Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιδεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιδεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Ιουνίου 2014


Ἐπεξεργαστής κειμένου

Ὁ Διευθυντής τοῦ σχολείου ζήτησε ἀπό τους συναδέλφους να φέρουν γραπτά ἐξετάσεων με κείμενα μαθητῶν, ὥστε να δοῦν στην πράξη, πῶς γίνεται ἡ διόρθωση ἔκθεσης με χρήση ἐπεξεργαστῆ κειμένου.
Το συγκεκριμένο κείμενο ἔκλεψε την παράσταση:
Α΄ τάξη Γυμνασίου (κάπου στην Κρήτη) :
Ο λουκάς εβανκελίστηκε ότι θα γενιθή ο Χρηστός. Τότε ο θεός πεζη μια τ ανκέλου κε λεει του.
Γλάκα μορέ στη γη να βρις το μαριό κε να του ιπης πως θα γενησι το Χρηστό. γλακά ο ανκελος στη γη πιγε και ηβρικε το μαριό κε ειπεν του.
μαριό εσυ δε το κατεχεις μα ισε βαρεμένο* γιατι θα γενισις το Χρηστό.
Το μαριο τοτε λέι όφου και όφου* ιντάπαθα κε ιντανε τα που μου μιλις, ας εινε ομως θα γενισω το Χρηστό, πιος άντρας όμως θα με παντρεφτει.
κε ιπε τση ο ανκελος, μη στεναχωράσε μαριό κε εγώ θα σου βρω άντρα.
κε παι ο ανκελος στου οιωφισ* κε του λει.
Οιωφισ το μαριό ινε βαρεμένο από το Θεό κε θα γενισει το Χρηστό, συ όμως θα το παντρεφκης κε δε θα σε νιαζει πράμα.
τοτε ο οιωφισ που δε πιστεβε τα λογια του ανκελου παντρέφτικε το μαριό κε όταν κατάλαβε ότι ήταν βαρεμένο έδωσε εντολή να σφάξουν όλα τα πεδιά.

* βαρεμένο = σε ἐνδιαφέρουσα
* όφου και όφου = ἄχ και βαχ
* οιωφισ = Ἰωσήφ

Ο ἐπεξεργαστής κειμένου σήκωσε τα χέρια ψηλά.

Τετράδιο 133 * Μάρτιος 2011

Σάββατο 12 Απριλίου 2014


Ἥλιου βγάλσιμο
Tά χρόνια πού ὑπῆρχε στά παιδιά ὁ φόβος τῶν γονιῶν καί τό σέβας στόν πατέρα, τά παιδιά συντρόφευαν τόν πατέρα στόν μόχθο τῆς ἡμέρας. «Σέ εἶδα, Σωτήρη, στήν βάρκα μέ τόν πατέρα σου. Τόν βοηθοῦσες στό ψάρεμα;» «Ὄχι, συντροφιά τοῦ κρατοῦσα».
Ὑπάρχει μιά εἰκόνα - δέν γνωρίζω τόν ζωγράφο - πάντως ἐκφράζει τήν ἐποχή γιά τήν ὁποία λαλοῦμε. Παριστάνεται ὁ ἅγιος Ἰωσήφ ὁ μνήστορας στό ἐργαστήρι του νά ἱδρωκοπᾶ στό πριόνισμα τῶν ξύλων καί ὁ Χριστός μας πασιχαρής νά τόν συντροφεύει. Παιδί κι ἐγώ τῆς εὐλογημένης ἐκείνης ἐποχῆς, δέν ἄφηνα ποτέ τόν πατέρα μου μόνο στήν σπορά, στό θέρος, στό ἀλώνισμα καί τόν τρυγητό. Τώρα, πού τά πάνω ἤρθανε κάτω καί ποδοπατοῦνται σάν φθινοπωριάτικα φύλλα, ἄλλαξε ἡ τάξις καί οἱ γονεῖς συντροφεύουν τά παιδιά στίς ἀθλοπαιδιές. «Γιά ποῦ τέτοια ὥρα;» «Πάω τό παιδί στό Κολυμβητήριο». Τότε γράφαμε τά παιδιά γιά τόν πατέρα. Τώρα ὁ πατέρας γιά τά παιδιά.
Θά ἤτανε Μάιος τοῦ 1953. Ὁ πατέρας θέριζε σ' ἕνα καμποχώραφο τοῦ νησιοῦ. Κι ἐγώ μικρό παιδί, σάν τήν Ρούθ στόν ἀγρό τοῦ Βοόζ, μάζευα πίσω τίς σταροκεφαλές πού ξέφευγαν ἀπό τό χειρόβολο τοῦ πατέρα μου. Ἀφοῦ μεσουράνησε ὁ ἥλιος, ἕνας πατέρας ἀπό τό διπλανό χωράφι φώναξε μέ γιγαντιαία φωνή στό παιδί του: «Ἥλιου βγάλσιμο, ἥλιου βγάλσιμο, ἥλιου βγάλσιμο». Καί ἔτρεχε στό μαγγανοπήγαδο. «Πατέρα, τί συμβαίνει;» «Φαίνεται ἔστειλε τό παιδί γιά νερό καί κάποια δενδρογαλιά, πού φώλευε στοῦ πηγαδιοῦ τήν ἄκρη, ἄρχισε νά κτυπᾶ τό παιδί μέ τινάγματα στόν ἀέρα.» «Καί τί εἶναι τό «ἥλιου βγάλσιμο»; «Ἄν τό παιδί τρέξει πρός τόν ἥλιο, τό φίδι θαμπώνεται καί θά πάψει να τό κτυπᾶ.
Αὐτό τό μυστικό δέν τό ξεύρομε, δέν τό μάθαμε, δέν τό προσέξαμε στό Εὐαγγέλιο, καί μᾶς κτυπᾶ ὁ ὄφις ὁ ἀρχαῖος κατά πρόσωπον, καί προσπαθοῦμε νά τόν θαμπώσουμε μέ τίς ψευτοευλάβειές μας καί τίς φθηνές καλές μας πράξεις, καί ὄχι μέ τό φῶς τοῦ νοητοῦ ἥλιου τῆς δικαιοσύνης. Βάζουμε μπροστά στά μάτια τοῦ διαβόλου τόσο ἀστεῖα πράγματα, γιά νά τοῦ περιορίσουμε τήν ὁρμή, πού καί ὁ ἴδιος σκᾶ στά γέλια, μᾶς λυπᾶται καί μᾶς ἀφήνει γιά ἄλλη φορά. Δυστυχῶς οἱ ρασοφόροι ἀντλοῦμε δύναμη καί δικαιώματα ὄχι ἀπό τήν ἁγία ἄσκηση, ἀλλά ἀπό τά ἀξιώματα πού μᾶς ἔδωσε ἡ Ἐκκλησία.
Κάποιος Ἐπίσκοπος, εἰσερχόμενος στόν Ναό τοῦ ἁγίου Γερασίμου στήν Κεφαλονιά ἤκουσε τίς φωνές δαιμονισμένης κόρης. Πηγαίνοντας μπροστά της, εἶπε: «Ἐν ὀνόματι τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, ἔξελθε πνεῦμα ἀκάθαρτον». Καί ἐκεῖνο τοῦ ἀπήντησε: Σκάσε, βλάκα. Ἐσύ ποτέ δέν μ' ἔδιωξες ἀπό τήν καρδιά σου καί θά μέ βγάλεις ἀπό αὐτήν, στήν ὁποία εἴκοσι χρόνια κατοικῶ;
Στήν ἐποχή μας ἡ Ἐκκλησία προβάλλει κάποιους Μητροπολίτες γιά μεγάλους θεολόγους καί μάλιστα ἀπαιτεῖ νά στοιχοῦμε καί νά ἀναπαυόμαστε στήν διδασκαλία τους, ἐνῶ ἡ ζωή τους εἶναι  σάν  τήν  μούργα,  πού   κατακάθεται στο βαρέλι καί ἀνεβάζει τήν ὀξύτητα τοῦ λαδιοῦ. Οἱ Ἱεράρχες στήν Ἐκκλησία ἦταν πρῶτα Ἅγιοι καί μετά Πατέρες καί Διδάσκαλοι. Καί ἐμεῖς οἱ δύστυχοι μοναχοί γυρνᾶμε στόν κόσμο μ' ἕναν ντορβά στήν πλάτη καί πουλᾶμε τήν πιό φθηνή ἁγιότητα.
Ἀλλά -δόξα τῶ Θεῶ- φύσηξε λίβας ἐξ Ἀθηνῶν καί μᾶς σάρωσε, μᾶς καθάρισε, ὅπως ὁ ἄνεμος τό σιτάρι ἀπό τά ἄχυρα. Ἀναπάντεχο καλό μᾶς βρίσκει. Πίστεψαν οἱ δημοσιογράφοι πώς λερωθήκαμε ἀπό τόν φόβο μας. Τοὐναντίον πλυθήκαμε καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήκαμε. Φύσηξε ἄνεμος καί ἀπό τά τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος καί ἔσεισε τά δένδρα τοῦ Ἀθωνικοῦ δρυμοῦ, τά ὑψηλόκορμα καί ὑψηλόφρονα. Ὅσα ἦταν ἐπιπολαιόρριζα σκιάχτηκαν τήν δύναμη τοῦ ἀνέμου. Τά βαθύρριζα ἔμειναν ἀπτόητα. Οἱ ἐχθροί σήμερα τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι οὔτε οἱ ταλαίπωροι δημοσιογράφοι οὔτε οἱ ἄθεοι, ἀλλ' οἱ τάχατες εὐλαβεῖς, καί οἱ λεγόμενοι θρησκευτικοί.
Καί ἄς ἔρθουμε πιό κοντά στά δικά μας. Οἱ δυσκολίες μας στά Μοναστήρια εἶναι ἀπό τούς εὐλαβεῖς γονεῖς. Ἄν ἔρθη παιδί στό Μοναστήρι ἀπό εὐσεβή οἰκογένεια, τότε θά δεῖτε μπόρες καί καταιγίδες πού θά ἐπιπέσουν στόν ἡγούμενο καί τούς μοναχούς. Ὁ λαός λέγει «Πάρ' του ὅ,τι ἀγαπᾶ καί θά δεῖς ποιός εἶναι».
Αὐτό τό βιώνουμε πέρα γιά πέρα ἀληθινά στήν θυσία τοῦ Ἀβραάμ. Αὐτές τίς μέρες υἱός χριστιανικῆς οἰκογένειας, καί μάλιστα ἀγωνιζομένης δεινῶς γιά τήν κάθαρση τῆς Ἐκκλησίας, ἐξέφρασε τήν ἐπιθυμία νά ἐξέλθει τοῦ κόσμου καί νά στοιχηθεῖ στίς τάξεις τῶν μοναχῶν. Κυριολεκτικά μέ ἔστησαν στήν μπούκα τοῦ κανονιοῦ. Θεώρησαν τόν μοναχό κακό κατάντημα καί ὄχι καταξίωση καί εὐλογία Θεοῦ.
Ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, ἔχουμε ἀνάγκη ἀποτάξεως τοῦ σατανᾶ καί συντάξεως μέ τόν Ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ Χριστό. Ἐμεῖς, πού χάσαμε τήν ταπείνωση καί ζητοῦμε τήν ἀξιοπρέπεια. Ἐμεῖς, πού φτιάχνουμε ἁγίους ἐκεῖ πού οὔτε ἴχνος ἁγιότητος ὑπάρχει, γιά νά κρυφτοῦμε ἀπό πίσω τους ὅπως οἱ Πρωτόπλαστοι στόν Παράδεισο.
-Ἐγώ, καυχησιολογώντας λέγουμε, ἔχω Γέροντα τόν τάδε προορατικό πατέρα. Καί ἐπαναπαυόμαστε.
Θέλουμε Μοναστήρια καί ἅγιους κληρικούς, ἀλλ' ὄχι ἀπό τά παιδιά μας, ὄχι ἀπό τήν δική μας φυτεία. Ἡ κρίσις τοῦ κόσμου καί τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀπό τούς εὐλαβεῖς καί ἀπό μᾶς τούς κληρικούς καί μοναχούς. Εἶναι ἀνάγκη νά ἀνασυνταχθοῦμε οἱ Χριστιανοί, ἀλλιῶς τό κακό ἀπό μᾶς θά προέλθει στόν κόσμο.
Ὄχι ἄλλο πίσω ἀπό ψευδοπροφῆτες καί ψευδοδιδασκάλους, ἀλλά μετάνοια καί προσανατολισμό στό βγάλσιμο τοῦ ἥλιου, νά θαμπώσει τήν δενδρογαλιά πού κονεύει στά καντούνια τοῦ κόσμου.
Ἀρχ. Γρηγόριος,  Ἡγούμενος τῆς Ἱ. Μονῆς Δοχειαρίου Ἁγ. Ὅρους


Τετράδιο 116 * Αὔγουστος 2009

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014


Ἐπεξεργαστής κειμένου

Ὁ Διευθυντής τοῦ σχολείου ζήτησε ἀπό τούς καθηγητές νά φέρουν γραπτά ἐξετάσεων μέ κείμενα μαθητῶν, ὥστε νά δοῦν στήν πράξη πῶς γίνεται ἡ διόρθωση ἔκθεσης μέ χρήση ἐπεξεργαστῆ κειμένου.

Τό συγκεκριμένο κείμενο ἔκλεψε τήν παράσταση:
Α΄ τάξη Γυμνασίου
( κάπου στήν Κρήτη)

Ο λουκάς εβανκελίστηκε ότι θα γενιθή ο Χρηστός.
τότε ο θεός πέζη μια τ  ανκέλου κε λεει του.
γλάκα μορέ στη γη να βρις το μαριό κε να του ιπής πως θα γενησι το Χρηστό.
γλακά ο ανκελος στη γη πιγε και ηβρικε το μαριό κε ειπεν του.
μαριό εσυ δε το κατεχεις μα ισε βαρεμένο* γιατι θα γενισις το Χρηστό.
το μαριο τοτε λέι όφου και όφου* ιντάπαθα κε ιντανε τα που μου μιλίς, ας εινε ομως θα γενισω το Χρηστό, πιος άντρας όμως θα με παντρεφτει;
κε ιπε τση ο ανκελος, μη στεναχωράσε μαριό κε εγώ θα σου βρω άντρα.
κε πάι ο ανκελος στου οιωφισ* κε του λέι.
οιωφισ το μαριό ινε βαρεμένο από το Θεό κε θα γενισει το Χρηστό, συ όμως θα το παντρεφκης κε δε θα σε νιαζει πράμα.
τοτε ο οιωφισ που δε πιστεβε τα λογια του ανκελου παντρέφτικε το μαριό κε όταν κατάλαβε ότι ήταν βαρεμένο έδωσε εντολή να σφάξουν όλα τα πεδιά.

* βαρεμένο= ἔγκυος
* όφου και όφου= ἄχ καί βάχ
* οιωφισ = Ἰωσήφ


Ὁ ἐπεξεργαστής κειμένου σήκωσε τά χέρια ψηλά…


Τετράδιο 119 * Νοέμβριος 2009

Σάββατο 8 Μαρτίου 2014


Σημειώσεις γιὰ τὸ σχολεῖο
1. Ἕνα ρῆμα ποὺ εἶχε, ἀπροσδόκητα, πολὺ ὑψηλὰ ποσοστὰ χρήσης τὶς μέρες τῆς κρίσης τοῦ Δεκεμβρίου ἦταν τὸ ρῆμα «ἀφουγκράζομαι» καὶ ἡ προτρεπτικὴ ὑποτακτικὴ «νὰ ἀφουγκραστοῦμε τὰ παιδιά». Νὰ σημαίνει κάτι ἄραγε τούτη ἡ λεξιλογικὴ καὶ συντακτικὴ ἐπιλογή; Νομίζω πὼς ὅσοι τὴν ἔκαναν ἐννοοῦσαν ἤ ὑπονοοῦσαν ὅτι τὰ παιδιὰ ἔχουν μέσα τους τὴν ἀλήθεια, εἴτε τὴν ἐκφράζουν καθαρὰ εἴτε τὴν ψελλίζουν ἀδέξια, καὶ ἂν στήσουμε προσεκτικὰ τὸ αὐτί μας θὰ τὴν ἀκούσουμε, θὰ τὴ συλλάβουμε.
Τὰ παιδιὰ τὰ ξέρουν ὅλα, ἔτσι κι ἀλλιῶς, ὅπως ἔλεγε καὶ ἐκεῖνο τὸ δημοφιλὲς τραγουδάκι, καὶ δὲν ἀπομένει σέ μᾶς τοὺς ἐνήλικους παρὰ νὰ τὰ ἀκούσουμε μὲ προσοχή, δηλαδὴ νὰ τὰ ἀφουγκραστοῦμε. Ἐντέλει, τὰ παιδιὰ εἶναι ἀθῶα, τίμια, εἰλικρινῆ, σοφά. Ἂς ἐνωτισθοῦμε τὴ μυστικὴ φωνή τους.
Ἕνα ἄλλο ρῆμα ὡστόσο ποὺ δὲν ἀκούστηκε διόλου καὶ ποὺ θὰ ἀκούγεται στὸ ἑξῆς ὅλο καὶ λιγότερο, ἀνήκει σχεδὸν στὶς ἀπαγορευμένες λέξεις, εἶναι τὸ ρῆμα «διδάσκω». Ὅταν ὅμως μιά κοινωνία ἀφουγκράζεται τὰ παιδιὰ μὰ δὲν τὰ διδάσκει, σημαίνει ἁπλούστατα καὶ τραγικότατα ὅτι δὲν ἔχει τίποτε νὰ τοὺς πεῖ, δὲν ἔχει κάτι νὰ τοὺς παραδώσει.
Στὴ σχολικὴ γλώσσα ἡ διδασκαλία λέγεται σοφὰ καὶ παράδοση, τὸ «παραδίδω» εἶναι συνώνυμο τοῦ «διδάσκω». Αὐτὸ ἀκριβῶς ἄλλωστε σημαίνει διδάσκω : παραδίδω στοὺς μαθητὲς γνώσεις, ἀλήθειες, ἀξίες καί, κυρίως, τοὺς παραδίδω ἕναν κόσμο ὁλόκληρο, τὸν κόσμο ποὺ παρέλαβα ἀπὸ τοὺς πατέρες. Ἡ ἐκπαίδευση ὑπάρχει ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἴμαστε θνητοὶ καὶ πρέπει κάπου νὰ ἀφήσουμε τὸν κόσμο μας, πρέπει σὲ κάποιους νὰ τὸν παραδώσουμε καὶ νὰ τοὺς ἑτοιμάσουμε νὰ τὸν παραλάβουν.
Ὁ Τζαὶμ Σεμπρούν (Jaime Semprun) στὸ βιβλίο του L'Abime se repeuple (1997) γράφει τὸ ἑξῆς: Ὅταν ὁ οἰκολόγος πολίτης ἰσχυρίζεται ὅτι θέτει τὸ πιὸ ἐνοχλητικὸ ἐρώτημα «ποιὸν κόσμο θὰ ἀφήσουμε στὰ παιδιά μας;» ἀποφεύγει νὰ θέσει ἕνα ἄλλο πραγματικὰ ἀνησυχητικὸ ἐρώτημα : «Σὲ τί εἴδους παιδιὰ θὰ ἀφήσουμε τὸν κόσμο;». Ὁ Jean-Claude Michea, στὸν ὁποῖο διαβάζω τὸ παράθεμα, θεωρεῖ πὼς «αὐτὸ εἶναι στὸ ἑξῆς τὸ ἐκπληκτικὸ ἐρώτημα». 
Ὅσο θὰ λιγοστεύουν ἐκεῖνοι ποὺ ἀναλαμβάνουν τὴν εὐθύνη τῆς διδασκαλίας καὶ τῆς παράδοσης, καὶ θὰ πληθαίνουν οἱ ἀφουγκραστές, τόσο τὸ παραπάνω ἐρώτημα θὰ γίνεται ἐκπληκτικότερο καὶ ἡ ὑπονοούμενη ἀπάντηση θὰ ἔρχεται ὅλο καὶ πιὸ κοντὰ στὴν πραγμάτωση.
Ἂν πάντως οἱ τρυφεροὶ ἀφουγκραστές εἶχαν πράγματι τὴν ἱκανότητα νὰ ἀφουγκραστοῦν, τότε ἐκεῖνο ποὺ θὰ ἄκουγαν εἶναι πὼς τὰ παιδιὰ δὲν ἔχουν ἀνάγκη νὰ βροῦν στὸ πρόσωπο τοῦ δασκάλου (καὶ τοῦ ἐνηλίκου ἐν γένει) τὸν ὅμοιο καὶ τὸν ἀδελφό τους —τὸν ὑποκριτὴ δηλαδή, κατὰ τὸν ἀκροτελεύτιο προλογικὸ στίχο τοῦ Μπωντλαίρ— ἀλλὰ ἐκεῖνον ποὺ θὰ τὰ διδάξει μὲ γνώση καὶ κύρος, ἕναν ἄνθρωπο μὲ ὑπόσταση καὶ ὄχι ἀέρα, κάποιον δηλαδὴ μὲ τὸν ὁποῖο νὰ ἀξίζει τὸν κόπο καὶ νὰ συγκρουστοῦν.
2. Εἰπώθηκε κατὰ κόρον ὅτι τὸ σχολεῖο εἶναι βαρετὸ καὶ πληκτικό. Πολλὰ τὰ ἐρωτήματα ποὺ ἀναφύονται ἀπὸ αὐτὴ τὴ μομφή. Κατ΄ ἀρχάς τί ἀκριβῶς εἶναι πληκτικό, τὸ μάθημα, τὸ βιβλίο, ὁ δάσκαλος; Ἀποκλείεται νὰ εἶναι ὁ μαθητὴς βαριεστημένος καὶ ἀδιάφορος; Ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ διδασκαλία, αἴφνης, τῆς Γραμματικῆς τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ γίνει συναρπαστική; Εἶναι δυνατὸν κάθε μάθηση νὰ γίνει εὐχάριστη, σὰν παιχνίδι;
Ἔχω λοιπὸν τὴν ἐντύπωση, γιὰ νὰ μὴν πολλαπλασιάζω ἄσκοπα τὰ ἐρωτήματα, ὅτι ὅσοι προσάπτουν στὸ σχολεῖο τὴ μομφὴ αὐτὴ ἔχουν στὸ μυαλὸ τους κάτι πολὺ χειρότερο ἀπὸ τὸ ὑπάρχον: ἕνα σχολεῖο χωρὶς προσπάθεια, χωρὶς μόχθο, μία παιδεία χωρὶς παιδεμό. Ἁπλούστατα, δὲν γίνεται.
Θὰ ὑπάρχει πάντα ἕνα μεγάλο ποσοστὸ ὄχι ἁπλῶς κόπου ἀλλὰ καὶ ἀπωθητικῆς ἀγγαρείας κατὰ τὴ μάθηση. Δὲν μπορεῖ κάθε μάθηση νὰ εἶναι σὲ ὅλες τὶς στιγμὲς της συναρπαστική. Οἱ μαθητὲς (καὶ οἱ γονεῖς τους) ἄλλωστε τὸ ξέρουν πολὺ καλὰ αὐτὸ καὶ τὸ ἀποδέχονται, ὅταν πρόκειται γιὰ τὶς ξένες γλῶσσες, τὴ μουσικὴ ἤ τὸ χορὸ ποὺ μαθαίνουν ἐκτός τοῦ ὑποχρεωτικοῦ δημόσιου σχολείου. Ἔμαθε ποτὲ κανεὶς μιά ξένη γλώσσα χωρὶς κοπιαστικὴ ἀγγαρεία; Ἂν δὲν τὸ ἀποδέχονται ὅταν πρόκειται γιὰ τὸ ὑποχρεωτικὸ σχολικὸ πρόγραμμα, αὐτὸ ὀφείλεται στὴν κρίση τῆς κοινωνικῆς λειτουργίας τοῦ σχολείου, οἱ ρίζες καὶ ἡ λύση τῆς ὁποίας ὅμως βρίσκονται ἔξω ἀπὸ αὐτό.
Δὲν ἔχω ἀσφαλῶς τίποτε ὑπὲρ τῆς πλήξεως, ἀλλὰ τὸ σχολεῖο λούνα-πὰρκ ποὺ ἔχουν οἱ ἄλλοι στὸ μυαλό τους δὲν εἶναι σχολεῖο. Δὲν μπορεῖ ὅλα σὲ τούτη τὴ ζωὴ νὰ θέλουμε νὰ γίνουν ἕνα παιδικὸ πάρτι γενεθλίων. Τὸ σχολεῖο ἔχει παιδεμό.
Σταῦρος Ζουμπουλάκης

Τετράδιο 127 * Αὔγουστος 2010

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014


Ἐμίσησε τὴν ψεύτικη ἐντύπωση
Γιά τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο ἔκαμαν τὴν κρίση «Ἦταν ὁ ἡρωικότερος τῶν ἁγίων καὶ ὁ ἁγιότερος τῶν ἡρῴων». Γιά τὸν ἀείμνηστον Ἀρχιμανδρίτη Ἰωὴλ Γιαννακόπουλο ἐγὼ προσωπικὰ ἔχω κάνει τὴν κρίση «Ἦταν ὁ σοφότερος τῶν συγχρόνων ἁγίων καὶ ὁ ἁγιότερος τῶν συγχρόνων μας σοφῶν». Καὶ τὸ ὑπεροχότερο πρότυπο σοφοῦ καὶ ἁγίου κληρικοῦ. Γιατὶ εἶχε μία ἀπόλυτη συνέπεια σ’ ἐκεῖνα πού πίστευε καὶ σ’ ἐκεῖνα πού ἔπραττε καὶ ἕνα τεράστιο πνευματικὸ βάθος, τὸ ὁποῖο δέν ἀρκεῖ κανεὶς νά τὸ γνωρίσει, πρέπει καὶ νά μπορεῖ νά τὸ ἀξιολογήσει.
Γεννήθηκε σ’ ἕνα πολὺ μικρὸ καὶ φτωχὸ χωριὸ τῆς Μεσσηνίας πού λεγόταν καὶ λέγεται Μαθία. Σήμερα δέν ξέρω ἂν ὑπάρχει, ἔχει διαλυθεῖ ἐντελῶς. Οἱ γονεῖς του ἦταν χωριάτες, ἐντελῶς ἀσήμαντοι ἄνθρωποι καὶ ἐντελῶς ἄγνωστοι. Καὶ ὁ ἴδιος - χαρακτηρισμὸς τοῦ πατρὸς Ἰωὴλ γιά τὸν ἑαυτὸ του- «Ὅταν ἤμουν στό σχολεῖο, στό δημοτικὸ καὶ στό γυμνάσιο, τὰ ἄλλα παιδιὰ μὲ λέγανε ὁ Κουτοφώτης», γιατὶ τὸ ὄνομά του ἦταν Φώτιος. Ὁ Κουτοφώτης. Ἦταν κουτός. «Μὲ θεωροῦσαν χαζὸ καὶ ἤμουν χαζὸς καὶ δυσμαθής». Λόγια δικὰ του, ὄχι δικά μου. «Δειλὸς, ἀνόητος καὶ βλάκας». Λόγια δικὰ του. Πῶς εἶχε τὸ θάρρος νά τὰ λέει γιά τὸν ἑαυτὸ του, εἶναι λιγάκι δύσκολο νά τὸ μετρήσει κανείς.
Ἀλλὰ νά, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη παιδί, στό σχολεῖο, τὸν ἀπασχόλησε τὸ ἐρώτημα: «Γιατὶ τὰ ἄλλα παιδιὰ εἶναι ἔξυπνα καὶ ἐγὼ εἶμαι κουτὸς καὶ εἶμαι ὁ Χαζοφώτης;». Καὶ ἔψαξε καὶ ἐβρῆκε. Ψάχνοντας ἐβρῆκε. Καὶ τὶ λέτε ἐβρῆκε; Διαπίστωσε ὅτι τὰ ἄλλα παιδιὰ εἶχαν μὲν μία εὐφυΐα, ἀλλὰ εἶχαν καὶ μία ἐπιπολαιότητα. Τσιμπολογοῦσαν ἐδῶ κι ἐκεῖ καὶ πετοῦσαν ἐξυπνάδες. Καὶ οἱ διδάσκαλοι, μὲ τὸ ἄθλιο παιδαγωγικὸ σύστημα πού ἔχουμε ἐδῶ στήν Ἑλλάδα, μένανε εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὶς ἐξυπνάδες τῶν παιδιῶν. «Ἐγώ», μοῦ ἔλεγε ὁ πάτερ Ἰωήλ, «κατάλαβα ὅτι, τουλάχιστον γιά τὸν ἑαυτό μου, ἐπειδὴ ἤμουν δυσμαθής, χρειαζόμουν σοβαρὴ μελέτη». Καὶ προσπάθησε νά κάνει ὅσο πιὸ σοβαρὴ μελέτη μποροῦσε. Φυσικὰ μὲ ἐπαναλήψεις. Καὶ τὰ κατάφερε. Κατάλαβε ἀπὸ τότε ὅτι μπορεῖ ὁ ἴδιος νά μορφωθεῖ καὶ νά ἔχει βάσεις πνευματικές, μορφωτικὲς ἐννοοῦμε, πιὸ καλὲς ἀπὸ τὰ ἄλλα παιδιά, βάσεις πιὸ σταθερές. Καὶ κατάλαβε ὅτι ἡ ἐντύπωση εἶναι ἕνα ψεύτικο πρᾶγμα πού δέν ἀξίζει τὸν κόπο νά τοῦ δίνει κανεὶς σημασία. Καὶ ἔτσι, μοῦ ἔλεγε, σὲ ἡλικία νεαροτάτη, 14–15 χρόνων, ἐμίσησε τὴν ψεύτικη ἐντύπωση.
Γιατί; Ἐπειδὴ κατάλαβε. Ποιὸ ἦταν τὸ συμπέρασμά του; Τὸ συμπέρασμά του ἦταν : Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι αὐτό πού εἶναι καὶ μπορεῖ νά ἀλλάξει, μπορεῖ νά διορθωθεῖ. Ἡ σκέψη αὐτὴ, τόσο πρώιμη ἀλλὰ καὶ πολὺ βαθιὰ, εἶναι αὐτή πού ἐσφράγισε ὁλόκληρη τή ζωή του.
Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος


Τετράδιο 161 * Σεπτέμβριος 2013