᾿ ἄσπρα καὶ στὰ χρυσά.
Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει
παραπετάσματα βουνῶν ἀρχιπέλαγα γυμνοὶ γρανίτες...
τὸ καράβι ποὺ ταξιδεύει τὸ λένε ΑΓΩΝΙΑ 937.
Α/Π Αὐλίς, περιμένοντας νὰ ξεκινήσει. Καλοκαίρι 1936
Γιῶργος Σεφέρης

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

 


Κάποιοι ταπεινοί

Μπορεῖ ἐγὼ νὰ μιλάω γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, νὰ μιλάω γιὰ τὴν ταπείνωση καὶ ταυτόχρονα ἀπὸ μέσα μου νὰ ἀναδύεται μία ἀποφορὰ ἐγωισμοῦ· νὰ μιλάω γιὰ ἡσυχία καὶ νὰ σᾶς ταράσσω. Βέβαια ὑπάρχουν οἱ Ἅγιοι, ὑπάρχουν οἱ φορεῖς καὶ ἐκφραστὲς τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, κι αὐτοὶ ποὺ φανερώνουν τὴ χάρη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ᾿ αὐτοὶ ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐξωτερικὰ φαίνονται.

Νὰ σᾶς πῶ γιὰ παράδειγμα τὸ γιατί πήγαμε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Σήμερα βλέπετε ὅτι πολὺς κόσμος πάει στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐνῷ παλιὰ ἔλεγαν ὅτι ἦταν καταδικασμένο νὰ πεθάνει, κτλ. Ἐν τέλει, καθὼς περνᾶν τὰ χρόνια, νιώθομε ὅτι πήγαμε ἐκεῖ γιὰ κάποιους ἁπλοὺς μοναχούς, γιὰ κάποιους ἀγράμματους, γιὰ κάποιους ἀνύπαρκτους, γιὰ κάποιους ταπεινούς, ποὺ δὲν εἶχαν καμιὰ ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό τους· κι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι σοῦ μετέδιδαν ἕνα ἄρωμα, ποὺ ἔφερνε τὴν Ἀνάσταση. Καὶ τότε λές: «Ναί, κάθομαι κοντὰ σ᾿ αὐτούς».

Τέτοιοι, ὅμως, ἄνθρωποι ἁπλοί, ἀνύπαρκτοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν αὐτὴ τὴ χάρη καὶ τὴ μεγαλοσύνη, ὑπάρχουν πάρα πολλλοὶ στὸν κόσμο, στὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ᾿ ἡ ἀγωγή, ποὺ παίρνομε, μᾶς λέει πολλὲς φορὲς ὅτι αὐτὸ τὸ χρυσάφι εἶναι τενεκὲς καὶ νὰ τὸ ἀποφεύγουμε· καὶ νὰ θεωροῦμε τὸν τενεκὲ γιὰ χρυσάφι. Γι᾿ αὐτὸ βασανιζόμαστε. Γι᾿ αὐτὸ σᾶς λέω: Ἡσυχάστε λίγο στὸν ἑαυτό σας, βρεῖτε μία ὥρα, μισὴ ὥρα, κι ἕναν ἥσυχο τόπο, ὅπου θὰ εἶστε εἰλικρινεῖς με τὸν ἑαυτό σας. Καὶ θὰ δεῖτε ὅτι σιγὰ - σιγὰ ἀναπτύσσεται μέσα σας μιὰ δύναμη, ἡ ὁποία σπάει τὰ σίδερα τῆς ὁποιασδήποτε φυλακῆς...

Καὶ θὰ ἔχετε τὴν δύναμη καὶ τὴν αἴσθηση καὶ τὴν εὐαισθησία γιὰ νὰ βρίσκετε παντοῦ αὐτοὺς τοὺς μεγάλους ἁγίους, ὅπως εἶναι ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὅπως εἶναι κάποιοι ταπεινοί, ποὺ βρίσκονται στὰ σπίτια σας, καὶ μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ πατέρας, ἡ μάνα, ὁ παππούς, ἡ γιαγιὰ ἢ ἕνα μικρὸ παιδί. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἔχομε πολλοὺς γέρους, πολλὲς γιαγιάδες, οἱ ὁποῖοι ἔχουν αὐτὴ τὴν χάρη τὴ μεγάλη, ποὺ ἔχουν οἱ Ἁγιορεῖτες οἱ ταπεινοί, οἱ ὁποῖοι κάλεσαν ἐμᾶς στὸ Ἅγιον Ὄρος, μόνο μὲ τὸ νὰ ὑπάρχουν. Οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν καμιὰ ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό τους, οἱ ὁποῖοι σὲ ἀγαποῦν πρὶν σὲ γνωρίσουν, σὲ σέβονται περισσότερο ἀπὸ ὅ,τι ἀξίζεις. Κι ἔτσι μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο σὲ δεσμεύουν, σὲ ρίχνουν στὸ φιλότιμο καὶ σὲ ἔχουν δέσει χειροπόδαρα, μὲ τὸ νὰ σὲ ἀφήνουν ἐλεύθερο.

Πρὸ ἡμερῶν ἤμουν σὲ ἕνα σπίτι καὶ κουβέντιαζα μὲ τὸν πατέρα γιὰ μία δουλειά, ποὺ θὰ ἐξυπηρετοῦσε τὸ Μοναστήρι, ἐνῷ δίπλα ἦταν ἡ γυναῖκα του, σὲ ἕνα ἄλλο δωμάτιο, καὶ κάτι συλλάβιζε. Σκέφτηκα ὅτι θὰ μαθαίνει κάποιο ἐγγονάκι της νὰ διαβάζει, ἀλλ᾿ ὅταν ρώτησα: «Τί κάνει;», μοῦ εἶπαν ὅτι κάνει τὴν προσευχή της. Ὅταν τελειώσαμε τὴν δουλειὰ καὶ φεύγαμε, αὐτὴ ἦταν μέσα στὴν κουζίνα, εἶχε ἀνάψει τὸ καντήλι καὶ διάβαζε συλλαβιστὰ τὴν Παράκληση... Αὐτὴ ἡ ἄσχημη γριά, μὲ τὰ γυαλιά, ἦταν σὰν ἄγγελος. Καὶ λέω: «Κοίταξε, αὐτοὶ κρατοῦν τὸν κόσμο...». Κι αὐτὴ μέσα της εἶχε τὴν χαρά, ποὺ νικᾷ τὸν θάνατο. Γιατί δὲν εἶχε καμία ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό της, πὼς ἦταν κάτι σπουδαῖο· καὶ γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο εἶχε μέσα της αὐτὴ τὴν ἀνάπαυση.

Εἶναι, λοιπόν, καλὸ νὰ πετύχει κανείς, νὰ βγεῖ πρῶτος στὰ μαθήματα, καὶ νὰ τὰ πετύχει ὅλα. Ἀλλ᾿ ἐν τέλει, ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀνεπαρκῆ. Δὲν λέω νὰ μὴν ζητήσει κανεὶς νὰ ἔχει κάτι. Ἀλλὰ νὰ ἔχει ὅ,τι χρειάζεται γιὰ νὰ ἐπαρκεῖ, καὶ μετὰ νὰ ζητήσει πάση θυσία αὐτὸ τὸ ἕνα, τὸ ἐλάχιστο, τὸ ὁποῖο καταργεῖ τὸν θάνατο καὶ φωτίζει ἔσωθεν ὅλα τὰ πρόσκαιρα καὶ τὰ διαβατικά, καὶ τοὺς δίνει ἕνα φῶς καὶ μία αἴγλη αἰωνιότητος.

Αὐτὰ ποὺ σᾶς λέω, πιστεύω ὅτι τὰ καταλαβαίνετε. Κι ἂν νομίζετε ὅτι δὲν τὰ καταλαβαίνετε, τὰ καταλαβαίνετε. Κι ἂν δὲν τὰ νιώθετε τώρα, θὰ τὰ νιώσετε λίγο ἀργότερα. Ἂν τὰ ἔλεγα κάπου ἀλλοῦ, σὲ μία ἄλλη χώρα, δὲν θὰ καταλάβαιναν τίποτε. Ἀλλ᾿ ἐσεῖς τὰ καταλαβαίνετε, γιατί ὑπάρχει στὴν γενιά σας ἡ γιαγιά, ἡ ὁποία ἡ ὁποία συλλαβίζει τὴν προσευχή, ἡ ὁποία ἀνάβει τὸ καντήλι. Ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος, ποὺ σοῦ λέει μία κουβέντα καὶ νιώθεις ὅτι σὲ ἀνέπαυσε ἐσωτερικά. Ὅπως ὁ Κύριος, μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ὅταν εἶδε τοὺς μαθητές Του στὸν αἰγιαλὸ καὶ τοὺς εἶπε νὰ βάλουν στὰ δεξιὰ τὰ δίχτυα, κτλ, κι ἐκεῖνοι κατάλαβαν ὅτι Αὐτὸς ἦταν ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος τοὺς εἶπε αὐτὰ τὰ ἁπλὰ πράγματα.

Πολλοὶ «Θεοφόροι» ὑπάρχουν καὶ πολλοὶ «Χριστοφόροι» κυκλοφοροῦν μεταξύ μας: εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν πληγώνουν κανέναν καὶ δὲν ἔχουν καμιὰ ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Θυμᾶμαι, ὅταν ἤμουν μικρὸς καὶ δὲν ὑπῆρχαν πλυντήρια, μιὰ γριὰ ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία, ἡ ὁποία ἔπλενε τὰ ροῦχα μας. Αὐτὴ στὸ τέλος δὲν μποροῦσε νὰ πλένει, ἀλλ᾿ ἐρχόταν κι ἔπαιρνε μία βοήθεια. Καὶ ὅταν ἤμασταν μικρὰ παιδιὰ - γιατί ἕνα μικρὸ παιδὶ ἀγαπάει τὸν ἀδύναμο, ὅπως ἀγαπάει κι ἕνα τραυματισμένο πουλάκι - πηγαίναμε καὶ τῆς φιλούσαμε τὸ χέρι. Κάποτε, σὲ μιὰ συζήτηση, εἶπε ἡ κυρὰ-Ζαχαρένια: «Ἄνθρωπο μ᾿ εἶπαν κι ἐμένα». Κι αὐτὸ μοῦ ἔχει μείνει μέσα μου. Δὲν εἶχε δόξα, δὲν εἶχε τιμές, δὲν εἶχε παιδιά, δὲν εἶχε σπίτι, δὲν εἶχε τίποτε· εἶχε μόνο ἕνα πρᾶγμα: τὸ ὅτι ἦταν ἄνθρωπος. «Ἄνθρωπο μ᾿ εἶπαν κι ἐμένα».

Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

 


Ἡ συνήθης ζωὴ τοῦ κόσμου

Ἡ ἕνωση μὲ τὸν Χριστὸ ὁδηγεῖ σὲ ρήξη μὲ τὸν κόσμο. Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν συνήθη ζωὴ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ φαίνεται παράδοξη καὶ εἶναι γενικὰ ἀντίθετη πρὸς αὐτήν. Ἡ προσχώρηση στὴν ζωὴ τοῦ κόσμου ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Χριστό. Ὁ Χριστιανὸς ὀφείλει νὰ συντονίζει τὴν ζωή του μὲ τὴν ζωὴ καὶ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ, στὸ σῶμα τοῦ ὁποίου ἀνήκει. Χωρὶς τὸν συντονισμὸ αὐτὸν δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ διατήρηση τῆς ἑνότητας μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἡ παραμονὴ στὸ σῶμα του.

Ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἔχουμε κοινὴ θέληση μὲ αὐτὸν ποὺ ἔχουμε κοινὸ αἷμα, γιὰ νὰ μὴ ἐμφανιζόμαστε σὲ ἄλλα ἑνωμένοι καὶ σὲ ἄλλα χωρισμένοι. Ὅσο ὁ Χριστιανὸς δὲν συντονίζεται μὲ τὴν ζωὴ καὶ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ, παραμένει φίλος του κόσμου.

Γεώργιος Μαντζαρίδης


Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

 


Ἀπὸ τὸ ἡμερολόγιό μου

Μᾶς ἀφηγεῖται σήμερα ἕνας ἱερέας του Βελιγραδίου τὸ ἀσυνήθιστο γεγονὸς μὲ μία ἐκδιδόμενη γυναῖκα στοὺς δρόμους τοῦ Βελιγραδίου. Μιὰ μέρα, λίγο πρὶν βραδιάσει, βάδιζε στοὺς δρόμους γιὰ τὴ «δουλειά» της. Καθὼς περνοῦσε δίπλα σ’ ἕναν κῆπο βλέπει ἕναν ἄνθρωπο νὰ ἑτοιμάζεται νὰ ἀπαγχονιστεῖ. Ἔδεσε τὸ σχοινὶ στὸ κλαδὶ τοῦ δέντρου καὶ μὲ μιᾶς τὸ ἔβαλε γύρω ἀπὸ τὸ λαιμό του.

Ἡ γυναῖκα σβέλτα πήδησε πάνω ἀπὸ τὴν περίφραξη, τράβηξε τὸ μικρό της μαχαίρι ἀπὸ τὴν τσέπη κι ἔκοψε τὸ σχοινί, ὁπότε ὁ ἄνθρωπος ἔπεσε στὸ χῶμα λιπόθυμος. Τοῦ ἔκανε μαλάξεις ὥσπου συνῆλθε. Τότε τῆς εἶπε ὁ αὐτόχειρας: «Γιατί τό ’κανες; Ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ ζήσω, δὲν ἔχω στὸν ἥλιο μοῖρα. Ἐξ αἰτίας τῆς φτώχειας μου, ἤθελα νὰ τελειώσω μ’ αὐτὴ τὴ μίζερη ζωή». Ἡ γυναῖκα ἔβγαλε ὅσα χρήματα εἶχε μαζί της καὶ τοῦ τὰ ἔδωσε, ὑποσχόμενη ὅτι θὰ τὸν βοηθᾶ κι ἄλλο ὥσπου νὰ βρεῖ δουλειά. Καὶ συνέχισε ἡ γυναῖκα τὴ δική της ἄπρεπη δουλειὰ καὶ μέρος ἀπὸ τὰ κέρδη της ἀπ’ αὐτὴ τὴ δουλειὰ πήγαινε σ’ ἐκεῖνον τὸν φτωχὸ καὶ τοῦ ἔδινε γιὰ νὰ συντηρηθεῖ. Ὅμως μετὰ ἀπὸ ἕξι ἑβδομάδες ἡ γυναῖκα ἔπεσε στὸ κρεβάτι βαριὰ ἄρρωστη. Τῆς κάλεσαν τὸν ἱερέα. Στὴν παρουσία τοῦ ἱερέα ἐκείνη, ἤδη ἑτοιμοθάνατη, ἄρχισε νὰ λέει: «Ὤ, ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, γιατί ἤρθατε σ’ ἐμένα; Μὰ δὲν ξέρετε πόσο βρώμικη καὶ ἁμαρτωλὴ γυναῖκα εἶμαι ἐγώ;»

Λίγο μετὰ πάλι φώναξε: «Ὦ, Κύριε Χριστέ, μὰ κι Ἐσὺ ἦρθες σ’ ἐμένα τὴν ἁμαρτωλή; Γιὰ ποιό λόγο τὸ ἀξιώθηκα αὐτό; Μὰ μόνο μὲ τὸ ὅτι ἔσωσα ἐκεῖνον τὸν φτωχὸ ἀπ’ τὸν θάνατο; Ἀλίμονο σ’ ἐμένα τὴν ἀνάξια! Ὤ, πόσο εἶναι μεγάλο τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ!» Λέγοντας αὐτὸ ἄφησε τὴν ψυχή της καὶ τὸ πρόσωπό της ἔλαμψε σὰ νὰ φωτιζόταν μὲ κερί. Νὰ τί σημαίνει νὰ σώσεις τὴν ψυχὴ ἑνὸς ἀνθρώπου. Νὰ πῶς μία πράξη ἐλέους πρὸς τὸν πλησίον σκεπάζει πολλὲς ἁμαρτίες!

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


Κυριακή 30 Αυγούστου 2026



Θεοδωράκη, τί εἶναι αὐτὰ ποὺ εἶπες!
Ὁ Κυβερνήτης ἔρχεται εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸν Ἰανουάριον, πηγαίνει εἰς τὴν Αἴγιναν, ὅπου ἦτον ἡ Ἀντικυβερνητικὴ ἐπιτροπὴ καὶ τὸ Βουλευτικόν. Ἐκεῖ ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἔγινε δοξολογία καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ ὁρκωθεῖ πρὶν νὰ κάμει τὰς παρατηρήσεις του. Εἶπε ὅτι: ἂν θέλετε νὰ διοικήσω, νὰ διαλυθεῖ τὸ Βουλευτικό, διότι ἐγὼ δὲν ἐμπορῶ νὰ δουλεύσω. Ἔχει ἡ πατρίς μας καὶ ἐχθροὺς καὶ φίλους, ἢ ἂν καὶ δὲν θέλετε, ἐγὼ μένω καὶ θέλει δουλεύσω ὅσο εἶναι δυνατόν, ὡς μερικός. Τοὺς εἶπε αἴτια ἐξωτερικά.
Διελύθηκε μόνον του τὸ Βουλευτικό, καὶ ἂν ἦτον κανένας βουλευτὴς δυσαρεστημένος, ἦτον περισσότερον διὰ τοὺς μισθούς του. Ὀργάνισε τὸ κράτος, ἔστειλε ἐπάρχους, ἐκτάκτους ἐπιτρόπους, ἄρχισε ἀνταπόκριση τακτική, ὁ καθένας νὰ γνωρίζει τὰ χρέη του. Ὁ στρατιωτικὸς ὡς στρατιωτικός, ὁ πολιτικὸς σὰν πολιτικός. Ἐσύστησε τὸ Πανελλήνιον καὶ τοὺς ἔβαλε ὅλους τοὺς ἄρχοντας μέσα· τὸν Κουντουριώτην τὸν ἔκαμε πρόβουλον τῆς Οἰκονομίας, τὸν Ζαΐμην πρόβουλον τοῦ Ἐσωτερικοῦ.
Μολαταῦτα ἄρχισαν κάτι νὰ μιλοῦν, κάτι νὰ ἀντενεργοῦν, παρὰ μυστικά. Καὶ πρὶν νὰ ἔλθει ὁ Κυβερνήτης, ἐγύρευαν νὰ ἀντενεργήσουν μερικοί, διατὶ ἐπρόβλεπαν ὅτι ὅταν συστηθεῖ μία τακτικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ ὁ καθένας νὰ κάμει ὅ,τι θέλει. Ὁ Κυβερνήτης αὐτοὺς ὁποὺ τοῦ ἀντιστάθηκαν, αὐτοὺς εἶχε ἀγκαλιάσει πρῶτα. Τὰ ζιζάνια ἄρχισαν νὰ ἐμβαίνουν. Οἱ ἀδελφοί του, ποὺ νὰ εἶχαν κόψει τὸ ποδάρι τους ἐκεῖ ποὺ ἐκίνησαν νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἔφθασαν καὶ ἐκεῖνοι. Ἦλθε καὶ ὁ Ριμποπιέρος καὶ ὁ Καλεμινότ, ὁ πρέσβης ὁ Γάλλος, διὰ νὰ λάβουν πληροφορίας διὰ τὲς γαῖες τὲς ἐθνικὲς καὶ διὰ τὰ λοιπά. Ἔκαμε ὁ Κυβερνήτης καὶ ἐπιτροπὴ διὰ νὰ ἐξετάσει αὐτά. Ἐδιορίσθηκαν καὶ ὅλοι οἱ ἔπαρχοι διὰ νὰ δώσει ὁ καθένας πληροφορίας.
Μία ἡμέρα ἐπῆγα ἐγὼ καὶ ὁ Ρίζος... εἰς τὸν Ριμποπιέρην. Ἐκεῖ ἦλθε ἡ ὁμιλία καὶ ὁ πρέσβης μᾶς λέει, ὅτι τοῦ Σουλτάνου πόσον θὰ τοῦ παραξενοφαίνεται νὰ βλέπει τὴν σημαίαν τὴν Ἑλληνικὴν νὰ περνάει ἀπὸ ἐμπρὸς ἀπὸ τὰ μάτια του, καὶ ἀπὸ τέτοια. Ἄρχισε καὶ ὁ Ρίζος νὰ τοῦ λέγει, πλὴν φοβισμένα ἀλὰ πολίτα. Ἐγὼ τοῦ λέγω: «Κὺρ Ρίζο, ἄφησέ με νὰ εἰπῶ καὶ ἐγώ. Ἐξοχώτατε, λέγετε πὼς θὰ ὑποφέρει ὁ Σουλτάνος νὰ βλέπει τὴν σημαίαν μας νὰ περνάει ἀπὸ ἐμπροσθά του, καὶ ὅτι τοῦ κακοφαίνεται - καὶ δὲν μᾶς κακοφαίνεται καὶ ἐμᾶς ὁποὺ τοὺς ὑποφέραμεν τόσον καιρὸν εἰς τὴν γῆν τῶν προγόνων μας, καὶ κάθεται ἀκόμη εἰς τὰ πατρικά μας σπίτια καὶ τοὺς ὑποφέρομεν ἀκόμη, καὶ ἐκεινοῦ θὰ τοῦ κακοφανεῖ διατὶ θὰ περνάει ἡ σημαία μας; Αὐτὰ ὅλα νὰ τὰ εἰπεῖς τοῦ αὐτοκράτορος Νικολάου, σὲ ὁρκίζω εἰς τὴν τιμήν σου νὰ τοῦ τὰ εἰπεῖς».
Τὴν ἄλλην ἡμέραν ὁ Κυβερνήτης μοῦ λέγει: «Θεοδωράκη, τί εἶναι αὐτὰ ποὺ εἶπες!»
- «Ἂν δὲν εἶναι καλά, νὰ μὲ συμπαθήσετε, τέτοιας λογῆς εἶμαι μαθημένος».
- «Ὄχι, καλὰ ἀποκρίθηκες».
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Σάββατο 29 Αυγούστου 2026


Ἡ Ἀνάστασις εἰς τὸ χωρίον
Τὴν πρωίαν τοῦ Μ. Σαββάτου ἐσήμανεν ὁ κώδων τὴν λειτουργίαν. Μεταξὺ τοῦ ἱερέως, τοῦ φιλοτίμου χωρικοῦ κὺρ Γιάννη, καὶ τοῦ φιλοξενουμένου ὑπ᾿ αὐτοῦ, εἶχε συμφωνηθῆ ὅτι ἡ λειτουργία θὰ ἐγίνετο βραδύτερον, κατὰ τὴν ὀγδόην ὥραν, ἀλλ᾿ ἐναντίον τῆς συμφωνίας ἔγινε ταχύτερον μάλιστα καὶ τῆς ἑβδόμης. Ἐπωφελούμενος ὁ ἀγαθὸς χωρικὸς κὺρ Γιάννης τὸ φίλυπνον καὶ ὀκνηρὸν τοῦ ξένου του, ἐσκέφθη νὰ τὸν ἀφήσῃ νὰ κοιμηθῇ μέχρι τῆς ὀγδόης, καὶ ἀπελθὼν εἰς τὸν ναὸν ἀνέγνω μὲν αὐτὸς τὰς Προφητείας, συνέψαλε δὲ μετὰ τοῦ ἱερέως καὶ τὸ «Ἀνάστα ὁ Θεός», καὶ ὁ ξένος του ἔμεινε κοιμώμενος νήδυμον.
Ἡ νυκτερινὴ ἀκολουθία διὰ τὴν Ἀνάστασιν ἔμελλε νὰ σημάνῃ ἐνωρίς, τὴν δεκάτην ὥραν, τοῦτο δὲ διὰ νὰ λάβωσιν εἴδησιν καὶ οἱ πόρρω κατοικοῦντες ποιμένες καὶ βοσκοί, νὰ προλάβωσι τὴν Ἀνάστασιν. Ὁ Εὐλογητὸς δὲν θὰ ἐλέγετο ἀμέσως, ἀλλὰ τὴν ἑνδεκάτην ὥραν, ἡ δὲ πρώτη κροῦσις τοῦ κώδωνος ἦτο ἁπλῶς μήνυμα πρὸς τοὺς «τηλοῦ τῶν ἀγρῶν οἰκοῦντας», βοσκοὺς καὶ κολλήγους. Ἀλλ᾿ ὁ εὐλαβὴς ἱερεύς, ὅστις δὲν ἐνόει νὰ παραλίπῃ ἐκ τοῦ Τυπικοῦ οὐδὲ κεραίαν, εἰσελθὼν μόνος εἰς τὸν ναὸν ἀπὸ τῆς ὀγδόης καὶ ἡμισείας, ἔμεινεν ἀναγινώσκων τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Μόλις ὅμως ἀντήχησεν ἡ πρώτη τοῦ κώδωνος δόνησις, καὶ ὁ φιλόξενος ἀγρονόμος κὺρ Γιάννης, λαβὼν τὴν ὑπερμεγέθη λαμπάδα του, ἣν εἶχε παραγγείλει ἐξ Ἀθηνῶν, ὅλην ἐκ καθαροῦ κηροῦ, λησμονήσας τὰς ἑσπερινὰς συνθήκας, καθ᾿ ἃς ὁ πρῶτος κώδων θὰ ἦτο διὰ τοὺς ἀπωτέρω οἰκοῦντας ἀγροδιαίτους πιστούς, ἔσπευσε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Τὸ παράδειγμά του ἐμιμήθησαν καὶ ἄλλοι τῶν συγχωρικῶν, καὶ τότε ὁ ἀγαθὸς ἐφημέριος ἠναγκάσθη νὰ βάλῃ Εὐλογητὸν πρὸ τῆς ὥρας. Ἐψάλησαν ὅμως ἀργὰ τὰ τροπάρια τοῦ Κανόνος «Κύματι θαλάσσης», ἐψάλησαν τριπλᾶ καὶ τετραπλᾶ, καὶ οὕτω τὴν δωδεκάτην ὥραν τοῦ μεσονυκτίου ἀκριβῶς ἐτελέσθη ἡ Ἀνάστασις.

Ἀλλ᾿ ὅσον καὶ ἂν φεύγῃ τις τὰς Ἀθήνας καὶ τὴν τύρβην των, ὅσον ἀμιγῶς καὶ ἂν ἐπιθυμῇ νὰ ἑορτάσῃ τὰς ἡμέρας ταύτας, τὸ φάσμα τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ τὸν ἀκολουθεῖ παντοῦ βῆμα πρὸς βῆμα, τὰ προϊόντα τῶν νεωτέρων ἐφευρέσεων τὸν καταδιώκουσιν, ἀδύνατον δὲ νὰ μείνῃ τις ἥσυχος οὐδὲ στιγμήν. Βεγγαλικὰ φῶτα καὶ ἄλλα βέβηλα πράγματα ἐκάησαν προκλητικῶς ἔξω τοῦ ναοῦ, εὐθὺς ὡς ἐξήλθομεν νὰ κάμωμεν Ἀνάστασιν, ὁ δὲ ἀνεκτικώτατος ἱερεὺς δὲν ἐνόμισεν φρόνιμον νὰ τὰ ἀπαγορεύσῃ. Ὁ καπνὸς αὐτῶν συνεφύρθη ἀνευλαβῶς μὲ τὴν ἱερὰν εὐωδίαν τοῦ θυμιάματος, ὁ κρότος τῶν πυραύλων ἀνεμίγη μὲ τὸν ἦχον τοῦ κώδωνος. Τέλος ἐπανήλθομεν εἰς τὸν ναόν, καὶ ἤρξατο ψαλλόμενον τὸ «Ἀναστάσεως ἡμέρα, λαμπρυνθῶμεν λαοί». Οἱ καλοὶ χωρικοὶ μετὰ μεγίστης εὐλαβείας ἠκροῶντο τὰ ἱερὰ ᾄσματα, ὁ δὲ ἀξιόλογος ποιμὴν Ν. Σκοῦφος, προσενεγκὼν εὐσεβῶς ἀνήρτησεν ἐπὶ τοῦ δεξιοῦ μανουαλίου, ἐνώπιον τῆς εἰκόνος τοῦ δεσπότου Χριστοῦ, τσαντίλαν νωποῦ τυροῦ, ἄλλο πασχάλιον ἔθιμον τῶν ἀγροτῶν τῆς Ἑλλάδος. Μεγίστη τάξις καὶ θρησκευτικὴ προσήλωσις ἐπεκράτει καθ᾿ ὅλην τὴν ἀκολουθίαν. Μόνον δύο ἢ τρεῖς κύριοι καὶ ἄλλαι τόσαι κυρίαι εὑρίσκοντο ἀπ᾿ ἀρχῆς ἐν τῷ ναῷ, ἀλλὰ μετὰ τὴν Ἀνάστασιν ἀπῆλθον νὰ κοιμηθῶσι, καλῶς πράξαντες, διότι τὸ παρεκκλήσιον ἦτο στενόχωρον, καὶ ἀποχωρήσαντες ἀφῆκαν τόπον διὰ τοὺς λοιπούς.
Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐκκλησιαζομένων διέπρεπεν ὁ ἀξιοσέβαστος μπαρμπα-Τσάμης, ἀπόστρατος ἐνωμοτάρχης τῆς χωροφυλακῆς, διακριθεὶς εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας, καὶ δυνάμενος νὰ διηγηθῇ ἐν εἴδει ἐποποιίας ὅλην τὴν μακρὰν ἱστορίαν τῶν κατορθωμάτων της. Ὁμοίως ὁ Νικόλας, ὅστις διέπρεψεν εἰς ὅλας τὰς ἐπαναστάσεις τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Κρήτης, καὶ ἠξεύρει ἐκ στήθους ὅλην τὴν ἱστορίαν τούτων, καὶ ὁ Ἀντώνης, ὁ ἐπιλεγόμενος βουλγαρομάστιξ, ὅστις εἶναι ἱστορία μόνος του.
Γενομένου τοῦ ἀσπασμοῦ, ἤρξατο ἡ λειτουργία μέχρι τῆς 2ας ὥρας πρὸς ὄρθρον. Ὅτε ἐλάβομεν τὸ ἀντίδωρον καὶ ἐξηρχόμεθα ἐκ τοῦ ναοῦ, ἄλλο γνήσιον ἑλληνικὸν ἔθιμον ἐφείλκυσε τὴν προσοχήν μου περὶ τὴν θύραν τῆς ἐκκλησίας. Εἷς τῶν χωρικῶν, ὅστις ἐκτελεῖ χρέη ἐπιτρόπου ἐν τῷ παρεκκλησίῳ, διένειμεν εἰς τοὺς ἐξερχομένους ᾠὰ κόκκινα, προσφωνῶν ἑνὶ ἑκάστῳ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη. Ἔλαβον τὸ δοθέν μοι ᾠόν, καὶ ἐγκαρδίως ηὐχήθην εἰς τὸν ἀγαθὸν χωρικὸν πᾶν καταθύμιον. Τότε ἕκαστος τῶν χωρικῶν, φέρων ἀνημμένην τὴν λαμπάδα, ἀπῆλθεν οἴκαδε.
Τὸ κατ᾿ ἐμέ, ἀφοῦ ἐπεσκέφθην διὰ βραχέων τὸν φιλόξενον χωρικὸν κὺρ Γιάννην, μετέβην εἰς τὸ μικρὸν μαγαζίον τοῦ χωρίου, καὶ ἐκεῖ ἀπήλαυσα ἐπὶ μακρὸν χρόνον τὴν ἡδονὴν τῆς συνδιαλέξεως μετὰ τῶν χωρικῶν, ἀνθρώπων μὲ ἀνοικτὴν καρδίαν. Εἷς αὐτῶν εἶχε φέρει ἐκ τῆς οἰκίας του σούπαν καὶ βραστόν, τυρὸν καὶ αὐγὰ κόκκινα, καὶ ἐγεύθημεν ὁμοῦ τὸ πασχάλιον. Ἐν τῷ μεταξὺ εἶχεν ἀρχίσει νὰ γλυκοχαράζῃ, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐνύσταζον, ἐσκέφθην ὅτι τὸ καλύτερον ἦτο νὰ περιμείνω τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου, καὶ τὴν διάβασιν τῆς ἁμαξοστοιχίας τοῦ σιδηροδρόμου Λαυρίου. Παρῆλθον δὲ ἀνεπαισθήτως αἱ ὧραι ἐν τῷ μέσῳ τῆς φαιδρᾶς συνδιαλέξεως, τοῦ Χριστὸς Ἀνέστη, τῆς συγκρούσεως τῶν ποτηρίων, τῆς μαρμαρυγῆς τοῦ ρητινίτου, καὶ τοῦ ἐαρινοῦ τῶν στρουθίων κελαδήματος.
Μεταβαίνων εἰς τὸν σταθμόν, μίαν ὥραν μετὰ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου, συνήντησα δύο ἢ τρεῖς ὁμίλους ἑορταζόντων, καὶ οἱ ὀβελοὶ τῶν ἀμνῶν περιεστρέφοντο ἤδη ἐπὶ τοῦ πυρός. Ἀλλὰ μοὶ ἔκαμαν ἐντύπωσιν δύο ὡραῖοι νέοι Λιδωρικιῶται, οἵτινες ἔψηνον τὸ ἀρνίον κατὰ τὸν τελειότερον ἐκ τῶν γνωστῶν καὶ παραδεδεγμένων τρόπων. Οἱ πρόσθιοι πόδες τοῦ ἀμνοῦ δὲν ἐφαίνοντο, χωμένοι ἐντὸς τῆς σαρκός, τὸ ἔντερον περιέβαλλεν ἑπτάκις ἢ ὀκτάκις ὡς ζώνη ἔξωθεν τὸν ἀμνόν, οἱ νεφροί, χωρὶς ν᾿ ἀποσπασθῶσιν ἐκ τῶν σπλάγχνων, εὑρίσκοντο ἑκατέρωθεν προσκεκολλημένοι ἔξωθεν ἐπὶ τοῦ ἰσχίου. Τὴν πυρὰν δὲν εἶχον ἀνάψει μὲ κλήματα, ἀλλὰ μὲ κορμὸν ἀγρίου δένδρου. Μοὶ εἶπον ὅτι τὰ κλήματα εἶναι ὁ εὐκολώτερος τρόπος, ἀλλὰ «διὰ τοὺς ἀτζαμῆδες».
Τοὺς ἠρώτησα ἂν ἀληθεύῃ, ὅτι οἱ παλαιοὶ κλέπται ἤξευρον μίαν ἄλλην τέχνην, νὰ ψήνωσι τὸ ἀρνίον χωρὶς νὰ φαίνεται οὐδαμόθεν καπνός. Μοὶ ἀπήντησαν μειδιῶντες, ὅτι τοῦτο δὲν ἀληθεύει, ἢ τοὐλάχιστον δὲν ἐφαρμόζεται σήμερον, διότι δὲν εἶναι ἀνάγκη, ὑποθέτω, ἀλλὰ τὸ μόνον σωστὸν εἶναι, ὅτι ἔσκαπτον λάκκον, ἔθετον ἐντὸς τὸ ἀρνίον «μὲς στὸ ἴδιο τὸ ἀρνιακό», τὸ ἔχωνον, ἤναπτον πῦρ ἄνωθεν «ὅσο νὰ τυφλοκαίγῃ» καὶ οὕτω τὸ ἀρνίον ἀντὶ νὰ ψηθῇ ἔβραζεν, ἤρκει νὰ μὴ εἰσήρχετο ἀὴρ μηδαμόθεν. Τοὺς εὐχαρίστησα διὰ τὰς πληροφορίας ταύτας, ὡς καὶ διὰ τὸ σπληνάντερον καὶ τὴν πλόσκαν, δι᾿ ὧν μ᾿ ἐτίμησαν, ἐσύριξεν ἡ ἀτμάμαξα, ἔφθασε τὸ τραῖνον καὶ ἐπεβιβάσθην διὰ τὸ Ἄστυ.
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026


Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία
Ὁ Ἀγαθός Κύριος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τήν ἀσθένεια καί ἀδυναμία τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς καί τῆς ἀνθρωπίνης θελήσεως, εἶπε: Ἔλα, ἀδελφέ. Ἀκόμη κι ἄν ἑβδομηκοντάκις τήν ἡμέρα ἁμαρτήσῃς, πάλι ἔλα καί πές: ἥμαρτον. Αὐτό ἐντέλλεται ὁ Κύριος σέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, τούς ἀσθενεῖς καί ἀδυνάτους. Συγχωρεῖ τούς ἁμαρτωλούς. Γι’ αὐτό καί δήλωσε ὅτι χαρά μεγάλη γίνεται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπί ἐνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι ἐπί τῆς γῆς. Ὅλος ὁ οὐράνιος κόσμος ἀτενίζει σέ σένα, ἀδελφέ καί ἀδελφή, πῶς ζῆς στήν γῆ. Πέφτεις στήν ἁμαρτία καί δέν μετανοεῖς; Νά, οἱ Ἄγγελοι κλαῖνε καί θλίβονται στόν Οὐρανό ἐξ αἰτίας σου. Μόλις ἀρχίσῃς νά μετανοῇς, νά, οἱ Ἄγγελοι στόν Οὐρανό χαίρονται, καί σάν οὐράνιοι ἀδελφοί σου χορεύουν...
Νά ἡ σημερινή μεγάλη ἁγία, ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Πόσο ἁμαρτωλή! Ἀπό αὐτήν ὁ Κύριος ἔκανε μία ἁγία ὕπαρξι σάν τά Χερουβίμ. Μέ τήν μετάνοια ἔγινε ἰσάγγελη, μέ τήν μετάνοια κατέστρεψε τήν κόλασι, στήν ὁποία βρισκόταν, καί ἀνέβηκε ὁλόκληρη στόν παράδεισο τοῦ Χριστοῦ. Δέν ὑπάρχει Χριστιανός ἀδύνατος σ’ αὐτόν τόν κόσμο, ἔστω κι ἄν τοῦ ἐπιτίθενται οἱ φρικωδέστερες ἁμαρτίες καί πειρασμοί αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἀρκεῖ μόνο ὁ Χριστιανός νά μή ξεχάσῃ τά μεγάλα του ὅπλα: τήν μετάνοια, τήν προσευχή, τήν νηστεία· νά ἐπιδοθῇ σέ κάποια εὐαγγελική ἄσκησι, σέ κάποια ἀρετή: εἴτε στήν προσευχή, εἴτε στήν νηστεία, εἴτε στήν εὐαγγελική ἀγάπη, εἴτε στήν εὐσπλαχνία. Ἄς θυμηθοῦμε τούς μεγάλους Ἁγίους τοῦ Θεοῦ, ἄς θυμηθοῦμε τήν ἑορταζομένη σήμερα μεγάλη Ἁγία, τήν ὁσία Μητέρα μας Μαρία τήν Αἰγυπτία, καί ἄς εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὁ Κύριος θά εἶναι εὔκαιρος βοηθός μας. Ἡ ἁγία Μαρία ἐβίωσε τόσο θαυμαστή βοήθεια ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί σώθηκε ἀπό τήν φοβερή της κόλασι, ἀπό τούς φοβερούς της δαίμονες. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος καί σήμερα καί πάντοτε μᾶς βοηθεῖ σέ ὅλες τίς εὐαγγελικές μας ἀρετές: στήν προσευχή, καί στήν νηστεία, καί στήν ἀγρυπνία, καί στήν ἀγάπη, καί στούς οἰκτιρμούς, καί στήν ὑπομονή, καί σέ κάθε ἄλλη ἀρετή. Εὔχομαι νά μᾶς βοηθῇ πάντα καί νά μᾶς καθοδηγῇ...
Γι’ αὐτό, ποτέ νά μήν ἀποκάμῃς στόν ἀγῶνα καί στόν πόλεμο μέ τίς ἁμαρτίες σου... Σέ ὅλες τίς δυσκολίες σου καί στίς πιό μεγάλες πτώσεις σου νά θυμᾶσαι τήν κραυγή αὐτῆς τῆς ἁγίας ἑβδομάδος, πού ἔχει τήν δύναμι νά σέ ἀναστήσῃ: «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με». 
Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

 


Ὁ τρύγος

Ὅταν ἀνθίζ᾿ ἡ ἀγριάμπελη κι ἁπλώνει τὰ κλαδιά της
στὸ σκῖνο, στὸ χαμόδενδρο, στοῦ πεύκου τὰ κλωνάρια,
στὰ ρέματα τοῦ ποταμοῦ, στὸν ἐγκρεμὸ τοῦ βράχου,
κι ἀγέραν, κάμπους καὶ βουνά, τὴν πλάση πέρα ὡς πέρα
γιομόζει ἀπὸ μοσκοβολιὰ μὲ τὸν ἀνασασμό της,
πυκνὸ - πυκνὸ κι ὁλόμαυρο μελισσολόι πετιέται
μὲς ἀπὸ βράχους καὶ κρινιά, μὲς ἀπὸ ἐρμιὲς καὶ κήπους,
καὶ τ᾿ ἄνθη της βοσκολογᾷ καὶ παίρνει τὸν ἀχνό τους,
καὶ διαλαλάει μ᾿ ἕνα βοητὸ τὸν ἀναγαλιασμό του.

Ἔτσι οἱ κοπέλες τοῦ χωριοῦ πετιοῦνται ἀπὸ τὰ σπίτια
κ᾿ εἰς κάμπους κ᾿ εἰς βουνὰ σκορποῦν, κι ὅπ᾿ εἶναι ἀμπέλι τρέχουν
μὲ τὰ καλάθια τὰ πλεχτὰ καὶ μὲ τὰ βατοκόπια
καὶ μὲ τραγούδια, μὲ χαρές, ὅταν ἀρχίζει ὁ τρύγος.
Ἀναταράζονται οἱ ἐρμιές, ἀχολογοῦν τ᾿ ἀμπέλια,
λὲς κι ἀπὸ κάθε πέτρα ὀρθή, λὲς κι ἀπὸ κάθε βάτον,
ὅπου στὸ χόρτο σέρνεται, κόρης κορμὶ φυτρώνει.

Πράσινη ἁπλώνεται ἡ φυτιὰ κ᾿ οἱ ρόγες μεστωμένες,
μαῦρες καὶ κίτρινες, ξανθιές, μαυρολογοῦν, γιαλίζουν
στὴν πρώτη ἀχτίδα τοῦ ζεστοῦ τοῦ ἥλιου ὅπ᾿ ἀνατέλλει,
σὰν μαῦρα μάτια, σὰν χοντρὰ κλωνιὰ μαργαριτάρια.
Οἱ βέργες οἱ καμαρωτὲς λαμποκοποῦν κ᾿ ἐκεῖνες,
κ᾿ οἱ περογλιὲς ξαπλώνονται στὰ διάπλατα κρεββάτια,
καὶ στὴν πυκνή τους χλωρασιὰ καὶ στὸ βαθύ τους ἴσκιο
τὴν ἱδρωμένην ἀργατιὰ δροσίζουν, ἀνασαίνουν,
τὴν ἀργατιὰ ποὺ ὁλημερὶς ὅλο τρυγάει κι ἁπλώνει,

Τὴν ἀργατιὰ ποὺ λαχταρᾷ πότε νὰ πέσει ὁ ἥλιος,
πότε νὰ ἰσκιώσουν τὰ ριζά, νὰ δροσερέψει ὁ κάμπος.

Νάτος ὁ ἥλιος ποὺ ἔπεσε καὶ πάει νὰ βασιλέψει,
νάτα ποὺ ἰσκιῶσαν τὰ ριζὰ καὶ δροσερεύει ὁ κάμπος...

O ἥλιος χάθη ὁλότελα καὶ τὰ βουνὰ σουρπώσαν,
θόλωσαν τ᾿ ἀνοιχτὰ νερὰ κι ἀπάνω βγῆκαν τ᾿ ἄστρα...

Διπλὰ ἀνασαίν᾿ ἡ ἐργατιὰ κι ἀπαρατάει τὸ ἔργο,
κ᾿ ἐκεῖ ποὺ κληματόβεργες κι ἀπὸ παλιούργια φράχτες
καλύβι ὁλόρθο πλέκουνε, δεῖπνον ἁπλὸ κυκλώνουν,
καὶ τὸν ἁπλὸ τὸ δεῖπνο τους φωτάει θαμπὸ λυχνάρι.

Ὕστερα εἰς κάθε μιὰ φυτιά, κάθε ὄχτο, κάθε ἀμπέλι,
τρανὲς ἀνάβουνε φωτιὲς μὲς στ᾿ ἁπλωτὸ σκοτάδι.
Ὀλοῦρ᾿ - ὀλοῦρ᾿ ἀπ᾿ τὶς φωτιὲς σταίνουν χορὸ οἱ κοπέλες,
στρώνονται χάμου οἱ γέροντες κ᾿ οἱ νιοί, κι ἀπ᾿ ὅλους ἕνας
τοὺς συνοδεύει στὸ χορὸ μ᾿ ἕνα ἁπαλὸ τραγούδι
καὶ μ᾿ ἕνα λάλημα γλυκὸ - γλυκὸ τοῦ ταμπουρᾶ του.
Ὥσπου τ᾿ ἀστέρια τ᾿ οὐρανοῦ τὸ μεσονύχτι δείχνουν,
καὶ τότες οἱ χοροὶ χαλοῦν, σκορπᾶν οἱ δουλευτάδες.
Στρώνουν γιὰ στρώματα κλαδιὰ κι ἀποσταμένοι γέρνουν.

Κ᾿ ἐκεῖ ποὺ σβήνουν οἱ φωτιές, ἔρμες ἀνάρια - ἀνάρια,
τὸ νυχτοπούλι τ᾿ ἄγρυπνο γλυκὰ τοὺς νανουρίζει,
ὥσπου νὰ σκάσει ὁ αὐγερινός, ποὺ θὰ ξυπνίσουν πάλι,
πάλι στὸ ἔργο τους νὰ μποῦν, στὸν ζηλεμένο τρύγο.

Κώστας Κρυστάλλης

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026


Κάνε κι ἐσὺ μία θυσία
Ἂν ζητοῦμε κάτι ἀπὸ τὸν Θεό, χωρὶς νὰ θυσιάζουμε καὶ κάτι, δὲν ἔχει ἀξία. Ἄν κάθομαι καὶ λέω: «Θεέ μου, Σὲ παρακαλῶ, κάνε καλὰ τὸν τάδε ἄρρωστο», χωρὶς νὰ κάνω κάποια θυσία, εἶναι σὰν νὰ λέω ἁπλῶς καλὰ λόγια. Ὁ Χριστὸς νὰ δῆ τὴν ἀγάπη μου, τὴν θυσία μου, καὶ τότε θὰ ἐκπληρώση τὸ αἴτημά μου, ἂν βέβαια αὐτὸ εἶναι γιὰ τὸ πνευματικὸ καλὸ τοῦ ἄλλου. Γι’ αὐτό, ὅταν οἱ ἄνθρωποι σᾶς ζητοῦν νὰ προσευχηθῆτε γιὰ κάποιον ἄρρωστο, νὰ τοὺς λέτε νὰ προσευχηθοῦν καὶ αὐτοὶ ἢ τουλάχιστον νὰ ἀγωνισθοῦν νὰ κόψουν τὰ κουσούρια τους. Μερικοὶ ἄνθρωποι ἔρχονται καὶ μοῦ λένε: «Κάνε με καλά· ἔμαθα ὅτι μπορεῖς νὰ μὲ βοηθήσης». Θέλουν ὅμως νὰ βοηθηθοῦν, χωρὶς οἱ ἴδιοι νὰ καταβάλλουν καθόλου προσπάθεια. Λὲς λ.χ. στὸν ἄλλον: «μὴν τρῶς γλυκά, κάνε αὐτὴν τὴν θυσία, γιὰ νὰ σὲ βοηθήση ὁ Θεός», καὶ σοῦ λένε: «Γιατί; Δὲν μπορεῖ νὰ μὲ κάνη καλὰ ὁ Θεός;». 
Δὲν κάνουν μία θυσία γιὰ τὸν ἑαυτό τους, πόσο μᾶλλον νὰ θυσιασθοῦν γιὰ τὸν ἄλλον. Ἄλλος δὲν τρώει γλυκά, γιὰ νὰ βοηθήση ὁ Χριστὸς ὅσους πάσχουν ἀπὸ ζάχαρο, ἢ δὲν κοιμᾶται, γιὰ νὰ δώση λίγο ὕπνο ὁ Χριστὸς σ’ αὐτοὺς ποὺ πάσχουν ἀπὸ ἀϋπνίες. Ἔτσι συγγενεύει ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν Θεό. Τότε ὁ Θεὸς δίνει τὴν Χάρη Του. Ἐγώ, ὅταν μοῦ λέη κάποιος πὼς δὲν μπορεῖ νὰ προσευχηθῆ γιὰ κάποιον δικό του ποὺ εἶναι ἄρρωστος, τοῦ λέω νὰ κάνη καὶ αὐτὸς μία θυσία γιὰ τὸν ἄρρωστο. Συνήθως τοῦ λέω νὰ κάνη κάτι ποὺ θὰ εἶναι καλὸ καὶ γιὰ τὴν δική του ὑγεία.
Ἦρθε κάποτε ἀπὸ τὴν Γερμανία στὸ Καλύβι ἕνας πατέρας, ποὺ τὸ κοριτσάκι του εἶχε ἀρχίσει νὰ παραλύη. Οἱ γιατροὶ τὸ εἶχαν ξεγράψει. Ἦταν ὁ καημένος τελείως ἀπελπισμένος. «Κάνε κι ἐσὺ μία θυσία, τοῦ εἶπα, γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ παιδιοῦ σου. Νὰ κάνης μετάνοιες, δὲν μπορεῖς· νὰ προσευχηθῆς, δὲν μπορεῖς, ἐντάξει. Πόσα τσιγάρα καπνίζεις τὴν ἡμέρα;». «Τεσσεράμισι κουτιά», μοῦ λέει. «Νὰ καπνίζης ἕνα κουτί, τοῦ λέω, καὶ τὰ χρήματα ποὺ θὰ ἔδινες γιὰ τὰ ὑπόλοιπα νὰ τὰ δίνης σὲ κανέναν φτωχό». «Νὰ γίνη, Πάτερ, καλὰ τὸ παιδί, μοῦ λέει, καὶ ἐγὼ θὰ τὸ κόψω τὸ τσιγάρο». «Ἔ, τότε δὲν θὰ ἔχη ἀξία· τώρα πρέπει νὰ τὸ κόψης· πέταξε τὸ τσιγάρο, τοῦ λέω. Δὲν ἀγαπᾶς τὸ παιδί σου;». «Ἐγὼ δὲ ἀγαπῶ τὸ παιδί μου; Ἀπὸ τὸν πέμπτο ὄροφο πετιέμαι κάτω γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ παιδιοῦ μου», μοῦ λέει. «Ἐγὼ δὲν σοῦ λέω νὰ πεταχτῆς ἀπὸ τὸν πέμπτο ὄροφο κάτω, θὰ ἀφήσης τὸ παιδί σου στὸν δρόμο κι ἐσὺ θὰ χάσης τὴν ψυχή σου. Ἐγώ σοῦ λέω νὰ κάνης κάτι εὔκολο. Νά, πέταξε τώρα τὰ τσιγάρα!». Μὲ κανέναν τρόπο δὲν ἤθελε νὰ τὰ πετάξη. Καὶ τελικὰ ἔφυγε ἔτσι καὶ ἔκλαιγε! Πῶς νὰ βοηθηθῆ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; Ἐνῶ ὅσοι ἀκοῦν βοηθιοῦνται.

Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026



Τὸ κερὶ
Ἦταν σούρουπο. Ὁ γερο-Σωφρόνιος κι ὁ ἐγγονός του, ὁ ὀκτάχρονος Πετράκης, προχωροῦσαν μέσα στὸ δάσος. Ὁ παπποὺς εἶναι τυλιγμένος μὲ τὴ ζεστὴ κάπα του. Τὸν ἔχουν πάρει πιὰ τὰ χρόνια. Καμπούριασε. Τὰ γένια του γίνανε κάτασπρα — τοῦ τ᾿ ἀνακατώνει τώρα ὁ ἀνοιξιάτικος ἄνεμος. Ὁ Πέτρος βαδίζει πίσω ἀπ᾿ τὸν παπποῦ. Φοράει κι αὐτὸς κάπα. Τὸ κεφαλάκι του εἶναι καλυμμένο μὲ τὸ γούνινο σκοῦφο τοῦ πατέρα του, ποὺ τοῦ πέφτει πολὺ μεγάλος καὶ τοῦ κρύβει σχεδὸν τὰ μάτια. Στὸ χέρι του κρατάει ἕνα κλαδὶ ἰτιᾶς, ποὺ εὐωδιάζει. Τὸ δάσος βουίζει παράξενα. Ὁ μικρὸς σταματάει κι ἀφουγκράζεται:
— Παππού!... Ἀκοῦς;... Χτυπᾶνε καμπάνες!...
— Ἔτσι κάνει τὸ δάσος, παιδί μου, τώρα τὴν ἄνοιξη, μὲ τὸν ἀέρα. Χτυπάει ἡ καμπάνα τοῦ Κυρίου...
— Στὴν ἐκκλησία πᾶμε, παππού;
— Στὴν ἐκκλησία, ἀγάπη μου, στὸν πασχαλινὸ ὄρθρο!
— Μὰ ἀφοῦ κάηκε, παππού! Δὲν τὴν κάψανε τὸ καλοκαίρι; Μόνο τοῦβλα καὶ καμένα ξύλα ἀπομείνανε...
— Αὐτὸ δὲν ἔχει σημασία! ἀποκρίθηκε σοβαρὰ-σοβαρὰ ὁ Σωφρόνιος.
— Ἄλλο καὶ τοῦτο!... μονολογεῖ ἀπορημένος ὁ μικρός. Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει, κι ἐμεῖς πᾶμε στὴν ἐκκλησία! Μήπως ἔπαθε τίποτα ὁ παππούς; Τσάμπα χαλᾶμε τὰ παπούτσια μας...
Ἡ μαυρισμένη καὶ ἐρειπωμένη ἐκκλησία φάνηκε ἀνάμεσα σὲ καμένες σημύδες. Παπποὺς κι ἐγγονὸς σταυροκοπήθηκαν.
— Νὰ λοιπόν, ἤρθαμε... μουρμούρισε ὁ Σωφρόνιος καὶ ξέσπασε σὲ λυγμούς. Γιὰ πολλὴ ὥρα στεκόταν μὲ κατεβασμένο τὸ κεφάλι καὶ κρεμασμένα τὰ χέρια. Εἶχε πέσει πιὰ ἡ νύχτα — ἡ κρύα ἀλλὰ ἥσυχη πασχαλιάτικη νύχτα. Ὁ Σωφρόνιος ἔβγαλε ἀπὸ τὸ σακοῦλι του ἕνα χοντρὸ κερί, τὸ ἄναψε, τὸ στερέωσε πάνω σὲ μιὰ μεγάλη πέτρα, ἐκεῖ, στὰ χαλάσματα... καὶ προσευχήθηκε γιὰ λίγο νοερά. Μετὰ ἔψαλε μὲ τὴ σπασμένη του φωνή:
— Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν...
Ἀντάλλαξε μὲ τὸν ἐγγονό του τὸν ἀναστάσιμο ἀσπασμό. Ἀναστέναξε καὶ κάθισε σ᾿ ἕνα καμένο κούτσουρο.
— Ναί... Ἑξήντα χρόνια ἐρχόμουν ἐδῶ, σ᾿ αὐτὴ τὴν ἐκκλησία... μαζὶ μὲ τὸν πατέρα μου, ὅσο ζοῦσε, καὶ μετὰ μόνος... Νά, ἐδῶ ὑπῆρχε ἡ εἰκόνα τοῦ ἁγίου Νικολάου... Στὸ ἕνα του χέρι ὁ ἅγιος Ἱεράρχης κρατοῦσε μία ἐκκλησούλα, καὶ στὸ ἄλλο ἕνα ξίφος... θαυματουργός! Ὅ,τι κι ἂν τοῦ ζητοῦσες, θὰ σοῦ τὸ ἔκανε!... Καλὸς ὁ Ἱεράρχης μας, γρήγορος στὴ βοήθεια, ταχὺς στὶς πρεσβεῖες!... Τώρα... τί νὰ πεῖ κανείς... Ἐδῶ, ἀγάπη μου, ἦταν ἡ ἁγία Τράπεζα... Ἔλα, γονάτισε καὶ προσκύνησε, καλό μου παιδί... Ἔτσι λοιπόν... Ἄχ, Πετράκη, Πετράκη μου!...
Ἄρχισε πάλι νὰ κλαίει ὁ Σωφρόνιος. Δὲν εἶπε τίποτε ἄλλο. Ἔμεινε ἐκεῖ καθισμένος καὶ ἀμίλητος ὥς ἀργὰ — τόσο, ποὺ ὁ Πετράκης νύσταξε καὶ θέλησε νὰ κοιμηθεῖ. Κάθισε δίπλα στὸν παππού, ἔγειρε τὸ κεφαλάκι στὰ γεροντικά του γόνατα κι ἔκλεισε τὰ μάτια. Κι ὁ παπποὺς τράβηξε τὴν κάπα του καὶ τὸν σκέπασε...
Βασίλειος Νικηφόρωφ-Βόλγιν

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Ἡ Ἑλληνική στάση
Χάρις στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἡ Χριστιανική θρησκεία ἦλθε στόν κόσμο αὐτό σέ μιὰ μοναδική στιγμή τῆς ἱστορίας του. Οἱ Ρωμαῖοι εἶχαν μόλις ὁλοκληρώσει τήν κατάκτηση ὅλου τοῦ μεσογειακοῦ κόσμου, προσφέροντας ἔτσι μιὰ τεράστια ἔκταση, ὅπου ἄνθρωποι καί ἰδέες μποροῦσαν νά ταξιδεύουν ἀνεμπόδιστα. Περισσότερο ἴσως σημαντικό ἦταν τό γεγονός ὅτι στήν πολιτισμική ζωή αὐτῆς τῆς περιοχῆς δέσποζαν σοφοί καί διδάσκαλοι γαλουχημένοι στίς παραδόσεις τοῦ Κλασσικοῦ Ἑλληνικοῦ κόσμου. Ἡ ἐξαιρετική ἐμβρίθεια τῶν φιλοσόφων, ἐπιστημόνων καί καλλιτεχνῶν, ποὺ ἀρχικῶς συναντᾶμε στίς περιοχές τοῦ Αἰγαίου πελάγους, ἁπλώθηκε, χάρις στήν τόλμη τῶν Ἑλλήνων καί τίς κατακτήσεις τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, σέ ὅλες τίς χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου. Οἱ μεγάλες καί ἐπιφανεῖς πόλεις ποὺ εἶχαν ἀνθήσει στό πέρασμα τῶν Μακεδόνων, ἰδιαιτέρως ἡ Ἀλεξάνδρεια στήν Αἴγυπτο, τώρα διέθεταν σοφούς ἀναθρεμμένους στήν Ἑλληνική παράδοση, ποὺ εἶχε ἐμπλουτισθεῖ καί ἀπό τίς παραδόσεις τῶν παλαιοτέρων αὐτοκρατοριῶν τῆς Ἀνατολῆς. Ἀκόμη καί αὐτή ἡ Ρώμη καί οἱ δορυφόροι της προσέβλεπαν στήν Ἑλλάδα γιά τήν πολιτισμική ὑποδομή τους.
Ἔτσι ἡ Χριστιανική Ἐκκλησία ἀπό τά πρῶτα της χρόνια εἶχε νά ἀντιμετωπίσει τήν πρόκληση τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τί ἐννοοῦμε μέ τόν ὅρο «Ἑλληνισμός»; Δέν εἶναι ταυτόσημος μέ τόν Ἑλληνικό Ἐθνισμό, ἄν καί οἱ σημερινοί Ἕλληνες δικαίως μποροῦν καί διεκδικοῦν τήν συγγένεια μέ τούς διανοητές καί καλλιτέχνες τῆς Κλασσικῆς Ἑλλάδος, τῶν ὁποίων τήν γλώσσα καί τήν γῆ κληρονόμησαν. Νομίζω πὼς Ἑλληνισμός εἶναι βασικῶς μιὰ στάση τοῦ νοῦ, ἡ ἀναζήτηση μιᾶς ἑρμηνείας τοῦ κόσμου στόν ὁποῖο ζοῦμε, ἡ ἐπιμονή γιά τήν γνώση ὅλων τῶν φαινομένων του καί ἡ ἐλπίδα πὼς μποροῦμε νά κατανοήσουμε τά λάθη, τίς θλίψεις καί τίς τραγωδίες του, πράγμα ποὺ τελικῶς θά μᾶς καταστήσει ἱκανούς νά φθάσουμε στήν ἁρμονία ποὺ τό ἀνθρώπινο γένος πρέπει νά ποθεῖ. Ἦταν ἕνα τρομακτικό καθῆκον. Πολλοί Ἕλληνες φιλόσοφοι - καί πολλοί φιλόσοφοι σήμερα - ἦσαν εἰλικρινά ἀπαισιόδοξοι. Ὅμως ὁ ἐρχομός τοῦ Χριστιανισμοῦ φάνηκε σέ ἄλλους νά προσφέρει μιὰ λύση. Ἡ αὐστηρή ἐμμονή του στίς ἠθικές ἀξίες, σέ συνδυασμό μέ τήν ἔμφαση ποὺ ἔδινε στήν ἀγάπη καί τήν πίστη του στήν τελική λύτρωση, γοήτευσε πολλούς στοχαστές. Ἀλλά γιά νά γίνει ἀποδεκτός στόν κόσμο τῆς διανοήσεως ὄφειλε νά συνταυτισθεῖ τρόπον τινα μέ τόν κυρίαρχο Ἑλληνισμό. Καί ἦταν τό μεγάλο ἐπίτευγμα τῶν πρώτων Χριστιανῶν Πατέρων, κυρίως, νομίζω, τῶν Καππαδοκῶν, τό ὅτι μπόρεσαν καί ἐξέφρασαν τό Χριστιανικό δόγμα μέ ὅρους ποὺ ἦσαν ἀποδεκτοί ἀπό τούς φιλοσόφους. Οἱ δέ μεγάλες Οἰκουμενικές Σύνοδοι πρόσφεραν τό φιλοσοφικό ὑπόβαθρο, τό ὁποῖο χρειαζόταν ἡ Ἐκκλησία.
Ἡ συμμαχία μέ τόν Ἑλληνισμό διασφάλισε τό μέλλον τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλά μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου καί τήν μεγάλη ἐξάπλωση τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἐμφανίζονταν τάσεις ποὺ ἀπέρριπταν τήν Ἑλληνική προσέγγιση. Ἦσαν οἱ πιστοί ποὺ ἔμεναν ἀποκλειστικά στό ἑβραϊκό ὑπόβαθρο τοῦ Χριστιανισμοῦ, οἱ φονταμενταλιστές, ποὺ ὑπάρχουν μέχρι σήμερα, καί ποὺ ἐπέμεναν στήν αὐστηρή τηρήση ἄκαμπτων ἠθικῶν κανόνων καί τελετουργικῶν τυπικῶν καί στήν κατά γράμμα ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Περισσότερο ἀξιοσημείωτη καί καθοριστική εἶναι ἀκόμη ἡ γενική τάση τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης καί τῶν διαδόχων τους νά υἱοθετοῦν μία ἄκαμπτη στάση στήν θεολογία τους. Τοῦτο ὀφείλεται στίς ἱστορικές συγκυρίες.
Ὅταν ἡ Ρωμαϊκή αὐτοκρατορία κατέρρευσε ἀπό τίς βαρβαρικές καταλήψεις, ἦσαν οἱ δυτικές, λιγότερο πολιτισμένες, ἐπαρχίες, ποὺ ἔπεσαν πρῶτες στά βαρβαρικά χέρια. Κι ὅταν οἱ Ρωμαῖοι διοικητές ἀναγκάσθηκαν νά παραιτηθοῦν, ἡ μόνη ἐναπομείνασα μορφωμένη τάξη ἦταν ὁ κλῆρος. Αὐτός δέν περιορίσθηκε μόνο στό καθῆκον του νά μεταστρέψει στόν Χριστιανισμό τούς εἰσβολεῖς. Ἐπί πλέον προμήθευσε τούς νέους ἄρχοντες μέ ἐγγραμμάτους ὑπαλλήλους καί, πρό πάντων, νομικούς. Ὁ νόμος ἦταν ἡ μεγάλη συμβολή τῶν Ρωμαίων στόν πολιτισμό. Πλήν ὅμως ἡ ἄκαμπτη ἐφαρμογή του ἦταν ἀντίθετη πρός τήν παράδοση τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Οἱ Ρωμαῖοι θεολόγοι ἀπαιτοῦσαν ἀκριβεῖς φόρμουλες καί λογικά ἐπιχειρήματα, ὅπως ἀναπτύχθηκαν ἀπό ἐκεῖνον τόν ἀξιόλογο διανοητή, τόν Θωμᾶ Ἀκινάτη.
Στίς Ἀνατολικές ἐπαρχίες ὅμως, στό Βυζάντιο, οἱ νομικοί δέν ἀνῆκαν στόν κλῆρο, ἦσαν λαϊκοί, καί μιὰ πιό φιλελεύθερη θεολογία ἦταν ἐπιτρεπτή, ἐνῶ τηροῦνταν ἀνέπαφα τά θεμελιώδη Χριστιανικά δόγματα, τό δόγμα τῆς Ἐνανθρωπήσεως καί τό δόγμα τῆς Σωτηρίας. Πρό πάντων, ἐνῶ οἱ Δυτικές Ἐκκλησίες δέν αἰσθάνονταν ποτέ ἄνετα μέ τούς μυστικούς ποὺ ἐμφανίζονταν στούς κόλπους των -ἄν καί δέν ἦταν δυνατόν νά μήν ἀναγνωρίσουν τήν ἁγιότητα κάποιων μορφῶν, ὅπως ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τοῦ Σταυροῦ καί ἡ Ἁγία Τερέζα τῆς Ἀβίλα- στήν Ἀνατολική Ἐκκλησία ὁ μυστικός ἦταν ἐλεύθερος νά βρεῖ τόν δικό του δρόμο πρός τήν σωτηρία. Ἐδῶ εἶχε διατηρηθεῖ ἡ Ἑλληνική στάση. Δέν ὑπῆρξε ποτέ καμία σοβαρή προσπάθεια νά ἐμποδιστεῖ ἡ προσωπική ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ.
Σέ αὐτόν τόν βαθμό ἡ παράδοση τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἔχει ἐπιζήσει στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί νομίζω πὼς εἶναι ἀκόμη ἀπαραίτητη σήμερα. Ἡ προσπάθεια τῶν Δυτικῶν Ἐκκλησιῶν νά ἐκσυγχρονίζουν τήν θρησκεία περιορίζει τό αἰώνιο μήνυμά της καί ἡ μέριμνα νά ὑποτάξουν τήν θεολογία στήν λογική, συμφώνως πρός τά σύγχρονα κοσμικά στερεότυπα, ἁπλῶς ὁδηγεῖ τόν λαό τοῦ Θεοῦ στόν ἀγνωστικισμό ἤ ἀκόμη καί τόν ἀθεϊσμό. Ἄν ὅμως οἱ Ὀρθόδοξοι διατηρήσουν τήν συμμαχία τους μέ τόν Ἑλληνισμό, θά μπορέσουν νά διατηρήσουν τήν πνευματικότητά τους. Ἴσως μετά ἀπό ἕναν αἰώνα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θά εἶναι ἡ μόνη ἀπό τίς μεγάλες Χριστιανικές Ἐκκλησίες ποὺ θά ἔχει ἐπιζήσει, ἀφοῦ μόνη αὐτή θυμᾶται πὼς ἡ θρησκεία εἶναι μυστήριο, καί πὼς ὁ Χριστιανός, βοηθούμενος ἀπό τούς φιλοσόφους καί τούς θεολόγους τοῦ παρελθόντος καί ὄχι τρομοκρατούμενος ἀπό αὐτούς, δύναται νά ἀκολουθήσει τίς παραδόσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καί μαζί μέ τούς ὁμοπίστους ἀδελφούς του, παραμένοντας εὐπειθές τέκνο τῆς Ἐκκλησίας του, νά βρεῖ τόν δικό του δρόμο πρός τήν σωτηρία.
Στῆβεν Ράνσιμαν

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026


Ἐπίθετα τῆς Θεοτόκου

  • Ἡ Ἁγία Ζώνη
  • Ἡ Ἁγία Σκέπη
  • Ἡ Θεοτόκισσα (Τῆλος)
  • Ἡ Κυρία τῶν Ἀγγέλων
  • Ἡ Μεγάλη Παναγία (Πάτμος)
  • Ζωοδόχος Πηγή
  • Θεομήτωρ
  • Μεγάλη Παναγία Σαμαρίνας (Γρεβενά)
  • Μεγαλόχαρη
  • Νέα Παναγία (Θεσσαλονίκη)
  • Παναγία ἡ Αἱματοῦσα (Κύπρος)
  • Παναγία ἡ Βατοπαιδινή
  • Παναγία ἡ Βελλᾶ
  • Παναγία ἡ Βηματάρισσα
  • Παναγία ἡ Βηματάρισσα (Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου, Ἅγιον Ὄρος)
  • Παναγία ἡ Βλαχαρνέα
  • Παναγία ἡ Βλεφαριώτισσα (Ἀστυπάλαια)
  • Παναγία ἡ Βοήθεια
  • Παναγία ἡ Βρεσθενίτισσα
  • Παναγία ἡ Βρεφοκρατοῦσα (Σινᾶ)
  • Παναγία ἡ Βρυούλων
  • Παναγία ἡ Βρυσιανή (Κάρπαθος)
  • Παναγία ἡ Γαλαξᾶ ἢ Θαλασσοκρατοῦσα
  • Παναγία ἡ Γαλατιανή (Κάλυμνος)
  • Παναγία ἡ Γαλατοῦσα (Ῥόδος) (βοηθὸς στὶς λεχωΐδες μὲ πρόβλημα στὸ θηλασμό)
  • Παναγία ἡ Ἀγγελόκτιστη (Κίττιον, Κύπρος)
  • Παναγία ἡ Γενεσιουργός
  • Παναγία ἡ Γεράνου (Πάτμος)
  • Παναγία ἡ Γερόντισσα
  • Παναγία ἡ Γερόντισσα (Ἱερὰ Μονὴ Παντοκράτορος, Ἅγιον Ὄρος)
  • Παναγία ἡ Γεωργάνικη (τῶν Μαυρομιχαλαίων)
  • Παναγία ἡ Γιάτρισσα (Μανῇ, λόγῳ θεραπευτικῶν ἰδιοτήτων)
  • Παναγία ἡ Ἁγιογαλοῦσα
  • Παναγία ἡ Ἁγιοσορίτισσα
  • Παναγία ἡ Ἁγιοσορίτισσα
  • Παναγία ἡ Γκουμπελίδικη (Καστοριά)
  • Παναγία ἡ Γλυκοφιλοῦσα (Ἱ.Μ. Φιλοθέου, Ἅγιον Ὄρος)
  • Παναγία ἡ Γλυκοφιλοῦσα (Λέσβος)
  • Παναγία ἡ Γοργοεπήκοος
  • Παναγία ἡ Γοργοεπήκοος (Ἱερὰ Μονὴ Δοχειαρίου, Ἅγιον Ὄρος)
  • Παναγία ἡ Γοργόνα (Λέσβος)
  • Παναγία ἡ Γουρλομάτα
  • Παναγία ἡ Γουρλομάτα (Λέρος)
  • Παναγία ἡ Γρηγοροῦσα
  • Παναγία ἡ Ἀγρυπνιώτισσα (Ἱ.Ν. Μεταμορφώσεως, Ξάνθη. Ὀρθή, σταυροειδὴς στάση)
  • Παναγία ἡ Δαμασιά
  • Παναγία ἡ Δαμάστα
  • Παναγία ἡ Δεκαπεντοῦσα (Σίφνος) (ἐπειδὴ γιορτάζει τὸν δεκαπενταύγουστο)
  • Παναγία ἡ Δεομένη
  • Παναγία ἡ Ὁδηγήτρια
  • Παναγία ἡ Διασώζουσα (Πάτμος)
  • Παναγία ἡ Διμιοβίτισσα (Μεσσηνία)
  • Παναγία ἡ Διώτισσα (Κεφαλονιά)
  • Παναγία ἡ Δομιαμίτισσα (Καρπενήσι)
  • Παναγία ἡ Δουπιανή (Μετέωρα)
  • Παναγία ἡ Δοχειάρισσα (Ἄθως)
  • Παναγία ἡ Δροσιανή (Νάξος)
  • Παναγία ἡ Δυοχούσαινα (Ψαρά)
  • Παναγία ἡ Εὐαγγελίστρια (Τῆνος)
  • Παναγία ἡ Εὐθριανή
  • Παναγία ἡ Εἰκονίστρια (Σκιάθος)
  • Παναγία ἡ Εἰκοσιφοίνισσα (Παγγαῖον Ὄρος)
  • Παναγία ἡ Εἰκοσπενταροῦσα (Σαμοθράκη, ἑορτάζει τὴν Μεσοπεντηκοστή)
  • Παναγία ἡ Ελευθερώτρια (Ἀθῆναι)
  • Παναγία ἡ Ἱεροσολυμίτισσα (Ἱερουσαλήμ)
  • Παναγία ἡ Εἰσοδίτισσα (Αἴγιον)
  • Παναγία ἡ Ζερβάτι (Βόρειος Ἤπειρος)
  • Παναγία ἡ Θαλασσινή (Ἄνδρος, Ναὸς ἐπάνω σὲ βράχο στὴ θάλασσα)
  • Παναγία ἡ Θαλασσομαχοῦσα
  • Παναγία ἡ Θεοσκέπαστη (Ἄνδρος)
  • Παναγία ἡ Ἀθηνιώτισσα
  • Παναγία ἡ Θρηνοῦσα
  • Παναγία ἡ Καβουριανή (Λέρος)
  • Παναγία ἡ Ἀκαθή (Ἀκαθίστου Ὕμνου)
  • Παναγία ἡ Κακαβιώτισσα (Λῆμνος)
  • Παναγία ἡ Κακοπερατοῦ (Μαραθόκαμπος)
  • Παναγία ἡ Καλιγοῦ
  • Παναγία ἡ Καλοπέτρα (Ῥόδος)
  • Παναγία ἡ Καλυβιανή (Ἠράκλειο)
  • Παναγία ἡ Καμαριώτισσα (Σαμοθράκη)
  • Παναγία ἡ Κανάλα
  • Παναγία ἡ Καρδιανή (Σύρος)
  • Παναγία ἡ Καρδιώτισσα (Κρήτη)
  • Παναγία ἡ Κασσιωπία (Κέρκυρα)
  • Παναγία ἡ Καταφυγή
  • Παναγία ἡ Ἐκατονταπυλιανή (Πάρος)
  • Παναγία ἡ Κατοπολιανή (Ἀμοργός)
  • Παναγία ἡ Καψοδεματοῦσα ἢ Τζιλά (τιμωρεῖ ὅσους ἐργάζονται τὴν ἡμέρα τῶν ἑορτῶν της)
  • Παναγία ἡ Κερά (Κρήτη)
  • Παναγία ἡ Κεριώτισσα (Ζάκυνθος)
  • Παναγία ἡ Κεχριά (Σκιάθος)
  • Παναγία ἡ Κισσιώτισσα
  • Παναγία ἡ Κορυφινή
  • Παναγία ἡ Κορφιώτισσα
  • Παναγία ἡ Κοσμοσωτῆρα (Φέρες, Ἔβρος)
  • Παναγία ἡ Κουκουζέλισσα (Ἱερὰ Μονὴ Μεγίστης Λαύρας, Ἅγιον Ὄρος)
  • Παναγία ἡ Κουμάνα (Πάτμος)
  • Παναγία ἡ Κουφή (Σαμοθράκη, θεραπεύει προβλήματα ἀκοῆς)
  • Παναγία ἡ Κόχη (Σίφνος)
  • Παναγία ἡ Κρεμαστή (Ῥόδος)
  • Παναγία ἡ Κρηνᾶ
  • Παναγία ἡ Ἀκρωτηριανή
  • Παναγία ἡ Κυκκώτισσα
  • Παναγία ἡ Κυπαρισσιώτισσα
  • Παναγία ἡ Κυρά (Λέρος)
  • Παναγία ἡ Κυρά-Χωστή (Κάλυμνος)
  • Παναγία ἡ Κυρά-Ψηλή (Κάλυμνος)
  • Παναγία ἡ Λαγουδιανή (Θεσσαλονίκη)
  • Παναγία ἡ Λαρνιώτισσα (Κάρπαθος)
  • Παναγία ἡ Ἐλεοῦσα (Ἀγρίνιον)
  • Παναγία ἡ Ἐλεοῦσα (Ἱερὰ Μονὴ Κύκκου, Κύπρος)
  • Παναγία ἡ Λεσινιώτισσα
  • Παναγία ἡ Ἐλευθερώτρια (Σαλαμῖνα)
  • Παναγία ἡ Λεχοῦσα (Σέρρες, ἐπειδὴ προστατεύει τις λεχῶνες)
  • Παναγία ἡ Λιθινιώτισσα (Λιθίνες Σιτείας)
  • Παναγία ἡ Λιμνιά (Σκιάθος)
  • Παναγία ἡ Ἠλιόκαλη
  • Παναγία ἡ Λογγοβάρδα (Πάρος)
  • Παναγία ἡ Λουβιαρίτισσα (Ῥόδος· στὰ κελιά της διέμεναν λουβιάρηδες (λεπροί)
  • Παναγία ἡ Λυκοδήμου
  • Παναγία ἡ Ὀλυμπιώτισσα
  • Παναγία ἡ Ἔλωνα (Κυνουρία)
  • Παναγία ἡ Μακρυνή (Μαραθόκαμπος)
  • Παναγία ἡ Μαλεβή
  • Παναγία ἡ Μαντηλοῦσα
  • Παναγία ἡ Ἁμαρτωλῶν Σωτηρία (Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίας Λαύρας, Καλάβρυτα)
  • Παναγία ἡ Ἀμαστή (ἰαματική)
  • Παναγία ἡ Μαυριώτισσα
  • Παναγία ἡ Μαυρομωλίτισσα (Φανάρι)
  • Παναγία ἡ Μαχαιρωμένη
  • Παναγία ἡ Μεγαλομάτα
  • Παναγία ἡ Μεγαλοσπηλαιώτισσα (Ἱερὰ Μονὴ Μεγάλου Σπηλαίου, Καλάβρυτα)
  • Παναγία ἡ Μελαχρινή
  • Παναγία ἡ Μεσίτρια
  • Παναγία ἡ Μεσοσπορίτισσα
  • Παναγία ἡ Ἀμίαντος
  • Παναγία ἡ Ἄμμωμος
  • Παναγία ἡ Ἀμόλυντος (Σίφνος)
  • Παναγία ἡ Μοναχή (Σίφνος)
  • Παναγία ἡ Μπαλουκλιώτισσα (Προσκύνημα Μπαλουκλῆ, Κωνσταντινούπολις)
  • Παναγία ἡ Μπαλουκλιώτισσα
  • Παναγία ἡ Ἀμπελακιώτισσα
  • Παναγία ἡ Μπόρια (Κορυτσά)
  • Παναγία ἡ Μυροβλύτισσα
  • Παναγία ἡ Μυρσινιώτισσα (Λέσβος)
  • Παναγία ἡ Μυρτιδιώτισσα (Κύθηρα)
  • Παναγία ἡ Μυρτιώτισσα (Κάλυμνος)
  • Παναγία ἡ Ναυπακτιώτισσα (Ναύπακτος)
  • Παναγία ἡ Ἀνέμη (Σαμοθράκη, ἐπειδὴ φυσᾷ δυνατὸς ἄνεμος στο ξωκλήσι τῆς)
  • Παναγία ἡ Νεραντζιώτισσα
  • Παναγία ἡ Νιαμονίτισα
  • Παναγία ἡ Νικοποιός
  • Παναγία ἡ Ἀντιφωνήτρια
  • Παναγία ἡ Ξενία (Ἱερὰ Μονὴ Ξενιᾶς, Μαγνησία)
  • Παναγία ἡ Ξενοπούλα
  • Παναγία ἡ Ξεσκλαβώστρα
  • Παναγία ἡ Ξεσπορίτισσα
  • Παναγία ἡ Οἰκονόμισσα (Ἱερὰ Μονὴ Μεγίστης Λαύρας, Ἅγιον Ὄρος)
  • Παναγία ἡ Οὐρανοφόρα
  • Παναγία ἡ Παλαιοκαστρίτσα (Κέρκυρας)
  • Παναγία ἡ Παλατιανή
  • Παναγία ἡ Πανάμωμος
  • Παναγία ἡ Πανάχραντος (Ἄνδρος)
  • Παναγία ἡ Παντάνασσα (Μυστρᾶς)
  • Παναγία ἡ Παντάνασσα (Ἀρκίους)
  • Παναγία ἡ Παντάνασσα (Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου, Ἅγιον Ὄρος)
  • Παναγία ἡ Παντοβασίλισσα (Ἱερὸς Ναὸς Γενέσιον τῆς Θεοτόκου, Ῥαφήνα)
  • Παναγία ἡ Παντοβλεποῦσα (Θάσος)
  • Παναγία ἡ Πάντων Χαρά
  • Παναγία ἡ Παραμυθία (Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου, Ἅγιον Ὄρος)
  • Παναγία ἡ Παρηγορίτισσα
  • Παναγία ἡ Παρηγορήτρια
  • Παναγία ἡ Ὑπάρχουσα (Ἱεροσόλυμα)
  • Παναγία ἡ Ἀπείρανδρη
  • Παναγία ἡ Πελαγιανή
  • Παναγία ἡ Πελαγονήτισσα
  • Παναγία ἡ Περγιλοῦ
  • Παναγία ἡ Ὑπέρμαχος
  • Παναγία ἡ Πλατανιώτισσα (Καλάβρυτα)
  • Παναγία ἡ Πλημμυριανή (Ῥόδος)
  • Παναγία ἡ Πολίτισσα
  • Παναγία ἡ Πολυσπορίτισσα
  • Παναγία ἡ Πονολύτρια
  • Παναγία ἡ Πορταΐτισσα (Ἱερὰ Μονὴ Ἰβήρων, Ἅγιον Ὄρος)
  • Παναγία ἡ Ποταμίτισσα (Κάσος)
  • Παναγία ἡ Προυσιώτισσα (Ἱερὰ Μονὴ Πυρσοῦ, Προυσσὸς Εὐρυτανίας)
  • Παναγία ἡ Πρωτόθρονη
  • Παναγία ἡ Ἀρακά
  • Παναγία ἡ Ὀρθοκώστα
  • Παναγία ἡ Ἀρκουδιώτισσα (ἐπειδὴ μαρμάρωσε μία ἀρκούδα ποὺ πήγαινε νὰ πιεῦ τὸ νερὸ τῶν μοναχῶν)
  • Παναγία ἡ Ἀρμενοκρατοῦσα (προστατεύει τις λεχῶνες ἀπὸ τὸ «ἀρμένισμα», τὸν ἐπιλόχειο πυρετό)
  • Παναγία ἡ Ἀρχαγγελιώτισσα (Ξάνθη)
  • Παναγία ἡ Ἀρχισπορίτισσα
  • Παναγία ἡ Σαραντασκαλιώτισσα (Μαραθόκαμπος)
  • Παναγία ἡ Σκαφιδιά (Ἠλεία)
  • Παναγία ἡ Σκεπαστή (Αἴγιον)
  • Παναγία ἡ Σκιαδενή (Ῥόδος) (εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελιστῇ Λουκᾷ)
  • Παναγία ἡ Σκοπιώτισσα (Ζάκυνθος, βρίσκεται στο χωριὸ Morsbach στην Ῥωμαιοκαθολικὴ ἐκκλησία τῆς St. Gertud τῆς Γερμανίας κατόπιν θαύματος)
  • Παναγία ἡ Σπηλιανή (Νίσυρος)
  • Παναγία ἡ Ἄσπιλη
  • Παναγία ἡ Στεφανᾶ
  • Παναγία ἡ Συνεμπάστρα (Κεφαλονιά)
  • Παναγία ἡ Συντριανή (Κέα)
  • Παναγία ἡ Ἐσφαγμένη
  • Παναγία ἡ Σωτῆρα
  • Παναγία ἡ Ταρτάνα (Ἱερὰ Μονὴ Τατάρνας, Καρπενήσι, Εὐρυτανία)
  • Παναγία ἡ Τουρλιανή (Μῆλος)
  • Παναγία ἡ Τριτιανή (Σαντορίνη· ἐπειδὴ γιορτάζει τὴν Τρίτη ἡμέρα τοῦ Πάσχα)
  • Παναγία ἡ Τριχεροῦσα (Ἵερὰ Μονὴ Χιλανδαρίου, Ἅγιον Ὄρος)
  • Παναγία ἡ Τρουλωτή (Λέσβος)
  • Παναγία ἡ Τρυπητή (Αἴγιον)
  • Παναγία ἡ Τσαμπίκα (Ῥόδος)
  • Παναγία ἡ Τσιπιώτισσα
  • Παναγία ἡ Φανερωμένη (Λευκάδα)
  • Παναγία ἡ Φανερωμένη (Σαλαμῖνα)
  • Παναγία ἡ Φανερωμένη (Αἴγιον)
  • Παναγία ἡ Φιδοῦσα (Κεφαλονιά)
  • Παναγία ἡ Φλεβαριανή
  • Παναγία ἡ Φοδελιώτισσα (Φόδελε Ἠραλείου Κρήτης)
  • Παναγία ἡ Χαρδακιώτισσα (Κυθραία)
  • Παναγία ἡ Χαριτωμένη (Κάλυμνος)
  • Παναγία ἡ Χελιδονοῦ
  • Παναγία ἡ Ἀχιβάδενα
  • Παναγία ἡ Χοζοβιώτισσα ἣ Κυνηγημένη (Ἀμοργός)
  • Παναγία ἡ Χοτάσια
  • Παναγία ἡ Ἄχραντος
  • Παναγία ἡ Χρυσαλινιώτισσα (Κύπρος)
  • Παναγία ἡ Χρυσαφίτισσα (Μονεμβασιά)
  • Παναγία ἡ Χρυσογαλατοῦσα
  • Παναγία ἡ Χρυσοκαστριώτισσα (Πλάκα)
  • Παναγία ἡ Χρυσολεόντισσσα (Αἴγινα)
  • Παναγία ἡ Χρυσολεοῦσα
  • Παναγία ἡ Χρυσομαλλοῦσα (Λέσβος)
  • Παναγία ἡ Χρυσοπαντάνασσα
  • Παναγία ἡ Χρυσοπηγή (Καπανδρίτι)
  • Παναγία ἡ Χρυσοπολίτισσα (Νάξος)
  • Παναγία ἡ Χρυσοσπηλιώτισσα (Ἀθῆναι)
  • Παναγία ἡ Χώρα τοῦ Ἀχωρήτου
  • Παναγία Ῥόδον τὸ Ἀμάραντον
  • Παναγία στὸ Λιβάδι (Πάτμος)
  • Παναγία στὴν Μάκρη (Ἀλεξανδρούπολη)
  • Παναγία τὸ Ἄξιόν ἐστι (Πρωτᾶτον, Καρυαί, Ἅγιον Ὄρος)
  • Παναγία τῶν Αἰμυαλῶν (Δημητσάνα)
  • Παναγία τῶν Βλαχερνῶν (Κωνσταντινούπολις)
  • Παναγία τῶν Βουθυνῶν (Κάλυμνος)
  • Παναγία τῶν Καστριανῶν (Κῶς)
  • Παναγία τῶν Παθῶν (Χίος)
  • Παναγία τῶν Ἀργινωντῶν (Κάλυμνος)
  • Παναγία τῶν Σταυροφόρων
  • Παναγία τῶν Τσουκχουῶν (Κάλυμνος)
  • Παναγία τῶν Χαλκέων (Θεσσαλονίκη)
  • Παναγία τῶν Ἀχαρνῶν
  • Παναγία τοῦ Γενάτου (Κύπρος)
  • Παναγία τοῦ Γραβᾶ στὴ Χώρα (Πάτμος)
  • Παναγία τοῦ Δομανδρίου (Λέσβος)
  • Παναγία τοῦ Κήπου (Μῆλος)
  • Παναγία τοῦ Κύκκου (Ἱερὰ Μονὴ Κύκκου, Κύπρος)
  • Παναγία τοῦ Μακρυμάλλη (Ψαχνὰ Εὐβοίας)
  • Παναγία τοῦ Μελικαροῦ (Σκύρος, τόπος ὅπου εὑρέθη)
  • Παναγία τοῦ Μπαλῆ (Σίφνος)
  • Παναγία τοῦ Μπαφέρου (Στεμνίτσα)
  • Παναγία τοῦ Πάθους
  • Παναγία τοῦ Παπαμελέτιου (Σκόπελος)
  • Παναγία τοῦ Ἀπωλλοῦ στον Κάμπο (Πάτμος)
  • Παναγία τοῦ Σουμελᾶ (Βέρμιον, ἐπειδὴ βρέθηκε στο ὄρος {στου}Μελᾶ, στον Πόντο)
  • Παναγία τοῦ Σταυροῦ (Πάτμος)
  • Παναγία τοῦ Χάρακα (Κρήτη)
  • Παναγία τοῦ Χάρου (Λειψοὶ Ἰκαρίας)
  • Παναγία τῆς Ἁγίας Σιὼν (Παναγία τῆς Ἁγιάσου, Λέσβος)
  • Παναγία τῆς Διαρκοῦς Προστασίας (Κρήτη)
  • Παναγία τῆς Κάσσου
  • Παναγία τῆς Ἄμμου (Σίφνος)
  • Παναγία τῆς Ἀποκουῆς (Σύμη)
  • Παναγία τῆς Σιάτιπας (Μακεδονίας)
  • Παναγία τῆς Σκριποῦς
  • Παναγία τῆς Τελένδου (Κάλυμνος)
  • Παναγία τῆς Τήνου
  • Παναγία τῆς Ψερίμου (Κάλυμνος)
  • Πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν
  • Τιμιωτέρα τῶν Χερουβεὶμ
  • Τῶν Πάντων Προστασία
  • Φοβερὰ Προστασία (Ἱερὰ Μονὴ Κουτλουμουσίου, Ἅγιον Ὄρος)