Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βρεττάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βρεττάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026


Ὁ ἰδιότυπος Φώτης Κόντογλου

Ἡ πρώτη μου γνωριμία μὲ τὸ εἶδος γραφῆς τοῦ Φώτη Κόντογλου, ἔγινε στὰ μαθητικά μου χρόνια. Τότε διάβασα τὸ βιβλίο τοῦ «Πέδρο Καζᾶς» (ἐκδόσεις Χ. Γανιάρη, 1922) καὶ ἐντυπωσιάστηκα ἀπὸ τὴν ἰδιοτυπία του: Γλώσσα, τρόπος ἀφήγησης, πειστικὴ περιπέτεια. Κι ὅπως τὰ καλὰ βιβλία ποὺ μποροῦσαν νὰ φτάσουν ὡς τὴν ἐπαρχία μου ἦταν ἐλάχιστα, τὸ διάβασα καὶ τὸ ξαναδιάβασα. Ἔτυχε μάλιστα νὰ τὸ διαβάσω κοντὰ-κοντὰ μὲ τὸ «Ντὲ προφούντις» τοῦ Ὄσκαρ Οὐάιλντ, ἕνα βιβλίο ποὺ μὲ εἶχε συνεπάρει μὲ τὸν κεντημένο του λόγο, τὴ λεπταισθησία καὶ τὴν πραγματικὰ ἐκ βαθέων ἀνθρώπινη θλίψη του. Αὐτὰ καὶ ἄλλα, ποὺ παράλληλα διάβασα τὴν ἴδια ἐποχή, δὲν εἶχαν καμμία σχέση τὸ ἕνα με τὸ ἄλλο. Ἀποτελοῦσαν διαφορετικοὺς κόσμους ἄσχετους μεταξύ τους. Μποροῦσα νὰ διακρίνω ἔτσι τοὺς κόσμους αὐτῶν τῶν δημιουργῶν, ποὺ ὁ καθένας τοὺς εἶχε τὴ δική του ἀτμόσφαιρα, τὸ δικό του χρῶμα, τὴ δική του ἰδεατὴ αὐτοτέλεια. Τὸ κοινό τους γνώρισμα ἦταν τὸ ὅτι εἶχαν τὴ δύναμη νὰ ἐπιβάλλουν τὴν ἀποδοχή τους καὶ νὰ ἐντυπώνουν στὸ μυαλό μου τὸ ὄνομα τοῦ συγγραφέα τους.
Ἀπὸ τότε τοποθέτησα τὸ ὄνομα τοῦ Φώτη Κόντογλου στὰ ἰδιαίτερά μου. Δὲν μποροῦσα νὰ ἀποστῶ τοῦ πειρασμοῦ. Ἀναζητοῦσα κάθε νέο βιβλίο ἢ ἀνάτυπο, φυλλάδιο, ἢ ἐπιφυλλίδα ποὺ εἶχε τὸ ὄνομά του. Ἀκόμη καὶ τὸ «πεποιημένο» ὕφος του στὶς πολύμορφες ἀφηγήσεις τῶν τελευταίων χρόνων του δὲν ἦταν στερημένο ἀπὸ τὴν ἰδιότυπη γοητεία τοῦ εὔστροφου καὶ πληθωρικοῦ Ἀνατολίτη Κόντογλου. Ὁ συγκερασμὸς τοῦ ἐξωτικοῦ, τοῦ μυστικιστικοῦ, ἱστορικοῦ ἢ ἁπλῶς παραδοσιακοῦ στοιχείου στὸν σχεδὸν λαϊκὸ λόγο, δὲ σὲ ἄφηνε ἀδιάφορο. Ὁ Κόντογλου ἦταν ἕνας καθαρόαιμος Ῥωμιὸς καὶ μαγνήτιζε μὲ τὰ κείμενά του τὸν λίγο ἢ πολὺ Ῥωμιὸ ποὺ ὅλοι μας ἔχουμε μέσα μας.
Ὁ συγγραφέας τοῦ «Πέδρο Καζᾶς» ἀποτελεῖ μίαν ἰδιοτυπία γιὰ τὰ Γράμματά μας, γιὰ τὴ ζωγραφική, ἀκόμη καὶ τὶς δοκιμιακὲς ἐπιδόσεις του («Ἡ τέχνη τοῦ Ἄθω» 1923, «Γιὰ νὰ πάρουμε μία ἰδέα γιὰ τὴ ζωγραφική» 1929, «Ἔκφρασις» 1960). Κι ἂν ἡ ἰδιοτυπία εἶναι αὐτὸ ποὺ ξεχωρίζει τὶς προσωπικότητες μεταξύ τους, ἡ δική του ἰδιοτυπία ἀποτελεῖ μία μοναδικότητα. Οἱ δημιουργοὶ καλύπτουν τὴν ἱστορία τῆς ζωῆς καὶ ἡ ἀπουσία τῆς δικῆς του ἰδιοτυπίας θὰ ἄφηνε μία μακριὰ περίοδο δρώμενων τῆς φυλῆς μας ἀνιστόρητη. Τὸ γένος, ἡ πίστη, ἡ ὀρθοδοξία, ἡ ἀποκοτιά, ἡ περιπέτεια, τὸ ἐξαγιασμένο ἀπὸ τὸ αἷμα πατρικὸ χῶμα, πράγματα «φημισμένα» ποὺ πᾶνε νὰ λησμονηθοῦν, ὁ Ἕλληνας. Κυρίως ὁ Ἕλληνας, ποὺ ἐξαιτίας τῆς πίστης του καὶ τῶν βασάνων του, ἀπόχτησε μία θειότητα σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ὁ Ἕλληνας γιὰ τὸν Κόντογλου, ἔχει μίαν ἁγιότητα μέσα του κι εἴτε γίνεται πειρατής, εἴτε κουρσάρος, εἴτε καὶ φονιὰς ἀκόμη, ὁ Θεὸς ὅλα τοῦ τὰ συγχωρεῖ.
Τὸ πνεῦμα αὐτοῦ τοῦ Ἕλληνα καὶ αὐτῆς τῆς ἐποχῆς, ἀποτελεῖ τὴ συνισταμένη τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ πνεύματός του. Εἶναι ὁ ἴδιος καμωμένος ἀπὸ τὴ δόξα τῶν ἡρώων του. Κι ἂν δὲν ἦταν συγγραφέας, ζωγράφος, εἰκονογράφος βιβλίων, δάσκαλος, θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι θαλασσοπόρος καὶ πειρατὴς καὶ κουρσάρος. Ὁ κόσμος του δὲ δέχεται καμμία ἐπιρροὴ ἀπὸ τὸν ἔξω κόσμο. Ἐκφράζεται μὲ τὴ δική του σκέψη, τὴ δική του γλώσσα, τὸ δικό του ὕφος. Γράφει ὅπως ἕνας ἀσπούδαχτος. Πρότυπά του ὁ λαϊκὸς λόγος, γραμμένος ἢ προφορικός. Φιλοδοξεῖ νὰ γίνει ὁ ἀπολογητὴς τῶν παθῶν τοῦ Ἕλληνα, ποὺ πιστεύει καὶ πολεμάει ἀδιάκοπα μὲ κάθε τρόπο.
Ἦταν γύρω στὸ 1946 ὅταν στὸ βιβλιοπωλεῖο «Ἀετὸς» μισογυρμένος, ὅπως τὸ συνήθιζε, μὲ ἀκουμπισμένο μὲ τὸ ἕνα του πλευρὸ σ᾿ ἕναν πάγκο ἀπὸ βιβλία, μοῦ μίλησε μ᾿ ἕνα πάθος σχεδὸν μανιακὸ γι᾿ αὐτὰ τὰ ξένα ρεύματα ποὺ ἔρχονται νὰ ἀνατρέψουν τὴν ἱστορικὴ συνέχεια αὐτοῦ τοῦ Ἕλληνα. Μοῦ ἔλεγε: «Αὐτοὶ ποὺ τὰ δέχονται, εἶναι πολέμιοι τοῦ γένους μας. Ἐμεῖς δὲν πρέπει νὰ χάνουμε τὸ Θεὸ ἀπὸ τὰ μάτια μας κ᾿ ἐκείνους ποὺ μὲ τὰ βάσανά τους μᾶς ὁδήγησαν ὡς ἐδῶ ποὺ εἴμαστε. Ἔτσι ποὺ πᾶμε, θ᾿ ἀφανιστοῦμε». Ἀποτελεῖ κι αὐτὸ μιὰ πλευρὰ τῆς μοναδικῆς ἰδιοτυπίας τοῦ Κόντογλου, ποὺ δὲν ἦταν ἀπαλλαγμένος κι ἀπὸ ἕνα εἶδος δονκιχωτισμοὺ γιὰ τὶς μέρες ἐκεῖνες καί, φυσικά, καὶ γιὰ τὶς μέρες μας. θεωροῦσε προδοσία τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῶν ἀδάμαστων ψυχῶν». Αὐτὸ ποὺ ὁ ἴδιος ἔλεγε «τιμιώτατον» γιὰ τὸ ἔργο του ἦταν ἡ παθολογική του ἀγάπη, ἡ συνοστέωσή του θὰ ἔλεγα μ᾿ αὐτὸ τὸν τόπο, τὶς παραδόσεις του καὶ τὴ θρησκεία του. Ἡ μονομανία του μεταβαλλόταν κάποτε σὲ σκέτη χολή. «Τί ψυχολογίες, τί ὑποσυνείδητα, τί ἰψενικὰ τρίγωνα, τί πασχαλινὰ τετράγωνα, τί σοφίες ποὺ τρέμει ὁ κόσμος, τί θεωρίες, φοβερὰ πράγματα (...) Τί εἶπε ὁ Προύστ, τί ἔκανε ὁ Μπωντλαίρ (...) γιόμισε ὁ κόσμος ἀπὸ λογῆς-λογῆς ξεράσματα καὶ κλεφτοφάναρα».
Ὡστόσο, ἂν δὲν ἦταν ὁ τόσο πεισματικὰ ἀσυμβίβαστος, ὁ κολλημένος ὅπως τὸ ὄστρακο πάνω στὴ δική του πέτρα, δὲν θὰ ἦταν ὁ Φώτης Κόντογλου, ὁ κάποτε ἡρωικο-κουτσαβάκης, ἀλλὰ κάτι ἄλλο. Εἶναι ἕνας ἔντιμος καὶ δίκαιος ποὺ προσωποποιεῖ τὸν Ἕλληνα ἀνάμεσα στὸ Βυζάντιο καὶ τὴ Μικρασιατικὴ καταστροφή. Ὁ Κόντογλου δὲν ἀπέτυχε σ᾿ αὐτὴ τὴν προσωποποίηση, οὔτε ὡς συγγραφέας, οὔτε ὡς ζωγράφος, οὔτε ὡς ἁγιογράφος, οὔτε ὡς εἰκονογράφος βιβλίων. Μὲ τὴν ἀντίληψη ὅτι «ὁ ποιητὴς εἶναι ἀνάγκη, δίχως ἄλλο, νἄχει χαρίσματα ζωγράφου» καί, φυσικά, κι ὁ ζωγράφος χαρίσματα ποιητῆ, κατόρθωσε νὰ ἑνοποιήσει τὴν πολύμορφη δραστηριότητά του καὶ νὰ ἐπιβάλει τὴ δική του ἰδιότυπη προσωπικότητα, δίνοντας τὰ πράγματα καὶ τὰ συμβάντα τῶν ἡμερῶν ποὺ ἱστόρησε μὲ κάποια φυσικὰ καὶ κάποτε ἠθελημένη ἁπλότητα, μὲ φαντασία, ἀλλὰ χωρὶς φανταχτερὰ χρώματα, ὅπως ἔδωσε καὶ τοὺς Ἁγίους του. Γήινα πράγματα, ἐπιβεβαίωση τῆς θεότητας.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026



Τὸ καθαρότερο πράγμα τῆς δημιουργίας
Δὲν ξέρω, μὰ δὲν ἔμεινε καθόλου σκοτάδι.
Ὁ ἥλιος χύθηκε μέσα μου ἀπὸ χίλιες πληγές.
Καὶ τούτη τὴ λευκότητα ποὺ σὲ περιβάλλω
δὲ θὰ τὴ βρεῖς οὔτε στὶς Ἄλπεις, γιατὶ αὐτὸς ὁ ἀγέρας
στριφογυρνᾶ ὡς ἐκεῖ ψηλὰ καὶ τὸ χιόνι λερώνεται.
Καὶ στὸ λευκὸ τριαντάφυλλο βρίσκεις μιὰ ἰδέα σκόνης.
Τὸ τέλειο θαῦμα θὰ τὸ βρεῖς μοναχὰ μὲς στὸν ἄνθρωπο:
λευκὲς ἐκτάσεις ποὺ ἀκτινοβολοῦν ἀληθινὰ
στὸ σύμπαν καὶ ὑπερέχουν. Τὸ πιὸ καθαρὸ
πράγμα λοιπὸν τῆς δημιουργίας δὲν εἶναι τὸ λυκόφως,
οὔτε ὁ οὐρανὸς ποὺ καθρεφτίζεται μὲς στὸ ποτάμι,
οὔτε ὁ ἥλιος πάνω στῆς μηλιᾶς τ᾿ ἄνθη. Εἶναι ἡ ἀγάπη.
Νικηφόρος Βρεττάκος

Κυριακή 15 Ιουνίου 2025



Ἐπιστροφὴ στὸ βουνό
Δὲ θὰ ξανάρθω πιὰ κοντά σου
νὰ μὴν ἀκούσεις τὸ ποτάμι
ποὺ μὲς στὸ στῆθος μου κυλᾷ.
Ἂν δεῖς τὸν ἥλιο νὰ σοῦ γνέφει
τὸν ἕσπερο νὰ σὲ ρωτᾷ,
βάλε τὰ σπάρτα τὰ μαλλιά σου
τὶς μυγδαλιὲς στὴν ἀγκαλιά σου
κι᾿ ἔβγα νυφούλα στὰ βουνὰ
Ἔβγα νυφούλα στὰ βουνά.
κι᾿ ἂν σὲ ρωτήσουνε τ᾿ ἀλάφια,
ἂν σὲ ρωτήσουν τὰ πουλιά,
πές τους: θὰ βγῶ μὲ τὸ φεγγάρι,
μὲ τρεῖς ἀγγέλους συντροφιά!
Διπλὸ γαρύφαλλο στ᾿ ἀφτί μου,
ἡ μάνα μου καὶ τ᾿ ἄλογό μου,
ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς κ᾿ ἑφτὰ παιδιά!
Νικηφόρος Βρεττᾶκος

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2024



Ἂν δὲν μοῦ ‘δινες ποίηση Κύριε
Ἂν δὲ μοῦ ‘δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
Αὐτὰ τὰ χωράφια δὲ θἆταν δικά μου.
Ἐνῷ τώρα εὐτύχησα νἄχω μηλιές,
νὰ πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου,
νὰ γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο,
ἡ ἔρημός μου λαό,
τὰ περιβόλια μου ἀηδόνια.
Λοιπόν; Πῶς σοῦ φαίνονται; Εἶδες
τὰ στάχυα μου, Κύριε; Εἶδες τ᾿ ἀμπέλια μου;
Εἶδες τί ὄμορφα ποὺ πέφτει τὸ φῶς
στὶς γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι᾿ ἔχω ἀκόμη καιρό!
Δὲν ξεχέρσωσα ὅλο τὸ χῶρο μου, Κύριε.
Μ᾿ ἀνασκάφτει ὁ πόνος μου κι᾿ ὁ κλῆρος μου μεγαλώνει.
Ἀσωτεύω τὸ γέλιο μου σὰν ψωμὶ ποὺ μοιράζεται.
Ὅμως,
δὲν ξοδεύω τὸν ἥλιο σου ἄδικα.
Δὲν πετῶ οὔτε ψίχουλο ἀπ᾿ ὅ,τι μοῦ δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι τὴν ἐρμιὰ καὶ τὶς κατεβασιὲς τοῦ χειμῶνα.
Γιατί θἄρθει τὸ βράδυ μου. Γιατί φτάνει ὅπου νἆναι
τὸ βράδυ μου, Κύριε, καὶ πρέπει
νἄχω κάμει πρὶν φύγω τὴν καλύβα μου ἐκκλησιὰ
γιὰ τοὺς τσοπάνηδες τῆς ἀγάπης.
Νικηφόρος Βρεττάκος

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2024



Ὢ, τί καλὰ ποὖναι σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο
Ὢ, τί καλὰ ποὖναι σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο,

κάτω ἀπ’ τὴν ρόδα τοῦ ἥλιου ποὺ δὲν χάνει

οὔτε ἕνα χιλιοστὸ καθὼς γυρίζει

ἀπ’ τὸ πρωί ὥς τὸ βράδυ πάνωθέ μου!

Ὢ, τί καλὰ ποὖναι σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο,

τὸν κόσμο αὐτὸ ποὖναι γιομάτος μάγια

καὶ βρυσοῦλες φωτός! Δὲν ἔχω ἀρχίσει

τὸ τραγούδι του ἀκόμη, μὰ ἔχω ἐντός μου

χρόνο πολύ κι ἀγέρα καὶ πιστεύω

πώς θὰ μοῦ δώσει ὁ Θεός νὰ τὸ τελειώσω.

Ὢ, τί καλὰ ποὖναι σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο!


Ὅλα τὰ λόγια γίνονται τραγούδι

στ’ ἁπλά μου χείλη σήμερα καὶ τρέχουν

ἀβίαστα, καθαρὰ, σὰν τὸ νεράκι

τῆς Βρύσης τοῦ Πουλιοῦ ποὺ καναλίζει

τὸ καλοκαίρι. Εἶμαι ἕνα ποτάμι

ξεχειλισμένο. Ἔχω καταλύσει

τὸ φράγμα τοῦ ἥλιου. Θεέ μου, περισσεύω!

Δὲν σοῦ γυρεύω τίποτα ὅπως ὁ ἥλιος

κι ὁ ἀγέρας σοῦ γυρεύουν. Ἔχω ἀπ’ ὅλα.

Μικρὴ φωνὴ πουλιοῦ θέλω ν’ ἀφήσω

μέσα στ’ αὐτὶ σου μόνο. Μοῦ περίσσεψε

σήμερα τὸ τραγούδι καὶ δὲν ξέρω

τὶ νὰ τὸ κάμω, ποῦ νὰ τὸ χωρέσω!


Κάνε με ἀηδόνι Θεέ μου, πάρε μου ὅλες

τὶς λέξεις κι ἄφησέ μου τὴ φωτιά,

τὴ λαχτάρα, τὸ πάθος, τὴν ἀγάπη,

νὰ τραγουδῶ ἔτσι ἁπλά, ὅπως τραγουδοῦσαν

οἱ γρῦλοι μιὰ φορὰ κι ἀντιλαλοῦσε

ἡ Πλούμιτσα τὴ νύχτα. Ὅπως ἡ Βρύση

τοῦ Πουλιοῦ μὲς στὴ φτέρη. Νὰ γιομίζω

μὲ τὸ μουμούρισμά μου τὴ μεγάλη

κυψέλη τ᾿ οὐρανοῦ. Νὰ θησαυρίζω

τὰ νερὰ τῶν βροχῶν καὶ τὶς ἀνταύγειες

ἀπ᾿ τὸ θαῦμα τοῦ κόσμου. Νὰ μ᾿ ἁπλώνουν

τὶς φοῦχτες τους οἱ ἄνθρωποι κι ἕνας ἕνας

νὰ προσπερνοῦν. Κι ἀδιάκοπα νὰ ρέω

τὴ ζωή, τὴν ἐλπίδα, τὴ λάμψη τοῦ ἥλιου,

τοῦ ἡλιογέρματος τὸ γαρουφαλένιο

ψιχάλισμα στὰ ὄρη, τὴ χαρά,

τὰ χρώματα νὰ ρέω τοῦ οὐράνιου τόξου

καὶ τὴ βροχούλα τῆς ἀστροφεγγιᾶς.


Ὢ τί καλὰ πού ᾿ναι σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο!

Νικηφόρος Βρεττᾶκος

Βρύση τοῦ Πουλιοῦ: πηγή στὸν Ταΰγετο

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2019


Ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα
Ὅταν κάποτε φύγω ἀπὸ τοῦτο τὸ φῶς
θὰ ἑλιχθῶ πρὸς τὰ πάνω ὅπως ἕνα
ρυακάκι ποὺ μουρμουρίζει.
Κι ἂν τυχὸν κάπου ἀνάμεσα
στοὺς γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω ἀγγέλους, θὰ τοὺς
μιλήσω ἑλληνικά, ἐπειδὴ
δὲν ξέρουνε γλῶσσες. Μιλᾶνε
μεταξύ τους μὲ μουσική.
Νικηφόρος Βρεττᾶκος

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2018



Μιὰ μυγδαλιὰ καὶ δίπλα της...
Μιὰ μυγδαλιὰ καὶ δίπλα της,
ἐσύ. Μὰ πότε ἀνθίσατε;
Στέκομαι στὸ παράθυρο
καὶ σᾶς κοιτῶ καὶ κλαίω.
Τόση χαρὰ δὲν τὴν μποροῦν
τὰ μάτια.
Δός μου, Θεέ μου,
ὅλες τὶς στέρνες τ᾿ οὐρανοῦ
νὰ στὶς γιομίσω.
Νικηφόρος Βρεττᾶκος