Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

 


Τώρα δὲν σηκώνουμε λόγο

Ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἐπαινεῖ τὸν πλησίον του καὶ κατακρίνει τὸν ἑαυτό του, φθάνει σὲ μέτρα ἁγιότητος. Ἂν ζητᾶς ἐσὺ ἀπὸ τὸν ἄλλονε, ἐπειδὴ σὲ λύπησε, νὰ σοῦ βάλει μετάνοια, δὲν εἶσαι καλά, δὲν εἶσαι ἐντάξει, δὲν βαδίζεις στὸ δρόμο τῆς καλογερικῆς.

Φθάσαμε, πατέρες, σ᾿ ἕνα τέτοιο σημεῖο, ποὺ μπορῶ νὰ πῶ ὅτι, ὅταν ἤμασταν κοσμικοί, ἤμασταν καλύτεροι. Τώρα δὲν σηκώνουμε λόγο, δὲν σηκώνουμε λόγο.

Τὰ πατερικὰ βιβλία λένε ὅτι ὁ ἀββὰς Νισθερὼ ἀπέκτησε φήμη ἁγίου ἀνδρός. Καὶ πῆγε ἄλλος καὶ τοῦ λέει: «Τί ἀρετὴ ἔκανες, πάτερ, κι ἔφθασες σ᾿ αὐτὰ τὰ μέτρα;» Λέει: «Ἀφότου μπῆκα στὸ μοναστήρι, εἶπα, ἐγὼ καὶ τὸ γαϊδούρι ἕνα εἴμαστε. Ὅσο μιλάει τὸ γαϊδούρι, ὅταν τὸ δέρνεις, τόσο θὰ μιλήσω κι ἐγώ». Αὐτὸ ἦταν τὸ θεμέλιο, ὅτι καὶ νὰ τὸν δείρουνε, «εὐλόγησον». Τώρα ἐμεῖς φθάσαμε στὸ σημεῖο, δὲν σηκώνουμε λόγο.

Ὁ ἄνθρωπος, ἐφόσον ζεῖ, πρέπει πάντοτε νὰ ἀγωνίζεται. Καὶ ὁ πρῶτος ἀγώνας εἶναι νὰ νικήσει τὸν ἑαυτό του. Ὁ πρῶτος καὶ ὁ κυριότερος ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ὁ διάβολος, ὄχι. Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸν ἑαυτό του ἐπίβουλος. Καὶ τοῦτο διότι δὲν ἀκούει τὸν ἄλλον, ἀκούει τί τὸν λέει ὁ λογισμός του. Ἐνῶ ἔχουμε τόσους ἁγίους Πατέρες νὰ τοὺς μιμηθοῦμε διαβάζοντας τὰ συγγράματά τους, ἐντούτοις ὅμως τὸ ἐγὼ μᾶς κυριεύει πολλὲς φορές. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος νικήσει τὸν ἑαυτό του, εἶναι ὁ μεγαλύτερος μεγαλομάρτυρας καὶ τροπαιοφόρος καὶ νικηφόρος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ!

Ὅσιος Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

 


Ὄχι ἁπλῶς νὰ τὸ πιστεύουμε, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ προσδοκοῦμε

Πολλοὶ ἀσκητὲς ἀγαποῦσαν τὶς ἀσθένειες, γιατὶ ἡ ἀσθένεια ἐλαφρύνει τὸν πόλεμο μὲ τὰ σαρκικὰ πάθη.

Καὶ ἐφόσον δὲν νικήσαμε ἀκόμη τὰ πάθη, δὲν μποροῦμε νὰ ζήσουμε τὴ χαρὰ τῆς ἀναστάσεως στὸ πλήρωμά της.

Παρ’ ὅλα αὐτά, μερικῶς ὡστόσο τὴν ζοῦμε.

Πολλὲς φορές, λοιπόν, συνέβη νὰ συναντήσω τὸ φαινόμενο τὸ Πάσχα νὰ εἶναι γιὰ μερικοὺς καιρὸς δοκιμασίας, καὶ αὐτὸ ἔγινε αἰσθητὸ ὡς κάποιο κενὸ στὸ εἶναι.

«Ἀνέστη Χριστός, καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐπὶ μνήματος», καὶ ἐγὼ αἰσθάνομαι τὸν ἑαυτό μου ὑπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ θανάτου.

Ὄχι μόνο ὅταν αἰσθάνεσθε τὴν κυριαρχία σας ἐπάνω στὰ πάθη ὡς γεγονός, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἴδια τὴν πάλη νὰ θυμάστε ὅτι τίποτε τὸ τελικὸ δὲν ὑπάρχει, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Χριστό, καὶ νὰ στηρίζεσθε σὲ Αὐτόν.

Μπορεῖ νὰ δημιουργηθεῖ ἡ αἴσθηση: «Ναί, ἦρθε τὸ Πάσχα, καὶ ὅμως μένω στὸν θάνατο τῶν παθῶν».

Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἐνδώσουμε σὲ αὐτὸ τὸν πειρασμό, ἀλλὰ νὰ πιστεύουμε ὅτι πραγματικὰ θὰ ἀναστηθοῦμε· καὶ ὄχι ἁπλῶς νὰ τὸ πιστεύουμε, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ προσδοκοῦμε, ὅπως θαυμάσια ὁμολογοῦν οἱ ἅγιοι Πατέρες στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως.

Ὄχι μόνο πιστεύω ὅτι θὰ ἀναστηθοῦν οἱ νεκροί, ἀλλὰ περιμένω τὴν ἀνάσταση αὐτή.

Νὰ λέτε τὰ λόγια αὐτὰ μὲ περισσότερη συναίσθηση, νὰ ἐλέγχετε τὸν ἑαυτό σας καὶ νὰ γνωρίζετε τὸν χαρακτήρα τῶν φαινομένων αὐτῶν.

Ἂν λέμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν» καὶ στὶς προσευχὲς γιὰ τοὺς κεκοιμημένους «ἐπ’ ἐλπίδι ζωῆς αἰωνίου τὸν κεκοιμημένον δοῦλον Σου ἀνάπαυσον», τονίζουμε ὅτι πεθαίνοντας θὰ ἀναμένουμε τὴν ἀνάστασή μας, πρὸς τὸ παρὸν ὅμως «εἰς χεῖρας Σου παρατίθεμαι τὸ πνεῦμα μου».

Εὔχομαι πράγματι σὲ ὅλους σας νὰ ζήσετε τὸ Πάσχα μὲ τὴν ἀναμονὴ αὐτῆς τῆς κοινῆς μας ἀναστάσεως.

Ὅσιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026


Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος

Ἀπό αἰῶνες, κάθε χρόνο, τήν παραμονή τῆς Μεταμορφώσεως, ἀρκετοί μοναχοί ἀναχωροῦν ἀπό τήν Μεγίστη Λαύρα μέ ζῶα φορτωμένα μέ τρόφιμα, σκεπάσματα καί λειτουργικά σκεύη καί ἀνεβαίνουν πρός τήν «Ἁγίαν Κορυφήν» τοῦ Ἂθωνος, σέ ὕψος 2.033 μέτρων, ἐπάνω ἀπό τά σύννεφα, ὅπου βρίσκεται ἕνα μικρό παρεκκλήσι τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος. Ἐκεῖ, τήν ἂλλη μέρα τό βράδυ, θά κάνουν τήν ὁλονύκτιον ἀγρυπνίαν μέ τρόπο παρόμοιο πρός ὅλα τά μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἀνεβαίνοντας σιγά-σιγά, ὅπως τότε οἱ Ἀπόστολοι ἀνέβαιναν μέ τόν Ἰησοῦν «εἰς ὄρος ὑψηλόν», ψάλλουν τούς προεόρτιους ὓμνους στόν ρυθμό τῶν κωδωνίσκων τῶν μουλαριῶν: «Δεῦτε συνανέλθωμεν τῷ Ἰησοῦ ἀναβαίνοντι εἰς τό ὄρος τό ἃγιον…».
Στόν δρόμο, μοναχοί ἀπό διάφορα μέρη τοῦ ρους καί προσκυνηταί ποικίλων ἐθνοτήτων, συνάπτονται μαζί τους, καί αὐτή ἡ πομπή πού συναποτελεῖται ὁμοιάζει τότε μέ τούς Ἑβραίους πού συγκεντρώνονταν ἀπό ὅλα τά μέρη τῆς Παλαιστίνης μαζί μέ τούς προσήλυτους γιά νά ἑορτάσουν εἰς τόν οἶκον Κυρίου εἰς τήν Σιών. «Ἐκεῖ γάρ ἀνέβησαν αἱ φυλαί, φυλαί Κυρίου, μαρτυρία τῷ Ἰσραήλ, τοῦ ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματι Κυρίου».
Αὐτή ἡ «Ἁγία Κορυφή», ἡ ὁποία τακτικά ἐνδύεται μέ λαμπρό χιόνι, πού ἂλλοτε ἀντανακλᾶ τίς ἀκτίνες τοῦ ἡλίου καί ἂλλοτε κρύβεται ὑπό τήν νεφέλη, ἦταν προορισμένη νά γίνη «Ὄρος τοῦ φωτός» διότι ἡ ἀρχαία λέξις «αἲθων» σημαίνει: πυρώδης, ἀναλάμπων, ἀστράπτων… Ἡ κορυφή κατέχει μιά ἰδιαίτερη θέση στήν καρδιά τῶν ἁγιορειτῶν. Βλέπουν αὐτό τό ὄρος σάν τόν ἂξονα τοῦ κόσμου, πού ἑνώνει τόν οὐρανό καί τήν γῆ, σάν τόν στῦλον διά τοῦ ὁποίου οἱ προσευχές τους ἀναβαίνουν πρός τόν Θεόν, σάν τό ὑποπόδιον τοῦ Θεοῦ, σάν τήν ἐκλεκτήν κατοικίαν τῆς Παντανάσσης, τῆς «Μητρός τοῦ Φωτός».
Ἀναρίθμητες εἰκόνες ἢ χαλκογραφίες δείχνουν τήν Παναγίαν στόν οὐρανό, πάνω ἀπό τήν χιονισμένη κορυφή τοῦ Ἂθωνος, πού ἐξαπλώνει στόν κόσμο τό Μαφόριόν της, τήν «ἁγίαν Σκέπην» τῆς προσευχῆς της. Ἐκεῖ ἐπίσης, κατά μία ἀρχαία καί ἀδιάρρηκτη παράδοση, οἱ μοναχοί ἀναβαίνουν μερικές φορές γιά ἓνα προσωπικό προσκύνημα, γιά νά προσευχηθοῦν πλησιέστερα πρός τόν οὐρανό καί γιά νά λάβουν ἀπό τόν Θεόν μιά πληροφορία γιά τίς ἀποφασιστικές στιγμές τῆς ζωῆς τους.
Ἐκεῖ, στόν δέκατο αἰῶνα, ἐν ἡμέρᾳ Μεταμορφώσεως, ὁ κτίτωρ τῆς μονῆς τῶν Ἰβήρων, ὅσιος Εὐθύμιος, εἶδε τό φῶς τοῦ Θεοῦ νά ἐξαστράπτει ὡς πῦρ φλέγον ἐνῶ λειτουργοῦσε: «αἴφνης φῶς ἀμέτρητον περιήστραψεν ἃπαντας καί σεισμός ἐγένετο καί ὅλοι ἒπεσαν πρηνεῖς κατά γῆς. Μόνος δέ ὁ μακάριος Εὐθύμιος ἵστατο, φαινόμενος ὡς στῦλος πυρός καί μένων ἀκίνητος πρό τοῦ ἱεροῦ θυσιαστηρίου». Τέσσερεις αἰῶνες ἀργότερα, ἡ Παναγία ἐμφανίστηκε στόν ἃγιον Μάξιμον τόν Καυσοκαλυβίτην μέσα σέ ἂφθονο θεῖο φῶς καί ἀρώματα, κρατώντας στήν ἀγκαλιά της τόν Κύριον, πού εὐλόγησε τόν ἃγιον καί τόν γέμισε μέ θείαν ἀγαλλίασιν.

Ἐκεῖ ἀκόμα, ὓστερα ἀπό αἰῶνες τέτοιων γεγονότων πού ἒμειναν κρυφά, ὁ Γέρων Ἰωσήφ (†1959), ὁ μέγας ἡσυχαστής καί πραγματικός πατήρ τῆς σημερινῆς ἀναγεννήσεως τῆς παραδόσεως τῆς νοερᾶς προσευχῆς στό Ἃγιον Ὂρος, συνάντησε τόν συνασκητή του, τόν Γέροντα Ἀρσένιον (†1983) καί ἄρχισε τήν ζωή σκληροῦ ἀγῶνος καί περιπλανήσεως στίς κλιτῦς τοῦ Ἄθωνος.
Καί ἀπό τήν κορυφήν αὐτήν, μία μέρα, πού εἶχε φθάσει στήν ἀπελπισία, μία λαμπρή ἀκτίνα φωτός ἐξήστραψε καί μπῆκε στήν καρδιά του. Καί ἀπό τότε, ὅπως σ’ ἓνα Θαβώρ, ὁ νοῦς του δέν σταμάτησε νά μένει διαρκῶς μέ τόν Ἰησοῦν ἑνωμένον μέσα στήν καρδία του.
Ὑπάρχει ἐπίσης ἡ διήγησις ὅτι ἑπτά ἀσκηταί ζοῦν σ’ αὐτά τά ὕψη γυμνοί καί ἄγνωστοι καί διατηροῦν διά μέσου τῶν αἰώνων, ἀπό γενεά σέ γενεά, τήν μυστική παράδοση τῆς ἀσκήσεως καί τῆς θεωρίας.
Μῦθος ἤ ἀλήθεια, ἡ διήγησις αὐτή δείχνει ἀκριβῶς πόσο κεντρική εἶναι ἡ θέσις τῆς «Ἁγίας Κορυφς» στήν συνείδηση καί στήν ζωή τῶν ἁγιορειτῶν. Γι’ αὐτό τό μικρό παρεκκλήσι τῆς Μεταμορφώσεως καί δίπλα του ὁ πελώριος σιδερένιος σταυρός, πού στέκονται σ’ αὐτόν τόν στενό βράχο, ἔχουν μιά ἰδιαίτερη συμβολική ἀξία καί δείχνουν, σάν δυό σημεῖα, στόν οὐρανό καί στόν κάτω κόσμο, τά δυό χαρακτηριστικά τῆς μοναστικῆς πολιτείας, ἡ ὁποία εἶναι βίωσις τοῦ σταυροῦ, ἐκουσία καί ἀδιάλειπτη συμμετοχή στό πάθος τοῦ Κυρίου, καί εἶναι ταυτόχρονα ἡ ὁδός τῆς θεώσεως, μιά ζωή μέσα στό φῶς τῆς ἐσχατολογικῆς δόξης, πού ἀπεκάλυψε ὁ Χριστός, γιά μιά στιγμή, στούς Ἀποστόλους του, πάνω στό ὂρος Θαβώρ.
Ὅπως ὁ Κύριος ἀνέβηκε στό ὄρος «κατ’ ἰδίαν» μέ τούς ἐκλεκτούς Μαθητές γιά νά προσευχηθεῖ, ἔτσι καί οἱ μοναχοί, ἀπαρνούμενοι τόν κόσμο, ζοῦν στόν Ἂθωνα «ἐν ἡσυχίᾳ καί προσευχῇ», ζοῦν ἐδῶ καί τώρα, μέσα στό φῶς τῆς Μεταμορφώσεως. Ὁ Ἂθως εἶναι γιά αὐτούς Θαβώρ, προτύπωσις τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.
Στήν δύση τοῦ Βυζαντίου, ὅταν ὁ ἃγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ἁγιορείτης καί μέγας διδάσκαλος τοῦ θείου φωτός, ἀγωνίστηκε ἐναντίον τῶν οὐμανιστῶν γιά τήν ὑπεράσπιση τῶν ἡσυχαστῶν καί τήν ὑποστήριξη τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας περί τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου — δηλαδή τς πραγματικς συμμετοχς του στήν ζωή τοῦ Θεοῦ διά μέσου τς κτίστου χάριτος— τό θέμα τῆς Μεταμορφώσεως καί τῆς φύσεως τοῦ Θαβωρίου φωτός βρισκόταν στό κέντρο τῆς διαμάχης.
Σ’ ὅλα τά ἒργα τους, ὁ ἃγιος Γρηγόριος καί οἱ ὁμόφρονές του, κάνουν ἀναρίθμητες ἀναφορές σ’ αὐτό τό θεῖο γεγονός καί δείχνουν ὅτι ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Κυρίου, ὡς πρότυπον τῆς δικῆς μας θεώσεως, εἶναι κατ’ ἐξοχήν ἡ ἑορτή τοῦ μοναχισμοῦ, ἡ πανήγυρις τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Γιά χρόνια ὁ ἃγιος Γρηγόριος εἶχε ζήσει στούς πρόποδες τοῦ Ἂθω, στήν Μ. Λαύρα, καί ὡς ἡσυχαστής στό ὑψηλότερα εὑρισκόμενο κελλίον τοῦ ἁγίου Σάββα.


Γι’ αὐτόν, ὃπως καί γιά κάθε σύγχρονο ἁγιορείτη, ὁ Ἂθως ταυτίζεται μέ τό Θαβώρ καί μέ κάθε «ὂρος τοῦ Θεοῦ», ὅπου ὁ Θεός ἀποκαλύφθηκε στούς ἀνθρώπους. Γιά αὐτούς εἶναι καί Ὄρος Σιών, καί ὂρος Σινά, ὂρος Κάρμελ, ὂρος τῶν Ἐλαιῶν καί ὂρος τοῦ Γολγοθᾶ.
Εἶναι ἐπίσης παρόμοιο μέ ὅλα τά «ἅγια ὂρη» ὃπου ὁ Κύριος κατοίκησε «ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ» «ἐν συναγωγῇ θεῶν», ὅμοιο μέ τό ὂρος τοῦ Ὀλύμπου τῆς Βιθυνίας, ἀπό τό ὁποῖο προῆλθαν οἱ πρῶτοι ἁγιορεῖτες, μέ τό ὂρος τοῦ Λάτρου, μέ τό ὂρος τοῦ Γάνου, μέ τό βουνό τοῦ Ἁγίου Αὐξεντίου και μέ ὃλα τά ἒνδοξα μοναστικά Κέντρα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, μέ τά ἃγια ὂρη τῆς Ἑλλάδος, καί παραλληλίζεται τέλος μέ τό ὂρος τοῦ Ὀλύμπου – τῆς ἀρχαίας κατοικίας τοῦ δωδεκαθέου.
Συγγενεύει μέ τούς ἱερούς βράχους τῶν Μετεώρων, ὃπου στόν πιό ψηλό βράχο βρίσκεται κτισμένο μοναστήρι τῆς Μεταμορφώσεως, μέ τά ὂρη τῆς Πελοποννήσου, τῆς Μακεδονίας, τῶν Καρπαθίων, τῆς Σερβίας, τῆς Ἀρμενίας μέ τό σεβαστό Ἀραράτ, τά Καυκάσια ὂρη, μέ τά ὂρη τῆς Ρωσσίας καί μέ τό μικρό «Ἅγιον ὂρος» τοῦ ἁγίου Σεραφείμ στό δάσος τοῦ Σαρώφ, μέ τό Μοnte Cassino τοῦ ἁγίου Βενεδίκτου, μέ τό ὂρος τοῦ Μερκουρίου —φρούριο τῶν βυζαντινῶν ἀσκητῶν στήν Καλαβρία— καί μέ ὃλα τά ἃγια ὂρη τῆς ὀρθοδόξου Δύσεως.
Ὁ Ἂθως ταυτίζεται λοιπόν μέ ὃλα αὐτά τά ὂρη πού ἒγιναν Θαβώρ, γιά τούς μοναχούς ὃλων τῶν αἰώνων, καί πού «μεταναστεύουν ἐκεῖ ὡς στρουθία».
Σ’ αὐτήν τήν νύχτα, μέσα στό στενό παρεκκλήσι, ὃπου μόνον λίγα πρόσωπα μποροῦν νά χωρέσουν, ἐνῶ οἱ ἂλλοι προσπαθοῦν νά ζεσταθοῦν λιγάκι δίπλα στή μεγάλη φωτιά πού καίγεται ἀπ’ ἒξω, οἱ φωνές τῶν ψαλτν γίνονται σάλπιγγες τῆς Ἐκκλησίας, πού νακηρύττουν στόν κόσμο τό μήνυμα τοῦ ϊδίου φωτός.

Γέρων Αἰμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

Τετράδιο 150 * Σεπτέμβριος 2012

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026


Ὁ ἰδιότυπος Φώτης Κόντογλου

Ἡ πρώτη μου γνωριμία μὲ τὸ εἶδος γραφῆς τοῦ Φώτη Κόντογλου, ἔγινε στὰ μαθητικά μου χρόνια. Τότε διάβασα τὸ βιβλίο τοῦ «Πέδρο Καζᾶς» (ἐκδόσεις Χ. Γανιάρη, 1922) καὶ ἐντυπωσιάστηκα ἀπὸ τὴν ἰδιοτυπία του: Γλώσσα, τρόπος ἀφήγησης, πειστικὴ περιπέτεια. Κι ὅπως τὰ καλὰ βιβλία ποὺ μποροῦσαν νὰ φτάσουν ὡς τὴν ἐπαρχία μου ἦταν ἐλάχιστα, τὸ διάβασα καὶ τὸ ξαναδιάβασα. Ἔτυχε μάλιστα νὰ τὸ διαβάσω κοντὰ-κοντὰ μὲ τὸ «Ντὲ προφούντις» τοῦ Ὄσκαρ Οὐάιλντ, ἕνα βιβλίο ποὺ μὲ εἶχε συνεπάρει μὲ τὸν κεντημένο του λόγο, τὴ λεπταισθησία καὶ τὴν πραγματικὰ ἐκ βαθέων ἀνθρώπινη θλίψη του. Αὐτὰ καὶ ἄλλα, ποὺ παράλληλα διάβασα τὴν ἴδια ἐποχή, δὲν εἶχαν καμμία σχέση τὸ ἕνα με τὸ ἄλλο. Ἀποτελοῦσαν διαφορετικοὺς κόσμους ἄσχετους μεταξύ τους. Μποροῦσα νὰ διακρίνω ἔτσι τοὺς κόσμους αὐτῶν τῶν δημιουργῶν, ποὺ ὁ καθένας τοὺς εἶχε τὴ δική του ἀτμόσφαιρα, τὸ δικό του χρῶμα, τὴ δική του ἰδεατὴ αὐτοτέλεια. Τὸ κοινό τους γνώρισμα ἦταν τὸ ὅτι εἶχαν τὴ δύναμη νὰ ἐπιβάλλουν τὴν ἀποδοχή τους καὶ νὰ ἐντυπώνουν στὸ μυαλό μου τὸ ὄνομα τοῦ συγγραφέα τους.
Ἀπὸ τότε τοποθέτησα τὸ ὄνομα τοῦ Φώτη Κόντογλου στὰ ἰδιαίτερά μου. Δὲν μποροῦσα νὰ ἀποστῶ τοῦ πειρασμοῦ. Ἀναζητοῦσα κάθε νέο βιβλίο ἢ ἀνάτυπο, φυλλάδιο, ἢ ἐπιφυλλίδα ποὺ εἶχε τὸ ὄνομά του. Ἀκόμη καὶ τὸ «πεποιημένο» ὕφος του στὶς πολύμορφες ἀφηγήσεις τῶν τελευταίων χρόνων του δὲν ἦταν στερημένο ἀπὸ τὴν ἰδιότυπη γοητεία τοῦ εὔστροφου καὶ πληθωρικοῦ Ἀνατολίτη Κόντογλου. Ὁ συγκερασμὸς τοῦ ἐξωτικοῦ, τοῦ μυστικιστικοῦ, ἱστορικοῦ ἢ ἁπλῶς παραδοσιακοῦ στοιχείου στὸν σχεδὸν λαϊκὸ λόγο, δὲ σὲ ἄφηνε ἀδιάφορο. Ὁ Κόντογλου ἦταν ἕνας καθαρόαιμος Ῥωμιὸς καὶ μαγνήτιζε μὲ τὰ κείμενά του τὸν λίγο ἢ πολὺ Ῥωμιὸ ποὺ ὅλοι μας ἔχουμε μέσα μας.
Ὁ συγγραφέας τοῦ «Πέδρο Καζᾶς» ἀποτελεῖ μίαν ἰδιοτυπία γιὰ τὰ Γράμματά μας, γιὰ τὴ ζωγραφική, ἀκόμη καὶ τὶς δοκιμιακὲς ἐπιδόσεις του («Ἡ τέχνη τοῦ Ἄθω» 1923, «Γιὰ νὰ πάρουμε μία ἰδέα γιὰ τὴ ζωγραφική» 1929, «Ἔκφρασις» 1960). Κι ἂν ἡ ἰδιοτυπία εἶναι αὐτὸ ποὺ ξεχωρίζει τὶς προσωπικότητες μεταξύ τους, ἡ δική του ἰδιοτυπία ἀποτελεῖ μία μοναδικότητα. Οἱ δημιουργοὶ καλύπτουν τὴν ἱστορία τῆς ζωῆς καὶ ἡ ἀπουσία τῆς δικῆς του ἰδιοτυπίας θὰ ἄφηνε μία μακριὰ περίοδο δρώμενων τῆς φυλῆς μας ἀνιστόρητη. Τὸ γένος, ἡ πίστη, ἡ ὀρθοδοξία, ἡ ἀποκοτιά, ἡ περιπέτεια, τὸ ἐξαγιασμένο ἀπὸ τὸ αἷμα πατρικὸ χῶμα, πράγματα «φημισμένα» ποὺ πᾶνε νὰ λησμονηθοῦν, ὁ Ἕλληνας. Κυρίως ὁ Ἕλληνας, ποὺ ἐξαιτίας τῆς πίστης του καὶ τῶν βασάνων του, ἀπόχτησε μία θειότητα σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ὁ Ἕλληνας γιὰ τὸν Κόντογλου, ἔχει μίαν ἁγιότητα μέσα του κι εἴτε γίνεται πειρατής, εἴτε κουρσάρος, εἴτε καὶ φονιὰς ἀκόμη, ὁ Θεὸς ὅλα τοῦ τὰ συγχωρεῖ.
Τὸ πνεῦμα αὐτοῦ τοῦ Ἕλληνα καὶ αὐτῆς τῆς ἐποχῆς, ἀποτελεῖ τὴ συνισταμένη τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ πνεύματός του. Εἶναι ὁ ἴδιος καμωμένος ἀπὸ τὴ δόξα τῶν ἡρώων του. Κι ἂν δὲν ἦταν συγγραφέας, ζωγράφος, εἰκονογράφος βιβλίων, δάσκαλος, θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι θαλασσοπόρος καὶ πειρατὴς καὶ κουρσάρος. Ὁ κόσμος του δὲ δέχεται καμμία ἐπιρροὴ ἀπὸ τὸν ἔξω κόσμο. Ἐκφράζεται μὲ τὴ δική του σκέψη, τὴ δική του γλώσσα, τὸ δικό του ὕφος. Γράφει ὅπως ἕνας ἀσπούδαχτος. Πρότυπά του ὁ λαϊκὸς λόγος, γραμμένος ἢ προφορικός. Φιλοδοξεῖ νὰ γίνει ὁ ἀπολογητὴς τῶν παθῶν τοῦ Ἕλληνα, ποὺ πιστεύει καὶ πολεμάει ἀδιάκοπα μὲ κάθε τρόπο.
Ἦταν γύρω στὸ 1946 ὅταν στὸ βιβλιοπωλεῖο «Ἀετὸς» μισογυρμένος, ὅπως τὸ συνήθιζε, μὲ ἀκουμπισμένο μὲ τὸ ἕνα του πλευρὸ σ᾿ ἕναν πάγκο ἀπὸ βιβλία, μοῦ μίλησε μ᾿ ἕνα πάθος σχεδὸν μανιακὸ γι᾿ αὐτὰ τὰ ξένα ρεύματα ποὺ ἔρχονται νὰ ἀνατρέψουν τὴν ἱστορικὴ συνέχεια αὐτοῦ τοῦ Ἕλληνα. Μοῦ ἔλεγε: «Αὐτοὶ ποὺ τὰ δέχονται, εἶναι πολέμιοι τοῦ γένους μας. Ἐμεῖς δὲν πρέπει νὰ χάνουμε τὸ Θεὸ ἀπὸ τὰ μάτια μας κ᾿ ἐκείνους ποὺ μὲ τὰ βάσανά τους μᾶς ὁδήγησαν ὡς ἐδῶ ποὺ εἴμαστε. Ἔτσι ποὺ πᾶμε, θ᾿ ἀφανιστοῦμε». Ἀποτελεῖ κι αὐτὸ μιὰ πλευρὰ τῆς μοναδικῆς ἰδιοτυπίας τοῦ Κόντογλου, ποὺ δὲν ἦταν ἀπαλλαγμένος κι ἀπὸ ἕνα εἶδος δονκιχωτισμοὺ γιὰ τὶς μέρες ἐκεῖνες καί, φυσικά, καὶ γιὰ τὶς μέρες μας. θεωροῦσε προδοσία τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῶν ἀδάμαστων ψυχῶν». Αὐτὸ ποὺ ὁ ἴδιος ἔλεγε «τιμιώτατον» γιὰ τὸ ἔργο του ἦταν ἡ παθολογική του ἀγάπη, ἡ συνοστέωσή του θὰ ἔλεγα μ᾿ αὐτὸ τὸν τόπο, τὶς παραδόσεις του καὶ τὴ θρησκεία του. Ἡ μονομανία του μεταβαλλόταν κάποτε σὲ σκέτη χολή. «Τί ψυχολογίες, τί ὑποσυνείδητα, τί ἰψενικὰ τρίγωνα, τί πασχαλινὰ τετράγωνα, τί σοφίες ποὺ τρέμει ὁ κόσμος, τί θεωρίες, φοβερὰ πράγματα (...) Τί εἶπε ὁ Προύστ, τί ἔκανε ὁ Μπωντλαίρ (...) γιόμισε ὁ κόσμος ἀπὸ λογῆς-λογῆς ξεράσματα καὶ κλεφτοφάναρα».
Ὡστόσο, ἂν δὲν ἦταν ὁ τόσο πεισματικὰ ἀσυμβίβαστος, ὁ κολλημένος ὅπως τὸ ὄστρακο πάνω στὴ δική του πέτρα, δὲν θὰ ἦταν ὁ Φώτης Κόντογλου, ὁ κάποτε ἡρωικο-κουτσαβάκης, ἀλλὰ κάτι ἄλλο. Εἶναι ἕνας ἔντιμος καὶ δίκαιος ποὺ προσωποποιεῖ τὸν Ἕλληνα ἀνάμεσα στὸ Βυζάντιο καὶ τὴ Μικρασιατικὴ καταστροφή. Ὁ Κόντογλου δὲν ἀπέτυχε σ᾿ αὐτὴ τὴν προσωποποίηση, οὔτε ὡς συγγραφέας, οὔτε ὡς ζωγράφος, οὔτε ὡς ἁγιογράφος, οὔτε ὡς εἰκονογράφος βιβλίων. Μὲ τὴν ἀντίληψη ὅτι «ὁ ποιητὴς εἶναι ἀνάγκη, δίχως ἄλλο, νἄχει χαρίσματα ζωγράφου» καί, φυσικά, κι ὁ ζωγράφος χαρίσματα ποιητῆ, κατόρθωσε νὰ ἑνοποιήσει τὴν πολύμορφη δραστηριότητά του καὶ νὰ ἐπιβάλει τὴ δική του ἰδιότυπη προσωπικότητα, δίνοντας τὰ πράγματα καὶ τὰ συμβάντα τῶν ἡμερῶν ποὺ ἱστόρησε μὲ κάποια φυσικὰ καὶ κάποτε ἠθελημένη ἁπλότητα, μὲ φαντασία, ἀλλὰ χωρὶς φανταχτερὰ χρώματα, ὅπως ἔδωσε καὶ τοὺς Ἁγίους του. Γήινα πράγματα, ἐπιβεβαίωση τῆς θεότητας.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

Οἷος κρημνός!
Φίλε κ. Γαβριηλίδη,
Ὀφείλων νὰ γράψω τι εἰς ἀπάντησιν τοῦ «Λόγου» - ἐπειδὴ ὁ ἕτερος τῶν καταγγελθέντων ἱερέων εἶναι ὁ ἐμὸς γεννήτωρ - ἐπερίμενα νὰ λάβω λεπτομερεστέρας πληροφορίας ἐκ Σκιάθου, περὶ τοῦ τί ἀκριβῶς συνέβη· ἀντὶ ὅμως πληροφοριῶν, μοῦ ἦλθεν ἡ ἑπομένη διατριβή, ἡ ὁποία εἶναι ὡς νὰ τὴν ἔγραψα ἐγώ, καὶ διὰ τοῦτο προθύμως ἀναλαμβάνω τὴν ἐπ᾿ αὐτῇ εὐθύνην, παρακαλῶν σε νὰ τὴν δημοσιεύσῃς.
Ἐν Ἀθήναις, 22 Ἰουλίου 91.
Ὅλος σὸς
Ἀλέξ. Παπαδιαμάντης

Ὀρθῶς εἴκασεν ὁ «Λόγος» ὅτι οἱ δύο ἱερεῖς, οὓς κατήγγειλεν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν Βόλου ὁ κ. Μακράκης, δὲν ἔπραξαν ἐξ ἀμαθείας ὅ,τι ἔπραξαν· οἱ δύο ἐκεῖνοι ἱερεῖς δὲν εἶναι βεβαίως ἐκ τῶν ἀμαθεστέρων τοῦ ἐν Ἑλλάδι κατωτέρου κλήρου· τούτων ὁ μὲν Σακελλάριος Ἰωάννης Μανιώτης ἐβούλευσε δὶς ἐπὶ Ὄθωνος, ὁ δὲ Οἰκονόμος Ἀδαμάντιος Ἐμμανουὴλ ἐπὶ ἔτη ἐδίδαξεν ἐν Ἑλληνικῷ σχολείῳ.
Ἀλλ᾿ ὁ κ. Μακράκης δὲν ὀκνεῖ νὰ σύρῃ πρὸ τοῦ ποινικοῦ δικαστηρίου δύο γηραιοὺς κληρικούς, τὸν ἕνα ὀγδοηκοντούτην καὶ βαρήκοον, τὸν ἕτερον ἑβδομηκοντούτην, ἀπὸ πεντηκονταετίας ἱερατεύοντα καὶ ποδαλγόν, διατί; Διότι ἔκαμαν τὸ καθῆκόν των καὶ ὑπέμνησαν εἰς τὸ ποίμνιόν των ὅτι ἐλεύθεροι μὲν εἶναι ν᾿ ἀκούσωσι τὸν κ. Μακράκην, ἐὰν θέλωσιν, ἀλλὰ νὰ μὴ λησμονῶσιν, ὅτι ὁ κ. Μακράκης ἔχει ἀποκηρυχθῆ ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὡς κακόδοξος καὶ ἀπειθής.
Καὶ οὐ μόνον ἡ Ἱερὰ ἡμῶν Σύνοδος τὸν ἀπεκήρυξεν, ἀλλὰ καὶ ἡ Μ. τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἐκύρωσε τὴν τοιαύτην ἀποκήρυξιν, δι᾿ ἐγγράφου της, ὡς ἐμάθομεν. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἶχε σιωπήσει ἡ Μ. Ἐκκλησία, πάλιν τὸ αὐτὸ θὰ ἦτο, διότι ἡ τοιαύτη σιωπὴ θὰ ἦτο ὡς παραδοχή, ἀφοῦ ἡ ἡμετέρα ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησία, δὲν ἔπαυσεν ἔκτοτε νὰ εἶναι ἡνωμένη ὡς πάντοτε μετ᾿ Αὐτῆς.
Ὁ κ. Μακράκης εἶναι ἔκπτωτος δι᾿ ὅλην τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Τὸ ἠξεύρει καὶ προσποιεῖται ὅτι τὸ ἀγνοεῖ.
Δὲν ἤμην παρὼν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν οἱ δύο ἱερεῖς μας ἀνέγνωσαν ἄλλην ἀντ᾿ ἄλλης ἐγκύκλιον. Ἀλλὰ καὶ ἂν τυχὸν ἀνέγνωσαν τὴν τελευταίαν κατὰ τῶν ἑτεροδόξων προσηλυτιστῶν ἐγκύκλιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὸ αὐτὸ κατ᾿ οὐσίαν εἶναι.
Ἡ καινοδοξία δὲν εἶναι ἐν χώρῳ καὶ χρόνῳ, δὲν ὁρμᾶται ἀποκλειστικῶς ἐξ Ἀμερικῆς ἢ ἐξ Ἀγγλίας· ἡ καινοδοξία εἶναι ἐν τῇ γνώμῃ καὶ ἐν τῇ φρενί. Ὅσον θέλει ἂς εἰδικεύῃ ὁ στωμύλος σοφιστής, καὶ ἂς διαμαρτύρηται, ὅτι δὲν εἶναι διαμαρτυρόμενος, λέγων πολλὰ καὶ σοφά. Ἡ οὐσία τοῦ προτεσταντισμοῦ δὲν ἔγκειται τόσον ἐν τῇ μὴ τιμῇ τῶν εἰκόνων καὶ τῶν λειψάνων, ὅσον ἐν τῇ ἀπορρίψει τοῦ κύρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῶν Πατέρων καὶ τῆς παραδόσεως, ἐν τῇ ἀπολύτῳ ἐλευθερίᾳ τοῦ ἑρμηνεύειν ἕκαστον τὰς Γραφάς, ὅπως ἂν αὐτῷ ἀρέσκῃ. Τοῦτο δὲ ἀκριβῶς πράττει καὶ ὁ κ. Μακράκης, ὅστις περιέρχεται τὰς πόλεις καὶ τὰ χωρία ἑρμηνεύων κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ φαντασίαν τὰς Ἱερὰς Γραφάς, ἄνευ κύρους, ἄνευ ἀδείας καὶ ἐγκρίσεως ἐκκλησιαστικῆς. Ὁ Λόγος διαβάλλει τὸν πρόεδρον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὸ ὀλιγώτερον ἐπὶ ἐλαφρότητι καὶ παλιμβουλίᾳ, καὶ τοῦτο προκειμένου περὶ δογματικῶν πραγμάτων, γράφων ὅτι ὁ Σ. Μητροπολίτης Γερμανὸς ὑπεσχέθη εἰς τὸν κ. Μακράκην ν᾿ ἀνακαλέσῃ τὴν κατ᾿ αὐτοῦ ἀποκήρυξιν, καὶ εἶτα δὲν τὸ ἔπραξεν, ἐνδοὺς εἰς ἄλλας εἰσηγήσεις.
Τί τοῦ ψιθυρίζουν εἰς τὸ οὖς, τοῦ κ. Μακράκη, τὰ ἀρχοντικὰ δαιμόνια, τὰ πονηρότατα καὶ πεισμονέστατα τῶν δαιμονίων! Ποῖος Μητροπολίτης, ποία Σύνοδος, δύναταί ποτε ν᾿ ἀναγνωρίσῃ τὸν κ. Μακράκην ὡς ὀρθόδοξον, ἐὰν οὗτος δὲν προσέλθῃ ἁπλῶς καὶ καθαρῶς, ἐν ταπεινώσει, ἄνευ σοφισμάτων καὶ ἄνευ ὑστεροβουλίας, ἐὰν δὲν προσπέσῃ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν νὰ εἴπῃ τὸ ἥμαρτον, ν᾿ ἀποπτύσῃ τὸ τρισύνθετον καὶ πᾶσαν ἄλλην κακοδοξίαν, καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι μετανοεῖ εἰλικρινῶς; Ὡς ἴσος πρὸς ἴσην τολμᾷ νὰ διαπραγματεύηται πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, ἢ ἔτι θρασύτερον, ὡς θεραπαινίδα θέλει νὰ τὴν μεταχειρισθῇ ὁ ἀγχίστροφος διαλεκτικός, ὁ πολύπλαγκτος ἀγορητής, ἀξιῶν, ἵνα ἡ Ἐκκλησία αὐτὴ καὶ ὄχι ὁ Μακράκης ὁμολογήσῃ ὅτι ἔσφαλε νὰ τὸν ἀποκηρύξῃ! Οἷον ἐξαίσιον πτῶμα! Οἷος κρημνός!
Ἓν ὅμως λησμονεῖ ὁ πολύστροφος λογοκόπος, τὸ ὅτι οἱ Ἄρειοι καὶ οἱ Ἀπολλινάριοι καὶ οἱ Ὠριγένεις ἦσαν πολὺ αὐτοῦ εὐφραδέστεροι καὶ λογιώτεροι καὶ ἐπιφανέστεροι.
Ἀλλ᾿ ἀφοῦ ἐπὶ τέλους ἡ Ἐκκλησία τὸν ἔχει ἀποκήρυκτον, τί τοῦ πταίουν οἱ δύο πτωχοὶ ἱερεῖς, καὶ ζητεῖ νὰ τοὺς σύρῃ εἰς τὸ δικαστήριον, ἁπλῶς διότι ἔπραξαν τὸ καθῆκόν των; Ἀλλ᾿ ἐσυλλογίσθη κἂν ὅτι οἱ ἱερεῖς, ἐπ᾿ ἐκκλησίας ἱερουργοῦντες ἢ νουθετοῦντες ἢ διδάσκοντες, εἶναι τοὐλάχιστον τόσον ἥσυχοι καὶ ἀνεύθυνοι ὅσον καὶ οἱ δικασταὶ ἐπὶ τῆς ἕδρας των;
Τὸ πάλαι πολιτικοὶ ἐγκληματίαι εὕρισκον ἄσυλον μόνον, διότι ἥπτοντο τοῦ θυσιαστηρίου· καὶ σήμερον ὁ κ. Μακράκης, ἄνθρωπος ἐξ ἐπαγγέλματος κηρύττων ἑαυτὸν εὐσεβῆ, θέλει νὰ σύρῃ δύο γηραιοὺς θύτας ἀπὸ τοῦ θυσιαστηρίου εἰς τὸ πολιτικὸν δικαστήριον!
Ἠκούσατε σεῖς ποτὲ Ἀπόστολον νὰ ζητῇ ἐκδίκησιν καὶ νὰ καταγγέλλῃ εἰς τὰ δικαστήρια τοὺς ἁρμοδίους, διότι προέτρεψαν τὸ πλῆθος νὰ μὴ τὸν ἀκούσῃ; Ἀλλ᾿ ὁ Χριστὸς παρήγγειλεν εἰς τοὺς Ἀποστόλους, ὅπου δὲν τοὺς θέλουν νὰ φεύγουν, τινάσσοντες καὶ τῶν ποδῶν των τὸν κονιορτόν.
Ἠξεύρω τί θὰ εἴπωσιν οἱ περὶ τὸν Μακράκην, «Παιδεύετε τοὺς ἀτάκτους» κτλ. Ἀλλ᾿ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἄτακτος εἶναι ὁ κ. Μακράκης, ὅστις δὲν πείθεται εἰς τὴν Ἐκκλησίαν.
(1891)

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026


Τὸ δόσιμο ἐκφράζει αὐτὸ ποὺ εἴμαστε.
Ὁ μεγάλος πλοῦτος φανερώνει φτώχεια. Οἱ ἅρπαγες πλούσιοι ζοῦν μὲ τὴν ψευδῆ πεποίθηση, πὼς ὁ κόσμος αὐτὸς εἶναι ἕνα διαλυμένο καράβι χωρὶς καπετάνιο, δίχως τιμόνι καὶ τιμονιέρη, ἕνα ἕρμαιο ποὺ βουλιάζει καὶ χάνεται καὶ εἶναι χρήσιμο μονάχα σὲ ὅσους μποροῦν νὰ ἁρπάξουν ὅσα περισσότερα μποροῦν νὰ τὰ μεταφέρουν στὴ βάρκα τους.
Ὅσο περισσότερο πλοῦτο συλλέγετε, τόσο πιὸ θλιμμένοι γίνεστε. Ὅσο περισσότερη γνώση σωρεύετε μέσα σας, τόσο λιγότερο εὐτυχεῖς γίνεστε. Ὅλα εἶναι λόγια ἐπιφανειακά, ὅμως τὸ νόημά τους εἶναι βαθύ.
Ὁ πλοῦτος δὲν εἶναι ζωή, εἶναι μονάχα ἕνα ὑποστήριγμα αὐτοῦ του ὀλιγόχρονου, ἐπίγειου βίου.
Πολλοί, οἱ ὁποῖοι κυνηγοῦν τὸν πλουτισμό, ἐκφράζουν τὴν ἀκόλουθη δικαιολογία: «Ἀφοῦ πλουτίσεις, θὰ μπορεῖς τότε νὰ κάνεις ἔργα ἀγαθά». Μὴν τοὺς πιστέψεις γιατί ἐξαπατοῦν καὶ τὸν ἑαυτό τους ἀλλὰ καὶ σένα.
Ὁ πλοῦτος εἶναι ἕνα μεγάλο ἀγαθὸ καὶ ἰσχυρὸ ὅπλο κατὰ τοῦ κακοῦ. Ὅμως ἐκεῖνος ὁ πλοῦτος, ποὺ εἶναι πιὸ ἀνίσχυρος καὶ ἀπὸ τὸν σκῶρο, δὲν ἀξίζει τίποτα.
Ὁ πλοῦτος εἶναι καλός, ὅταν μπορεῖ νὰ μεταβληθεῖ σὲ ἔργο ἀγαθό.
Ὁ πλοῦτος εἶναι κακὸ ὅταν, ἀντὶ νὰ προσφέρει ἐλευθερία στὸν ἄνθρωπο, κάνει τὸν κάτοχό του δοῦλο.
Ὅτι εἶναι δύσκολο γιὰ τὸν πλούσιο νὰ μπεῖ στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τὸ εἶπε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Δύσκολο ναί, ἀλλὰ ὄχι καὶ ἀδύνατο.
Τὸ δόσιμο ἐκφράζει αὐτὸ ποὺ εἴμαστε.
Τόσο ὁ φτωχὸς ποὺ ἐπαιτεῖ ὅσο καὶ ὁ πλούσιος ποὺ δίδει, ἀμφότεροι δανείζουν στὸν Θεὸ μὲ μόνη τὴν προϋπόθεση, ὁ φτωχὸς νὰ ἐπαιτεῖ στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μὲ ταπείνωση καὶ ὁ πλούσιος νὰ δίδει στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ μὲ εὐσπλαχνία. Ὅποιος λαμβάνει, ὀφείλει νὰ γνωρίζει ὅτι λαμβάνει ἐκεῖνο ποὺ εἶναι τοῦ Θεοῦ, καὶ ὅποιος δίδει, ὀφείλει νὰ γνωρίζει ὅτι δίδει ἐκεῖνο ποὺ εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ἕνα τέτοιο δόσιμο ἔχει ἀξία καὶ μία τέτοια λήψη ἔχει ἀξία.
Καὶ σὲ τούτη τὴ ζωὴ δὲν εἶναι σπάνιο τὸ νὰ παίρνει κανεὶς ἀπὸ αὐτὸν ποὺ ἔχει ἐλάχιστα καὶ νὰ τὰ δίδει σὲ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἄφθονα. Αὐτὸ εἶναι μονάχα μία ἀπεικόνιση τῶν ὅσων συμβαίνουν καὶ στὴν πνευματικὴ Βασιλεία. Μήπως δὲν παίρνει ὁ πατέρας ἀπὸ τὸν σπάταλο γιό του τὰ χρήματα γιὰ νὰ τὰ δώσει στὸν συνετότερο, ὁ ὁποῖος γνωρίζει νὰ τὰ χρησιμοποιεῖ πρὸς ὄφελός του; Μήπως ἀπὸ τὸν μὴ ἔμπιστο στρατιώτη δὲν ἀφαιρεῖ ὁ διοικητής του τὶς σφαῖρες γιὰ νὰ τὶς δώσει στὸν καλὸ καὶ ἔμπιστο στρατιώτη του;
Ὁ Θεὸς δίδει στὸν καθένα κατὰ τὸ μέτρο τῆς δυνάμεώς του, σύμφωνα δηλαδὴ μὲ τὸ πόσο μπορεῖ ὁ καθένας νὰ σηκώσει καὶ νὰ χρησιμοποιήσει. Βεβαίως, ὁ Θεὸς μοιράζει τὶς δωρεές Του στοὺς ἀνθρώπους καὶ κατὰ τὸ σχέδιο τῆς Οἰκονομίας Του.
Ἀκόμα καὶ στὶς συνήθεις ἀνθρώπινες περιστάσεις, χαρούμενος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δίδει τὸ δῶρο ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος ποὺ τὸ λαμβάνει. Ἡ δωρεὰ εἶναι ἀγαλλίαση ἀμφοτέρων τῶν πλευρῶν. Ὅσο μεγαλύτερο τὸ δῶρο, τόσο πιὸ μεγάλη καὶ ἡ χαρά. Χαίρεται καὶ ὁ Θεὸς ὅταν δίδει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ πῶς νὰ μὴ χαροῦν οἱ ἄνθρωποι ποὺ λαμβάνουν; Ὁ φτωχὸς ποὺ λαμβάνει εἶναι αὐτὸς ποὺ συνήθως χαίρεται περισσότερο ἀπὸ τὸν πλούσιο ποὺ δίδει, καὶ πῶς λοιπὸν νὰ μὴ χαίρονται οἱ πάμφτωχοι ἄνθρωποι ὅταν λαμβάνουν τὶς τεράστιες δωρεὲς ἀπὸ τὸν πλούσιο Θεό;
Στοὺς πλούσιους ὑπενθυμίζουμε τὸ καθῆκον τους καὶ τοὺς παρακαλοῦμε νὰ παράσχουν τὴ βοήθειά τους σὲ ὅσους τὴν ἀναμένουν. Οἱ γονεῖς ποὺ ἔχουν τὰ παιδιά τους χορτασμένα καὶ καλοντυμένα καὶ μέσα σὲ δωμάτια ζεστά, ἂς ἔχουν ὑπόψιν πὼς ὑπάρχουν παιδιά, τῶν ὁποίων οἱ γονεῖς δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ τοὺς ἐξασφαλίσουν οὔτε τὴν κόρα τοῦ ψωμιοῦ, οὔτε τὰ ζεστὰ ροῦχα, οὔτε τὰ στεγνὰ ὑποδήματα, οὔτε καὶ τὸ ἄνετο στρῶμα, οὔτε καὶ τὸ ζεστὸ δωμάτιο, καὶ ἂς πράξουν ὅ,τι μποροῦν γι’ αὐτὰ τὰ παιδιά.
Ἡ ἠθικὴ τοῦ καθήκοντος εἶναι ἡ ἠθικὴ τοῦ δούλου καὶ τοῦ σκλάβου.
Ἡ ἠθικὴ τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ ἠθικὴ τοῦ ἀνθρώπου.
Ἄγνοια καθήκοντος εἶναι πολὺ ἁπλὰ ἄγνοια ἀγάπης.
Ἡ ἀγάπη χαρίζει, τὸ καθῆκον δανείζει.
Ἡ ἀγάπη ἵσταται ὑπεράνω της διάκρισης καλοῦ καὶ κακοῦ. Τὸ καθῆκον εἶναι ἡ ἀκούραστη διάκριση τοῦ κακοῦ ἀπὸ τὸ καλό.
Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

 


Ἀνέκδοτα Θεοδ. Κολοκοτρώνη

Τὸ ἄν, ἔλεγεν, ἐσπάρθη πολλὲς φορές, ἀλλὰ δὲν ἐφύτρωσε.

Ὅσες φορὲς καὶ ἂν ἐγράφθη εἰς ξένην στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, δὲν ἐκρέμασε ποτὲ φούντα εἰς τὸ σπαθί του, ἐξηγῶν κατὰ γράμμα τοὺς στίχους τοῦ πολεμιστηρίου ἄσματος τοῦ Ρήγα: «Κάλλιο γιὰ τὴν πατρίδα κανένας νὰ χαθεῖ, - Ἢ νὰ κρεμάσει φούντα γιὰ ξένον στὸ σπαθί».

Ὁ Συνταγματάρχης κ. Πορὶ δε Σαὶν Βενσάν, εἰς τὴν ἔκθεσίν του τῆς ἐπιστημονικῆς ἐκστρατείας τῆς Πελοποννήσου, λέγει, ὅτι ὁ Κυβερνήτης δείχνοντάς του μίαν φορὰν τὸν Γέρο Κολοκοτρώνη τοῦ εἶπε: «Ἰδοὺ ὁ Ὀδυσσεὺς τῆς Νέας Ἑλλάδος!» καὶ τοῦ ἀνέφερε καὶ στίχους τοῦ Ὁμήρου πρὸς ἀπόδειξιν. Καὶ τῇ ἀληθείᾳ κατὰ τρία πράγματα ὁμοιάζουν πολὺ οἱ δύο οὗτοι ἄνδρες: κατὰ τὸ πνεῦμα, τὸν πατριωτισμόν, καὶ τὴν ἀκοίμητον πάλην μὲ τὰς μυστηριώδεις δυνάμεις τῆς τύχης. Καὶ οἱ δύο ἔζησαν τόσον, ὥστε ἐγήρασαν καὶ ἐχαίροντο εἰς τὸ δείλι τους τὲς ὧρες τῆς αὐγῆς τους.

Ὁ Θεός, ἔλεγε, ἔδωσε τὴν ὑπογραφή του διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος, δὲν τὴν παίρνει ὀπίσω.

Εἰς ἀπεσταλμένον ἀπὸ φίλον του στρατιωτικὸν ἐπίσημον, ὁ ὁποῖος τοῦ ἐμηνοῦσε νὰ σκοτώσει τὸν Α. Δ., νὰ βγάλει ἀπὸ τὴν μέση τὸν Ζαΐμη, εἰτεμὴ τὸ γένος δὲν βλέπει σωτηρίαν, ἔλεγε ἀκούοντας τὴν παραγγελίαν: «Οὔ! νὰ χαθεῖ, θαρρεῖ πῶς εἶναι μῦγες· εἶναι ἄνθρωποι, ἔχουν καὶ αὐτοὶ τὸ φύσημα τοῦ Θεοῦ».

Πηγαινάμενος μίαν φορὰν ἀπὸ τὰς Ἀθήνας εἰς τὸ Ἀνάπλι, ὅταν ἐρωτήθη τί νεώτερα εἶδε εἰς τὰς Ἀθήνας, εἶπε: «Εἶδα πράγμα ὁποὺ δὲν τὸ εἶδα ἄλλη φορὰ τόσων χρονῶν ὁποὺ εἶμαι, οἱ γυναῖκες ὣς τὰ τώρα ἤξευρα πὼς ἐφούσκωναν ἀπ᾿ ὀμπρός, εἰς τὰς Ἀθήνας εἶδα ὅτι φουσκώνουν ἀπὸ πίσω». Ἀπέβλεπεν ὁ λόγος του τὸ ἀδιάντροπον τῶν τότε γυναικείων φορεμάτων.

Εἰς τὸν Μυστρά, ἂν δὲν σφάλλω, τοῦ ἐκατάδωκαν δύο γυναίκας ἀτίμου διαγωγῆς, αἱ ὁποῖαι ἐξέκλιναν τοὺς στρατιώτας του. Ἔκαμε καὶ τοῦ τὲς ἔφεραν, καὶ βλέποντας ἕνα χωράφι μὲ τσουκνίδες, ἔκαμε καὶ τὲς ἐγύμνωσαν καὶ τὲς ἐκύλησαν εἰς τὲς τσουκνίδες.

Ὅταν σαράντα χωροφύλακες μὲ τὸν μοίραρχον ἐπῆγαν νύκτα, νὰ τὸν πάρουν ἀπὸ τὸ περιβόλι του, εἰς τὸ Ἀνάπλι, ἐπὶ Ἀντιβασιλείας, εἶπε: «Ἔφθανε νὰ μοῦ στείλουν ἕνα σκυλὶ μαλλιαρὸ ἀπὸ ἐκεῖνα ὁποὺ κάνουν θελήματα, μὲ ἕνα γράμμα νὰ πάω εἰς τ᾿ Ἀνάπλι καὶ μὲ ἕνα φανάρι εἰς τὸ στόμα του, νὰ μᾶς φέγγει καὶ τῶν δυονῶν μας».

Ὅταν ἔπειτα ἀπὸ τὴν καταδίκην του τοῦ ἐδόθη εἴδησις, ὅτι ὁ Βασιλεὺς τοῦ χαρίζει τὴν ζωὴν καὶ μόνον τὸν ἀφήνει εἴκοσι χρόνους φυλακήν, εἶπε: «Θὰ γελάσω τὸν Βασιλέα, δὲν θὰ ζήσω τόσους».

Εἰς τὴν νῆσον Ζάκυνθον, ὅταν ἀπέθανεν ἡ γυναίκα του, εἰς τὸ μνημόσυνόν της ἐπῆρε εἰς τὸ κεφάλι του τὸν δίσκον μὲ τὰ κόλυβα ἀπὸ τὸ σπίτι του ἕως εἰς τὴν ἐκκλησίαν, σημεῖον τῆς ἀγάπης του.

Γέλωτα ἄσβεστον τοῦ ἐπροξενοῦσεν ἡ ἐνθύμησις τῆς ἐπιστολῆς φίλου τινός, ὅστις τοῦ ἔγραφεν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην: «Ἢ νὰ ἐλευθερωθοῦμεν, ἢ νὰ χαθῆτε».

Γεώργιος Τερτσέτης

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026



Τό «ἐγώ», πανάθεμά το!
Ὅταν – νεαρός - ὁ Καζαντζάκης ἐπισκέφθηκε τό ἅγιον Ὄρος, ρώτησε ἕνα γέροντα: «Πάτερ, γιατί, στό τέλος, νά μή σωθῆ ... καί ὁ διάβολος;»
Καί ὁ γέροντας Μακάριος – κατά τήν περιγραφή τοῦ Καζαντζάκη – τοῦ ἀπάντησε:
- Πρόσεξε νεαρέ, γιατί τό «ἐγώ» θά σέ φάει. Ὁ ἑωσφόρος, πού ἐσύ ὑπερασπίζεσαι καί θέλεις νά τόν σώσεις, ξέρεις πότε γκρεμίστηκε στήν κόλαση; Ὅταν στράφηκε στόν Θεό καί Τοῦ εἶπε: «Ἐγώ»! Ναί, ναί, ἄκου καί βάλ’το καλά στόν νοῦ σου. Ἕνα μονάχα πράμα κολάζεται στήν κόλαση: τό «ἐγώ». Τό «ἐγώ», πανάθεμά το!»
»Καί τότε ἐγώ (συνεχίζει ὁ Καζαντζάκης) τίναξα τό κεφάλι πεισμωμένος καί τοῦ ἀντιμίλησα:
- Μή τό κακολογᾶς, πάτερ Μακάριε, τό «ἐγώ». Μέ τό «ἐγώ» αὐτό ξεχώρισε ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό ζῶο.
- Ὄχι, νεαρέ μου. Μέ τό «ἐγώ» αὐτό, χωρίστηκε ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν Θεό, διόρθωσε ὁ πατήρ Μακάριος.
Καί ὁ Καζαντζάκης καταλήγει ὁμολογώντας: «Ἔφυγα λέγοντας μέ τό μυαλό μου: Ἔχεις καιρό νά βρῆς τόν Θεό! Ἐξ ἄλλου μέσα μου δέν εἶχε ξεθωριάσει ἡ λάμψη ... τοῦ Ἑωσφόρου!...». (Ἀφιέρωμα στό Ἅγιον Ὄρος, περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, 1963).
Θλίβεται κανείς νά βλέπει ἕναν - ὑποτίθεται – «πνευματικό» ἄνθρωπο, νά μήν μπορεῖ νά καταλάβει ὅτι ἡ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ καί ἡ ὀλέθρια συμπάθειά του γιά τόν ἀρχιδιάβολο προερχόταν ἀπό τόν ... ἑωσφορικό ἐγωϊσμό του.
Διαμετρικά ἀντίθετη ἦταν ἠ πορεία, πού ἀκολούθησε ἕνας παγκόσμια γνωστός ἐπιστήμονας, ὁ ἀμερικανός γενετιστής, βιολόγος καί γιατρός Francis Collins, διευθυντής τοῦ Σχεδίου Ἀνθρωπίνου Γονιδιώματος, ὁ ὁποῖος τό 2000 παρουσίασε ἀπό τόν Λευκό Οἶκο δίπλα στόν ἀμερικανό πρόεδρο τήν ἀποκρυπτογράφηση τοῦ DNA.
Ξεκίνησε ἀπό «ἀγνωστικιστής». Δηλαδή, στήν ἀρχή ὑποστήριζε, ὅτι «δέν ξέρω ἄν ὑπάρχει Θεός». Ἐξ αἰτίας τῆς τεράστιας μόρφωσής του (σίγουρα μεγαλύτερης ἀπό τοῦ Καζαντζάκη) εἶχε κάθε λόγο νά ἔχει κι αὐτός ...«καβαλήσει τό καλάμι» καί νά ἐμπιστεύεται ὑπερβολικά τό μυαλό του· μέ δυό λόγια νά ὑπερεκτιμάει κι αὐτός τό «ἐγώ» του.
Ὅμως. Παρακινημένος ἀπό τήν ζωντανή πίστη μιᾶς ἀγράμματης γιαγιᾶς, καρκινοπαθοῦς σέ τελικό στάδιο, ἄρχισε νά ψάχνει με εἰλικρίνεια γιά τόν Θεό. Ἄρχισε νά βάζει κάποια ἐρωτηματικά στήν δῆθεν παντοδυναμία καί στήν πανσοφία τοῦ «ἐγώ» του. Καί ἔτσι ἄρχισε νά ἀνοίγει παράθυρα στό Φῶς τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος ἐξομολογεῖται:
«Ὅσο περισσότερο καταλάβαινα τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, καί ὅσο περισσότερο μέ φώτιζε τό λαμπερό Φῶς Του, τόσο πιό σκοτεινές μοῦ φαίνονταν οἱ δικές μου σκέψεις καί πράξεις!
»Ποτέ πρίν δέν εἶχα σκεφθῆ νά χαρακτηρίσω τόν ἑαυτό μου «ἁμαρτωλό». Πάντα ... κρατοῦσα ἀποστάσεις ἀπό αὐτήν τήν «παλιομοδίτικη» λέξη. Τώρα ὅμως καταλάβαινα πώς μοῦ ταίριαζε ἀπόλυτα!
»Κατάλαβα, ἐπί τέλους, ὅτι ἡ ἐπιθυμία μου νά πλησιάσω τόν Θεό ἐμποδιζόταν ἀπό τήν ὑπερηφάνειά μου. Ἡ σωστή πίστη στόν Θεό ἀπαιτοῦσε να σβήσει ὁ ἐγωισμός μου».
Μακάριος ὁ ἄνθρωπος, πού - ὅπως ὁ Collins - ἔχει τήν παλληκαριά νά ἀφήνει ἐλεύθερα τό Φῶς τοῦ Θεοῦ νά τοῦ ἀποκαλύπτει τά δικά του χάλια.
Καί τρισμακάριος ὁ ἄνθρωπος, πού παίρνει τήν ἀπόφαση νά διορθώσει τά χάλια του σβήνοντας τόν ἐγωϊσμό του καί ὑπακούοντας ἐλεύθερα στόν Θεό.
Αὐτός ὁ ἀληθινά ἀνοιχτομάτης ἄνθρωπος ἔχει καταλάβει ὅτι τό σβήσιμο τοῦ ἐγωϊσμοῦ του χάριν τῆς ὑπακοῆς στόν Θεό δέν καταργεῖ τήν προσωπικότητά του ἀλλά τήν ἐξυψώνει· δέν τόν ὑποδουλώνει ἀλλά τόν ἐλευθερώνει· δέν τόν νεκρώνει ἀλλά τόν ζωοποιεῖ.
Ἀρχιμανδρίτης Βαρνάβας Λαμπρόπουλος

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026


Λόγοι σοφίας

Τό καλύτερο ἔργο εἶναι νά παραδοθοῦμε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί νά βαστάζουμε τίς θλίψεις μέ ἐλπίδα.
*
Γιά νά γνωρίσει κανείς τόν Κύριο δέν χρειάζεται νά εἶναι πλούσιος ἤ ἐπιστήμονας, ἀλλά χρειάζεται νά εἶναι ἐγκρατής, νά ἔχει πνεῦμα ταπεινό καί ν’ ἀγαπᾶ τόν πλησίον.
*
Ἡ ἀπιστία προέρχεται ἀπό τήν ὑπερηφάνεια. Ὁ ὑπερήφανος ἰσχυρίζεται ὅτι θά γνωρίσει τά πάντα μέ τόν νοῦ του καί τήν ἐπιστήμη, ἀλλά ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ παραμένει ἀνέφικτη γι’ αὐτόν, γιατί ὁ Θεός γνωρίζεται μόνον μέ ἀποκάλυψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Κύριος ἀποκαλύπτεται στίς ταπεινές ψυχές. Σ’ αὐτές δείχνει ὁ Κύριος τά Ἔργα Του, πού εἶναι ἀκατάληπτα γιά τόν νοῦ μας.
*
Καλότυχη ἡ ψυχή πού ἀγαπᾶ τόν ἀδελφό της, γιατί ὁ ἀδελφός μας εἶναι ἡ ζωή μας.
*
Ἡ ψυχή δέν μπορεῖ νά ἔχει εἰρήνη, ἄν δέν προσεύχεται γιά τούς ἐχθρούς.
*
Ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν τά λέει ὅλα στόν πνευματικό, τότε εἶναι ὁ δρόμος του στραβός καί δέν ὁδηγεῖ στήν σωτηρία.
*
Εἶναι ἀπαραίτητο νά ἔχουμε ὑπακοή, ταπείνωση καί ἀγάπη, ἀλλιῶς ὅλες οἱ μεγάλες ἀσκήσεις καί ἀγρυπνίες μας ἀποβαίνουν μάταιες.
*
Ὁ Κύριος ἀγαπᾶ τήν ὑπάκουη ψυχή καί τῆς δίνει τήν εἰρήνη Του, καί τότε ὅλα εἶναι καλά κι ἡ ψυχή αἰσθάνεται ἀγάπη γιά ὅλους.
*
Ἄν ἕνας λαός ἤ μία πολιτεία ὑποφέρουν, τότε πρέπει νά μετανοήσουν οἱ πάντες κι ὁ Θεός θά τά ἐξομαλύνει ὅλα πρός τό καλό.
*
Ὁ ἅγιος Ἀπόστολος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος λέει πώς οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι βαρεῖες, ἀλλά ἐλαφρές. Ναί, εἶναι ἐλαφρές, ἀλλά μόνον ἐξ αἰτίας τῆς ἀγάπης, χωρίς τήν ἀγάπη ὅμως ὅλα εἶναι δύσκολα.
*
Ψυχή πού ἀγαπᾶ τόν Κύριο δέν μπορεῖ νά μήν προσεύχεται, γιατί τήν ἕλκει πρός Αὐτόν ἡ χάρη πού ἐδοκίμασε στήν προσευχή.

*
Ἄν κανείς προσεύχεται στόν Κύριο καί σκέφτεται ἄλλα πράγματα, τότε ὁ Κύριος δέν εἰσακούει αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν προσευχή.
*
Ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή προέρχεται ἀπό τήν ἀγάπη καί χάνεται ἐξ αἰτίας τῆς κατακρίσεως, τῆς ἀργολογίας καί τῆς ἀκράτειας.
*
Τέτοιος εἶναι ὁ παράδεισος τοῦ Κυρίου. Ὅλοι θά βρίσκονται μέσα στήν ἀγάπη καί ἀπό τήν κατά Χριστόν ταπείνωση ὅλοι θά χαίρονται νά βλέπουν τούς ἄλλους ἀνώτερούς τους. Ἡ ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ κατοικεῖ στούς μικρότερους κι αὐτοί χαίρονται πού εἶναι μικροί.
*
Γιά νά σωθεῖς εἶναι ἀνάγκη νά ταπεινωθεῖς. Γιά τόν ὑπερήφανο, καί μέ τή βία νά τόν βάλεις στόν παράδεισο, κι ἐκεῖ δέν θά βρεῖ ἀνάπαυση, γιατί δέν θά εἶναι ἰκανοποιημένος καί θά λέγει: «Γιατί δέν εἶμαι ἐγώ στήν πρώτη θέση;»
*
Ἡ ψυχή τοῦ ταπεινοῦ μοιάζει μέ πέλαγος. Ρίξε μιά πέτρα στό πέλαγος. Θά ταράξει γιά λίγο τήν ἐπιφάνεια καί μετά καταδύεται ἀμέσως στά βάθη. Ἔτσι καταβυθίζονται στήν καρδιά τοῦ ταπεινοῦ οἱ θλίψεις, γιατί ἡ δύναμη τοῦ Κυρίου εἶναι μαζί του.
*
Ἡ ὑπερηφάνεια καίει σάν τήν φωτιά κάθε καλό, ἐνῶ ἡ κατά Χριστόν ταπείνωση εἶναι γλυκεῖα καί δέν περιγράφεται. Κι ἄν τό ἤξεραν αὐτό οἱ ἄνθρωποι, τότε ὅλη ἡ οἰκουμένη θά σπούδαζε αὐτήν τήν ἐπιστήμη.
*
Ἄν οἱ ἄρχοντες τηροῦσαν τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου καί ὁ λαός καί οἱ ὑπήκοοι ὑπάκουαν μέ ταπείνωση, θά ὑπῆρχε μεγάλη εἰρήνη καί ἀγαλλίαση πάνω στή γῆ. Ἐξ αἰτίας ὅμως τῆς φιλαρχίας καί τῆς ἀνυπακοῆς τῶν ὑπερήφανων ὑποφέρει ὅλη ἡ οἰκουμένη.

Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης

Τετράδιο 137 * Αὔγουστος 2011

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026



Τὸ καθαρότερο πράγμα τῆς δημιουργίας
Δὲν ξέρω, μὰ δὲν ἔμεινε καθόλου σκοτάδι.
Ὁ ἥλιος χύθηκε μέσα μου ἀπὸ χίλιες πληγές.
Καὶ τούτη τὴ λευκότητα ποὺ σὲ περιβάλλω
δὲ θὰ τὴ βρεῖς οὔτε στὶς Ἄλπεις, γιατὶ αὐτὸς ὁ ἀγέρας
στριφογυρνᾶ ὡς ἐκεῖ ψηλὰ καὶ τὸ χιόνι λερώνεται.
Καὶ στὸ λευκὸ τριαντάφυλλο βρίσκεις μιὰ ἰδέα σκόνης.
Τὸ τέλειο θαῦμα θὰ τὸ βρεῖς μοναχὰ μὲς στὸν ἄνθρωπο:
λευκὲς ἐκτάσεις ποὺ ἀκτινοβολοῦν ἀληθινὰ
στὸ σύμπαν καὶ ὑπερέχουν. Τὸ πιὸ καθαρὸ
πράγμα λοιπὸν τῆς δημιουργίας δὲν εἶναι τὸ λυκόφως,
οὔτε ὁ οὐρανὸς ποὺ καθρεφτίζεται μὲς στὸ ποτάμι,
οὔτε ὁ ἥλιος πάνω στῆς μηλιᾶς τ᾿ ἄνθη. Εἶναι ἡ ἀγάπη.
Νικηφόρος Βρεττάκος

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026


Τὸ ἀνικανοποίητο ποὺ νοιώθουμε στὴν ζωή μας
Γογγύζω σημαίνει διαμαρτύρομαι, ἀρνοῦμαι, παραπονοῦμαι, εἶμαι στενοχωρημένος, δὲν ἱκανοποιοῦμαι. Αὐτὸν τὸν γογγυσμὸ τὸν ἐκφράζω στὸ περιβάλλον μου, στὰ γραπτά μου, στὴν προσευχή μου.
Ζητῶ, λόγου χάριν, κάτι ἀπὸ τὸν ἄλλον ἢ προσδοκῶ ἢ ἀπαιτῶ κάτι. Δὲν μοῦ τὸ δίνει ὅμως, γιατί καὶ αὐτὸς εἶναι ἀπορροφημένος ἀπὸ τὸν δικό του ἀγώνα καὶ πόθο, ἀπὸ τὴν δική του σκέψη, ἁμαρτία, χαρά, ἀπὸ τὴν δική του ἀκολασία, ἁγιότητα ἢ ἀρετή. Τότε πέφτω σὲ ἕναν γογγυσμό, διότι περιθωριοποιοῦμαι στὴν σκέψη του. Προσεύχεται αὐτός, νομίζω ὅτι μὲ ἀφήνει μοναχό μου. Ἐνδιαφέρεται γιὰ μένα, νομίζω ὅτι δὲν τὸ ἔκανε ἀπὸ ἀγάπη ἢ ὅτι τὸ ἔκανε ἐλλιπές. 
Ὁ γογγυσμὸς εἶναι τὸ ἀνικανοποίητο ποὺ νοιώθουμε στὴν ζωή μας καὶ προέρχεται ἀπὸ ἕνα μειονεκτικὸ ἐγώ.
Γέρων Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης

Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

 


Μὲ σιδερωμένα ράσα καὶ πουκάμισο...

Ὁ Γέρων Αἰμιλιανὸς ἦταν εἴκοσι δύο χρόνια μικρότερος ἀπὸ τὸν παπα-Ἐφραὶμ τὸν Κατουνακιώτη, κι ὅμως ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος εἶχε κρίνει ὅτι ἐκεῖνος ὁ ἱερομόναχος ἦταν σὲ θέση νὰ ἀντιληφθεῖ τὰ βιώματα τοῦ σπουδαίου ἁγιορείτη, κι ὅπως ἀργότερα ἐξομολογοῦνταν ὁ παπα-Ἐφραίμ: «Οἱ καρδιές μας ἔγιναν ἕνα καὶ συναντιόμαστε σὰν δύο φλόγες ποὺ ἀνεβαίνουν στὸν οὐρανό!»

Στὴν πρώτη ἐντύπωση, ὁ παπα-Ἐφραὶμ εἶχε παρεξηγήσει τὸν μετέπειτα Γέροντα Αἰμιλιανὸ τὸν Σιμωνοπετρίτη. Τὸν εἶχε δεῖ κάπως καλοφτιαγμένο, τοῦ φάνηκε κάπως «σιδερωμένος», ἀτσαλάκωτος ποὺ λέμε, ἔμοιαζε κάπως σὰν πριγκιπόπουλο, ὥστε εἶπε ἀπὸ μέσα του:

«Ἔ, καλά, ἕνας παπὰς σὰν τοὺς ἄλλους, ποὺ ἦρθε νὰ συζητήσουμε γιὰ προσευχή! Μὲ σιδερωμένα ράσα καὶ πουκάμισο! Ἄντε, νὰ τοῦ δώσω ἕνα λουκούμι καὶ νὰ φύγει!»

Ὁ Γέρων Αἰμιλιανός, ἔτσι ὅπως ἦταν ἀπὸ τὴ φύση του καλοσυνάτος, εὐγενής, ὁλόλαμπρος, ἔβγαλε μὲ σεμνότητα τὸν σκοῦφο του, καθήμενος σεβαστικὰ ἀπέναντι στὸν Γέροντα Ἐφραίμ.

«Εἶμαι ἡγούμενος στὰ Μετέωρα», συστήθηκε ὁ Γέρων Αἰμιλιανός. Φαινόταν ὅτι εἶχε ἔρθει μὲ λαχτάρα γιὰ νὰ συζητήσει μὲ τὸν παπα-Ἐφραὶμ περὶ νοερᾶς προσευχῆς.

«Στὰ Μετέωρα πολὺς κόσμος», ἀποκρίθηκε ὁ παπα-Ἐφραίμ, ἴσως ἀκόμη μὲ μία ἄρνηση μέσα του γιὰ ἐκεῖνον τὸν ἀπρόσμενο ἐπισκέπτη. «Νὰ ἔρθετε στὸ Ἅγιον Ὄρος», προτίμησε νὰ πεῖ.

Κάτι, ὅμως, εἰδοποιοῦσε τὸν παπα-Ἐφραίμ, μέσα του ἐνδομύχως, ὅτι κάπως εἶχε ἀδικήσει στὴν κρίση του ἐκεῖνον τὸν νεαρὸ ἡγούμενο ἀπὸ τὰ Μετέωρα, ὁ ὁποῖος, ἐξάλλου, εἶχε κοπιάσει ἀρκετά, μαζὶ μὲ ἄλλους δύο, γιὰ νὰ ἔρθουν σὲ συνάντηση μαζί του.

«Μήπως τὸν ἀδικῶ τὸν ἄνθρωπο;» συλλογίστηκε ὁ παπα-Ἐφραίμ. Πῆγε νὰ φέρει τὸ λουκούμι γιὰ τὸ κέρασμα, ἐνῶ μέσα του βαροῦσε μία πολὺ βαριὰ ἀμφιβολία.

«Καὶ δὲν παίρνω μιὰ πληροφορία;» εἶπε γιὰ νὰ σιγουρευτεῖ.

Πῆγε ὁ παπα-Ἐφραὶμ παραμέσα στὸ ἐκκλησάκι του, στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἔχοντας βάλει γιὰ σκοπὸ νὰ πάρει ὁπωσδήποτε «πληροφορία» περὶ τοῦ πατρὸς Αἰμιλιανοῦ, αὐτουνοῦ τοῦ μουσαφίρη του ἀπ' ἔξω, τοῦ ἀτσαλάκωτου ἀπ’ τὰ Μετέωρα.

Ἔκανε δυό, ἔκανε τρεῖς μετάνοιες ὁ παπα-Ἐφραίμ, εἶπε μετὰ πρὸς τὴ Θεοτόκο:

«Παναγία μου, νὰ τοῦ μιλήσω ἢ θὰ χάσω τὰ λόγια μου;»

Ἀκούει, τότε, ὁ Ἐφραὶμ ὁ Κατουνακιώτης τὴν ἴδια τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο νὰ τοῦ ἀποκρίνεται μέσα ἀπὸ τὴν εἰκόνα Της:

«Βρῆκες δεύτερον Γερο-Ἰωσήφ. Μίλα!» τοῦ λέει.

Ἀναφέρονταν ἡ Θεοτόκος στὸν μακάριο Γέροντα Ἰωσὴφ τὸν Ἡσυχαστή, τὸν ἀετὸ τῶν ἀετῶν τοῦ Ἁγίου Ὅρους κατὰ τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 20ου αἰῶνος καὶ ἐκλιπόντα πνευματικὸ πατέρα τοῦ παπα-Ἐφραίμ.

Ἀναστατώθηκε ὁ παπα-Ἐφραίμ. Ὤ, ἵδρωσε! Τρόμαξε. «Ὤ, ἐγκλημάτησα κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ μου!» εἶπε μὲ τρομάρα. Ἔτρεξε ἔξω, πῆρε μαζί του τὸν πατέρα Αἰμιλιανὸ καὶ τὸν ἔχωσε μέσα στὸ ἐκκλησάκι.

Θὰ πρέπει νὰ συζήτησαν κάμποσες ὧρες μεταξύ τους καὶ ἀπὸ τότε δὲν χώρισαν ποτέ τους.

Ὁ παπα-Ἐφραὶμ ὁ Κατουνακιώτης ἔλεγε συχνὰ γι’ αὐτὸν τὸν θεόσταλτο τῶν Μετεώρων: «Βρῆκα τὸν ἀπολεσθέντα Γέροντά μου, ἕναν ἄλλο Γερο-Ἰωσήφ, τὸν χρυσόγλωσσο καὶ σεβαστὸ Γέροντα Αἰμιλιανό!»

Ἄλλοτε, εἶπε γιὰ τὸν Αἰμιλιανό: «Αὐτός, παιδί μου, εἶναι εὐωδία».

Γέρων Ἀθανάσιος Σιμωνοπετρίτης

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026



Τί καλύτερη δουλειὰ θὰ μποροῦσες νὰ κάμῃς;
Στενοχωρεῖσαι. Βαρέθηκες τὴν δουλειά σου. Ὅλες οἱ ἄλλες ἐργασίες σοῦ φαίνονται καλύτερες. Εἶσαι πικραμένος καὶ ἀνήσυχος, γιατί δὲν μπορεῖς νὰ βρῆς ἄλλο ἐπάγγελμα!
Πολὺ σκέφθηκα πρὶν πάρω τὸ μολύβι μου νὰ σοῦ ἀπαντήσω. Προσπάθησα μὲ τὴν φαντασία μου νὰ ἔρθω στὴν θέση σου. Προσπάθησα νὰ μπῶ στὴν μαυρίλα καὶ στὸν θόρυβο τῆς μηχανῆς. Φαντάσθηκα τὸν ἑαυτό μου κατάμαυρο καὶ ἱδρωμένο νὰ κοιτάζω μὲ προσοχή, μὲ προσοχὴ πάντα μπροστά, ἐνῷ πίσω μου ἔρχεται ἕνας μικρὸς λαός: γέροι, γονεῖς, παιδιά, ἡγεμόνες, διπλωμάτες, ὑπάλληλοι, χωρικοί, ἐργάτες, μεροροκαματιάρηδες. Ὅλοι γνωστοί μου, καὶ ὅλοι αὐτὴ τὴν στιγμὴ ἐξαρτῶνται ἀπὸ μένα! Εἴτε τὸ κουβεντιάζουν μεταξύ τους, εἴτε ἁπλῶς τὸ σκέπτονται μέσα τους. Ὅλοι τρέχουν μὲ λαχτάρα γιὰ τὸν προορισμό τους. Καὶ ἐγὼ ἐξαρτῶμαι ἀπὸ τὸν Θεό.
Οἱ ἐπιβάτες δὲν τὸ καταλαβαίνουν πόσο ἐξαρτῶνται ἀπὸ μένα! Χωρὶς νὰ μὲ γνωρίζουν. Χωρὶς νὰ μὲ ξέρουν! Καὶ ὅμως μὲ ἐμπιστεύονται. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς μοῦ δίνει χαρά! Ὅταν ἀνέβηκαν στὸ ὄχημα καὶ ξεκινήσαμε, κανεὶς δὲν ἦρθε νὰ μὲ ἰδῆ καὶ νὰ μὲ γνωρίση! Κανεὶς δὲν ἀναρωτήθηκε: Μήπως εἶναι τρελλὸς ἤ τυφλὸς ἤ μεθυσμένος; Ὅλοι μοῦ ἐμπιστεύθηκαν τὴν ζωή τους! Χωρὶς νὰ εἶναι σίγουροι ὅτι εἶμαι ὁ πιὸ ἱκανὸς ἄνθρωπος σ' αὐτὴν τὴν θορυβώδη κίνηση τῆς πόλης, ποὺ οἱ ἐπιβάτες μένουν στὸ ὄχημά μου γιὰ λίγο καὶ συνεχῶς ἀλλάζουν! Κανενὸς δὲν πέρασε τέτοια σκέψη. Καὶ αὐτὸ μὲ χαροποιεῖ ἀκόμη περισσότερο. Χαίρω, γιατὶ τόσος λαὸς ἐμπιστεύεται τὴν ζωή του στὰ χέρια μου.
Καὶ τότε, παρ' ὅλο τὸν κόπο μου, αἰσθάνθηκα μιά βαθειὰ εὐχαρίστηση καὶ ἄρχισα νὰ δοξολογῶ τὸν Θεὸ μὲ τὰ λόγια:
- Ὢ Θεέ μου, μεγάλε καὶ θαυμαστέ! Δόξα σὲ Σένα καὶ εὐχαριστία. Γιατὶ μοῦ ἔδωσες μιά τέτοια σπουδαία ἐργασία ποὺ μοιάζει μὲ τὴν δική Σου! Γιατί, Κύριε, καὶ Σὺ εἶσαι κρυμμένος, ἄγνωστος καὶ ἀόρατος μέσα στὴν μηχανὴ ποὺ ὀνομάζεται πλάση. Τὸ δικό Σου ὄχημα εἶναι τεράστιο. Καὶ οἱ ἐπιβάτες του ἀναρίθμητοι. Ἐσὺ εἶσαι ὁ ὁδηγὸς τοῦ σύμπαντος! Καὶ ὅμως πολλοί, πάρα πολλοί, δὲν Σὲ σκέπτονται καθόλου. Οὔτε Σὲ ἀναζητοῦν. Καὶ ὅμως Σὺ τοὺς ὁδηγεῖς καλά. Σὺ τοὺς ξέρεις. Σὺ τοὺς δίνεις τροφὴ καὶ ἀνάπαυση καὶ χαρά. Καὶ τοὺς θυμίζεις πότε πρέπει νὰ φάγουν, καὶ ποῦ νὰ κατεβοῦν!
Ὅλοι μας ἐλάχιστα πράγματα ξέρουμε γιὰ τὸ ὄχημα αὐτό. Γιὰ τὸ ξεκίνημά του. Καὶ γιὰ τὸ τέρμα του. Καὶ ὅμως μὲ ἐμπιστοσύνη ἀνεβαίνουμε καὶ κατεβαίνουμε σὲ αὐτό. Καὶ ἂς εἶσαι Σύ, Κύριε, κρυμμένος, ἄγνωστος καὶ ἀόρατος! Χίλιες χιλιάδες φορὲς Σὲ δοξολογῶ. Καὶ Σὲ εὐχαριστῶ. Καὶ σὲ παρακαλῶ, τὸν Τεχνίτη καὶ Δημιουργό τοῦ Παντός, τὸν Παντεπόπτη καὶ Παντοδύναμο. Σὲ Σένα ἐμπιστεύομαι σὲ ὅλα. Καὶ γιὰ ὅλα, ὅσα θὰ μοῦ συμβοῦν. Ἐσὺ εἶσαι ὁ μοναδικός μου βοηθός. Σὺ θὰ μὲ πᾷς στὸ τέρμα.
Νεαρέ μου φίλε! Τί καλύτερη δουλειὰ θὰ μποροῦσες νὰ κάμῃς; Νομίζεις ἦταν καλύτερη ἡ ἐργασία τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ποὺ ἦταν ψαράς, ἤ τοῦ ἀποστόλου Παύλου ποὺ ἦταν σκηνοποιός; Τὸ δικό σου ἐπάγγελμα εἶναι πολὺ πιὸ καλό! Πρέπει νὰ εὐχαριστῇς τὴν Θεία Πρόνοια ποὺ σοῦ ἐμπιστεύθηκε μιὰ τέτοια ἐργασία.
Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς