Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

 


Μέχρι ἐδῶ ἀκούγονται τὰ κλαρίνα!

Μιὰ φορά, ὁ Γέροντας Ἀμβρόσιος* εἶπε σὲ κάποιο πνευματικό του παιδί:

– Νὰ κάθεσαι στὸ δωμάτιό σου γονατιστός, νὰ σηκώνεις τὰ χέρια καὶ τὸ κεφάλι ψηλὰ καὶ νὰ παρακαλᾶς. Θὰ σὲ βοηθάει ὁ Χριστός. Καὶ νὰ λὲς καὶ κανένα «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον τὸν δοῦλο σου Ἀμβρόσιο». Νὰ προσεύχεσαι δέκα καὶ μισή μὲ ἕντεκα τὸ βράδυ, γιατί αὐτήν τήν ὥρα θὰ προσεύχομαι κι ἐγώ γιὰ σένα, ἀλλά καὶ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος.

Ὁ ἄνθρωπος χάρηκε, συμφώνησε καὶ ἔφυγε.

Ἄρχισε νὰ κάνει, ὅπως τοῦ εἶχε πεῖ ὁ Γέροντας. Κάποιο βράδυ, ὅμως, ποὺ εἶχε κέφια, ἔβαλε καὶ ἄκουγε στὸ κασετόφωνο δημοτικά τραγούδια.

Εἶχε δυνατά τήν ἔνταση, τὸ εὐχαριστιόταν καὶ τραγουδοῦσε καὶ ὁ ἴδιος.

Στὶς δέκα καὶ μισή, ὅμως, ἄκουσε τὸ τηλέφωνο ποὺ χτυποῦσε. Σταμάτησε τὴ μουσικὴ καὶ σήκωσε τὸ ἀκουστικό.

– Εὐλογεῖτε! ἄκουσε τὸν Γέροντα νὰ τοῦ λέει.

– Γέροντα, ἐσεῖς; ρώτησε ὁ ἄνδρας ἔκπληκτος.

– Βρὲ εὐλογημένε, δὲν σοῦ εἶπα νὰ προσεύχεσαι τέτοια ὥρα; Τί κάνεις ἐσύ; Μὲ τρέλαναν τὰ τραγούδια σου. Μέχρι ἐδῶ ἀκούγονται τὰ κλαρίνα!

*Γέρων Ἀμβρόσιος Λάζαρης, ὁ πνευματικὸς τῆς Μονῆς Δαδίου

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026


Ὁ ἀνταγωνισμός
Ὁ ἀνταγωνισμός θεωρεῖται ἡ προωθητική μηχανή τῆς οἰκονομίας καί ταυτόχρονα ὡς μιά δύναμη αὐτορρύθμισης τῶν ἀγορῶν. Κατά τόν νομπελίστα οἰκονομολόγο Μ. Φρίντμαν, ἀπό τίς βασικές λειτουργίες τοῦ Κράτους πρέπει νά εἶναι ἡ ἐπιβολή τῆς ἰσχύος τῶν ἰδιωτικῶν συμφωνιῶν καί ἡ ἐνθάρυνση τῶν ἀνταγωνιστικῶν ἀγορῶν.
Σ’ αὐτόν τόν κόσμο ζοῦμε. Ἔτσι κινεῖται ὁ κόσμος τῆς φθορᾶς. Αὐτά θεωρεῖ καλά καί ὠφέλιμα. Ἄς δοῦμε ὅμως πῶς πολιτεύεται ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖ τήν ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἡ ὁποία δέν μπορεῖ νά βιωθῆ ἔξω ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Τό θαυμαστό εἶναι ὅτι ὁ καθένας πού ἐνεργοποιεῖται στήν ὑπακοή τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ὡς μέλος τῆς Μίας, Ἁγίας, Ἀποστολικῆς καί Καθολικῆς Ἐκκλησίας, συμπεριλαμβάνει στήν ζωή του, ἀρχίζοντας ἀπό τούς πιό κοντινούς του ἀνθρώπους, ὅλη τήν ἀνθρωπότητα. Παραθέτουμε τόν σχετικό λόγο τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, ὁ ὁποῖος διακρίνεται γιά ἀσκητικό ρεαλισμό.
Κατ’ ἀρχήν, μιλώντας σέ μοναχούς, ἐπισημαίνει: «Αὐτοί πού ἔρχονται ἀπό ἔξω δέν μποροῦν νά δοῦν τήν πραγματική πορεία τῆς Μονῆς μας». Ἡ ἐσωτερική ζωή, ἡ ζωή τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ μέσα στούς ἀνθρώπους εἶναι ἀθέατη ἀπό τούς ἐξωτερικούς παρατηρητές. Καί συμπληρώνει: «Ἀκόμη καί ὅταν συγκεντρωνόμαστε μόνοι, πάλι δέν κατορθώνουμε τήν ἑνότητα τοῦ πνεύματος· ὄχι γιατί δέν ἔχουμε τήν ἐπιθυμία, ἀλλά γιατί ἔχουμε διαφορετική ἐμπειρία, καί ὁ καθένας κατανοεῖ τά πράγματα στά μέτρα τῆς ἐμπειρίας του».
ἐπίγνωση αὐτῆς τῆς πραγματικότητος, τῶν διαφορετικῶν μέτρων τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας, εἶναι ἀφετηρία τοῦ ἀσκητικοῦ ἀγώνα τῆς συμπερίληψης τῶν ἄλλων στήν ζωή τοῦ καθενός. Γιά ὅσους ἦρθαν πρόσφατα στήν ἀδελφότητα λέει: «ἀναγνωρίζουμε στά πρόσωπά τους οἰκείους κατά τό πνεῦμα ἀνθρώπους. Βεβαιότατα, σκοπός μας εἶναι νά τούς συμπεριλάβουμε στή ζωή μας, ὥστε ἡ ἀδελφότητά μας νά γίνει κατά κάποιον τρόπο ὡς ἕνας ἄνθρωπος».
Καί συμπληρώνει: «Ὅταν ἀφομοιώνουμε τή σκέψη αὐτή, τότε σχεδόν ἐξαλείφονται πολλές καί διάφορες παραξηγήσεις. Τότε ἐξαφανίζεται κάθε “ἀνταγωνισμός”. Καί κάθε καλό ἔργο, κάθε καλός λόγος, οἰκοδομεῖ τή Μονή μας καί τήν στερεώνει. Ἀντίθετα ὅμως, κάθε λόγος πού ἀποτελεῖ ἐκδήλωση ἀδυναμίας μας, τῶν παθῶν μας, καί ὄχι τοῦ θείου θελήματος καταστρέφει τήν Μονή».
Ὁ ἀνταγωνισμός πού κινεῖται ἀπό τήν πλεονεξία δέν μπορεῖ νά οἰκοδομήση τήν ἑνότητα τῆς κοινωνίας, ἀντίθετα τήν καταστρέφει.
Πῶς ὅμως ὑπερβαίνεται ὁ ἀνταγωνισμός καί ἐπιτυγχάνεται ἡ ἑνότητα εἴτε στό μοναστήρι εἴτε στόν κόσμο;
Πρῶτον, ὅταν καταλάβουμε, σύμφωνα μέ σχετική διδασκαλία τοῦ ὁσίου Σιλουανοῦ, στήν ὁποία ἀναφέρεται ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, ὅτι τά διάφορα διακονήματα πού ἀνατίθενται, τόσο στό κόσμο ὅσο καί στό μοναστήρι, ἀπό τά πλέον ὑπεύθυνα μέχρι τά πιό ἁπλά, δέν ἔχουν καμμιά σημασία γιά τήν ψυχή. Τίποτε, δηλαδή, ἀπό αὐτά πού ἀποτελοῦν τό ὑλικό τοῦ ἀνταγωνισμοῦ δέν ἔχει σημασία γιά τήν πραγματική ζωή τοῦ ἀνθρώπου.
Καί δεύτερον, ὅταν ὁ καθένας ἐκπληρώνη τήν ἐργασία του σύμφωνα μέ τά χαρίσματά του καί τήν ἀντοχή του. Ὅταν δηλαδή οὔτε ἀδρανεῖ, ἀλλά οὔτε δίνεται σέ πάνω ἀπό τήν ἀντοχή του ἔργα, ὑπερεκτιμώντας τίς δυνατότητές του. «Τότε», λέει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, «ἐξαφανίζεται ἡ αἰτία γιά ὁποιοδήποτε εἶδος ἀνταγωνισμοῦ ἤ ζήλιας ἤ κάτι παρόμοιο».
Αὐτά μᾶς διδάσκει ἡ σύνεση τῶν μετόχων τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

π. Θωμᾶς Βαμβίνης

Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

 


Ποῦ τὰ βρῆκαν αὐτά, βρὲ παιδάκι μου;

Πρὶν λίγο καιρό, ὁ ἁγιορείτης ἱερομόναχος π. Μ. μοῦ ἀποκάλυψε ἕνα περιστατικὸ ποὺ μὲ προβλημάτισε πολύ, ἴσως καὶ λόγω τῆς ἐποχῆς ποὺ διερχόμαστε, καὶ τὸ ὁποῖο παραθέτω αὐτούσιο.

«Μιὰ φορά, μοῦ διηγήθηκε ὁ π. Μ., καθὼς λειτουργοῦσα, ἦρθε μέσα μου ἔντονη ἡ ἐπιθυμία νὰ προσφέρω εἰς μνήμην τῶν γονέων μου καὶ γιὰ τὴν ψυχή τους ἕνα καλὸ ἁγιοπότηρο στὸ μοναστήρι μου. Πρὶν κάνω ὅμως ὁποιαδήποτε ἐνέργεια, σκέφτηκα νὰ περάσω ἀπὸ τὸν Γέροντα Παΐσιο, μὲ τὸν ὁποῖο μὲ συνέδεε πνευματικὴ φιλία πολλῶν ἐτῶν. Πράγματι τοῦ ἐκμυστηρεύτηκα τὸν λογισμό μου.

Μόλις μὲ ἄκουσε ὁ Γέροντας μὲ ρώτησε:

-Τὸ μοναστήρι σας ἔχει ἄλλα ἁγιοπότηρα;

-Ναί, τοῦ ἀπάντησα. Ἔχει πολλὰ καὶ ἐξαιρετικὰ μάλιστα.

Στὴν συνέχεια ὁ Γέροντας, ποὺ γνώριζε τὴν οἰκογένειά μου, μὲ ρωτᾶ:

-Τὰ ἀδέλφια σου ἐργάζονται;

Ὅταν τοῦ ἀπάντησα πὼς πότε ἔχουν κάνα μεροκάματο καὶ πότε ὄχι, ὁ Γέροντας Παΐσιος μὲ ἔμφαση μοῦ λέει:

-Παπά, θὰ ἔχουν δίκιο τὰ ἀδέλφια σου νὰ ἀλλαξοπιστήσουν! Βρὲ εὐλογημένε. Δῶσε καλλίτερα τὰ χρήματα στὴ φαμελιά τους καὶ μὴν στεναχωριέσαι γιὰ τὸ μοναστήρι. Φτάνουν αὐτὰ ποὺ ἔχει.

Ἔτσι, παπά, συνέχισε ὁ γερο-Παΐσιος, ἔγινε καὶ στὴ Ρωσία. Ὁ κόσμος πεινοῦσε καὶ αὐτοὶ φτιάχναν χρυσοὺς τρούλους.

Τὸ πόσο εὐαρεστήθηκε ὁ Θεὸς ἀπ΄ ὅλα αὐτὰ φάνηκε στὴ συνέχεια. Ἐπέτρεψε κατόπιν νὰ γίνουν ὅλα αὐτὰ βόλια καὶ νὰ πέσουν στὰ κεφάλια τους…

Μάλιστα ὁ Γέροντας, ἔχοντας μάθει γιὰ κάποιον ἡγούμενο ποὺ ἔλεγε, φέρτε κανδῆλες γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Παναγίας, κανδῆλες γιὰ τῶν Βαΐων, κανδῆλες γιὰ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο, καὶ πὼς τάχα μὲ ὅλα αὐτὰ εὐαρεστεῖται ἡ Παναγία, ἔλεγε:

-Ἄλλα παιδιὰ δὲν ἔχουν χρήματα γιὰ νὰ φᾶνε, δὲν ἔχουν χρήματα γιὰ φάρμακα, ἄλλοι εἶναι φυλακισμένοι γιὰ ναρκωτικά, καὶ ἐμεῖς λέμε ὅτι τὰ θέλει αὐτὰ ἡ Παναγία… Ποῦ τὰ βρῆκαν αὐτά, βρὲ παιδάκι μου; εἶπε, κλείνοντας τὴν συνομιλία μας, καὶ συμπλήρωσε:

-Τίποτε ἄλλο δὲν θέλει, παπά, ὁ Θεός, παρὰ μόνο τὴ μετάνοια καὶ τὴν σωτηρία μας.

π. Νεκτάριος Σαββίδης

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

 


Ἕνα μεγάλο φιλὶ ἀπὸ τὸν Γέροντα

Ὁ Ἀράπης, ὁ χαριτωμένος ἡμίονος, ἦταν ὁ προσωπικὸς μεταφορέας τοῦ ἀείμνηστου Γέροντα στὶς δύσκολες διαδρομὲς ἀπὸ τὴ Μικρὴ Ἅγια Ἄννα στὶς Σκῆτες καὶ τὰ Μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ἤθελε ὅμως ἀπαραίτητα πρὶν τὶς μεταφορὲς καὶ τὶς ἄλλες δουλειὲς ποὺ ἔκανε ἕνα μεγάλο φιλὶ ἀπὸ τὸν Γέροντα Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη καὶ τὸ εἶχε.

Τὸ Ἀραπάκι εἶχε μία οἰκειότητα μὲ τὸν Γέροντα ποὺ ξάφνιαζε. Χαρακτηριστικὸ εἶναι πὼς πολλὲς φορὲς μετέφερε μόνο του ἐπισκέπτες σὲ διάφορα σημεῖα τῆς Σκήτης, ἀφοῦ πρῶτα ὁ Γέροντας τοῦ ψιθύριζε στὸ αὐτὶ τὸν προορισμό, π.χ.: "Θὰ πᾶς τὸν π. Τιμόθεο στοὺς Δανιηλαίους καὶ θὰ περιμένεις νὰ τὸν γυρίσεις πίσω ἐδῶ". Ἕνα χλιμίντρισμα καὶ ἡ ἐντολὴ γινόταν ἀμέσως πράξη.

Τὸ ζωάκι σὲ πήγαινε ἐκεῖ ποὺ τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας, περίμενε ὑπομονετικὰ νὰ τελειώσεις τὴ δουλειά σου καὶ σὲ γύριζε πίσω, πολλὲς φορὲς ἀλλάζοντας καὶ τὴ διαδρομὴ γιὰ νὰ θαυμάσεις τὸ τοπίο. Ἐπιστρέφοντας ἤθελε τὸ ἀπαραίτητο φιλὶ ἀπὸ τὸν Γέροντα, ποὺ πολλὲς φορὲς τὸ ἔπαιρνε καὶ ἀπὸ τὸν ἀναβάτη καὶ ἕνα μεγάλο τραγανὸ παξιμάδι γιὰ τὰ "μεταφορικά".

Τόσο ἁπλὴ καὶ ὡραία ἔφτιαξε ὁ Δημιουργὸς τὴ ζωή μας, ἐμεῖς κάπου τὰ ἀλλάξαμε ὅλα καὶ πήραμε τὴ ζωή μας λάθος, κατὰ τὸν ποιητή.

π. Τιμόθεος Ἠλιάκης

Κυριακή 31 Μαΐου 2026



Κάνε τους λίγο κουρκούτι
Πῆγαν κάποιοι στὸν ἀββᾶ Ἀντώνιο καὶ τοῦ εἶπαν:
«Πές μας κάποιο λόγο πῶς νὰ σωθοῦμε».
Καὶ ὁ Γέροντας τοὺς λέει: «Ἀκούσατε τί λέει ἡ Γραφή; Σᾶς ἀρκεῖ αὐτή».
Ἀλλὰ αὐτοὶ εἶπαν: «Θέλουμε καὶ ἀπὸ σένα, πάτερ, νὰ ἀκούσουμε».
Καὶ ὁ Γέροντας τοὺς εἶπε: «Τὸ Εὐαγγέλιο λέει: Ἂν κάποιος σὲ χτυπήσει στὸ δεξὶ μάγουλο, γύρισέ του καὶ τὸ ἄλλο».
«Δεν μποροῦμε -τοῦ λένε- νὰ τὸ κάνουμε αὐτό».
«Ἐὰν δὲν μπορεῖτε νὰ στρέψετε καὶ τὸ ἄλλο -λέει ὁ Γέροντας-ὑπομείνετε τουλάχιστον τὸ ράπισμα στὸ ἕνα».
«Οὔτε αὐτὸ μποροῦμε», τοῦ ἀπαντοῦν.
Ξαναμιλάει ὁ Γέροντας:
«Ἐὰν οὔτε αὐτὸ μπορεῖτε, μὴν ἀνταποδίδετε τὰ ἴσα».
Λένε πάλι: «Οὔτε αὐτὸ μποροῦμε».
Τότε ὁ Γέροντας γυρνάει καὶ λέει στὸν μαθητή του:
«Κάνε τους λίγο κουρκούτι, γιατὶ εἶναι ἄρρωστοι. Ἐὰν τὸ ἕνα δὲν μπορεῖτε καὶ τὸ ἄλλο δὲν θέλετε, τί νὰ σᾶς κάνω;»

Σάββατο 30 Μαΐου 2026


Ἄς μὴν φοβόμαστε
Σὲ καιροὺς διωγμῶν οἱ χριστιανοὶ πρέπει νὰ συνάζονται γύρω ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς... Ἡ Θεία Λειτουργία καὶ τὰ Τίμια Δῶρα θὰ δίνουν στοὺς χριστιανοὺς τὴν δύναμη γιὰ νὰ ὑπομείνουν τὴν πείνα καὶ θὰ τοὺς διαφυλάσσουν ἀπὸ κάθε κακό, κάτω ἀπὸ τὴν σκέπη καὶ τὴν προστασία τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
Ἐπίσης, εἶναι ἀνάγκη νὰ λένε τὴν Εὐχὴ στὸν Ἰησοῦ καὶ νὰ προσεύχονται στὴν Παναγία, λέγοντας: Ὑπεραγία Θεοτόκε,σῶσον ἡμᾶς! ἢ Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ... Οἱ σύντομες αὐτὲς προσευχὲς μᾶς ἕνωσαν μέσα στὴν φυλακὴ καὶ ἔτσι μπορέσαμε νὰ ἀντέξουμε τὸν διωγμὸ τοῦ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος,χωρὶς νὰ ὑποταχθοῦμε στὸ κόκκινο θηρίο.
Ὅμως αὐτὰ εἶναι γιὰ τοὺς χλιαροὺς χριστιανούς, διότι οἱ ἔνθερμοι εἶναι πάντοτε ἕτοιμοι -δὲν περιμένουν τὸν καιρὸ τοῦ διωγμοῦ ἢ τοῦ πολέμου γιὰ νὰ ἐπιμεληθοῦν τὰ τῆς ψυχῆς τους! Γιὰ τὸν ἀληθινὸ χριστιανὸ δὲν ἔχει σημασία πότε θὰ ἔλθει ἕνας πόλεμος ἢ ἕνας διωγμός. Ὁ ἀληθινὸς χριστιανὸς εἶναι πάντα ἕτοιμος, προετοιμασμένος μὲ ἀναμμένη τὴν λαμπάδα τῆς ψυχῆς του, γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Οὐράνιο Νυμφίο. Ὁ γνήσιος χριστιανὸς δὲν ζεῖ μὲ φόβο καὶ ἀγωνία γιὰ τὸ πότε θὰ ξεσπάσει ἕνας πόλεμος ἢ πότε θὰ πέσει μία βόμβα στὸ κεφάλι του. Ἀναζητεῖ τρόπους νὰ θυσιάζεται περισσότερο γιὰ τὸν πλησίον του καὶ γιὰ τὸν Θεό. Ὁ ἀληθινὸς χριστιανὸς ἀναζητεῖ μέσα του τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν καὶ δὲν φοβᾶται τίποτε στὴν ἐφήμερη τούτη ζωή. Γι αὐτὸν ἡ λύπη εἶναι χαρὰ καὶ ὁ Σταυρὸς εἶναι Ἀνάσταση.
Οὕτως ἢ ἄλλως, ἡ ζωὴ μας εἶναι στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ καὶ μόνον Ἐκεῖνος γνωρίζει τὸ τέλος τοῦ ἀνθρώπου. Ἑπομένως, ἂς μὴν φοβόμαστε ὅταν ἀκοῦμε γιὰ πολέμους καὶ ἄλλα φοβερὰ γεγονότα, διότι ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ συμβοῦν, ὅπως εἶπε ὁ Σωτήρας μας. Φόβο θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουμε γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ψυχές μας δὲν εἶναι ἕτοιμες νὰ συναντήσουν τὸν Χριστό.
Γέροντας Ἰουστῖνος Πίρβου

Κυριακή 17 Μαΐου 2026


Νοικοκυρὰ διδάσκει τὸν Χρυσόστομο νὰ κηρύττει
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος εἶναι σχεδὸν ὁ μόνος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸν ὁποῖο γράφτηκε ἀπὸ τοὺς συγχρόνους καὶ τοὺς μεταγενεστέρους του ἕνας σημαντικὸς ἀριθμὸς βιογραφιῶν. Μέχρι στιγμῆς οἱ βυζαντινὲς βιογραφίες ποὺ ἔχουμε ξεπερνοῦν τὶς ὀκτώ. Μερικὲς ἀπὸ αὐτὲς ἀποτελοῦν ἕνα εἶδος διασκευῆς ἀπὸ κάποια προηγούμενη, χωρὶς βέβαια δουλικὴ μίμηση τοῦ προτύπου. Κάποτε μέσα στὰ σχετικὰ κείμενα συναντᾶμε στοιχεῖα ἐντελῶς καινούργια καὶ ἴσως ἐντυπωσιακά. Τὸ πόσο ὅμως τὰ στοιχεῖα αὐτὰ εἶναι ἔγκυρα ἐπαφίεται στὴν ἐπιστημονικὴ ἱστορικὴ ἔρευνα νὰ τὸ ἐξακριβώσει. Πιθανότατα μερικὰ δὲν πρόκειται νὰ ἐπαληθευτοῦν. Ἐξάλλου, μερικὰ ἄλλα δημιουργοῦν τὴν ὑπόνοια ὅτι καταχωρήθηκαν ἀπὸ τὸ βιογράφο πρωτογενῶς γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν μιὰ κάποια καλῆς προθέσεως σκοπιμότητα. Προσγράφοντας ὁ βιογράφος μία ἄλφα ἢ βήτα συμπεριφορὰ στὸν βιογραφούμενο, διδάσκει ἔμμεσα ὅλους ἐκείνους ποὺ τιμοῦν τὸν ἅγιο ὅτι καὶ αὐτοὶ πρέπει νὰ τὸν μιμοῦνται στὴ ζωή τους καὶ νὰ συμπεριφέρονται ἀνάλογα.
Πιθανὸν κάτω ἀπὸ τέτοιες προϋποθέσεις κατέγραψε ὁ Κοσμᾶς Βεστήτωρ, ποὺ πρέπει νὰ ἔζησε στὸν 8ο ἢ 9ο αἰώνα, ἕνα περιστατικὸ τὸ ὁποῖο δὲ συναντιέται σὲ καμιὰ ἄλλη ἀπὸ τὶς βιογραφίες τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου. Μετὰ τὴν ἐξιστόρηση τῆς χειροτονίας τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου σὲ διάκονο καὶ στὴ συνέχεια σὲ πρεσβύτερο, μιλάει γιὰ τὸ συγγραφικό του ἔργο γιὰ νὰ καταλήξει ὅτι ὁ Χρυσόστομος ἦταν «προσομιλητὴς τοῦ λαοῦ καὶ ἑρμηνευτὴς τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς». Στὴν ἑπόμενη παράγραφο ἀναφέρεται σ’ ἕνα περιστατικὸ ποὺ συνέβη μὲ μία ἁπλῆ γυναίκα τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία δὲν δίστασε νὰ διακόψει τὸν ἅγιο τὴν ὥρα ἀκριβῶς ποὺ ἔκανε κήρυγμα ἐπειδὴ δὲν τὸν καταλάβαινε:
«Μία μέρα ποὺ δίδασκε ὁ Χρυσόστομος καὶ μιλοῦσε στὸ λαὸ γιὰ τὴ σωτηρία του χρησιμοποίησε λέξεις μὲ θεωρητικὸ περιεχόμενο γιὰ νὰ ἐκφράσει βαθύτερες ἔννοιες. Τὴν ὥρα ἐκείνη μία γυναίκα τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὸ ἀκροατήριό του μὲ δυνατὴ φωνὴ εἶπε τὸ ἑξῆς: 
«Πάτερ μου, μακάριος εἶναι ὁ λόγος σου καὶ τὸ νόημα ποὺ ἀνέπτυξες. Μακάριοι εἶναι ἐπίσης κι ὅλοι αὐτοὶ ποὺ καταφέρνουν νὰ καταλάβουν τὰ λεγόμενά σου. Πρέπει ὅμως καὶ ἐμεῖς μὲ τὰ ἀδύνατα μυαλὰ νὰ καταλάβουμε τὰ θεοχαρίτωτα διδάγματά σου. Ἐγὼ ἄφησα ὅλες τὶς δουλειές μου στὸ σπίτι καὶ ἔτρεξα σὰν διψασμένο ἐλάφι γιὰ νὰ ξεδιψάσω ἀπὸ τὰ λόγια σου, ποὺ κυλοῦν σὰν εὐχάριστος χείμαρρος, καὶ νὰ ἀκούσω τὰ νοήματα τῆς διδασκαλίας σου, ποὺ ξεπηδοῦν σὰν πλούσια νερά. Φεύγω, ἐπειδὴ δὲν κατάφερα νὰ πάρω σταγόνα ἀπ’ αὐτὰ γιὰ ζημιὰ τῆς ψυχικῆς μου δίψας καὶ ἀφοῦ ἄφησα τὸ νοικοκυριό μου καὶ ἔχασα τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς μέρας μου μὲ ἀνώφελες φροντίδες». 
Ὅταν τὰ ἄκουσε αὐτὰ ὁ «θεόφρων», μετέβαλε τὸν τρόπο διδασκαλίας του καὶ στὸ ἑξῆς ἔβαζε τὰ κατάλληλα φάρμακα στὶς πληγὲς τῶν τραυματιῶν.
Ἠλίας Βουλγαράκης

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

 


Ὁ ἀχάριστος εἶναι πάντα λυπημένος

-Γέροντα, γιατί πολλοὶ ἄνθρωποι, ἐνῶ τὰ ἔχουν ὅλα, νιώθουν ἄγχος καὶ στενοχώρια;

-Ὅταν βλέπετε ἕναν ἄνθρωπο νὰ ἔχη μεγάλο ἄγχος, στενοχώρια καὶ λύπη, ἐνῶ τίποτε δὲν τοῦ λείπει, νὰ ξέρετε ὅτι τοῦ λείπει ὁ Θεός.

Ὅποιος τὰ ἔχει ὅλα, καὶ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ὑγεία, καί, ἀντὶ νὰ εὐγνωμονῆ τὸν Θεό, ἔχει παράλογες ἀπαιτήσεις καὶ γκρινιάζει, εἶναι γιὰ τὴν κόλαση μὲ τὰ παπούτσια. Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔχη εὐγνωμοσύνη, μὲ ὅλα εἶναι εὐχαριστημένος. Σκέφτεται τί τοῦ δίνει ὁ Θεὸς κάθε μέρα καὶ χαίρεται τὰ πάντα. Ὅταν ὅμως εἶναι ἀχάριστος, μὲ τίποτε δὲν εἶναι εὐχαριστημένος γκρινιάζει καὶ βασανίζεται μὲ ὅλα. Ἄν, ἂς ποῦμε, δὲν ἐκτιμάη τὴν λιακάδα καὶ γκρινιάζει, ἔρχεται ὁ Βαρδάρης καὶ τὸν παγώνει… Δὲν θέλει τὴν λιακάδα θέλει τὸ τουρτούρισμα ποὺ προκαλεῖ ὁ Βαρδάρης.

-Γέροντα, τί θέλετε νὰ πεῖτε μ’ αὐτό;

-Θέλω νὰ πῶ ὅτι, ἂν δὲν ἀναγνωρίζουμε τὶς εὐλογίες ποὺ μᾶς δίνει ὁ Θεὸς καὶ γκρινιάζουμε, ἔρχονται οἱ δοκιμασίες καὶ μαζευόμαστε κουβάρι. Ὄχι, ἀλήθεια σᾶς λέω, ὅποιος ἔχει αὐτὸ τὸ τυπικό, τὴν συνήθεια τῆς γκρίνιας, νὰ ξέρη ὅτι θὰ τοῦ ἔρθη σκαμπιλάκι ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ ξοφλήση τουλάχιστον λίγο σ’ αὐτὴν τὴν ζωή. Καὶ ἂν δὲν τοῦ ἔρθη σκαμπιλάκι, αὐτὸ θὰ εἶναι χειρότερο, γιατὶ τότε θὰ τὰ πληρώση ὅλα μιὰ καὶ καλὴ στὴν ἄλλη ζωή.

-Δηλαδή, Γέροντα, ἡ γκρίνια μπορεῖ νὰ εἶναι συνήθεια;

-Γίνεται συνήθεια, γιατὶ ἡ γκρίνια φέρνει γκρίνια καὶ ἡ κακομοιριὰ φέρνει κακομοιριά. Ὅποιος σπέρνει κακομοιριά, θερίζει κακομοιριὰ καὶ ἀποθηκεύει ἄγχος. Ἐνῶ, ὅποιος σπέρνει δοξολογία, δέχεται τὴν θεϊκὴ χαρὰ καὶ τὴν αἰώνια εὐλογία. Ὁ γκρινιάρης, ὅσες εὐλογίες κι ἂν τοῦ δώση ὁ Θεός, δὲν τὶς ἀναγνωρίζει. Γι’ αὐτὸ ἀπομακρύνεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν πλησιάζει ὁ πειρασμὸς τὸν κυνηγάει συνέχεια ὁ πειρασμὸς καὶ τοῦ φέρνει ὅλο ἀναποδιές, ἐνῶ τὸν εὐγνώμονα τὸν κυνηγάει ὁ Θεὸς μὲ τὶς εὐλογίες Του.

Ἡ ἀχαριστία εἶναι μεγάλη ἁμαρτία, τὴν ὁποία ἤλεγξε ὁ Χριστός. «Οὒχ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;», εἶπε στὸν λεπρὸ ποὺ ἐπέτρεψε νὰ Τὸν εὐχαριστήση. Ὁ Χριστὸς ζήτησε τὴν εὐγνωμοσύνη ἀπὸ τοὺς δέκα λεπροὺς ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτὸ Του, ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἴδιους, γιατὶ ἡ εὐγνωμοσύνη ἐκείνους θὰ ὠφελοῦσε.

Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026


Ἡ πνευματική γνώση
Πνευματική γνώση εἶναι πίστη, εἶναι ἐμπειρία, εἶναι θεῖος φωτισμός, εἶναι Θεία χάρις καί Θεογνωσία. Ἡ πνευματική αὐτή γνώση δέν εἶναι ἀπόρροια τῆς λογικῆς τοῦ μυαλοῦ μας. Δέν κατέχεται μόνον ἀπό τούς εὐφυεῖς, ἀπό τούς μορφωμένους, ἀπό τούς ἐπιστήμονες. Δέν ἀπαιτεῖ σύνθετη σκέψη, πολύπλοκες ἀναλύσεις καί συλλογισμούς. Ἡ πνευματική γνώση εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ πού προσφέρεται σέ ὅλους, μορφωμένους καί ἀγράμματους, γνωστικούς καί ἀδαεῖς, ἔξυπνους καί ἁπλοϊκούς, σέ ὅλους ὅσοι ἔχουν ἁπλή, ταπεινή καί καθαρή καρδιά. Ἡ πίστη εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ στούς ἁπλούς καί ταπεινούς ἀνθρώπους, καί ὄχι ἀποτέλεσμα λογικῆς ἐπεξεργασίας.
Ἡ πνευματική γνώση δέν σπουδάζεται στά πανεπιστήμια καί τά σπουδαστήρια τοῦ κόσμου, δέν ἀναγνωρίζεται μέ διπλώματα καί μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδῶν, δέν ἀποτελεῖ ἀντικείμενο ἐπιστημονικῶν ἐρευνῶν. Ἡ πνευματική γνώση εἶναι ὑπόθεση τῆς καρδιᾶς, εἶναι φωτισμένος νοῦς, εἶναι μετοχή στήν ἀγάπη, τή χάρη καί τή δόξα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ Ἀποκάλυψη τῆς Ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας καί στόν κόσμο ὁλόκληρο. Ἐργαστήριο τῆς πνευματικῆς γνώσεως εἶναι ἡ πίστη καί ἡ ἐλπίδα. Ἡ ἐμπιστοσύνη στό Θεό καί ἡ αὐτοεγκατάλειψή μας στήν ἄπειρη ἀγάπη καί πρόνοιά Του. Εἶναι ἡ καθημερινή ἄσκηση καί τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ ἐξάσκηση τῆς ἀγάπης διά τῆς φιλανθρωπίας καί τῆς ἐλεημοσύνης ἐνεργούμενης. Εἶναι ἡ φιλαδελφία, ἡ καλοσύνη καί ἡ ἱλαρότητα.
Ὁ ὀρθολογισμός, περνώντας ἀπό ὅλες τίς πτώσεις τῆς ὑπερηφάνειας, μᾶς ὁδηγεῖ τελικά στήν αὐτοδικαίωση, γιατί μᾶς πείθει ὅτι ἔχουμε δίκιο. Καί ἐφ’ ὅσον οἱ σκέψεις μας, τά λόγιά μας καί οἱ πράξεις μας εἶναι λογικές, ἄρα εἶναι ὀρθές καί δίκαιες. Ἔχουμε λοιπόν δίκιο, ἄρα καί δικαίωμα νά τό ἐπιβάλλουμε ὡς γνώμη, ὡς ἐπιθυμία καί ὡς συμπεριφορά. Ἀπό τό σημεῖο αὐτό ξεκινᾶ μία ἀτελεύτητη πορεία πρός τήν μηδέποτε ἐπιτυγχανομένη – γιατί εἶναι καί ἀκόρεστη – αὐτοδικαίωσή μας, πού μᾶς παρασύρει σέ μία ἁλυσίδα διαρκῶς μεγαλύτερων καί βαρύτερων ἁμαρτημάτων.
Ὁ Φαρισαῖος τῆς παραβολῆς εἶναι ὁ ἀντιπροσωπευτικότερος τύπος τοῦ αὐτοδικαιούμενου ἀνθρώπου. Καυχᾶται γιά τίς ἀρετές του, θεωρεῖ τόν ἑαυτό του δίκαιο καί συγχρόνως ἐξουθενώνει τόν τελώνη, βλέποντας τόν ἁμαρτωλό, κατώτερό του. Ὁ αὐτοδικαιούμενος γίνεται ὁ ἴδιος κριτής τοῦ ἑαυτοῦ του καί τοῦ ἀπονέμει τόν τίτλο τοῦ δικαίου, πιστεύοντας ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὑποχρεωμένος νά τόν ἀνταμείψει.
Ὁ αὐτοδικαιούμενος ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος πού πάσχει ἀπό ψυχολογικά προβλήματα, ἐπειδή ἀπωθεῖ τήν ἐνοχή του. Γίνεται ἔτσι νευρικός, διαταραγμένος ἀνικανοποίητος, ἀπαιτητικός, ἀνυπόμονος, ἀνυπάκουος, αὐθάδης, ἐριστικός. Ἀκολουθώντας τό παράδειγμα τοῦ Ἑωσφόρου, δέν θέλει νά ζητήσει συγχώρηση καί νά ὁμολογήσει τίς ἁμαρτίες του. Ἐπαναλαμβάνει ὡς ἐπωδό τά λόγια του μηδενιστῆ Ἀλμπέρτ Καμύ: «Εἶχα δίκιο, ἔχω ὁπωσδήποτε δίκιο, θά ἔχω πάντα δίκιο», καί ὀρθώνει μόνος του ἀνυπέρβλητο φράγμα στήν ἄβυσσο τοῦ Θείου ἐλέους.
Ὁ ὀρθολογισμός εἶναι συμπυκνωμένη ὑπερηφάνεια, ἀλαζονεία, αὐτοδικαίωση, αὐτάρκεια καί αὐτονομία. Γι’ αὐτό καί ἀλλοτριώνει τόν ἄνθρωπο, τόν ἀπομονώνει καί τόν ἀπομακρύνει ἀπό τό Θεό καί ἀπό τούς συνανθρώπούς του. Ὁ ὀρθολογιστής καθίσταται ἔτσι στοιχεῖο διαλυτικό τῆς φιλίας, τοῦ γάμου, τῆς οἰκογένειας, τοῦ κοινοβίου καί τῆς κοινωνίας.
Τελικά ὁ ὀρθολογιστής, παρά τή λαμπρότητα τῶν ἐπιτευγμάτων του, καταλήγει νά εἶναι ὁ κουρασμένος, ὁ κενός, ὁ ἀνικανοποίητος, ὁ ἀπογοητευμένος σύγχρονος ἄνθρωπος. Αὐτός πού βιώνει καθημερινά τό δράμα τῆς ὑπαρξιακῆς ἀγωνίας του, τῆς ἀνασφάλειάς του καί τοῦ ἀδιεξόδου, στό ὁποῖο τόν παγιδεύει ἡ λογική του καί ἡ αὐτοπεποίθησή του στίς ὁποῖες τόσο στηρίχτηκε.
Θά πρέπει λοιπόν νά βγοῦμε ἀπό τά ὅρια τῆς πεπερασμένης ἀνθρώπινης λογικῆς καί νά μποῦμε στήν ἀπεραντοσύνη, στόν πλοῦτο καί τήν εὐλογία τῆς λογικῆς του Θεοῦ.
Ἀρχιμανδρίτης Ἀθανάσιος

Καθηγούμενος Ἱ. Μ. Μεγάλου Μετεώρου

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026


Οἱ θεωρίες
Σχετικὰ μὲ θεωρίες. Ἀκόμα δὲ βρέθηκε ἐκεῖνος ποὺ θὰ βάλει τὴ ζωὴ μέσα στὸν ντορβά του. Ὁλοένα δοκιμάζουν -Δαρβίνος, Μάρξ, Φρόυντ- ἀλλὰ ἡ ζωὴ ξεχειλάει, ὅπως τὸ νερό, ἀπὸ παντοῦ καὶ χύνεται ἀπέξω.

Ζήσιμος Λορεντζᾶτος

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026


Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι μία θεραπευτικὴ ἀγωγὴ
Δέν εἶναι πολιτισμός ἡ Ὀρθοδοξία, καί ἄς τήν ὀνομάζη ὁ Toynbee Ὀρθόδοξο πολιτισμό. Γιατί; Διότι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἐπιστήμη καί μάλιστα ἰατρική ἐπιστήμη, σύμφωνα μέ τά σημερινά κριτήρια. Ὄχι πολιτισμός. Δέν εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία πολιτικό ἤ κοινωνικό σύστημα. Διότι ἀναφέρεται στήν προσωπική σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή στήν σωτηρία τῆς ψυχῆς του. Ἡ Ὀρθοδοξία βασίζεται σ' αὐτά τά δύο: Στό «ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο» καί στό «ἐν τῷ Ἅδῃ οὐκ ἔστι μετάνοια». Βέβαια μέσα στήν Ὀρθοδοξία ὑπάρχουν προϋποθέσεις γιά νά δημιουργήση πολιτισμό. Ὅμως ἡ Ὀρθοδοξία δέν εἶναι πολιτισμός. Ἀλλά ἡ Ὀρθοδοξία δέν εἶναι οὔτε θρησκεία. Δέν εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία μία θρησκεία ὅπως ὅλες οἱ ἄλλες θρησκεῖες. Ἡ Ὀρθοδοξία ξεχωρίζει ἀπό ἕνα μοναδικό φαινόμενο, πού δέν ὑπάρχει στίς ἄλλες θρησκεῖες. Αὐτό εἶναι ἀνθρωπολογικό καί θεραπευτικό. Σ' αὐτό διαφέρει. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι μία θεραπευτική ἀγωγή πού θεραπεύει τήν ἀνθρώπινη προσωπικότητα.
Ὁ σωστός γιατρός μεριμνᾶ γιά τήν θεραπεία ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν ἀσθενῶν χωρίς διακρίσεις. Δέν ξεχωρίζει μερικούς μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, γιά νά τούς θεραπεύση. Δέν τόν ἐνδιαφέρει ἡ κοινωνική τους τάξις ἤ τό μορφωτικό τους ἐπίπεδο ἤ ἡ οἰκονομική τους κατάστασις ἤ ἡ θρησκεία τους ἤ ἡ ἠθική τους συμπεριφορά. Ὁ σωστός γιατρός βλέπει μόνο ἄν ἕνας ἄνθρωπος, πού τόν πλησιάζει, εἶναι ἄρρωστος ἤ ὄχι. Καί, ἄν εἶναι ἄρρωστος, ἐνδιαφέρεται καί προσπαθεῖ νά τόν θεραπεύση. Νά θεραπεύση τήν πάθησι τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ὑποχρεωμένος νά τόν θεραπεύση. Στήν Ὀρθόδοξη παράδοσι, ἔχομε κάτι παραπάνω ἀπό αὐτό. Καί σ' αὐτό ἀκριβῶς συνίσταται ἡ «ἀντεπίθεσί» μας.
Ὁ Θεός ἀγαπάει ὄχι μόνο τούς ἁγίους, ἀλλά ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἀνεξαιρέτως. Ὅλους τοὺς ἁμαρτωλούς, ὅλους τοὺς κολασμένους, ἀκόμη καί τόν ἴδιο τόν διάβολο. Καί θέλει νά σώση, νά θεραπεύση τούς πάντας. Θέλει, ἀλλά δέν μπορεῖ νά θεραπεύση τούς πάντας, διότι δέν θέλουν ὅλοι νά θεραπευθοῦν. Αὐτό, τό ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη καί θέλει νά θεραπεύση τούς πάντας καί ὅτι ἀγαπᾶ τούς πάντας ἐξ ἴσου, διαπιστώθηκε καί διαπιστώνεται ἀπό τήν ἐμπειρία τῶν θεουμένων, ὅσων δηλαδή ἔφθασαν σέ θέωση, δηλαδή σέ θεοπτία, καί εἶδαν τόν Θεόν.
Δέν μπορεῖ ὅμως ὁ Θεός νά θεραπεύση τούς πάντας, διότι δέν ἐκβιάζει τήν θέλησι τοῦ ἀνθρώπου. Σέβεται ὁ Θεός, τόν ἄνθρωπο καί τόν ἀγαπᾶ. Δέν μπορεῖ ὅμως νά θεραπεύση κάποιον μέ τό ζόρι. Θεραπεύει μόνο ὅσους θέλουν νά θεραπευθοῦν καί τοῦ ζητοῦν νά τούς θεραπεύση. Φυσιολογικά κάποιος πού ἔχει σωματική ἀρρώστεια ἤ καί ψυχική, πηγαίνει μέ τήν θέλησί του καί ὄχι μέ τό ζόρι στόν γιατρό, γιά νά γίνη καλά, ἄν ἀκόμη ἔχη τά λογικά του. Ἔτσι καί στήν Ὀρθόδοξη θεραπευτική ἀγωγή. Πρέπει κάποιος ἀπό μόνος του, χωρίς καταναγκασμό, χωρίς καταπίεσι, ἐλεύθερα νά προσέλθη στήν Ἐκκλησία, στούς κατάλληλους ἀνθρώπους, πού ἔχουν τήν φώτισι καί τήν ἐμπειρία καί κατέχουν τήν θεραπευτική μέθοδο τῆς Ὀρθοδόξου παραδόσεως, καί σ' ἐκείνους νά κάνη ὑπακοή γιά νά βρῆ θεραπεία.
π. Ἰωάννης Ρωμανίδης

Τρίτη 12 Μαΐου 2026


Περί ἐκλογῶν
Ρώτησε κάποιος τόν Γέροντα, τί πρέπει νά ψηφίσει στίς βουλευτικές ἐκλογές. Ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε παραβολικά: 
«Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι σάν τήν κλώσσα: Κάτω ἀπό τά φτερά της σκεπάζει καί ἄσπρα πουλάκια καί μαῦρα πουλάκια».
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν πολιτικοποιεῖται καί πολύ περισσότερο δέν κομματικοποιεῖται. Σκεπάζει μέ τήν ἀγάπη ὅλους, χωρίς νά ταυτίζεται μέ φατρίες.
Κάποτε ὁ Γέροντας μέ ρώτησε πῶς πᾶνε τά πολιτικά πράγματα. Τοῦ ἀπάντησα ὅτι γενικά δέν πᾶνε καλά. Κι ὁ Γέροντας εἶπε: 
«Τί νά σοῦ κάνουν οἱ πολιτικοί; Εἶναι μπερδεμένοι μέ τά ψυχικά πάθη τους. Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά βοηθήσει τόν ἑαυτό του, πῶς θά μπορέσει νά βοηθήσει τούς ἄλλους; Φταῖμε κι ἐμεῖς γιά τήν κατάσταση αὐτή. Ἄν ἤμασταν ἀληθινοί χριστιανοί, θά μπορούσαμε νά στείλουμε στή Βουλή, ὄχι βέβαια χριστιανικό κόμμα, ἀλλά χριστιανούς πολιτικούς, καί τά πράγματα θά ἦταν διαφορετικά».

Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026



Ἠλεκτροφόρο καλώδιο ὑψηλῆς τάσεως
Ὑπάρχουν δύο διαφορετικές ἀσκητικές τάσεις.
Ἡ μία ἐκφράζεται μέ τόν διαλογισμό καί κατά κάποιον τρόπο τή χαλάρωση, γιά τήν εἴσοδο τοῦ νοῦ στόν κόσμο τῆς καθαρῆς σκέψεως.
Ἡ ὁδός ὅμως τοῦ Χριστοῦ εἶναι διαφορετική. Ἀπό τούς δύο αὐτούς δρόμους -τή χαλάρωση καί τήν ἔνταση- ἡ ἔνταση εἶναι ὁ δικός μας δρόμος. Στή μοναχική μας βιοτή δέν διδασκόμαστε νά βρισκόμαστε σέ κατάσταση χαλαρώσεως καί νά στοχαζόμαστε μέ τόν νοῦ. Ὄχι!
Ἀλλά εἴμαστε διαρκῶς σέ ἄκρα ἔνταση, σάν τεταμένη χορδή. Προσπαθῆστε λοιπόν νά διατηρεῖτε τή χορδή αὐτή πάντοτε τεταμένη.
Στήν προσευχή μας, ὅταν στεκόμαστε στήν ἐκκλησία, ὅλοι οἱ μύες μᾶς εἶναι τεταμένοι, καί ταυτόχρονα ἡ προσοχή μας. Ἡ προσευχή μας λοιπόν δέν ἀποτελεῖ ἀνάπαυση ἀπαθοῦς σκέψεως πού ξεφεύγει ἀπό τά ὅρια τῶν παθημάτων τῆς γής. Ὄχι! Ἐμεῖς ζοῦμε τά παθήματα ὅλου του Ἀδάμ. Καί αὐτό εἶναι ἡ ζωή μας.
Ἐξωτερικά ἡ μοναχική ζωή φαίνεται ἥσυχη. Μπορῶ ὅμως νά τήν παρομοιάσω μέ ἠλεκτροφόρο καλώδιο ὑψηλῆς τάσεως, ἀπό τό ὁποῖο διέρχεται ἐνέργεια πού κινεῖ τραῖνα, ἐργοστάσια, θερμαίνει σπίτια. ὡστόσο τό μικρό πουλί μπορεῖ νά κάθεται ἐπάνω στό σύρμα αὐτό.Ἔτσι καί ὁ χριστιανός εἶναι παρόμοιο καλώδιο, ἐπάνω στό ὁποῖο μπορεῖ νά καθίσει ἕνα πουλί, χωρίς νά κινδυνεύσει.
Ταυτόχρονα ὅμως ἐμφορεῖται ἀπό τέτοια ἐνέργεια, πού μπορεῖ πραγματικά νά ἀναστατώσει ὅλο τόν κόσμο. Συνεπῶς, στή ζωή μᾶς ἐξωτερικά δέν ὑπάρχει τίποτε τό ἰδιαίτερο, ἐσωτερικά ὅμως, μέ τήν ἑτοιμότητα γιά τήν ὑπακοή βρισκόμαστε ἀκατάπαυστα σέ ἔνταση, ἀγωνιζόμενοι πῶς νά παραμείνουμε ἀμετακίνητοι στήν αἰώνια σκέψη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο. Καί αὐτό εἶναι σπουδαῖο, ἀποτελεῖ πραγματικά τή σχολή τοῦ μοναχισμοῦ.
Μέ τή μικρή ἄσκηση τῆς ὑπακοῆς ὁ ἄνθρωπος μεταβαίνει στό Ἄναρχο Εἶναι τοῦ Θεοῦ μας, γιά τό ὁποῖο εἶναι ἀδύνατον νά μιλήσουμε χρησιμοποιώντας τή λογική.
Διατηρῆστε, λοιπόν, τή θέση αὐτή: ἐξωτερικά τίποτε νά μή φαίνεται, ἐσωτερικά ὅμως νά ὑπάρχει ἔνταση στή ζωή μας.
Καί τότε θά καταστοῦμε πιό εὔθετοι γιά νά εἰσέλθουμε στήν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ.
Γέρων Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Τὸ ἀνώτατο ἀξίωμα
Κάποιος εὐχήθηκε στὸν π. Ἰωήλ:
—Πάτερ μου, εὔχομαι γρήγορα Δεσπότης. Θὰ ὠφελήσετε πολὺ περισσότερο τὴν Ἐκκλησία.
—Νὰ μοῦ εὐχηθεῖς καλύτερα νὰ γίνω κάτι ἀνώτερο.
—Τί; Ἀρχιεπίσκοπος; Μακάρι!
—Ὄχι. Ἀκόμη ἀνώτερο.
—Πατριάρχης;
—Ὄχι. Ἀκόμη ἀνώτερο.
—Μὰ δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀνώτερο ἀπὸ Πατριάρχης.
—Νὰ μοῦ εὐχηθεῖς νὰ γίνω αὑτοκράτορας.
—Αὐτοκράαααατορας!!!;;;
—Ναί, αὑτοκράτορας. Ὄχι ὅμως μὲ ψιλὴ ἀλλὰ μὲ δασεία.
—Δὲν σᾶς καταλαβαίνω.
—Αὐτοκράτορες μὲ ψιλὴ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἐξουσιάζουν τοὺς λαούς. Αὑτοκράτορες μὲ δασεία εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἐξουσιάζουν τοὺς ἑαυτούς τους, ποὺ εἶναι κύριοι, ὄχι δοῦλοι τῶν παθῶν τους. Αὐτὸ ἂς εὐχηθοῦμε νὰ γίνουμε. Εἶναι τὸ ἀνώτερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἀξιώματα.

π. Ἰωὴλ Γιαννακόπουλος

Σάββατο 9 Μαΐου 2026

 


Τοῦ Θεοῦ εἶναι!

Κάποια φορὰ στὴν ἐξομολόγηση μία μητέρα τοῦ εἶπε:

–Ἀνησυχῶ πολὺ γιὰ τὰ παιδιά μου, μήπως πάθουν τίποτε, μήπως τοὺς συμβεῖ κάτι κακό. Βάζω χίλια δυὸ μὲ τὸ μυαλό μου.

Ἡ ἀπάντηση τοῦ π. Ἐπιφανίου ἦλθε ταχύτατα, σὲ ἔντονο ὕφος καὶ συγχρόνως συγκλονιστική:

– Καὶ ποιός σοῦ εἶπε ὅτι τὰ παιδιὰ εἶναι δικά σου; Τοῦ Θεοῦ εἶναι! Προβατάκια Του εἶναι καὶ σὲ ἔχει βάλει νὰ τὰ φυλᾶς.

π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

 


Ἐμίσησα τήν ἐντύπωση

Γιά τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο ἔκαμαν τὴν κρίση. Ἦταν ὁ ἡρωικότερος τῶν ἁγίων καὶ ὁ ἁγιότερος τῶν ἡρῴων. Γιά τὸν ἀείμνηστον Ἀρχιμανδρίτη Ἰωὴλ Γιαννακόπουλο ἐγὼ προσωπικὰ ἔχω κάνει τὴν κρίση. Ἦταν ὁ σοφότερος τῶν συγχρόνων ἁγίων καὶ ὁ ἁγιότερος τῶν συγχρόνων μας σοφῶν. Καὶ τὸ ὑπεροχότερο πρότυπο σοφοῦ καὶ ἁγίου κληρικοῦ. Γιατὶ εἶχε μία ἀπόλυτη συνέπεια σ’ ἐκεῖνα πού πίστευε καὶ σ’ ἐκεῖνα πού ἔπραττε καὶ ἕνα τεράστιο πνευματικὸ βάθος, τὸ ὁποῖο δέν ἀρκεῖ κανεὶς νά τὸ γνωρίσει, πρέπει καὶ νά μπορεῖ νά τὸ ἀξιολογήσει.

Γεννήθηκε σ’ ἕνα πολὺ μικρὸ καὶ φτωχὸ χωριὸ τῆς Μεσσηνίας πού λεγόταν καὶ λέγεται Μαθία. Σήμερα δέν ξέρω ἂν ὑπάρχει, ἔχει διαλυθεῖ ἐντελῶς. Οἱ γονεῖς του ἦταν χωριάτες, ἐντελῶς ἀσήμαντοι ἄνθρωποι καὶ ἐντελῶς ἄγνωστοι. Καὶ ὁ ἴδιος, (χαρακτηρισμὸς τοῦ πατρὸς Ἰωὴλ γιά τὸν ἑαυτὸ του):

«Ὅταν ἤμουν στό σχολεῖο, στό δημοτικὸ καὶ στό γυμνάσιο, τὰ ἄλλα παιδιὰ μὲ λέγανε ὁ Κουτοφώτης» , γιατὶ τὸ ὄνομά του ἦταν Φώτιος. Ὁ Κουτοφώτης. Ἦταν κουτός. «Μὲ θεωροῦσαν χαζὸ καὶ ἤμουν χαζὸς καὶ δυσμαθής». Λόγια δικά του, ὄχι δικά μου. «Δειλὸς , ἀνόητος καὶ βλάκας».

Λόγια δικά του. Πῶς εἶχε τὸ θάρρος νά τὰ λέει γιά τὸν ἑαυτὸ του, εἶναι λιγάκι δύσκολο νά τὸ μετρήσει κανείς. Ἀλλὰ νά, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη παιδί, στό σχολεῖο, τὸν ἀπασχόλησε τὸ ἐρώτημα: «Γιατὶ τὰ ἄλλα παιδιὰ εἶναι ἔξυπνα καὶ ἐγὼ εἶμαι κουτὸς καὶ εἶμαι ὁ χαζοφώτης». Καὶ ἔψαξε καὶ ἐβρῆκε. Ψάχνοντας ἐβρῆκε. Καὶ τὶ λέτε ἐβρῆκε; Διαπίστωσε ὅτι τὰ ἄλλα παιδιὰ εἶχαν μὲν μία εὐφυΐα, ἀλλὰ εἶχαν καὶ μία ἐπιπολαιότητα. Τσιμπολογοῦσαν ἐδῶ κι ἐκεῖ καὶ πετοῦσαν ἐξυπνάδες.

Καὶ οἱ διδάσκαλοι, μὲ τὸ ἄθλιο παιδαγωγικὸ σύστημα πού ἔχουμε ἐδῶ στήν Ἑλλάδα, μένανε εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὶς ἐξυπνάδες τῶν παιδιῶν. «Ἐγώ», μοῦ ἔλεγε ὁ πάτερ Ἰωήλ, «κατάλαβα ὅτι τουλάχιστον γιά τὸν ἑαυτό μου, ἐπειδὴ ἤμουν δυσμαθής, χρειαζόμουν σοβαρὴ μελέτη». Καὶ προσπάθησε νά κάνει ὅσο πιὸ σοβαρὴ μελέτη μποροῦσε. Φυσικὰ μὲ ἐπαναλήψεις. Καὶ τὰ κατάφερε. Κατάλαβε ἀπὸ τότε ὅτι μπορεῖ ὁ ἴδιος νά μορφωθεῖ καὶ νά ἔχει βάσεις πνευματικές, μορφωτικὲς ἐννοοῦμε τώρα, πιὸ καλὲς ἀπὸ τὰ ἄλλα παιδιά, βάσεις πιὸ σταθερές. Καὶ κατάλαβε ὅτι ἡ ἐντύπωση εἶναι ἕνα ψεύτικο πρᾶγμα πού δέν ἀξίζει τὸν κόπο νά τοῦ δίνει κανεὶς σημασία. Καὶ ἔτσι, μοῦ ἔλεγε, σὲ ἡλικία νεαροτάτη, 14 – 15 χρόνων, ἐμίσησε τὴν ψεύτικη ἐντύπωση. Γιατί; Ἐπειδὴ κατάλαβε.

Ποιὸ ἦταν τὸ συμπέρασμά του; Τὸ συμπέρασμά του ἦταν : Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι αὐτό πού εἶναι καὶ μπορεῖ νά ἀλλάξει, μπορεῖ νά διορθωθεῖ. Ἡ σκέψη αὐτή, τόσο πρώιμη ἀλλὰ καὶ πολὺ βαθιά, εἶναι αὐτή πού ἐσφράγισε ὁλόκληρη τή ζωή του.

Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026



«Τῇ ὑπερμάχῳ» ὡς Ἐθνικὸς Ὕμνος
Πρὸς τὴν Παναγία, πρὸς τὴν Ὑπέρμαχο Στρατηγό, ἀποτείνεται τὸ θαυμάσιο βυζαντινὸ τροπάρι «Τὴ ὑπερμάχω Στρατηγῷ», ποὺ στὴν πραγματικότητα εἶναι ὁ ἐθνικὸς ὕμνος τοῦ ἀγωνιστικοῦ Βυζαντίου. Καὶ σὰν ἐθνικό μας ὕμνο ἔπρεπε νὰ τὸ κρατήσει καὶ ἢ ἀπελευθερωμένη Ἑλλάδα τοῦ 21, ἂν οἱ λόγιοι καὶ οἱ πολιτικοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχαν τὴν ὀξυδέρκεια νὰ καταλάβουν τὴ σημασία ποὺ παίρνει ἡ Παράδοση στὴ ζωὴ τῶν ἐθνῶν καὶ δὲν ἔβλεπαν τὴν κλασικὴ Ἑλλάδα νὰ ἑνώνεται ἠθικὰ καὶ ἱστορικὰ μὲ τὸ ἀπελευθερωμένο Ἔθνος, δίχως τὴν ἔνδοξη καὶ μεγαλόπρεπη περίοδο τῆς Βυζαντινῆς χιλιετίας ποὺ μεσολάβησε καὶ σφυρηλάτησε τὴ νέα μας Ἑλληνοχριστιανικὴ συνείδηση. Δῆτε ὅμως. Αὐτὸ ποὺ δὲν ἔκαμε τὸ μεταεπαναστατικὸ κράτος τὸ ἔκαμε μόνος του ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Ἔτσι κάθε φορὰ ποὺ ἕνα μεγάλο γεγονὸς τρικυμίζει τὴ ψυχή μας, τὸ βυζαντινὸ τροπάρι αὐθόρμητα ἀνεβαίνει στὰ χείλη μας καὶ σμίγει μὲ τοὺς στίχους τοῦ Σολωμοῦ. Καὶ πάλι αὐθόρμητα κάθε φορὰ ποὺ ἕνα ὑπόδουλο τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἑνώνεται μὲ τὴν ἑνιαία ἐλεύθερη πατρίδα, ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀλληλοχαιρετᾶται μὲ τὴ θρησκευτικὴ φράση «Χριστὸς Ἀνέστη».
Στρατὴς Μυριβήλης

Τετάρτη 6 Μαΐου 2026



Τσάμικο
Στὰ κακοτράχαλα τὰ βουνὰ
μὲ τὸ σουραύλι καὶ τὸ ζουρνᾶ,
πάνω στὴν πέτρα τὴν ἁγιασμένη
χορεύουν τώρα τρεῖς ἀντρειωμένοι.
Ὁ Νικηφόρος κι ὁ Διγενὴς
κι ὁ γιὸς τῆς Ἄννας τῆς Κομνηνῆς.
Δική τους εἶναι μία φλούδα γῆς
καὶ Σὺ Χριστέ μου τοὺς εὐλογεῖς.
Γιὰ νὰ γλιτώσουν αὐτὴ τὴ φλούδα,
ἀπ᾿ τὸ τσακάλι καὶ τὴν ἀρκούδα.
Ἀπὸ τὴν Ἤπειρο στὸ Μοριᾶ
κι ἀπ᾿ τὸ σκοτάδι στὴ λευτεριά,
τὸ πανηγύρι κρατάει χρόνια
στὰ μαρμαρένια τοῦ χάρου ἁλώνια.
Κριτὴς κι ἀφέντης εἶν᾿ ὁ Θεός,
καὶ δραγουμάνος του ὁ λαός.
Νίκος Γκάτσος

Τρίτη 5 Μαΐου 2026



Τὸ ἐσφαγμένον ἀρνίον
Ἡ Θ. Λειτουργία ἀναπαριστᾶ, δηλαδὴ κάνει ἀληθινὰ καὶ πραγματικά, ἐκ νέου παροῦσα καὶ ἐνεργητικὴ ἀνάμεσά μας, τὴ θυσία, τὸ σταυρό, τὸ θάνατο, τὴν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ἀκριβέστερα μέσα στὴν ἄλλη ἀντίληψη καὶ ὀργάνωση τοῦ χρόνου ποὺ ἔχει ἡ Ἐκκλησία στὸ λειτουργικὸ χρόνο μᾶς ἐξάγει ἀπὸ τὸν καθημερινὸ χρόνο τῆς διαρκοῦς ἀνακύκλησης, τὸν χρόνο τὸν κομματιασμένο σὲ παρελθόν, παρὸν και μέλλον καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὸν χρόνο ἐκεῖνο, τὸν σταθερὸ καὶ μόνιμο ὅπου ὅλα τὰ γεγονότα, παρελθόντα καὶ μέλλοντα, εἶναι διαρκῶς παρόντα. Ἔτσι μᾶς κάνει ἐμᾶς σήμερα νὰ γινόμαστε ἀληθινὰ καὶ πραγματικὰ σύγχρονοι τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ μὴν ὑστεροῦμε σὲ τίποτε, ὅταν μετέχουμε στὴ Θ. Εὐχαριστία, ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ Κυρίου, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν μέρος στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο σήμερα, Μεγάλη Παρασκευή, ἡ Ἐκκλησία μας ἀναπαριστᾶ τὰ Πάθη, τὸν Σταυρό, τὴν Ταφὴ τοῦ Κυρίου. Πηγαίνοντας ἔτσι στὸν Ἐπιτάφιο, πηγαίνουμε ἀληθινὰ καὶ πραγματικὰ σὲ μία κηδεία. Πηγαίνουμε στὴν κηδεία τοῦ Χριστοῦ, τοῦ «ἐσφαγμένου ἀρνίου». Τὸ «ἐσφαγμένον ἀρνίον» εἶναι ὁ ποιμήν. Αὐτὸ δείχνει τὴν πραγματικὴ ἀγάπη. Ὅποιος ἀγαπάει δὲν συμβουλεύει ἁπλά, δὲν διορθώνει, δὲν τιμωρεῖ, παίρνει ἐπάνω του τὰ λάθη τοῦ ἀγαπημένου του. Ἡ ἀγάπη εἶναι συμμετοχὴ στὴ ζωὴ τοῦ ἄλλου, ἔξοδος ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, θυσία.
Παναγιώτης Νέλλας

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

 


Τὸ δόσιμο ἐκφράζει αὐτὸ ποὺ εἴμαστε

Ὁ μεγάλος πλοῦτος φανερώνει φτώχεια. Οἱ ἅρπαγες πλούσιοι ζοῦν μὲ τὴν ψευδῆ πεποίθηση, πὼς ὁ κόσμος αὐτὸς εἶναι ἕνα διαλυμένο καράβι χωρὶς καπετάνιο, δίχως τιμόνι καὶ τιμονιέρη, ἕνα ἕρμαιο ποὺ βουλιάζει καὶ χάνεται καὶ εἶναι χρήσιμο μονάχα σὲ ὅσους μποροῦν νὰ ἁρπάξουν ὅσα περισσότερα μποροῦν νὰ τὰ μεταφέρουν στὴ βάρκα τους.

Ὅσο περισσότερο πλοῦτο συλλέγετε, τόσο πιὸ θλιμμένοι γίνεστε. Ὅσο περισσότερη γνώση σωρεύετε μέσα σας, τόσο λιγότερο εὐτυχεῖς γίνεστε. Ὅλα εἶναι λόγια ἐπιφανειακά, ὅμως τὸ νόημά τους εἶναι βαθύ.

Ὁ πλοῦτος δὲν εἶναι ζωή, εἶναι μονάχα ἕνα ὑποστήριγμα αὐτοῦ του ὀλιγόχρονου, ἐπίγειου βίου.

Πολλοί, οἱ ὁποῖοι κυνηγοῦν τὸν πλουτισμό, ἐκφράζουν τὴν ἀκόλουθη δικαιολογία: «Ἀφοῦ πλουτίσεις, θὰ μπορεῖς τότε νὰ κάνεις ἔργα ἀγαθά». Μὴν τοὺς πιστέψεις γιατί ἐξαπατοῦν καὶ τὸν ἑαυτό τους ἀλλὰ καὶ σένα.

Ὁ πλοῦτος εἶναι ἕνα μεγάλο ἀγαθὸ καὶ ἰσχυρὸ ὅπλο κατὰ τοῦ κακοῦ. Ὅμως ἐκεῖνος ὁ πλοῦτος, ποὺ εἶναι πιὸ ἀνίσχυρος καὶ ἀπὸ τὸν σκῶρο, δὲν ἀξίζει τίποτα.

Ὁ πλοῦτος εἶναι καλός, ὅταν μπορεῖ νὰ μεταβληθεῖ σὲ ἔργο ἀγαθό.

Ὁ πλοῦτος εἶναι κακὸ ὅταν, ἀντὶ νὰ προσφέρει ἐλευθερία στὸν ἄνθρωπο, κάνει τὸν κάτοχό του δοῦλο.

Ὅτι εἶναι δύσκολο γιὰ τὸν πλούσιο νὰ μπεῖ στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τὸ εἶπε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Δύσκολο ναί, ἀλλὰ ὄχι καὶ ἀδύνατο.

Τὸ δόσιμο ἐκφράζει αὐτὸ ποὺ εἴμαστε.

Τόσο ὁ φτωχὸς ποὺ ἐπαιτεῖ ὅσο καὶ ὁ πλούσιος ποὺ δίδει, ἀμφότεροι δανείζουν στὸν Θεὸ μὲ μόνη τὴν προϋπόθεση, ὁ φτωχὸς νὰ ἐπαιτεῖ στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μὲ ταπείνωση καὶ ὁ πλούσιος νὰ δίδει στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ μὲ εὐσπλαχνία. Ὅποιος λαμβάνει, ὀφείλει νὰ γνωρίζει ὅτι λαμβάνει ἐκεῖνο ποὺ εἶναι τοῦ Θεοῦ, καὶ ὅποιος δίδει, ὀφείλει νὰ γνωρίζει ὅτι δίδει ἐκεῖνο ποὺ εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ἕνα τέτοιο δόσιμο ἔχει ἀξία καὶ μία τέτοια λήψη ἔχει ἀξία.

Καὶ σὲ τούτη τὴ ζωὴ δὲν εἶναι σπάνιο τὸ νὰ παίρνει κανεὶς ἀπὸ αὐτὸν ποὺ ἔχει ἐλάχιστα καὶ νὰ τὰ δίδει σὲ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἄφθονα. Αὐτὸ εἶναι μονάχα μία ἀπεικόνιση τῶν ὅσων συμβαίνουν καὶ στὴν πνευματικὴ Βασιλεία. Μήπως δὲν παίρνει ὁ πατέρας ἀπὸ τὸν σπάταλο γιό του τὰ χρήματα γιὰ νὰ τὰ δώσει στὸν συνετότερο, ὁ ὁποῖος γνωρίζει νὰ τὰ χρησιμοποιεῖ πρὸς ὄφελός του; Μήπως ἀπὸ τὸν μὴ ἔμπιστο στρατιώτη δὲν ἀφαιρεῖ ὁ διοικητής του τὶς σφαῖρες γιὰ νὰ τὶς δώσει στὸν καλὸ καὶ ἔμπιστο στρατιώτη του;

Ὁ Θεὸς δίδει στὸν καθένα κατὰ τὸ μέτρο τῆς δυνάμεώς του, σύμφωνα δηλαδὴ μὲ τὸ πόσο μπορεῖ ὁ καθένας νὰ σηκώσει καὶ νὰ χρησιμοποιήσει. Βεβαίως, ὁ Θεὸς μοιράζει τὶς δωρεές Του στοὺς ἀνθρώπους καὶ κατὰ τὸ σχέδιο τῆς Οἰκονομίας Του.

Ἀκόμα καὶ στὶς συνήθεις ἀνθρώπινες περιστάσεις, χαρούμενος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δίδει τὸ δῶρο ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος ποὺ τὸ λαμβάνει. Ἡ δωρεὰ εἶναι ἀγαλλίαση ἀμφοτέρων τῶν πλευρῶν. Ὅσο μεγαλύτερο τὸ δῶρο, τόσο πιὸ μεγάλη καὶ ἡ χαρά. Χαίρεται καὶ ὁ Θεὸς ὅταν δίδει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ πῶς νὰ μὴ χαροῦν οἱ ἄνθρωποι ποὺ λαμβάνουν; Ὁ φτωχὸς ποὺ λαμβάνει εἶναι αὐτὸς ποὺ συνήθως χαίρεται περισσότερο ἀπὸ τὸν πλούσιο ποὺ δίδει, καὶ πῶς λοιπὸν νὰ μὴ χαίρονται οἱ πάμφτωχοι ἄνθρωποι ὅταν λαμβάνουν τὶς τεράστιες δωρεὲς ἀπὸ τὸν πλούσιο Θεό;

Στοὺς πλούσιους ὑπενθυμίζουμε τὸ καθῆκον τους καὶ τοὺς παρακαλοῦμε νὰ παράσχουν τὴ βοήθειά τους σὲ ὅσους τὴν ἀναμένουν. Οἱ γονεῖς ποὺ ἔχουν τὰ παιδιά τους χορτασμένα καὶ καλοντυμένα καὶ μέσα σὲ δωμάτια ζεστά, ἂς ἔχουν ὑπόψιν πὼς ὑπάρχουν παιδιά, τῶν ὁποίων οἱ γονεῖς δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ τοὺς ἐξασφαλίσουν οὔτε τὴν κόρα τοῦ ψωμιοῦ, οὔτε τὰ ζεστὰ ροῦχα, οὔτε τὰ στεγνὰ ὑποδήματα, οὔτε καὶ τὸ ἄνετο στρῶμα, οὔτε καὶ τὸ ζεστὸ δωμάτιο, καὶ ἂς πράξουν ὅ,τι μποροῦν γι’ αὐτὰ τὰ παιδιά.

Ἡ ἠθικὴ τοῦ καθήκοντος εἶναι ἡ ἠθικὴ τοῦ δούλου καὶ τοῦ σκλάβου.

Ἡ ἠθικὴ τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ ἠθικὴ τοῦ ἀνθρώπου.

Ἄγνοια καθήκοντος εἶναι πολὺ ἁπλὰ ἄγνοια ἀγάπης.

Ἡ ἀγάπη χαρίζει, τὸ καθῆκον δανείζει.

Ἡ ἀγάπη ἵσταται ὑπεράνω της διάκρισης καλοῦ καὶ κακοῦ. Τὸ καθῆκον εἶναι ἡ ἀκούραστη διάκριση τοῦ κακοῦ ἀπὸ τὸ καλό.

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς