Τετράδιο
Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026
Τρίτη 28 Ιουλίου 2026
Μὲ σιδερωμένα ράσα
καὶ πουκάμισο...
Ὁ Γέρων Αἰμιλιανὸς ἦταν εἴκοσι δύο χρόνια μικρότερος ἀπὸ τὸν παπα-Ἐφραὶμ
τὸν Κατουνακιώτη, κι ὅμως ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος εἶχε κρίνει ὅτι ἐκεῖνος ὁ ἱερομόναχος
ἦταν σὲ θέση νὰ ἀντιληφθεῖ τὰ βιώματα τοῦ σπουδαίου ἁγιορείτη, κι ὅπως ἀργότερα
ἐξομολογοῦνταν ὁ παπα-Ἐφραίμ: «Οἱ καρδιές μας ἔγιναν ἕνα καὶ συναντιόμαστε σὰν
δύο φλόγες ποὺ ἀνεβαίνουν στὸν οὐρανό!»
Στὴν πρώτη ἐντύπωση, ὁ παπα-Ἐφραὶμ εἶχε παρεξηγήσει τὸν μετέπειτα Γέροντα
Αἰμιλιανὸ τὸν Σιμωνοπετρίτη. Τὸν εἶχε δεῖ κάπως καλοφτιαγμένο, τοῦ φάνηκε κάπως
«σιδερωμένος», ἀτσαλάκωτος ποὺ λέμε, ἔμοιαζε κάπως σὰν πριγκιπόπουλο, ὥστε εἶπε
ἀπὸ μέσα του:
«Ἔ, καλά, ἕνας παπὰς σὰν τοὺς ἄλλους, ποὺ ἦρθε νὰ συζητήσουμε γιὰ
προσευχή! Μὲ σιδερωμένα ράσα καὶ πουκάμισο! Ἄντε, νὰ τοῦ δώσω ἕνα λουκούμι καὶ
νὰ φύγει!»
Ὁ Γέρων Αἰμιλιανός, ἔτσι ὅπως ἦταν ἀπὸ τὴ φύση του καλοσυνάτος, εὐγενής, ὁλόλαμπρος,
ἔβγαλε μὲ σεμνότητα τὸν σκοῦφο του, καθήμενος σεβαστικὰ ἀπέναντι στὸν Γέροντα Ἐφραίμ.
«Εἶμαι ἡγούμενος στὰ Μετέωρα», συστήθηκε ὁ Γέρων Αἰμιλιανός. Φαινόταν ὅτι
εἶχε ἔρθει μὲ λαχτάρα γιὰ νὰ συζητήσει μὲ τὸν παπα-Ἐφραὶμ περὶ νοερᾶς προσευχῆς.
«Στὰ Μετέωρα πολὺς κόσμος», ἀποκρίθηκε ὁ παπα-Ἐφραίμ, ἴσως ἀκόμη μὲ μία ἄρνηση
μέσα του γιὰ ἐκεῖνον τὸν ἀπρόσμενο ἐπισκέπτη. «Νὰ ἔρθετε στὸ Ἅγιον Ὄρος»,
προτίμησε νὰ πεῖ.
Κάτι, ὅμως, εἰδοποιοῦσε τὸν παπα-Ἐφραίμ, μέσα του ἐνδομύχως, ὅτι κάπως εἶχε
ἀδικήσει στὴν κρίση του ἐκεῖνον τὸν νεαρὸ ἡγούμενο ἀπὸ τὰ Μετέωρα, ὁ ὁποῖος, ἐξάλλου,
εἶχε κοπιάσει ἀρκετά, μαζὶ μὲ ἄλλους δύο, γιὰ νὰ ἔρθουν σὲ συνάντηση μαζί του.
«Μήπως τὸν ἀδικῶ τὸν ἄνθρωπο;» συλλογίστηκε ὁ παπα-Ἐφραίμ. Πῆγε νὰ φέρει
τὸ λουκούμι γιὰ τὸ κέρασμα, ἐνῶ μέσα του βαροῦσε μία πολὺ βαριὰ ἀμφιβολία.
«Καὶ δὲν παίρνω μιὰ πληροφορία;» εἶπε γιὰ νὰ σιγουρευτεῖ.
Πῆγε ὁ παπα-Ἐφραὶμ παραμέσα στὸ ἐκκλησάκι του, στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἔχοντας
βάλει γιὰ σκοπὸ νὰ πάρει ὁπωσδήποτε «πληροφορία» περὶ τοῦ πατρὸς Αἰμιλιανοῦ, αὐτουνοῦ
τοῦ μουσαφίρη του ἀπ' ἔξω, τοῦ ἀτσαλάκωτου ἀπ’ τὰ Μετέωρα.
Ἔκανε δυό, ἔκανε τρεῖς μετάνοιες ὁ παπα-Ἐφραίμ, εἶπε μετὰ πρὸς τὴ
Θεοτόκο:
«Παναγία μου, νὰ τοῦ μιλήσω ἢ θὰ χάσω τὰ λόγια μου;»
Ἀκούει, τότε, ὁ Ἐφραὶμ ὁ Κατουνακιώτης τὴν ἴδια τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο νὰ
τοῦ ἀποκρίνεται μέσα ἀπὸ τὴν εἰκόνα Της:
«Βρῆκες δεύτερον Γερο-Ἰωσήφ. Μίλα!» τοῦ λέει.
Ἀναφέρονταν ἡ Θεοτόκος στὸν μακάριο Γέροντα Ἰωσὴφ τὸν Ἡσυχαστή, τὸν ἀετὸ
τῶν ἀετῶν τοῦ Ἁγίου Ὅρους κατὰ τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 20ου αἰῶνος καὶ ἐκλιπόντα
πνευματικὸ πατέρα τοῦ παπα-Ἐφραίμ.
Ἀναστατώθηκε ὁ παπα-Ἐφραίμ. Ὤ, ἵδρωσε! Τρόμαξε. «Ὤ, ἐγκλημάτησα κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ
μου!» εἶπε μὲ τρομάρα. Ἔτρεξε ἔξω, πῆρε μαζί του τὸν πατέρα Αἰμιλιανὸ καὶ τὸν ἔχωσε
μέσα στὸ ἐκκλησάκι.
Θὰ πρέπει νὰ συζήτησαν κάμποσες ὧρες μεταξύ τους καὶ ἀπὸ τότε δὲν χώρισαν
ποτέ τους.
Ὁ παπα-Ἐφραὶμ ὁ Κατουνακιώτης ἔλεγε συχνὰ γι’ αὐτὸν τὸν θεόσταλτο τῶν
Μετεώρων: «Βρῆκα τὸν ἀπολεσθέντα Γέροντά μου, ἕναν ἄλλο Γερο-Ἰωσήφ, τὸν
χρυσόγλωσσο καὶ σεβαστὸ Γέροντα Αἰμιλιανό!»
Ἄλλοτε, εἶπε γιὰ τὸν Αἰμιλιανό: «Αὐτός, παιδί μου, εἶναι εὐωδία».
Γέρων Ἀθανάσιος
Σιμωνοπετρίτης
Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026
Σάββατο 25 Ιουλίου 2026
«Ὁ λαὸς πιστεύει, ἀλλὰ
θέλει καὶ μερακλῆ τσομπάνο»
Δημήτριος
Γκαγκαστάθης Ἱερεύς
Στὶς 29 Ἰανουαρίου τοῦ 1975 ἀναπαύθηκε ἐν Κυρίῳ ὁ μεγάλος σύγχρονος ἅγιος
παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης. Τὸ πνευματικό του τέκνο, ὁ Στυλιανὸς Κεμεντζετζίδης,
ἔχει ἐκδόσει τὸν βίο καὶ τὰ ἔργα του γιὰ νὰ γνωρίσουμε πῶς πολιτεύθηκε ὁ ἄνθρωπος
τοῦ Θεοῦ καὶ γνήσιος ποιμὴν τῶν λογικῶν προβάτων Του.
Ἦταν πραγματικὸς παπᾶς, λειτουργὸς τοῦ Ὑψίστου, ποὺ θυσίαζε τὴν ζωή του ὑπὲρ
τῶν προβάτων. Ὅταν τὸν κατεδίωκαν οἱ ἀντάρτες τοῦ ΕΛΑΣ, κατέφυγε στὴν Μητρόπολι
Τρικάλων καὶ τὸν ἔστειλαν γιὰ προστασία στοὺς ἀγωνιστὲς τοῦ Ζέρβα.
Διηγεῖται ὁ ἴδιος:
«Ἀποφάσισαν νὰ μὲ πάρουν στὸ Βοργαρέλι καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ μὲ στείλουν μὲ τὸ ἀεροπλάνο
στὴν Μέση Ἀνατολή, στὴν Ἑλληνική Κυβέρνησι. Ἤθελαν νὰ ἀποδείξουν ὅτι ὁ
κομμουνισμὸς καὶ τὸ ΕΑΜ καταδιώκει τοὺς ἱερεῖς, γιὰ νὰ πάρουν αὐτοὶ γαλόνια
(βαθμούς) καὶ ἐμένα νὰ μὲ δώσουν δόξες, τιμὲς καὶ θέσι ἐξαιρετική. Τοὺς εἶπα· θὰ
μὲ ἀφήσετε ἀπόψε νὰ προσευχηθῶ καὶ τὸ πρωΐ θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Διὰ τῆς προσευχῆς ἔβγαλα
τὴν ἀπόφασι: ὄχι. Δὲν πρέπει, εἶπα, νὰ φύγω μακρυὰ ἀπὸ τὸ ποίμνιό μου καὶ ἀπὸ τὸ
Ναὸ τῶν Ταξιαρχῶν. Ἄς βασανιστῶ καὶ ὑποφέρω, θὰ μείνω ἐδῶ, πλησίον τοῦ Χριστοῦ
καὶ ὄχι τοῦ χρυσοῦ. Θὰ πεθάνω στὴν πόρτα τῶν Ταξιαρχῶν, σύμφωνα μὲ τὸν ὅρκο ποὺ
ἔδωσα».
Καὶ δὲν εἶναι εὔκολα λόγια αὐτά. Δὲν εἶναι κηρύγματα ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς. Τὸ
πόσο βασανίστηκε, τὸ τί ὑπέστη, δὲν τὸ χωρεῖ νοῦς ἀνθρώπου...
Ὅμως καὶ τὸ ποίμνιό του τὸν ὑπεραγαποῦσε καὶ τὸν προστάτευε, ὅσο μποροῦσε,
ἀπὸ τοὺς διαφόρους ἐπίβουλους:
«Τὸ στρατηγεῖο τοῦ ΕΛΑΣ συνῆλθε καὶ ἀποφάσισε νὰ μὲ πάρουν μὲ τὸ μέρος
τους... : Ἤθελαν νὰ μὲ δώσουν ἕνα ἄλογο νὰ γυρίζω στὰ χωριὰ γιὰ καθοδήγησι καὶ
4 ἄνδρες γιὰ σωματοφυλακή, νὰ μὲ φυλάγουν. Τὸ μεγαλύτερο σατανικὸ ἀξίωμα. Ἔρχονται
στὸ χωριό. Συναθροίζονται ὅλοι τῆς περιφέρειας τὰ ὑπεύθυνα πρόσωπα καὶ ἀναφέρουν
τὴν διαταγή. Ὅλοι οἱ χωρικοὶ ἐταράχθησαν. Τί πράγματα εἶναι αὐτὰ, εἶπαν, καὶ δὲν
ἀφήνετε ἥσυχο τὸν παπᾶ μας; Ἐσεῖς θέλετε μὲ αὐτὸ νὰ τὸν καταστρέψετε. Τί
συμβαίνει πάλι; τοὺς ἐρωτῶ. Μὲ δείχνουν τὴν διαταγή. Τὴν διαβάζω καὶ τοὺς λέγω:
Αὐτὰ τὰ πράγματα ποὺ ζητᾶτε ἐσεῖς ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ τὰ κάνω. Αὐτὴ ἡ δουλειὰ
θέλει ἄνθρωπο μορφωμένο καὶ ἔμπειρο. Καὶ ὕστερα ἐγὼ τὸ ἔχω δηλώσει, θέλω νὰ
πεθάνω πραγματικὸς παπᾶς καὶ ὄχι μασκαρᾶς. Δὲν ἀναλαμβάνω τέτοια δουλειὰ καὶ ὅ,τι
θέλει ἄς γίνει. Τί σήμερα, τί ἀργότερα, ἐγὼ εἶμαι ἔτοιμος γιὰ τὸν Χριστὸ νὰ
θυσιαστῶ ὅποια ὥρα θέλήσετε. Τὸ χωριὸ ὑπὲρ ἐμοῦ... Ἔφυγαν καὶ πάλι ἄπρακτοι.
Βλέπετε πόσον ἡ θρησκεία μας εἶναι ζωντανή!»
«Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1943 ὁ Δεσπότης Κοζάνης Ἰωακείμ ἐξέδωκε καταδικαστικὴ
ἀπόφασι, δὶς εἰς θάνατον. Ὁ πρῶτος ποὺ ὑπέγραψε τὴν καταδίκη μου, ἐρήμην, ἦταν ὁ
Δεσπότης. Ἐστειλε καὶ τὸν Ἀρχιμανδρίτη του, παπᾶ Κοσμᾶ, μὲ πέντε ἀντάρτες, νὰ μὲ
ἐκτελέσουν καὶ ἡσυχάσουν, ἐπειδὴ πολὺ τοὺς ἀνησυχοῦσα καὶ τοὺς χαλνοῦσα τὰ
σχέδιά τους, καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ κάνουν δουλειὰ στὸ χωριό. Οἱ ἐνορίτες μου μὲ ἄκουγαν,
ἐπειδὴ πρῶτος ἐγὼ ἔτρεχα στοὺς κινδύνους, γιὰ νὰ τοὺς σώσω, μὲ ὁποιονδήποτε
τρόπο μποροῦσα».
Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ κοίταζε πρὸς τὰ πάνω καὶ ρύθμιζε τὶς πράξεις καὶ τὴ
ζωή του σύμφωνα μὲ τὴν οὐράνια, αἰώνια πραγματικότητα. Ἄν κοίταζε καὶ ἔκρινε μὲ
τὰ κάτω καὶ μὲ τοὺς γύρω του ἀναπόφευκτα καὶ ὁ βίος του θὰ ἦταν ἀντίστοιχος:
«Μεταχειρίστηκαν καὶ ἄλλα σατανικὰ μέσα. Ἔβαλαν τοὺς ἄλλους ἱερεῖς νὰ ποῦν
τὴν παπαδιά: Μήπως μονάχα αὐτὸς δὲν θέλει τὸν κομμουνισμό; Καὶ ἐμεῖς δὲν τὸν
θέλουμε. Τί νὰ κάνωμε ὅμως; Ἄς τοὺς κάνωμε τώρα τὸ κέφι καὶ ἅμα ἀλλάξει ἡ
κατάστασις, αὐτοὺς θὰ λογαριάσωμε; Καὶ τὸ ἐπέτυχαν. Ἡ παπαδιὰ ἄρχισε νὰ μὲ
γκρινιάζῃ καὶ νὰ φωνάζῃ ἐναντίον μου».
«Μοῦ λέγει ἡ παπαδιά: Πράγματι χαζάθηκες. Ἐσὺ θὰ φέρης ἀποτέλεσμα μόνος;
Δὲν βλέπεις τοὺς ἄλλους παπάδες τῶν γύρω χωριῶν, ποὺ κάθονται στὰ σπίτια τους,
δουλεύουν, τρώγουν καὶ πίνουν μὲ τὶς οἰκογένειές τους; Ὅ,τι θὰ γίνῃ γιὰ ὅλο τὸν
κόσμο θὰ γίνῃ καὶ γιὰ ἐμᾶς. Τῆς λέγω: Θὰ πεθάνω γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ὄχι γιὰ τὸν
χρυσό. Κομμουνιστὴς δὲν γίνομαι».
«Μὲ δάκρυα στὰ μάτια, μοῦ λέγουν: Πῶς κατάντησες νὰ ὑποφέρῃς τόσα
πράγματα καὶ σὲ αὐτὰ τὰ χάλια; Τοὺς ἀπαντῶ: Ὑπέφερε ὁ Χριστὸς γιὰ ἐμᾶς, πρέπει
τώρα καὶ ἐμεῖς νὰ ὑποφέρουμε γιὰ τὸν Χριστὸ. Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα ποὺ θὰ φύγῃ αὐτὴ ἡ
καταχνιὰ καὶ ἡ βρωμιά καὶ θὰ λάμψῃ πάλιν ἡ Ἐκκλησία».
(Τὰ ἀποσπάσματα εἶναι ἀπὸ τὸ βιβλίο ΠΑΠΑ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΑΓΚΑΣΤΑΘΗΣ Βίος
–Θαύματα-Νουθεσίαι καὶ Ἐπιστολαί)
Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026
Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026
Νὰ εἶσαι
σεμνὸς
Τὸ ποίημα τοῦ Κώστα Κρυστάλλη «Στὸ Σταυραητό», δὲν θὰ φύγει ποτὲ ἀπὸ τὴ
μνήμη μου:
Ἀπὸ μικρὸ κι ἀπ᾿ ἄφαντο πουλάκι, σταυραητέ μου,
παίρνεις κορμὶ μὲ τὸν καιρὸ καὶ δύναμη κι ἀγέρα
κι ἁπλώνεις πῆχες τὰ φτερὰ καὶ πιθαμὲς τὰ νύχια
καὶ μὲσ᾿ στὰ σύγνεφα πετᾶς, μὲσ᾿ στὰ βουνὰ ἀνεμίζεις
Τὸ διάβαζα στὸν Ὀρέστη Μακρή, στὸ καμαρίνι, κι ἔκλαιγε.
Διάβασέ μου το, ἄλλη μία φορά, μοῦ ἔλεγε.
Ὁ Μακρὴς δὲν ἦταν μόνο σπουδαῖος ἠθοποιός, ἀλλὰ καὶ ἰδιαίτερα
διαβασμένος. Τοῦ ἄρεσε νὰ μὲ συμβουλεύει. Μοῦ ἔλεγε συνέχεια:
«Τὸ στάχυ... Νὰ εἶσαι σεμνός. Ὅσο ψηλὰ κι ἂν φτάσεις, ποτὲ μὴ φουσκώσεις.
Οἱ μεγάλοι ἄνθρωποι εἶναι σεμνοί. Δὲν κάνουν ἐπίδειξη. Τὸ μεστωμένο στάχυ, ποὺ
εἶναι γεμάτο ἀπὸ καρπό, εἶναι γυρτό. Τὸ γυρτὸ σημαίνει σεμνότητα. Τὸ ἀδειανὸ
στάχυ πάει ὅπου φυσᾶ ὁ ἀέρας γιατὶ δὲν ἔχει τίποτα μέσα.»
Νίκος Ρίζος
Στὸ
Σταυραητό
Ἀπὸ μικρὸ κι
ἀπ᾿ ἄφαντο πουλάκι, σταυραητέ μου,
παίρνεις κορμὶ μὲ τὸν καιρὸ καὶ δύναμη κι ἀγέρα
κι ἁπλώνεις πῆχες τὰ φτερὰ καὶ πιθαμὲς τὰ νύχια
καὶ μέσ᾿ στὰ σύγνεφα πετᾶς, μέσ᾿ στὰ βουνὰ ἀνεμίζεις
φωλιάζεις μέσ᾿ στὰ κράκουρα, συχνομιλᾶς μὲ τἄστρα,
μὲ τὴν βροντὴ ἐρωτεύεσαι, κι ἀπιδρομᾶς καὶ παίζεις
μὲ τἄγρια ἀστροπέλεκα καὶ βασιλιᾶ σὲ κράζουν
τοῦ κάμπου τὰ πετούμενα καὶ τοῦ βουνοῦ οἱ πετρίτες.
Ἔτσι ἐγεννήθηκε
μικρὸς κι ὁ πόθος μου στὰ στήθη,
κι ἀπ᾿ ἄφαντο κι ἀπ᾿ ἄπλερο πουλάκι σταυραητέ μου,
μεγάλωσε, πῆρε φτερά, πῆρε κορμὶ καὶ νύχια
καὶ μοῦ ματώνει τὴν καρδιά, τὰ σωθικά μου σκίζει
κι ἔγινε τώρα ὁ πόθος μου ἀητός, στοιχειὸ καὶ δράκος
κι ἐφώλιασε βαθιὰ - βαθιὰ μέσ᾿ στ᾿ ἄσαρκο κορμί μου
καὶ τρώει κρυφὰ τὰ σπλάγχνα μου, κουφοβοσκάει τὴν νιότη.
Μπεζέρισα νὰ
περπατῶ στοῦ κάμπου τὰ λιοβόρια.
Θέλω τ᾿ ἀψήλου ν᾿ ἀνεβῶ ν᾿ ἀράξω θέλω, ἀητέ μου,
μέσ᾿ στὴν παλιά μου κατοικιά, στὴν πρώτη τὴ φωλιά μου,
Θέλω ν᾿ ἀράξω στὰ βουνά, θέλω νὰ ζάω μ᾿ ἐσένα.
Θέλω τ᾿ ἀνήμερο καπρί, τ᾿ ἀρκούδι, τὸ πλατόνι,
καθημερνή μου κι ἀκριβὴ νὰ τἄχω συντροφιά μου.
Κάθε βραδούλα, κάθε αὐγή, θέλω τὸ κρύο τ᾿ ἀγέρι
νἄρχεται ἀπὸ τὴν λαγκαδιά, σὰν μάνα, σὰν ἀδέρφι
νὰ μοῦ χαϊδεύει τὰ μαλλιὰ καὶ τ᾿ ἀνοιχτά μου στήθη.
Θέλω ἡ
βρυσούλα, ἡ ρεματιά, παλιὲς γλυκές μου ἀγάπες
νὰ μοῦ προσφέρνουν γιατρικὸ τ᾿ ἀθάνατα νερά τους.
Θέλω τοῦ λόγγου τὰ πουλιὰ μὲ τὸν κελαϊδισμό τους
νὰ μὲ κοιμίζουν τὸ βραδύ, νὰ μὲ ξυπνοῦν τὸ τάχυ.
Καὶ θέλω νἄχω στρῶμα μου, νἄχω καὶ σκέπασμά μου
τὸ καλοκαίρι τὰ κλαδιὰ καὶ τὸν χειμώ᾿ τὰ χιόνια.
Κλωνάρια ἀπ᾿
ἀγριοπρίναρα, φουρκάλες ἀπὸ ἐλάτια
θέλω νὰ στρώνω στοιβανιὲς κι ἀπάνου νὰ πλαγιάζω,
ν᾿ ἀκούω τὸν ἦχο τῆς βροχῆς καὶ νὰ γλυκοκοιμιέμαι.
Ἀπὸ ἡμερόδεντρον
ἀητέ, θέλω νὰ τρώω βαλάνια,
θέλω νὰ τρώω τυρὶ ἀλαφιοῦ καὶ γάλα ἀπ᾿ ἄγριο γίδι.
Θέλω ν᾿ ἀκούω τριγύρω μου πεῦκα κι ὀξιὲς νὰ σκούζουν,
θέλω νὰ περπατῶ γκρεμούς, ῥαϊδιά, ψηλὰ στεφάνια,
θέλω κρεμάμενα νερὰ δεξιὰ ζερβιὰ νὰ βλέπω.
Θέλω ν᾿ ἀκούω τὰ νύχια σου νὰ τὰ τροχᾶς στὰ βράχια,
ν᾿ ἀκούω τὴν ἄγρια σου κραυγή, τὸν ἴσκιο σου νὰ βλέπω.
Θέλω, μὰ δὲν ἔχω φτερά, δὲν ἔχω κλαπατάρια,
καὶ τυραννιέμαι, καὶ πονῶ, καὶ σβυιέμαι νύχτα μέρα.
Παρακαλῶ σε,
σταυραητέ, γιὰ χαμηλώσου ὀλίγο
καὶ δῶσ᾿ μου τὲς φτεροῦγες σου καὶ πάρε με μαζί σου,
πάρε με ἀπάνου στὰ βουνά, τὶ θὰ μὲ φάῃ ὁ κάμπος!
Κώστας Κρυστάλλης
Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026
Πρός τόν Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη
Τρίτη 21 Ιουλίου 2026
Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026
Κυριακή 19 Ιουλίου 2026
Σάββατο 18 Ιουλίου 2026
τὸν ὕπνο δὲν ἐχόρτασα, καὶ τώρ᾿ ἀποσταμένος
θέλω νὰ πάω νὰ κοιμηθῶ. Ἐστέρεψ᾿ ἡ καρδιά μου.
Βρύση τὸ αἷμα τὄχυσα σταλαματιὰ δὲ μένει.
Θέλω νὰ πάω νὰ κοιμηθῶ. Κόψτε κλαρὶ ἀπ᾿ τὸ λόγγο
νά ῾ναι χλωρὸ καὶ δροσερό, νἆναι ἀνθοὺς γεμάτο,
καὶ στρῶστε τὸ κρεβάτι μου καὶ βάλτε με νὰ πέσω.
Ποιὸς ξέρει ἀπ᾿ τὸ μνῆμα μου τί δέντρο θὰ φυτρώσει!
Κι ἂν ξεφυτρώσει πλάτανος, στὸν ἴσκιό του ἀπὸ κάτω
θά ῾ρχονται τὰ κλεφτόπουλα τ᾿ ἅρματα νὰ κρεμᾶνε.
Νὰ τραγωδοῦν τὰ νιάτα μου καὶ τὴν παλληκαριά μου.
Κι ἂν κυπαρίσσι ὄμορφο καὶ μαυροφορεμένο,
θἄρχονται τὰ κλεφτόπουλα τὰ μῆλα μου νὰ παίρνουν,
νὰ πλένουν τὶς λαβωματιές, τὸ Δῆμο νὰ σχωρᾶνε.
Ἔφαγ᾿ ἡ φλόγα τ᾿ ἅρματα, οἱ χρόνοι τὴν ἀνδρειά μου.
Ἦρθε κι ἐμένα ἡ ὥρα μου. Παιδιά μου μὴ μὲ κλάψτε.
Τ᾿ ἀνδρειωμένου ὁ θάνατος δίνει ζωὴ στὴ νιότη.
Σταθεῖτ᾿ ἐδῶ τριγύρω μου, σταθεῖτε ἐδῶ σιμά μου,
τὰ μάτια νὰ μοῦ κλείσετε, νὰ πάρτε τὴν εὐχή μου.
Κι ἕν᾿ ἀπὸ σᾶς τὸ νιώτερο ἂς ἀνεβεῖ στὴ ράχη,
ἂς πάρει τὸ τουφέκι μου, τ᾿ ἄξο μου καρυοφύλλι
κι ἂς μοῦ τὸ ρίξει τρεῖς φορὲς καὶ τρεῖς φορὲς ἂς σκούξει.
«Ὁ Γερο Δῆμος πέθανε, ὁ Γερο Δῆμος πάει».
Θ᾿ ἀναστενάξ᾿ ἡ λαγκαδιά, θὲ νὰ βογκήξει ὁ βράχος
θὰ βαργομήσουν τὰ στοιχειά, οἱ βρύσες θὰ θολώσουν
καὶ τ᾿ ἀγεράκι τοῦ βουνοῦ, ὁποὺ περνᾶ δροσᾶτο,
θὰ ξεψυχήσει, θὰ σβηστεῖ, θὰ ρίξει τὰ φτερά του,
γιὰ νὰ μὴν πάρει τὴ βοὴ ἄθελα καὶ τὴ φέρει
καὶ τήνε μάθει ὁ Ὄλυμπος καὶ τὴν ἀκούσει ἡ Πίνδος
καὶ λυώσουνε τὰ χιόνια τους καὶ ξεραθοῦν οἱ λόγγοι.
Τρέχα, παιδί μου γρήγορα, τρέχα ψηλὰ στὴ ράχη
καὶ ρίξε τὸ τουφέκι μου. Στὸν ὕπνο μου ἐπάνω
θέλω γιὰ ὕστερη φορὰ ν᾿ ἀκούσω τὴ βοή του.
Ἔτρεξε τὸ κλεφτόπουλο σὰ νἄτανε ζαρκάδι,
ψηλὰ στὴ ράχη τοῦ βουνοῦ καὶ τρεῖς φορὲς φωνάζει:
«Ὁ Γερο Δῆμος πέθανε, ὁ Γερο Δῆμος πάει».
Κι ἐκεῖ ποὺ ἀντιβοούσανε οἱ βράχοι, τὰ λαγκάδια
ρίχνει τὴν πρώτη τουφεκιὰ κι ἔπειτα δευτερώνει.
Στὴν τρίτη καὶ τὴν ὕστερη τ᾿ ἄξο του καρυοφύλλι
βροντᾶ, μουγκρίζει σὰ θεριό, τὰ σωθικά του ἀνοίγει
φεύγει ἀπ᾿ τὰ χέρια σέρνεται στὸ χῶμα λαβωμένο
πέφτει ἀπ᾿ τοῦ βράχου τὸ γκρεμό, χάνεται πάει, πάει.
Ἀκουσ᾿ ὁ Δῆμος τὴ βοὴ μὲς τὸν βαθὺ τὸν ὕπνο,
τ᾿ ἀχνό του χείλι ἐγέλασε, ἐσταύρωσε τὰ χέρια...
Ὁ Γερο Δῆμος πέθανε, ὁ Γερο Δῆμος πάει.
Τ᾿ ἀνδρειωμένου ἡ ψυχὴ τοῦ φοβεροῦ τοῦ Κλέφτη
μὲ τὴ βοὴ τοῦ τουφεκιοῦ στὰ σύγνεφ᾿ ἀπαντιέται
ἀδερφικὰ ἀγκαλιάζονται, χάνονται, σβηῶνται, πᾶνε.
Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026
Μία ταραχὴ ἀνήκουστη στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία
Ὁ πολιτισμὸς δὲν θεραπεύει μήτε καὶ μειώνει τὴν ὡμότητα καὶ τὸν ἐγωισμὸ τῶν
ἀνθρώπων, ἐνῶ συχνὰ τὰ αὐξάνει.
Στὴ Δύση κυριαρχεῖ ἡ ταραχή. Ἡ αἰτία τῆς ταραχῆς στὴ Δύση εἶναι ποὺ
γύρισαν τὴν πλάτη τους στὸν Θεὸ καὶ ἔστρεψαν τὸ πρόσωπό τους πρὸς τὸν σατανᾶ.
Πάντα ἡ ἴδια αἰτία, ἡ ἔκπτωση δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἡ συμπόρευση μὲ τὸν σατανᾶ.
Ὁ Θεὸς προειδοποιεῖ σοβαρὰ καὶ πατρικά, ἐνῶ ὁ σατανᾶς προβάλλει ψεύτικες εἰκόνες,
προσελκύοντας κοντά του τοὺς ἄφρονες καὶ ἐλαφρόμυαλους. Μὲ τὰ φαρμακερά του
γλυκίσματα ψαρεύει καὶ ἕλκει τοὺς ἡδυπαθεῖς καὶ κοντόφθαλμους.
Στὴ Δύση ὅλα κατάντησαν ἐρώτημα καὶ ὅλα τέθηκαν σὲ ἀμφισβήτηση: ὁ Θεός, ἡ
ψυχή, ἡ ἠθική, ὁ γάμος, ἡ οἰκογένεια, ἡ κοινωνία, τὸ κράτος, αὐτὸς ὁ κόσμος μὰ
καὶ ὁ ἄλλος κόσμος. Ὅλα ἔγιναν ἐρωτήματα πάνω στὰ ἐρωτήματα… Ἡ δυτικὴ ἐπιστήμη
εἶναι τὸ ἀτσάλινο χτένι στὰ χέρια τοῦ ἀντιχρίστου, ἕνα χτένι ποὺ ξύνει παλιὲς
πληγὲς καὶ ἀνοίγει καινούργιες… Καί, πραγματικά, ὁ ἄρχοντας τοῦ Ἅδου, μὲ τὴ
συνδρομὴ τῆς ψευδο-ἐπιστήμης, γέννησε στὴ Δύση μία ταραχὴ ἀνήκουστη στὴν ἀνθρώπινη
ἱστορία. Μὲ τὴν ταραχὴ εἶναι ἐξέλιξη, πολιτισμός, πρόοδος, ἡ ταραχὴ εἶναι ζωή!
Ἡ Δύση σταμάτησε νὰ παράγει ἅγιους καὶ σοφούς. Αὐτὸ χρονολογεῖται ἀπὸ
τότε ποὺ οἱ πάπες σταμάτησαν νὰ εἶναι ἅγιοι καὶ σοφοὶ καὶ ἔγιναν πολιτικοὶ καὶ
διπλωμάτες.
Ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος δὲν σκέφτεται ποτὲ τὸν θάνατο, δὲν ἔχει χρόνο νὰ
σκεφτεῖ τὸν θάνατο. Σκέφτεται μονάχα τὴν ὑποταγὴ καὶ τὴν ἐκμετάλλευση. Τὴν ἐκμετάλλευση
γῆς καὶ ἀέρα, πυρὸς καὶ ὕδατος, φυτῶν καὶ ζώων, γειτονικῶν λαῶν καὶ κρατῶν. Ἀνακάλυψε
τὸ σύνθημα τῆς ἐπιστήμης καὶ τοῦ πολιτισμοῦ του: ὑποτάξτε καὶ ἐκμεταλλευτεῖτε. Ἡ
παγκοσμιοποίηση εἶναι ἡ κατάρα τῶν καιρῶν μας.
Ποιό τὸ ὄφελος ἀπὸ τὸ ὅτι ἡ Εὐρώπη, ἡ Ἀμερικὴ καὶ ὅλες οἱ ἤπειροι τρέχουν
νὰ κατακτήσουν τὸν κόσμο, τὸ σύμπαν, τὴ Σελήνη, τὸν Ἄρη καὶ τ’ ἀστέρια; Τί θὰ ὠφελήσει
τὸν ἄνθρωπο ἂν ἀποκτήσει τὸν κόσμο ὅλο καὶ βλάψει τὴν ψυχή του, ἂν χάσει τὴν
ψυχή του; Ἀπὸ ποιόν θέλετε, ὢ ἄνθρωποι, νὰ κατακτήσετε τὴ Σελήνη; Ἀπὸ ποιόν νὰ
πάρετε τὰ ἄστρα; Ἀπὸ τὸν Κύριο, ὁ ὁποῖος τὰ ἔχει σπείρει σὰν ἄλλα ἄνθη στὴν ἀτέλειωτη
ἀπεραντοσύνη; Πόσο ἐλεεινὸς εἶναι ὁ εὐρωπαῖος ἄνθρωπος ὅταν ἐκστρατεύει κατὰ τοῦ
οὐρανοῦ, σὰν νὰ πρόκειται γιὰ τὸν ἐχθρό του!
Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026
Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026
κόψετε παιδιὰ τὴν πασχαλιὰ
κι ὅλα μὲ χαρὲς καὶ μὲ τραγούδια
τρέξετε ν᾿ ἀλλάξωμε φιλιά.
καὶ μοσχοβολοῦν οἱ ἐκκλησιές,
μόσχος τὰ φιλιὰ στὸ κάθε στόμα,
τὰ φιλιὰ τῆς ἄνοιξης δροσιές.
καὶ τ᾿ ἀρνί μας ψήνεται σιγά.
Καὶ μὲ τῆς Ἀνάστασης τὴ χάρη
φέρτε νὰ τσουγκρίσουμε τ᾿ αὐγά.
Τρίτη 14 Ιουλίου 2026
Ἐπιστολὴ Μάρκου
Μπότσαρη πρός τή θεία του Μαρία
Μάρκος Μπότσαρης (Μεσολόγγι)
Μαρία Μπότσαρη (Ἀγκῶνα)
11 Φεβρουαρίου 1823
Κυρία Θεία σὲ προσκυνῶ. Περιχαρῶς ἐδέχθην τὸ ποθητόν μοι γράμμα σου, ἐκ
τοῦ ὁποίου ἐχάρην μαθὼν διὰ τὴν ἀγαθὴν ὑγείαν σας, κἀγὼ ὑγιαίνω. Μὲ μεγάλην μου
ἀπορίαν εἶδον νὰ μοῦ γράφῃς ὅτι δὲν ἔλαβες κανένα γράμμα μου, ἐνῶ σᾶς ἔστειλα
τρία τέσσερα καὶ κατ’ εὐθεῖαν καὶ διὰ μέσου Κορφῶν.
Τὴν ἅλωσιν τῆς Πατρίδος μας πρὸ καιροῦ στοχάζομαι τὴν ἐμάθατε. Ἐγὼ ἐπειδὴ
καὶ ἔλλειψα ἀπὸ τὸν ἀποκλεισμὸν τῆς Πατρίδος μας, ἡ τύχη μὲ ἔφερε καὶ ἀπεκλείσθην
εἰς τὸ Μεσολόγγι, καὶ ἐπολιορκήθημεν ἑβδομήντα πέντε ἡμέρες. Πολεμούμενοι μὲ
μεγάλην ὁρμὴν ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα ἔκαμον καὶ ἕνα γιουροῦσι
πλὴν δὲν ἐκατώρθωσαν τίποτε, ἐσκοτώθηκαν ἕως τετρακόσιοι καὶ ἐτράπησαν εἰς τὰ ὀπίσω.
Μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας ἔπειτα ἀπὸ τὸ γιουροῦσι αἰφνηδίως τοὺς ἐνέπεσε πανικὸς
καὶ διὰ νυκτὸς ἔφυγαν, ἀφίνοντες τὰ κανόνια, τζιουπχανέδες, τζατήρια καὶ ὅλα τὰ
πράγματά τους καὶ ἐστάθησαν εἰς Βραχῶρι, ἐκεῖ ἔμειναν τριάντα σχεδὸν ἡμέρας ἀποκλεισμένοι
ἀπὸ τὸν Ποταμὸν καὶ ἀπὸ τὰ εἰδικά μας ἀσκέρια πέριξ. Ἔκαμον πολλοὺς ἀκροβολισμοὺς
καὶ ἐσκοτώθηκαν ἀρκετοί, καὶ τέλος πάντων μὲ μανιώδη ἀπόφασιν ἐπέρασαν τὸν
ποταμόν, ὅπου ἐπνίγησαν σχεδὸν ὀκτακόσιοι καὶ δίχως νὰ σταθοῦν πουθενὰ ἐτραβήχθησαν
εἰς Βόνιτζαν, πλὴν καὶ ἐκεῖ δὲν θὰ σταθοῦν. Ὁ χαμός τους εἰς ὅλην τὴν ἐκστρατείαν
ταύτην ἔγινεν ἀπὸ χιλιάδες τρεῖς καὶ ἐπέκεινα, μέχρι τοῦδε ἡ θεία χάρις μᾶς ἐβοήθησεν,
οὕτω καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἄμποτε.
Τὸ μηνιαῖον ὅπου σᾶς ἐμβάζει ὁ μητροπολίτης Ἰγνάτιος σᾶς ἀρκεῖ, λοιπόν,
σταθῆτε ἐν ἡσυχίᾳ νὰ ἴδωμεν ἀκόμη κανένα δυὸ μῆνες καὶ κατὰ τὴν ὁδηγίαν τοῦ
καιροῦ, τότε σᾶς γράφω καὶ βγαίνετε. Θεόθεν δὲ ὑγιαίνετε.
Ὁ καπετὰν Νότης, Κώστας, Τόλιος καὶ Θανάσης καὶ ἡ Δέσπω καὶ ὁ Νικολάκης
καὶ Δημήτρης εἶναι εἰς Κορφοὺς καὶ εἶναι καλὰ καὶ τοὺς ἔγραψα διὰ νὰ ἔλθουν ἐδῶ,
ἀφήνοντας μόνο τὴν Δέσπω εἰς Κορφούς.
Καὶ ἐγὼ νοῦτζο σᾶς προσκυνῶ καὶ γέρεψα ἀπὸ τὸ λάβωμα καὶ τώρα σὰν θέλει ὁ
Θεός.
Μάρκος Μπότσαρης
Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026
στὰ παραθύρια κάθεται, τοὺς κάμπους ἀγναντεύει
κι᾿ ἀναστενάζει ἀπ᾿ τὴν καρδιὰ καὶ μὲ τὸ νοῦ της λέει:
- Μάνα μὲ κακοπάντρεψες καὶ μ᾿ ἔδωκες σὲ κλέφτη,
ποὺ βρίσκεται στὸν πόλεμο ἀπ᾿ τὴν αὐγὴ ὡς τὸ βράδυ,
κι᾿ ἀπὸ τὸ βράδυ ὡς τὴν αὐγὴ φυλάει στὸ καραοῦλι,
καὶ δὲν τὸν εἶδα μιὰ φορὰ νὰ κοιμηθῇ σιμά μου.
Ἐγὼ τουφέκια σκιάζουμαι, τ᾿ ἄρματα ἐγὼ τὰ τρέμω.,
γιὰ νὰ τὰ ζώσω στὸ κορμὶ νὰ πάω ἀπὸ κοντά του,
κ᾿ ἐχτίκιασαν τὰ στήθια μου, ἐμάλλιασε ἡ καρδιά μου,
μαράθηκαν τὰ νειᾶτα μου κ᾿ ἡ ἐμορφιά μου ἐχάθη.
σὰν τί τὰ θέλω τὰ φλουριὰ καὶ τὰ βαρειὰ γιουρντάνια,
σὰν τί τὰ θέλω τὰ χρυσᾶ κι᾿ ἀσημωμένα ροῦχα,
σὰν δὲν κοιμοῦμαι μιὰ φορὰ στὸ πλάϊ τοῦ καλοῦ μου;
Νἄμουνα κάλλια πιστικιά, κάλλια θερίστρα νἄμουν,
παρὰ ἡ καπετάνισσα τοῦ Γέρω-Δήμου ἡ νύφη.
Γιὰ ἰδὲς θερίστρες, πιστικιές, ὁλημερὶς γυρνᾶνε
στὰ ρέματα στὶς λαγκαδιές, στοὺς κάμπους καὶ στὰ πλάγια
μὲ τὸν καλό τους στὸ πλευρὸ καὶ μὲ μικρὰ στὰ χέρια·
κ᾿ ἐγὼ κλεισμένη μοναχὴ ψηλὰ στὰ κορφοβούνια,
τὰ λερωμένα του σκουτιὰ μπεζέρισα νὰ πλένω,
κι᾿ ὥρα τὴν ὥρα μὲ καρδιὰ καταλαχταρισμένη
τὸν καπετάνο καρτερῶ τόσες βραδειὲς κι᾿ αὐγοῦλες,
πότε νὰ τὸν ἰδῶ γερὸς ν᾿ ἀφήσῃ τὰ λημέρια,
νἀρθῇ στὸ σπίτι μιὰ φορά, νὰ κοιμηθοῦμε ἀντάμα!














