Κυριακή 26 Ιουλίου 2026


Τὸ κυκλάμινο
Μικρὸ πουλὶ τριανταφυλλί, δεμένο μὲ κλωστίτσα,
μὲ τὰ σγουρὰ φτεράκια του στὸν ἥλιο πεταρίζει.
Κι ἂν τὸ τηράξεις μιὰ φορά, θὰ σοῦ χαμογελάσει
κι ἂν τὸ τηράξεις δυὸ καὶ τρεῖς, θ᾿ ἀρχίσεις τὸ τραγούδι.
Γιάννης Ρίτσος

Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

 


«Ὁ λαὸς πιστεύει, ἀλλὰ θέλει καὶ μερακλῆ τσομπάνο»

Δημήτριος Γκαγκαστάθης Ἱερεύς

Στὶς 29 Ἰανουαρίου τοῦ 1975 ἀναπαύθηκε ἐν Κυρίῳ ὁ μεγάλος σύγχρονος ἅγιος παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης. Τὸ πνευματικό του τέκνο, ὁ Στυλιανὸς Κεμεντζετζίδης, ἔχει ἐκδόσει τὸν βίο καὶ τὰ ἔργα του γιὰ νὰ γνωρίσουμε πῶς πολιτεύθηκε ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ γνήσιος ποιμὴν τῶν λογικῶν προβάτων Του.

Ἦταν πραγματικὸς παπᾶς, λειτουργὸς τοῦ Ὑψίστου, ποὺ θυσίαζε τὴν ζωή του ὑπὲρ τῶν προβάτων. Ὅταν τὸν κατεδίωκαν οἱ ἀντάρτες τοῦ ΕΛΑΣ, κατέφυγε στὴν Μητρόπολι Τρικάλων καὶ τὸν ἔστειλαν γιὰ προστασία στοὺς ἀγωνιστὲς τοῦ Ζέρβα.

Διηγεῖται ὁ ἴδιος:

«Ἀποφάσισαν νὰ μὲ πάρουν στὸ Βοργαρέλι καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ μὲ στείλουν μὲ τὸ ἀεροπλάνο στὴν Μέση Ἀνατολή, στὴν Ἑλληνική Κυβέρνησι. Ἤθελαν νὰ ἀποδείξουν ὅτι ὁ κομμουνισμὸς καὶ τὸ ΕΑΜ καταδιώκει τοὺς ἱερεῖς, γιὰ νὰ πάρουν αὐτοὶ γαλόνια (βαθμούς) καὶ ἐμένα νὰ μὲ δώσουν δόξες, τιμὲς καὶ θέσι ἐξαιρετική. Τοὺς εἶπα· θὰ μὲ ἀφήσετε ἀπόψε νὰ προσευχηθῶ καὶ τὸ πρωΐ θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Διὰ τῆς προσευχῆς ἔβγαλα τὴν ἀπόφασι: ὄχι. Δὲν πρέπει, εἶπα, νὰ φύγω μακρυὰ ἀπὸ τὸ ποίμνιό μου καὶ ἀπὸ τὸ Ναὸ τῶν Ταξιαρχῶν. Ἄς βασανιστῶ καὶ ὑποφέρω, θὰ μείνω ἐδῶ, πλησίον τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι τοῦ χρυσοῦ. Θὰ πεθάνω στὴν πόρτα τῶν Ταξιαρχῶν, σύμφωνα μὲ τὸν ὅρκο ποὺ ἔδωσα».

Καὶ δὲν εἶναι εὔκολα λόγια αὐτά. Δὲν εἶναι κηρύγματα ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς. Τὸ πόσο βασανίστηκε, τὸ τί ὑπέστη, δὲν τὸ χωρεῖ νοῦς ἀνθρώπου...

Ὅμως καὶ τὸ ποίμνιό του τὸν ὑπεραγαποῦσε καὶ τὸν προστάτευε, ὅσο μποροῦσε, ἀπὸ τοὺς διαφόρους ἐπίβουλους:

«Τὸ στρατηγεῖο τοῦ ΕΛΑΣ συνῆλθε καὶ ἀποφάσισε νὰ μὲ πάρουν μὲ τὸ μέρος τους... : Ἤθελαν νὰ μὲ δώσουν ἕνα ἄλογο νὰ γυρίζω στὰ χωριὰ γιὰ καθοδήγησι καὶ 4 ἄνδρες γιὰ σωματοφυλακή, νὰ μὲ φυλάγουν. Τὸ μεγαλύτερο σατανικὸ ἀξίωμα. Ἔρχονται στὸ χωριό. Συναθροίζονται ὅλοι τῆς περιφέρειας τὰ ὑπεύθυνα πρόσωπα καὶ ἀναφέρουν τὴν διαταγή. Ὅλοι οἱ χωρικοὶ ἐταράχθησαν. Τί πράγματα εἶναι αὐτὰ, εἶπαν, καὶ δὲν ἀφήνετε ἥσυχο τὸν παπᾶ μας; Ἐσεῖς θέλετε μὲ αὐτὸ νὰ τὸν καταστρέψετε. Τί συμβαίνει πάλι; τοὺς ἐρωτῶ. Μὲ δείχνουν τὴν διαταγή. Τὴν διαβάζω καὶ τοὺς λέγω: Αὐτὰ τὰ πράγματα ποὺ ζητᾶτε ἐσεῖς ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ τὰ κάνω. Αὐτὴ ἡ δουλειὰ θέλει ἄνθρωπο μορφωμένο καὶ ἔμπειρο. Καὶ ὕστερα ἐγὼ τὸ ἔχω δηλώσει, θέλω νὰ πεθάνω πραγματικὸς παπᾶς καὶ ὄχι μασκαρᾶς. Δὲν ἀναλαμβάνω τέτοια δουλειὰ καὶ ὅ,τι θέλει ἄς γίνει. Τί σήμερα, τί ἀργότερα, ἐγὼ εἶμαι ἔτοιμος γιὰ τὸν Χριστὸ νὰ θυσιαστῶ ὅποια ὥρα θέλήσετε. Τὸ χωριὸ ὑπὲρ ἐμοῦ... Ἔφυγαν καὶ πάλι ἄπρακτοι. Βλέπετε πόσον ἡ θρησκεία μας εἶναι ζωντανή!»

«Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1943 ὁ Δεσπότης Κοζάνης Ἰωακείμ ἐξέδωκε καταδικαστικὴ ἀπόφασι, δὶς εἰς θάνατον. Ὁ πρῶτος ποὺ ὑπέγραψε τὴν καταδίκη μου, ἐρήμην, ἦταν ὁ Δεσπότης. Ἐστειλε καὶ τὸν Ἀρχιμανδρίτη του, παπᾶ Κοσμᾶ, μὲ πέντε ἀντάρτες, νὰ μὲ ἐκτελέσουν καὶ ἡσυχάσουν, ἐπειδὴ πολὺ τοὺς ἀνησυχοῦσα καὶ τοὺς χαλνοῦσα τὰ σχέδιά τους, καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ κάνουν δουλειὰ στὸ χωριό. Οἱ ἐνορίτες μου μὲ ἄκουγαν, ἐπειδὴ πρῶτος ἐγὼ ἔτρεχα στοὺς κινδύνους, γιὰ νὰ τοὺς σώσω, μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο μποροῦσα».

Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ κοίταζε πρὸς τὰ πάνω καὶ ρύθμιζε τὶς πράξεις καὶ τὴ ζωή του σύμφωνα μὲ τὴν οὐράνια, αἰώνια πραγματικότητα. Ἄν κοίταζε καὶ ἔκρινε μὲ τὰ κάτω καὶ μὲ τοὺς γύρω του ἀναπόφευκτα καὶ ὁ βίος του θὰ ἦταν ἀντίστοιχος:

«Μεταχειρίστηκαν καὶ ἄλλα σατανικὰ μέσα. Ἔβαλαν τοὺς ἄλλους ἱερεῖς νὰ ποῦν τὴν παπαδιά: Μήπως μονάχα αὐτὸς δὲν θέλει τὸν κομμουνισμό; Καὶ ἐμεῖς δὲν τὸν θέλουμε. Τί νὰ κάνωμε ὅμως; Ἄς τοὺς κάνωμε τώρα τὸ κέφι καὶ ἅμα ἀλλάξει ἡ κατάστασις, αὐτοὺς θὰ λογαριάσωμε; Καὶ τὸ ἐπέτυχαν. Ἡ παπαδιὰ ἄρχισε νὰ μὲ γκρινιάζῃ καὶ νὰ φωνάζῃ ἐναντίον μου».

«Μοῦ λέγει ἡ παπαδιά: Πράγματι χαζάθηκες. Ἐσὺ θὰ φέρης ἀποτέλεσμα μόνος; Δὲν βλέπεις τοὺς ἄλλους παπάδες τῶν γύρω χωριῶν, ποὺ κάθονται στὰ σπίτια τους, δουλεύουν, τρώγουν καὶ πίνουν μὲ τὶς οἰκογένειές τους; Ὅ,τι θὰ γίνῃ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο θὰ γίνῃ καὶ γιὰ ἐμᾶς. Τῆς λέγω: Θὰ πεθάνω γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ὄχι γιὰ τὸν χρυσό. Κομμουνιστὴς δὲν γίνομαι».

«Μὲ δάκρυα στὰ μάτια, μοῦ λέγουν: Πῶς κατάντησες νὰ ὑποφέρῃς τόσα πράγματα καὶ σὲ αὐτὰ τὰ χάλια; Τοὺς ἀπαντῶ: Ὑπέφερε ὁ Χριστὸς γιὰ ἐμᾶς, πρέπει τώρα καὶ ἐμεῖς νὰ ὑποφέρουμε γιὰ τὸν Χριστὸ. Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα ποὺ θὰ φύγῃ αὐτὴ ἡ καταχνιὰ καὶ ἡ βρωμιά καὶ θὰ λάμψῃ πάλιν ἡ Ἐκκλησία».

(Τὰ ἀποσπάσματα εἶναι ἀπὸ τὸ βιβλίο ΠΑΠΑ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΑΓΚΑΣΤΑΘΗΣ Βίος –Θαύματα-Νουθεσίαι καὶ Ἐπιστολαί)

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026


Ὅταν προπορεύεται ἡ προσευχή
– Γέροντα, πῶς σκέφτεσθε, ὅταν ἔχετε νὰ ἀντιμετωπίσετε ἕνα πρόβλημα;
– Σκέφτομαι τί γίνεται, τί δὲν γίνεται ἀνθρωπίνως. Τὸ ἐξετάζω ἀπὸ ὅλες τὶς πλευρές. «Θὰ κάνω αὐτό· τί ἀντίκτυπο θὰ ἔχει ἐκεῖ, ἐκεῖ;… Τί κακὸ μπορεῖ νὰ κάνει ἢ σὲ τί μπορεῖ νὰ ὠφελήσει;». Ἐγὼ πάντα ἕνα πρόβλημα προσπαθῶ νὰ τὸ δῶ ἀπὸ πολλὲς πλευρές, ὥστε ἡ λύση ποὺ θὰ δώσω νὰ εἶναι, ὅσο γίνεται, πιὸ σωστή. Γιατὶ μπορεῖ νὰ γίνουν πολλὰ λάθη, ἂν δὲν προσέξει κανείς. Ἂν καταλάβει ἐκ τῶν ὑστέρων τί ἔπρεπε νὰ κάνη, δὲν ὠφελεῖ, γιατὶ πάει, πέταξε, ὅπως λένε, τὸ πουλί! Ἂς ποῦμε, δὲν πρόσεξε κάποιος καὶ ἔκαψε ἕνα σπίτι. Καλά, ἐντάξει, δὲν τὸν κρεμάει κανείς, ἀλλὰ τὸ κακὸ ἔγινε.
Κάπου εἶχαν ἕνα πρόβλημα. Ἦρθε ὁ ὑπεύθυνος καὶ μοῦ λέει: «Ἔ, τώρα τακτοποιήθηκε τὸ θέμα. Πῆγα, βρῆκα τὸν τάδε, τὸν τάδε, τοὺς εἶπα αὐτὸ καὶ αὐτὸ καὶ τακτοποιήθηκε ἡ ὑπόθεση!». «Τώρα ἄρχισε τὸ πρόβλημα, τοῦ λέω. Ἐκεῖνο ποὺ ὑπῆρχε, δὲν ἦταν πρόβλημα. Τώρα ἄναψε ἡ φωτιά. Πρῶτα δύο καρβουνάκια ἦταν, καὶ αὐτὰ θὰ ἔσβηναν μόνα τους». Αὐτὸς νόμιζε ὅτι μὲ τὶς ἐνέργειές του εἶχε τακτοποιήσει τὴν ὑπόθεση καὶ ἤθελε νὰ τὸν ἐπαινέσουμε κιόλας. Ἐνῶ, μὲ αὐτὸ ποὺ ἔκανε, δημιούργησε μεγάλη φασαρία καὶ μεγάλωσε τὸ πρόβλημα.
Χρειάζεται πολλὴ προσοχή, σύνεση καὶ διάκριση, γιὰ νὰ γίνεται τὸ καλὸ μὲ καλὸ τρόπο καὶ νὰ ὠφελεῖ, γιατὶ ἀλλιῶς, ἀντὶ νὰ ὠφελεῖ, δαιμονίζει τὸν ἄλλον. Ὕστερα, κάτι ποὺ σκέφτεται κανεὶς νὰ κάνει, καλύτερα νὰ τὸ ἀφήνει νὰ ὡριμάσει· γιατί, ἂν τὸ ἀγουροκόψει, ἀποφασίσει δηλαδὴ βεβιασμένα, ἴσως νὰ ἔχει προβλήματα ἀργότερα καὶ νὰ βασανίζεται. Τὰ σοβαρὰ πράγματα, ὅταν καθυστεροῦν λίγο, προχωροῦν μετὰ γρήγορα καὶ σωστά. Μπορεῖ κάποιος νὰ ἔχει ἐξυπνάδα, ἀλλὰ νὰ ἔχει καὶ κενοδοξία καὶ ἐγωισμό, καὶ νὰ προπορεύονται αὐτὰ στὶς ἐνέργειές του καὶ νὰ μὴν προσέχει. Ἕνα σκυλὶ π.χ. στὸ κυνήγι, ὅταν προχωράει προσεκτικά, καὶ ἀπὸ ράτσα νὰ μὴν εἶναι, βρίσκει τὰ ἴχνη τοῦ λαγοῦ. Ἐνῶ ἄλλο ποὺ εἶναι ἀπὸ πολὺ καλὴ ράτσα καὶ ἔχει ὅλα τὰ προσόντα, ὅταν βιάζεται, τρέχει δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ἐνέργεια πρὶν ἀπὸ σκέψη ἔχει ὑπερηφάνεια. Γι’ αὐτὸ νὰ μὴ βιάζεται κανεὶς νὰ ἐνεργήσει, ἀλλὰ νὰ σκέφτεται καὶ νὰ προσεύχεται προηγουμένως. Ὅταν προπορεύεται ἡ προσευχή, δὲν ἐνεργεῖ ὁ ἀφρὸς τοῦ μυαλοῦ, ἡ ἐλαφρότητα, ἀλλὰ τὸ ἁγιασμένο μυαλό.
Οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι μερικὲς φορὲς κάνουμε σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει Θεός· δὲν ἀφήνουμε τὸν Θεὸ νὰ ἐνεργήσει. Ὁ Θεὸς ξέρει πῶς δουλεύει. Ἐνῶ ὑπάρχουν δηλαδὴ πνευματικὰ μέσα γιὰ νὰ τακτοποιοῦνται οἱ δύσκολες καταστάσεις μὲ πνευματικὸ τρόπο, ἐμεῖς πᾶμε νὰ ἐνεργήσουμε κοσμικά. Ὅταν ἤμουν στὸ Σινά, ἕνας Χότζας πήγαινε κάθε Παρασκευὴ μέσα στὸ μοναστήρι, ἀνέβαινε στὸν μιναρὲ ἑνὸς τζαμιοῦ ποὺ ἦταν ἐκεῖ καὶ φώναζε! Καὶ εἶχε μία φωνή!… μέχρι ἐπάνω στὸ ἀσκητήριο τῆς Ἁγίας Ἐπιστήμης ἀκουγόταν. Ὕστερα τὸ μοναστήρι βρῆκε σὰν λύση νὰ κλείνουν τὴν πόρτα τὴν Παρασκευὴ ποὺ πήγαινε ὁ Χότζας, γιὰ νὰ μὴν μπαίνει μέσα – ἐγὼ δὲν τὸ ἤξερα. Μία μέρα ποὺ κατέβηκα κάτω, βλέπω τὸν Χότζα ὀργισμένο. «Τώρα θὰ τοὺς δείξω ἐγώ, μοῦ λέει, ποὺ μοῦ ’κλεισαν τὴν πόρτα, γιὰ νὰ μὴν μπαίνω μέσα…». «Τὴν ἔκλεισαν, τοῦ λέω, γιὰ νὰ μὴν μποῦν οἱ γκαμῆλες. Δὲν πιστεύω ὅτι τὴν ἔκλεισαν, γιὰ νὰ μὴν μπεῖς ἐσύ!».
Μετὰ εἶπα κάτι γι’ αὐτὸ στοὺς Πατέρες. Λέει ἕνας γραμματεύς: «Θὰ τοῦ δείξω ἐγὼ τοῦ Χότζα! Θὰ τοῦ βάλω μία φλούδα. Θὰ γράψω στὴν Κυβέρνηση ὅτι ὁ Χότζας μᾶς πιέζει». «Κοίταξε, τοῦ λέω, ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι φλούδα. Νὰ κάνουμε μία ἀγρυπνία, νὰ ψάλουμε τὴν Ἀκολουθία τῶν Σιναϊτῶν Πατέρων, τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης, καὶ νὰ ἀφήσουμε νὰ μιλήσει ὁ Θεός. Θὰ πάω καὶ ἐγὼ ἐπάνω νὰ προσευχηθῶ». Εἶπα καὶ σὲ μερικοὺς Πατέρες νὰ προσευχηθοῦν, καὶ ἔτσι τοῦ ἦρθε ἕνα σκαμπίλι τοῦ Χότζα· σηκώθηκε, ἔφυγε, ἐξαφανίσθηκε! Γιατὶ καὶ τὴν πόρτα νὰ ἔκλειναν, μετὰ ἡ Κυβέρνηση θὰ ἐξακρίβωνε ὅτι δὲν εἶναι ἀλήθεια πὼς τοὺς πίεζε ὁ Χότζας καὶ θὰ εἶχαν φασαρίες. Θὰ ἔλεγε ὁ Χότζας ὅτι ἔκλεισαν τὴν πόρτα, ἐπειδὴ πήγαινε κάθε Παρασκευή, καὶ θὰ ἔκανε κακὸ στὸ μοναστήρι. Ἕνας ἄλλος παλιότερα εἶδε τὸ βουνὸ καὶ θέλησε νὰ κάνη ἐξοχικὸ πάνω στὴν κορυφὴ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης!… Ἔπαθε μία ἀρρώστια, πάει, πέθανε. Ἦρθε τελευταῖα καὶ ἄλλος νὰ φτιάξει κάτι ἐκεῖ, πάει, πέθανε καὶ αὐτός. Γι’ αὐτὸ καλύτερα εἶναι νὰ μὴ στηριζόμαστε μόνο στὶς δικές μας ἀνθρώπινες προσπάθειες, ἀλλὰ νὰ προσευχόμαστε καὶ νὰ ἀφήνουμε τὸν Θεὸ νὰ ἐνεργῆ.
Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

 


Νὰ εἶσαι σεμνὸς

Τὸ ποίημα τοῦ Κώστα Κρυστάλλη «Στὸ Σταυραητό», δὲν θὰ φύγει ποτὲ ἀπὸ τὴ μνήμη μου:

Ἀπὸ μικρὸ κι ἀπ᾿ ἄφαντο πουλάκι, σταυραητέ μου,

παίρνεις κορμὶ μὲ τὸν καιρὸ καὶ δύναμη κι ἀγέρα

κι ἁπλώνεις πῆχες τὰ φτερὰ καὶ πιθαμὲς τὰ νύχια

καὶ μὲσ᾿ στὰ σύγνεφα πετᾶς, μὲσ᾿ στὰ βουνὰ ἀνεμίζεις

Τὸ διάβαζα στὸν Ὀρέστη Μακρή, στὸ καμαρίνι, κι ἔκλαιγε.

Διάβασέ μου το, ἄλλη μία φορά, μοῦ ἔλεγε.

Ὁ Μακρὴς δὲν ἦταν μόνο σπουδαῖος ἠθοποιός, ἀλλὰ καὶ ἰδιαίτερα διαβασμένος. Τοῦ ἄρεσε νὰ μὲ συμβουλεύει. Μοῦ ἔλεγε συνέχεια:

«Τὸ στάχυ... Νὰ εἶσαι σεμνός. Ὅσο ψηλὰ κι ἂν φτάσεις, ποτὲ μὴ φουσκώσεις. Οἱ μεγάλοι ἄνθρωποι εἶναι σεμνοί. Δὲν κάνουν ἐπίδειξη. Τὸ μεστωμένο στάχυ, ποὺ εἶναι γεμάτο ἀπὸ καρπό, εἶναι γυρτό. Τὸ γυρτὸ σημαίνει σεμνότητα. Τὸ ἀδειανὸ στάχυ πάει ὅπου φυσᾶ ὁ ἀέρας γιατὶ δὲν ἔχει τίποτα μέσα.»

Νίκος Ρίζος

 

Στὸ Σταυραητό

Ἀπὸ μικρὸ κι ἀπ᾿ ἄφαντο πουλάκι, σταυραητέ μου,
παίρνεις κορμὶ μὲ τὸν καιρὸ καὶ δύναμη κι ἀγέρα
κι ἁπλώνεις πῆχες τὰ φτερὰ καὶ πιθαμὲς τὰ νύχια
καὶ μέσ᾿ στὰ σύγνεφα πετᾶς, μέσ᾿ στὰ βουνὰ ἀνεμίζεις
φωλιάζεις μέσ᾿ στὰ κράκουρα, συχνομιλᾶς μὲ τἄστρα,
μὲ τὴν βροντὴ ἐρωτεύεσαι, κι ἀπιδρομᾶς καὶ παίζεις
μὲ τἄγρια ἀστροπέλεκα καὶ βασιλιᾶ σὲ κράζουν
τοῦ κάμπου τὰ πετούμενα καὶ τοῦ βουνοῦ οἱ πετρίτες.

Ἔτσι ἐγεννήθηκε μικρὸς κι ὁ πόθος μου στὰ στήθη,
κι ἀπ᾿ ἄφαντο κι ἀπ᾿ ἄπλερο πουλάκι σταυραητέ μου,
μεγάλωσε, πῆρε φτερά, πῆρε κορμὶ καὶ νύχια
καὶ μοῦ ματώνει τὴν καρδιά, τὰ σωθικά μου σκίζει
κι ἔγινε τώρα ὁ πόθος μου ἀητός, στοιχειὸ καὶ δράκος
κι ἐφώλιασε βαθιὰ - βαθιὰ μέσ᾿ στ᾿ ἄσαρκο κορμί μου
καὶ τρώει κρυφὰ τὰ σπλάγχνα μου, κουφοβοσκάει τὴν νιότη.

Μπεζέρισα νὰ περπατῶ στοῦ κάμπου τὰ λιοβόρια.
Θέλω τ᾿ ἀψήλου ν᾿ ἀνεβῶ ν᾿ ἀράξω θέλω, ἀητέ μου,
μέσ᾿ στὴν παλιά μου κατοικιά, στὴν πρώτη τὴ φωλιά μου,
Θέλω ν᾿ ἀράξω στὰ βουνά, θέλω νὰ ζάω μ᾿ ἐσένα.
Θέλω τ᾿ ἀνήμερο καπρί, τ᾿ ἀρκούδι, τὸ πλατόνι,
καθημερνή μου κι ἀκριβὴ νὰ τἄχω συντροφιά μου.
Κάθε βραδούλα, κάθε αὐγή, θέλω τὸ κρύο τ᾿ ἀγέρι
νἄρχεται ἀπὸ τὴν λαγκαδιά, σὰν μάνα, σὰν ἀδέρφι
νὰ μοῦ χαϊδεύει τὰ μαλλιὰ καὶ τ᾿ ἀνοιχτά μου στήθη.

Θέλω ἡ βρυσούλα, ἡ ρεματιά, παλιὲς γλυκές μου ἀγάπες
νὰ μοῦ προσφέρνουν γιατρικὸ τ᾿ ἀθάνατα νερά τους.
Θέλω τοῦ λόγγου τὰ πουλιὰ μὲ τὸν κελαϊδισμό τους
νὰ μὲ κοιμίζουν τὸ βραδύ, νὰ μὲ ξυπνοῦν τὸ τάχυ.
Καὶ θέλω νἄχω στρῶμα μου, νἄχω καὶ σκέπασμά μου
τὸ καλοκαίρι τὰ κλαδιὰ καὶ τὸν χειμώ᾿ τὰ χιόνια.

Κλωνάρια ἀπ᾿ ἀγριοπρίναρα, φουρκάλες ἀπὸ ἐλάτια
θέλω νὰ στρώνω στοιβανιὲς κι ἀπάνου νὰ πλαγιάζω,
ν᾿ ἀκούω τὸν ἦχο τῆς βροχῆς καὶ νὰ γλυκοκοιμιέμαι.

Ἀπὸ ἡμερόδεντρον ἀητέ, θέλω νὰ τρώω βαλάνια,
θέλω νὰ τρώω τυρὶ ἀλαφιοῦ καὶ γάλα ἀπ᾿ ἄγριο γίδι.
Θέλω ν᾿ ἀκούω τριγύρω μου πεῦκα κι ὀξιὲς νὰ σκούζουν,
θέλω νὰ περπατῶ γκρεμούς, ῥαϊδιά, ψηλὰ στεφάνια,
θέλω κρεμάμενα νερὰ δεξιὰ ζερβιὰ νὰ βλέπω.
Θέλω ν᾿ ἀκούω τὰ νύχια σου νὰ τὰ τροχᾶς στὰ βράχια,
ν᾿ ἀκούω τὴν ἄγρια σου κραυγή, τὸν ἴσκιο σου νὰ βλέπω.
Θέλω, μὰ δὲν ἔχω φτερά, δὲν ἔχω κλαπατάρια,
καὶ τυραννιέμαι, καὶ πονῶ, καὶ σβυιέμαι νύχτα μέρα.

Παρακαλῶ σε, σταυραητέ, γιὰ χαμηλώσου ὀλίγο
καὶ δῶσ᾿ μου τὲς φτεροῦγες σου καὶ πάρε με μαζί σου,
πάρε με ἀπάνου στὰ βουνά, τὶ θὰ μὲ φάῃ ὁ κάμπος!

Κώστας Κρυστάλλης

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026



Ὁ Κυβερνήτης
Πρός τόν Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη
Ἄν ὁ καθένας ἀπό ἐσᾶς (καί ὁμιλῶ δι' ἐκείνους πού κατέχουν τάς πρώτας θέσεις εἰς τήν πολιτικήν ζωήν τῆς χώρας) μέ ἐβοήθει ὀλίγον καί καλοπίστως, λησμονῶν διά μίαν στιγμήν τά προσωπικά του συμφέροντα, τό ἔργον μου θά ἐγίνετο περισσότερον εὔκολον δι' ἐμέ καὶ περισσότερον καρποφόρον διά τήν Πατρίδα...
Μάιος 1828
*
Πρός τόν Ἀνδρέα Μουστοξύδη
Τελευταίως περιώδευσα ἐπ' ἀρκετόν χρόνον εἰς τήν Δυτικήν Ἑλλάδα καί τήν Πελοπόννησον καί εἰς μέρος τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος. Θά περιοδεύσω καί πάλιν διότι μόνον ἐφ' ὅσον βλέπω τά πράγματα καί τούς ἀνθρώπους μέ τούς δικούς μου ὀφθαλμούς, δύναμαι νά ἀποκτήσω ἐν συνειδήσει εὐκρινῆ ἔννοιαν τῆς ποιότητος τῶν ὑποχρεώσεών μου καί τοῦ λογικωτάτου τρόπου τῆς ἐκπληρώσεώς των. Ἀκόμα δέν τολμῶ νά σοῦ προτείνω νά ἔλθης νά ἐγκατασταθῆς ἐδῶ.
1 Αὐγούστου 1828
*
Πρός τόν Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη
Ἤθελα νά ἔχω κάμποσα ἑκατομμύρια τάλλιρα διά νά σᾶς δώσω ὅσα ζητεῖτε, ἀλλά καθώς σᾶς εἶπα τό μέν ἰδιαίτερό μου ταμεῖον εἶναι κενόν, τό δέ δημόσιον μόλις δύναται νά ἐπαρκέσει εἰς τάς μᾶλλον κατεπειγούσας χρείας τοῦ τρέχοντος Φεβρουαρίου καί τό πολύ τοῦ ἡμίσεως Μαρτίου. Τοῦτο εἶναι γνωστότατον καί δύνασθε αὐτοπροσώπως νά τό βεβαιωθῆτε, βλέποντες τά κατάστιχα τῆς ἐπί τῶν οἰκονομικῶν ἐπιτροπῆς... Ὑπομείνατε καθώς ὑπομένω καί ὑπομένω ἴσως ἐπέκεινα τῆς ἀνθρωπίνης δυνάμεως.
10 Φεβρουαρίου 1829
Ἰωάννης Καποδίστριας

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026



Ἀγάπη καί Ἐλευθερία
Πρόσωπο εἶναι τὸ ὂν ἐν κοινωνίᾳ καὶ πρόσωπα γινόμαστε μέσα στὴν Ἐκκλησία.
Ὅταν ὁ Καλὸς Ποιμένας καλεῖ τὰ δικά του πρόβατα μὲ τ΄ ὄνομά τους καὶ τὰ ὁδηγεῖ, ἡ κλήση αὐτὴ ἀποτελεῖ εἴσοδο σὲ μία ζωὴ κοινωνίας. Ἕνα ὄνομα, δοσμένο σὲ ἑκατομμύρια ἀνθρώπους, ἀποκτᾶ συγχρόνως καὶ μοναδικότητα, καθὼς ἕνας μοναδικὸς ἄνθρωπος καλεῖται μέσῳ αὐτοῦ, ὄχι μόνο στὴν Ἐκκλησία ἀλλὰ καί σὲ Ἐκκλησία. Ὁ καθένας εἶναι ἕνα ὄνομα μοναδικό, τὸ ὁποῖο ἀνακεφαλαιώνει τὸ ὅλον.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι κοινωνία ὁλοκληρωμένων ὑπάρξεων καὶ ὄχι μάζα, ἀποτελούμενη ἀπὸ κομμάτια. Τὸ πρόσωπο εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ποὺ ὑπάρχει μέσα μας. Αὐτὸ ἀκριβῶς διαφοροποιεῖ τὴν Ἐκκλησία ὡς κοινωνία προσώπων ἀπὸ τὴν κοινωνία τῶν προσωπείων. Ἡ κοινωνία τῶν προσωπείων εἶναι τὸ σύνολο τῶν εἰδώλων, τὸ σύνολο τῶν ἀποσπασματικῶν ὑπάρξεων, τὸ σύνολο τῶν μοναχικῶν ἀτόμων καὶ γι’ αὐτό, τὸ σύνολο τῶν ψευδῶν ἑαυτῶν.
Ἡ κοινωνία τῶν προσώπων εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ γιὰ νὰ φτάσουμε σ’ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, πρέπει νὰ κινηθοῦμε τόσο ἐν ἐλευθερίᾳ ὅσο καὶ ἐν ἀγάπῃ. Ἡ λύση τοῦ προσωπείου εἶναι ἡ εὔκολη λύση, εἶναι ἡ λύση τῆς ἀκινησίας, τῆς παγίωσης τῶν ἀποστάσεων, τῆς ἐγκαθίδρυσης τῆς νεκρικῆς σιγῆς τῆς ἀδράνειας τοῦ εἰδώλου, ἔστω καὶ ἂν πολλὲς φορὲς δίνεται ἡ ἐντύπωση τῆς τάξης καὶ τῆς ἡσυχίας.
Ἀντίθετα, μέσα στὴν Ἐκκλησία δὲν ἐπαναπαύεσαι. Ἡ ἐλευθερία ἐπιβεβαιώνει ἢ ἀμφισβητεῖ κάθε στιγμὴ τὶς ἐπιλογὲς καὶ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ποὺ καλεῖ σ΄ αὐτὴ τὴν διαρκῆ ἀνοιχτὴ ἐπικοινωνία. Ὁ χειρότερος πειρασμὸς δὲν εἶναι ἡ ρήξη μὲ τὸν Θεό, ἀλλὰ ἡ ἀπόθεση τῆς ἐλευθερίας καὶ ἡ βύθιση σὲ μία σχέση, ὅπου ὁ Δημιουργὸς ἐκλαμβάνεται ὡς ὁ ἀπόλυτος κυρίαρχος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀναντίρρητη ὑπεροχὴ συντρίβει τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη.
Πρέπει νὰ κινηθεῖς ἐν ἐλευθερίᾳ καὶ ἂν τυχὸν δὲν κινηθεῖς ἐν ἐλευθερίᾳ, καὶ ἂν τυχὸν θελήσεις νὰ ἀποθέσεις τὸν ζυγὸ τῆς ἐλευθερίας, τότε δὲ θὰ νιώσεις ποτὲ τὴν πληρότητα τῆς ζωῆς, τὸ δυναμισμὸ καὶ τὴν πάλη τῆς ζωῆς, τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔχεις μέσα σου, τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν ὁποία ἔχεις πλαστεῖ. Χωρὶς ἐλευθερία, τὰ δῶρα τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸν ἄνθρωπο θὰ μείνουν γιὰ πάντα ἀνενεργὰ καὶ ἀκατανόητα.
Ἡ φύση μας, ὅπως λέει ἡ ἀρχαία τραγωδία ἀλλὰ κι ὁ Μέγας Βασίλειος, εἶναι νὰ ἀγαπάει. Ὅταν φτάσει κανεὶς σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ν’ ἀγαπᾶ, ὄχι συναισθηματικὰ ἀλλὰ νὰ νιώθει αὐτὸ ποὺ διδάσκει ἡ Θεία Λειτουργία, ὅτι δηλαδὴ ὁ ἄλλος εἶναι ὁ ἑαυτός μου, τότε παραχωρεῖ τὴν ὕπαρξή του στὸν ἄλλον.
Γιὰ τὸν κοσμικὸ ἄνθρωπο, αὐτὴ ἡ κατάργηση τῆς ἀτομικότητας ἰσοδυναμεῖ μὲ καταστροφή. Γιὰ τὸν ἐκκλησιαστικὸ ὅμως ἄνθρωπο, ἡ κίνηση αὐτὴ ἰσοδυναμεῖ μὲ ἕνωση τῆς ἐλευθερίας μὲ τὴν ἀγάπη. Εἶναι ἡ στιγμή, ποὺ ἀποκαλύπτεται μία διάσταση πέρα ἀπὸ τὸ «εἶναι» καὶ τὸν χωροχρόνο. Εἶναι ἡ στιγμὴ συνάντησης μὲ τὴν ἀληθινὴ φύση καὶ τὴν κατὰ χάριν θέωση. Ὁπότε φτάνει ἡ στιγμὴ ὅπου ὁ ἄνθρωπος νιώθει ὅτι γεννήθηκε ἀπὸ ἀγάπη καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς του εἶναι νὰ ἀγαπᾶ. Μὲ τὴν ἀγάπη διαστέλλεται καὶ παίρνει τὶς πραγματικές του διαστάσεις. «Ζῶ γιὰ τὸν ἄλλο» σημαίνει ζωὴ γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Ὁ ἄλλος δὲν εἶναι κὰν μία προέκταση τοῦ ἑαυτοῦ μου, ἀλλὰ εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ ἑαυτοῦ μου. Ἂν φτάσω σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο καὶ νιώσω ὅτι οἱ ἄλλοι εἶναι ὁ ἑαυτός μου, οὐσιαστικὰ θωρακίζω τὸ πρόσωπό μου.
Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026


Ἡ Ἀνάσταση δὲν χωρᾶ στὰ βιβλία τῆς γνώσης µας
Ἡ πίστη τοῦ χριστιανοῦ δοκιμάζεται μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ σὰν τὸ χρυσάφι στὸ χωνευτήρι. Ἀπ ̓ ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ πλέον ἀπίστευτο πράγμα, ὁλότελα ἀπαράδεκτο ἀπὸ τὸ λογικό μας, ἀληθινὸ μαρτύριο γιὰ δαῦτο. Μὰ ἴσια-ἴσια, ἐπειδὴ εἶναι ἕνα πράγμα ὁλότελα ἀπίστευτο, γιὰ τοῦτο χρειάζεται ὁλόκληρη ἡ πίστη μας γιὰ νὰ τὸ πιστέψουμε. Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι λέμε συχνὰ πὼς ἔχουμε πίστη, ἀλλὰ τὴν ἔχουμε μονάχα γιὰ ὅσα εἶναι πιστευτὰ ἀπ ̓ τὸ μυαλό μας. Ἀλλὰ τότε, δὲν χρειάζεται ἡ πίστη, ἀφοῦ φτάνει ἡ λογική. Ἡ πίστη χρειάζεται γιὰ τὰ ἀπίστευτα.
Οἱ πολλοὶ ἄνθρωποι εἶναι ἄπιστοι. Οἱ ἴδιοι οἱ µαθητάδες τοῦ Χριστοῦ δὲν δίνανε πίστη στὰ λόγια τοῦ δασκάλου τους ὅποτε τοὺς ἔλεγε πὼς θ᾿ ἀναστηθῆ, µ᾿ ὅλο τὸ σεβασµὸ καὶ τὴν ἀφοσίωση ποὺ εἶχαν σ᾿ Αὐτὸν καὶ τὴν ἐµπιστοσύνη στὰ λόγια του. Καὶ σὰν πήγανε οἱ Μυροφόρες τὴν αὐγὴ στὸ µνῆµα τοῦ Χριστοῦ, κ᾿ εἴδανε τοὺς δυὸ ἀγγέλους ποὺ τὶς µιλήσανε, λέγοντας σ᾿ αὐτὲς πὼς ἀναστήθηκε, τρέξανε νὰ ποῦνε τὴ χαροποιὰ εἴδηση στοὺς µαθητές, ἐκεῖνοι δὲν πιστέψανε τὰ λόγια τους, ἔχοντας τὴν ἰδέα πὼς ἤτανε φαντασίες: «Καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος (τρέλα) τὰ ῥήµατα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς»...
Βλέπεις καταπάνω σὲ πόση ἀπιστία ἀγωνίσθηκε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός; Καὶ στοὺς ἴδιους τοὺς µαθητάδες του. Εἶδες µὲ πόση µακροθυµία τὰ ὑπόµεινε ὅλα; ...Καὶ µ᾿ ὅλα αὐτὰ, ἴσαµε σήµερα οἱ περισσότεροι ἀπὸ µᾶς εἴµαστε χωρισµένοι ἀπὸ τὸν Χριστὸ µ᾿ ἕνα τοῖχο παγωµένον, τὸν τοῖχο τῆς ἀπιστίας. Ἐκεῖνος ἀνοίγει τὴν ἀγκάλη του καὶ µᾶς καλεῖ κ᾿ ἐµεῖς τὸν ἀρνιόµαστε. Μᾶς δείχνει τὰ τρυπηµένα χέρια του καὶ τὰ πόδια του, κ᾿ ἐµεῖς λέµε πὼς δὲν τὰ βλέπουµε. Ἐµεῖς ψάχνουµε νὰ βροῦµε στηρίγµατα στὴν ἀπιστία µας γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουµε τὸν ἐγωϊσµό µας, ποὺ τὸν λέµε Φιλοσοφία καὶ Ἐπιστήµη. Ἡ λέξη Ἀνάσταση δὲν χωρᾶ µέσα στὰ βιβλία τῆς γνώσης µας... Γιατὶ «ἡ γνώση τούτου τοῦ κόσµου, δὲ µπορεῖ νὰ γνωρίσει ἄλλο τίποτα, παρεκτὸς ἀπὸ ἕνα πλῆθος λογισµούς, ὄχι ὅµως ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζεται µὲ τὴν ἁπλότητα τῆς διάνοιας».
Ναί, ἐκείνους ποὺ ἔχουνε αὐτὴ τὴν εὐλογηµένη ἁπλότητα τῆς διάνοιας, τοὺς µακάρισε ὁ Κύριος, λέγοντας: «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύµατι, ὅτι αὐτῶν ἐστι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται». Καὶ στὸν Θωµᾶ, ποὺ γύρευε νὰ τὸν ψηλαφήσῃ γιὰ νὰ πιστέψῃ, εἶπε: «Γιατὶ µὲ εἶδες Θωµᾶ, γιὰ τοῦτο πίστεψες; Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν εἴδανε καὶ πιστέψανε».
Ἂς παρακαλέσουµε τὸν Κύριο νὰ µᾶς δώσει αὐτὴ τὴν πλούσια φτώχεια, καὶ τὴν καθαρὴ καρδιά, ὥστε νὰ τὸν δοῦµε ν᾿ ἀναστήνεται γιὰ νὰ ἀναστηθοῦµε κ᾿ ἐµεῖς µαζί του.
Αὐτὴ ἡ ἀνηξεριὰ (ἡ ἄγνοια) εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴ γνώση: «Αὕτη ἐστὶν ἡ ἄγνοια ἡ ὑπερτέρα τῆς γνώσεως». Καλότυχοι καὶ τρισκαλότυχοι ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἔχουνε.
Φώτης Κόντογλου

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

 


Γαλήνη

Δὲν ἀκούεται οὔτ᾿ ἕνα κῦμα
εἰς τὴν ἔρμη ἀκρογιαλιά,
Λὲς καὶ ἡ θάλασσα κοιμᾶται
μὲς τῆς γῆς τὴν ἀγκαλιά.

Διονύσιος Σολωμὸς

Σάββατο 18 Ιουλίου 2026


Ὁ Δῆμος καὶ τὸ καρυοφύλλι του
Ἐγέρασα, μωρὲς παιδιά. Πενήντα χρόνους κλέφτης

τὸν ὕπνο δὲν ἐχόρτασα, καὶ τώρ᾿ ἀποσταμένος

θέλω νὰ πάω νὰ κοιμηθῶ. Ἐστέρεψ᾿ ἡ καρδιά μου.

Βρύση τὸ αἷμα τὄχυσα σταλαματιὰ δὲ μένει.


Θέλω νὰ πάω νὰ κοιμηθῶ. Κόψτε κλαρὶ ἀπ᾿ τὸ λόγγο

νά ῾ναι χλωρὸ καὶ δροσερό, νἆναι ἀνθοὺς γεμάτο,

καὶ στρῶστε τὸ κρεβάτι μου καὶ βάλτε με νὰ πέσω.


Ποιὸς ξέρει ἀπ᾿ τὸ μνῆμα μου τί δέντρο θὰ φυτρώσει!

Κι ἂν ξεφυτρώσει πλάτανος, στὸν ἴσκιό του ἀπὸ κάτω

θά ῾ρχονται τὰ κλεφτόπουλα τ᾿ ἅρματα νὰ κρεμᾶνε.

Νὰ τραγωδοῦν τὰ νιάτα μου καὶ τὴν παλληκαριά μου.

Κι ἂν κυπαρίσσι ὄμορφο καὶ μαυροφορεμένο,

θἄρχονται τὰ κλεφτόπουλα τὰ μῆλα μου νὰ παίρνουν,

νὰ πλένουν τὶς λαβωματιές, τὸ Δῆμο νὰ σχωρᾶνε.


Ἔφαγ᾿ ἡ φλόγα τ᾿ ἅρματα, οἱ χρόνοι τὴν ἀνδρειά μου.

Ἦρθε κι ἐμένα ἡ ὥρα μου. Παιδιά μου μὴ μὲ κλάψτε.

Τ᾿ ἀνδρειωμένου ὁ θάνατος δίνει ζωὴ στὴ νιότη.

Σταθεῖτ᾿ ἐδῶ τριγύρω μου, σταθεῖτε ἐδῶ σιμά μου,

τὰ μάτια νὰ μοῦ κλείσετε, νὰ πάρτε τὴν εὐχή μου.


Κι ἕν᾿ ἀπὸ σᾶς τὸ νιώτερο ἂς ἀνεβεῖ στὴ ράχη,

ἂς πάρει τὸ τουφέκι μου, τ᾿ ἄξο μου καρυοφύλλι

κι ἂς μοῦ τὸ ρίξει τρεῖς φορὲς καὶ τρεῖς φορὲς ἂς σκούξει.

«Ὁ Γερο Δῆμος πέθανε, ὁ Γερο Δῆμος πάει».

Θ᾿ ἀναστενάξ᾿ ἡ λαγκαδιά, θὲ νὰ βογκήξει ὁ βράχος

θὰ βαργομήσουν τὰ στοιχειά, οἱ βρύσες θὰ θολώσουν

καὶ τ᾿ ἀγεράκι τοῦ βουνοῦ, ὁποὺ περνᾶ δροσᾶτο,

θὰ ξεψυχήσει, θὰ σβηστεῖ, θὰ ρίξει τὰ φτερά του,

γιὰ νὰ μὴν πάρει τὴ βοὴ ἄθελα καὶ τὴ φέρει

καὶ τήνε μάθει ὁ Ὄλυμπος καὶ τὴν ἀκούσει ἡ Πίνδος

καὶ λυώσουνε τὰ χιόνια τους καὶ ξεραθοῦν οἱ λόγγοι.


Τρέχα, παιδί μου γρήγορα, τρέχα ψηλὰ στὴ ράχη

καὶ ρίξε τὸ τουφέκι μου. Στὸν ὕπνο μου ἐπάνω

θέλω γιὰ ὕστερη φορὰ ν᾿ ἀκούσω τὴ βοή του.


Ἔτρεξε τὸ κλεφτόπουλο σὰ νἄτανε ζαρκάδι,

ψηλὰ στὴ ράχη τοῦ βουνοῦ καὶ τρεῖς φορὲς φωνάζει:

«Ὁ Γερο Δῆμος πέθανε, ὁ Γερο Δῆμος πάει».

Κι ἐκεῖ ποὺ ἀντιβοούσανε οἱ βράχοι, τὰ λαγκάδια

ρίχνει τὴν πρώτη τουφεκιὰ κι ἔπειτα δευτερώνει.

Στὴν τρίτη καὶ τὴν ὕστερη τ᾿ ἄξο του καρυοφύλλι

βροντᾶ, μουγκρίζει σὰ θεριό, τὰ σωθικά του ἀνοίγει

φεύγει ἀπ᾿ τὰ χέρια σέρνεται στὸ χῶμα λαβωμένο

πέφτει ἀπ᾿ τοῦ βράχου τὸ γκρεμό, χάνεται πάει, πάει.


Ἀκουσ᾿ ὁ Δῆμος τὴ βοὴ μὲς τὸν βαθὺ τὸν ὕπνο,

τ᾿ ἀχνό του χείλι ἐγέλασε, ἐσταύρωσε τὰ χέρια...

Ὁ Γερο Δῆμος πέθανε, ὁ Γερο Δῆμος πάει.


Τ᾿ ἀνδρειωμένου ἡ ψυχὴ τοῦ φοβεροῦ τοῦ Κλέφτη

μὲ τὴ βοὴ τοῦ τουφεκιοῦ στὰ σύγνεφ᾿ ἀπαντιέται

ἀδερφικὰ ἀγκαλιάζονται, χάνονται, σβηῶνται, πᾶνε.

Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

 


Μία ταραχὴ ἀνήκουστη στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία

Ὁ πολιτισμὸς δὲν θεραπεύει μήτε καὶ μειώνει τὴν ὡμότητα καὶ τὸν ἐγωισμὸ τῶν ἀνθρώπων, ἐνῶ συχνὰ τὰ αὐξάνει.

Στὴ Δύση κυριαρχεῖ ἡ ταραχή. Ἡ αἰτία τῆς ταραχῆς στὴ Δύση εἶναι ποὺ γύρισαν τὴν πλάτη τους στὸν Θεὸ καὶ ἔστρεψαν τὸ πρόσωπό τους πρὸς τὸν σατανᾶ. Πάντα ἡ ἴδια αἰτία, ἡ ἔκπτωση δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἡ συμπόρευση μὲ τὸν σατανᾶ. Ὁ Θεὸς προειδοποιεῖ σοβαρὰ καὶ πατρικά, ἐνῶ ὁ σατανᾶς προβάλλει ψεύτικες εἰκόνες, προσελκύοντας κοντά του τοὺς ἄφρονες καὶ ἐλαφρόμυαλους. Μὲ τὰ φαρμακερά του γλυκίσματα ψαρεύει καὶ ἕλκει τοὺς ἡδυπαθεῖς καὶ κοντόφθαλμους.

Στὴ Δύση ὅλα κατάντησαν ἐρώτημα καὶ ὅλα τέθηκαν σὲ ἀμφισβήτηση: ὁ Θεός, ἡ ψυχή, ἡ ἠθική, ὁ γάμος, ἡ οἰκογένεια, ἡ κοινωνία, τὸ κράτος, αὐτὸς ὁ κόσμος μὰ καὶ ὁ ἄλλος κόσμος. Ὅλα ἔγιναν ἐρωτήματα πάνω στὰ ἐρωτήματα… Ἡ δυτικὴ ἐπιστήμη εἶναι τὸ ἀτσάλινο χτένι στὰ χέρια τοῦ ἀντιχρίστου, ἕνα χτένι ποὺ ξύνει παλιὲς πληγὲς καὶ ἀνοίγει καινούργιες… Καί, πραγματικά, ὁ ἄρχοντας τοῦ Ἅδου, μὲ τὴ συνδρομὴ τῆς ψευδο-ἐπιστήμης, γέννησε στὴ Δύση μία ταραχὴ ἀνήκουστη στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία. Μὲ τὴν ταραχὴ εἶναι ἐξέλιξη, πολιτισμός, πρόοδος, ἡ ταραχὴ εἶναι ζωή!

Ἡ Δύση σταμάτησε νὰ παράγει ἅγιους καὶ σοφούς. Αὐτὸ χρονολογεῖται ἀπὸ τότε ποὺ οἱ πάπες σταμάτησαν νὰ εἶναι ἅγιοι καὶ σοφοὶ καὶ ἔγιναν πολιτικοὶ καὶ διπλωμάτες.

Ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος δὲν σκέφτεται ποτὲ τὸν θάνατο, δὲν ἔχει χρόνο νὰ σκεφτεῖ τὸν θάνατο. Σκέφτεται μονάχα τὴν ὑποταγὴ καὶ τὴν ἐκμετάλλευση. Τὴν ἐκμετάλλευση γῆς καὶ ἀέρα, πυρὸς καὶ ὕδατος, φυτῶν καὶ ζώων, γειτονικῶν λαῶν καὶ κρατῶν. Ἀνακάλυψε τὸ σύνθημα τῆς ἐπιστήμης καὶ τοῦ πολιτισμοῦ του: ὑποτάξτε καὶ ἐκμεταλλευτεῖτε. Ἡ παγκοσμιοποίηση εἶναι ἡ κατάρα τῶν καιρῶν μας.

Ποιό τὸ ὄφελος ἀπὸ τὸ ὅτι ἡ Εὐρώπη, ἡ Ἀμερικὴ καὶ ὅλες οἱ ἤπειροι τρέχουν νὰ κατακτήσουν τὸν κόσμο, τὸ σύμπαν, τὴ Σελήνη, τὸν Ἄρη καὶ τ’ ἀστέρια; Τί θὰ ὠφελήσει τὸν ἄνθρωπο ἂν ἀποκτήσει τὸν κόσμο ὅλο καὶ βλάψει τὴν ψυχή του, ἂν χάσει τὴν ψυχή του; Ἀπὸ ποιόν θέλετε, ὢ ἄνθρωποι, νὰ κατακτήσετε τὴ Σελήνη; Ἀπὸ ποιόν νὰ πάρετε τὰ ἄστρα; Ἀπὸ τὸν Κύριο, ὁ ὁποῖος τὰ ἔχει σπείρει σὰν ἄλλα ἄνθη στὴν ἀτέλειωτη ἀπεραντοσύνη; Πόσο ἐλεεινὸς εἶναι ὁ εὐρωπαῖος ἄνθρωπος ὅταν ἐκστρατεύει κατὰ τοῦ οὐρανοῦ, σὰν νὰ πρόκειται γιὰ τὸν ἐχθρό του!

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026


Οἱ θαυμαστὲς διδαχὲς
Τὸ ἔργο τοῦ μοναχοῦ
Ὁ μοναχὸς Σ. φρόντιζε νὰ φυτεύει κηπουρικὰ στὸν κῆπο τῆς Ἱ. Μ. Κουτλουμουσίου. Φύτευε γιὰ χρήση τῆς Ἱ. Μονῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ δίνει σὲ ἄλλα κελλάκια.
Πῆγε λοιπὸν στὸν Γέροντα Παΐσιο νὰ δώσει εὐλογίες. Ἀκολουθεῖ ὁ διάλογος.
-Βρὲ καημένε, πήγαινέ τα σὲ κανένα κελάκι, ἐγὼ δὲν τὰ χρειάζομαι.
-Ἔδωσα σὲ ὅλα, Γέροντα, ὅπως ἐρχόμουν.
-Καλά, αὐτὴ εἶναι ἡ δουλειὰ τοῦ μοναχοῦ;
-Τί ἄλλο νὰ κάνω, Γέροντα;
-Νά, βλέπεις αὐτὴ τὴν στοίβα ἀπὸ τὰ γράμματα; Ἄλλοι ζητᾶνε προσευχὴ γιὰ καρκίνο, γιὰ χωρισμοὺς κ.λπ. Ἐσὺ πάρε αὐτὸ τὸ εὔκολο γράμμα νὰ προσευχηθεῖς, γιατὶ ἔχει νὰ βρέξει ἐνάμισυ χρόνο στὴν Λάρισα.
Πράγματι ὁ μοναχὸς Σ. ἄρχισε τὸ κομποσκοίνι ὅλη τὴν νύκτα. Ὁ π. Χριστόδουλος τὸν βλέπει νὰ γυρνᾶ στὶς 12 τὸ βράδυ καὶ τοῦ λέγει:
-Βρὲ βλογημένε, πήγαινε λίγο νὰ κοιμηθεῖς, σὲ 2 ὧρες ἔχουμε ἀκολουθία, συνεχίζεις ἀργότερα τὸ κομποσκοίνι.
-Ὄχι, θὰ κάνω τὴν ἐντολὴ τοῦ Γέροντα.
Ὁ π. Χριστόδουλος ἦταν τότε πορτιέρης καὶ τὴν ἄλλη μέρα δέχθηκε τὴν πρώτη φουρνιὰ ἐπισκεπτῶν. Βλέπει κάποιους νέους, καὶ ἡ πρώτη ἐρώτησή του, μετὰ τὴν ὑποδοχή, ἦταν ἀπὸ ποῦ ἔρχονταν.
-Ἀπὸ τὴν Λάρισα, Γέροντα.

-Ἄ! ἐκεῖ ποὺ ἔχει νὰ βρέξει ἑνάμισυ χρόνο; 
-Τί νὰ σοῦ ποῦμε, Γέροντα, ἴσα ποὺ προλάβαμε, ἀπὸ τὴν μεγάλη μπόρα ποὺ ξέσπασε, νὰ ἔρθουμε.
Μὲ χαρὰ τότε ἔτρεξε καὶ τὸ εἶπε στὸν μοναχὸ π. Σ. καὶ πήγανε μαζὶ νὰ ἐνημερώσουν τὸν Γέροντα Παΐσιο.
-Πῶς τὸ μάθατε; ρώτησε ὁ Γέροντας.
-Νά, ἦρθαν οἱ πρῶτοι προσκυνητὲς καὶ ἦταν ἀπὸ τὴν Λάρισα.
-Εἶδες, π. Σ., ποιό εἶναι τὸ κύριο ἔργο τοῦ μοναχοῦ; Ἡ προσευχὴ λοιπόν.
Γιὰ τὴν Ἐξομολόγηση
Ἕνας νέος δὲν ἤθελε νὰ ἐξομολογηθεῖ, γιατὶ τὸ θεωροῦσε μὴ ἀπαραίτητο. Φτάνει ἡ προσευχὴ καὶ ἡ Θεία Λατρεία, ἔλεγε. Πῆγε μὲ τὸν θεῖο του στὸν Γέροντα. Τοὺς βλέπει ὁ Γέροντας ἀπὸ μακρυὰ καὶ λέγει στὸν π. Ἀναστάσιο, ποὺ τὸν γνώριζε, τί κάνει.
-Καλά. Ἐσὺ, Γέροντα, τί κάνεις;
-Νά, π. Ἀναστάσιε, ἐξομολογῶ τὸν κῆπο μου!
-Δὲν κατάλαβα, Γέροντα.
-Νά, ἔχω παρατηρήσει ἀπὸ τὴν πείρα μου, ὅτι ἂν σκάψω καὶ ἐξομολογήσω τὸν κῆπο μου, βγάλω τὰ πετράκια, τὰ ζιζάνια κ.λπ., ὅ,τι φυτέψω πιάνει πολὺ καλύτερα ἀπ' ὅ,τι ἂν τὰ φύτευα πρόχειρα!
Πῆρε τὸ μήνυμα ὁ νέος καὶ ἐξομολογήθηκε!
Δοντάκι ἀντὶ σταυροῦ
Ἕνας νέος δὲν ἄκουγε κάποιον συγγενή του, νὰ βγάλει ἀπὸ τὸν λαιμό του τὸ δόντι καὶ νὰ φοράει μόνο σταυρό. Ὁ συγγενής του τὸν πῆγε κάποια φορὰ στὸν Γέροντα. Ὁ Γέροντας Παΐσιος τὸν κοιτοῦσε ἐπίμονα. Ὁ νέος τότε τὸ παρατήρησε καὶ τοῦ εἶπε:
-Γέροντα, ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι κάτι θέλετε ἀπὸ μένα, ἔτσι ποὺ μὲ κοιτᾶτε.
-Τί νὰ θέλω, αὐτὸ ποὺ θέλω δὲν μπορεῖς νὰ μοῦ τὸ δώσεις!
-Ὄχι, Γέροντα, θὰ τὸ κάνω.
-Νά, ἤθελα αὐτὸ τὸ δοντάκι· νὰ μὴν στὸ στερήσω ὅμως. 
-Ὄχι, Γέροντα, πάρτε το!
-Νά, παιδί μου, πόσο θὰ χαρεῖ ἕνα ἀγριογούρουνο ἐδῶ πέρα, ποὺ εἶναι φαφούτικο, καὶ θὰ χαρεῖ πολὺ ποὺ θὰ τοῦ τὸ βάλω!
Καὶ φυσικὰ ἔβαλε τὸν σταυρὸ στὸν λαιμό του, μετὰ ἀπὸ τὸ τόσο διακριτικὸ καὶ μὲ χιοῦμορ πείραγμα!
Ἡ μέλισσα
Κάποιος ἐπισκέπτης μέσα στὸ κελί του κυνήγησε μία μέλισσα ποὺ μπῆκε ἀπὸ τὸ παράθυρο. Ἔ! τὴν ξέρεις, εἶπε ὁ Γέροντας. Αὐτὴ ἡ ταλαίπωρη ἔχει λίγους μῆνες ζωὴ καὶ μύρισε τὴν ζάχαρη. Αὐτή, παιδί μου, τηρεῖ δύο ἐντολὲς ἀπὸ τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο: Ἀγαπήσεις τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον σου!
Φτιάχνει τὴν κηρύθρα, ποὺ κάνουμε τὸ κερὶ (καὶ μάλιστα τὸ γνήσιο, ὄχι μὲ παραφίνη -ποὺ παρὰ ἀφήνει) καὶ δοξάζουμε τὸν Θεό. Συγχρόνως τηρεῖ τὴν  ἐντολὴ «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου», μὲ τὸ μέλι ποὺ μᾶς δίνει, μὲ τὴν γύρη ποὺ μεταφέρει ἀπὸ λουλούδι σὲ λουλούδι. Καὶ κάτι ἄλλο σπουδαιότερο. Δὲν βάζει στὸ μυαλό της κακοὺς λογισμούς. Πάει ἀπὸ ἄνθος σὲ ἄνθος, ἀπὸ γλυκὸ σὲ γλυκό. Καὶ μὲ τὰ χεράκια του ἅπλωσε τὴν παλάμη του, ὅπου ἔβαλε ζάχαρη, καὶ κάθισε ἡ μέλισσα.
Κατόπιν πῆγε στὸ παράθυρο καὶ ἄφησε τὴν ζάχαρη μὲ τὴν μέλισσα! Τί ἐξυπνάδα, τί διάκριση!
Ἀλλαγὴ συντακτικοῦ
Ρώτησε ὁ Γέροντας (καὶ σήμερα Ἅγιος) Παΐσιος ἕναν ἐπισκέπτη του τί δουλειὰ κάνει.
-Φιλόλογος, ἀπήντησε ἐκεῖνος.
-Ξέρεις τὶς προσωπικὲς ἀντωνυμίες;
-Ἀσφαλῶς Γέροντα: Ἐγώ, Ἐσύ, Αὐτός.
-Λάθος, κύριε καθηγητά. Νὰ ἀλλάξετε αὐτὴ τὴν γραμματικὴ καὶ τὸ συντακτικό. Τὸ σωστὸ εἶναι: Ἐσύ, Αὐτός, Ἐγώ!
Κατάλαβες, κύριε καθηγητά; Τελευταῖο τὸ Ἐγώ!
Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026



Ἡ Λαμπρή
Νἄτην ἡ λαμπρὴ μὲ τὰ λουλούδια.
κόψετε παιδιὰ τὴν πασχαλιὰ
κι ὅλα μὲ χαρὲς καὶ μὲ τραγούδια
τρέξετε ν᾿ ἀλλάξωμε φιλιά.
Σήμαντρα γλυκὰ βαροῦν ἀκόμα
καὶ μοσχοβολοῦν οἱ ἐκκλησιές,
μόσχος τὰ φιλιὰ στὸ κάθε στόμα,
τὰ φιλιὰ τῆς ἄνοιξης δροσιές.
Πᾶμε νὰ στρωθοῦμε στὸ χορτάρι
καὶ τ᾿ ἀρνί μας ψήνεται σιγά.
Καὶ μὲ τῆς Ἀνάστασης τὴ χάρη
φέρτε νὰ τσουγκρίσουμε τ᾿ αὐγά.
Στέλιος Σπεράντσας

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

 


Ἐπιστολὴ Μάρκου Μπότσαρη πρός τή θεία του Μαρία

Μάρκος Μπότσαρης (Μεσολόγγι)

Μαρία Μπότσαρη (Ἀγκῶνα)

11 Φεβρουαρίου 1823

Κυρία Θεία σὲ προσκυνῶ. Περιχαρῶς ἐδέχθην τὸ ποθητόν μοι γράμμα σου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐχάρην μαθὼν διὰ τὴν ἀγαθὴν ὑγείαν σας, κἀγὼ ὑγιαίνω. Μὲ μεγάλην μου ἀπορίαν εἶδον νὰ μοῦ γράφῃς ὅτι δὲν ἔλαβες κανένα γράμμα μου, ἐνῶ σᾶς ἔστειλα τρία τέσσερα καὶ κατ’ εὐθεῖαν καὶ διὰ μέσου Κορφῶν.

Τὴν ἅλωσιν τῆς Πατρίδος μας πρὸ καιροῦ στοχάζομαι τὴν ἐμάθατε. Ἐγὼ ἐπειδὴ καὶ ἔλλειψα ἀπὸ τὸν ἀποκλεισμὸν τῆς Πατρίδος μας, ἡ τύχη μὲ ἔφερε καὶ ἀπεκλείσθην εἰς τὸ Μεσολόγγι, καὶ ἐπολιορκήθημεν ἑβδομήντα πέντε ἡμέρες. Πολεμούμενοι μὲ μεγάλην ὁρμὴν ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα ἔκαμον καὶ ἕνα γιουροῦσι πλὴν δὲν ἐκατώρθωσαν τίποτε, ἐσκοτώθηκαν ἕως τετρακόσιοι καὶ ἐτράπησαν εἰς τὰ ὀπίσω.

Μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας ἔπειτα ἀπὸ τὸ γιουροῦσι αἰφνηδίως τοὺς ἐνέπεσε πανικὸς καὶ διὰ νυκτὸς ἔφυγαν, ἀφίνοντες τὰ κανόνια, τζιουπχανέδες, τζατήρια καὶ ὅλα τὰ πράγματά τους καὶ ἐστάθησαν εἰς Βραχῶρι, ἐκεῖ ἔμειναν τριάντα σχεδὸν ἡμέρας ἀποκλεισμένοι ἀπὸ τὸν Ποταμὸν καὶ ἀπὸ τὰ εἰδικά μας ἀσκέρια πέριξ. Ἔκαμον πολλοὺς ἀκροβολισμοὺς καὶ ἐσκοτώθηκαν ἀρκετοί, καὶ τέλος πάντων μὲ μανιώδη ἀπόφασιν ἐπέρασαν τὸν ποταμόν, ὅπου ἐπνίγησαν σχεδὸν ὀκτακόσιοι καὶ δίχως νὰ σταθοῦν πουθενὰ ἐτραβήχθησαν εἰς Βόνιτζαν, πλὴν καὶ ἐκεῖ δὲν θὰ σταθοῦν. Ὁ χαμός τους εἰς ὅλην τὴν ἐκστρατείαν ταύτην ἔγινεν ἀπὸ χιλιάδες τρεῖς καὶ ἐπέκεινα, μέχρι τοῦδε ἡ θεία χάρις μᾶς ἐβοήθησεν, οὕτω καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἄμποτε.

Τὸ μηνιαῖον ὅπου σᾶς ἐμβάζει ὁ μητροπολίτης Ἰγνάτιος σᾶς ἀρκεῖ, λοιπόν, σταθῆτε ἐν ἡσυχίᾳ νὰ ἴδωμεν ἀκόμη κανένα δυὸ μῆνες καὶ κατὰ τὴν ὁδηγίαν τοῦ καιροῦ, τότε σᾶς γράφω καὶ βγαίνετε. Θεόθεν δὲ ὑγιαίνετε.

Ὁ καπετὰν Νότης, Κώστας, Τόλιος καὶ Θανάσης καὶ ἡ Δέσπω καὶ ὁ Νικολάκης καὶ Δημήτρης εἶναι εἰς Κορφοὺς καὶ εἶναι καλὰ καὶ τοὺς ἔγραψα διὰ νὰ ἔλθουν ἐδῶ, ἀφήνοντας μόνο τὴν Δέσπω εἰς Κορφούς.

Καὶ ἐγὼ νοῦτζο σᾶς προσκυνῶ καὶ γέρεψα ἀπὸ τὸ λάβωμα καὶ τώρα σὰν θέλει ὁ Θεός.

Μάρκος Μπότσαρης


Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026



Ἡ καπετάνισσα
Ἡ Ρούσιω ἡ καπετάνισσα, τοῦ Γέρω-Δήμου ἡ νύφη,
στὰ παραθύρια κάθεται, τοὺς κάμπους ἀγναντεύει
κι᾿ ἀναστενάζει ἀπ᾿ τὴν καρδιὰ καὶ μὲ τὸ νοῦ της λέει:
- Μάνα μὲ κακοπάντρεψες καὶ μ᾿ ἔδωκες σὲ κλέφτη,
ποὺ βρίσκεται στὸν πόλεμο ἀπ᾿ τὴν αὐγὴ ὡς τὸ βράδυ,
κι᾿ ἀπὸ τὸ βράδυ ὡς τὴν αὐγὴ φυλάει στὸ καραοῦλι,
καὶ δὲν τὸν εἶδα μιὰ φορὰ νὰ κοιμηθῇ σιμά μου.
Ἐγὼ τουφέκια σκιάζουμαι, τ᾿ ἄρματα ἐγὼ τὰ τρέμω.,
γιὰ νὰ τὰ ζώσω στὸ κορμὶ νὰ πάω ἀπὸ κοντά του,
κ᾿ ἐχτίκιασαν τὰ στήθια μου, ἐμάλλιασε ἡ καρδιά μου,
μαράθηκαν τὰ νειᾶτα μου κ᾿ ἡ ἐμορφιά μου ἐχάθη.
σὰν τί τὰ θέλω τὰ φλουριὰ καὶ τὰ βαρειὰ γιουρντάνια,
σὰν τί τὰ θέλω τὰ χρυσᾶ κι᾿ ἀσημωμένα ροῦχα,
σὰν δὲν κοιμοῦμαι μιὰ φορὰ στὸ πλάϊ τοῦ καλοῦ μου;
Νἄμουνα κάλλια πιστικιά, κάλλια θερίστρα νἄμουν,
παρὰ ἡ καπετάνισσα τοῦ Γέρω-Δήμου ἡ νύφη.
Γιὰ ἰδὲς θερίστρες, πιστικιές, ὁλημερὶς γυρνᾶνε
στὰ ρέματα στὶς λαγκαδιές, στοὺς κάμπους καὶ στὰ πλάγια
μὲ τὸν καλό τους στὸ πλευρὸ καὶ μὲ μικρὰ στὰ χέρια·
κ᾿ ἐγὼ κλεισμένη μοναχὴ ψηλὰ στὰ κορφοβούνια,
τὰ λερωμένα του σκουτιὰ μπεζέρισα νὰ πλένω,
κι᾿ ὥρα τὴν ὥρα μὲ καρδιὰ καταλαχταρισμένη
τὸν καπετάνο καρτερῶ τόσες βραδειὲς κι᾿ αὐγοῦλες,
πότε νὰ τὸν ἰδῶ γερὸς ν᾿ ἀφήσῃ τὰ λημέρια,
νἀρθῇ στὸ σπίτι μιὰ φορά, νὰ κοιμηθοῦμε ἀντάμα!
Κώστας Κρυστάλλης

Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

 


Παντρεύεσαι; Σκότωσε τὸν ἐγωισμό σου! Ἀγαπᾶς; Διορθώσου!

Τί σημαίνει ἕνα διαζύγιο; Τὴν ἀνικανότητά μας νὰ ἀγαπήσουμε. Αὐτὸ βασικὰ σημαίνει. Ὅλα τὰ ὑπόλοιπα εἶναι οἱ δικαιολογίες μας. Τὴν ἀποτυχία νὰ ἀγαπηθοῦμε. Τὴ λαθεμένη ἀντίληψη ποὺ εἴχαμε γιὰ τὸν γάμο.

Ὁ γάμος δὲν εἶναι βίος ἀνθόσπαρτος. Μελετῆστε μὲ προσοχὴ τὴν ἀκολουθία τοῦ Μυστηρίου τοῦ γάμου - ὑπάρχει καὶ μεταφρασμένη. Ἐκεῖ μέσα λοιπὸν ὑπάρχουν ὅλα τὰ στοιχεῖα καὶ ὅλες οἱ προϋποθέσεις ποὺ ἂν τὶς ζήσεις φθάνεις στὴν πληρότητα τῆς σχέσης σου.

Ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μᾶς δείχνει τὸν δρόμο: «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός…». Κι ἐκείνη τὴ στιγμὴ μὲ τὸ Εὐαγγέλιο κάνει ὁ ἱερέας τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Τί σημαίνει αὐτό; Τρία πράγματα βασικά.

Ξέρετε, παιδιά μου, γιὰ ποῦ ξεκινᾶτε; Δὲν ξεκινᾶτε γιὰ τὸ ἄγνωστο μὲ βάρκα τὴν ἐλπίδα. Ξεκινᾶτε γιὰ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πορεία τοῦ γάμου.

Ποιός θὰ εἶναι ὁ ὁδηγός σας σ’ αὐτὴν τὴν πορεία; Τὸ Ἅγιο Εὐαγγέλιο.

Ποιά εἶναι ἡ πορεία σας; Ἡ Σταυρική!

Λέω στὰ ζευγάρια ποὺ παντρεύω: «Ἂν τὸ καταλάβατε, παιδιά μου, σήμερα πρέπει νὰ πεθάνετε, πρέπει νὰ πεθάνει ὁ ἐγωισμός σας.

Ξεκινήσατε καθένας ἀπὸ τὸ σπίτι του καὶ ἤρθατε ἐδῶ καὶ τώρα φεύγετε ἀπὸ ἐδῶ μαζὶ σὲ ἕνα καινούργιο σπίτι. Πολὺ ὡραῖα. Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά; Ὁ καθένας πρέπει νὰ φύγει ἀπὸ τὸν ἑαυτό του πιά. Ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἦταν μέχρι τώρα.

Κι ἐδῶ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ σᾶς ἕνωσε. Βλέπετε κάποια στιγμὴ ἑνώνουμε τὰ χέρια καὶ τοὺς λέω: «Ἔχετε δεῖ δύο κλειδιὰ περασμένα σὲ κρίκο; Ὅπου καὶ νὰ ‘ναι, θὰ εἶναι μαζί. Στὴν τσέπη μας βρίσκονται ἢ μᾶς πέσαν στὸν δρόμο ἢ τὰ πετάξαμε στὴ θάλασσα, θὰ εἶναι πάντα μαζὶ γιατὶ τὰ ἐνώνει ἕνας κρίκος. Ἂν ὅμως βγοῦν ἀπὸ τὸν κρίκο, εἶναι ζήτημα τύχης ἂν θὰ μείνουν καὶ τὰ δύο κοντὰ καὶ μαζί. Ποιός εἶναι ὁ κρίκος; Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Βάλτε τὰ χέρια σας, βάλτε τὶς καρδιές σας καὶ οἱ δυό σας στὸ χέρι τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Θεὸς δὲν μᾶς παίρνει μὲ τὸ ζόρι, ἁπλώνει τὸ δικό Του χέρι καὶ ἐὰν ἐσεῖς, μὲ τὴ θέλησή σας, βάλετε τὰ δικά σας χέρια, ὁ Θεὸς θὰ σᾶς ἑνώσει σὲ μία ἑνότητα τέλεια καὶ ἁγία καὶ ἔτσι νὰ πορευτεῖτε.»

Ὅταν στὴν Ἑλλάδα καθιερώθηκε ὁ πολιτικὸς γάμος, ἐγὼ πανηγύριζα. Εἶπα, «ἐπιτέλους, θὰ ἀποφύγω τὴν ταλαιπωρία νὰ παντρεύω ἀνθρώπους ποὺ δὲν ξέρουν τί κάνουν». Νὰ πᾶς στὸν Δήμαρχο κι ὅπου θέλεις. Ὄχι ὅμως ἐδῶ! Γιατὶ ὁ χῶρος αὐτὸς ἐδῶ εἶναι γιὰ αὐτοὺς ποὺ ξέρουν τί θέλουν καὶ πιστεύουν τί κάνουν.

Ἕνα διαζύγιο μπορεῖ νὰ ἔχει πολλὲς ἀφορμές, ἀλλὰ οἱ αἰτίες του εἶναι λίγες. Πῶς προετοιμάζονται δύο νέοι ἄνθρωποι γιὰ νὰ παντρευτοῦν; Ἀπὸ ‘κεῖ θὰ καταλάβεις ποιά θὰ εἶναι ἡ συνέχεια. Πόσο καλὰ γνωρίζονται; Ἢ πόσο βαθιὰ ἀγνοοῦνται;

Ἔχω ἀκούσει πολλὲς φορὲς τὴν παρατήρηση «δὲν ἤτανε ἔτσι στὴν ἀρχή». Ἔτσι ἤτανε, παιδί μου, ἀλλὰ ἐσὺ δὲν τὸν εἶδες. Ὁ ἀρραβώνας δὲν εἶναι μία χαζοχαρούμενη περίοδος ποὺ θὰ κοιτάξουμε πῶς θὰ περάσουμε καλά. Εἶναι ἀκριβῶς μία περίοδος ποὺ οἱ ἄνθρωποι μιλᾶνε σοβαρὰ γιὰ τὸ μέλλον τους, βλέπουν ἂν συμφωνοῦν, ἂν ταιριάζουν, ἂν ἔχουν τὴν ἴδια πλεύση μέσα στὴ ζωή τους, ἀκόμα μερικὲς φορὲς σὲ μερικὰ πράγματα, ποὺ φαίνονται πιὸ ρηχά, πιὸ εὔκολα.

Κάποτε ἔλεγα σὲ δύο παιδιὰ ποὺ συνδεόντουσαν:

– Παιδιὰ χωρίστε τώρα, γιατὶ θὰ χωρίσετε αὔριο.

– Μὰ γιατί;

– Γιατὶ δὲν ἔχετε καμία σχέση μεταξύ σας.

Τὰ ἐνδιαφέροντα τοῦ ἑνὸς εἶναι τελείως διαφορετικὰ κι ἐξειδικευμένα, τοῦ ἄλλου εἶναι -τὰ παιδιὰ χρησιμοποιοῦν σήμερα αὐτὴ τὴ λέξη- «γιὰ τὰ μπάζα».

Σὲ λίγο ἐσὺ θὰ ἀρχίσεις νὰ τὴ ζηλεύεις καὶ ἐσὺ σὲ λίγο θὰ ἀρχίσεις νὰ κουράζεσαι. Λοιπόν, μὴν κάνετε λάθη! Εὐτυχῶς κατάλαβαν ἔγκαιρα. Γιατὶ εἶναι πάρα πολὺ σημαντικὸ νὰ βλέπεις τὴν ἀλήθεια.

Τὸ σ’ ἀγαπῶ καὶ μ’ ἀγαπᾶς εἶναι εὔκολο νὰ τὸ λές, δύσκολο ὅμως νὰ τὸ ζεῖς. Ἐμεῖς μάθαμε ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι σαρκωμένη. Κι ἂν δὲν σαρκώνεται, δὲν σταυρώνεται, τότε ἀκριβῶς δὲν προχωράει.

Τὸ διαζύγιο τελικὰ εἶναι μία ἀποτυχία. Τὸ ἐρώτημα ὅμως εἶναι τὸ ἑξῆς:

Πῶς θὰ ἀντιμετωπίσουμε ἕνα διαζύγιο; Διδασκόμεθα ἀπὸ τὰ λάθη μας; Καταλάβαμε γιατί φτάσαμε ἐδῶ; Πρῶτα-πρῶτα ἔχουμε τὴ συνείδηση ὅτι ἀποτύχαμε; Καὶ δὲν ἀποτύχαμε τυχαῖα, ἀποτύχαμε γιὰ συγκεκριμένους λόγους, καθαροὺς καὶ ὁρατοὺς ἢ πιστεύουμε ὅτι φταίει μόνο ὁ ἄλλος;

Στὰ ζευγάρια ποὺ παντρεύω τοὺς εὔχομαι: «Παιδιά μου, σᾶς εὔχομαι νὰ μάθετε στὴ ζωή σας νὰ φταῖτε πάντα καὶ οἱ δύο μαζί. Γιατί ἂν πιστέψετε ὅτι φταίει μόνο ὁ ἄλλος, κάτι δὲν πάει καλὰ μεταξύ σας.»

Παντρεύομαι σημαίνει δέχομαι τὸν ἄλλο ὅπως εἶναι, γιατὶ τὸν ἀγαπάω.

Παντρεύομαι σημαίνει ὅτι ἀγωνίζομαι, κάνω τὰ πάντα, γιὰ νὰ δίνω χαρὰ σ’ αὐτὸν ποὺ ἀγαπάω.

Ἄρα λοιπὸν ὑπάρχει μία κοινὴ πορεία καὶ τῶν δύο, δηλαδὴ τὸ ὅτι ὁ ἄλλος μὲ δέχεται, δὲν γεννάει ἀσυλία τοῦ ἐγωισμοῦ μου, ἀφοῦ μὲ δέχεται ὅπως εἶμαι. Σὲ δέχεται γιατὶ σὲ ἀγαπάει, ἐσὺ ἀγαπᾶς; Τότε διορθώσου. Τότε ἀφοῦ βλέπεις ὅτι κάτι ἐνοχλεῖ τὸν ἄλλο, διόρθωσέ το.

Ὅταν ἀκούω ἀνθρώπους νὰ λένε: «ἐγὼ αὐτὸς εἶμαι ἢ ἐγὼ αὐτὴ εἶμαι, δὲν ἀλλάζω», τοὺς λέω: «Κακῶς παντρευτήκατε, γιατὶ ὅταν κάποιος ἀγαπάει, ἀλλάζει.»

Δὲν ἀλλάζω σημαίνει δὲν ἀγαπάω. Τὰ ὑπόλοιπα εἶναι περιττά.

† Μητροπολίτης, Σισανίου καὶ Σιατίστης Παῦλος

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Γαντζωμένοι σὰν τὰ στρείδια
Στὰ Σεπτεμβριανὰ ὅλες οἱ ἐκκλησίες τῆς Πόλεως καὶ τῶν ὁμόρων Μητροπόλεων ὑπέστησαν δηώσεις, καταστροφὲς καὶ ἱεροσυλίες ἀφάνταστες. Μία, ὅμως, ἐγλύτωσε. Ποιά; Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι στὸ Φερίκιοϊ.
Τὸ τί θὰ συνέβαινε ἐκείνη τὴν φοβερὴ ἀποφράδα νύχτα, στοὺς λεγάμενους (στοὺς τούρκους δηλαδή) ἦταν γνωστὸ ἀπὸ ἡμερῶν πολλῶν. Ἔγινε θέμα συζητήσεως στοὺς θαμῶνες τοῦ ἀπέναντι τοῦ ἱεροῦ ναοῦ καφενείου. Ψιλοκουβεντιάζουν οἱ τοῦρκοι μεταξύ τους. Ἄλλοι ὑπέρ, ἄλλοι κατά. Κάποιος ἐπεμβαίνει.
—Πρέπει νὰ προστατέψουμε τὴν ρωμαίϊκη ἐκκλησία, διότι σ’ αὐτήν, τὸ ξέρετε ὅλοι, εἶναι ἕνας παπὰς ποὺ μᾶς βοηθάει στὶς ἀνάγκες μας, στὶς ἀρρώστιες μας, στὴν ἀνέχειά μας.
—Πάψε, ρέ! Παραμύθια! λένε οἱ φωνασκοῦντες ἀντιτιθέμενοι.
—Θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω! Ἀμέσως κιόλας. Δὲν ἔχω οὔτε μία λίρα πάνω μου, ψάξτε με! Θὰ πάω στὸ σπίτι τοῦ παπᾶ καὶ θὰ σᾶς φέρω 500 λίρες!
Πάει, λοιπόν, καὶ χτυπάει τὴν πόρτα. Ζητάει τὰ χρήματα παρακαλώντας, λέγοντας πὼς ἔχει μεγάλη ἀνάγκη, ἄρρωστη γυναίκα καὶ ἄλλα τέτοια. Ὁ παπὰς ἀπαντᾶ:
—Βρὲ παιδί μου, δὲν ἔχω τόσα χρήματα πάνω μου, καὶ μάλιστα τέτοια ὥρα. Θὰ ζητήσω καὶ ἀπὸ τὶς ἀδελφές μου, ὅμως. Περίμενε!
Συγκεντρώνει τὸ ποσὸν καὶ τοῦ τὸ δίδει. Τότε ὁ τοῦρκος τρέχει στὸ καφενεῖο καὶ κρατώντας τὰ χρήματα στὰ χέρια του ψηλὰ καὶ δείχνοντάς τα φωνάζει στοὺς ὁμοφύλους του:
—Βλέπετε, ὅλοι; Αὐτὸς εἶναι ὁ παπάς!
Ἔτσι, λοιπόν, ἐκεῖνο τὸ φρικτὸ βράδυ τοῦ 1955, ὅλοι οἱ τοῦρκοι γείτονες περικύκλωσαν τὴν ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ ὅταν ἄρχισαν νὰ ἔρχονται οἱ παρακρατικοὶ τραμποῦκοι καὶ ὁ μαινόμενος ὄχλος μὲ ρόπαλα καὶ μαχαίρια, βρῆκαν τοὺς ὁμοθρήσκους τους νὰ προασπίζονται ἀποφασισμένοι τὸν ἱερὸ ναό· «Θὰ περάσετε πάνω ἀπ’ τὰ πτώματά μας καὶ ὕστερα θὰ πειράξετε τὸν ναὸ καὶ τὸν παπά»!
Τὸ ὄνομα τοῦ ἐφημερίου; Δημήτριος Παπαδόπουλος. «Ἄνους», κατὰ τὸν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα. Ταπεινὸς καὶ ἀπέριττος, εὐλαβὴς καὶ ἀφανής. Ποιός Δημήτριος; Ὁ κατόπιν Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Δημήτριος! Ἀπὸ τοὺς καλυτέρους Πατριάρχας τοῦ 20οῦ αἰῶνος!
Ἂς εἶναι αὐτὰ τὰ ὀλίγα, ταπεινὸ μνημόσυνο γι’ αὐτὸν τὸν ὑπέροχο Πατριάρχη!
Αὐτοὶ οἱ πρεσβύτεροι ἀξίζουν τὸν θαυμασμό μας. Χωρὶς ποίμνιο, χωρὶς «τυχερά», χωρὶς κρατικὴ ἐνίσχυσι, χωρὶς καμμιὰ ἐξουσία (σημειωτέον πὼς ἡ κρατικὴ ἐξουσία ἐκεῖ δὲν ἀναγνωρίζει καθόλου τοὺς κληρικοὺς παρὰ μόνον τοὺς ἐφοροεπιτρόπους τῶν βακουφιῶν, οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ ἐπίσκοποι εἶναι ὡς μὴ ὑπάρχοντες), γαντζωμένοι σὰν τὰ στρείδια στὸν βράχο τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, χτυποῦν καμπάνα καὶ μ’ αὐτὴν διαλαλοῦν ὅτι ὑπάρχουν, ὅτι ἡ Ρωμηοσύνη ζῆ καὶ θὰ ζῆ ἕως ὅτου ἔλθη ὁ Εὐλογημένος. Ἀμήν.

Ἀρχιμανδρίτης Δοσίθεος Κανέλλος