Τετράδιο
Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026
Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026
Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026
Οἱ πρόθυμοι δοῦλοι
Ἔζησε καὶ
ξαναέζησε ἡ ἀνθρωπότητα καιρούς, καιροὺς δουλείας ποὺ ξεσηκώνονταν οἱ λαοὶ γιὰ
νὰ τὴν ἀποτινάξουν, καὶ καιροὺς ἐλευθερίας ποὺ ἐπλήγωνε καὶ τελικὰ δηλητηρίαζε ὁ
ἀτομικισμὸς —ἀφοῦ, κατὰ τὴν ἀθάνατη ρήση τοῦ Μακρυγιάννη, ἡ ἐλευθερία —καὶ ἡ
Δημοκρατία— στηρίζεται στὸ «ἐμεῖς» καὶ ποτὲ στὸ «ἐγώ».
Καὶ ἦλθαν
πάλι καιροί, μετὰ τὸν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καὶ μετὰ τὸν Ψυχρὸ λεγόμενο Πόλεμο,
ποὺ ἡ ἀνθρωπότητα ὁλόκληρη ἔμοιαζε νὰ νοσταλγεῖ γιὰ Ἐλευθερία καὶ Δημοκρατία. Δὲν
εἶχε κατορθώσει νὰ διακρίνει πὼς πίσω ἀπὸ τὶς εὐγενεῖς καὶ ὁλόφωτες ἐτοῦτες
προσδοκίες, μία νέα μορφὴ κοινωνίας πρόβαλε —κοινωνίας θρεμένης, εἶναι ἡ ἀλήθεια,
ἀπὸ τὴν πείνα, τὴν στέρηση καὶ τὴν λαχτάρα μιᾶς ζωῆς περισσότερο ἀνθρώπινης — ἡ
καταναλωτική, μὲ μοναδικὸ στόχο: τὴν ἀπόλαυση τῆς ζωῆς αὐτῆς. Καὶ μὲ ταυτόχρονη
σκίαση μιᾶς ἄλλης ζωῆς ποὺ ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ τὴν φύση του θνητός, ὀνειρευόταν, εὐχόταν,
προσδοκοῦσε θρησκεύοντας. Καὶ μὲ τὴν θρησκεία, γινόταν τελικὰ ἄνθρωπος αὐθεντικὸς
—ἐκεῖνος ποὺ τὰ ἄνω θωροῦσε.
Στὴν ἐπίμονη
ἐτούτη λαχτάρα τοῦ μεταπολεμικοῦ ἀνθρώπου ἦλθε συνεπίκουρος ἡ ὑψηλὴ τεχνολογία ἁπλώνοντας
ἕνα δίχτυ μηχανιστικῶν προτάσεων, δελεαστικῶν τρόπων ζωῆς καὶ κοινωνίας, ἀνθρωπίνων
σχέσεων καὶ σταθερῶν σκοπῶν συμπεριφορᾶς. Καὶ δὲν κατόρθωσε νὰ διακρίνει πὼς
μέσα ἀπὸ ἐτοῦτες, τὶς καθαρὰ γήινες βλέψεις καὶ τὶς βαθύτατα ἀρνητικὲς τῶν ἀξιώσεων
τοῦ πνεύματος θέσεις, τοῦ προτεινόταν μία νέα μορφὴ δουλείας: ἡ δουλεία στὴν ὑψηλὴ
λεγόμενη τεχνολογία. Ἀφοσιώθηκε σ’ αὐτὴν μὲ μία περιπάθεια συγκλονιστικὴ γιὰ τὶς
ἀθάνατες ἀξιώσεις τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀξιοπρέπειάς του, τὶς ἀθάνατες ἀξιώσεις
βίου πνευματικοῦ, καί, χωρὶς νὰ τὸ συνειδητοποιήσει, ἔχασε τὴν ἐλευθερία του, ἔχασε
τὴν ἀξιοπρέπειά του καὶ τὸν ἱερὸ χαρακτήρα τοῦ Προσώπου του.
Δὲν εἶχε
καθόλου ὑποψιαστεῖ πὼς σὲ κάποια καμπὴ τῆς ζωῆς του αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἀξιολάτρευτη
μορφὴ δουλείας θὰ τὸν ἀπειλοῦσε, θὰ τὸν ταπείνωνε καί, ὑπαρξιακά, θὰ τὸν ἐξευτέλιζε.
Καὶ
κατέφθασε, ὡς γέννημα ἀκόρεστης ἐγκοσμιότητας καὶ ὡς καταρράκωση τῆς πνευματικῆς
του ὕπαρξης, ἡ κρίση, ἀκριβῶς, τῆς κατανάλωσης, ὅπου ὁ δοῦλος–Ἄνθρωπος εἶχε
στηρίξει ὁλόκληρη τὴν εὐδαιμονία του —πεπεισμένος πλέον ἀπὸ τὸν πνευματικὸ
μηδενισμὸ γιὰ τὸν τελικὸ του θάνατο.
Καὶ τώρα,
μέσα σ’ ἐτούτη τὴν παγκόσμια ἀμηχανία πού βρίσκονται οἱ «ἰσχυροὶ» τῆς γῆς; Μὲ τὸ
πρόσωπο στὸν τοῖχο παλεύουν νὰ ἀνακαλύψουν μία διέξοδο, μία διαφυγὴ ἀπὸ τὸν
κλοιὸ τῆς τόσο ἐπιθυμητῆς τους δουλείας, διαφυγὴ ποὺ θὰ διασώσει τὴν κατανάλωση
καὶ συνακόλουθα τὴν πνευματικὰ μηδενιστικὴ ὑλιστικὴ τους ἐγκοσμιότητα, ποὺ δὲν
θὰ ἐπιτρέψει στὸν σημερινὸ πολίτη τοῦ κόσμου νὰ βιώσει τὴν ἀνάσταση τῆς ψυχῆς
του καὶ τὴν σωστικὴ ἀνάγκη ἐπανεύρεσης τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ ξαναρχίσει ὁ ἱερὸς ἐκεῖνος
διάλογος τοῦ πλάσματος μὲ τὸν Πλάστη του. Ποὺ θὰ ἀφήσει νὰ πνεύσει πάλι ὁ ἄνεμος
τῆς ἐλευθερίας του, τῆς ἀξιοπρέπειάς του, τῆς καταναλωτικῆς κοινωνίας ποὺ θὰ
ξαναποκαλύψει τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν συγκλονιστικὴ πραγματικότητα πὼς εἴμαστε
ὄχι κάτοικοι ἀλλὰ διαβάτες, περαστικοὶ τοῦ κόσμου ἐτούτου: Τὸ σκίρτημα τῶν ψυχῶν.
Κώστας Τσιρόπουλος
Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026
Τὴν ἱερότερη ἐκδήλωση τοῦ Ἀνθρώπου
Τὴ χρησιμοποιεῖτε πάλι ὡς μέσον, ὑποζύγιον
Τῶν σκοτεινῶν ἐπιδιώξεών σας
Ἐν πλήρει γνώσει τῆς ζημιᾶς ποὺ προκαλεῖτε
Μὲ τὸ παράδειγμά σας στοὺς νεωτέρους.
Ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου, χρόνια καὶ χρόνια,
Ἕνα πρὸς ἕνα τὰ ὑπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στὶς διεθνεῖς ἀγορὲς καὶ τὰ λαϊκὰ παζάρια
Καὶ μείνατε χωρὶς μάτια γιὰ νὰ βλέπετε, χωρὶς ἀφτιὰ
Ν᾿ ἀκοῦτε, μὲ σφραγισμένα στόματα καὶ δὲ μιλᾶτε.
Γιὰ ποιὰ ἀνθρώπινα ἱερὰ μᾶς ἐγκαλεῖτε;
Ἔ ναὶ λοιπόν! Κηρύγματα καὶ ρητορεῖες.
Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026
Οἱ ἐλπίδες καὶ τὰ ρόδα νὰ μαδήσουν.
Βαρκοῦλες νὰ μοῦ φύγουνε τὰ χρόνια,
νὰ φύγουνε, νὰ σβήσουν.
γιὰ πάντα νὰ χαθοῦνε τόσοι φίλοι.
Τὸν τόπο ποὺ μεγάλωνα παιδάκι
ν᾿ ἀφήσω κάποιο δείλι.
ἡ ζωὴ νὰ μοῦ τὰ πάρει, χοροῦ γῦρος.
Ἀκόμη ὁ πόνος, ἄλλοτε ποὺ εὐώδα,
νὰ μὲ βαραίνει στεῖρος.
δὲν ἔπρεπε γλυκιὰ ἔτσι τώρα νά ῾ναι,
νὰ παίζουνε τ᾿ ἀστέρια ἐκεῖ σὰν μάτια
καὶ σὰ νὰ μοῦ γελᾶνε.
Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026
Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026
Νουθεσίαι εἰς κοσμικοὺς ποὺ τὸν ἐπισκέφθηκαν
Ἡμεῖς οἱ καλόγεροι, τὸ ὅπλο ποὺ ἔχομε, εἶναι τὸ κομβοσχοινάκι. Μάθετε νὰ ἐργάζεσθε
τὸ κομβοσχοινάκι. Ἐδῶ εἰς τὸ ὄρος ποὺ ᾔλθατε, νὰ πάρετε ὅλοι ἀπὸ ἕνα
κομβοσχοινάκι. Τὸ κομβοσχοίνι θὰ σᾶς ὁδηγήσῃ ἐκεῖ, ὅπου ἐσεῖς δὲν γνωρίζετε, σὲ
ἀνώτερα ἐπίπεδα θὰ σᾶς ὁδηγήσῃ τὸ κομβοσχοινάκι.
«Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με». Ἔχετε ἕνα πρόβλημα; Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν
με. Ἔχετε ἕνα πειρασμὸν μὲ τὸν ἄλλον, τὸν γείτονά σας, μὲ τὸν φίλον σας, κοκ.;
Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με. Ἡ εὐχὴ θὰ σᾶς δώσει λύσιν τοῦ προβλήματός σας,
λύσιν τοῦ ἀδιεξόδου του ὁποίου βρίσκεσθε.
Μία φορὰ μοῦ ἔτυχε ἕνας μεγάλος πειρασμός. Ἄρχισα ἔντονα τὴν εὐχή: Κύριε Ἰησοῦ
Χριστὲ ἐλέησόν με Παναγία μου βοήθησέ με. Ἔκανα καὶ μία παράκλησι στὴν
Γοργοεπήκοον. Δὲν ἄργησε νὰ ἔρθῃ ἡ ἀπάντησις. Τὴν τρίτην ἡμέρα ἔφυγε ὁ
πειρασμός, ὅλα τακτοποιήθηκαν.
Τὸ κομβοσχοινάκι λοιπὸν Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με. Ἂν συνταυτισθῆτε μὲ
τὸ κομβοσχοινάκι, νὰ ξέρετε, ὅτι θὰ εὕρετε ἕνα φωτισμόν, θὰ εὕρετε ἕνα ἀνώτερο ἐπίπεδον.
Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχα νὰ σᾶς εἴπω, καὶ εὔχομαι πάντοτε ἡ Παναγία μας νὰ σᾶς
σκεπάζῃ.
Ὅσιος Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης
Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026
Ὅσο μπορεῖς
Κι ἄν δέν μπορεῖς νά κάμεις τήν ζωή σου ὅπως τήν θέλεις,
τοῦτο προσπάθησε τουλάχιστον
ὅσο μπορεῖς: μήν τήν ἐξευτελίζεις
μές στήν πολλή συνάφεια τοῦ κόσμου,
μές στές πολλές κινήσεις κι ὁμιλίες.
Μήν τήν ἐξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ ἐκθέτοντάς την
στῶν σχέσεων καί τῶν συναναστροφῶν
τήν καθημερινήν ἀνοησία,
ὥς πού νά γίνει σά μιά ξένη φορτική.
Κωνσταντῖνος Καβάφης
Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026
Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026
Αὐτὰ τὰ κόκαλα εἶναι
τώρα ἅγια πράματα
Σ’ αὐτὸ τὸ κοιμητήρι τῆς Μυτιλήνης εἴχαμε θάψει στὸν καιρὸ τοῦ πρώτου
παγκοσμίου πολέμου τὴ γιαγιά μου, τὸ πιὸ γλυκὺ πρόσωπο τοῦ κόσμου. Εἶχε ἀρχίσει
ἀπὸ τότε ἡ πικρὴ ἱστορία μας, τὸ πρῶτο πείραμα ξεριζώματος λαῶν, ὁ διωγμὸς τῶν
χριστιανῶν τῆς Ἀνατολῆς στὰ 1914 καὶ ἡ καταφυγή τους στὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου.
Πέθανε ἡ γιαγιά μας τότε, μὲς στὸν πόλεμο, στὸν ξένο τόπο. Ὁ παππούς μου τὴν
ξέθαψε, σὰν ἦρθε ὁ καιρός. Ἔβαλε τὰ κόκαλά της σὲ κασελάκι, ἔφερε τὸ κασελάκι
στὴν κάμαρή του, τ’ ἀπόθεσε πλάι στὸ σπιτικὸ εἰκόνισμα, καθόταν ὧρες μονάχος καὶ
τῆς κουβέντιαζε. Προπάντων τὰ βράδια, σὰν σουρούπωνε κι ἀνέβαινε ἀπ’ τὴν
προκυμαία, ὅπου εἶναι τὸ καράβια ποὺ ταξιδεύουν καὶ μαθαίνεις τί γίνεται στὸν
κόσμο, ὁ Γιαννακο-Μπιμπέλας ἄνοιγε τὸ βῆμα, δὲν ἤθελε ν’ ἀκούση τίποτα γιὰ
φαγί, πήγαινε κατ’ εὐθείαν ἐκεῖ, στὸ κασελάκι, τὸ πρόσωπό του εἶχε ἀπόκοσμη
γαλήνη, χαμογελαστή.
«Ἔχει καλὰ νέα νὰ τῆς πῆ», ἔλεγε ἡ μάνα μας, αὐτὰ βλέποντας.
Καθόταν στὸ μιντέρι του, κοίταζε τὴν τρίφυλλη Παναγία μὲ τὸ Βρέφος, τὸ Εἰκόνισμα
ποὺ εἴχαμε φέρει ἀπ’ τὴν πατρίδα μας σὰν φεύγαμε κυνηγημένοι, κοίταζε τὸ
κασελάκι ποὺ τὸ φώτιζε τὸ καντήλι, ἄρχιζε νὰ λέη στὴν πεθαμένη καταλεπτῶς τὰ
νέα ποὺ εἶχε μάθει. Τὸ τί γίνεται στὰ Δαρδανέλλια ὅπου πολεμοῦσαν οἱ συμμαχικοὶ
στόλοι νὰ μποῦν στὸ μπουγάζι καὶ νὰ φτάσουνε στὴν Πόλη, τὸ τί γίνεται στὴ
Θεσσαλονίκη ὅπου ὁ Βενιζέλος ἔκαμε κίνημα καὶ πολεμοῦσε τὸν Βούλγαρο μὲ τὰ
παλικάρια τὰ νησιώτικα καὶ τῆς Ἀνατολῆς, μὲ τὴ Μεραρχία τοῦ Ἀρχιπελάγους, τὸ τί
ἔγινε στὰ μακρινὰ μέρη τοῦ πολέμου.
«Πατέρα, τί εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνεις, νὰ ἔχης τὴν πεθαμένη μάνα μας, τὰ
κόκαλά της, μὲς στὴν κάμαρά σου καὶ νὰ τῆς μιλᾶς; τολμοῦσε πότε-πότε νὰ τοῦ πῆ ἡ
κόρη του, καθὼς ζοῦσε καὶ τὸν τρόμο τὸν δικό μας. Ἐμπρὸς σ’ αὐτὰ τὰ ἄγρια, τὰ ἀφύσικα
ποὺ βλέπαμε, ὁ θάνατος νὰ μὴν εἶναι ὅπως τὸν φανταζόμαστε, ἡ ζωὴ νὰ συνεχίζεται
καὶ μὲ τὰ κόκαλα, στὸν ἴδιο τόνο, μὲ τὰ νέα τοῦ πολέμου, μὲ τὴν ἐλπίδα.
«Ὅπου νὰ ’ναι τελειώνει ὁ πόλεμος καὶ θὰ σὲ πάρω καὶ θὰ σὲ πάω στὰ
Κιμιντένια νὰ ξεκουραστῆς», ἔλεγε στὴ Δέσποινά του ὁ γέρο Γιαννακο-Μπιμπέλας.
«Πατέρα, πάρε τὰ κόκαλα ἀπ’ τὸ σπίτι! Τί εἶναι αὐτὰ ποὺ κάθεσαι καὶ μιλᾶς
τῆς μάνας μας; ἔλεγε ἡ κόρη του. Πατέρα, ἐγὼ φοβᾶμαι…»
«Δὲ ντρέπεσαι νὰ φοβᾶσαι τὴ μάνα σου! τὴν ἔβαζε μπροστὰ ἐκεῖνος. Αὐτὰ τὰ
κόκαλα εἶναι τώρα ἅγια πράματα. Τί φοβᾶσαι; Θὰ τὴν ἔχω ἐδῶ, κι ὕστερα θὰ τὴν
πάρω καὶ θὰ τὴν πάγω στὰ Κιμιντένια. Τότε θὰ συχάσω, καὶ θὰ μὲ βάλετε καὶ μένα
στὸ πλευρό της».
Ἔγινε ἀκριβῶς ἔτσι. Σὰν τελείωσε ὁ πόλεμος, στὰ 1919, ὁ
Γιαννακο-Μπιμπέλας πῆρε τὸ κασελάκι μὲ τὰ κόκαλα τῆς γυναίκας του, τὰ πῆγε στὰ
Κιμιντένια, τὰ ‘θαψε κάτω ἀπ’ τὸ μεγάλο βασιλικὸ δέντρο, τὴ δρῦ, ἔξω ἀπ’ τὴν
πορτάρα, στὸ κτῆμα ποὺ εἴχανε ἀναστήσει οἱ δυό τους μαζί. Κι ἐνῶ ἦταν γεμάτος ὑγεία,
ἄξαφνα, ὅταν ἔγινε αὐτὸ τὸ χρέος, μαράθηκε ἀπότομα. Σὲ λίγον καιρὸ πέθανε καὶ τὸν
θάψαμε κάτω ἀπ’ τὴ δρῦ, πλάι της.
Ἠλίας Βενέζης
Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026
Δὲν θέλει τὴν
λιακάδα
-Γέροντα, γιατί πολλοὶ ἄνθρωποι, ἐνῶ τὰ ἔχουν ὅλα, νιώθουν ἄγχος καὶ
στενοχώρια;
-Ὅταν βλέπετε ἕναν ἄνθρωπο νὰ ἔχη μεγάλο ἄγχος, στενοχώρια καὶ λύπη, ἐνῶ
τίποτε δὲν τοῦ λείπει, νὰ ξέρετε ὅτι τοῦ λείπει ὁ Θεός.
Ὅποιος τὰ ἔχει ὅλα, καὶ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ὑγεία, καὶ ἀντὶ νὰ εὐγνωμονῆ τὸν
Θεὸ ἔχει παράλογες ἀπαιτήσεις καὶ γκρινιάζει, εἶναι γιὰ τὴν κόλαση μὲ τὰ
παπούτσια. Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔχη εὐγνωμοσύνη, μὲ ὅλα εἶναι εὐχαριστημένος.
Σκέφτεται τί τοῦ δίνει ὁ Θεὸς κάθε μέρα καὶ χαίρεται τὰ πάντα. Ὅταν ὅμως εἶναι ἀχάριστος,
μὲ τίποτε δὲν εἶναι εὐχαριστημένος, γκρινιάζει καὶ βασανίζεται μὲ ὅλα. Ἄν, ἂς
ποῦμε, δὲν ἐκτιμάη τὴν λιακάδα καὶ γκρινιάζει, ἔρχεται ὁ Βαρδάρης καὶ τὸν
παγώνει…; Δὲν θέλει τὴν λιακάδα, θέλει τὸ τουρτούρισμα ποὺ προκαλεῖ ὁ Βαρδάρης.
-Γέροντα, τί θέλετε νὰ πεῖτε μ’ αὐτό;
-Θέλω νὰ πῶ ὅτι, ἂν δὲν ἀναγνωρίζουμε τὶς εὐλογίες ποὺ μᾶς δίνει ὁ Θεὸς
καὶ γκρινιάζουμε, ἔρχονται οἱ δοκιμασίες καὶ μαζευόμαστε κουβάρι. Ὄχι, ἀλήθεια
σᾶς λέω, ὅποιος ἔχει αὐτὸ τὸ τυπικὸ , τὴν συνήθεια τῆς γκρίνιας, νὰ ξέρη ὅτι θὰ
τοῦ ἔρθη σκαμπιλάκι ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ ξοφλήση τουλάχιστον λίγο σ’ αὐτὴν τὴν
ζωή. Καὶ ἂν δὲν τοῦ ἔρθη σκαμπιλάκι, αὐτὸ θὰ εἶναι χειρότερο, γιατὶ τότε θὰ τὰ
πληρώση ὅλα μία καὶ καλὴ στὴν ἄλλη ζωή.
-Δηλαδὴ , Γέροντα, ἡ γκρίνια μπορεῖ νὰ εἶναι συνήθεια;
-Γίνεται συνήθεια, γιατὶ ἡ γκρίνια φέρνει γκρίνια καὶ ἡ κακομοιριὰ φέρνει
κακομοιριά. Ὅποιος σπέρνει κακομοιριά, θερίζει κακομοιριὰ καὶ ἀποθηκεύει ἄγχος.
Ἐνῶ ὅποιος σπέρνει δοξολογία δέχεται τὴν θεϊκὴ χαρὰ καὶ τὴν αἰώνια εὐλογία. Ὁ
γκρινιάρης, ὅσες εὐλογίες κι ἂν τοῦ δώση ὁ Θεός, δὲν τὶς ἀναγνωρίζει. Γι’ αὐτὸ ἀπομακρύνεται
ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν πλησιάζει ὁ πειρασμός, τὸν κυνηγάει συνέχεια ὁ πειρασμὸς
καὶ τοῦ φέρνει ὅλο ἀναποδιές, ἐνῶ τὸν εὐγνώμονα τὸν κυνηγάει ὁ Θεὸς μὲ τὶς εὐλογίες
Του.
Ἡ ἀχαριστία εἶναι μεγάλη ἁμαρτία, τὴν ὁποία ἤλεγξε ὁ Χριστός. «Οὐχ οἱ
δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ», εἶπε στὸν λεπρὸ ποὺ ἐπέτρεψε νὰ Τὸν εὐχαριστήση.
Ὁ Χριστὸς ζήτησε τὴν εὐγνωμοσύνη ἀπὸ τοὺς δέκα λεπροὺς ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτὸ Του ἀλλὰ
γιὰ τοὺς ἴδιους, γιατὶ ἡ εὐγνωμοσύνη ἐκείνους θὰ ὠφελοῦσε.
Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης
Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026
Προσευχή
Ὦ Κύριε, δὲν γνωρίζω τί νὰ σοῦ ζητήσω. Ἐσὺ μόνο γνωρίζεις τὶς πραγματικές μου ἀνάγκες.Ἐσὺ μὲ ἀγαπᾶς περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι ἐγὼ γνωρίζω πῶς νὰ ἀγαπῶ.
Βοήθησέ με νὰ δῶ τὶς πραγματικές μου ἀνάγκες, ποὺ κρύβονται ἀπὸ μένα. Δὲν τολμῶ νὰ ζητήσω οὔτε σταυρό, οὔτε παρηγοριά. Μπορῶ μόνο νὰ Σὲ περιμένω. Ἡ καρδιά μου εἶναι ἀνοικτὴ σ’ Ἐσένα.
Ἐπίσκεψε καὶ βοήθησέ με κατὰ τὸ μέγα Σου ἔλεος. Παιδαγώγησέ με καὶ ἴασαί με, ταπείνωσέ με καὶ ἀνόρθωσέ με. Προσκυνῶ σιωπηλὰ τὸ ἅγιο θέλημά Σου καὶ τὶς ἀνεξερεύνητες ὁδούς Σου. Προσφέρω τὸν ἑαυτό μου θυσία σ’ Ἐσένα. Ἔχω ὅλη μου τὴν ἐμπιστοσύνη σ’ Ἐσένα. Δὲν ἔχω ἄλλη ἐπιθυμία ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκπληρώνω τὸ θέλημά Σου.
Δίδαξέ με πῶς νὰ προσεύχομαι. Προσεύχου Ἐσὺ μέσα μου.
Μητροπολίτης Μόσχας
Φιλάρετος (1782 -1867)
Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026
Περὶ τῆς συχνῆς θείας
Κοινωνίας
Οὔτε οἱ Πατέρες οὔτε τὰ λειτουργικὰ κείμενα ἐνθαρρύνουν τὴ μὴ συμμετοχὴ
στὰ Μυστήρια· μάλιστα οὔτε κἄν ἀφήνουν νὰ ἐννοηθεῖ κάτι παρόμοιο. Δίνοντας ἔμφαση
στὴν ἱερότητα τῆς θείας Κοινωνίας καὶ τὴν «φοβερή» της φύση καὶ καλώντας σὲ ἀνάλογη
πνευματικὴ ἑτοιμότητα, οἱ Πατέρες οὔτε ὑποστήριξαν οὔτε ἐνέκριναν τὴν εὐρέως
διαδεδομένη σύγχρονη ἀντίληψη ὅτι, ἐφόσον τὸ Μυστήριο εἶναι ἱερὸ καὶ μεγαλειῶδες,
οἱ πιστοὶ δὲν πρέπει νὰ προσέρχονται συχνὰ σ’ αὐτό. Στοὺς Πατέρες, ἡ θεώρηση τῆς
Εὐχαριστίας ὡς τοῦ μέγιστου Μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας, ὡς τοῦ πληρώματος τῆς ἑνότητας
καὶ τῆς ἄνθισής της, συνεχίζουν νὰ εἶναι αὐταπόδεικτα.
«Δεν θὰ πρέπει», γράφει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Κασσιανός, «ν’ ἀποφεύγουμε τὴν
Μετάληψη ἐπειδὴ θεωροῦμε τοὺς ἑαυτοὺς μας ἁμαρτωλούς. Ἀλλὰ νὰ προσερχόμαστε ἀκόμα
πιὸ συχνὰ γιὰ τὴ θεραπεία τῆς ψυχῆς καὶ τὸν ἐξαγιασμὸ τοῦ νοῦ, ἔχοντας ὅμως
ταπείνωση καὶ πίστη, ὥστε ἀναλογιζόμενοι τὴν ἀναξιότητά μας νὰ ἐπιθυμοῦμε διακαῶς
τὴν ἴαση τῶν πληγῶν μας. Εἶναι ἀνάρμοστο νὰ μεταλαμβάνουμε μία φορὰ τὸν χρόνο, ὅπως
ὁρισμένοι συνηθίζουν, θεωρώντας τὴν ἱερότητα τῶν θείων Μυστηρίων προσιτὴ μόνο
στοὺς ἁγίους. Εἶναι προτιμότερο νὰ σκεφτόμαστε ὅτι ἡ Χάρη ποὺ λαμβάνουμε μέσα ἀπὸ
τὸ μυστήριο μᾶς ἐξαγιάζει.
Κάθε ἄλλη συμπεριφορὰ φανερώνει περισσότερο οἴηση παρὰ ταπείνωση, καθὼς οἱ
ἄνθρωποι τὶς σπάνιες φορὲς ποὺ προσέρχονται πιστεύουν ὅτι εἶναι ἄξιοι τῆς
Κοινωνίας. Πολὺ καλύτερο θὰ ἦταν ἐάν, μὲ ταπείνωση καρδιᾶς, γνωρίζοντας ὅτι ποτὲ
δὲν εἴμαστε ἄξιοι τῶν θείων Μυστηρίων, μετέχουμε κάθε Κυριακὴ πρὸς ἴαση τῶν ἀσθενειῶν
μας, παρὰ τυφλωμένοι ἀπὸ περηφάνεια νὰ νομίζουμε ὅτι μετὰ τὴν πάροδο ἑνὸς
χρόνου ἀποχῆς γινόμαστε ἄξιοι τῆς θείας Μετάληψης».
Πρωτ. Ἀλέξανδρος
Σμέμαν
Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026
Τὰ ἀπρόοπτα
Ὅμως διαρκῶς συμβαίνουν στὴν ζωή μας ἀπρόοπτα. Ἔρχεσαι στὸ μοναστήρι γιὰ
νὰ βρῆς πνευματικὴ ζωὴ καὶ συναντᾶς κακούς. Εἶναι ἀπρόοπτο. Ζητᾶς κελλὶ ἀπὸ τὴν
πλευρὰ τοῦ μοναστηριοῦ ποὺ δὲν ἔχει ὑγρασία, τὸ ἀποκτᾶς, διαπιστώνεις ὅμως ὅτι ἡ
θάλασσα σοῦ προκαλεῖ ἀλλεργία, ὁπότε δὲν μπορεῖς νὰ χαρῇς οὔτε τὴν ἡμέρα οὔτε τὴν
νύχτα.
Ἀμέσως θὰ σοῦ πεῖ ὁ λογισμός, σήκω νὰ φύγης. Εἶναι ἀπρόοπτο.
Σὲ πλησιάζω μὲ τὴν ἰδέα ὅτι εἶσαι καλὸς ἄνθρωπος καὶ βλέπω ὅτι εἶσαι ἀνάποδος.
Ἀπρόοπτο.
Παρουσιάζονται συνεχῶς ἀπρόοπτα ἐνώπιόν μας, διότι ἔχομε θέλημα καὶ ἐπιθυμίες.
Τὰ ἀπρόοπτα εἶναι ἀντίθετα πρὸς τὸ θέλημα καὶ τὴν ἐπιθυμία μας, γι’ αὐτὸ καὶ μᾶς
φαίνονται ἀπρόοπτα, στὴν οὐσία ὅμως δὲν εἶναι.
Διότι ἄνθρωπος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν Θεὸν προσδοκᾶ τὰ πάντα καὶ λέγει πάντοτε
«γενηθήτω τὸ θέλημά σου». Θὰ ἔρθη βροχή, λαίλαπα, χαλάζι, κεραυνός; «Εἴη τὸ ὄνομα
Κυρίου εὐλογημένον».
Ἐπειδὴ αὐτὰ κοστίζουν στὴν σαρκικότητά μας, γι’ αὐτὸ ἐμεῖς τὰ βλέπομε ὡς ἀπρόοπτα.
Γιὰ νὰ μὴν ταράσσεσαι λοιπὸν κάθε φορὰ καὶ στεναχωριέσαι, γιὰ νὰ μὴν ἀγωνιᾶς
καὶ προβληματίζεσαι, νὰ τὰ περιμένης ὅλα, νὰ μπορῆς νὰ ὑπομένης ὅ,τι ἔρχεται.
Πάντα νὰ λές, καλῶς ἦλθες ἀρρώστια, καλῶς ἦλθες ἀποτυχία, καλῶς ἦλθες
μαρτύριο. Αὐτὸ φέρνει τὴν πραότητα, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχη καμία
πνευματικὴ ζωή.
Ἀρχιμ. Αἰμιλιανὸς
Σιμωνοπετρίτης
Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026
Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026
Μὲ φρεσκοπλυμένο
μάγουλο ἀπ᾿ τὴ βροχή
Σὰν νὰ ξάνοιξε ὁ καιρός. Παίρνω σιγὰ σιγὰ τὸν ἀνήφορο, κεῖνον μὲ τὶς
φαγωμένες, ἀνώμαλες πλάκες ποὺ μ᾿ ἀρέσει. Περπατῶ βλέποντας χρόνους πολλοὺς
πίσω ἀπὸ τὸ κάλυμμα τῆς συνήθειας. Ξέρω μὲ κάθε λεπτομέρεια πῶς καὶ γιατί
χτίστηκε τὸ τοιχάκι τῆς ἐκκλησίας ἔτσι, σὲ τόσο ἀνισόπεδο ἔδαφος. Ἀναγνωρίζω τὴν
ἀρχικὴ μορφὴ ποὺ πρέπει νὰ εἶχε τὸ σπίτι μὲ τὶς τρεῖς κολόνες. Ἀποδίδω τὴ
δέουσα βαρύτητα στὴ σημασία ποὺ ἔχει ἕνας τενεκὲς μὲ ἡλιοτρόπια στὸ κεφαλόσκαλο
μιᾶς ἐσωτερικῆς αὐλῆς.
Συνελόντι εἰπεῖν, ἔχω γίνει ἕνας μικρὸς Παυσανίας τῶν αἰσθήσεων καὶ τῶν ἀναλογιῶν
τους στὸ πνεῦμα, ποὺ πιότερο ἀπὸ τὰ μνημεῖα ἐνδιαφέρεται γιὰ κάτι δαφνῶνες, ἀπ᾿
αὐτοὺς μὲ τὰ δυνατὰ πράσινα πού, μόνον νὰ τὰ θωρεῖς, σοῦ στιλβώνουν μάτι μαζὶ καὶ
ψυχή. Καὶ ποὺ τοῦ ἀρέσει γράφοντας -πρέπει νὰ τὸ προσθέσω κι αὐτὸ -νὰ μὴν ξύνει
ἁπλῶς τὸ χαρτί, ἀλλὰ νὰ σκάβει καὶ ν᾿ ἀνακαλύπτει συνεχῶς τὴν Ἑλλάδα ποὺ
προϋπάρχει μέσα του καὶ πού, ἂν ἀνταποκρίνεται στὴν πραγματικότητα, ὀλίγον ἐνδιαφέρει.
Ἔχει τὸν καιρὸ ν᾿ ἀκολουθήσει ἡ πραγματικότητα. Προηγουμένως, εἶναι ἀνάγκη νὰ
πλασθεῖ ἀπ᾿ τὴ σκέψη. Μιὰ σκέψη πού, ἂν τὴ σπάσεις, ἡ χούφτα σου θὰ γεμίσει ἀπὸ
σπόρια συγκινήσεων, εὐαισθησιῶν, ἀνατάσεων, δακρύων.
Φτάνω τώρα στὸ μαντρότοιχο ἀπ᾿ ὅπου ξεπροβέλνουν τὰ κεφάλια τους, λὲς καὶ
σηκώνονται στὶς μύτες τῶν ποδιῶν τους, οἱ μανταρινιές, οἱ πορτοκαλιές, οἱ
νεραντζιές. Λάμπουν καὶ γυαλίζουν, μὲ φρεσκοπλυμένο μάγουλο ἀπ᾿ τὴ βροχή.
Παράξενο, μοῦ φαίνεται, κάθε φορὰ ποὺ τὸ συλλογίζομαι, ὅτι δὲ γνώριζαν οἱ Ἴωνες
τὰ ἑσπεριδοειδή -τόσο πολύ, πιστεύω, ἡ σκέψη τους ἀναδίδει τὴ σπιρτάδα τῶν
κίτρων.
Ἰδοὺ ἕνας ἀκόμη «κατ᾿ ἀναλογίαν» συσχετισμός, ποὺ κάνει τοὺς
περισσότερους νὰ ὑψώνουν τὰ χέρια μπροστὰ σὲ κάθε ρήση ποιητική, ποὺ δὲν εἶναι
γνώσεις ἀπὸ κρέας ὠμὸ ἀλλὰ αἴνιγμα σπινθηροβόλο, μὲ τὴ λύση του μεταποιημένη σ᾿
εὐωδιά. Σ᾿ αὐτὸ τὸ κεφάλαιο εἶμαι πολὺ εὐαίσθητος· ἡ ροπή μου καταντᾶ
διαστροφή. Κι ὅμως, πουθενὰ δὲ βρίσκω αἰσθητοποιημένη μὲ τόση ἐνάργεια τὴν ἔννοια
τῆς ἀθωότητας ὅσο στὰ μυριστικὰ χόρτα. Ὅπως τῆς καθαρότητας καὶ τῆς διαφάνειας
σὲ μιὰ λαμπερὴ νεροσταγόνα, ἢ τοῦ καθαρμοῦ καὶ τῆς ψυχικῆς ἀσηψίας στὸν ἀσβέστη.
Χωρὶς τὶς ἠθικὲς προεκτάσεις ποὺ ἔλαβαν ἐν συνεχεία, θὰ μοῦ ἦταν ἀδύνατο νὰ
κατοχυρώσω τὴ «λιγοσύνη» σὰν κεφάλαιο πολύτιμο γιὰ τὸ σύνολο, ποὺ νὰ τὸ
μεταφέρω κατόπιν, μὲ τὴν ἴδια ἰσχύ, στὸ ἄτομο.
Ἄλλοι ἂς ἀναλώνονται κι ἂς περιορίζονται σὲ αὐτὰ ποὺ ὑπάρχουν. Πού,
βέβαια, εἶναι τὰ περισσότερά τους δεινὰ καὶ τὰ καταγγέλνουν. Ἂς ὑπάρχει κι ἕνας
ποὺ νὰ διατηρεῖ τὸ δικαίωμα νὰ προσβλέπει σὲ αὐτὰ ποὺ δὲν ὑπάρχουν ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε
καὶ θὰ μποροῦσαν νὰ ὑπάρχουν.
Ὁ κόσμος τῶν φυτῶν μὲ γοήτευσε. Ἀείποτε μ᾿ ἐξέπληξε. Περισσότερο καὶ ἀπὸ
τὸν κόσμο τῶν ἄστρων κατάφερνε νὰ μοῦ ὑποβάλλει τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς. Ἀποπνέει ἕνα
εἶδος ἁγιοσύνης, ποὺ δοκίμασα νὰ τὸ ἐκφράσω, ἀκόμη καὶ μὲ ἀνορθόδοξα μέσα, ὅταν
αἰσθάνθηκα νὰ εἶμαι ἀρκετὰ καθαρὸς στὴν ψυχὴ γιὰ νὰ τὸ ἀποπειραθῶ.
Μετατρέποντας τὸ φυτὸ ἀπὸ οὐδέτερο σὲ θηλυκό, καὶ θεωρώντας το σὰν Κόρη,
περίπου, ἁγία ἢ θεά, ζωγράφισα, χωρὶς νὰ εἶμαι ζωγράφος, καὶ μάλιστα σὲ πολλὲς
παραλλαγές, μιὰ Θεὰ-Φυτώ, ποὺ τῆς ἔβαλα βυσσινιὰ δυνατὰ καὶ χρυσὰ καὶ
φωτοστέφανο στὸ κεφάλι, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ μπορεῖ δίπλα μου νὰ ἐνσαρκώνει κεῖνον
τὸν ἀέρα ποὺ ἔρχεται σὰν ἀπὸ θαῦμα μέσ᾿ ἀπ᾿ τὰ ἔγκατα τῆς γῆς καὶ νὰ ὑποκαταστήσει
ὅσα καὶ σὰν εἰδωλολάτρες καὶ σὰν χριστιανοὶ διακονήσαμε στὸ βωμὸ τοῦ Ποσειδώνα
καὶ τῆς Παρθένου.
Ὀδυσσέας Ἐλύτης
Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026
Καθολικὴ Ἐκκλησία
῾Η ᾿Εκκλησία ὀνομάζεται Καθολική, ἐπειδή προορίζεται νά περιλάβει στούς
κόλπους της κάθε ἄνθρωπο ἀπό ὅλη τήν οἰκουμένη, πού ἁπλώνεται ἀπό τή μιά ὡς τήν
ἄλλη ἄκρη τῆς γῆς. Καί ἀκόμα ἐπειδή διδάσκει τήν ὅλη χριστιανική ἀλήθεια, χωρίς
νά παραλείπει τό παραμικρό ἀπό τίς δογματικές ἀλήθειες πού πρέπει νά γνωρίζει ὁ
κάθε χριστιανός, σχετικά μέ ὅσα εἶναι ὁρατά καί ἀόρατα, ἐπουράνια καί ἐπίγεια. ᾿Ακόμα
τήν ὀνομάζουμε Καθολική, γιατί φέρνει στήν εὐσεβή ζωή ὅλο τό γένος τῶν ἀνθρώπων,
ἄρχοντες καί ὑπήκοους, γραμματισμένους καί ἀγράμματους. Καί ἐπιπλέον γιατί
γιατρεύει καί θεραπεύει κάθε εἶδος ἁμαρτίας πού ἔχει διαπραχθεῖ μέ τήν ψυχή ἤ
μέ τό σῶμα. Τέλος, τήν ὀνομάζουμε Καθολική, γιατί περικλείει μέσα της ὅλες τίς ἀρετές
πού ἐκφράζονται μέ τά ἔργα, μέ τά λόγια καί γενικά μέ κάθε εἴδους χαρίσματα
πνευματικά.
Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων
Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026
Τὸ βεγγαλικὸ
Νυχτώθηκα ὅπως πάντα
στὴ σκοτεινὴ βεράντα
Καὶ διάλεξα ἕν᾿ ἀστέρι
τὸ κράτησα στὸ χέρι
Σὲ λίγο τοῦ ᾿πα «φύγε»
τὸ φύσηξα καὶ πῆγε
Στὸ ἀντικρινὸ μπαλκόνι
ὅπου καθόταν μόνη
Μελαχρινὴ κοπέλα
μὲ κάτασπρη κορδέλα
Τὸ πῆρε στὴν ποδιά της
τό ᾿βαλε στὰ μαλλιά της
Τὸ φόρεσε βραχιόλι
καὶ λαμποκόπησε ὅλη
Ἔπειτα ἦρθε ὁ μπάτης
πῆρε τὸ κάθισμά της
Τὴ φύσηξε ἀπ᾿ τὸ πλάι
μὲς στὴ βραδιὰ τοῦ Μάη
Κι ἄξαφνα μὲς στὸν οὐρανὸ
κάηκε σὰν βεγγαλικό.
Ὀδυσσέας Ἐλύτης
Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026
Εἰρηνικὸς στὴν ψυχὴ
Ὅλοι ἐπιθυμοῦν τὴν εἰρήνη, ἀλλά δὲν γνωρίζουν πῶς νὰ τὴν ἀποκτήσουν. Ὁ
Μέγας Παΐσιος κυριεύθηκε ἀπὸ θυμὸ καὶ παρακάλεσε τὸν Κύριο νὰ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ
τὸ πάθος αὐτό. Ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε σὲ αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπε: «Παΐσιε, ἂν θέλεις νὰ
μὴν ὀργίζεσαι, μὴν ἐπιθυμεῖς τίποτε, μὴν κρίνεις καὶ μὴ μισήσεις κανέναν καὶ θὰ
ἔχεις τὴν εἰρήνη».
Ἔτσι, κάθε ἄνθρωπος, ἂν κόβει τὸ θέλημά του μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους,
θὰ εἶναι πάντα εἰρηνικὸς στὴν ψυχή. Ὅποιος ὅμως ἀγαπᾶ νὰ κάνει τὸ θέλημά του, αὐτὸς
δὲν θὰ ἔχει εἰρήνη.
Ἅγιος Σιλουανὸς Ἁγιορείτης
Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026
Ἐξόριστος ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ
ζωὴ
Ὁ ἄσωτος υἱός, λέει τὸ Εὐαγγέλιο, πῆγε σὲ μία μακρινὴ χώρα καὶ ἐκεῖ
σπατάλησε ὅ,τι εἶχε καὶ δὲν εἶχε. Μία μακρινὴ χώρα! Εἶναι ὁ μοναδικὸς ὁρισμὸς τῆς
ἀνθρώπινης κατάστασης ποὺ θὰ πρέπει νὰ ἀποδεχτοῦμε καὶ νὰ τὸν οἰκειοποιηθοῦμε καθὼς
ἀρχίζουμε τὴν προσέγγισή μας στὸν Θεό. Ἕνας ἄνθρωπος πού ποτὲ δὲν εἶχε αὐτὴ τὴν
ἐμπειρία, ἔστω καὶ γιὰ λίγο, ποὺ ποτὲ δὲν αἰσθάνθηκε ὅτι εἶναι ἐξόριστος ἀπὸ τὸν
Θεὸ καὶ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωή, αὐτὸς ποτὲ δὲν θὰ καταλάβει τί ἀκριβῶς εἶναι ὁ
Χριστιανισμός. Καὶ αὐτὸς πού νιώθει «σὰν στὸ σπίτι του» σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ
στὴ ζωὴ τοῦ κόσμου τούτου, πού ἔμεινε ἄτρωτος ἀπὸ τὴ νοσταλγία γιὰ μία ἄλλη
πραγματικότητα, αὐτὸς δὲν θὰ καταλάβει τί εἶναι μετάνοια.
Ἡ μετάνοια συχνὰ ταυτίζεται μὲ μία «ψυχρὴ καὶ ἀντικειμενικὴ» ἀπαρίθμηση ἁμαρτιῶν
καὶ παραβάσεων, ὅπως μία πράξη «ὁμολογίας ἐνοχῆς» ὕστερα ἀπὸ μία νόμιμη μήνυση.
Ἡ ἐξομολόγηση καὶ ἡ ἄφεση ἁμαρτιῶν θεωροῦνται σὰν νὰ ἦταν δικαστικῆς φύσεως. Ἀλλὰ
παραβλέπεται κάτι πολὺ οὐσιαστικὸ χωρὶς τὸ ὁποῖο οὔτε ἡ ἐξομολόγηση οὔτε ἡ ἄφεση
ἔχει κάποιο πραγματικὸ νόημα ἢ κάποια δύναμη. Αὐτὸ τὸ «κάτι» εἶναι ἀκριβῶς τὸ αἴσθημα
τῆς ἀποξένωσης ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπὸ τὴ μακαριότητα τῆς κοινωνίας μαζί Του, ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ
ζωὴ ὅπως τὴ δημιούργησε καὶ μᾶς τὴν ἔδωσε Ἐκεῖνος.
Ἀλήθεια, εἶναι πολὺ εὔκολο νὰ ἐξομολογηθῶ ὅτι δὲν νήστεψα τὶς
καθορισμένες γιὰ νηστεία μέρες, ἢ ὅτι παράλειψα τὴν προσευχή μου ἢ ὅτι θύμωσα. Ἀλλὰ
εἶναι ἐντελῶς διαφορετικὸ πράγμα νὰ παραδεχτῶ ξαφνικὰ ὅτι ἔχω ἀμαυρώσει καὶ ἔχω
χάσει τὴν πνευματική μου ὀμορφιά, ὅτι εἶμαι πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὸ πραγματικό μου
σπίτι, τὴν ἀληθινὴ ζωὴ καὶ ὅτι κάτι πολύτιμο καὶ ἁγνὸ καὶ ὄμορφο ἔχει ἀνέλπιστα
καταστραφεῖ στὴ δομὴ τῆς ὕπαρξής μου. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὅμως, αὐτὸ καὶ μόνο αὐτὸ εἶναι
μετάνοια καί, ἐπὶ πλέον, εἶναι μία βαθειὰ ἐπιθυμία ἐπιστροφῆς, ἐπιθυμία νὰ
γυρίσω πίσω, νὰ ἀποκτήσω ξανὰ τὸ χαμένο σπίτι.
Πρωτ. Ἀλέξανδρος
Σμέμαν


















