Κυριακή 19 Απριλίου 2026



Πρώτη μέρα στὸ σχολειό
«Τόση βιάση καὶ σπουδή;
Γιὰ ποῦ πᾶς, καλὸ παιδί;
Κίνησες νωρὶς-νωρὶς
καὶ τρεχάτος προχωρεῖς;
Στάσου δὰ νὰ διασκεδάσεις
μὲ τὶς ὀμορφιὲς τῆς Πλάσης!
Κόψε ἀπ᾿ τὰ περβόλια πάλι
τοῦ χινόπωρου τὰ κάλλη!»
«Νὰ σταθῶ; Δὲν εὐκαιρῶ,
γιατὶ πάω στὸ φτερό.
Καὶ ποῦ πάω, νὰ στὸ πῶ;
Στὸ σχολειό μου π᾿ ἀγαπῶ!
Ἄνοιξε γιὰ πρώτη μέρα.
Βλέπεις τὰ παιδιὰ ἐκεῖ πέρα;
Ἔχουν μόνα τους ταιριάξει
χωριστὰ κάθε μιὰ τάξη».
«Εἶσαι, βλέπω, μαθητής.
Μὰ στὸν ὦμο τὶ κρατεῖς,
ποὺ μὲ τὴ ματιὰ τὴν πρώτη
σ᾿ ἔκαμα γιὰ στρατιώτη;»
«Εἶναι τ᾿ ἄρματά μου αὐτά,
τ᾿ ἀκριβά τ᾿ ἀγαπητά:
Τὸ κοντύλι μου κι ἡ πλάκα,
τὸ βιβλίο μου στὴ σάκα.
Κι ἔλα πιὰ νὰ σὲ χαρῶ,
μὲ ρωτᾶς κι ἀργοπορῶ...
Εἶναι ἡ ὥρα περασμένη,
ἄκου, ὁ κώδωνας σημαίνει.
Τέλλος Ἄγρας

Σάββατο 18 Απριλίου 2026



Φύσα ἀγεράκι
Φύσα ἀγεράκι γλυκὰ στὸ πανί μου,
γλύστρα βαρκούλα στὰ κρύα νερά.
Νύχτωσε, καὶ μὲ προσμένει ἡ καλή μου.
Φύσα ἀγεράκι, καὶ δός μου φτερά.
Φεύγουν τ᾿ ἀστέρια ζευγάρι ζευγάρι
στὸ ζαφειρένιο βαθὺν οὐρανὸ
καὶ ντροπαλὸ τ᾿ ἀσημένιο φεγγάρι
ἀπὸ τὸ μαῦρο προβάλλει βουνό.
Σώπασ᾿ ὁ γρύλλος, τ᾿ ἀηδόνι λουφάζει,
μόνο ἡ καλή μου γιὰ μὲ ἀγρυπνεῖ
καὶ ἡ καρδιά της σιγὰ μὲ φωνάζει
καὶ ἡ ψυχή της γιὰ μένα πονεῖ.
Πέτα, βαρκούλα μου, φύσα ἀγεράκι,
φτάσαμε, φάνηκ᾿ ἡ ἀκρογιαλιά.
Φάνηκε, νάτο, τὸ ἄσπρο νησάκι
καὶ ἡ γλυκειὰ θὰ φανεῖ ἀγκαλιά.
Ἄγγελος Βλάχος

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

 


Νὰ δέχεσαι καὶ νὰ προσφέρεις

Στὴν Παλαιστίνη ὑπάρχουν δύο λίμνες, ἡ λίμνη της Γαλιλαίας καὶ ἡ Νεκρὰ Θάλασσα. Τὸ κοινὸ χαρακτηριστικό τους εἶναι ὅτι δέχονται καὶ οἱ δύο τὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ Ἰορδάνη. Ἀλλὰ ἡ Γαλιλαία δέχεται τὰ νερὰ καὶ τὰ ἀφήνει νὰ φύγουν πρὸς τὸν Νότο. Ἡ Νεκρὰ Θάλασσα δέχεται τὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη καὶ τὰ κρατάει γιὰ τὸν ἑαυτό της.

Στὴν Γαλιλαία ὑπάρχει ὑπέροχη ζωὴ μέσα στὴν λίμνη καὶ γύρω ἀπὸ αὐτήν. Στὴ Νεκρὰ Θάλασσα δὲν ὑπάρχει ἴχνος ζωῆς. Ἡ Νεκρὰ Θάλασσα δείχνει συμβολικὰ τί συμβαίνει ὅταν κάποιος κρατάει πράγματα γιὰ τὸν ἑαυτό του.

Νὰ δέχεσαι καὶ νὰ προσφέρεις. Αὐτὸ εἶναι τὸ μυστικὸ γιὰ νὰ ἔχεις πληρότητα ζωῆς.

Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος


Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

 


Γιατί βρισκόμαστε τελικὰ ἐδῶ;

Ἦταν ἀμέσως μετὰ τὰ ἐγκαίνια ἑνὸς νέου ναοῦ σὲ ὑψόμετρο 1600 μ. στὴ Δυτικὴ Κένυα. Πρὸς τὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας, ἕνας διάκονος μοῦ εἶπε ψιθυριστά: Ἡ κόρη τοῦ π. Παύλου κατὰ τὶς 11:00 τὸ μεσημέρι πέθανε, θὰ τοῦ τὸ πεῖτε βέβαια ἐσεῖς. Ἤξερα τὸ παιδάκι, εἴχαμε προσευχηθεῖ γι' αὐτό. Πολὺ σύντομα ἀπὸ μία ἐλονοσία εἶχε βρεθεῖ σ' αὐτὴ τὴν δοκιμασία τὴν μεγάλη.

Ἀνεβοκατεβαίνοντας μὲ δυσκολία τοὺς ἀγροτικοὺς δρόμους τῆς ἀπομονωμένης ἐκείνης ὀρεινῆς περιοχῆς ποὺ ἡ τροπικὴ βροχὴ τοὺς εἶχε κάνει ἰδιαίτερα λασπεροὺς καὶ ἐπικινδύνους, φτάσαμε νύχτα στὸ σπίτι τοῦ π. Παύλου. Τὸ μικρὸ κοριτσάκι 4 ἐτῶν ἦταν ξαπλωμένο σὲ ἕνα μεγάλο κρεβάτι σὰν νὰ κοιμόταν γαλήνια. Δίπλα του ἐκείνη ἡ μητέρα μὲ τὰ μεγάλα καρτερικὰ μάτια καὶ ἐκείνη τὴ βαθειὰ συλλογὴ ποὺ οἱ ἀφρικανίδες γυναῖκες ἔχουν πάντα στὰ μάτια τους. Ἦταν τόσο καλὸ παιδί, πάντα πρῶτο μὲ χαιρετοῦσε, μοῦ ψιθύρισε στὴν ἀμηχανία του ὁ πατέρας του.

Διάβασα Τρισάγιο. Εἴπαμε μερικὰ λόγια παρηγορητικά. Πάντα ἐκεῖ, σ' αὐτὲς τίς ὧρες εἶναι μία εὐκαιρία ἑνὸς μηνύματος. Ἡ Διονυσία πέρασε αὐτὴ τὴ θύρα καὶ εἶναι στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ ἀγαπημένου της Χριστοῦ. Τὸ βράδυ μόνος στὸ δωμάτιο τοῦ σχολικοῦ ξενῶνα, ποὺ μᾶς φιλοξένησε, δίπλα στὸ φῶς τῆς λάμπας, καθὼς ἡ βροχὴ ἔπεφτε στὰ μπανανόφυλλα καὶ στὶς τσίγκινες στέγες, ἀναπολοῦσα τὴ μέρα ποὺ περάσαμε, ἐνῶ μακρυὰ μέσα στὴ νύκτα ἠχοῦσε ἀκόμα τὸ τύμπανο. Ἦταν σύμφωνα μὲ τὰ ἔθιμα ἀπ' τὸ σπίτι ποὺ πενθοῦσε.

Στὴν κόπωσή μου ἀναρωτήθηκα, γιατί βρισκόμαστε τελικὰ ἐδῶ; Τί κάνουμε; Ἦρθαν ἀνακατεμένα στὴν σκέψη μου τὰ διάφορα ποὺ λέγονται γιὰ τὴν ἱεραποστολή: κήρυγμα, ἀγάπη, ἐκπαίδευση, πολιτισμός, εἰρήνη, ἀνάπτυξη. Ἀπότομα ὅμως ἕνα φῶς ἄστραψε καὶ ἀποσαφήνισε στὴν ὁμίχλη τοῦ κουρασμένου μου μυαλοῦ, τὴν οὐσία τοῦ ζητήματος: "Φέρνουμε τὴν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως"!

Κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο ἔχει μοναδικὴ ἀξία, θὰ ἀναστηθεῖ. Ἐδῶ βρίσκεται ἡ ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια, ἡ τιμὴ καὶ ἡ ἐλπίδα: Χριστός Ἀνέστη. Τοὺς μαθαίνω νὰ γιορτάζουν τήν Ἀνάσταση, μέσα στὸ μυστήριο τῆς ἐκκλησίας καὶ νὰ τὴν προγεύονται, χορεύοντας, χαμογελῶντας καὶ μιλῶντας.

Σὰν σὲ φευγαλέο ὅραμα εἶδα τὴν μικρὴ ἀφρικανίδα νὰ μὲ χαιρετάει πρώτη, ὅπως τὸ συνήθιζε, βοηθῶντας νὰ καταλάβω πιὸ ἄμεσα τὸ κέντρο τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς. Στήν Ἀφρικὴ καὶ στὴν Εὐρώπη καὶ ἕως ἐσχάτων τῆς γῆς. Νὰ μπολιάζεις τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν ἀλήθεια, μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως, νὰ τοὺς μαθαίνεις νὰ τὴ γιορτάζουν μέσα στὴν ἐκκλησία.

Ἐκεῖνο ποὺ λαχταροῦν, ξέρετε, οἱ ἀδελφοί μας στὶς ἀπομακρυσμένες περιοχὲς τῆς Ἀφρικῆς καὶ τῆς Ἀσίας ἢ ἂν θέλετε στὶς παρυφὲς τῶν μεγάλων καὶ πλουσίων πόλεων μας, μέσα στὴν ἀποκαρδίωση καὶ τὴ μοναξιά τους, δὲν εἶναι τόσο παρηγορητικὰ λόγια, μεγάλες κουβέντες, λίγα ὑλικὰ ἀγαθὰ ἢ πολιτιστικὰ ψίχουλα. Ποθοῦν μυστικὰ ἢ συνειδητὰ τὴν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια, τὴν ἐλπίδα, τὴν ὑπέρβαση τοῦ θανάτου. Τελικὰ ἀναζητοῦν τὸν ζῶντα Χριστό, τὸν τέλειο ἄνθρωπο, τὸν Θεό, τὴν ὁδὸ καὶ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ζωή.

Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι κάθε ἡλικίας, πτωχοὶ ἢ πλούσιοι, ἄσημοι ἢ διάσημοι, ἀγράμματοι ἢ σοφοὶ στὰ βάθη τους λαχταροῦν νὰ γιορτάσουν τὴν ἀνάσταση. Ἐδῶ πιστεύω ὅτι κορυφώνεται ἡ προσφορὰ τῆς Ὀρθόδοξης μαρτυρίας μας.

Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026


Τὸ αὐθεντικὸ βίωμα
Ἡ αὐθεντικότητα τοῦ βιώματος δὲν ταυτίζεται μὲ πομπώδη ἔκφραση, πληθωρικὸ ἐντυπωσιασμό, αἰφνιδιασμὸ καὶ ἔκπληξη ἢ κοσμικὸ θαυμασμό. Τὸ χριστιανικὸ βίωμα εἶναι μυστικό, εἶναι βαθὺ καὶ ἐσωτερικό. Τὸ βίωμα τῆς Χαναναίας, ἡ ὁποία δέχθηκε ὁ Κύριος νὰ τὴ συγκρίνει μὲ τὰ σκυλάκια, τοῦ Ζακχαίου ποὺ ὁμολόγησε δημόσια τὶς ἀδικίες του, τῆς αἱμορροούσης ποὺ κρυφὰ ἀπέσπασε δύναμη ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀποτελοῦν ὑποδείγματα αὐθεντικότητας.
Κανεὶς δὲν πρόσεξε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Οὔτε οἱ μαθητές. Ὁ Κύριος ὅμως ἀκούει τὶς κραυγὲς τῆς Χαναναίας, βλέπει καὶ καλεῖ ὁ ἴδιος τὸν Ζακχαῖο, αἰσθάνεται τὸ ἄγγιγμα τῆς αἱμορροούσης. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ξεχώρισε τὴ Χαναναία παρακάμπτοντας τοὺς ἀποστόλους, τὸν Ζακχαῖο διακρίνοντάς τον μέσα ἀπὸ τὸ πλῆθος, τὴν αἱμορροοῦσα αἰσθανόμενος τὴν ἰδιαιτερότητα τοῦ ἀγγίγματός της. Τὸ αὐθεντικὸ βίωμα πείθει καὶ ἐπιβάλλεται καὶ στὶς δυσκολότερες καὶ πιὸ ἀντίξοες συνθῆκες. Ἐπισύρει ἐπάνω του τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ, ξεχωρίζει τὸν ἄνθρωπο κι ὅταν αὐτὸς σκεπάζεται ἀπὸ τὸ πλῆθος, τὴν ἀδιαφορία τοῦ κόσμου, τὴ δική του ἀσημαντότητα.
Ὁ γνήσιος χριστιανὸς εἶναι ἀσφαλής, δὲν φοβᾶται τίποτε, ἐμπιστεύεται εὔκολα, συμπαθεῖ, κατανοεῖ, ἀναδίδει σιγουριὰ καὶ αἴσθηση καθαρότητας.

Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος

Τρίτη 14 Απριλίου 2026

 


Ἄχ, Χριστέ μου!

Ὅταν ὁ ἅγιος Ἰάκωβος Τσαλίκης ἦταν στρατιώτης, ὁ διοικητὴς τοῦ ἔδωσε ἄδεια γιὰ τὸ Πάσχα. Καὶ ἕνας συστρατιώτης του τοῦ εἶπε:

«Ἐσὺ παπα-Ἰάκωβε, θὰ περάσεις καλὰ μὲ τὰ ψαλτικά σου καὶ τὰ καλογερικά σου. Ρωτᾶς κι ἐμένα ποὺ θέλω νὰ πάω στὸ χωριό μου, νὰ δῶ τὴν ἀρραβωνιαστικιά μου;»...

Τελικὰ τὴν ἄδεια τὴν πῆρε ὁ Γιῶργος, κι ὁ Γέροντας ἔμεινε στὸ στρατόπεδο! Γιὰ τὸ πῶς πέρασε τὸ Πάσχα ἐκεῖνο, διηγόταν πολλὲς φορὲς ὁ ἅγιος:

«Ἤμουν στὴ σκοπιὰ καὶ ἔβλεπα ἀπὸ μακριὰ τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν, ποὺ πήγαιναν στὶς ἐκκλησίες.

Ἔλεγα τὴν εὐχὴ “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με” καὶ “Δόξα τῆ Ἁγία Ἀναστάσει Σου, Κύριε”. Ὅταν ἄκουσα τὶς καμπάνες, κατάλαβα ὅτι εἶπαν οἱ Ἱερεῖς τὸ “Δεῦτε λάβετε Φῶς”. Ἄχ, Χριστέ μου! εἶπα, οἱ χριστιανοί μας παίρνουν τὸ Ἅγιο Φῶς.

Καὶ τότε ἦρθε ἕνα φῶς ἀπὸ ψηλά!»...

Δευτέρα 13 Απριλίου 2026


Διαβάζοντας Παπαδιαμάντη
Διαβάζοντας κανεὶς τὰ ἔργα τοῦ Παπαδιαμάντη, ἔχει τὴν αἴσθηση πὼς βρίσκεται ἐδῶ καὶ κάπου ἀλλοῦ ταυτόχρονα. Πὼς βρίσκεται ἐδῶ, στὰ πάθια καὶ τοὺς καϋμοὺς τοῦ κόσμου, καὶ συγχρόνως στὰ Ρόδινα ἀκρογιάλια τῆς Θείας Βασιλείας.
Καὶ τοῦτο γιατὶ ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι γνήσιον τέκνον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. Καὶ ὅλα μέσα σ᾿ αὐτὴν εἶναι θεανθρώπινα.
Καὶ ζώντας μέσα σ᾿ αὐτὴν τὴν θεανθρώπινη διάσταση τῆς Ἐκκλησίας ὁ κὺρ-Ἀλέξανδρος, μεταξύ της ἀνθρώπινης ἀδυναμίας καὶ τῆς Πηγῆς τῆς Παντοδυναμίας, σχοινοβατοῦσε κι ἀγωνιζότανε. Ἄφηνε τὴν ὀντότητά του στὴν Ἀγκάλη τοῦ Χριστοῦ καὶ στὴ στοργὴ τῆς Παναγίας, ποὺ Τοὺς ὑπεραγαποῦσε. Ὑμνοῦσε «μετὰ λατρείας τὸν Χριστό του».
Ἐπόνεσεν ἀμέτρητα στὴ ζωή του. Πέρασε φτώχεια σὰν ἀσκητής, μὰ ἔμεινε στὴν ἔντιμη πενία του, ὅπως ἔγραψε κάποτε στὸν ἱερέα πατέρα του, καὶ εἶχε τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Πέρασε μοναξιὰ καὶ δυσκολίες, «σὰν σκοτεινὸ καὶ ἄμοιρο τρυγόνι». Κατέφευγεν ὅμως στὴν ἁγία Ἐκκλησιά, ἐκεῖ ποὺ «τὸ χελιδόνι ηὖρε φωλιὰ καὶ τὸ τρυγόνι σκέπη».
Δὲν ἔγινε ὁ ἴδιος ἱερέας, μὰ ἱερουργοῦσε μὲ τὰ ἀθάνατα γραφτά του τὸν λόγον τῆς ἀληθείας. Καὶ πόσους δὲν ὠφέλησε καὶ ὠφελεῖ.
Λένε πὼς κάποια φορὰ ἀπελπισμένος ἐπῆγε νὰ ἐξομολογηθεῖ (πίστευε στὴν Ἐξομολόγηση). Καὶ εἶπε στὸν παπὰ πὼς δυσκολεύεται καὶ ὑποφέρει πολύ.
Καὶ ὁ παπάς, χωρὶς νὰ τὸν ξέρει, ἀφοῦ τὸν παρηγόρησε δεόντως, τοῦ συνέστησε νὰ διαβάζει τὰ ἔργα τοῦ Παπαδιαμάντη.
Ἀναφέρει ὁ Μικρασιάτης λογοτέχνης καὶ μακαριστὸς πλέον Ἠλίας Βενέζης πώς, ἐνῶ εὑρίσκοντο στὰ περίφημα τάγματα ἐργασίας κι ἔμεναν σ᾿ ἕνα σταῦλο κλεισμένοι, βρῆκε κάποιος πεταμένο μέσα ἐκεῖ ἕνα φύλλο ἀπὸ περιοδικὸ καὶ ἄρχισε νὰ τὸ διαβάζει, γιὰ νὰ περνᾶ ἡ ὥρα. Καὶ καθὼς ἐδιάβαζε ἄρχισαν ὅλοι ν' ἀκοῦνε μ᾿ ἐνδιαφέρον.
Μαλάκωσαν καὶ γαλήνεψαν οἱ ταλαίπωρες ψυχές τους. Καὶ καθὼς τελείωσε τὸ διάβασμα, ἔβγαλαν ὅλοι ἀνακουφισμένοι μιὰ φωνή: «Ρὲ αὐτὸ ἦταν Εὐαγγέλιο. Λὲς κι εἴμαστε στὴν Ἐκκλησία».

Καὶ τί λέτε πὼς ἦταν; Ἕνα κομμάτι ἀπ᾿ τὸ διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη «Ὑπὸ τὴν Βασιλικὴν Δρῦν». 
Θυμᾶμαι κάποια φορὰ ἦρθε καὶ μὲ βρῆκε στὴν ἐκκλησία ἕνας πολὺ πονεμένος. Ἤθελε νὰ πεθάνει, μοῦ ἔλεγε. Δὲν ἤξερα τί νὰ κάνω.
Ἦταν Μεγαλοβδομάδα. Εἶχα μαζί μου τὰ «Πασχαλινὰ Διηγήματα» τοῦ κυρ-Ἀλέξανδρου καὶ σκέφθηκα νὰ ζητήσω κι ἐγὼ μιὰ ἐξυπηρέτηση ἀπὸ τὸν πονεμένο ἀδελφό μας.
Τὸν παρακάλεσα νὰ μοῦ διαβάσει, ἂν ἤθελε, ἕνα διήγημα πασχαλινό. Τοῦ εἶπα πὼς ἤμουν πολὺ κουρασμένος, καὶ ἤμουν, καὶ θὰ μὲ ἐξυπηρετοῦσε μ᾿ αὐτό. Κι ὕστερα θὰ μιλάγαμε γιὰ τὰ δικά του.
Ἐκεῖνος σάστισε γιὰ λίγο, μὰ ὑποχώρησε στὸ αἴτημά μου καὶ ἄρχισε νὰ διαβάζει σιγὰ σιγὰ τὸν «Λαμπριάτικο Ψάλτη». Καὶ διαβάζοντας ἄρχισε λίγο λίγο νὰ συνέρχεται. Ἔβλεπα τὸ πρόσωπό του ν᾿ ἀλλάζει. Ἔλαμπε ἀγάλι ἀγάλι ἡ θωριά του.
Διάβασεν ἀρκετά. Καὶ κάποια στιγμὴ ἄρχισε νὰ κλαίει. Ἔσκυψε καὶ μοῦ φίλησε τὸ χέρι. Κι εἶπε μὲ χαρμολύπη: «Παππούλη, τί μοῦ ἔκανες; Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ διαβάζω; Γιατί ἔφυγεν ὁ πόνος ἀπὸ μέσα μου κι ἀλάφρωσεν ἡ ψυχή μου;» Κι ἔκλαιγεν, ὅλο ἔκλαιγεν ἀπὸ χαρὰ καὶ θαυμασμό.
Τοῦ εἶπα γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸ ἔργο του. «Μὰ τοῦτος εἶναι ἅγιος, ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, σοφός, ποιητὴς μεγάλος, μάγος τοῦ λόγου», μοῦ εἶπε. Καὶ ἔφυγεν ὁ ἄνθρωπος πουλάκι. Ἤθελε νὰ ζήσει.
Αὐτὸς εἶναι ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος. Μιλάει ὅμως μὲ γλύκα καὶ ἀποδοχὴ γιὰ τοὺς ἀρχαίους. Καὶ συναιρεῖ στὸ ἔργο του τὸν διαιώνιο Ἑλληνισμό. Καταγράφει τὴ γλώσσα μας ἀπ᾿ τὶς ἀμμουδιὲς τ᾿ Ὁμήρου μέχρι σήμερα.
Εἶναι λάτρης τοῦ Χριστοῦ καὶ μέγιστος πατριώτης. Καὶ συνάμα ἀγαπᾶ «πάντα τὰ ἔθνη», λέγοντας σὲ κάποιο διήγημά του «πὼς κι ὁ Ἑβραῖος ἔχει ψυχή».
Εὐχαριστοῦμε τὸν Θεό, ποὺ μᾶς ἔδωκε τὸν κυρ-Ἀλέξανδρο.
Εὐχαριστοῦμε καὶ τὸν ἴδιο, ποὺ ἀφῆκε σὲ μᾶς «ἄλλο, τὰς βίβλους, στόμα του».
π. Ἀνανίας Κουστένης

Κυριακή 12 Απριλίου 2026


Ἐξοχικὴ Λαμπρὴ
Περὶ τὴν μεσημβρίαν, μετὰ τὴν Β´ Ἀνάστασιν, οἱ χωρικοὶ τὸ ἔστρωσαν ὑπὸ τὰς πλατάνους, παρὰ τὴν δροσερὰν πηγήν.
Ὡς τάπητας εἶχον τὴν χλόην καὶ τὰ χαμολούλουδα, ὡς τράπεζαν πτέριδας καὶ κλάδους σχοίνων.
Ἡ δροσερὰ αὔρα ἐκίνει μετὰ θροῦ τοὺς κλῶνας τῶν δένδρων, καὶ ὁ Φταμηνίτης μὲ τὴν λύραν του ἀντέδιδε φθόγγους λιγυρούς.
Ἡ ὡραία Ξανθή, ἡ σύζυγος τοῦ Φταμηνίτου, ἐκάθητο μεταξὺ τῆς μητρός της Μελάχρως καὶ τῆς θεια-Κρατήρας, τῆς πενθερᾶς της, φροντίζουσα νὰ ἔχῃ ἐν μέρει τὰς παρειὰς κεκαλυμμένας μὲ τὴν μανδήλαν, καὶ νὰ βλέπῃ μᾶλλον πρὸς τὸν κορμὸν τῆς γιγαντιαίας πλατάνου, ὅπως μὴ τὴν κοιτάζωσιν οἱ ἄνδρες, καὶ ζηλεύῃ ὁ σύζυγός της.
Ἡ ἀδελφή της, τὸ Ἀθώ, δεκαπεντοῦτις κόρη ἄγαμος, ἄφροντις, ὡραία καὶ αὐτή, ποσάκις δὲν τὴν ἐπείραζε λέγουσα· «Ἀρή, τί τὸν ἤθελες, ἀρή; Δὲν τὸν ἔπαιρνα, νὰ μοῦ χαρίζανε τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾽ ἄστρα… Καλύτερα νὰ γινόμουν καλόγρια!»
Τὸ βέβαιον ἦτο ὅτι ὁ Φταμηνίτης δὲν διέπρεπεν οὔτ᾽ ἐπὶ κάλλει οὔτε ἐπὶ μεγέθει σώματος, ἀλλ᾽ ἀνεπλήρου τὰς ἐλλείψεις ταύτας δι᾽ εὐστροφίας σώματος καὶ πνεύματος καὶ διὰ φαιδρότητος καὶ εὐθυμίας.
Ὁ παπα-Κυριάκος προήδρευε τοῦ συμποσίου, ἔχων ἀπέναντί του τὴν παπαδιά, βραχύσωμον, στρογγυλοπρόσωπον, μελαγχροινήν, ἀγαθωτάτην, ἥτις ἐν ἀθῳότητι ἐξεκόλαπτε σχεδὸν κατ᾽ ἔτος ἓν παπαδόπουλον, χωρὶς νὰ τὴν μέλῃ οὔτε διὰ παλληκαροβότανα, οὔτε διὰ στριφοβότανα, περὶ ἃ τυρβάζουσιν ἄλλαι γυναῖκες.
Δεξιόθεν τοῦ ἱερέως ἐκάθητο ὁ μπαρμπα-Μηλιός, προεστὼς ἅμα καὶ πρόθυμος θεράπων τῆς κοινότητος, ἠξεύρων νὰ ψήνῃ ὡς οὐδεὶς ἄλλος τὸ ἀρνί, λιανίζων μεθοδικώτατα δι᾽ ὅλους, καὶ τρώγων ἅμα καὶ προπίνων.
Εἰς τὰς προπόσεις μάλιστα δὲν εἶχεν ἐφάμιλλον. Μετὰ τὴν σύντομον καὶ τυπικὴν τοῦ ἱερέως πρόποσιν, ἐγερθεὶς ὁ μπαρμπα-Μηλιός, κρατῶν τὴν τσότραν τὴν ἑπταόκαδον, ἤρχισε νὰ χαιρετίζῃ τοὺς πάντας καὶ ἕνα ἕκαστον ὡς ἑξῆς·
―  Χριστὸς Ἀνέστη! ἀληθινὸς ὁ Κύριος! Ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας!
Εἶτα μετὰ τὸ προοίμιον, εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν·
―  Γειά μας! καλὴ γειά! διάφορο! καλὴ καρδιά! Παπά μ᾽, νὰ χαίρεσαι τὸ πετραχήλι σ᾽! Παπαδιά, νὰ χαίρεσαι τὸν παπά σ᾽ καὶ τὰ παιδάκια σ᾽! Ξάδερφε Θοδωρή! νὰ ζήσῃς, νὰ τς χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτη! ὅπως ἔτρεξες μὲ τὸ λάδ᾽ νὰ τρέξῃς καὶ μὲ τὸ κλῆμα! Συμπεθέρα Κρατήρα! Νὰ χαίρεσαι, μ᾽ ἕναν καλὸν γαμπρό! Ἀνιψιὲ Γιώργη! Τίμια στέφανα! στὸ γάμο σας νὰ χαροῦμε. Κουμπάρα Κυπαρισσού! μὲ μιὰ καλὴ νύφη, νὰ ζήσῃς, νὰ χαρῇς! ἐβίβα ὅλοι! Τέ-περ-τε! Πάντα χαρούμενοι! Στὴν ὑγειά σας! Σμπεθέρα Ξαθή! καλὴ λευθεριά! Στὴν ὑγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα μὲ τὸ καλό!
Καὶ ἀνάλογος πρὸς τὸ πρόσωπον ὑπῆρξεν ἡ πόσις.
Ἀλλὰ καὶ ὁ Φταμηνίτης ἠθέλησε νὰ προπίῃ, κατ᾽ ἄλλον ὅμως στενώτερον τρόπον· ἠθέλησε νὰ βρῇ τὴν γυναῖκά του, καὶ ἠνάγκασεν αὐτὴν ν᾽ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρόποσιν·
―  Μπρόμ!
―  Πιὲ κὶ δό μ᾽!
―  Μὲ κρασί!
―  Καλῶς τ᾽ν ἀγάπη μ᾽ τὴ χρυσῆ!
Καὶ πιὼν αὐτός, μετεβίβασε τὴν τσότραν εἰς τὴν ὡραίαν Ξανθήν, ἥτις ἔβρεξε τὰ χείλη.
Εἶτα ἤρχισαν τὰ ᾄσματα. Ἐν πρώτοις τὸ Χριστὸς ἀνέστη, ὕστερον τὰ θύραθεν. Ὁ μπαρμπα-Μηλιὸς θελήσας νὰ ψάλῃ καὶ αὐτὸς τὸ Χριστὸς ἀνέστη, τὸ ἐγύριζε πότε εἰς τὸν ἀμανὲ καὶ πότε εἰς τὸ κλέφτικο.
Ἀλλ᾽ ὁ ἰδιορρυθμότερος πάντων τῶν ψαλτῶν ἦτο ὁ μπαρμπα-Κίτσος, γηραιὸς χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιὸς ταχτικός, λησμονημένος ἀπὸ τῆς βαυαρικῆς ἐποχῆς ἐν τῇ νήσῳ. Ἀμφέβαλλε καὶ αὐτὸς ἂν τὸν εἶχαν περασμένον εἰς τὰ μητρῷα, πότε τοῦ ἔστελναν μισθόν, πότε ὄχι. Ἐφόρει χιτῶνα μὲ ἀνοικτὰς χειρῖδας, βραχεῖαν περισκελίδα μέχρι τοῦ γόνατος καὶ τουζλούκια. Ὁ δήμαρχος τοῦ τόπου (διότι ὑπῆρχε φεῦ! καὶ δήμαρχος) τὸν εἶχε στείλει νὰ κάμῃ Πάσχα εἰς τὰ Καλύβια, διὰ νὰ φυλάξῃ δῆθεν τὴν τάξιν, καίτοι οὐδεμιᾶς φυλάξεως ἦτο ἀνάγκη. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὸν ἔστειλε νὰ καλοπεράσῃ πλησίον τῶν ἀνοιχτοκάρδων ἐξωμεριτῶν, οἵτινες τοῦ ἤρεσκον τοῦ μπαρμπα-Κίτσου, ἂς τοὺς ἔλεγον καὶ «τσουπλακιὲς» ἢ «χαλκοδέρες». Ἐὰν ἔμενεν ἐν τῇ πόλει, ὁ δήμαρχος θὰ ἦτο ὑπόχρεως νὰ τὸν φιλεύσῃ τὸν μπαρμπα-Κίτσον, καθὼς τὸν εἶχαν κακομάθει οἱ προκάτοχοί του, ἔλεγε, ― νὰ τὸν φιλεύσῃ κουλούραν καὶ αὐγά. Τί ἔθιμα!…
Ὁ μπαρμπα-Κίτσος, ἀφοῦ ἠσπάσθη τρὶς ἢ τετράκις τὴν τσότραν, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς ἀνέστη κατ᾽ ἰδιάζοντα αὐτῷ τρόπον, ὡς ἑξῆς·
Κ᾽στὸ - μπρὲ - Κ᾽στὸς ἀνέστη
ἐκ νεκρῶν θ α ν ά τ ω ν,
θάνατον μ π α τ ή σ α ς,
κ᾽ ἔ ν τ ο ι ς - ἔ ν τ ο ι ς μνήμασι,
ζωὴν π α μ μ α κ ά ρ ι σ τ ε!
Καὶ ὅμως, μεθ᾽ ὅλην τὴν ἰδιορρυθμίαν ταύτην, οὐδείς ποτε ἔψαλεν ἱερὸν ᾆσμα μετὰ πλείονος χριστιανικοῦ αἰσθήματος καὶ ἐνθουσιασμοῦ, ἐξαιρουμένου ἴσως τοῦ γνωστοῦ ἐν Ἀθήναις γηραιοῦ καὶ σεβασμίου Κρητός, τοῦ ψάλλοντος τὸ Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν μὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην· «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν τῶν μὴ προσκυνούντων, οἱ κερατάδες! τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν…»
Ἀληθεῖς ὀρθόδοξοι Ἕλληνες!
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Σάββατο 11 Απριλίου 2026


Κι’ ὅμως, τὸ Πάσχα ἦταν ἐκεῖ
Μόνον ὅταν εἶναι κανεὶς φυλακισμένος γιὰ θρησκευτικὲς πεποιθήσεις σ’ ἕνα Σοβιετικὸ στρατόπεδο μπορεῖ πράγματι νὰ καταλάβει τὸ μυστήριο τῆς πτώσης τοῦ πρώτου ἀνθρώπου, τὸ μυστικὸ νόημα τῆς ἀπολύτρωσης ὅλης τῆς δημιουργίας καὶ τὴ μεγάλη νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στὶς δυνάμεις τοῦ κακοῦ.
Μόνον ὅταν ὑποφέρουμε γιὰ τὰ ἰδανικὰ τοῦ Εὐαγγελίου μποροῦμε νὰ συνειδητοποιήσουμε τὴν ἁμαρτωλή μας ἀδυναμία καὶ τὴν ἀναξιότητά μας σὲ σύγκριση μὲ τοὺς μεγάλους μάρτυρες τῆς πρώτης Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας. Μόνο τότε μποροῦμε νὰ συλλάβουμε τὴν ἀπόλυτη ἀναγκαιότητα τῆς βαθειᾶς ὑποταγῆς καὶ ταπείνωσης, χωρὶς τὰ ὁποῖα δὲν μποροῦμε νὰ σωθοῦμε· μόνο τότε μποροῦμε ν’ ἀρχίσουμε νὰ διακρίνουμε τὴν περαστικὴ εἰκόνα τοῦ ὁρατοῦ καὶ τὴν αἰώνια ζωὴ τοῦ Ἀοράτου.
Τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα, ὅλοι ἐμεῖς ποὺ εἴχαμε φυλακιστεῖ γιὰ τὶς θρησκευτικές μας πεποιθήσεις, ἑνωθήκαμε μέσα στὴ μόνη χαρὰ τοῦ Χριστοῦ. Ὅλοι συνεπαρθήκαμε ἀπὸ ἕνα συναίσθημα, ἀπὸ ἕνα πνευματικὸ θρίαμβο, δοξάζοντας τὸν ἕνα αἰώνιο Θεό. Δὲν ὑπῆρχε πανηγυρικὴ Πασχαλινὴ λειτουργία μὲ τὰ χτυπήματα τῆς καμπάνας, δὲν ὑπῆρχε δυνατότητα στὸ στρατόπεδό μας νὰ συγκεντρωθοῦμε γιὰ τὴ λατρεία, νὰ ντυθοῦμε διαφορετικὰ γιὰ τὴ γιορτή, νὰ ἑτοιμάσουμε τὰ Πασχαλινὰ φαγητά.
Ἀντίθετα ὑπῆρχε ἀκόμη πιὸ πολλὴ δουλειὰ καὶ περισσότερη παρέμβαση ἀπὸ τὴ συνηθισμένη. Ὅλοι οἱ φυλακισμένοι ἐδῶ γιὰ θρησκευτικὲς πεποιθήσεις, ὁποιουδήποτε δόγματος, ἦταν περικυκλωμένοι ἀπὸ περισσότερη κατασκοπεία, ἀπὸ περισσότερες ἀπειλὲς τῆς μυστικῆς ἀστυνομίας.
Κι’ ὅμως, τὸ Πάσχα ἦταν ἐκεῖ: μεγάλο, ἅγιο, πνευματικό, ἀξέχαστο. Ἦταν εὐλογημένο ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ ἀναστημένου μας Χριστοῦ ἀνάμεσά μας – εὐλογημένο ἀπὸ τὰ ἥσυχα ἄστρα τῆς Σιβηρίας καὶ ἀπὸ τὶς θλίψεις μας. Πῶς χτυποῦσαν χαρούμενα οἱ καρδιὲς μας συμμετέχοντας στὴ μεγάλη Ἀνάσταση! Ὁ θάνατος νικήθηκε· δὲν ὑπάρχει πιὰ φόβος· μᾶς δόθηκε ἕνα αἰώνιο Πάσχα!
 Γεμᾶτοι ἀπαὐτὸ τὸ θαυμάσιο Πάσχα, σᾶς στέλνουμε ἀπὸ τὸ στρατόπεδο-φυλακή μας τὸ νικηφόρο καὶ χαρούμενο νέο: Χριστὸς ἀνέστη!
(Γράμμα ἀπὸ ἕνα Σοβιετικὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως)

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026


Εἰς τὴν ἁγίαν καὶ μεγάλην Παρασκευήν

Διὰ τοῦτον οὐκέτι φοβούμεθα τὰ πεπυρωμένα βέλη τοῦ διαβόλου· τὴν γὰρ πηγὴν τῆς ζωῆς εὕρομεν· διὰ τοῦτον οὐκ ἐσμὲν ἐν χηρείᾳ· τὸν γὰρ νυμφίον ἀπελάβομεν· διὰ τοῦτον οὐκέτι δεδοίκαμεν τὸν λύκον· τὸν γὰρ ποιμένα τὸν καλὸν ἐπέγνωμεν· Ἐγὼ γάρ εἰμι, φησὶν, ὁ ποιμὴν ὁ καλός. Διὰ τοῦτον οὐκέτι φρίττομεν τὸν τύραννον· τῷ γὰρ βασιλεῖ προσεδράμομεν. Ὁρᾷς πόσων ἡμῖν ἀγαθῶν ὑπόθεσις ὁ σταυρός; Εἰκότως οὖν ἑορτὴν ἄγομεν. Οὕτω καὶ Παῦλος ἑορτάζειν παραινεῖ λέγων· Ὥστε ἑορτάζωμεν μὴ ἐν ζύμῃ παλαιᾷ, μηδὲ ἐν ζύμῃ κακίας καὶ πονηρίας, ἀλλ᾿ ἐν ἀζύμοις εἰλικρινείας καὶ ἀληθείας.
Καὶ τίνος ἕνεκεν ἑορτάζειν ἡμᾶς κελεύεις, ὦ μακάριε Παῦλε; Εἰπὲ τὴν αἰτίαν, Ὅτι τὸ Πάσχα ἡμῶν ὑπὲρ ἡμῶν, φησὶν, ἐτύθη Χριστὸς ὁ Θεός. Ὁρᾷς πῶς ἑορτὴ ὁ σταυρός; Ἔμαθες ὅτι διὰ τὸν σταυρὸν κελεύει ἑορτάζειν; Ἐν γὰρ τῷ σταυρῷ ἐτύθη· ὅπου δὲ θυσία, ἐκεῖ ἁμαρτημάτων ἀναίρεσις, ἐκεῖ καταλλαγὴ Δεσπότου, ἐκεῖ ἑορτὴ καὶ χαρά. Τὸ Πάσχα ἡμῶν, φησὶν, ὑπὲρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστός. Ποῦ ἐτύθη, εἰπέ; Ἐφ᾿ ὑψηλοῦ σταυροῦ. Καινὸν καὶ ξένον τὸ θυσιαστήριον, ἐπειδὴ ξένη καὶ παρηλλαγμένη ἡ θυσία. Ὁ αὐτὸς γὰρ καὶ θυσία καὶ ἱερεύς· θυσία μὲν, κατὰ σάρκα, ἱερεὺς δὲ κατὰ πνεῦμα· ὁ αὐτὸς καὶ προσῆγε καὶ προσήγετο.
Ἄκουε πάλιν τοῦ Παύλου λέγοντος· Πᾶς γὰρ ἀρχιερεὺς ἐξ ἀνθρώπων λαμβανόμενος, ὑπὲρ ἀνθρώπων καθίσταται τὰ πρὸς τὸν Θεόν. Ὅθεν ἀνάγκη ἔχειν τι καὶ τοῦτον, ὃ προσενέγκῃ. Ἰδοὺ τέως προσφέρει. Ἀλλαχοῦ δὲ πάλιν φησίν· Οὕτω καὶ ὁ Χριστὸς ἅπαξ προσενεχθεὶς εἰς τὸ πολλῶν ἀνενεγκεῖν ἁμαρτίας. Ἰδοὺ ἐνταῦθα προσηνέχθη, ἐκεῖ ἑαυτὸν προσήνεγκεν. Εἶδες πῶς καὶ θυσία καὶ ἱερεὺς ἐγένετο, καὶ θυσιαστήριον ἦν ὁ σταυρός; Ἀλλ᾿ ἀναγκαῖον μαθεῖν, τίνος ἕνεκεν οὐκ ἐν τῷ ναῷ ἡ θυσία προσφέρεται, ἐν τῷ ναῷ λέγω τῷ Ἰουδαϊκῷ, ἀλλ᾿ ἔξω τῆς πόλεως, ἔξω τῶν τειχῶν. Ἔξω γὰρ τῆς πόλεως ἐσταυρώθη, καθάπερ τις κατάδικος, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ προφήτου, ὅτι Καὶ ἐν τοῖς ἀνόμοις ἐλογίσθη.

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026


Μὴ μᾶς ξεχνᾶς!
Πρό διετίας ἦλθε στήν χώρα μας καί μίλησε στό Μέγαρο Μουσικῆς ἐνώπιον πολυπληθεστάτου ἀκροατηρίου ὁ διάσημος ἀμερικανοεβραῖος ψυχίατρος Ἴρβιν Γιάλομ. Τό θέμα του ἦταν «Ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ θανάτου». Συνεπής ἄθεος ὁ ἴδιος, ἔκανε ἕνα «κήρυγμα», πού εἶχε τό ἑξῆς τελικό «δίδαγμα»:
«Ἐπιχειρῆστε νά ζήσετε χωρίς τά προστατευτικά ‘κιγκλιδώματα’ πού προσφέρουν οἱ διάφορες θρησκεῖες - ἐννοῶ κάποια μορφή συνέχειας ἤ ἀθανασίας, πού ἀρνεῖται τό τελεσίδικο τοῦ θανάτου. Νομίζω ὅτι μποροῦμε νά ζήσουμε καλά χωρίς αὐτά τά κιγκλιδώματα...»
Ὅμως, τό παράξενο εἶναι, ὅτι ὁ ἴδιος (σέ πρόσφατο βιβλίο του) περιγράφει πόσο τόν συγκλόνισε ἕνα «πολύ ζωντανό» (ὅπως τό λέει) ὄνειρο, πού εἶδε τήν ἑπομένη νύχτα μετά τήν κηδεία τῆς μητέρας του: «Ἀκούω τήν μάνα μου νά οὐρλιάζει τό ὄνομά μου. Τρέχω πρός τό σπίτι τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας καί τήν βλέπω καθισμένη στήν σκάλα νά μοῦ φωνάζει: ‘Μή μᾶς ξεχνᾶς! Μή μᾶς ἀφήνεις νά χαθοῦμε’. Ἡ μάνα μου δὲν ἦταν πεθαμένη. Ἦταν ζωντανή καί μέ φώναζε...»!
Καί καταλήγει ὁ Γιάλομ: «Πᾶνε τώρα δεκαοκτώ χρόνια ἀπό τόν θάνατο τῆς μητέρας μου, ἀλλά ἡ εἰκόνα αὐτοῦ τοῦ ὀνείρου ἀντιστέκεται στὴ φθορὰ καί λάμπει ἀκόμα πεντακάθαρα στό μυαλό μου. Κι ἐγώ ὑπάκουσα στήν κραυγή τῆς μάνας μου. Προσπαθῶ νά τήν θυμᾶμαι. Ἡ φράση ‘μή μᾶς ξεχνᾶς’ πάντα μὲ συγκινεῖ... καί τήν ἔχω περάσει σέ ἔργα μου»!
Ἀβίαστα ξεπηδᾶνε κάποια ἐρωτήματα. Ἀφοῦ ὁ ἄθεος «ἱεροκήρυκας» Γιάλομ δέν παραδέχεται κάποια συνέχεια μετά τόν θάνατο, καί τήν θεωρεῖ ψεύτικο ‘προστατευτικό κιγκλίδωμα’, τότε:
Πῶς δίνει τόσο μεγάλη σημασία σέ ἕνα ὄνειρο, πού τόσο ἔντονα μαρτυρεῖ γιὰ μιὰ ζωντανὴ συνέχεια μετά τόν θάνατο;
Γιατί «ἡ εἰκόνα αὐτοῦ τοῦ ὀνείρου ἀντιστέκεται στὴ φθορὰ καί λάμπει ἀκόμα πεντακάθαρα στό μυαλό του» μετά ἀπό 18 χρόνια;
Γιατί νιώθει τήν ἀνάγκη νὰ ὑπακούσει στό οὐρλιαχτό-παράκληση τῆς ‘πεθαμένης’ μάνας του;
Μήπως μέ ὅλα αὐτά, ἀρνεῖται κι αὐτός - χωρίς νά τό θέλει – τό τελεσίδικο τοῦ θανάτου;
Τό Πάσχα γιορτάζουμε τήν «ἀπάντηση» τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ στό οὐρλιαχτό-παράκληση «μή μᾶς ξεχνᾶς» ὅλων τῶν φυλακισμένων στά ‘ταμεῖα τοῦ ἅδη’ ψυχῶν.
Τήν Μεγάλη Παρασκευή, στά ἐγκώμια τοῦ Ἐπιταφίου ψάλλουμε:
«Ἰησοῦ Χριστέ μου, Βασιλεῦ τοῦ παντός, τί ζητῶν τοῖς ἐν τῷ Ἅδῃ ἐλήλυθας; ἤ τό γένος ἀπολῦσαι τῶν βροτῶν;» Δηλαδή: «Τί ζητοῦσες, Χριστέ μου, καί κατέβηκες στόν ἅδη, παρά τό νά ἐλευθερώσεις τούς ἐκεῖ νεκρούς;»
«Ὤ χαρᾶς ἐκείνης! ὤ πολλῆς ἡδονῆς! Ἰησοῦ ἧς τούς ἐν Ἅδῃ πεπλήρωκας, ἐν πυθμέσι φῶς ἀστράψας ζοφεροῖς!» Δηλαδή, «μέ πόση χαρά καί μέ πόση ἡδονή γέμισες τούς αἰχμαλώτους τοῦ ἅδη, ἀστράπτοντας τό Φῶς Σου μέσα στά ζοφερά του σκοτάδια!»
Ὁ Χριστός δέν μᾶς ξέχασε. Δέν μᾶς ἄφησε νά χαθοῦμε. Ἀλλά ἔλαβε ἀνθρώπινη σάρκα, πάλαιψε μέ τόν θάνατο καί τόν νίκησε γιά χάρη μας. Καί ἔτσι μᾶς ἔδωσε τήν δυνατότητα νά πετάξουμε ὅλα τά ψεύτικα «προστατευτικά κιγκλιδώματα» τῆς ἄθεης ‘φιλοσοφίας’ καί ‘ψυχολογίας’, καί νά στηριχτοῦμε στόν ἄδειο Τάφο Του. Στόν Πανάγιο Τάφο Του, τόν Ὁποῖο ὁ Ἴδιος ἄδειασε αὐτεξουσίως μέ τήν Ζωοποιό Του Ἀνάσταση! 
Ἀρχιμανδρίτης Βαρνάβας Λαμπρόπουλος

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026



Μεγάλη Τετάρτη
Τῆς ἀλειψάσης τὸν Κύριον μύρῳ γυναικὸς μνείαν ποιεῖσθαι οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν, ὅτι πρὸ τοῦ σωτηρίου πάθους τοῦτο γέγονε.
Κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον, δύο ἡμέρας πρὸ τοῦ Πάσχα, τοῦ Ἰησοῦ εὑρισκομένου ἐν τῇ οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, προσῆλθεν αὐτῷ γυνὴ ἁμαρτωλὸς ἔχουσα ἀλάβαστρον μύρου βαρυτίμου, τὸ ὁποῖον κατέχεεν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ. Ἐπειδὴ δὲ οἱ μαθηταὶ ἐσκανδαλίσθησαν διὰ τοῦτο, ὁ Ἰησοῦς εἶπεν: «Ἔργον καλὸν εἰργάσατο εἰς ἐμέ. . . βαλοῦσα γὰρ αὕτη τὸ μύρον τοῦτο ἐπὶ τοῦ σώματός μου πρὸς τὸ ἐνταφιάσαι με ἐποίησεν. Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅπου ἐὰν κηρυχθῇ τὸ Εὐαγγέλιον τοῦτο, ἐν ὅλω τῷ κόσμῳ λαληθήσεται καὶ ὃ ἐποίησεν αὕτη εἰς μνημόσυνον αὐτῆς».
Ταύτῃ δὲ τῇ ἡμέρᾳ βλέποντες οἱ Γραμματεῖς καὶ Ἀρχιερεῖς, ὅτι ἡ εὔνοια τοῦ λαοῦ ἔτι μᾶλλον ηὔξανε πρὸς τὸν Ἰησοῦν, συνεφώνησαν μετὰ τοῦ Ἰούδα νὰ δώσωσιν αὐτῷ 30 ἀργύρια ἵνα παραδώσῃ τὸν Ἰησοῦν. Ἀπὸ ταύτης δὲ τῆς στιγμῆς ἐζήτει ὁ προδότης εὐκαιρίαν, ἵνα αὐτὸν αὐτοῖς παραδῷ.
Ἐν συνόλῳ ἀριστουργήματα εἶναι τὰ ψαλλόμενα κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην τροπάρια, ἀναφερόμενα εἰς τὴν πρᾶξιν τῆς ἁμαρτωλοῦ γυναικὸς καὶ εἰς τὴν προδοσίαν τοῦ Ἰούδα. Ἐξέχουσι δὲ προπάντων τὰ ἐν τοῖς «Αἴνοις» ψαλλόμενα εἰς τρυφερώτατον ἦχον, καὶ τούτων πάλιν ὑπερέχει διὰ τὴν ἱστορικήν του μάλιστα ἀξίαν τὸ διάσημον τῆς Κασσιανῆς τροπάριον, γνωστὸν τοῖς πᾶσι, τὸ ἑξῆς, ὅπερ ψάλλεται ἀργῶς καὶ μετὰ μέλους εἰς τὸν σοβαρώτερον τῶν ἤχων, τὸν πλ. δ´: «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν, ὀδυρομένη μύρα σοι πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει, οἴμοι λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας. Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων, ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ· κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας, ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει. Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις. . . ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινὸν κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα τῷ φόβῳ ἐκρύβη. Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα σωτήρ μου; Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος».
Τὸ μεγαλοπρεπὲς τοῦτο τροπάριον εἶναι ποίημα Κασσιανῆς ἢ Κασσίας ἢ Εἰκασίας. Αὕτη ἦτο κατὰ τὸν Ζωναρᾶν παρθένος τῷ εἴδει καλὴ καὶ τῶν λοιπῶν ὑπερφέρουσα καὶ λόγοις ὁμιλοῦσα καὶ τὸ γένος ἐπίσημος. Ὁ αὐτοκράτωρ Θεόφιλος θελήσας τότε νὰ νυμφευθῇ, συνήθροισε πολλαχόθεν τὰς ὡραιοτέρας παρθένους τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους, ὅπως μεταξὺ αὐτῶν ἐκλέξῃ τὴν μέλλουσαν βασίλισσαν. Μία τούτων ἦτο καὶ ἡ κόρη Κασσιανὴ θέλουσα διὰ τοῦ κάλλους αὑτῆς νὰ περικοσμήσῃ τὴν βυζαντινὴν αὐλήν. Ὁ αὐτοκράτωρ, φαιδρὸς εἴπερ ποτέ, ἐκράτει μῆλον ἐν χερσὶ καὶ περιήρχετο τὰς τάξεις τῶν παρθένων ἀναζητῶν τὴν ὡραιοτέραν. Ἦσαν ἐκεῖ ποικίλαι ὡραιότητες· ὀφθαλμοὶ μαῦροι καὶ ὀφθαλμοὶ γαλανοί, ξανθαὶ καὶ κασταναὶ παρθένοι, τινὲς δὲ μαύρους ὡς τὰ πτερὰ τοῦ κόρακος ἔχουσαι τοὺς βοστρύχους. Ὁ αὐτοκράτωρ φθὰς πρὸ τῆς Κασσιανῆς ἐσταμάτησεν ὡς δεσμευθεὶς ἐκ τῆς ἐξαισίου ὡραιότητος τῆς δειλῆς κόρης, καὶ εἶπεν ἔκθαμβος: Ἐκ τῆς γυναικὸς προῆλθον τὰ κακά. Ἀλλ᾿ ἡ Κασσιανὴ ἦτο ποιήτρια καὶ δὲν ἄφησεν ἀνανταπόδοτον τὸν λόγον τοῦ βασιλέως, ὅσον βασιλικὸς καὶ ἂν ἦτο, καὶ εἶπε διὰ φωνῆς γλυκείας: ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς γυναικὸς πηγάζουσι τὰ καλύτερα. Καὶ ἐρύθημα κατεκάλυψε τὰς τρυφερὰς παρειὰς τῆς παρθένου, ὅπερ κατέστησεν αὐτὴν ἀκόμη ὡραιοτέραν.
Ὁ Θεόφιλος κατακεραυνωθεὶς ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τῆς κόρης παρέδραμεν αὐτήν, καὶ τὸ χρυσοῦν μῆλον ἐπάλλετο μετ᾿ ὀλίγον εἰς τὰς χεῖρας τῆς ἐκ Παφλαγονίας Θεοδώρας.
Παρῆλθον ἔκτοτε ἔτη πολλά, καὶ μελανείμων παρθένος ηὔχετό ποτε εἰς μοναστήριον πρὸ τῆς εἰκόνος τῆς Θεοτόκου ὑπὸ τὸ ἔνδυμα τῆς μοναχῆς.
Ἦτο ἡ Κασσιανή.
Ἡμέραν τινά, ἐνῷ ἔγραφεν ἡ μοναχὴ εἰς τὸ μονῆρες γραφεῖόν της, ἀκούει κρότον, ὃν ἀνεγνώρισεν ὡς τοὺς βηματισμοὺς τοῦ αὐτοκράτορος Θεοφίλου, ἐλθόντος πρὸς ἐπίσκεψιν αὐτῆς. Ἡ μοναχὴ μὴ θέλουσα νὰ παρουσιασθῇ κατέλιπεν ἔρημον τὸ γραφεῖόν της καὶ ἐκλείσθη εἴς τι πλησίον κελλίον. Ὁ αὐτοκράτωρ εἰσῆλθεν, ἀλλὰ κανεὶς δὲν ἦτο εἰς τὸ γραφεῖον· βλέπει τὸν χάρτην, λαμβάνει αὐτὸν φέροντα νωποὺς ἀκόμη τοὺς χαρακτῆρας, καὶ ἀναγινώσκει· τὸ Κύριε ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις, ὅπερ συνέγραφε τότε ἡ Κασσιανή. Εἶχε δὲ φθάσει μέχρι τοῦ: καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις καὶ ἦτο τὸ τροπάριον ἡμιτελὲς οὕτως. Ὁ δ᾿ αὐτοκράτωρ ἔλαβε τότε τὸν κάλαμον καὶ ὀξυγράφως προσέθεσε τὸ τέλος τοῦ τροπαρίου, ἐν ᾧ ὑπαινίττεται μετὰ τῆς ἱερᾶς ἱστορίας τὴν φυγὴν τῆς Κασσιανῆς.
Τοῦτο τὸ ἱστορικὸν τοῦ ὡραίου αὐτοῦ τροπαρίου.
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τρίτη 7 Απριλίου 2026



Ἀπόγονοι
Ὅταν κάποτε ἕνας ἐξέχων ξένος συνομιλητὴς τοῦ Γιώργου Σεφέρη τὸν ρώτησε «Μὰ εἴσαστε πραγματικὰ ἀπόγονοι τοῦ Λεωνίδα καὶ τοῦ Θεμιστοκλῆ;» 
ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Ὄχι, εἴμαστε ἀπόγονοι μονάχα τῆς μάνας μας ποὺ μᾶς μίλησε ἑλληνικά, ποὺ προσευχήθηκε ἑλληνικά, ποὺ μᾶς νανούρισε μὲ παραμύθια γιὰ τὸν Παπαφλέσσα καὶ τὶς Σουλιώτισσες, κι ἔνιωσε τὴν ψυχή της νὰ βουρκώνει τὴ Μεγάλη Παρασκευή, μπροστὰ στὸ ξόδι τοῦ νεκροῦ Θεανθρώπου».

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

 


Ἡμερολόγιο ἑνὸς ἀθέατου Ἀπριλίου

Κυριακὴ (Πάσχα), 26

Καθαρὴ διάφανη μέρα. Φαίνεται ὁ ἄνεμος ποὺ ἀκινητεῖ μὲ τὴ μορφὴ βουνοῦ κεῖ κατὰ τὰ δυτικά. Κι ἡ θάλασσα μὲ τὰ φτερὰ διπλωμένα, πολὺ χαμηλά, κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρο.

 

Σοῦ ̉ρχεται νὰ πετάξεις ψηλὰ κι ἀπὸ κεῖ νὰ μοιράσεις δωρεὰν τὴν ψυχή σου. Ὕστερα νὰ κατεβεῖς καί, θαρραλέα, νὰ καταλάβεις τὴ θέση στὸν τάφο ποὺ σοῦ ἀνήκει.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Κυριακή 5 Απριλίου 2026



Ποῦ τὰ βρῆκαν αὐτά, βρὲ παιδάκι μου;
Μιὰ φορά, μοῦ διηγήθηκε ὁ π. Μ., καθὼς λειτουργοῦσα, ἦρθε μέσα μου ἔντονη ἡ ἐπιθυμία νὰ προσφέρω εἰς μνήμην τῶν γονέων μου καὶ γιὰ τὴν ψυχή τους ἕνα καλὸ ἁγιοπότηρο στὸ μοναστήρι μου.
Πρὶν κάνω ὅμως ὁποιαδήποτε ἐνέργεια, σκέφτηκα νὰ περάσω ἀπὸ τὸν Γέροντα Παΐσιο, μὲ τὸν ὁποῖο μὲ συνέδεε πνευματικὴ φιλία πολλῶν ἐτῶν. Πράγματι τοῦ ἐκμυστηρεύτηκα τὸν λογισμό μου.
Μόλις μὲ ἄκουσε ὁ Γέροντας, μὲ ρώτησε:
-Τὸ μοναστήρι σας ἔχει ἄλλα ἁγιοπότηρα;
–Ναί, τοῦ ἀπάντησα. Ἔχει πολλὰ καὶ ἐξαιρετικὰ μάλιστα.
Στὴν συνέχεια ὁ Γέροντας, ποὺ γνώριζε τὴν οἰκογένειά μου, μὲ ρωτᾶ:
-Τὰ ἀδέλφια σου ἐργάζονται;
Ὅταν τοῦ ἀπάντησα πὼς πότε ἔχουν κάνα μεροκάματο καὶ πότε ὄχι, ὁ Γέροντας Παΐσιος μὲ ἔμφαση μοῦ λέει:
-Παπά, θὰ ἔχουν δίκιο τὰ ἀδέλφια σου νὰ ἀλλαξοπιστήσουν! Βρὲ εὐλογημένε. Δῶσε καλλίτερα τὰ χρήματα στὴ φαμελιά τους καὶ μὴν στεναχωριέσαι γιὰ τὸ μοναστήρι. Φτάνουν αὐτὰ ποὺ ἔχει.
Ἔτσι, παπά, συνέχισε ὁ γερο-Παΐσιος ἔγινε καὶ στὴ Ρωσία. Ὁ κόσμος πεινοῦσε καὶ αὐτοὶ φτιάχναν χρυσοὺς τρούλους. Τὸ πόσο εὐαρεστήθηκε ὁ Θεὸς ἀπ΄ ὅλα αὐτὰ φάνηκε στὴ συνέχεια. Ἐπέτρεψε κατόπιν νὰ γίνουν ὅλα αὐτὰ βόλια καὶ νὰ πέσουν στὰ κεφάλια τους…
Μάλιστα ὁ Γέροντας ἔχοντας μάθει γιὰ κάποιον ἡγούμενο ποὺ ἔλεγε, φέρτε κανδῆλες γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Παναγίας, κανδῆλες γιὰ τῶν Βαΐων, κανδῆλες γιὰ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο, καὶ πὼς τάχα μὲ ὅλα αὐτὰ εὐαρεστεῖται ἡ Παναγία, ἔλεγε:
-Ἄλλα παιδιὰ δὲν ἔχουν χρήματα γιὰ νὰ φᾶνε, δὲν ἔχουν χρήματα γιὰ φάρμακα, ἄλλοι εἶναι φυλακισμένοι γιὰ ναρκωτικὰ καὶ ἐμεῖς λέμε ὅτι τὰ θέλει αὐτὰ ἡ Παναγία…
Ποῦ τὰ βρῆκαν αὐτά, βρὲ παιδάκι μου, εἶπε, κλείνοντας τὴν συνομιλία μας, καὶ συμπλήρωσε: Τίποτε ἄλλο δὲν θέλει, παπά, ὁ Θεὸς παρὰ μόνο τὴ μετάνοια καὶ τὴν σωτηρία μας.
π. Νεκτάριος Σαββίδης

Σάββατο 4 Απριλίου 2026


Θέλεις νά φαίνεσαι καλή καί ὄμορφη;
Θέλετε νά φαίνεσθε ὡραῖες καί ὄμορφες; ἀρκεσθῆτε στήν διάπλασι καί στήν ὀμορφιά πού σᾶς χάρισε ὁ Δημιουργός καί μή θέλετε ἐσεῖς νά προσθέσετε ξένα στολίδια πάνω σ΄ αὐτήν· διότι μέ τόν τρόπο αὐτό ἐσεῖς δείχνετε, ὅτι εἶσθε τελειότερες καί σοφότερες ἀπό τόν Θεό καί ἴσως γι΄ αὐτό θέλετε νά διορθώνετε τήν ἀτελῆ δημιουργία του, ὅπως σᾶς κατηγορεῖ ὁ ἴδιος Χρυσόστομος λέγοντας: ''Θέλεις νά φαίνεσαι καλή καί ὄμορφη; ἀρκέσου στήν διάπλασι τοῦ Δημιουργοῦ. Γιατί προσθέτεις τά χρυσᾶ (φτιασίδια) γιά νά διορθώσης τάχα τό δημιούργημα τοῦ Θεοῦ;''
Θέλετε νά φανῆτε ὡραῖες; Ντυθῆτε τήν ἐλεημοσύνη, τήν σωφροσύνη, τήν ταπείνωσι καί τίς ἄλλες ἀρετές, γιατί αὐτός ὁ στολισμός εἶναι τιμιώτερος ἀπό χρυσό καί μαργαρίτες καί πολύτιμους λίθους. Αὐτός ὁ στολισμός τήν ὡραία γυναῖκα τήν κάνει πιό ὡραία καί τήν ἄσχημη τήν κάνει ὄμορφη. Χωρίς τόν στολισμό αὐτόν καί ἡ πιό ὡραία γυναίκα εἶναι πράγματι ἄσχημη καί μέ κακή μορφή.
Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026


Ἀπ' ὅλα τ΄ ἄστρα τ΄ οὐρανοῦ
Ἀπ' ὅλα τ΄ ἄστρα τ΄ οὐρανοῦ ἕνα εἶναι ποὺ σοῦ μοιάζει,
ἕνα ποὺ βγαίνει τὸ πουρνό, ὅταν γλυκοχαράζει.

Κυπαρισσάκι μου ψηλό, ποιά βρύση σὲ ποτίζει, 
ποὺ στέκεις πάντα δροσερὸ κι' ἀνθεῖς καὶ λουλουδίζεις; 

Μὰ σὺ ΄σαι μιὰ βασίλισσα, π' ὅλον τὸν κόσμο ὁρίζεις, 
σὰ θέλης παίρνεις τὴ ζωή, σὰ θέλης τὴ χαρίζεις. 

Ὄντε σ' ἐγέννα ἡ μάννα σου, ὁ ἥλιος ἐκατέβη 
καὶ σοῦ ΄δωκε τὴν ὀμορφιὰ καὶ πάλι μετανέβη.

Ποιός ἥλιος λαμπερότατός σοῦ ΄δωκε τὴν ἀνθάδα,
καὶ ποιά μηλιά, γλυκομηλιά, τὴ ροδοκοκκινάδα; 

Σὰν τί τὸ θέλει ἡ μάννα σου τὴ νύχτα τὸ λυχνάρι, 

ὁπ΄ όχει μέσ' 'ς τὸ σπίτι της τ' Αὐγούστου τὸ φεγγάρι.

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

 


Ἁγιορείτικα

Ἕνα ἀπόγευμα καθόταν στὸ μπαλκόνι κοιτάζοντας πρὸς τὴν θάλασσα ὁ Γερο-Γελάσιος. Εἶχε ἐκπλαγεῖ ἀπὸ τὴν ὑπέροχη ὀμορφιὰ τῆς Δημιουργίας τοῦ Θεοῦ καὶ ἀναφωνοῦσε: Τί ὡραῖα εἶναι τὰ πάντα μπροστά μου, ἡ θάλασσα, ὁ οὐρανός, τὰ δάση, τὰ πουλιά, τὰ λουλούδια! Γιατί, Χριστέ μου, ἔφτιαξες ἕνα τέτοιο θαυμαστὸ κόσμο;

Καὶ ἄκουσε φωνὴ νὰ τοῦ λέγει δυνατά:

-Γιὰ σένα τὰ ἔφτιαξα, Γέροντα.

Καὶ ἀμέσως ὁ παπποὺς τὸν ἐρώτησε:

-Καὶ ἐγὼ τί νὰ κάνω γιὰ Σένα, Χριστέ μου;

-Νὰ μὲ ἀγαπᾶς σὰν Πατέρα καὶ νὰ μὲ φοβᾶσαι σὰν Θεό".

***

Ὁ Γερο-Ἀντώνιος ἔφθασε στὰ 87 καὶ στενοχωριόταν διότι δὲν μποροῦσε νὰ κάνει τὸν κανόνα τῆς προσευχῆς του. Ἕνα βράδυ ξαπλωμένος καὶ ἄρρωστος ἔκλαιγε μὲ τὸ πρόβλημά του.

Καὶ τότε ἄκουσε ἀπὸ τὴν ὀροφὴ μία δυνατὴ φωνή: Δὲν θέλω, Γέροντα, τώρα τὴν προσευχή σου, ἀλλὰ τὴν ὑπομονή σου.

***

Ἕνας νέος ὑποτακτικὸς ἔγινε παππὰς καὶ στὴν πρώτη Λειτουργία του ντρεπόταν νὰ εὐλογήσει τὸν Γέροντά του, ποὺ στεκόταν ἔξω στὸ στασίδι του μὲ τοὺς ἄλλους μοναχούς. Τότε ἄκουσε μία φωνὴ ποὺ τοῦ εἶπε δυνατά: Δὲν εὐλογεῖς ἐσύ. Ἐγὼ εὐλογῶ.

***

Ἄλλος παπποὺς ὑπέφερε ἀπὸ πόνους στὴν ὠμοπλάτη του. Παρακαλοῦσε τὸν Ἅγιο Λουκᾶ τῆς Κριμαίας. Ἐκεῖνος ἦλθε καὶ τοῦ εἶπε: Ἐγὼ θέλω νὰ σὲ θεραπεύσω, ἀλλὰ δὲν μὲ ἀφήνει ὁ Χριστός. Καὶ μοῦ εἶπε νὰ σοῦ εἰπῶ νὰ κάνεις ὑπομονή.

Τετάρτη 1 Απριλίου 2026



Κάποιος Ἄλλος, ἀδελφέ, κυβερνάει τὸ σύμπαν
Θυμήσου, θυμήσου, ἀγαπημένο μου παιδί: ὅλα τὰ συμβάντα τῆς ζωῆς μας εἶναι μέρος τῆς παντελῶς ἄγνωστης οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ. Τώρα δὲν καταλαβαίνουμε τὴ σημασία τους, ἀλλὰ πιὸ ἀργὰ θὰ τὰ καταλάβουμε. Τώρα αἰσθανόμαστε ὅτι εἴμαστε ἀδικημένοι καὶ λοιδορούμενοι. Ἀργότερα θὰ καταλάβουμε ὅτι ἀπὸ τὰ πάντα θὰ μπορούσαμε νὰ ἔχουμε ἕνα τεράστιο ὄφελος: τὸν ταπεινὸ λογισμό.
Ἐσὺ τώρα νὰ προσπαθήσεις νὰ πλησιάσεις τὸν Θεὸ ὅσο πιὸ πολὺ μπορεῖς μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἄσκηση. Τήρησε τὸν κανόνα ποὺ σοῦ ἔχει δώσει ὁ πνευματικός σου καὶ προσπάθησε νὰ αἰσθανθεῖς τὸν Θεό.
Κάνε ὁτιδήποτε γιὰ νὰ Τὸν ζήσεις, νὰ Τὸν βάλεις στὴν καρδιά σου. Νὰ μαλακώσει ἡ καρδούλα σου, παιδί μου, ἀπὸ τὸ ἄγγιγμα τῆς Χάρης, κάθε στιγμὴ ὅταν σκέφτεσαι πόσο πολὺ σὲ ἀγαπάει ὁ Θεὸς καὶ πόσο σὲ προστάτεψε ἀπὸ τὸν ψυχικὸ θάνατο, προστατεύοντάς σε ἀπὸ τὶς βρομιὲς ποὺ φέρνουν οἱ δαίμονες στὸ μυαλὸ τῶν ἀνθρώπων…
Ὁ γλυκύτατος Ἰησοῦς νὰ εἶναι πάντα στὶς σκέψεις σου, νὰ εἶναι ἕνα λιμάνι στὸ ὁποῖο θὰ ἐπανέρχεσαι ξανὰ καὶ ξανά …
Ἐπίσης μὴ διστάσεις νὰ καλεῖς τὴν Παναγία σὲ βοήθεια ὅποτε ἔχεις ἀνάγκη καὶ ὄχι μόνο.
Νὰ συνεχίσεις τὸν δρόμο σου μὲ θάρρος, μὲ πολὺ θάρρος. Χάρισε τὴν καρδιά σου στὸν Κύριο καὶ Ἐκεῖνος θὰ τῆς δώσει ὅλες τὶς βιταμίνες καὶ ὅλη τὴν ἐνέργεια ποὺ χρειάζεται γιὰ νὰ μὴν καταρρεύσει. Τίποτε νὰ μὴν σοῦ φαίνεται δύσκολο.
Κάποιος Ἄλλος, ἀδελφέ, κυβερνάει τὸ σύμπαν καὶ ὄχι οἱ μεγάλοι τοῦ κόσμου τούτου…
Θάρρος, θάρρος, τὸ βλέμμα ψηλὰ καὶ θὰ δεῖς τὸν Κύριο, ὅταν θὰ κλάψεις, ὅταν θὰ ψάξεις μὲ λαχτάρα, ὅταν θὰ ματώσεις, ἴσως θὰ Τὸν δεῖς πῶς σοῦ ἁπλώνει τὸ στέφανο μὲ τὸ Ἀγαπητικὸ καὶ Παρηγορητικὸ χέρι Του.
Μὴ θλίβεσαι, μὴ λυπᾶσαι πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅσο πρέπει, γιατὶ ἔτσι δίνεις δικαιώματα στὸν πονηρὸ νὰ σὲ χτυπάει μὲ δύναμη…
Κάνε τὴν καρδιά σου μοναστήρι. Χτύπα ἐκεῖ τὸ σήμαντρο, κάλεσε ἐκεῖ γιὰ ἀγρυπνία, θυμίασε καὶ ψιθύρισε ἀκατάπαυστα προσευχές. Ὁ Θεὸς εἶναι δίπλα σου …
Ἅγιος Λουκᾶς ὁ Ἰατρὸς