Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026

 


Μόνον ὁ Θεὸς γνωρίζει

Ἕνα χειμωνιάτικο πρωϊνὸ ὁ περίφημος Ρουμάνος ἀσκητὴς Κλεόπας Ἰλίε βρισκόταν στὸ Ἱερὸ ἑνὸς μοναστηριακοῦ Ναοῦ καὶ διάβαζε γονατιστὸς τὴν ἀκολουθία τῆς Θείας Μεταλήψεως. Μετὰ ἀπὸ λίγη ὥρα μπῆκε στὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ προσευχηθεῖ μία γυναίκα ποὺ εἶχε ἔρθει στὸ Μοναστήρι ἀπὸ τὸ βράδυ.

«Προσκυνοῦσε ὅλες τὶς εἰκόνες καὶ ἔκανε παντοῦ μετάνοιες, διηγεῖται ὁ π. Κλεόπας. Δὲν γνώριζε ὅτι κάποιος ἦταν μέσα στὴν Ἐκκλησία. Τὴν παρατηροῦσα συνεχῶς ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη. Ἐκείνη, ἀφοῦ προσκύνησε τὶς εἰκόνες, γονάτισε στὸ μέσον τῆς Ἐκκλησίας, ὕψωσε τὰ χέρια της καὶ ἔλεγε ἀπὸ τὴν καρδιά της αὐτὰ τὰ λόγια: — Κύριε, μὴ μὲ ἐγκαταλείπης! Κύριε, μὴ μὲ ἐγκαταλείπης! Εἶδα τότε ἕνα λαμπρὸ κίτρινο φῶς γύρω της καὶ τρόμαξα! Ἡ γυναίκα ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπο στὴ γῆ καὶ προσευχόταν σιωπηλά. Ἡ φωτεινὴ νεφέλη ποὺ τὴν περιέλουζε, μεγάλωσε περισσότερο καὶ μετὰ σιγά-σιγὰ ἐξαφανίστηκε. Ἀφοῦ ἔσβησε τὸ Θεῖο φῶς,σηκώθηκε στὰ πόδια της καὶ βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.

Ἦταν μία ἁπλὴ γυναίκα ἀπὸ τὰ γειτονικὰ χωριά μας. Ἰδοὺ λοιπόν, ποιός ἔχει τὸ δῶρο τῆς προσευχῆς! Νὰ ποὺ οἱ λαϊκοὶ ξεπερνοῦν καμμιὰ φορὰ τοὺς Μοναχούς! Ἐγὼ ἔκανα μετὰ προσκομιδὴ καὶ ἀπὸ τὴν μεγάλη μου συγκίνηση ἄρχισα νὰ κλαίω καὶ ἔτρεμα μὲ τὰ χαρτιὰ μνημονεύσεως στὸ χέρι. Μόνον ὁ Θεὸς γνωρίζει πόσοι ὑπάρχουν ἐκλεκτοὶ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο!.

Μοναχοῦ Σεραφείμ, «Χαρίσματα καὶ Χαρισματοῦχοι»

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026


Ἡ οὐσία καὶ ὁ χαρακτήρας
Ἐπειδή ἔτυχε νά εἶμαι ζωγράφος καί πολυτεχνίτης, δηλαδή νά ἐκφράζομαι μέ ἁπτά καί θετικά μέσα, μπόρεσα νά ἰδῶ πιό καθαρά ποιά εἶνε ἡ οὐσία, ὁ χαρακτήρ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό τή μορφή της, ἀπό τά ἁπτά μέσα τῆς ἐκφράσεως πού μεταχειρίζεται. Οἱ εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας, τῶν Ἀγγέλων καί τῶν ἁγίων, εἶδα (ἀφοῦ γνώρισα καλά καί δούλεψα μέ ἐπιτυχία στήν κοσμική τέχνη) ὅτι δέν εἶνε κάποια αὐθαίρετα κατασκευάσματα ἀνθρωπίνης ἐφευρέσεως (ἐμπνεύσεως, φαντασίας καί ταλέντου, ὅπως λένε) πού δείχνουν τήν ὑποκειμενικήν ἀντίληψιν πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος γιά τά πρόσωπα τῆς θρησκείας, ὅπως εἶνε τά ἔργα τῆς Ἀναγεννήσεως καί τά ἄλλα τῶν δυτικῶν λαῶν, ρεαλιστικά, ἀναπαραστατικά (κινηματογραφικά), ἀλλά εἶνε ἔργα πνευματικά, ἐκφράζοντα τήν ἀναλλοίωτον πνευματικήν οὐσίαν τῶν ἱερῶν προσώπων ἀντικειμενικῶς (λαμβανομένου τοῦ «ἀντικειμενικῶς» στήν περιοχή τόν πνεύματος), ἤτοι ἔργα ἐκφραστικά τῆς εὐλαβείας τῶν πιστῶν, τά ὁποῖα ἔγιναν μέ θείαν ἐπιφοίτησιν, καί ὄχι κατά τήν ἀνθρωπίνην φαντασίαν ἡ ὁποία ποικίλλει κατά τό ἄτομον.
Γι' αὐτό, καί ὅσοι ἁγιογράφοι ἔβαλαν τ' ὄνομά τους εἰς τά ἔργα τους, ἔγραψαν «διά χειρός τοῦ ἁμαρτωλοῦ τάδε», φανερώνοντας μ' αὐτό ὅτι δέν εἶνε ἔργον ἰδικόν τους, ἀλλά ὅτι ἔγινε ἀπό θείαν ἐπισκίασιν καί φώτισιν, ὁ δέ ζωγράφος ἔδωσε μόνον ταπεινῶς καί ὑπευθύνως τό χέρι του, ὡς ὄργανον ἁπλοῦν διά νά ζωγραφισθοῦνε αὐτά τά ἀκηλίδωτα ἀρχέτυπα. Γι' αὐτό ὑπάρχουνε στήν Ὀρθοδοξία καί εἰκόνες «ἀχειροποίητοι». Ἄλλως τε καί οἱ ἴδιοι οἱ Δυτικοί, χωρίς νά τό λένε, φαίνεται ὅτι ζωγραφίζουνε τές εἰκόνες τῶν ἐκκλησιῶν των ἁπλῶς πρός τέρψιν (ἔστω καί τήν λεγομένην πνευματικήν), χωρίς νά ἀποδίδουν θαυματουργὰς ἰδιότητας σ' αὐτά τά ἔργα πού εἶνε ζωγραφισμένα μέ κοσμικό πνεῦμα, ὅπως οἱ πίνακες τῆς ἱστορικῆς, λεγομένης ζωγραφικῆς καί μόνον τό θέμα τους ἁπλῶς εἶνε θρησκευτικό.
Καί πώς δέν περιμένουν θαύματα οἱ Δυτικοί ἀπό αὐτές τίς εἰκόνες, φαίνεται ἀπό τό ὅτι σ' ὅλες τίς πόλεις τῆς Ἰταλίας λ.χ. οἱ λεγόμενες εἰκόνες «Μiracolosae» εἶνε ὅλες παλιές βυζαντινές εἰκόνες, ἐνῶ θά γελάσουνε ἄν τούς πεῖς πώς εἶνε θαυματουργός καμμιά Παναγία τοῦ Ραφαέλλου ἤ τοῦ Ἀντρέα ντέλ Σάντο, ζωγραφισμένη ἀπό κάποια γυναίκα πού ποζάρισε, γιατί ὁ ζωγράφος ἔτσι φανταζότανε τήν Παναγία μέ τή σαρκική φαντασία του.
Τό ἴδιο ἔγινε καί στή μουσική (πρό πάντων σ' αὐτή), στά ἄμφια (μπελερίνες σάν φτερά τοῦ Μεφιστόφελε, κολλαρίνες σιδερωμένες, κομπολόγια, βελλάδες κλπ.), στή μορφή τῶν παπάδων (ξούρισμα, δηλαδή κοσμικότατη ἀπασχόληση, ἀφοῦ κι' ὁ φτωχός ἅγιος Φραγκίσκος πού εἶχε λίγα γένεια ἀχτένιστα ζωγραφίσθηκε ξουρισμένος σάν τόν Πάπα, αὐτός πού δέν ἔτρωγε κἄν καί ζοῦσε σάν ἀγρίμι, ξουριζότανε καθημερινῶς μέ ζιλέτ. Σέ τέτοια ἀνοησία φτάνει ὁ ἄνθρωπος καί δή ὅταν ἐπικαλεῖται διαρκῶς τή λογική, ὅπως οἱ Δυτικοί). 
Ἔτσι λοιπόν, ἀντί νά ἁγιασθεῖ ἡ ζωή τῶν Χριστιανῶν ἀπό τήν Ἐκκλησία στίς τέχνες, στά ἔθιμα κλπ., ἀντίθετα, ἡ Ἐκκλησία ἔγινε κοσμική, αἴθουσα παραστάσεων πρός τέρψιν. Στίς εἰκόνες ὁ Χριστός κι' οἱ ἅγιοι ἔγιναν κατ' εἰκόνα καί ὁμοίωσιν τῶν ἀνθρώπων, μέ γαλανά μάτια καί μέ ξανθά μαλλιά καί γένεια ἤ καί ξουρισμένοι, ἀκόμα καί μέ τά κοστούμια πού φορούσανε αὐτοί κι' οἱ γυναῖκες τους, ἀναλόγως τή φυλή τους. Κ' ἡ ὑμνωδία ἔγινε κι' αὐτή τραγούδι θεατρικό, ἐρωτικό, ὅπως δυστυχῶς πάει νά γίνει καί σ' ἐμᾶς, πού κατήντησε γιά μᾶς ἕνα τό «ψέλνω» μέ τό «τραγουδῶ». 

Φώτης Κόντογλου

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2026

 

Ἀπὸ τὰ νησιωτικὰ ἔθιμα

«Σῦρε, Μητέρα μ᾿, στὸ καλὸ καὶ στὴν καλὴν τὴν ὥρα,
κ᾿ ἐμένα νὰ μὲ καρτερῇς τὸ Σάββατο τὸ βράδυ·
ὅταν σημαίνουν οἱ ἐκκλησιὲς καὶ ψέλνουν οἱ παπάδες,
τότες καὶ σύ, Μαννούλα μου, νά ᾿χῃς χαρὲς μεγάλες.»

Οὕτω πως προανήγγειλε, κατὰ τὴν λαϊκὴν Μοῦσαν, τὴν ἰδίαν Ἀνάστασίν του ὁ Χριστός, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ Σταυροῦ πρὸς τὴν Παναγίαν Μητέρα του. Εἰς αὐτὴν οἱ Ἀπόστολοι εἶχον δείξει πρὸ ὀλίγου μακρόθεν τὸν Γολγοθᾶν, ὅπου ἐτελεῖτο τὸ φρικτὸν μυστήριον.

«Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ βουνί, μὲ κόκκινην παντέρα;
Ἐκεῖ σταυρῶσαν τὸ Χριστό, τὸν πάντων Βασιλέα».

Τί ἀλησμόνητοι ἐκεῖνοι οἱ χρόνοι! Ὅταν ἤμεθα παιδία, τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου, ἐτρέχαμεν ὅλοι εἰς τοὺς ἀγρούς, ἀπὸ τὴν ἑσπέραν τῆς Μεγάλης Τετάρτης, διὰ νὰ δρέψωμεν ἄνθη, κατακόκκινες παπαροῦνες, ὀλίγα ἴα καὶ κρίνους, κ᾿ ἐκλέπταμεν ἀπὸ τοὺς ἀκανθωτοὺς φράκτας τῶν κήπων τὰ πρῶτα μπουμπούκια τῶν ρόδων τοῦ Ἀπριλίου. Κατεσκευάζομεν καλάμινον Σταυρόν, τὸν ἀρματώναμεν, ἐξεκολλούσαμεν ἀπὸ τὸ Χτωήχι τὴν Σταύρωσιν, καὶ λίαν πρωὶ τῆς Πέμπτης ἐγυρίζαμεν εἰς τὰ σπίτια, κ᾿ ἐτραγῳδούσαμεν τὸ ἀνωτέρω ᾆσμα. Αἱ εὐσεβεῖς οἰκοκυράδες μᾶς ἐφόρτωναν «καλὲς χρονιές», καὶ μᾶς ἐφίλευαν, ζεστὰ ἀκόμη, τὰ μόλις βαφέντα κόκκινα αὐγά. Μὲ τὶς ὀλίγες πεντάρες ποὺ μᾶς ἔδιδαν πότε πότε, ἀγοράζαμεν σπίρτα, καψύλια, καὶ πυροκρόταλα, διὰ νὰ ἑορτάσωμεν ἐν κρότῳ τὴν Ἀνάστασιν.

Τί χαρές, τί συγκινήσεις ἦσαν ἐκεῖναι; Ὅταν ἀνέτελλεν ἡ Μεγάλη Παρασκευή, κορίτσια, γυναῖκες, παιδιά, μὲ κοφίνας καὶ φορτώματα ἀνθέων, ἔτρεχαν εἰς τὸν Ναόν, διὰ νὰ στολίσουν τὸν Ἐπιτάφιον. «Ἀνεδήσω γὰρ στέφανον ὕβρεως, ὁ τὴν γῆν ζωγραφήσας τοῖς ἄνθεσιν». Ὁ στέφανος μὲ τὸν ὁποῖον ἐστεφάνωσε τὸν Χριστὸν ἡ ἀκανθηφόρος Συναγωγή, ἔπρεπε νὰ ἐξαλειφθῇ, νὰ ταφῇ ὑπὸ βουνὰ ἀνθέων, τὰ ὁποῖα προσέφερε χαίρουσα καὶ φρίσσουσα ἡ γῆ, εἰς ἐκεῖνον ὅστις δι᾿ αὐτῶν τὴν ἐζωγράφησε. Καὶ τί θαῦμα χάριτος, κομψότητος, καλλονῆς ἦτον ὁ στολισμὸς ἐκεῖνος τοῦ ἱεροῦ Κουβουκλίου! Αὐτοφυὲς ὅπως τὰ ἄνθη τοῦ ἀγροῦ καὶ τὸ καλλιτεχνικὸν αἴσθημα τῶν γυναικῶν καὶ κορασίδων, ἁμιλλωμένων ποία νὰ ὑπερβῇ εἰς τὴν φιλοκαλίαν τὴν ἄλλην.

Τὸ ἀπομεσήμερον, ἀφοῦ ἐψάλησαν αἱ Ὧραι καὶ ὁ ἑσπερινός, καὶ ἀφοῦ ἠσπάσθησαν τὸν Ἐπιτάφιον, ἔπρεπεν ὅλα τὰ παιδία, μεγάλα καὶ μικρά, νὰ περάσουν τρεῖς φορὲς ἀποκάτω ἀπὸ τὸ ἱερὸν Κουβούκλιον. Καὶ ὅταν εἶχε νυκτώσει, ἂν καὶ ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου ὤφειλε νὰ ψαλῇ, κατὰ τὸ τοπικὸν ἔθιμον, πρὸς τὸ πρωί, μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ὁ Ναὸς ἔμενεν ἀνοικτός, καὶ κορίτσια ἀνέβγαλτα, κοπάδια - κοπάδια, ἤρχοντο, μετὰ τὴν ἀμφιλύκην, νὰ προσκυνήσουν τὸν Ἐπιτάφιον. Καὶ ὀλίγαι γυναῖκες, προνομιοῦχοι χῆραι καὶ γραῖαι, ἔμενον τὴν νύκτα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν διὰ νὰ «ξενυχτίσουν τὸν Χριστόν»! Ἦσαν αὗται αἱ νεώτεραι Μυροφόροι.

Τέλος, μεγάλη κλαγγὴ κωδώνων μᾶς ἐξύπνα, τὴν μίαν μετὰ τὰ μεσάνυκτα. Ὅλοι εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ἐψάλλετο ἡ Ἀκολουθία. Περὶ ὥραν τετάρτην, ἐγίνετο ἡ ἔξοδος τῆς ἱερᾶς λιτανείας. Οἱ κρότοι τῶν κωδώνων μᾶς προέπεμπον, ἡ σελήνη, φθίνουσα, μᾶς προϋπήντα ἐξ ἀνατολῶν, ὁ φλοῖσβος τῶν κυμάτων ἐχαιρέτιζε τὴν ἱερὰν πομπὴν ἀπὸ τοὺς αἰγιαλούς μας. Τὸ λαμπρὸν ὀρθογώνιον Κουβούκλιον, σελαγίζον ἀπὸ σειρὰν λαμπάδων, πάμφωτον, ἐκρατεῖτο ἀπὸ ἓξ ρωμαλέους ναυτικούς, ὁ λαὸς ἠκολούθει λαμπαδηφορῶν, *** οἱ ἄνδρες, εἶτα αἱ γυναῖκες. Τὸ ἱερὸν Ἐπιτάφιον ὑφίστατο ἐνίοτε κυματοειδεῖς λικνισμούς, ὡς μυστηριῶδες πλοῖον, τὸ ὁποῖον «σκαμπανεβάζει» εἰς τὰς ἀνωφερείας καὶ κατωφερείας τοῦ δρόμου, καὶ ἦτο μακρόθεν ἔκλαμπρον θέαμα. Εἰς ὅλα τὰ παράθυρα καὶ τὰς πεζούλας τῶν οἰκιῶν, πήλινα θυμιατήρια καί τινες μεγάλαι κεραμίδες ἐκάπνιζον, διαχέοντα εὐωδίαν. Ἀπὸ ἡμίκλειστα παράθυρα, καί τινας ἐξώστας, γυναῖκες μαυροφοροῦσαι, λυσίκομοι - ὤ! δὲν ἔλειπον καὶ αὐτὰ - προέκυπτον μεγαλοφώνως θρηνῳδοῦσαι. Εἶχον θάψει προσφάτως γονεῖς, συζύγους, ἢ τέκνα, κ᾿ ἐλάμβανον τὸ θάρρος νὰ ἐκφράσωσι πρὸς τὸν Χριστὸν καὶ πρὸς τὸν κόσμον, δημοσίᾳ, τὸν πόνον των!...

Τέλος, ἐπεστρέφομεν εἰς τὸν ναόν. Τώρα κατὰ τὰ νησιωτικά μας ἔθιμα, ἔμελλε νὰ διαδραματισθῇ μεγάλη ἐπικὴ σκηνὴ - ἡ διαρπαγὴ τῶν λαμπάδων. Αἱ λαμπάδες, αἱ ἀνημμέναι ἐπὶ τοῦ Ἐπιταφίου, εἶναι ἐξόχως θαυματουργοὶ καὶ μάλιστα ἐν ὥρᾳ τρικυμίας, εἰς τὴν θάλασσαν. Ὅθεν οἱ ναυτικοί, ὅσοι τυχὸν ἐπεδήμουν εἰς τὸ χωρίον, ἐφιλοτιμοῦντο νὰ τὰς ἁρπάσωσιν ὅλας, ζηλοτύπως δὲ ἀπηγόρευον εἰς γεωργοὺς ἢ χειρώνακτας νὰ τολμήσουν νὰ βάλωσι χεῖρα. Πρὶν τὸ Κουβούκλιον φθάσῃ εἰς τὴν θύραν τοῦ ναοῦ, καὶ πρὶν ἐκφωνηθῇ τὸ «Ἄρατε πύλας» ἐκ τρίτου, οἱ βαστάζοντες ὕψωνον τὸ ἱερὸν κενοτάφιον ὑψηλὰ ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς ἕως ὅπου ἔφθανον οἱ βραχίονές των, ἐτεντώνοντο πατῶντες ἐπ᾿ ἄκρων ὀνύχων· διότι μερικοὶ τολμητίαι ἐκ δεξιῶν καὶ ἀριστερῶν, ἐπεχείρουν ν᾿ ἁρπάσωσι τὰς λαμπάδας πρὸ τῆς ὥρας. Τέλος ὑψιτενὲς τὸ Ἐπιτάφιον εἰσήρχετο εἰς τὸν ναόν, ἐνῷ τὰ τουφέκια τῶν πολιτοφυλάκων ὑψωμένα ἐπροσπάθουν νὰ ἐμποδίσωσι τὰς ἀνατεινομένας χεῖρας. Ἐκεῖ ἄλλοι ἐπάτουν ἐπάνω εἰς τὸ παγκάρι, ἄλλοι ἐκαβαλίκευαν ὑψηλὰ εἰς τὰς κορυφὰς τῶν στασιδίων, καὶ ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ ἐγίνετο ἡ διαρπαγὴ τῶν λαμπάδων. Καὶ ὅπως εἰς ὅλα τὰ πράγματα, ἡ ἀνισότης ἐπεκράτει κ᾿ ἐδῶ. Ἄλλος ἔπαιρνε δύο ἢ τρεῖς, ἄλλος μίαν, καὶ ἄλλος καμμίαν.

Εἶτα, ἀφοῦ ἀνέτελλε τὸ Μέγα Σάββατον, ἐψάλλετο τὸ «Ἀνάστα ὁ Θεὸς» κ᾿ ἐγέμιζεν ὁ ναὸς ἀπὸ πέταλα ἀνθέων, ὅλη ἡ ἡμέρα, ὅπου πρέπει νὰ «σιγᾷ πᾶσα σάρξ», ἀφιερώνετο εἰς τὰς ἑτοιμασίας τοῦ Πάσχα. Βελάσματα ἀρνίων, κοπαδίων, κωδωνισμοί, σοῦβλες, σφάγια, Ἀνάστασις...

(1905)

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026



Ἡ κεντρική λέξη τοῦ χριστιανισμοῦ: «Μετάνοια»
Ἔχω τὴν αἴσθηση ὅτι εἴμαστε σὲ μιὰ φάση κάμψεως. Δὲν τίθεται θέμα. Δὲν θὰ ἔλεγα παρακμῆς, ἀλλά κάμψεως. Ξέρω ὅτι πολλές φορές ἴσως παρουσιάζεται πολύ πιό ἔντονη αὐτή ἡ φάση τῆς παρακμῆς. Ἀλλά, νομίζω ὅτι ἐκεῖνο τό ὁποῖο πρέπει νά μᾶς ἀπασχολήσει δέν εἶναι ὅτι εἴμαστε ἄρρωστοι, ἀλλά ποιά εἶναι ἡ θεραπεία. Ὅλοι περνάμε κάποια ἀρρώστια. Τό θέμα εἶναι σωστά νά τήν προσδιορίσουμε, νά γίνει ἡ σωστή διάγνωση καί ὅταν ἔχουμε καρκίνο, νά μήν παίρνουμε φάρμακα γιά τή γρίπη. Ὅταν εἶναι κάτι πολύ σοβαρό, θά πάρουμε τά ἀνάλογα φάρμακα. Καί νομίζω αὐτό τό ὁποῖο, τό βλέπω ὅτι ἔχει λείψει ἐδῶ, εἶναι ἡ σοβαρή αὐτοκριτική. Ἡ ἴδια ἡ λέξη χρησιμοποιεῖται πολλές φορές ὡς ἐπίθεση ἐναντίον τῶν ἄλλων.
«Κάποιοι ἄλλοι πρέπει νά κάνουν αὐτοκριτική, ἄς ποῦμε οἱ πολιτικοί, οἱ οἰκονομικοί παράγοντες». Προφανῶς πρέπει νά κάνουν αὐτοί. Ἀλλά, ὅλος ὁ λαός πρέπει νά κάνει αὐτοκριτική. Καί αὐτός εἶναι ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας, νά τόν βοηθήσει νά κάνει αὐτή τήν αὐτοκριτική. Δηλαδή, φταίει πάντα κάποιος ξένος, τόν ὀνομάζουμε ἔτσι ἤ ἀλλιῶς, μπορεῖ νά εἶναι Γερμανός, μπορεῖ νά εἶναι Ἀμερικανός, μπορεῖ νά εἶναι Τοῦρκος. Μά, ἐπιτέλους, φταῖμε ἐμεῖς. Αὐτή τήν αὐτοκριτική ἔχω τήν ἐντύπωση ὅτι δέν τήν ἔχουμε κάνει. Καί δέν εἶναι εὔκολo νά τήν κάνουμε. Δηλαδή λέμε «διαφθορά». Ἡ διαφθορά πῶς ὀνομάζεται; Εἶναι μιά πλανωμένη, πῶς νά τήν πῶ; Σάν ἕνα φάντασμα, σάν ἕνα σύννεφο. Ἔχει ὀνόματα ἡ διαφθορά. Σημαίνει ψέμα, σημαίνει πλεονεξία, σημαίνει ἐγωκεντρισμός. Αὐτά τά πράγματα εἶναι μόνο στούς πολιτικούς καί στούς οἰκονομικούς παράγοντες; Καί στά μέσα ἐνημερώσεως; Δέν εἶναι στά περισσότερα σπίτια; Δηλαδή τό «σπόρ» πού λέγεται «φοροδιαφυγή» εἶναι γιά ὁρισμένους μόνο; Ὅλη αὐτή ἡ εὐκολία μέ τήν ὁποία δηλώνουμε ὅτι ὁ πατέρας μας πρέπει νά πάρει σύνταξη καί ὁ πατέρας μας ἔχει πεθάνει, δέν εἶναι παρακμή; Θέλω νά πῶ ὅτι πρέπει νά μάθουμε νά βλέπουμε τήν πραγματικότητα ὅπως εἶναι. Καί ὑπάρχει μία ἄλλη λέξη πού εἶναι ἐπίσης ἐντελῶς ἐκκλησιαστική καί δέν ἠχεῖ πολύ καλά, ἀλλά εἶναι ἡ κεντρική λέξη τοῦ χριστιανισμοῦ: «Μετάνοια». Ἄν δέν ἀποφασίσουμε πραγματικά νά διορθώσουμε αὐτό τό ὁποῖο γίνεται, πῶς θά ὑπάρξει ἡ ἀλλαγή; Πῶς θά πάρουμε τή θέση πού ἔχουμε μέσα στήν Εὐρώπη καί στόν παγκόσμιο χῶρο;
Καί ἀπό αὐτῆς τῆς πλευρᾶς, ἐπαναλαμβάνω καί πάλι, μή φανταστεῖτε ὅτι ἐγώ μιλῶ γιά τήν αὐτοκριτική τῶν ἄλλων, μιλῶ γιά τήν αὐτοκριτική τή δική μας, τῶν θρησκευτικῶν λεγομένων, τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀνθρώπων. Ἐπιμένω τόν τελευταῖο καιρό καί ἔχω καταντήσει λίγο σάν ἐκείνους πού ἀποστηθίζουν τούς στίχους, νά ἐπαναλαμβάνω αὐτόν τόν στίχο πού εἶναι στήν Παλαιά Διαθήκη, στίς Παροιμίες. «Ἀληθεύειν καί ποιεῖν δίκαια», παρότι εἶναι μιά μετάφραση 22 αἰῶνες πρίν, ὅλες αὐτές οἱ λέξεις εἶναι πολύ σαφεῖς καί στή σημερινή πραγματικότητα «ἀληθεύειν καί ποιεῖν δίκαια ἀρεστά τῶ Θεῶ μᾶλλον ἤ θυσιῶν αἷμα»: «Τό νά εἶναι κανείς ἀληθινός καί δίκαιος, αὐτό ἀρέσει στόν Θεό πολύ περισσότερο ἀπό τά αἵματα τῶν θυσιῶν».
Θά ἔλεγα, μεταφράζοντας στή σημερινή πραγματικότητα, ἀπό τίς πολλές μετάνοιες, ἀπό τά πολλά κεριά, ἀπό τίς πολλές ἄλλες ἐξωτερικές ἐκφράσεις θρησκευτικότητας. Ἄν δέν καλλιεργήσουμε αὐτό τό πνεῦμα τῆς ἀλήθειας πού δέν εἶναι εὔκολο, καί τῆς Δικαιοσύνης πού δέν εἶναι εὔκολο, δέν ἔχουμε τή δυνατότητα νά βοηθήσουμε τόν λαό σέ μιά ἀληθινή ὀρθόδοξη πνευματικότητα. Καί αὐτό νομίζω πρέπει νά τό κάνουμε. Ἐγώ τουλάχιστον στήν Ἀλβανία αὐτό τονίζω στούς ὀρθόδοξους. Τό νά εἶσαι ὀρθόδοξος, δέν σημαίνει ἁπλῶς ὅτι κάνεις τόν σταυρό σου ἔτσι, ἐνῶ οἱ ἄλλοι τόν κάνουν ἀλλιῶς ἤ ἄλλοι δέν τόν κάνουν καθόλου, ἀλλά εἶναι ὅτι μέ τή ζωή σου προσπαθεῖς νά εἶσαι ἄνθρωπος τῆς ἀλήθειας, ἄνθρωπος τῆς δικαιοσύνης. Αὐτό φέρνει τήν ἀλλαγή. Καί δόξα τῶ Θεῶ ὑπάρχουν πάρα πολλοί ἄνθρωποι ἐδῶ πού ζοῦν αὐτό τό πράγμα. Δέν εἶναι οἱ ἐπώνυμοι, αὐτοί πού παρουσιάζονται, εἶναι οἱ ἁπλοί ἄνθρωποι πολλοί, οἱ ὁποῖοι ἀκτινοβολοῦν αὐτή τήν πραγματικότητα μέ ἀθόρυβο τρόπο ἀλλά πολύ οὐσιαστικό. Λοιπόν, ἐγώ δέν ἀνησυχῶ, δέν ξέρω, ἔχω μιά αἰσιοδοξία γιά τό μέλλον, ἀλλά τήν θέτω ὑπό τίς προϋποθέσεις αὐτές, ὅτι θά γίνουμε πραγματικά ὀρθόδοξοι δηλαδή.
Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026


Σβήσαμε τὴν ἀπὸ μέσα φωτιὰ ποὺ μᾶς ζέσταινε
Ζαλίζεται κανένας κι ἀπελπίζεται, βλέποντας σὲ ποιὸν καιρὸν ζοῦμε. Σ᾿ ἕναν καιρὸ ὁλότελα παλαβὸν καὶ σκοτισμένον ποὺ ἡ τρέλλα κι ἡ ἀνοησία ἔχουνε κυριαρχήσει ἐπάνω σ᾿ ὅλον τὸν κόσμο...
Κάθουμαι καὶ συλλογίζουμαι κι ἀπορῶ πῶς οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι ἔχουνε τὴν ἰδέα πὼς πηγαίνουνε μπροστά, πὼς προοδεύουνε σὲ ὅλα, ἐνῶ στ᾿ ἀλήθεια πηγαίνουνε ὅλο καὶ πίσω, κατεβαίνουνε ὅλο καὶ παρακάτω;...
Ἀπ᾿ ὅλα λείπει κάποια οὐσία, κάποια νοστιμάδα, ποὺ εἴχανε ἄλλη φορά, λείπει ἡ θέρμη τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀγάπης, γιατὶ ἅπλωσε ἡ ψύχρα τοῦ θανάτου, ἡ ἀπιστία στὸν Θεὸ κι ἡ πίστη στὴ μηχανή.
Ἡ μηχανὴ στόμωσε τὰ αἰσθήματά μας καὶ σφάλισε μέσα μας τὴν πηγὴ ποὺ ἀνάβρυζε κάθε ἀληθινὴ πνευματικὴ χαρά. Σκότωσε τὴν ἁπλότητα. Ἡ μηχανὴ εἶναι ψυχρὴ γιατὶ εἶναι γέννημα τοῦ μυαλοῦ, γέννημα τῆς «ψυχρῆς λογικῆς». Πῶς νὰ μὴν παγώση ὁ μέσα μας ἄνθρωπος καθισμένος ἐπάνω στὸν Βόρειο Πόλο τοῦ μυαλοῦ; Θυσιάσαμε τὰ πρωτοτόκια γιὰ νὰ φᾶμε τὴ φακή. Χαλάσαμε τὸν μέσα μας ἄνθρωπο γιὰ νὰ βολέψουμε μόνο τὸν ἀπ᾿ ἔξω ἄνθρωπο. Σβήσαμε τὴν ἀπὸ μέσα φωτιὰ ποὺ μᾶς ζέσταινε, γιὰ νὰ ἀνάψουμε ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι μας μιὰ φωτιὰ ψυχρή, ποὺ δὲ ζεσταίνει, καὶ θαρροῦμε πὼς θὰ ζεσταθοῦμε κυττάζοντας τὴν ψεύτικη φεγγοβολή της. Πιστέψαμε πὼς ἔτσι θὰ βροῦμε τὴν ἄκρη τῶν δεινῶν μας καὶ πάσα εὐτυχία, κι ἀντὶς αὐτό, περιπλεχθήκαμε σὲ μεγάλες ἀγωνίες καὶ σὲ βάσανα καινούργια ποὺ δὲν τὰ ξέραμε πρωτύτερα. Ἀλλὰ μία φορὰ ποὺ πήραμε αὐτὸν τὸν δρόμο, τραβᾶμε τὸν κατήφορο ὅλο με περισσότερη φόρα, ἂν καὶ βλέπουμε πὼς ὁ δρόμος ποὺ περπατᾶμε εἶναι ἔρημος καὶ κρύος. Γυρεύουμε νὰ βροῦμε ξεκούραση τρέχοντας ἀπάνω σὲ τριβόλους, ὀνειρευόμαστε περιβόλια στὴ Σαχαλίνα ποὺ δὲν φυτρώνει τίποτα...
Αὐτὴ λοιπὸν ἡ κρυάδα σκεπάζει σήμερα ὅσα κάνει ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ χέρια του, μὲ τὸ μυαλό του καὶ μὲ τὴν καρδιά του. Κύτταξε τὰ σπίτια του, τ᾿ ἁμάξια του, τ᾿ ἅρματά του, τὰ ροῦχα του, τὰ καράβια του, τὰ μαγαζιά του, τὰ βιβλία του, ὅλα ὅ,τι κάνει. Ἂν ὑπάρχει ἀκόμα πουθενὰ λιγοστὴ πνοή, λιγοστὴ ζεστασιά, αὐτὴ βγαίνει ἀπ᾿ ὅ,τι βαστᾶ ἀπ᾿ τὰ περασμένα, εἴτε στὸ χτίριο, εἴτε στὸ καράβι, εἴτε στὴ ζωγραφική, εἴτε στὸ βιβλίο, ἀπ᾿ ὅ,τι γεννήθηκε τότε ποὺ ἤτανε πιὸ ἁπλὸς καὶ πιὸ ἀληθινός.
Γιατὶ, ὅπως τὸ κάθε πράγμα, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄνθρωπος ὅσο στέκεται μέσα στὰ φυσικὰ σύνορά του. «Μὰ ποιὰ εἶναι αὐτὰ τὰ φυσικὰ σύνορά του;» ρωτᾶνε πολλοί. «Μήπως δὲν βρίσκεται μέσα στὰ σύνορά του κάνοντας ὅ,τι μπορεῖ νὰ κάνει κι ὅ,τι θέλει νὰ κάνει;» Κατὰ τὴ δική μου τὴν ἁπλὴ γνώμη δὲν βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος μέσα στὰ σύνορά του κάνοντας ὅ,τι μπορεῖ καὶ ὅ,τι θέλει. Εἶναι σὰν τὸ μωρὸ παιδί, ποὺ σὰν τ᾿ ἀφήσεις νὰ κάνει ὅ,τι θέλει, γρήγορα θὰ γκρεμισθεῖ καὶ θὰ σκοτωθεῖ. Ὁ ἐγωϊσμὸς καὶ ἡ περηφάνεια θὰ τὸν σπρώξει σ᾿ ἕνα δρόμο ποὺ δὲν εἶναι γιὰ τὰ πόδια του. Γι᾿ αὐτὸ κι ὁ Θεὸς τοῦ ἔβαλε σύνορο, γιὰ νὰ μὴν πάγει στὴν καταστροφή του. Τοῦ 'δωσε νόμο πού, σύμφωνα μ᾿ αὐτόν, χρωστᾶ νὰ πορεύεται. «Ἂν ἀκούσετε αὐτὰ ποὺ λέγω, εἶπε, τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς θὰ φᾶτε. Μὰ ἂν δὲν μ᾿ ἀκούσετε, θὰ σᾶς φάγει ἡ μάχαιρα (ὁ θάνατος)». Νά, γύρισε καὶ κύτταξε, τί γίνεται σήμερα; Ὁ ἄνθρωπος ποτὲ δὲν εἶχε στολίσει μὲ τόσα ψεύτικα στολίδια «τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος». Γέμισε τὸν κόσμο ἀπὸ μηχανές, δοῦλες τάχα ποὺ ὑπηρετᾶνε τὸν ἀφέντη τους. Μὰ ποτὲ δὲν ἤτανε ὁ ἄνθρωπος τόσο δυστυχισμένος, τόσο φοβισμένος, τόσο ἀπροστάτευτος, τόσο σαστισμένος, τόσο φτωχὸς σὲ ἀληθινὰ πλούτη!

Φώτης Κόντογλου

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026


Ἡ Θεοσκέπαστη
Ἄξαφνα ψίθυρος σιγανότατος, ψαλμωδία κατανυκτική, φωνὴ ἱκέτις, μπερδεύοντας μὲ τὴ φωνὴ τῆς ἐρημίας καὶ τῆς θαλάσσης, ἔφτασε στ᾿ αὐτιά μας. Χείλη γυναικεία ἔψελναν ὕμνους χριστιανικούς. Κάτω ἀπ᾿ τὰ ἐρείπια τοῦ κάστρου τῶν Φράγκων, ἡ ταπεινὴ μελωδία τῆς Ὀρθοδοξίας, βεβαίωση τῆς συνέχειας, τί συγκίνηση ποὺ ἦταν!
Σὰν νὰ μᾶς ἔσεισε ἀγέρας βίαιος. Κάμαμε ἀκόμα λίγα βήματα. Καὶ τότε πρόβαλε μπρὸς στὰ μάτια μας, ὅραμα θαμπωτικό, ἀλησμόνητο γιὰ πάντα, ἄσπρο, πάλλευκο: ἡ «Θεοσκέπαστη». Πάνω ἀπ᾿ τὰ κρεμαστὰ νερά, στὸν ἄγριο βράχο, πάνω ἀπ᾿ τὸ ἡφαίστειο.
Οἱ ὕμνοι τώρα ἔρχονται πιὸ καθαροί. Προχωρήσαμε, μπήκαμε στὴ Θεοσκέπαστη. Κατακάθαρο, γυμνό, κατάγυμνο ἦταν τὸ ξωκκλήσι, καθὼς ὅλα τὰ ξωκκλήσια τῶν Ἑλλήνων. Μονάχα ἕνα ξυλόγλυπτο, παλιό, παμπάλαιο τέμπλο. Καὶ μπρὸς στὸ Ἱερό, κάτω ἀπ᾿ τὸ φαγωμένο τέμπλο, γονατισμένες πάνω στὶς πλάκες, μὲ σκυφτὸ κεφάλι, ἀποτραβηγμένες στὴ δέησή τους, μονάχες μὲ τὸν ἑαυτό τους καὶ μὲ τὸ Θεό, ξιπόλυτες, οἱ μαυροφορεμένες γυναῖκες, ποὺ εἴχαμε δεῖ ἀπὸ μακριά, ἔψελναν. Ἡ μιὰ διάβαζε τὰ τροπάρια ἀπ᾿ τὴ Σύνοψη, οἱ ἄλλες, οἱ ἀγράμματες, μουρμούριζαν μαζί της. Εἶχαν ἀνάψει τὰ καντήλια, ἔξω ἦταν τὸ πέλαγο, τὰ «συστήματα τῶν ὑδάτων» ὅλα ἦταν κατάνυξη κ᾿ ἐρημιά. Οἱ γυναῖκες λέγαν τὴν Ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Παρακλητικοῦ Κανόνος:
«Προστασίαν καὶ σκέπην ζωῆς ἐμῆς τίθημί σε, Θεογεννῆτορ Πάρθενε, σὺ μὲ κυβέρνησον πρὸς τὸν λιμένα σου». «Διάσωσον ἀπὸ κινδύνων τοὺς δούλους σου, Θεοτόκε, ὅτι πάντες μετὰ Θεὸν εἰς σὲ καταφεύγομεν».
Ἄκουσαν τὰ βήματά μας, μὰ ἦταν σὰ νὰ μὴν εἴμαστε, μήτε κἂν γύρισαν πρὸς τὰ ἐμᾶς. Ἔτσι πάντα: σκυφτές, γονατισμένες, πνιγμένες στὰ μαῦρα, ἱκέτιδες.
Μᾶς συνεπῆρε κ᾿ ἐμᾶς τὸ μυστήριο, ἡ κατάνυξη, γινήκαμε σὲ λίγο μαζί τους ἕνα, προσευχηθήκαμε κ᾿ ἐμεῖς γιὰ ὅ,τι ἀγαποῦμε καὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους.
Σὰν τέλειωσε ἡ παράκληση κ᾿ οἱ γυναῖκες σηκωθῆκαν ἀπ᾿ τὶς πλάκες, ὠχρές, γαλήνη ἦταν στὸ πρόσωπό τους πολλή. Μᾶς τριγυρίσανε, εἶπαν τὰ δικά τους, εἴπαμε τὰ δικά μας. Ἡ μιὰ εἶχε παιδὶ σκοτωμένο στὸν πόλεμο, ἡ ἄλλη ἔχει γιὸ στὸ στρατό, ἡ ἄλλη ἔχει γιὸ ποὺ ταξιδεύει στὴ θάλασσα. Κάθε χρονιὰ ἔχουνε τάμα νὰ πάρουν βόλτα ὅλο τὸ νησί, μὲ τὰ πόδια, ν᾿ ἀνάψουν τὰ καντήλια στὰ ξωκκλήσια. Ἔτσι ξεκινήσανε καὶ φέτος. Μὲ τὰ χαράματα πέσαν στὸ δρόμο ἀπ᾿ τὸν Πύργο, ξιπόλυτες, κ᾿ ἡ σκόνη σκέπαζε τὰ σκληρά, τυραγνισμένα πόδια τους. Τώρα, ὕστερα ἀπ᾿ τὴ χάρη της, μετὰ τὴ Θεοσκέπαστη, θ᾿ ἀνηφορίζαν γιὰ τ᾿ ἄλλα τὰ ξωκκλήσια, κατὰ τὰ δυτικά.
Βγάλανε ἀπ᾿ τὸ μπογαλάκι τους τὸ γιόμα τους, ψωμὶ σταρένιο, τὶς μικροσκοπικὲς ντομάτες τῆς Σαντορίνης, ψαράκια τῆς τράτας τηγανητά. «Ἤντλησαν» νερὸ ἀπ᾿ τὴ μικρὴ στέρνα, νερὸ βρόχινο, μᾶς φιλέψαν νερὸ καὶ ψωμί. Δὲ θέλαμε νὰ τοὺς τὸ στερήσουμε ποὺ τὸ εἶχαν λιγοστὸ - τὸ ψωμὶ καὶ τὸ νερό. Μὰ ἐπιμένανε νὰ τὸ πάρουμε κοιτάζοντάς μας παρακαλεστικὰ μὲς στὰ μάτια, σὰν νὰ τὸ γυρεῦαν γιὰ χάρη.
«Τώρα μᾶς ἕνωσε ἡ Θεοσκέπαστη», εἶπαν.

Ἠλίας Βενέζης

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

 


Νὰ λέγη ἐμεῖς

Ἡ πατρίδα τοῦ κάθε ἀνθρώπου καὶ ἡ θρησκεία εἶναι τὸ πᾶν καὶ πρέπει νὰ θυσιάζη καὶ πατριωτισμὸν καὶ νὰ ζῆ αὐτὸς καὶ οἱ συγγενεῖς του ὡς τίμιοι ἄνθρωποι εἰς τὴν κοινωνία. Καὶ τότε λέγονται ἔθνη, ὅταν εἶναι στολισμένα μὲ πατριωτικὰ αἰστήματα, τὸ ἀναντίον λέγονται παλιόψαθες τῶν ἐθνῶν καὶ βάρος γῆς. Καὶ διὰ τοῦτο ὡς πατρίδα γενικὴ τοῦ κάθε ἑνοῦ καὶ ἔργο τῶν ἀγώνων τοῦ μικρότερου καὶ ἀδύνατου πολίτη, ἔχει κι᾿ αὐτὸς τὰ συμφέροντά του εἰς αὐτείνη τὴν πατρίδα, εἰς αὐτείνη τὴν θρησκεία.

Δὲν πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ βαρύνεται καὶ νὰ ἀμελῆ αὐτά, καὶ ὁ προκομμένος πρέπει νὰ φωνάζη ὡς προκομμένον ἀλήθεια, τὸ ἴδιον καὶ ὁ ἁπλός. Ὅτι κρικέλλα δὲν ἔχει ἡ γῆς νὰ τὴν πάρη κανεὶς εἰς τὴν πλάτη του, οὔτε ὁ δυνατός, οὔτε ὁ ἀδύνατος, καὶ ὅταν εἶναι ὁ καθεὶς ἀδύνατος εἰς ἕνα πράμα καὶ μόνος του δὲν μπορεῖ νὰ πάρη τὸ βάρος καὶ παίρνει καὶ τοὺς ἄλλους καὶ βοηθοῦν, τότε νὰ μὴν φαντάζεται νὰ λέγη ὁ αἴτιος ἐγώ, νὰ λέγη ἐμεῖς.

Στρατηγὸς Μακρυγιάννης

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026



Ἔτσι δὲν εἶναι;
Τὸ κυριότερο εἶναι νὰ μὴ λέτε ψέματα στὸν ἑαυτό σας.
Αὐτὸς ποὺ λέει ψέματα στὸν ἑαυτό του καὶ πιστεύει στὸ ἴδιο του τὸ ψέμα, φτάνει στὸ σημεῖο νὰ μὴ βλέπει καμιὰ ἀλήθεια οὔτε μέσα του, οὔτε καὶ στοὺς ἄλλους.
Κι ἔτσι, χάνει κάθε ἐκτίμηση γιὰ τοὺς ἄλλους καὶ κάθε αὐτοεκτίμηση.
Μὴν ἐκτιμώντας κανέναν, παύει ν' ἀγαπάει. Καὶ μὴ ἔχοντας τὴν ἀγάπη, ἀρχίζει νὰ παρασέρνεται ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὴν ἀκολασία γιὰ νὰ ἀπασχοληθεῖ καὶ νὰ διασκεδάσει.
Ἔτσι φτάνει στὴν ἀπόλυτη κτηνωδία, καὶ ὅλα αὐτὰ ἐπειδὴ λέει συνεχῶς ψέματα στοὺς ἄλλους καὶ στὸν ἑαυτό του. Αὐτὸς ποὺ λέει ψέματα στὸν ἑαυτό του εἶναι αὐτὸς ποὺ προσβάλλεται πρῶτος.
Γιατί καμιὰ φορὰ εἶναι πολὺ εὐχάριστο νὰ νιώθει κανεὶς προσβλημένος. Ἔτσι δὲν εἶναι;
Κι ἂς ξέρει πὼς κανένας δὲν τὸν πρόσβαλε καὶ πὼς μονάχος του φαντάστηκε τὴν προσβολὴ καὶ εἶπε ψέματα ἀπὸ κοκεταρία, ὑπερέβαλε τὰ πράγματα γιὰ νὰ τὰ ἐξωραΐσει, ἁρπάχτηκε ἀπὸ μία λέξη φτιάχνοντας ἕνα ὁλάκερο βουνὸ ἀπὸ ἕναν κόκκο σινάπεως.
Τὰ ξέρει ὅλα αὐτὰ καὶ μόνος του, κι ὅμως προσβάλλεται, προσβάλλεται ὥσπου νὰ νιώσει εὐχαρίστηση, νὰ νιώσει μεγάλη ἀγαλλίαση, κι ἔτσι φτάνει στὸ σημεῖο νὰ καλλιεργεῖ μέσα του τὸ πραγματικὸ μίσος.
Φιοντὸρ Ντοστογιέφσκι
Ἀδελφοὶ Καραμαζὼφ

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

 


Δέν μᾶς ἐπιτρέπεται νά μελαγχολοῦμε

Κάποιος μοναχός τῆς Μονῆς τοῦ Σαρώφ κυριεύθηκε ἀπό μελαγχολία. Μιά φορά μάλιστα πού ἔνιωσε νά φθάνει στήν ἀπόγνωση, ζήτησε τήν συμπαράσταση ἑνός ἀδελφοῦ. Βγῆκαν καί οἱ δύο ἔξω ἀπό τήν Μονή μετά τόν Ἑσπερινό καί ἄρχισαν νά περιπατοῦν στόν κῆπο καί νά παρηγοροῦνται μέ τήν συζήτηση. Πλησίασαν στόν σταῦλο τῆς Μονῆς. Ἐκεῖ κοντά ἄρχιζε τό δρομάκι πού ὁδηγοῦσε στήν πηγή τοῦ Ὁσίου Σεραφείμ. Ὁ ἄρρωστος ἀδελφός θέλησε ν’ ἀλλάξει κατεύθυνση, γιά νά μήν συναντηθεῖ μέ τόν Στάρετς σ’ αὐτήν τήν ψυχική κατάσταση.

Πρίν ὅμως προφθάσουν ν’ ἀπομακρυνθοῦν, τόν βλέπουν νά ἔρχεται πρός τό μέρος τους. Οἱ δύο Μοναχοί ἔπεσαν μέ σεβασμό στά πόδια του. Ἐκεῖνος τούς εὐλόγησε καί τούς μίλησε μέ ἀσυνήθιστη καλωσύνη. Σάν στοργικός πατέρας! Κατόπιν ἄρχισε νά ψάλλει ἕνα τροπάριο τῆς ἐνάτης ὡδῆς τοῦ μικροῦ Παρακλητικοῦ κανόνος τῆς Θεοτόκου, πού ψάλλεται σέ κάθε θλίψη καί δοκιμασία:

«Χαρᾶς μου τὴν καρδίαν πλήρωσον, Παρθένε, ἡ τῆς χαρᾶς δεξαμένη τὸ πλήρωμα, τῆς ἁμαρτίας τὴν λύπην ἐξαφανίσασα.» Γέμισε μὲ χαρὰ τὴν καρδιά μου, Παρθένε, Ἐσὺ ποὺ δέχθηκες μέσα Σου τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ χαρὰ σὲ τέλειο βαθμό, κι ἔτσι ἐξαφάνισες τὴ λύπη ποὺ προκαλοῦσε ἡ ἁμαρτία.

Ὕστερα χτύπησε τό πόδι του στήν γῆ καί εἶπε:

-Δέν μᾶς ἐπιτρέπεται νά μελαγχολοῦμε. Ὁ Χριστός νίκησε τά πάντα! Ἀνάστησε τόν Ἀδάμ! Ἐλευθέρωσε τήν Εὔα! Θανάτωσε τόν θάνατο!

Ἡ ψυχική κατάστασις τοῦ Στάρετς μεταδόθηκε στήν ψυχή τῶν ἀδελφῶν. Ζωογονημένοι τώρα μέ τήν χαρά του, ἐπέστρεψαν στήν Μονή εἰρηνικοί!

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026



Ἡ Μεγάλη Παναγία καὶ οἱ Διαφωτιστὲς
Ἡ Μεγάλη Παναγία ἦταν μία ἀπὸ τὶς μεγαλοπρεπέστερες βυζαντινὲς ἐκκλησίες τῶν Ἀθηνῶν. Ἦταν ἡ ζωντανὴ ἱστορία δεκατεσσάρων αἰώνων ἀγάπης τῶν Ἑλλήνων πρὸς τὴν Θεοτόκο. Ὁ Ναὸς κατεστράφη μὲ ἐντολὴ τοῦ καθηγητοῦ Στεφάνου Κουμανούδη, τὸ 1885. Ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ θύματα τῶν διαφωτιστῶν τοῦ 19ου αιώνα. Μὲ φανατισμὸ ταλιμπὰν κατὰ κάθε βυζαντινοῦ μνημείου, μὲ ἕνα μίσος κατὰ τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ καὶ μὲ πρόσχημα τὴν ἀρχαιολογικὴ ἔρευνα τῆς προχριστιανικῆς Ἀθήνας κατέστρεψαν σ’ αὐτὴν εἴκοσι βυζαντινὲς καὶ μεταβυζαντινὲς ἐκκλησιὲς τῆς Παναγίας, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὴν πρώτη Ἐκκλησία της, τὴν Μεγάλη Παναγιά.
Στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰώνα ὁ Ἔπαρχος τοῦ Ἰλλυρικοῦ Ἐρκούλιος (408–412) γιὰ νὰ ἡσυχάσουν οἱ ἔριδες μεταξὺ χριστιανῶν καὶ παγανιστῶν στὴν Ἀθήνα, ὡς πρὸς τὸν τόπο τῆς λατρείας στὸ κέντρο τῆς πόλης, κατένειμε μεταξύ τους τὸν χῶρο τῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Ἀδριανοῦ. Στοὺς μὲν παγανιστὲς παραχώρησε τὰ κτίρια τῆς ἀνακαινισμένης Βιβλιοθήκης, στοὺς δὲ χριστιανοὺς τὴν ἐξωτερικὴ αὐλή, γιὰ νὰ κατασκευάσουν Ναό. Ἡ ἔξυπνη αὐτὴ κίνηση τοῦ Ἐρκούλιου ὁδήγησε στὴν εἰρηνικὴ συνύπαρξη στὸν ἴδιο χῶρο τῶν δύο ὁμάδων πολιτῶν.
Ἔτσι δημιουργήθηκε ὁ πρῶτος γνωστὸς χριστιανικὸς ναὸς τῆς Ἀθήνας, ἡ Μεγάλη Παναγιά. Ἦταν τετράκογχος ρυθμοῦ βασιλικῆς μαρμάρινος ναός. Ἱστορικοὶ ὑποστηριζουν ὅτι λόγω τοῦ μεγέθους του καὶ τῆς κεντρικῆς του θέσης ἦταν γιὰ αἰῶνες ὁ καθεδρικὸς ναὸς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ ἱστορία τοῦ Ναοῦ εἶναι μακρά, ἀπὸ τὸ 408 ἕως τὸ 1885 ὅταν ὁ Κουμανούδης τὸν ἐκθεμελίωσε. Τὸν 11ο αἰώνα πυρκαγιὰ κατέστρεψε μεγάλο μέρος τοῦ ἀρχαίου ναοῦ καὶ στὴ θέση του ἀνεγέρθηκε βυζαντινὸς ναός. Τὸ 1261 ἀνεγέρθηκε κωδωνοστάσιο, τὸ 1687 ὑπέστη ζημιές, κατὰ τὸν ἐνετο-τουρκικὸ πόλεμο, τὸ 1774 παραχωρήθηκε στὴ Μονὴ Παναχράντου τῆς Ἄνδρου. Στὴ δεκαετία τοῦ 1830 κατέστη ἐνοριακὸς ναός. Στὰ ἔτη 1853–1858 ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία προέβη σὲ ἐπισκευὲς τοῦ Ναοῦ. Τὸ 1880 ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μεσσηνίας Πανάρετος Κωνσταντινίδης περιέγραψε τὸν Ναό, ἔργο πολύτιμο, ἀφοῦ σὲ λίγα χρόνια τὸν γκρέμισαν...
Ὁ Χαρ. Μπούρας σὲ ἄρθρο του στὸ Δελτίο τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας σημειώνει σχετικά: «Τὸ 1885 κατεδαφίστηκε χάριν ἀρχαιολογικῶν ἀνασκαφῶν ἡ μερικῶς ἐρειπωμένη, γνωστὴ ὡς Μεγάλη Παναγιά, ἐκκλησία τῶν Ἀθηνῶν. Στὴν βραχύτατη ἔκθεσή του ὁ Στέφανος Κουμανούδης δὲν ἀπέκρυψε τὴν περιφρόνησή του γιὰ τὸ βυζαντινὸ μνημεῖο, τοῦ ὁποίου σεβάσθηκε μόνον ἕνα τμῆμα ἀπὸ τὴν παλαιοχριστιανική του φάση, τοὺς τρεῖς κίονες καὶ τὴν παραστάδα, ποὺ ὑψώνονται καὶ σήμερα στὸν χῶρο τῆς βιβλιοθήκης τοῦ Ἀδριανοῦ... Κατεδάφιση τοῦ ναοῦ καὶ ἀνασκαφὴ τοῦ πέριξ χώρου (χωρὶς καμία ἐπιστημονικὴ τεκμηρίωση γιὰ τὴν καταστροφή) ἐκ μέρους τοῦ Κουμανούδη... Ὁ Κουμανούδης δὲν ἄφησε πληροφορίες γιὰ τὰ μαρμάρινα δάπεδα, ποὺ ἀφήρεσε ἀπὸ διάφορα μέρη τοῦ Ναοῦ».
Καὶ συνεχίζει ὁ ἀείμνηστος καθηγητής: «Ἡ καλλιτεχνικὴ ἀξία τῆς Μεγάλης Παναγιᾶς, μὲ τὶς καλοδιατηρημένες τοιχογραφίες της, ἦταν ὁπωσδήποτε πολὺ σημαντική. Ἀκόμα μεγαλύτερη ἦταν ὁπωσδήποτε ἡ ἱστορική της ἀξία, δεδομένου ὅτι εἶχε τέσσερις οἰκοδομικὲς φάσεις καὶ τὸν χαρακτήρα ἑνὸς διαχρονικοῦ μνημείου. Ἡ καταστροφή της ἐντάσσεται σὲ ἕνα κύμα κατεδαφίσεων καὶ μεταμορφώσεων τῶν βυζαντινῶν μνημείων, ποὺ ζημίωσε ἀνεπανόρθωτα κατὰ τὸν 19ο αἰώνα τὸν μεσαιωνικὸ μνημειακὸ πλοῦτο τῶν Ἀθηνῶν».
Τὸ μίσος καὶ ἡ προκατάληψη σὲ βάρος τοῦ μεσαιωνικοῦ βυζαντινοῦ ἑλληνισμοῦ συνεχίζεται. Μία ἐπίσκεψη στὸ Μουσεῖο τῆς Ἀκρόπολης καὶ ἡ παρακολούθηση τοῦ «ἐνημερωτικοῦ» ντοκιμαντέρ, ποὺ παίζεται ἐκεῖ, τὸ ἀποδεικνύει. Εἶναι ἀνακριβὲς ὅτι οἱ χριστιανοὶ κατέστρεφαν τὰ ἀρχαία μνημεῖα. Γιὰ μίαν ἄλλη πτυχὴ τῆς σχέσης τοῦ ἀρχαίου μὲ τὸν μεσαιωνικὸ ἑλληνισμὸ μίλησε πρόσφατα ὁ κ. Δημήτρης Ἀθανασούλης, προϊστάμενος τῆς Ἐφορείας Ἀρχαιοτήτων Κυκλάδων. Στὴν Σίκινο ἀνακάλυψε μὲ τοὺς συνεργάτες του τὸν ἀσύλητο τάφο τῆς Νεικῶς καὶ γι’ αὐτὸν προέβη στὴν «Καθημερινὴ» στὴν ἀκόλουθη δήλωση: « Ἀρχαῖα κτίρια, ποὺ ἔγιναν ἐκκλησίες, ὑπάρχουν πολλά. Ἐδῶ ὅμως πρόκειται γιὰ σπάνια περίπτωση, καθὼς σὲ ἕνα μνημεῖο συναντᾶμε δύο βασικὲς συνιστῶσες τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, κλασικὴ περίοδο καὶ Μεσαίωνα, ἀπόλυτα διακριτές, ἀλλὰ καὶ συνδυασμένες μὲ ἕναν σοφὸ τρόπο καὶ μὲ σεβασμό». Πιὸ συγκεκριμένα ὁ κ. Ἀθανασούλης κατέληξε στὸ συμπέρασμα ὅτι στὴν ἴδια θέση ὑπάρχει, ὅπως γράφει, τὸ ἀνακαλυφθὲν λαξευμένο ταφικὸ ἐπίγραμμα, μαυσωλεῖο μίας γυναίκας, τῆς Νεικῶς καὶ ἡ ἐκκλησία τῆς Παναγίας, ποὺ ἔγινε πολὺ ἀργότερα. Ἡ Νεικώ, ἀπὸ τὸν τάφο της, ἀπαντᾶ σὲ ὅσους μισοῦν καὶ συκοφαντοῦν μία σημαντικὴ καὶ μακρὰ χρονικὰ περίοδο τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
Γιῶργος Παπαθανασόπουλος

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

 


Μία ἡμέρα τὴν ἑβδομάδα

Στα Μοναστήρια ἀφιερώνουν τὴ μία ἡμέρα γιὰ τοὺς ἀρρώστους, τὴν ἄλλη γιὰ τὴ νεολαία, τὴν ἄλλη γιὰ τὴν κατάσταση ποὺ ἐπικρατεῖ σήμερα. Προσεύχονται καὶ κάνουν κομποσχοίνια.

Ἂς ἀφιερώσουμε κι ἐμεῖς μία ἡμέρα τὴν ἑβδομάδα, τὴν Τετάρτη ἢ τὴν Παρασκευή. Νὰ μὴ μιλᾶμε, ἀλλὰ νὰ κάνουμε προσευχὴ γιὰ τὴν κατάσταση τὴ σημερινή. Νὰ μὴ μιλᾶμε καθόλου. μόνο τὰ ἀναγκαία, τὰ ἐπαγγελματικὰ νὰ λέμε. Νὰ γονατίσουμε, νὰ προσευχηθοῦμε, νὰ κάνουμε κομποσχοίνι. να δεῖτε, θαῦμα θὰ γίνει, ἀδελφοί μου.

Γέρων Εὐσέβιος Γιαννακάκης

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

 


Ἡ Ἀληθινὴ Θεολογία

Εἴπαμε πώς, ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα, ὄχι μοναχὰ δὲν διαβάζουμε, ἀλλὰ κἄν δὲν ξέρουμε ἂν ὑπάρχουνε οἱ μυστικοὶ Πατέρες ποὺ φωτίσανε τὴν Ὀρθοδοξία. Γιὰ τοὺς θεολόγους ἡ Ὀρθοδοξία κατάντησε μιὰ κούφια λέξη, ἀφοῦ ἡ μυστικὴ οὐσία της τοὺς εἶναι ἄγνωστη, ὅπως κι’ ἡ παράδοσή τους. Οἱ δικοί μας θεολόγοι παίρνουνε τὰ φῶτα ἀπὸ τὴ Δύση, γιατί ἐκεῖ ἡ θεολογία ἔχει γίνει ἐπιστήμη, κ’ ἡ ματαιοδοξία τους κολακεύεται ἀπ’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἡ πίστη, γι’ αὐτούς, δὲν ἔχει καμμιὰ σημασία. Θὰ μοῦ πῆτε, «θεολογία χωρὶς πίστη, γίνεται;» Μὰ κ’ ἐγὼ σᾶς ρωτῶ, μὲ τὴν ἴδια ἀπορία, «γίνεται θεολογία χωρὶς πίστη;»

Ὡστόσο, στὶς Δυτικὲς χῶρες καὶ στὴν Ἀμερική, πολὺς κόσμος ἔχει στραφεῖ πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία, ἀπὸ τὴ δίψα τῆς ἀληθείας. Στὴν Ἑλλάδα, μοναχὰ λιγοστοὶ ἄνθρωποι καὶ κάποιοι παλιοημερολογίτες διαβάζουνε τὰ βιβλία τῶν Πατέρων, ἐκτός τοῦ Βασιλείου καὶ τοῦ Χρυσοστόμου, ποὺ τοὺς παίρνουνε οἱ θεολόγοι γιὰ ρήτορας καὶ γιὰ φιλολόγους τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας. Τὰ βιβλία τῶν μυστικῶν Πατέρων δὲν ξανατυπώνουνται πιὰ καὶ καταντήσανε σπάνια. Ἡ ἐπίσημη Ἐκκλησία τυπώνει προχειρολογήματα διάφορων νεωτεριστῶν θεολόγων, χωρὶς καμμιὰ οὐσία, ποὺ φανερώνουνε μοναχὰ τὴν ἀπίστευτη γύμνια ἐκείνων ποὺ τὰ γράφουνε. Μοναχὰ τώρα τελευταῖα ἄρχισε νὰ τυπώνει ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία τὴν Πατρολογία τοῦ Migne. Μὰ κι’ αὐτὴ ἡ ἔκδοση εἶναι γιὰ τοὺς θεολόγους, κι’ ὄχι γιὰ τοὺς πιστούς, ἀφοῦ εἶναι τυπωμένη στὴν ἀρχαία γλῶσσα. Ἐκτὸς ἀπ’ αὐτό, ἡ ἔκδοση τῆς Πατρολογίας δὲν ἔχει καμμιὰ βαθύτερη δικαίωση, μὲ τὸ δυτικὸ χαρακτῆρα ποὺ ἔχει ἡ γενικὴ μόρφωση τῶν θεολόγων μας, ποὺ δὲν ἔχουνε καμμιὰ βαθύτερη γνώση τῆς οὐσίας τῆς Ὀρθοδοξίας, οὔτε καὶ τῆς παράδοσής μας. Ἔτσι κι’ αὐτὴ ἡ ἔκδοση καταντᾶ ἕνα γεγονὸς χωρὶς βαθύτερη σημασία, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει τὸ κατάλληλο ὀρθόδοξο χῶμα γιὰ νὰ ριζοβολήσει.

Στὸ νὰ στραφοῦνε οἱ Δυτικοὶ κι’ οἱ Προτεστάντες στοὺς Πατέρες τῆς Ὀρθοδοξίας, συντελέσανε πολὺ οἱ Λευκορῶσοι θεολόγοι, ποὺ σκορπίσανε στὶς διάφορες χῶρες καὶ φωτίσανε τὶς ψυχὲς μὲ τὰ σοφὰ κηρύγματά τους, μὲ τὴν ἀρετὴ τῆς ζωῆς τους, καὶ μὲ τὴν τυπικὴ εὐσέβειά τους. Ἐνῷ οἱ κληρικοὶ ποὺ στέλνουμε ἐμεῖς στὶς διάφορες παροικίες, εἶναι οἱ πιὸ ἀνίδεοι στὸ τί θὰ πεῖ Ὀρθοδοξία, κι’ οἱ ἐκκλησίες μας στὸ ἐξωτερικὸ δὲν ἔχουνε κανέναν θρησκευτικὸ προορισμό, ἀλλὰ ἔχουνε καταντήσει κέντρα κοινωνικῆς συγκεντρώσεως τῶν ὁμογενῶν κάθε Κυριακή.

Ἔτσι, ἡ Ὀρθοδοξία, δηλαδὴ ἡ πρώτη κι’ ἀπαραμόρφωτη μορφὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἔγινε πάλι τὸ στήριγμα ὅλων τῶν ἀνθρώπων ποὺ ζητᾶνε λιμάνι σωτηρίας κι’ ὁ κανόνας τῆς χριστιανικῆς πίστης.

Στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀμερικὴ ἔχουνε μεταφρασθεῖ, ἕως τώρα, σὲ διάφορες γλῶσσες ἡ Φιλοκαλία, τὸ μέγα καὶ θαυμαστὸ αὐτὸ βιβλίο, ποὺ στὴν Ἀθήνα τὸ βρίσκει κανένας μοναχὰ στὶς συλλογὲς τῶν βιβλιοφίλων νὰ κάθεται στὸ ράφι ἄχρηστο, σὰν κανένα ἀρχαιολογικὸ ἀντικείμενο, ὁ Εὐεργετινός, οἱ ἐπιστολὲς τοῦ ἁγίου Βασιλείου καὶ κάποιων ἄλλων Πατέρων, οἱ λόγοι Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, μερικὰ ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ μαθητοῦ του Νικήτα Στηθάτου, καὶ κάποια ἄλλα. Ἐμεῖς, ἀλλοίμονο, τυρβάζομεν περὶ τοῦ πῶς θὰ φανοῦμε ἐπιστημονικοὶ καὶ εὐρωπαϊκότεροι ἀπὸ τοὺς Εὐρωπαίους. Μοναχὰ κανένας «θρησκόληπτος», καθυστερημένος κατὰ τοὺς νεωτεριστὰς αὐτοὺς παπαγάλους, διαβάζει τέτοια βιβλία.

Οἱ λόγοι τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου εἶναι μεταφρασμένοι στὰ Γαλλικά, στὰ Γερμανικά, στὰ Ἐγγλέζικα, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ Ρωσικά, ποὺ ἔχουνε μεταφρασθεῖ ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ πρωτοτυπωθήκανε στὰ Ἑλληνικὰ ἀπὸ τ’ ἀρχαῖα χειρόγραφα. Στὴν ἁπλὴ ἑλληνικὴ γλῶσσα ὑπάρχει μία θαυμάσια μετάφραση καμωμένη μὲ εὐλάβεια «παρὰ τοῦ πανοσιολογιωτάτου Διονυσίου Ζαγοραίου, τοῦ ἐνασκήσαντος ἐν τῇ ἐρημονήσῳ τῇ καλουμένῃ Πιπέρι, ἀπέναντι τοῦ Ἁγίου Ὄρους», τυπωμένη στὴ Σύρα στὰ 1886. Ποῦ νὰ καταδεχτοῦμε, ἐμεῖς, νὰ διαβάσουμε τέτοια πράγματα, μεταφρασμένα μάλιστα ἀπὸ ἕναν ἀγράμματο καλόγερο, ποὺ καθότανε κ’ ἔγραφε ἀπάνω σὲ κάποιον βράχο, στὸ ρημονήσι Πιπέρι, μαζὶ μὲ τοὺς γλάρους; Ἐμεῖς διαβάζουμε τοὺς σοφοὺς καὶ ἀξιοπρεπεῖς καθηγητάδες ποὺ γράφουνε καθισμένοι στὶς πολυθρόνες, στὰ Παρίσια καὶ στὰ Βερολίνα! Δὲν ἀκοῦμε τί λέγει ὁ Θεὸς μὲ τὸ στόμα τοῦ Προφήτη «Ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλ’ ἐπὶ τὸν ταπεινὸν καὶ ἡσύχιον καὶ τρέμοντά μου τοὺς λόγους;» Ποῦ νὰ ὑποπτευθοῦμε τὸ μυστικὸ πλοῦτο ποὺ κρύβεται μέσα σὲ τέτοιες ἁγίες ψυχές.

Λοιπόν, αὐτὴ ἡ μετάφραση δὲν ξανατυπώθηκε ἀπὸ τότε στὴν Ἑλλάδα, ποὺ τυπώνεται κάθε λογῆς ἀνοησία, πρᾶγμα ποὺ φανερώνει σὲ τί πνευματικὸ σκοτάδι βρισκόμαστε, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί. Ἀπὸ τὴν προκοπὴ ποὺ ἔχουμε, βάλαμε «τὸν λύχνον ὑπὸ τὸν μόδιον», κι’ ἀπάνω στὸ λυχνοστάτη βάζουμε τὶς τυπωμένες βαθυστόχαστες ἀνοησίες ποὺ ἀνάφερα, καὶ περιμένουμε νὰ μᾶς φωτίσουνε. Τοὺς βαθύτερους μυσταγωγούς, ποὺ φανήκανε στὸν κόσμο, τοὺς ἔχουμε ἄξιους νὰ τοὺς διαβάζει μοναχὰ κανένας ἀγράμματος παλιοημερολογίτης. Ἡμεῖς, οἱ ἔξυπνοι κι’ οἱ συγχρονισμένοι, βάλαμε τὴν ἐξυπνάδα μας καὶ μέσα στὰ μυστήρια τῆς θρησκείας, κι’ ἀγαπᾶμε τὰ μεγάλα λόγια καὶ τὰ ἐπιστημονικά, τί λέγει ὁ τάδε ἄθεος γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ γιὰ τὴ θρησκεία του, ἢ κανένας καμουφλαρισμένος θεομπαίχτης, ἐπειδὴ αὐτὰ δίνουνε τροφὴ στὸν ἐγωισμό μας. Καὶ βουλώνουμε τ’ αὐτιά μας γιὰ νὰ μὴν ἀκούσουμε τὸν ἀπόστολο Παῦλο ποὺ φωνάζει «Οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου;»

Ἀλλά, κοντὰ στοὺς χαλασμένους αὐτοὺς ποὺ λέγω, ὑπάρχουνε καὶ πλῆθος ἄνθρωποι ποὺ νοιώθουνε βαθειὰ τὴν οὐσία τῆς θρησκείας μας, τὴ μεγάλη σημασία τῆς λατρείας καὶ τῆς ἱερῆς παράδοσής μας. Γιὰ ὅσους ἀπ’ αὐτοὺς δὲν ἔχουνε πατερικὰ βιβλία, σὰν αὐτὰ ποὺ εἴπαμε παραπάνω, κ’ εἶναι σχεδὸν ὅλοι οἱ Ἕλληνες, γιατί ἡ ἀδιαφορία ἐκείνων ποὺ εἶναι βαλμένοι γι’ αὐτὴ τὴ δουλειά, στέρησε τὸν κόσμο ἀπὸ τέτοια ἄφθαρτη κι’ ἅγια θροφή, θὰ προσπαθήσω μὲ τὶς μικρὲς δυνάμεις μου νὰ τοὺς μεταδώσω ὅ,τι μπορέσω ἀπὸ τοὺς περιφρονημένους αὐτοὺς προγονικούς μας θησαυρούς. Ἀφοῦ οἱ θεολόγοι γινήκανε φιλόσοφοι κ’ ἐπιστήμονες, ἂς γίνουμε θεολόγοι ἡμεῖς, δίχως ἄλλο ἐφόδιο, παρὰ μοναχὰ τὴν πίστη μας, κατὰ τὰ βαθυστόχαστα λόγια του ἁγίου Νείλου, ποὺ λέγει «Εἰ ἀληθῶς προσεύχῃ, θεολόγος εἶ». «Ἂν προσεύχεσαι ἀληθινά, εἶσαι θεολόγος».

Φώτης Κόντογλου

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026



Μὲ τὸν τρόπο τοῦ Γ. Σ.
Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει
Στὸ Πήλιο μέσα στὶς καστανιὲς τὸ πουκάμισο τοῦ Κενταύρου
γλιστροῦσε μέσα στὰ φύλλα γιὰ νὰ τυλιχτεῖ στὸ κορμί μου
καθὼς ἀνέβαινα τὴν ἀνηφόρα κι ἡ θάλασσα μ᾿ ἀκολουθοῦσε
ἀνεβαίνοντας κι αὐτὴ σὰν τὸν ὑδράργυρο θερμομέτρου
ὡς ποὺ νὰ βροῦμε τὰ νερὰ τοῦ βουνοῦ.
Στὴ Σαντορίνη ἀγγίζοντας νησιὰ ποὺ βουλιάζαν
ἀκούγοντας νὰ παίζει ἕνα σουραύλι κάπου στὶς ἀλαφρόπετρες
μοῦ κάρφωσε τὸ χέρι στὴν κουπαστὴ
μιὰ σαΐτα τιναγμένη ξαφνικὰ
ἀπὸ τὰ πέρατα μιᾶς νιότης βασιλεμένης.
Στὶς Μυκῆνες σήκωσα τὶς μεγάλες πέτρες καὶ τοὺς θησαυροὺς τῶν Ἀτρειδῶν
καὶ πλάγιασα μαζί τους στὸ ξενοδοχεῖο τῆς «Ὡραίας Ἑλένης τοῦ Μενελάου»
χάθηκαν μόνο τὴν αὐγὴ ποὺ λάλησε ἡ Κασσάντρα
μ᾿ ἕναν κόκορα κρεμασμένο στὸ μαῦρο λαιμό της.
Στὶς Σπέτσες στὸν Πόρο καὶ στὴ Μύκονο
μὲ χτίκιασαν οἱ βαρκαρόλες.
Τί θέλουν ὅλοι αὐτοὶ ποὺ λένε
πὼς βρίσκουνται στὴν Ἀθήνα ἢ στὸν Πειραιά;
Ὁ ἕνας ἔρχεται ἀπὸ Σαλαμίνα καὶ ρωτάει τὸν ἄλλο μήπως «ἔρχεται ἐξ Ὁμονοίας»
«Ὄχι, ἔρχομαι ἐκ Συντάγματος» ἀπαντᾶ κι εἶν᾿ εὐχαριστημένος
«βρῆκα τὸ Γιάννη καὶ μὲ κέρασε ἕνα παγωτό».
Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει
δὲν ξέρουμε τὴν πίκρα τοῦ λιμανιοῦ σὰν ταξιδεύουν ὅλα τὰ καράβια
περιγελᾶμε ἐκείνους ποὺ τὴ νιώθουν.
Παράξενος κόσμος ποὺ λέει πὼς βρίσκεται στὴν Ἀττικὴ
καὶ δὲ βρίσκεται πουθενὰ
ἀγοράζουν κουφέτα γιὰ νὰ παντρευτοῦνε
κρατοῦν «σωσίτριχα» φωτογραφίζουνται
ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶδα σήμερα καθισμένος σ᾿ ἕνα φόντο μὲ πιτσούνια καὶ μὲ λουλούδια
δέχουνταν τὸ χέρι τοῦ γέρο φωτογράφου νὰ τοῦ στρώνει τὶς ρυτίδες
ποὺ εἶχαν ἀφήσει στὸ πρόσωπό του
ὅλα τὰ πετεινὰ τ᾿ οὐρανοῦ.
Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει ὁλοένα ταξιδεύει
κι ἂν «ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς»
εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θέλησαν νὰ πιάσουν τὸ μεγάλο καράβι μὲ τὸ κολύμπι
ἐκεῖνοι ποὺ βαρέθηκαν νὰ περιμένουν τὰ καράβια ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κινήσουν
τὴν ΕΛΣΗ τὴ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τὸν ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.
Σφυρίζουν τὰ καράβια τώρα ποὺ βραδιάζει στὸν Πειραιὰ
σφυρίζουν ὁλοένα σφυρίζουν μὰ δὲν κουνιέται κανένας ἀργάτης
καμμιὰ ἁλυσίδα δὲν ἔλαμψε βρεμένη στὸ στερνὸ φῶς ποὺ βασιλεύει
ὁ καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μὲς στ᾿ ἄσπρα καὶ στὰ χρυσά.
Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει
παραπετάσματα βουνῶν ἀρχιπέλαγα γυμνοὶ γρανίτες...
τὸ καράβι ποὺ ταξιδεύει τὸ λένε ΑΓΩΝΙΑ 937.
Α/Π Αὐλίς, περιμένοντας νὰ ξεκινήσει. Καλοκαίρι 1936
Γιῶργος Σεφέρης

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

 


Κάποιοι ταπεινοί

Μπορεῖ ἐγὼ νὰ μιλάω γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, νὰ μιλάω γιὰ τὴν ταπείνωση καὶ ταυτόχρονα ἀπὸ μέσα μου νὰ ἀναδύεται μία ἀποφορὰ ἐγωισμοῦ· νὰ μιλάω γιὰ ἡσυχία καὶ νὰ σᾶς ταράσσω. Βέβαια ὑπάρχουν οἱ Ἅγιοι, ὑπάρχουν οἱ φορεῖς καὶ ἐκφραστὲς τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, κι αὐτοὶ ποὺ φανερώνουν τὴ χάρη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ᾿ αὐτοὶ ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐξωτερικὰ φαίνονται.

Νὰ σᾶς πῶ γιὰ παράδειγμα τὸ γιατί πήγαμε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Σήμερα βλέπετε ὅτι πολὺς κόσμος πάει στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐνῷ παλιὰ ἔλεγαν ὅτι ἦταν καταδικασμένο νὰ πεθάνει, κτλ. Ἐν τέλει, καθὼς περνᾶν τὰ χρόνια, νιώθομε ὅτι πήγαμε ἐκεῖ γιὰ κάποιους ἁπλοὺς μοναχούς, γιὰ κάποιους ἀγράμματους, γιὰ κάποιους ἀνύπαρκτους, γιὰ κάποιους ταπεινούς, ποὺ δὲν εἶχαν καμιὰ ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό τους· κι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι σοῦ μετέδιδαν ἕνα ἄρωμα, ποὺ ἔφερνε τὴν Ἀνάσταση. Καὶ τότε λές: «Ναί, κάθομαι κοντὰ σ᾿ αὐτούς».

Τέτοιοι, ὅμως, ἄνθρωποι ἁπλοί, ἀνύπαρκτοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν αὐτὴ τὴ χάρη καὶ τὴ μεγαλοσύνη, ὑπάρχουν πάρα πολλλοὶ στὸν κόσμο, στὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ᾿ ἡ ἀγωγή, ποὺ παίρνομε, μᾶς λέει πολλὲς φορὲς ὅτι αὐτὸ τὸ χρυσάφι εἶναι τενεκὲς καὶ νὰ τὸ ἀποφεύγουμε· καὶ νὰ θεωροῦμε τὸν τενεκὲ γιὰ χρυσάφι. Γι᾿ αὐτὸ βασανιζόμαστε. Γι᾿ αὐτὸ σᾶς λέω: Ἡσυχάστε λίγο στὸν ἑαυτό σας, βρεῖτε μία ὥρα, μισὴ ὥρα, κι ἕναν ἥσυχο τόπο, ὅπου θὰ εἶστε εἰλικρινεῖς με τὸν ἑαυτό σας. Καὶ θὰ δεῖτε ὅτι σιγὰ - σιγὰ ἀναπτύσσεται μέσα σας μιὰ δύναμη, ἡ ὁποία σπάει τὰ σίδερα τῆς ὁποιασδήποτε φυλακῆς...

Καὶ θὰ ἔχετε τὴν δύναμη καὶ τὴν αἴσθηση καὶ τὴν εὐαισθησία γιὰ νὰ βρίσκετε παντοῦ αὐτοὺς τοὺς μεγάλους ἁγίους, ὅπως εἶναι ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὅπως εἶναι κάποιοι ταπεινοί, ποὺ βρίσκονται στὰ σπίτια σας, καὶ μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ πατέρας, ἡ μάνα, ὁ παππούς, ἡ γιαγιὰ ἢ ἕνα μικρὸ παιδί. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἔχομε πολλοὺς γέρους, πολλὲς γιαγιάδες, οἱ ὁποῖοι ἔχουν αὐτὴ τὴν χάρη τὴ μεγάλη, ποὺ ἔχουν οἱ Ἁγιορεῖτες οἱ ταπεινοί, οἱ ὁποῖοι κάλεσαν ἐμᾶς στὸ Ἅγιον Ὄρος, μόνο μὲ τὸ νὰ ὑπάρχουν. Οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν καμιὰ ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό τους, οἱ ὁποῖοι σὲ ἀγαποῦν πρὶν σὲ γνωρίσουν, σὲ σέβονται περισσότερο ἀπὸ ὅ,τι ἀξίζεις. Κι ἔτσι μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο σὲ δεσμεύουν, σὲ ρίχνουν στὸ φιλότιμο καὶ σὲ ἔχουν δέσει χειροπόδαρα, μὲ τὸ νὰ σὲ ἀφήνουν ἐλεύθερο.

Πρὸ ἡμερῶν ἤμουν σὲ ἕνα σπίτι καὶ κουβέντιαζα μὲ τὸν πατέρα γιὰ μία δουλειά, ποὺ θὰ ἐξυπηρετοῦσε τὸ Μοναστήρι, ἐνῷ δίπλα ἦταν ἡ γυναῖκα του, σὲ ἕνα ἄλλο δωμάτιο, καὶ κάτι συλλάβιζε. Σκέφτηκα ὅτι θὰ μαθαίνει κάποιο ἐγγονάκι της νὰ διαβάζει, ἀλλ᾿ ὅταν ρώτησα: «Τί κάνει;», μοῦ εἶπαν ὅτι κάνει τὴν προσευχή της. Ὅταν τελειώσαμε τὴν δουλειὰ καὶ φεύγαμε, αὐτὴ ἦταν μέσα στὴν κουζίνα, εἶχε ἀνάψει τὸ καντήλι καὶ διάβαζε συλλαβιστὰ τὴν Παράκληση... Αὐτὴ ἡ ἄσχημη γριά, μὲ τὰ γυαλιά, ἦταν σὰν ἄγγελος. Καὶ λέω: «Κοίταξε, αὐτοὶ κρατοῦν τὸν κόσμο...». Κι αὐτὴ μέσα της εἶχε τὴν χαρά, ποὺ νικᾷ τὸν θάνατο. Γιατί δὲν εἶχε καμία ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό της, πὼς ἦταν κάτι σπουδαῖο· καὶ γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο εἶχε μέσα της αὐτὴ τὴν ἀνάπαυση.

Εἶναι, λοιπόν, καλὸ νὰ πετύχει κανείς, νὰ βγεῖ πρῶτος στὰ μαθήματα, καὶ νὰ τὰ πετύχει ὅλα. Ἀλλ᾿ ἐν τέλει, ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀνεπαρκῆ. Δὲν λέω νὰ μὴν ζητήσει κανεὶς νὰ ἔχει κάτι. Ἀλλὰ νὰ ἔχει ὅ,τι χρειάζεται γιὰ νὰ ἐπαρκεῖ, καὶ μετὰ νὰ ζητήσει πάση θυσία αὐτὸ τὸ ἕνα, τὸ ἐλάχιστο, τὸ ὁποῖο καταργεῖ τὸν θάνατο καὶ φωτίζει ἔσωθεν ὅλα τὰ πρόσκαιρα καὶ τὰ διαβατικά, καὶ τοὺς δίνει ἕνα φῶς καὶ μία αἴγλη αἰωνιότητος.

Αὐτὰ ποὺ σᾶς λέω, πιστεύω ὅτι τὰ καταλαβαίνετε. Κι ἂν νομίζετε ὅτι δὲν τὰ καταλαβαίνετε, τὰ καταλαβαίνετε. Κι ἂν δὲν τὰ νιώθετε τώρα, θὰ τὰ νιώσετε λίγο ἀργότερα. Ἂν τὰ ἔλεγα κάπου ἀλλοῦ, σὲ μία ἄλλη χώρα, δὲν θὰ καταλάβαιναν τίποτε. Ἀλλ᾿ ἐσεῖς τὰ καταλαβαίνετε, γιατί ὑπάρχει στὴν γενιά σας ἡ γιαγιά, ἡ ὁποία ἡ ὁποία συλλαβίζει τὴν προσευχή, ἡ ὁποία ἀνάβει τὸ καντήλι. Ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος, ποὺ σοῦ λέει μία κουβέντα καὶ νιώθεις ὅτι σὲ ἀνέπαυσε ἐσωτερικά. Ὅπως ὁ Κύριος, μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ὅταν εἶδε τοὺς μαθητές Του στὸν αἰγιαλὸ καὶ τοὺς εἶπε νὰ βάλουν στὰ δεξιὰ τὰ δίχτυα, κτλ, κι ἐκεῖνοι κατάλαβαν ὅτι Αὐτὸς ἦταν ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος τοὺς εἶπε αὐτὰ τὰ ἁπλὰ πράγματα.

Πολλοὶ «Θεοφόροι» ὑπάρχουν καὶ πολλοὶ «Χριστοφόροι» κυκλοφοροῦν μεταξύ μας: εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν πληγώνουν κανέναν καὶ δὲν ἔχουν καμιὰ ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Θυμᾶμαι, ὅταν ἤμουν μικρὸς καὶ δὲν ὑπῆρχαν πλυντήρια, μιὰ γριὰ ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία, ἡ ὁποία ἔπλενε τὰ ροῦχα μας. Αὐτὴ στὸ τέλος δὲν μποροῦσε νὰ πλένει, ἀλλ᾿ ἐρχόταν κι ἔπαιρνε μία βοήθεια. Καὶ ὅταν ἤμασταν μικρὰ παιδιὰ - γιατί ἕνα μικρὸ παιδὶ ἀγαπάει τὸν ἀδύναμο, ὅπως ἀγαπάει κι ἕνα τραυματισμένο πουλάκι - πηγαίναμε καὶ τῆς φιλούσαμε τὸ χέρι. Κάποτε, σὲ μιὰ συζήτηση, εἶπε ἡ κυρὰ-Ζαχαρένια: «Ἄνθρωπο μ᾿ εἶπαν κι ἐμένα». Κι αὐτὸ μοῦ ἔχει μείνει μέσα μου. Δὲν εἶχε δόξα, δὲν εἶχε τιμές, δὲν εἶχε παιδιά, δὲν εἶχε σπίτι, δὲν εἶχε τίποτε· εἶχε μόνο ἕνα πρᾶγμα: τὸ ὅτι ἦταν ἄνθρωπος. «Ἄνθρωπο μ᾿ εἶπαν κι ἐμένα».

Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

 


Ἡ συνήθης ζωὴ τοῦ κόσμου

Ἡ ἕνωση μὲ τὸν Χριστὸ ὁδηγεῖ σὲ ρήξη μὲ τὸν κόσμο. Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν συνήθη ζωὴ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ φαίνεται παράδοξη καὶ εἶναι γενικὰ ἀντίθετη πρὸς αὐτήν. Ἡ προσχώρηση στὴν ζωὴ τοῦ κόσμου ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Χριστό. Ὁ Χριστιανὸς ὀφείλει νὰ συντονίζει τὴν ζωή του μὲ τὴν ζωὴ καὶ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ, στὸ σῶμα τοῦ ὁποίου ἀνήκει. Χωρὶς τὸν συντονισμὸ αὐτὸν δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ διατήρηση τῆς ἑνότητας μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἡ παραμονὴ στὸ σῶμα του.

Ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἔχουμε κοινὴ θέληση μὲ αὐτὸν ποὺ ἔχουμε κοινὸ αἷμα, γιὰ νὰ μὴ ἐμφανιζόμαστε σὲ ἄλλα ἑνωμένοι καὶ σὲ ἄλλα χωρισμένοι. Ὅσο ὁ Χριστιανὸς δὲν συντονίζεται μὲ τὴν ζωὴ καὶ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ, παραμένει φίλος του κόσμου.

Γεώργιος Μαντζαρίδης


Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

 


Ἀπὸ τὸ ἡμερολόγιό μου

Μᾶς ἀφηγεῖται σήμερα ἕνας ἱερέας του Βελιγραδίου τὸ ἀσυνήθιστο γεγονὸς μὲ μία ἐκδιδόμενη γυναῖκα στοὺς δρόμους τοῦ Βελιγραδίου. Μιὰ μέρα, λίγο πρὶν βραδιάσει, βάδιζε στοὺς δρόμους γιὰ τὴ «δουλειά» της. Καθὼς περνοῦσε δίπλα σ’ ἕναν κῆπο βλέπει ἕναν ἄνθρωπο νὰ ἑτοιμάζεται νὰ ἀπαγχονιστεῖ. Ἔδεσε τὸ σχοινὶ στὸ κλαδὶ τοῦ δέντρου καὶ μὲ μιᾶς τὸ ἔβαλε γύρω ἀπὸ τὸ λαιμό του.

Ἡ γυναῖκα σβέλτα πήδησε πάνω ἀπὸ τὴν περίφραξη, τράβηξε τὸ μικρό της μαχαίρι ἀπὸ τὴν τσέπη κι ἔκοψε τὸ σχοινί, ὁπότε ὁ ἄνθρωπος ἔπεσε στὸ χῶμα λιπόθυμος. Τοῦ ἔκανε μαλάξεις ὥσπου συνῆλθε. Τότε τῆς εἶπε ὁ αὐτόχειρας: «Γιατί τό ’κανες; Ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ ζήσω, δὲν ἔχω στὸν ἥλιο μοῖρα. Ἐξ αἰτίας τῆς φτώχειας μου, ἤθελα νὰ τελειώσω μ’ αὐτὴ τὴ μίζερη ζωή». Ἡ γυναῖκα ἔβγαλε ὅσα χρήματα εἶχε μαζί της καὶ τοῦ τὰ ἔδωσε, ὑποσχόμενη ὅτι θὰ τὸν βοηθᾶ κι ἄλλο ὥσπου νὰ βρεῖ δουλειά. Καὶ συνέχισε ἡ γυναῖκα τὴ δική της ἄπρεπη δουλειὰ καὶ μέρος ἀπὸ τὰ κέρδη της ἀπ’ αὐτὴ τὴ δουλειὰ πήγαινε σ’ ἐκεῖνον τὸν φτωχὸ καὶ τοῦ ἔδινε γιὰ νὰ συντηρηθεῖ. Ὅμως μετὰ ἀπὸ ἕξι ἑβδομάδες ἡ γυναῖκα ἔπεσε στὸ κρεβάτι βαριὰ ἄρρωστη. Τῆς κάλεσαν τὸν ἱερέα. Στὴν παρουσία τοῦ ἱερέα ἐκείνη, ἤδη ἑτοιμοθάνατη, ἄρχισε νὰ λέει: «Ὤ, ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, γιατί ἤρθατε σ’ ἐμένα; Μὰ δὲν ξέρετε πόσο βρώμικη καὶ ἁμαρτωλὴ γυναῖκα εἶμαι ἐγώ;»

Λίγο μετὰ πάλι φώναξε: «Ὦ, Κύριε Χριστέ, μὰ κι Ἐσὺ ἦρθες σ’ ἐμένα τὴν ἁμαρτωλή; Γιὰ ποιό λόγο τὸ ἀξιώθηκα αὐτό; Μὰ μόνο μὲ τὸ ὅτι ἔσωσα ἐκεῖνον τὸν φτωχὸ ἀπ’ τὸν θάνατο; Ἀλίμονο σ’ ἐμένα τὴν ἀνάξια! Ὤ, πόσο εἶναι μεγάλο τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ!» Λέγοντας αὐτὸ ἄφησε τὴν ψυχή της καὶ τὸ πρόσωπό της ἔλαμψε σὰ νὰ φωτιζόταν μὲ κερί. Νὰ τί σημαίνει νὰ σώσεις τὴν ψυχὴ ἑνὸς ἀνθρώπου. Νὰ πῶς μία πράξη ἐλέους πρὸς τὸν πλησίον σκεπάζει πολλὲς ἁμαρτίες!

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


Κυριακή 30 Αυγούστου 2026



Θεοδωράκη, τί εἶναι αὐτὰ ποὺ εἶπες!
Ὁ Κυβερνήτης ἔρχεται εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸν Ἰανουάριον, πηγαίνει εἰς τὴν Αἴγιναν, ὅπου ἦτον ἡ Ἀντικυβερνητικὴ ἐπιτροπὴ καὶ τὸ Βουλευτικόν. Ἐκεῖ ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἔγινε δοξολογία καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ ὁρκωθεῖ πρὶν νὰ κάμει τὰς παρατηρήσεις του. Εἶπε ὅτι: ἂν θέλετε νὰ διοικήσω, νὰ διαλυθεῖ τὸ Βουλευτικό, διότι ἐγὼ δὲν ἐμπορῶ νὰ δουλεύσω. Ἔχει ἡ πατρίς μας καὶ ἐχθροὺς καὶ φίλους, ἢ ἂν καὶ δὲν θέλετε, ἐγὼ μένω καὶ θέλει δουλεύσω ὅσο εἶναι δυνατόν, ὡς μερικός. Τοὺς εἶπε αἴτια ἐξωτερικά.
Διελύθηκε μόνον του τὸ Βουλευτικό, καὶ ἂν ἦτον κανένας βουλευτὴς δυσαρεστημένος, ἦτον περισσότερον διὰ τοὺς μισθούς του. Ὀργάνισε τὸ κράτος, ἔστειλε ἐπάρχους, ἐκτάκτους ἐπιτρόπους, ἄρχισε ἀνταπόκριση τακτική, ὁ καθένας νὰ γνωρίζει τὰ χρέη του. Ὁ στρατιωτικὸς ὡς στρατιωτικός, ὁ πολιτικὸς σὰν πολιτικός. Ἐσύστησε τὸ Πανελλήνιον καὶ τοὺς ἔβαλε ὅλους τοὺς ἄρχοντας μέσα· τὸν Κουντουριώτην τὸν ἔκαμε πρόβουλον τῆς Οἰκονομίας, τὸν Ζαΐμην πρόβουλον τοῦ Ἐσωτερικοῦ.
Μολαταῦτα ἄρχισαν κάτι νὰ μιλοῦν, κάτι νὰ ἀντενεργοῦν, παρὰ μυστικά. Καὶ πρὶν νὰ ἔλθει ὁ Κυβερνήτης, ἐγύρευαν νὰ ἀντενεργήσουν μερικοί, διατὶ ἐπρόβλεπαν ὅτι ὅταν συστηθεῖ μία τακτικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ ὁ καθένας νὰ κάμει ὅ,τι θέλει. Ὁ Κυβερνήτης αὐτοὺς ὁποὺ τοῦ ἀντιστάθηκαν, αὐτοὺς εἶχε ἀγκαλιάσει πρῶτα. Τὰ ζιζάνια ἄρχισαν νὰ ἐμβαίνουν. Οἱ ἀδελφοί του, ποὺ νὰ εἶχαν κόψει τὸ ποδάρι τους ἐκεῖ ποὺ ἐκίνησαν νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἔφθασαν καὶ ἐκεῖνοι. Ἦλθε καὶ ὁ Ριμποπιέρος καὶ ὁ Καλεμινότ, ὁ πρέσβης ὁ Γάλλος, διὰ νὰ λάβουν πληροφορίας διὰ τὲς γαῖες τὲς ἐθνικὲς καὶ διὰ τὰ λοιπά. Ἔκαμε ὁ Κυβερνήτης καὶ ἐπιτροπὴ διὰ νὰ ἐξετάσει αὐτά. Ἐδιορίσθηκαν καὶ ὅλοι οἱ ἔπαρχοι διὰ νὰ δώσει ὁ καθένας πληροφορίας.
Μία ἡμέρα ἐπῆγα ἐγὼ καὶ ὁ Ρίζος... εἰς τὸν Ριμποπιέρην. Ἐκεῖ ἦλθε ἡ ὁμιλία καὶ ὁ πρέσβης μᾶς λέει, ὅτι τοῦ Σουλτάνου πόσον θὰ τοῦ παραξενοφαίνεται νὰ βλέπει τὴν σημαίαν τὴν Ἑλληνικὴν νὰ περνάει ἀπὸ ἐμπρὸς ἀπὸ τὰ μάτια του, καὶ ἀπὸ τέτοια. Ἄρχισε καὶ ὁ Ρίζος νὰ τοῦ λέγει, πλὴν φοβισμένα ἀλὰ πολίτα. Ἐγὼ τοῦ λέγω: «Κὺρ Ρίζο, ἄφησέ με νὰ εἰπῶ καὶ ἐγώ. Ἐξοχώτατε, λέγετε πὼς θὰ ὑποφέρει ὁ Σουλτάνος νὰ βλέπει τὴν σημαίαν μας νὰ περνάει ἀπὸ ἐμπροσθά του, καὶ ὅτι τοῦ κακοφαίνεται - καὶ δὲν μᾶς κακοφαίνεται καὶ ἐμᾶς ὁποὺ τοὺς ὑποφέραμεν τόσον καιρὸν εἰς τὴν γῆν τῶν προγόνων μας, καὶ κάθεται ἀκόμη εἰς τὰ πατρικά μας σπίτια καὶ τοὺς ὑποφέρομεν ἀκόμη, καὶ ἐκεινοῦ θὰ τοῦ κακοφανεῖ διατὶ θὰ περνάει ἡ σημαία μας; Αὐτὰ ὅλα νὰ τὰ εἰπεῖς τοῦ αὐτοκράτορος Νικολάου, σὲ ὁρκίζω εἰς τὴν τιμήν σου νὰ τοῦ τὰ εἰπεῖς».
Τὴν ἄλλην ἡμέραν ὁ Κυβερνήτης μοῦ λέγει: «Θεοδωράκη, τί εἶναι αὐτὰ ποὺ εἶπες!»
- «Ἂν δὲν εἶναι καλά, νὰ μὲ συμπαθήσετε, τέτοιας λογῆς εἶμαι μαθημένος».
- «Ὄχι, καλὰ ἀποκρίθηκες».
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Σάββατο 29 Αυγούστου 2026


Ἡ Ἀνάστασις εἰς τὸ χωρίον
Τὴν πρωίαν τοῦ Μ. Σαββάτου ἐσήμανεν ὁ κώδων τὴν λειτουργίαν. Μεταξὺ τοῦ ἱερέως, τοῦ φιλοτίμου χωρικοῦ κὺρ Γιάννη, καὶ τοῦ φιλοξενουμένου ὑπ᾿ αὐτοῦ, εἶχε συμφωνηθῆ ὅτι ἡ λειτουργία θὰ ἐγίνετο βραδύτερον, κατὰ τὴν ὀγδόην ὥραν, ἀλλ᾿ ἐναντίον τῆς συμφωνίας ἔγινε ταχύτερον μάλιστα καὶ τῆς ἑβδόμης. Ἐπωφελούμενος ὁ ἀγαθὸς χωρικὸς κὺρ Γιάννης τὸ φίλυπνον καὶ ὀκνηρὸν τοῦ ξένου του, ἐσκέφθη νὰ τὸν ἀφήσῃ νὰ κοιμηθῇ μέχρι τῆς ὀγδόης, καὶ ἀπελθὼν εἰς τὸν ναὸν ἀνέγνω μὲν αὐτὸς τὰς Προφητείας, συνέψαλε δὲ μετὰ τοῦ ἱερέως καὶ τὸ «Ἀνάστα ὁ Θεός», καὶ ὁ ξένος του ἔμεινε κοιμώμενος νήδυμον.
Ἡ νυκτερινὴ ἀκολουθία διὰ τὴν Ἀνάστασιν ἔμελλε νὰ σημάνῃ ἐνωρίς, τὴν δεκάτην ὥραν, τοῦτο δὲ διὰ νὰ λάβωσιν εἴδησιν καὶ οἱ πόρρω κατοικοῦντες ποιμένες καὶ βοσκοί, νὰ προλάβωσι τὴν Ἀνάστασιν. Ὁ Εὐλογητὸς δὲν θὰ ἐλέγετο ἀμέσως, ἀλλὰ τὴν ἑνδεκάτην ὥραν, ἡ δὲ πρώτη κροῦσις τοῦ κώδωνος ἦτο ἁπλῶς μήνυμα πρὸς τοὺς «τηλοῦ τῶν ἀγρῶν οἰκοῦντας», βοσκοὺς καὶ κολλήγους. Ἀλλ᾿ ὁ εὐλαβὴς ἱερεύς, ὅστις δὲν ἐνόει νὰ παραλίπῃ ἐκ τοῦ Τυπικοῦ οὐδὲ κεραίαν, εἰσελθὼν μόνος εἰς τὸν ναὸν ἀπὸ τῆς ὀγδόης καὶ ἡμισείας, ἔμεινεν ἀναγινώσκων τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Μόλις ὅμως ἀντήχησεν ἡ πρώτη τοῦ κώδωνος δόνησις, καὶ ὁ φιλόξενος ἀγρονόμος κὺρ Γιάννης, λαβὼν τὴν ὑπερμεγέθη λαμπάδα του, ἣν εἶχε παραγγείλει ἐξ Ἀθηνῶν, ὅλην ἐκ καθαροῦ κηροῦ, λησμονήσας τὰς ἑσπερινὰς συνθήκας, καθ᾿ ἃς ὁ πρῶτος κώδων θὰ ἦτο διὰ τοὺς ἀπωτέρω οἰκοῦντας ἀγροδιαίτους πιστούς, ἔσπευσε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Τὸ παράδειγμά του ἐμιμήθησαν καὶ ἄλλοι τῶν συγχωρικῶν, καὶ τότε ὁ ἀγαθὸς ἐφημέριος ἠναγκάσθη νὰ βάλῃ Εὐλογητὸν πρὸ τῆς ὥρας. Ἐψάλησαν ὅμως ἀργὰ τὰ τροπάρια τοῦ Κανόνος «Κύματι θαλάσσης», ἐψάλησαν τριπλᾶ καὶ τετραπλᾶ, καὶ οὕτω τὴν δωδεκάτην ὥραν τοῦ μεσονυκτίου ἀκριβῶς ἐτελέσθη ἡ Ἀνάστασις.

Ἀλλ᾿ ὅσον καὶ ἂν φεύγῃ τις τὰς Ἀθήνας καὶ τὴν τύρβην των, ὅσον ἀμιγῶς καὶ ἂν ἐπιθυμῇ νὰ ἑορτάσῃ τὰς ἡμέρας ταύτας, τὸ φάσμα τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ τὸν ἀκολουθεῖ παντοῦ βῆμα πρὸς βῆμα, τὰ προϊόντα τῶν νεωτέρων ἐφευρέσεων τὸν καταδιώκουσιν, ἀδύνατον δὲ νὰ μείνῃ τις ἥσυχος οὐδὲ στιγμήν. Βεγγαλικὰ φῶτα καὶ ἄλλα βέβηλα πράγματα ἐκάησαν προκλητικῶς ἔξω τοῦ ναοῦ, εὐθὺς ὡς ἐξήλθομεν νὰ κάμωμεν Ἀνάστασιν, ὁ δὲ ἀνεκτικώτατος ἱερεὺς δὲν ἐνόμισεν φρόνιμον νὰ τὰ ἀπαγορεύσῃ. Ὁ καπνὸς αὐτῶν συνεφύρθη ἀνευλαβῶς μὲ τὴν ἱερὰν εὐωδίαν τοῦ θυμιάματος, ὁ κρότος τῶν πυραύλων ἀνεμίγη μὲ τὸν ἦχον τοῦ κώδωνος. Τέλος ἐπανήλθομεν εἰς τὸν ναόν, καὶ ἤρξατο ψαλλόμενον τὸ «Ἀναστάσεως ἡμέρα, λαμπρυνθῶμεν λαοί». Οἱ καλοὶ χωρικοὶ μετὰ μεγίστης εὐλαβείας ἠκροῶντο τὰ ἱερὰ ᾄσματα, ὁ δὲ ἀξιόλογος ποιμὴν Ν. Σκοῦφος, προσενεγκὼν εὐσεβῶς ἀνήρτησεν ἐπὶ τοῦ δεξιοῦ μανουαλίου, ἐνώπιον τῆς εἰκόνος τοῦ δεσπότου Χριστοῦ, τσαντίλαν νωποῦ τυροῦ, ἄλλο πασχάλιον ἔθιμον τῶν ἀγροτῶν τῆς Ἑλλάδος. Μεγίστη τάξις καὶ θρησκευτικὴ προσήλωσις ἐπεκράτει καθ᾿ ὅλην τὴν ἀκολουθίαν. Μόνον δύο ἢ τρεῖς κύριοι καὶ ἄλλαι τόσαι κυρίαι εὑρίσκοντο ἀπ᾿ ἀρχῆς ἐν τῷ ναῷ, ἀλλὰ μετὰ τὴν Ἀνάστασιν ἀπῆλθον νὰ κοιμηθῶσι, καλῶς πράξαντες, διότι τὸ παρεκκλήσιον ἦτο στενόχωρον, καὶ ἀποχωρήσαντες ἀφῆκαν τόπον διὰ τοὺς λοιπούς.
Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐκκλησιαζομένων διέπρεπεν ὁ ἀξιοσέβαστος μπαρμπα-Τσάμης, ἀπόστρατος ἐνωμοτάρχης τῆς χωροφυλακῆς, διακριθεὶς εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας, καὶ δυνάμενος νὰ διηγηθῇ ἐν εἴδει ἐποποιίας ὅλην τὴν μακρὰν ἱστορίαν τῶν κατορθωμάτων της. Ὁμοίως ὁ Νικόλας, ὅστις διέπρεψεν εἰς ὅλας τὰς ἐπαναστάσεις τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Κρήτης, καὶ ἠξεύρει ἐκ στήθους ὅλην τὴν ἱστορίαν τούτων, καὶ ὁ Ἀντώνης, ὁ ἐπιλεγόμενος βουλγαρομάστιξ, ὅστις εἶναι ἱστορία μόνος του.
Γενομένου τοῦ ἀσπασμοῦ, ἤρξατο ἡ λειτουργία μέχρι τῆς 2ας ὥρας πρὸς ὄρθρον. Ὅτε ἐλάβομεν τὸ ἀντίδωρον καὶ ἐξηρχόμεθα ἐκ τοῦ ναοῦ, ἄλλο γνήσιον ἑλληνικὸν ἔθιμον ἐφείλκυσε τὴν προσοχήν μου περὶ τὴν θύραν τῆς ἐκκλησίας. Εἷς τῶν χωρικῶν, ὅστις ἐκτελεῖ χρέη ἐπιτρόπου ἐν τῷ παρεκκλησίῳ, διένειμεν εἰς τοὺς ἐξερχομένους ᾠὰ κόκκινα, προσφωνῶν ἑνὶ ἑκάστῳ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη. Ἔλαβον τὸ δοθέν μοι ᾠόν, καὶ ἐγκαρδίως ηὐχήθην εἰς τὸν ἀγαθὸν χωρικὸν πᾶν καταθύμιον. Τότε ἕκαστος τῶν χωρικῶν, φέρων ἀνημμένην τὴν λαμπάδα, ἀπῆλθεν οἴκαδε.
Τὸ κατ᾿ ἐμέ, ἀφοῦ ἐπεσκέφθην διὰ βραχέων τὸν φιλόξενον χωρικὸν κὺρ Γιάννην, μετέβην εἰς τὸ μικρὸν μαγαζίον τοῦ χωρίου, καὶ ἐκεῖ ἀπήλαυσα ἐπὶ μακρὸν χρόνον τὴν ἡδονὴν τῆς συνδιαλέξεως μετὰ τῶν χωρικῶν, ἀνθρώπων μὲ ἀνοικτὴν καρδίαν. Εἷς αὐτῶν εἶχε φέρει ἐκ τῆς οἰκίας του σούπαν καὶ βραστόν, τυρὸν καὶ αὐγὰ κόκκινα, καὶ ἐγεύθημεν ὁμοῦ τὸ πασχάλιον. Ἐν τῷ μεταξὺ εἶχεν ἀρχίσει νὰ γλυκοχαράζῃ, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐνύσταζον, ἐσκέφθην ὅτι τὸ καλύτερον ἦτο νὰ περιμείνω τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου, καὶ τὴν διάβασιν τῆς ἁμαξοστοιχίας τοῦ σιδηροδρόμου Λαυρίου. Παρῆλθον δὲ ἀνεπαισθήτως αἱ ὧραι ἐν τῷ μέσῳ τῆς φαιδρᾶς συνδιαλέξεως, τοῦ Χριστὸς Ἀνέστη, τῆς συγκρούσεως τῶν ποτηρίων, τῆς μαρμαρυγῆς τοῦ ρητινίτου, καὶ τοῦ ἐαρινοῦ τῶν στρουθίων κελαδήματος.
Μεταβαίνων εἰς τὸν σταθμόν, μίαν ὥραν μετὰ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου, συνήντησα δύο ἢ τρεῖς ὁμίλους ἑορταζόντων, καὶ οἱ ὀβελοὶ τῶν ἀμνῶν περιεστρέφοντο ἤδη ἐπὶ τοῦ πυρός. Ἀλλὰ μοὶ ἔκαμαν ἐντύπωσιν δύο ὡραῖοι νέοι Λιδωρικιῶται, οἵτινες ἔψηνον τὸ ἀρνίον κατὰ τὸν τελειότερον ἐκ τῶν γνωστῶν καὶ παραδεδεγμένων τρόπων. Οἱ πρόσθιοι πόδες τοῦ ἀμνοῦ δὲν ἐφαίνοντο, χωμένοι ἐντὸς τῆς σαρκός, τὸ ἔντερον περιέβαλλεν ἑπτάκις ἢ ὀκτάκις ὡς ζώνη ἔξωθεν τὸν ἀμνόν, οἱ νεφροί, χωρὶς ν᾿ ἀποσπασθῶσιν ἐκ τῶν σπλάγχνων, εὑρίσκοντο ἑκατέρωθεν προσκεκολλημένοι ἔξωθεν ἐπὶ τοῦ ἰσχίου. Τὴν πυρὰν δὲν εἶχον ἀνάψει μὲ κλήματα, ἀλλὰ μὲ κορμὸν ἀγρίου δένδρου. Μοὶ εἶπον ὅτι τὰ κλήματα εἶναι ὁ εὐκολώτερος τρόπος, ἀλλὰ «διὰ τοὺς ἀτζαμῆδες».
Τοὺς ἠρώτησα ἂν ἀληθεύῃ, ὅτι οἱ παλαιοὶ κλέπται ἤξευρον μίαν ἄλλην τέχνην, νὰ ψήνωσι τὸ ἀρνίον χωρὶς νὰ φαίνεται οὐδαμόθεν καπνός. Μοὶ ἀπήντησαν μειδιῶντες, ὅτι τοῦτο δὲν ἀληθεύει, ἢ τοὐλάχιστον δὲν ἐφαρμόζεται σήμερον, διότι δὲν εἶναι ἀνάγκη, ὑποθέτω, ἀλλὰ τὸ μόνον σωστὸν εἶναι, ὅτι ἔσκαπτον λάκκον, ἔθετον ἐντὸς τὸ ἀρνίον «μὲς στὸ ἴδιο τὸ ἀρνιακό», τὸ ἔχωνον, ἤναπτον πῦρ ἄνωθεν «ὅσο νὰ τυφλοκαίγῃ» καὶ οὕτω τὸ ἀρνίον ἀντὶ νὰ ψηθῇ ἔβραζεν, ἤρκει νὰ μὴ εἰσήρχετο ἀὴρ μηδαμόθεν. Τοὺς εὐχαρίστησα διὰ τὰς πληροφορίας ταύτας, ὡς καὶ διὰ τὸ σπληνάντερον καὶ τὴν πλόσκαν, δι᾿ ὧν μ᾿ ἐτίμησαν, ἐσύριξεν ἡ ἀτμάμαξα, ἔφθασε τὸ τραῖνον καὶ ἐπεβιβάσθην διὰ τὸ Ἄστυ.
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης