Τρίτη 30 Ιουνίου 2026


Ἁπλὴ ἀλήθεια
Γενικὰ οἱ Ἕλληνες εἶναι ἀγράμματοι καὶ ἀγνοοῦν τοὺς θησαυροὺς τῆς πατρίδας τους.
Θὰ γίνουν θρῆσκοι ὅσο μορφώνονται, ἀντίθετα μὲ ἄλλους ποὺ ὅσο μορφώνονται παύουν νὰ εἶναι θρῆσκοι.
Γιάννης Τσαρούχης

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

 


Ἡ παγίδα τῶν ἐνοχῶν

Μοῦ ἔλεγε ὁ Γέροντας μιὰ μέρα:

«Ὁ χριστιανὸς πρέπει νά ἀποφεύγει τήν ἀρρωστημένη θρησκευτικότητα: τόσο τό αἴσθημα ἀνωτερότητος γιὰ τὴν ἀρετή του, ὅσο καὶ τὸ αἴσθημα κατωτερότητος γιὰ τὴν ἁμαρτωλότητά του. Ἄλλο πράγμα εἶναι τὸ κόμπλεξ καὶ ἄλλο ἡ ταπείνωση, ἄλλο ἡ μελαγχολία καὶ ἄλλο ἡ μετάνοια.

Μὲ ἐπισκέφθηκε κάποτε ἕνας κοσμικὸς ψυχίατρος καὶ μοῦ κατηγόρησε τὸν Χριστιανισμό, διότι, ὅπως εἶπε, δημιουργεῖ ἐνοχὲς καὶ μελαγχολία. Τοῦ ἀπάντησα: Παραδέχομαι ὅτι μερικοὶ χριστιανοί, ἀπὸ σφάλματα δικά τους ἤ ἄλλων, παγιδεύονται στὴν ἀρρώστια τῶν ἐνοχῶν, ἀλλὰ κι ἐσὺ πρέπει νὰ παραδεχθεῖς ὅτι οἱ κοσμικοὶ παγιδεύονται σὲ μία χειρότερη ἀρρώστια, τὴν ὑπερηφάνεια. Καὶ οἱ μὲν θρησκευτικὲς ἐνοχές, κοντὰ στὸν Χριστό, φεύγουν μὲ τὴν μετάνοια καὶ τὴν ἐξομολόγηση, ἡ ὑπερηφάνεια ὅμως τῶν κοσμικῶν, ποὺ ζοῦν μακριὰ ἀπὸ τὸν Χριστό, δέν φεύγει.

Μὲ τὶς τοποθετήσεις αὐτὲς τοῦ Γέροντα, ξεκαθάριζαν μέσα μου μερικὲς ἀπορίες ποὺ εἶχα, ἀναφορικὰ μὲ ψυχολογικὰ προβλήματα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ἀντιλαμβανόμουν ὅτι ὁ Γέροντας ἤθελε νὰ ἀποφεύγουμε τὴν ὑπερηφάνεια, τὴν μεταμφιεσμένη σὲ αὐτοδικαίωση «χριστιανικοῦ» φαρισαϊσμοῦ ἤ σὲ αὐτοκαταδίκη «χριστιανικῆς» περιδεοῦς συνειδήσεως. Ἔβλεπα ὅτι ἡ θρασύτητα τῶν αἰσθανομένων ὡς «καθαρῶν» καὶ ἡ δειλία τῶν αἰσθανομένων ὡς «ἐνόχων» δὲν διαφέρουν οὐσιαστικά, ὅτι εἶναι δύο ὄψεις τοῦ αὐτοῦ νομίσματος, τῆς ὑπερηφάνειας. Διότι ὁ ἀληθινὰ πιστὸς χριστιανὸς ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὴν ἐνοχὴ μὲ τὴν ἐξομολόγηση καὶ τὴν ἄφεση καὶ χαίρει στὴν ἐλευθερία αὐτὴ ποὺ τοῦ χάρισε ὁ Χριστός. Γνωρίζοντας δὲ ὅτι αὐτὸ εἶναι δῶρο Θεοῦ, εὐγνωμονεῖ καὶ δὲν περιφρονεῖ. Εἶναι καθαρὸς διὰ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι ἀπὸ δικό του κατόρθωμα. Ἔτσι, χαίρει καὶ εὐχαριστεῖ καὶ δὲν ὑπερηφανεύεται, καὶ ἐπιπλέον βλέπει καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους δυνάμει καλοὺς διὰ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Γέροντας μᾶς ἔδειχνε τὸν δρόμο ποὺ παράκαμπτει τὸ κακὸ (ἁμαρτία) καὶ τὸ χειρότερο (ὑπερηφάνεια ἀρετῆς) καὶ ὁδηγοῦσε στὸ καλύτερο, στὴν ταπείνωση. Γι’ αὐτὸ προσπαθοῦσε νὰ προστατεύσει τὴν γνησιότητα τῆς ταπείνωσης ἀπὸ τοὺς κινδύνους νόθευσής της. Μοῦ ἔλεγε: «Νὰ εἴμαστε ταπεινοί, ἀλλὰ νὰ μὴν ταπεινολογοῦμε. Ἡ ταπεινολογία εἶναι παγίδα τοῦ διαβόλου, ποὺ φέρνει τὴν ἀπελπισία καὶ τὴν ἀδράνεια, ἐνῶ ἡ ἀληθινὴ ταπείνωση φέρνει τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ».

Ὁ Γέροντας, μὲ τὴν διδασκαλία του καὶ περισσότερο μὲ τὰ βιώματά του, ἐποίμαινε τὰ πρόβατά του καὶ τὰ ὁδηγοῦσε σὲ λειμῶνες ἀγάπης καὶ ταπείνωσης. Ζοῦσε ὁ ἴδιος τὴν ταπείνωση, πιστεύοντας ὅτι ἐκεῖνος εἶναι τὸ τίποτε, γιατὶ ὁ Θεός εἶναι, ὅπως ἔλεγε, τὸ πᾶν, κι ὅτι, ὅ,τι ἐμεῖς βλέπαμε πὼς εἶχε, δὲν ἦταν δικό του, ἀλλὰ δῶρο τοῦ Θεοῦ.

Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης


Κυριακή 28 Ιουνίου 2026


Γιατί ἀνάβουμε τὸ καντήλι
Πρῶτον: Γιατί ἡ πίστη μας εἶναι φῶς. Ὁ Χριστὸς εἶπε: «Ἐγὼ εἰμὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου». Τὸ φῶς τῆς κανδήλας μᾶς θυμίζει τὸ φῶς, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Χριστὸς καταυγάζει τὶς ψυχές μας.
Δεύτερον: Γιὰ νὰ μᾶς θυμίζει, ὅτι καὶ ἡ ζωὴ μας πρέπει νὰ εἶναι φωτεινὴ σὰν τῶν ἁγίων, δηλαδὴ τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τοὺς ὀνομάζει «τέκνα φωτός».
Τρίτον: Γιὰ νὰ εἶναι ἔλεγχος στὰ σκοτεινά μας ἔργα καὶ στὶς κακές μας ἐνθυμήσεις καὶ ἐπιθυμίες. Καὶ ἔτσι νὰ τὰ ἐπαναφέρει ὅλα στὸ δρόμο τοῦ φωτὸς τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου. Γιὰ νὰ λάμψει «τὸ φῶς ἡμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως εἴδωσιν ἡμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ἡμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς».
Τέταρτον: Εἶναι μία μικρὴ δική μας θυσία, σημεῖο καὶ δεῖγμα τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ τῆς ἀγάπης, ποὺ ὀφείλουμε στὸν Θεὸ γιὰ τὴ μεγάλη θυσία ποὺ ἔκαμε γιά μᾶς. Μὲ αὐτὴν καὶ μὲ τὴν προσευχή μας, τὸν εὐχαριστοῦμε γιὰ τὴ ζωή, γιὰ τὴ σωτηρία καὶ γιὰ ὅλα ὅσα μᾶς χαρίζει ἡ θεϊκὴ καὶ ἄπειρη ἀγάπη του.
Πέμπτον: Γιὰ νὰ εἶναι φόβητρο στὶς δυνάμεις τοῦ σκότους, ποὺ μᾶς ἐπιτίθενται μὲ ἰδιαίτερη πονηρία πρὶν καὶ κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς καὶ θέλουν νὰ ἀπομακρύνουν τὴ σκέψη μας ἀπὸ τὸν Θεό. Οἱ δαίμονες ἀγαποῦν τὸ σκοτάδι καὶ τρέμουν τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τό φῶς ἐκείνων ποὺ ἀγαποῦν τὸν Χριστό.
Ἕκτον: Γιὰ νὰ μᾶς παρακινεῖ σὲ αὐτοθυσία. Ὅπως δηλαδὴ μὲ τὸ λάδι καίγεται στὸ καντήλι τὸ φυτίλι, ἔτσι καὶ τὸ δικό μας θέλημα νὰ καίγεται μὲ τὴ φλόγα τῆς ἀγάπης γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ὑποτάσσεται πάντοτε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Ἕβδομον: Γιὰ νὰ μάθουμε ὅτι: Ὅπως δὲν ἀνάβει τὸ καντήλι χωρὶς τὰ δικά μας χέρια, ἔτσι καὶ τὸ ἐσωτερικὸ καντήλι τῆς καρδιᾶς μας δὲν ἀνάβει χωρὶς τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Οἱ κόποι τῶν ἀρετῶν μας εἶναι ἡ καύσιμη ὕλη (τὸ φυτίλι καὶ τὸ λάδι), ποὺ γιὰ νὰ ἀνάψουν καὶ νὰ φωτίσουν χρειάζονται τὸ «πῦρ» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Σάββατο 27 Ιουνίου 2026



Νὰ νοσταλγεῖς τὸν τόπο σου ζώντας στὸν τόπο σου
Κάθε δίλημμα σήμερα τοῦ τύπου «Ὀρθοδοξία ἢ Ἑλληνισμὸς» εἶναι ὄχι μόνο πλαστό, ἀλλὰ καὶ ἐθνοκτόνο. Γιατὶ σημαίνει τάση ἐπιστροφῆς στὴν ἀτέλειά μας, στὴν παλαιὰ ἀγωνιώδη ἀναζήτησή μας. Ἐνῶ γιὰ τὸν Ἑλληνισμό, ποὺ διασώζει τὴν αὐτοσυνειδησία του, τὸ ζητούμενο εὑρέθη. Εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία.
«Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν ...εὕρομεν πίστη ἀληθῆ! Εὕρομεν τὴν ἀλήθειαν».
Κάθε ἀποδέσμευση τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία δὲν συνιστᾶ μόνο τραγικὸ διαμελισμὸ τῆς ὑπάρξεώς μας, ἀλλὰ καὶ καθαρὸ παραλογισμό... Ὅπου χάνεται ἡ Ὀρθοδοξία, χάνεται καὶ ὁ Ἑλληνισμός! Ἰδοὺ γιατὶ κάθε παρόμοια ἐπιδίωξη συνιστᾶ ὀπισθοδρόμηση καὶ ὄχι πρόοδο. Γιατὶ μετέχει στὸν «συντηρητισμὸ» τῶν αἱρέσεων, τῶν «ἑλληνιστικῶν λήρων» κατὰ τὸν Μέγα Φώτιο. (λῆρος=λόγος ἐντυπωσιακὸς ἀλλὰ χωρὶς οὐσιαστικὸ περιεχόμενο, παραλήρημα, φλυαρία, ἀνοησία).
Τὸ τραγικότερο ὅμως, συνιστᾶ, ἰδιαίτερα σήμερα, ἀπώλεια κάθε δυνάμεως αὐτοπροστασίας, μὲ ἀπόληξη τὸν ραγιαδισμὸ καὶ τὴν ὑποδούλωση. Τὸ μόνο ποὺ ἔχει νὰ προσφέρει ὁ σημερινὸς Ἑλληνισμὸς στὸν κόσμο εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη παράδοσή του. Ὁ Ἑλληνισμὸς σώζεται ἐκεῖ κυριολεκτικὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ἐκεῖ σώζεται ἡ γλώσσα καὶ ἐθνική μας συνείδηση. Γι' αὐτὸ πολεμεῖται ἡ Ἐκκλησία. Γιὰ νὰ ἀποσυνδεθεῖ τελείως ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία σὲ ὅλες τὶς δομὲς τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος καὶ γι' αὐτὸ θὰ ἀντιστεκόμαστε μέχρι θανάτου.
Τὸ «Κρυφὸ Σχολειὸ» ἦταν ἡ ἀνεπίσημη φροντίδα τῆς Ἐκκλησίας νὰ διδάσκει τὴ γλώσσα καὶ τὴν ἱστορία μας στὰ σκλαβόπουλα. Καὶ ἔτσι σωθήκαμε μὲ ὅλη τὴν Ἱστορική μας ὕπαρξη. Ἂν στὴν πολυώνυμη δουλεία μας δὲν εἴχαμε τὴν κιβωτὸ τῆς Ἐκκλησίας, θὰ καταντούσαμε ὅλοι «χανουμάκια» τῶν Τούρκων ἢ τῶν Φράγκων. Ἡ Ἐκκλησία ἔσωσε τὸν τρόπο ὑπάρξεώς μας, τὸν πολιτισμὸ καὶ τὸ φρόνημά μας.
Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ πολιτισμοῦ μας. «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας» καὶ «ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους». Αὐτὸς ὁ «σταυρὸς» εἶναι ὁ πολιτισμός μας. Χωρὶς «καθαρὴ καρδιὰ» δὲν μποροῦμε νὰ πλησιάσουμε τὸν Θεό. Αὐτὰ ζοῦμε στὴν Λειτουργία μας, αὐτὸ τὸ ἦθος παράγει ἡ ζωή μας στὴν Ἐκκλησία. Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν κιβωτό, λοιπόν, θὰ σώσουμε τὴν ἑλληνορθόδοξη ταυτότητά μας.
Τόσο λίγο ὅμως γίνεται αὐτὸ συνείδηση σὲ πολλούς, ὥστε σὲ στιγμὲς αὐτοκριτικῆς νὰ ἀνακαλεῖς στὴ μνήμη σου ἕνα λόγο τοῦ μικρασιάτη ποιητῆ μας Γιώργου Σεφέρη, ποὺ γράφηκε μὲν στὰ 1936, ἀλλὰ παραμένει ἐπίκαιρος καὶ σήμερα:
«Ὅσο προχωρεῖ ὁ καιρὸς καὶ τὰ γεγονότα, ζῶ ὁλοένα μὲ τὸ ἐντονότερο συναίσθημα πὼς δὲν εἴμαστε στὴν Ἑλλάδα, πὼς αὐτὸ τὸ κατασκεύασμα, ποὺ τόσοι σπουδαῖοι καὶ ποικίλοι ἀπεικονίζουν καθημερινά, δὲν εἶναι ὁ τόπος μας, ἀλλὰ ἕνας ἐφιάλτης, μὲ ἐλάχιστα φωτεινὰ διαλείμματα, γεμάτα μία πολὺ βαριὰ νοσταλγία. Νὰ νοσταλγεῖς τὸν τόπο σου ζώντας στὸν τόπο σου, τίποτα δὲν εἶναι πιὸ πικρό».
Ἡ ἐπανεύρεση συνεπῶς στὴν δύστροπη ἐποχή μας τοῦ ὀρθοδόξου πατερικοῦ προτύπου, ὅπως ἐνσάρκωσαν καὶ διέσωσαν ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες, εἶναι ἡ μοναδική μας ἐλπίδα...
Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνὸς

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026


Ἡ χαρὰ ποὺ περιγελᾶ τὸν θάνατο
Θυμᾶμαι μιά γριὰν ἑλληνίδα, ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι, στὴν Μασσαλία. Δούλευε σ’ ἕνα ἑστιατόριο. Ἐγέρασε καὶ πῆρε σύνταξι κι ἔμενε στὸ σπίτι της. Κάποτε μοῦ εἶπε: «Πολλοὶ μὲ λυποῦνται τώρα καὶ μοῦ λένε: "Κυρά-Κατίνα, τί κάνεις τώρα μόνη σου;" Ἀλλ’ ἐγὼ θέλω νὰ σᾶς πῶ ὅτι, τώρα ποὺ εἶμαι μόνη μου, περνῶ τὴν καλύτερη περίοδο τῆς ζωῆς μου, γιατί συνέχεια λέω τὴν εὐχή: "Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με", καὶ ταυτόχρονα διαβάζω βίους ἁγίων».
Ἔτσι βλέπομε, ἀπὸ τὴν μιά μεριά, ἕναν ποὺ τὰ ἔχει ὅλα, (σπίτια τέλεια, αὐτοκίνητα τῆς τελευταίας τεχνολογίας, κτλ.), καὶ νὰ μὴν ἔχη ὄρεξι νὰ ζήσει. Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὴν κυρά-Κατίνα, ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι διωγμένη, νὰ ἔχη πεθάνει ὁ ἄντρας της, νὰ μένη μόνη σ’ ἕνα δωματιάκι καὶ νὰ νοιώθη ὅτι βρίσκεται μέσα στὸν παράδεισο. Αὐτὸ εἶναι ποὺ χαρίζει ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Δηλαδή, ὄχι μόνο μπορεῖ κανεὶς νὰ χαρῆ εὐαίσθητα καὶ σωστὰ τὶς εὐλογίες τῆς ζωῆς, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχη μέσα του αὐτὴν τὴν εὐαισθησία καὶ τὴν χαρά, ἡ ὁποία περιγελᾶ τὸν θάνατο καὶ ἡ ὁποία κάνει τὶς δυσκολίες, τὰ γεράματα καὶ τὸν θάνατο, μεγάλη εὐλογία…
Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026



«Μόνο γιὰ σένα»: Ὅταν ἄλλοι (ἀνα)καλύπτουν τὶς ἀνάγκες σου
Ἀνοίγετε ἕνα διαφημιστικὸ φυλλάδιο ἢ βλέπετε στὴν τηλεόραση ἕνα ἀνάλογο σπότ. Μέσα ἀπὸ τὸ κείμενο ἢ τὴν εἰκόνα κάποιοι σᾶς προτρέπουν νὰ κάνετε κάτι καὶ πρὶν τὸ κάνετε βεβαίως νὰ τὸ σκεφθεῖτε. Ὅμως δὲν σᾶς λένε «σκεφθεῖτε το», σᾶς λένε «σκέψου το». Χωρὶς τὸν ἑνικὸ δὲν προωθεῖται πλέον τίποτα. Ἄμεσα, αἰφνιδιαστικὰ μερικὲς φορὲς ὁ πωλητὴς ἀπευθύνεται στὸν ὑποψήφιο πελάτη μ’ ἕναν τρόπο ποὺ θέλει νὰ εἶναι κολακευτικὸς καὶ ταυτόχρονα ἀποκλειστικός.
«Ἐσὺ» εἶσαι τὸ κέντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος κι ἐσένα ἔχουν ὑπόψη τους ὅσοι θορυβοῦν γιὰ τὰ προϊόντα τους. Ἀκόμη κι ἐκεῖνοι ποὺ ἀναλαμβάνουν νὰ διασκεδάσουν τὰ πλήθη, φροντίζουν νὰ πάρουν τὸ ὕφος καὶ τὴν πόζα τοῦ προσωπικοῦ ψυχαγωγοῦ. Ὄρθιος ὁ τραγουδιστὴς πάνω στὴν πίστα τεντώνει τὸ χέρι μὲ τὸν δείκτη του νὰ σημαδεύει τὸ κοινό του, σ’ ἐκείνη τὴ χαρακτηριστικὴ πιὰ χειρονομία ποὺ εἶναι σὰν νὰ λέει πὼς γιὰ σένα μόνο ξελαρυγγιάζομαι.
Ἀπὸ παντοῦ ἔρχονται πλέον οἱ προτάσεις μὲ τὶς ὁποῖες ὁ ἕνας, ὁ ἀνεπανάληπτος, θὰ ξαναβρεῖ ἐπιτέλους τὰ προνόμιά του. Τέλος λοιπὸν ἡ μαζικὴ ἀγορά. Τὸ ἀναγγέλλουν οἱ ἄνθρωποι τοῦ μάρκετινγκ, οἱ ψυχοπαθολόγοι τῆς κάθε ἰδιοτροπίας, οἱ σχεδιαστὲς τῆς ἐξατομικευμένης μόδας. Προτείνονται εἰδικὲς ὑπηρεσίες ἀνάλογα μὲ τὶς ἰδιαίτερες ἀνάγκες μας, ποὺ ἀσφαλῶς δὲν μποροῦν νὰ μοιάζουν μὲ κανενὸς ἄλλου.
Ἂν ἔμοιαζαν, θὰ ἐπιστρέφαμε στὴν ἐποχὴ τῆς μαζικῆς κατανάλωσης, τῆς τυποποίησης, κι αὐτή, εὐτυχῶς, πέρασε. Ἔτσι λένε οἱ πωλητὲς καὶ ζητοῦν νὰ πιστέψουμε ὅσα ὑπόσχονται. Ὅτι θὰ μᾶς ὁρίσουν εἰδικὴ δίαιτα, γυμναστική, κάθε λογῆς βοηθήματα γιὰ νὰ διατηρεῖται ἡ φόρμα μας. Καὶ εἶναι ἀκόμη τὸ ντύσιμο, τὰ φάρμακα καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ διείσδυση στὸν πυρήνα, στὸ τί θέλει κανεὶς καὶ ποιός εἶναι κατὰ βάθος. Πρέπει νὰ ξέρω ποιός εἶμαι.
Γιὰ νὰ ἀγοράσω τὰ προϊόντα ποὺ προορίζονται εἰδικὰ γιὰ μένα, πρέπει νὰ ξέρω ποιός εἶμαι. Δύσκολο ἔργο νὰ τὸ βρῶ κι ἐξάλλου ἀπαιτεῖ χρόνο ποὺ δὲν περισσεύει. Ἀκριβῶς ὅμως γιὰ νὰ ξεπεραστεῖ ἡ δυσκολία, ὑπάρχουν οἱ σύμβουλοι. Εἶναι τόσο πολλοὶ καὶ οἱ προσφορές τους συνεχῶς ἐκλεπτύνονται. Διατίθενται ἐμπειρογνώμονες γιὰ τὴν ἐπίλυση συζυγικῶν κρίσεων, γιὰ τὸν ἐπαγγελματικὸ προσανατολισμὸ τῶν ἐφήβων, γιὰ τὸν μετριασμὸ τῆς κατάθλιψης, τὸν κατευνασμὸ τῆς πεθερᾶς, τὴν ὀρθὴ ἐπιλογὴ μιᾶς ἐρωμένης ἢ ἑνὸς φίλου.
Σὲ μερικὰ ἀμερικανικὰ Πανεπιστήμια προσφέρονται προαιρετικὰ μαθήματα τοῦ τύπου: «Πῶς νὰ διαλέξετε σωστὰ τὸν ὀδοντίατρο σας». Ἐπιλογές, ἀποφάσεις, κριτήρια, ὅλα γιὰ χάρη τῆς αὐτογνωσίας, γιὰ νὰ ἀποκαλυφθεῖ, ὑποτίθεται, ἡ καταχωνιασμένη αὐθεντικότητά μας. Ἀλλὰ πῶς θὰ ἀνακαλύψει κανεὶς τὸν ἑαυτό του ὅταν τὸν παραδίδει σὰν «πρόβλημα» σ’ ἕναν ἄλλο ἑαυτό;
Μητέρες ποὺ δὲν τοὺς λείπει ἡ ἐκπαίδευση παίρνουν ἀπὸ τὸ χέρι τὴν κόρη ἢ τὸν γιό (ἂν καταφέρουν καὶ τοὺς πείσουν) καὶ ἐπισκέπτονται τὸν εἰδικὸ γιὰ τὶς σπουδὲς τῶν παιδιῶν. Τὸν ρωτοῦν τί δρόμο νὰ πάρει τὸ παιδί, λὲς καὶ αὐτὸ γεννήθηκε μόλις χθὲς καὶ δὲν ἔχουν προλάβει νὰ ἀνταλλάξουν δύο λόγια μαζί του. Φυσικά, ὁ σύμβουλος θὰ κάνει τὴ δουλειά του, ἄλλος καλά, ἄλλος ὄχι. Το ἐρώτημα ὡστόσο εἶναι ἂν ἡ οἰκογένεια ἔχει ἤδη προσπαθήσει νὰ καταλάβει τὶς προτιμήσεις καὶ τὶς ἀνησυχίες τοῦ παιδιοῦ, ἢ ἔχει προεξοφλήσει πὼς γιὰ μία τέτοια βυθοσκόπηση εἶναι ἀνίκανη ἢ καὶ ἀκατάλληλη. Κατάχρηση ἐξουσίας.
Πράγματι, πληθαίνουν οἱ γονεῖς πού, ἀντὶ νὰ σηκώνουν τὸ βάρος τῆς συζήτησης μὲ τὰ παιδιά τους, σηκώνουν τοὺς ὤμους τους. Εἶναι τόσο περίπλοκο, λένε, νὰ καταλάβουν τοὺς σύγχρονους νέους. Ἀλλὰ ἀκόμη κι ἂν τοὺς καταλάβαιναν, πῶς θὰ τοὺς καθοδηγοῦσαν; Ὅπως καὶ πολλὲς ἄλλες, ἔτσι κι αὐτὴ ἡ κατάχρηση ἐξουσίας θεωρεῖται ἀπαράδεκτη σὲ μία κοινωνία ποὺ ἔχει γιὰ στέμμα της τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα.
Δὲν ἐπιτρέπεται σὲ κανέναν νὰ νουθετεῖ κανέναν, νὰ τοῦ ὑποδεικνύει τί θὰ πράξει. Οἱ πρόσωπο-μέ-πρόσωπο σχέσεις εἶναι εὔφλεκτες, ἠλεκτρισμένες, γιατί τὰ πρόσωπα παραέγιναν εὔθικτα. Κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μοῦ πεῖ τί θὰ κάνω. Τὸ γιατί ὑποφέρω, τὸ γιατί πνίγομαι μερικὲς μέρες εἶναι τὸ «προσωπικὸ δεδομένο» μου, πολὺ λεπτὸ καὶ τρωτὸ γιὰ νὰ τὸ βγάλω στὴ φόρα.
Ὁ καθένας ἔχει ἕνα παρόμοιο μυστικό. Τὸ κρατάει μέσα του, ἐρεθίζεται μ’ αὐτό, τρίβεται πάνω του καὶ τὸ ποτίζει κάθε μέρα γιὰ νὰ τὸ συντηρεῖ, ὅπως ποτίζει τὶς γλάστρες του. Ὅταν μεγαλώσει ἀρκετὰ τὸ φυτὸ καὶ βγοῦν τὰ πρῶτα ἄνθη τοῦ κακοῦ, τότε ὁ κάτοχος θὰ τὸ πάει καὶ θὰ τὸ παρουσιάζει στὸν εἰδικό. Ἐκεῖνος θὰ βάλει τὰ γυαλιά του καὶ θὰ τοῦ γράψει μία συνταγή.
Ὁ πελάτης θὰ τὴν πάρει ἐπιδεικνύοντας ἀξιοσημείωτη ὑπακοή. Αὐτὸς ὁ κατὰ τὰ ἄλλα ὑπερεύθικτος καὶ ἀνεξάρτητος, θὰ λάβει τὶς ὁδηγίες, θὰ πληρώσει καὶ θὰ πεῖ κι εὐχαριστῶ, ἐπειδὴ τοῦ ἔμαθαν αὐτὸ ποὺ ἤδη γνώριζε. Αὔριο, τοῦ λέει ὁ σύμβουλος, θὰ φερθεῖς ἔτσι στὴ γυναίκα σου, ἔτσι στὰ παιδιά σου. Ὁ σύζυγος ξαναβαφτίζεται σύζυγος, ὁ πατέρας παίρνει ἐντολὴ νὰ ξαναγίνει πατέρας. Μποροῦμε νὰ εἴμαστε ἥσυχοι λοιπόν. Κάθε τόσο, κάποιοι θὰ μᾶς ὑπενθυμίζουν, μὲ τὸ ἀζημίωτο, αὐτὸ ποὺ διαλέξαμε νὰ εἴμαστε.
Βασίλης Καραποστόλης

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026



Τὰ παιδιὰ τοῦ Ἱεροῦ
Κύριε διευθυντὰ
Τὸ Σαρανταήμερο ἀρχίζει στὶς 15 τοῦ Νοέμβρη καὶ τελειώνει τὰ Χριστούγεννα. Σὲ πολλὲς ἐνορίες, τὴν περίοδο αὐτή, γίνεται κάθε μέρα λειτουργία. Ἔχουμε τότε τὸ λεγόμενο «Σαρανταλείτουργο». Στὸ μικρὸ χωριό μου, τὸ Σταυροδρόμι Γορτυνίας, τὰ Σαρανταλείτουργα, τὴ δεκαετία τοῦ 1950 καὶ τοῦ 1960, ἔχουν ἀποτυπωθεῖ ἔντονα στὶς μνῆμες μας. Τὶς Κυριακές, ἔψελναν οἱ κανονικοὶ ψάλτες. Ὁ Μπαρμπαγγελής, ὁ Μπαρμπαθόδωρος κι ὁ Μπαρμπαριστείδης. Τὶς καθημερινὲς ὅμως, ποὺ οἱ κανονικοὶ ψάλτες πήγαιναν στὶς δουλειές τους, τὸ ἔργο αὐτὸ ἀναλάμβαναν μερικοὶ μαθητὲς τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, «τὰ παιδιὰ τοῦ Ἱεροῦ».
Τὸ δημοτικὸ σχολεῖο ἦταν δίπλα στὴν Ἐκκλησία. Ὁ παππούλης εἶχε παρακαλέσει τὸν δάσκαλο νὰ δικαιολογεῖ τὴν ὀλιγόλεπτη καθυστέρηση προσέλευσης τῶν παιδιῶν αὐτῶν. Τελειώνοντας ἡ λειτουργία τὰ παιδιὰ τοῦ Ἱεροῦ ἔτρεχαν στὸ σχολεῖο τους. Ὁ Τάκης τῆς Λούλας, τοῦ Φουσκαρογιώργη, ἦταν ὁ περισσότερο συνεπής. Ἔγραψε ἱστορία σὰν παιδὶ τοῦ Ἱεροῦ στὴ δεκαετία τοῦ 1960. Δὲν εἶχε πάρει καμία ἀπουσία. Ἀχάραγο περνοῦσε τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας. Μὲ πάγο, μὲ χιόνι, μὲ κρύο, μὲ βροχή, ὁ Τάκης πρῶτος, ὁ Τάκης ἐκεῖ. Ὁ Τάκης ψάλτης. Ὁ Τάκης στὴν ὑπηρεσία τοῦ Ἱεροῦ. Νὰ φροντίζει τὴ φωτιά. Νὰ ἔχει σὲ ἑτοιμότητα τὸ θυμιατό...
Ἡ σχολική του σάκα στὸ ψαλτήρι. Στὶς 8 ἡ ὥρα τὴν ἅρπαζε καὶ ἔτρεχε στὸ σκολειό του. Τρέχοντας ἔλεγε τὴ μετὰ τὴ θεία μετάληψη εὐχή, «...ἀκατακρίτως ὑποδέχεσθαι τῶν ἀχράντων Μυστηρίων τὸν ἁγιασμόν, εἰς ἴασιν ψυχῆς τε καὶ σώματος...». Ἀπὸ μνήμης ὅλα, χωρὶς νὰ κατανοεῖ τότε, τὴν πατερικὴ αὐτὴ γλώσσα. Μαζὶ μὲ τὸν Τάκη ἦσαν καὶ ἄλλα παιδιά, ποὺ εἶχαν τὸν ζῆλο νὰ ὑπηρετοῦν τὸ Ἱερό, ἰδιαίτερα κατὰ τὸ Σαρανταλείτουργο. Τὴ δεκαετία τοῦ 1950 καὶ τοῦ 1960 πέρασαν ἀρκετὲς σειρὲς ἀπὸ τὸ Ἱερό τοῦ σεπτοῦ Ναοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τοῦ χωριοῦ μου.
Ὅταν ἔκανε πολὺ κρύο, ὁ παππούλης ἔλεγε στὰ παιδιὰ τοῦ Ἱεροῦ, νὰ ψέλνουν ἀπὸ τὸ Ἱερὸ καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ ἀναλόγιο. Τὰ λίγα κάρβουνα, ποὺ ἔφερνε, ἐζέσταιναν λίγο τὰ παγωμένα χεράκια τους. Ὁ παππούλης τοὺς ἔδινε, στὸ μεγάλο κρύο, λίγο κρασάκι, μία φέτα προσφορὰ καὶ καμιὰ κουταλιὰ ζάχαρη γιὰ νὰ τὰ στυλώνει.
Ὁ παππούλης τοὺς ἔλεγε νὰ διαβάζουν δυνατά, καθαρὰ καὶ μὲ «στόμφο» τὰ ἱερὰ βιβλία, γιὰ νὰ γίνουν καλοὶ μαθητές. Κάποιες φορὲς τοὺς ἔλεγε νὰ προσεύχονται στὴν Παναγία, γιατί ἡ Παναγία εἰσακούει καλύτερα τὶς προσευχές τους ἀπὸ τὶς δικές του. Τοὺς μάθαινε νὰ ψέλνουν. Μαζὶ ἔψελναν τὸν ὑπέροχο ὕμνο «Ἡ Παρθένος σήμερον, τὸν Προαιώνιον Λόγον...».
Τὰ παιδιὰ τοῦ Ἱεροῦ ἐπρόκοβαν στὰ γράμματα. Στὸ γυμνάσιο εἶχαν πολὺ καλὲς ἐπιδόσεις, ἰδιαίτερα στὰ Ἀρχαῖα καὶ τὰ Νέα Ἑλληνικά. Μετὰ τὸ σχολεῖο, ὅταν βγῆκαν στὴ ζωή, ἐτήρησαν κάποιες ἀρχὲς ποὺ πῆραν ἀπὸ τὴ «θητεία» τους στὸ Ἱερό. Κράτησαν μὲ τὴν πίστη τους μιὰ πνευματικότητα. Σμίλεψαν μὲ τὴν προσευχὴ τους ἕνα χαρακτήρα, ποὺ ἀντέχει τὰ ξεροβόρια καὶ τὶς παγωνιὲς τῆς ζωῆς, ὅπως ἀντέχει μὲ σεμνότητα καὶ ταπείνωση ὅσα ἔρχονται σὰν χάρη, δωρεὰ καὶ εὐλογία, ἀπὸ τὴν Κεχαριτωμένη Μεγάλη τους Μητέρα, τὴν Παναγία. Στὸν Ναὸ Της ὑπηρέτησαν μὲ δύσκολες συνθῆκες, τὴ δεκαετία τοῦ 1950 καὶ τοῦ 1960, ὡς μικροὶ Ἄγγελοι, σὲ ὅλα τὰ διακονήματα, ἐκεῖνα τὰ παγωμένα πρωινὰ τῶν Σαρανταλείτουργων!...
Μιχάλης Μιχαλακόπουλος
(ἐπιστολὴ στὴν Καθημερινὴ)

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026



Ὁ γυρισμὸς τοῦ ξενιτεμένου
«Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ἦρθες
μὲ εἰκόνες ποὺ ἔχεις ἀναθρέψει
κάτω ἀπὸ ξένους οὐρανοὺς
μακριὰ ἀπ᾿ τὸν τόπο τὸ δικό σου».

«Γυρεύω τὸν παλιό μου κῆπο·
τὰ δέντρα μου ἔρχουνται ὡς τὴ μέση
κι᾿ οἱ λόφοι μοιάζουν μὲ πεζούλια
κι᾿ ὅμως σὰν εἴμουνα παιδὶ
ἔπαιζα πάνω στὸ χορτάρι
κάτω ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἴσκιους
κι᾿ ἔτρεχα πάνω σὲ πλαγιὲς
ὥρα πολλὴ λαχανιασμένος».

«Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγὰ - σιγὰ θὰ συνηθίσεις·
θ᾿ ἀνηφορίσουμε μαζὶ
στὰ γνώριμά σου μονοπάτια
θὰ ξαποστάσουμε μαζὶ
κάτω ἀπ᾿ τὸ θόλο τῶν πλατάνων
σιγὰ - σιγὰ θὰ ῾ρθοῦν κοντά σου
τὸ περιβόλι κι᾿ οἱ πλαγιές σου».

«Γυρεύω τὸ παλιό μου σπίτι
μὲ τ᾿ ἀψηλὰ τὰ παραθύρια
σκοτεινιασμένα ἀπ᾿ τὸν κισσὸ
γυρεύω τὴν ἀρχαία κολόνα
ποὺ κοίταζε ὁ θαλασσινός.
Πῶς θὲς νὰ μπῶ σ᾿ αὐτὴ τὴ στάνη;
οἱ στέγες μου ἔρχονται ὡς τοὺς ὤμους
κι᾿ ὅσο μακριὰ καὶ νὰ κοιτάξω
βλέπω γονατιστοὺς ἀνθρώπους
λὲς κάνουνε τὴν προσευχή τους».

«Παλιέ μου φίλε δὲ μ᾿ ἀκοῦς;
σιγὰ - σιγὰ θὰ συνηθίσεις
τὸ σπίτι σου εἶναι αὐτὸ ποὺ βλέπεις
κι᾿ αὐτὴ τὴν πόρτα θὰ χτυπήσουν
σὲ λίγο οἱ φίλοι κι᾿ οἱ δικοί σου
γλυκὰ νὰ σὲ καλωσορίσουν».

«Γιατί εἶναι ἀπόμακρη ἡ φωνή σου;
σήκωσε λίγο τὸ κεφάλι
νὰ καταλάβω τί μοῦ λὲς
ὅσο μιλᾶς τ᾿ ἀνάστημά σου
ὁλοένα πάει καὶ λιγοστεύει
λὲς καὶ βυθίζεται στὸ χῶμα».

«Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγὰ σιγὰ θὰ συνηθίσεις
ἡ νοσταλγία σου ἔχει πλάσει
μιὰ χώρα ἀνύπαρχτη μὲ νόμους
ἔξω ἀπ᾿ τὴ γῆς κι᾿ ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους».

«Πιὰ δὲν ἀκούω τσιμουδιὰ
βούλιαξε κι᾿ ὁ στερνός μου φίλος
παράξενο πῶς χαμηλώνουν
ὅλα τριγύρω κάθε τόσο
ἐδῶ διαβαίνουν καὶ θερίζουν
χιλιάδες ἅρματα δρεπανηφόρα».
Γιῶργος Σεφέρης

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

 


Γέρων Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης

Ὁ Γέροντας δὲν κυνηγοῦσε τὰ πνευματικοπαίδια, οὔτε ἔψαχνε νὰ τὰ βρεῖ, ἐκεῖνα τὸν ζητοῦσαν καὶ ἐκεῖνος ἀνταποκρινόταν.

Ἔλεγε: «Τί εἶναι Γέροντας; Ἕνα σκαμνί, πατᾶς καὶ φτάνεις στὸν Θεό. Τοῦ δίνεις μιὰ κλωτσιὰ καὶ μένεις κρατημένος ἀπὸ τὸν Θεό».

Καὶ ἔτσι δὲν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ κρατοῦσε τὰ παιδιὰ ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ τοὺς ἔδινε τὴ δυνατότητα νὰ κρατιοῦνται ἀπὸ τὸν Θεό.

Αὐτὸ ἦταν τὸ πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας του. Δὲν ξεχώριζε τὰ παιδιά του, ἀλλὰ τοὺς βοηθοῦσε ὁ καθένας νὰ βρεῖ τὸν δρόμο του, ἀρκεῖ νὰ εἶναι κοντὰ στὸν Θεὸ χαρούμενος καὶ εὐτυχισμένος.

Δὲν προέτρεπε νὰ γίνεις μοναχός, δὲν ἀπέτρεπε νὰ παντρευτεῖς, μόνο βοηθοῦσε.

Πράγματι δὲν μᾶς ἔβλεπε σὰν παιδάκια, ἀλλὰ σὰν ὑποψήφιους Ἁγίους.

Στέφανος Δημόπουλος

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

Laboremus καὶ ὄχι… ξαπλαρέμους!
* Ποιά εἶναι τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας σήμερα, ποιά εἶναι ἡ προσωπικότητά της καὶ οἱ ἀρχὲς οἱ ὁποῖες τὴ διέπουν; Ἐκτιμᾶτε ὅτι ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία δὲν ἔχει πρόσωπο;
«Τὸ μόνο δροσερὸ ποὺ αἰσθάνθηκα τὸν τελευταῖο καιρὸ ἦσαν οἱ πρῶτες σταγόνες τῆς βροχῆς, πού, ὅταν ἔγιναν βροχή, καθάρισαν κάπως τὸν ἐξωτερικό μας ρύπο. Γιὰ ποιά ἑλληνικὴ κοινωνία μιλᾶτε; Αὐτὸ τὸ πληθυσμιακὸ ἁμάρευμα (=κατακάθι) δὲν εἶναι κοινωνία, εἶναι ἀ-κοινωνία. Μὲ ποιόν ἢ μὲ τί κοινωνοῦμε; Τὸ τί εἴμαστε, τὸ ἔχει προσδιορίσει προφητικὰ καὶ χλευαστικὰ ὁ Ἠράκλειτος: «Σάρμα εἰκῆ κεχυμένον ὁ κάλλιστος κόσμος μας» (=Σκουπίδια ἄτακτα χυμένα ὁ ὡραιότατος κόσμος μας)! Στὸ μόνο ποὺ διακρινόμαστε εἶναι ἡ παραγωγὴ καὶ ἡ ἔκθεση σκουπιδιῶν. Δημιουργοῦμε - ὄντας σκουπίδια τῆς ἱστορίας - τὸν «Πολιτισμὸ τῶν Σκουπιδιῶν». Ἂς μὴν μιλᾶμε πιὰ γιὰ πρόσωπο. Ὅπως συχνὰ ἔχω γράψει, εἴμαστε μία ἀπρόσωπη ἔκφραση προσωπικότητας. Δὲν ἔχουμε πρόσωπο καὶ γι' αὐτό, ὅπως ἔλεγε ὁ λαός, ὅταν ἦταν λαὸς κι ὄχι πολτός, «δὲν βλέπουμε θεοῦ... πρόσωπο»!
* Δομικοὶ κοινωνικοὶ θεσμοὶ τῆς χώρας μας ὅπως φερ' εἰπεῖν ἡ παιδεία, ἡ πολιτεία, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἐκκλησία καὶ ἄλλα ἀπαξιώνονται τόσο πολὺ ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς πολίτες... Μήπως αὐτὸ εἶναι ἐπικίνδυνο;
«Οἱ θεσμοί, γιὰ νὰ εἶναι θεσμοί, πρέπει νὰ εἶναι δεσμοί, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἁλυσίδας. Πρέπει νὰ μᾶς δένουν μὲ κάτι (π.χ. μὲ μία πίστη σὲ μία ἀξία) ἀναμεταξύ μας. Οἱ θεσμοὶ ἔχουν παραλύσει. Ἔχουν αὐτοδιαλυθεῖ. Οὐσιαστικὰ οἱ φορεῖς τους ἔχουν αὐτοπαραιτηθεῖ. Ἡ παρουσία τους εἶναι προσχηματικὴ καί... μισθολογική. Ἕνα παράδειγμα: ἡ τήρηση τῶν νόμων στὴν Ἑλλάδα εἶναι προαιρετική. Ποιός μεγάλος κλέφτης μπῆκε φυλακή; Κι ἂν μπῆκε, σὲ πόσο χρόνο βγῆκε; Ἀσφαλῶς κι εἶναι ἐπικίνδυνη ἡ ἀπαξίωση τῶν θεσμῶν ἐκ μέρους τῶν πολιτῶν. Ἀλλὰ κατὰ πόσον οἱ κατὰ ταυτότητα Ἕλληνες εἶναι πολίτες; Εἶναι ἰδιῶτες καί, ὅπως, ἐννοοῦσε τὴ λέξη ὁ Περικλῆς καὶ ὅπως ἐννοοῦν τὴ λέξη idiot οι ξένοι. Δὲν ἔχουμε αἴσθημα πατρίδας, γιὰ νὰ ἔχουμε σοβαροὺς θεσμοὺς καὶ σοβαρὴ πίστη στοὺς θεσμούς. Τὰ ὅρια τῆς πατρίδας μου εἶναι τὰ ὅρια τῆς... τσέπης μου».
*Τί ἔχετε νὰ πεῖτε γιὰ τὴν ἀπαξίωση τῆς πολιτικῆς καὶ τῶν ἐκπροσώπων της;
«Γιὰ τὸ τίποτε δὲν ἔχω νὰ πῶ τίποτε. Αὐτὸ τὸ τίποτε συγκροτεῖται ἀπὸ κάποια κομματικὰ ἢ οἰκογενειακὰ φέουδα. Ἀλλά, ὅταν μοιράζεις τὸ τίποτε, εἰσπράττεις ἕνα τίποτε. Ἔχουμε μία τιποτένια πολιτική, διότι ἐξαιτίας κυρίως τοῦ τηλεοπτικοῦ καὶ ραδιοφωνικοῦ ἐκμαυλισμοῦ ἐδῶ καὶ καιρὸ συγκροτοῦμε ἕνα σύνολο χαυνοπολιτῶν, δηλαδὴ κεχηναίων καὶ χασκόντων πολιτῶν».
* Ποιό εἶναι τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα τῆς χώρας μας, τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ θεωρηθεῖ ἡ βασικὴ αἰτία τῆς γενικότερης καὶ κοινῶς ἀναγνωριζόμενης κοινωνικῆς παθογένειας σήμερα καὶ ποιά ἡ προτεινόμενη λύση του;
«Ὑπὸ ἄλλες συνθῆκες θὰ σᾶς ἔλεγα ὅτι εἶναι ἡ «ἀπαιδία», ὅπως τὴ λέγει ὁ Πολύβιος. Ἡ ὑπογεννητικότητα. Διότι οἱ ἀρχοντοχωριάτες (μὲ δανεικὰ παρακαλῶ!) κατὰ ταυτότητα Ἕλληνες προτιμοῦν ν' ἀνατρέφουν σκυλιὰ καὶ ὄχι παιδιά. Ἂν ἤμουν ὑποκριτὴς θὰ σᾶς ἔλεγα ὅτι εἶναι ἡ φερόμενη (ἔτσι δὲν λέμε τώρα;) οἰκονομικὴ κρίση. Ἀλλὰ μία κρίση δὲν κάνει κακό. Ἡ ἀκρισία, ποὺ μᾶς ἔδερνε τόσον καιρό, ἦταν τὸ μεγάλο κακό. Ἡ κρίση μπορεῖ νὰ μᾶς κάνει καλό: νὰ «μάσουμε» ὄχι μόνο τὰ λεφτὰ ἀλλὰ κυρίως τά... μυαλά μας. Τὴν μόνη λύση ποὺ ἐδῶ καὶ δύο χρόνια προτείνω μὲ τὴν ἀρθρογραφία μου εἶναι ἡ προτροπὴ τοῦ Σεπτιμίου Σεβήρου: laboremus (=ἂς ἐργαζόμαστε) καὶ ὄχι τό... ξαπλαρέμους».
* Προσφέρεται σήμερα παιδεία ἀπὸ τὸ κράτος; Ἢ προσφέρεται κακοπαιδεία, ὑποπαιδεία καὶ ὑπνοπαιδεία;
«Δὲν ὑπάρχει κράτος, ὑπάρχει ἀκράτεια. Τὸ φερόμενο ὡς κράτος εἶναι ἕνας φορομπηχτικὸς μηχανισμὸς κι ἕνας τεράστιος ἑσμὸς παρασίτων. Συνεπῶς, αὐτὸ ποὺ προσφέρεται σὰν παιδεία εἶναι μία παρασιτικὴ λειτουργία. Τοὺς τίτλους «κακοπαιδεία», «ὑποπαιδεία», «ὑπνοπαιδεία» χρησιμοποιῶ ἐδῶ καὶ μία τριακονταετία. Τὰ βιβλία μου «Ἀλαλία» καὶ «Ἀλεξία» καὶ τὸ πρόσφατα ἐκδοθὲν ἀπὸ τὸν «Ἁρμό», «Ἑλληνικὴ παιδεία: Ἕνας νεκρὸς μέ... μέλλον», ξέρω ὅτι ἐνόχλησαν πολλούς. Ἀλλὰ αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι ἡ ἀποστολὴ τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου: νὰ γίνεται σωκρατικὸς οἶστρος, ἔστω κι ἂν τὸ βραβεῖο μὲ τὸ ὁποῖο θὰ τιμηθεῖ εἶναι τό... κώνειον!».
* Π[vς πρέπει νὰ σταθεῖ ἡ Ἑλλάδα ἀπέναντι στὴν πρόκληση τῆς ἐποχῆς μας; Πῶς μπορεῖ νὰ παίξει κάποιο ρόλο;
«Ἡ Ἑλλάς, ὡς ἔννοια πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ ναί, οἱ φερόμενοι τώρα ὡς Ἕλληνες ὄχι. Ἐκτὸς πιὰ κι ἂν ἐπιτραπεῖ στὴν Ἑλλάδα νὰ ἐπιστρέψει στὸν τόπο της. Τὸ νὰ λὲς πὼς εἶσαι Ἕλληνας σήμερα στὴν Ἑλλάδα κάνει κακὸ στὴν ὑγεία καὶ στὴ σταδιοδρομία. Δὲν διαπρέπουν οἱ ἀπόγονοι τοῦ Λεωνίδα ἀλλὰ τοῦ Ἐφιάλτη καὶ τοῦ Νενέκου. Ὡστόσο, ἡ ἀνθρωπότητα ποὺ διαρκῶς βουλιάζει μέσα στὸ τέλμα μίας προόδου ποὺ δίνει τὴν αἴσθηση καὶ τὸ ἄρωμα τοῦ βόθρου, θὰ αἰσθανθεῖ κάποια στιγμὴ τὴν ἀνάγκη μίας ὑγιοῦς ἀναπνοῆς. Ὅπως τὰ χρόνια τῆς Ἀναγεννήσεως (ἀλλὰ καὶ μετά) ἰδανικὸ πρότυπο ἔγινε ὁ Ἕλληνας Ἄνθρωπος, τὸ ἴδιο θὰ συμβεῖ καὶ στὰ προσεχῆ χρόνια, θὰ ξαναρχίσει διεθνῶς (στὴν Κίνα ἄρχισε πυρετωδῶς) ἡ σπουδὴ τῆς ἀρχαίας μας γλώσσας, πού, ὅπως ἔγραψε παλιὰ ὁ WilhelmSchultze, εἶναι «ἡ ἀνώτερη ἐκδήλωση τοῦ ἀνθρώπινου γλωσσοπλαστικοῦ δαιμονίου» (Hoechste Manifestation des Sprachbilden des Menschengeistes). Τότε ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ ὑψωθεῖ καὶ τοῦτος ὁ ἀσπόνδυλος, σὰν μαλάκιο λαός, σὲ ἔθνος. Διότι, ὅπως σωστὰ λένε οἱ Γερμανοί, ποὺ μᾶς φόρεσαν τὸ καπίστρι τῆς «Τρόικας», τὸ ἔθνος εἶναι ἡ γλώσσα («Die Nation ist die Sprache»). Ἡ κατάπτωσή μας ἄρχισε ἀπὸ τὴν κατάπτωση τῆς γλώσσας μας. Ἔτσι ἐγίναμε, ὅπως λέει ὁ Μακρυγιάννης, «παλιόψαθα τῶν Ἐθνῶν». Ἀλλ' ἂν θαύματα γίνονταν καὶ στὸ παρελθόν, γιατί νὰ μὴ γίνουν καὶ στὸ μέλλον; Οἱ πραγματικὰ θρησκεύοντες προσδοκοῦν «ἀνάστασιν νεκρῶν». Ἐγώ, πιὸ ὀλιγαρκής, προσδοκῶ τὴν ἀνάσταση τοῦ φιλοτίμου μας. Κι ἂν εἶναι νὰ πεθαίνουμε, νὰ πεθαίνουμε γιὰ ἕνα φιλότιμο... Ἄμποτες!».
Σαράντος Καργάκος

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026



Γιατί ἀγρυπνῶ
Δυὸ γλυκὰ ματάκια, μάτια ζαφειρένια,
μ᾿ ἄνοιξαν πληγή·
κι᾿ ἀγρυπνῶ ἀπ᾿ τὸν πόνο κι ἀγρυπνῶ ἀπ᾿ τὴν ἔννοια
κι᾿ ἀπ᾿ τὴ συλλογή.
Τῆς νυχτὸς ἡ πάχνη χάνεται κι᾿ ἐκείνη
ὅμοια μὲ καπνό·
ἡ αὐγὴ προβάλλει, τὸ φεγγάρι σβήνει,
κι᾿ ὅμως ἀγρυπνῶ.
Ἀγρυπνῶ τὴν ὥρα ποὺ κρυφοφιλιοῦνται
τ᾿ ἄστρα ζηλευτά,
ἀγρυπνῶ τὴν ὥρα ποὺ γλυκοκοιμοῦνται
τὰ ματάκια αὐτά.
Τίνος εἶν᾿ τὰ μάτια; Μὴ ρωτᾷς ἐμένα,
κόρη εὐγενική·
σῦρε στὸν καθρέπτη καὶ ζωγραφισμένα
θὰ τὰ δῇς ἐκεῖ.
Ἰωάννης Πολέμης

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

 


Τὸν ἔχασες τὸ μισθό σου

Ὁ Γέροντας Πορφύριος, σὰν γιατρός μου, δὲν «ἔβλεπε» μόνο τὶς σωματικές μου ἀσθένειες. Φρόντιζε καὶ γιὰ τὶς πολλὲς πνευματικὲς ἀτέλειές μου. Προσπάθειά του νὰ βρῶ τὴν ταπείνωση.

Ἕνα ἀπόγευμα μοῦ τηλεφώνησε στὸ ἰατρεῖο, ἀκριβῶς μετὰ τὴν ὑπερβολικὴ ἐκδήλωση ἀγάπης ἑνὸς ζεύγους ἀσθενῶν μου, ποὺ περιποιήθηκα.

Μεταφέρω τὰ λόγια του: «Γιωργάκη, εἶμαι ὁ Γέροντας. Ἐμεῖς οἱ δυὸ θὰ πᾶμε μαζὶ στὴν κόλαση. Θὰ ἀκούσουμε: Ἄφρον, ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ… Τά ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου ἀπήλαυσες, ἅ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;»

Τὸν διέκοψα: «Τί ἀπολαύσαμε, Γέροντα, σ’ αὐτὴ τὴ ζωή; Τὸ σαράβαλο αὐτοκίνητο, τὸ ἄδειο βιβλιάριο ἢ τὸν ἀνύπαρκτο ὕπνο μας;»

Ἀπάντησε ἀπότομα: «Τί εἶναι αὐτὰ ποὺ λές; Δὲν σοῦ λέει ὁ κόσμος: Τί καλὸς γιατρὸς ποὺ εἶσαι; Μᾶς ἀγαπᾶς, μᾶς φροντίζεις, δὲν μᾶς γδέρνεις. Καὶ σὺ τὰ ἀποδέχεσαι, τὰ χάφτεις. Ἔ! Τὸν ἔχασες τὸ μισθό σου. Τὸ ἴδιο παθαίνω καὶ ἐγώ. Μοῦ λένε πὼς ἔχω χαρίσματα, πὼς μπορῶ νὰ τοὺς ἀκουμπήσω καὶ νὰ κάνω θαύματα, πὼς εἶμαι ἅγιος. Καὶ τὰ χάφτω, ὁ ἀνόητος καὶ ἀδύναμος. Ἔ! Γι’ αὐτὸ σοῦ εἶπα, ὅτι μαζὶ θὰ πᾶμε στὴν κόλαση!»

«Ἂν εἶναι νὰ πᾶμε μαζί», τοῦ ἀπάντησα, «πᾶμε καὶ στὴν κόλαση!»

Κι ἐκεῖνος ἔκλεισε τὸ τηλέφωνο, λέγοντας: «Ἐγὼ σοῦ μιλάω σοβαρὰ καὶ σὺ πάντα ἀστειεύεσαι. Καλὴ μετάνοια καὶ στοὺς δυό μας».

Γεώργιος Παπαζάχος


Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026


Χειμωνιά
Στὸ χωριὸ μὲ τ᾿ ἄσπρα σπίτια
ἦρθε ἡ χειμωνιά,
μαζευτῆκαν τὰ σπουργίτια
καὶ ζητᾶν ζεστὴ γωνιά,
ἔξω ἀπ᾿ τοῦ χωριοῦ τὰ σπίτια
ἦρθε ἡ παγωνιά.
Τὰ κλαριὰ δὲν ἔχουν φύλλα,
σπόρος πουθενά,
μὲς τὸ τζάκι ἀνάψαν ξύλα
κι ἔξω τὸ πουλὶ πεινᾶ.
Τὰ κλαριὰ γυμνὰ ἀπὸ φύλλα,
σπόρος πουθενά.
Τὸ καλὸ παιδὶ θ᾿ ἀνοίξει,
τότε τί χαρά!
Καὶ τὰ ψίχουλα θὰ ρίξει
στὰ πουλάκια τὰ μικρά.
Τὸ θολὸ τζάμι θ᾿ ἀνοίξει,
τότε τί χαρά!
Μιὰ καὶ δυὸ θὰ φτερουγίσουν
μέσα στὴν αὐλή,
τὴν κοιλιά τους νὰ γεμίσουν
ποὖταν ἄδεια ὥρα πολλὴ
καὶ γι᾿ ἀλλοῦ θὰ ξεκινήσουν,
ὥρα τους καλή.

Μιχάλης Στασινόπουλος

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Θὰ ἀπαρνηθοῦμε ἄραγε αὐτὴ τὴ μνήμη;
Εἴμαστε ἕνας λαὸς μὲ παλικαρίσια ψυχή, ποὺ κράτησε τὰ βαθιὰ κοιτάσματα τῆς μνήμης του σὲ καιροὺς ἀκμῆς καὶ σὲ αἰῶνες διωγμῶν καὶ ἄδειων λόγων. Τώρα ποὺ ὁ τριγυρινός μας κόσμος μοιάζει νὰ θέλει νὰ μᾶς κάνει τρόφιμους ἑνὸς οἰκουμενικοῦ πανδοχείου, θὰ τὴν ἀπαρνηθοῦμε ἄραγε αὐτὴ τὴ μνήμη;
Θὰ τὸ παραδεχτοῦμε τάχα νὰ γίνουμε ἀπόκληροι; Δὲ γυρεύω μήτε τὸ σταμάτημα μήτε τὸ γύρισμα πρὸς τὰ πίσω, γυρεύω τὸ νοῦ, τὴν εὐαισθησία καὶ τὸ κουράγιο τῶν ἀνθρώπων ποὺ προχωροῦν ἐμπρός.

Γιῶργος Σεφέρης

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026


Κάποια γυναίκα πάμφτωχη
Ἦταν κάποια γυναίκα πάμφτωχη σ' ἕνα μικρό χωριό τῆς Αἰτωλοα­καρνανίας καί εἶχε τρία παιδιά. Κατάφερε νά τά μεγαλώσει μέ ἀπίστευ­τες στερήσεις καί δυσκολίες, ὅμως μέ μιά μοναδική ἀξιοπρέπεια. Ἡ κυρα-Βασιλική.
Πέθανε παραμονή τῆς Παναγίας τοῦ 1998. Τήν ἑπόμενη μέρα, 15 Αὐγούστου, τό φτηνό φέρετρο μέ τή σορό της ἦταν πάνω στήν καρότσα τοῦ μικροῦ ἀγροτικοῦ ἡμιφορτηγοῦ τοῦ ἱερέα καί κατευθυνόταν πρός τό κοιμητήριο.
Ἀκολουθοῦσαν μερικοί συγχωριανοί της καί συζη­τοῦσαν γιά τά βάσανα πού εἶχε περάσει, ὅταν ξάφνου εὐωδίασε ὁ τό­πος· χιλιάδες ἄνθη καί λουλούδια νά ὑπῆρχαν, δέν θά μύριζαν τόσο. Παραξενεύτηκαν καί ἀπόρησαν. Δέν εἶχαν ἐξήγηση.
Ἀνάμεσα σ' ἐκείνους πού τή συνόδευαν ἦταν κι ἕνα πνευματικό παιδί τοῦ Γέροντα Ἀμβρόσιου*, πού λίγες μέρες μετά πῆγε καί τοῦ ἀνέφερε τό γεγονός. Τοῦ εἶπε μόνο πώς μιά γυναίκα πέθανε καί εὐωδίασε ὁ τόπος. Ἐκεῖνος στήν ἀρχή ἔμεινε σιωπηλός. Ἔπειτα μπῆκε στό δωμάτιό του, ἔμεινε γιά λίγο καί ἐπέστρεψε.
- Αὐτή ἁγίασε, ἀπάντησε. Καί ξέρεις τόν λόγο; Γιατί ποτέ στή ζωή της δέν παραπονέθηκε.
Τέτοιους ἀνθρώπους θέλει ὁ Θεός, γιά νά γεμί­σει τόν Παράδεισο καί νά κάνει τή Δευτέρα Παρουσία. Κατάλαβες;
* Γέρων Ἀμβρόσιος Λάζαρης 

Ὁ Πνευματικός τῆς Μονῆς Δαδίου (1912-2006)

Τετράδιο 115 * Ἰούλιος 2009

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026


Ὁ φοῦρνος τοῦ Χότζα
—Γέροντα, ἀφοῦ οἱ ἰαμβικοὶ κανόνες εἶναι δύσκολοι καὶ δὲν εἶναι κατανοητοὶ στὸν κόσμο, γιατί ἡ Ἐκκλησία τοὺς διατηρεῖ καὶ δὲν κρατάει μόνο τοὺς πεζούς;
—Η Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάζη σὰν τὸν φοῦρνο τοῦ Χότζα ἢ σὰν τοὺς ἀνεμόμυλους καὶ νὰ γυρίζη κάθε φορὰ κατὰ ποὺ φυσάει ὁ ἄνεμος. Ὀφείλει νὰ κρατήση ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τοὺς ἀνεκτίμητους θησαυροὺς ποὺ παρέλαβε μέσα στὴν λατρεία της. Δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀπεμπολήση. Σήμερα καταργοῦμε τοὺς ἰαμβικοὺς κανόνες ἐπειδὴ δὲν τοὺς καταλαβαίνουμε. Αὔριο τοὺς πεζούς. Μεθαύριο θὰ πετάξουμε καὶ τοὺς αἴνους. Διότι σὲ λίγα χρόνια, μὲ τὴν γλώσσα ποὺ διδάσκεται σήμερα στὰ σχολεῖα, δὲν θὰ εἶναι κατανοητοὶ οὔτε οἱ αἶνοι, ποὺ εἶναι ἁπλούστερα τροπάρια.
Μὲ τὴν ἴδια λογική, λοιπόν, θὰ καταργήσουμε καὶ τὴν ὑπόλοιπη λατρεία τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ τότε τί θὰ βάλουμε στὴ θέσι αὐτῶν; Ἀντὶ νὰ λέμε: «Τὰς κεφαλὰς ἡμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνωμεν», θὰ λέμε: «Σκύψτε στὸν ἀφέντη τὶς κοῦτρες σας»; Ἢ «Σκύψτε στὸν ἀφέντη τὰ κεφάλια σας»; Τί εἴδους λατρεία θὰ γίνη, ἂν τὴ γράψουμε στὴ δημοτική;
Κάποιοι μετέφρασαν τὴν Καινὴ Διαθήκη σὲ τελείως σύγχρονη γλώσσα. Χρησιμοποίησαν μάλιστα καὶ μονοτονικό. Ἐκεῖ μέσα μεταφράζουν τὸ «Λάβετε, φάγετε» = «Πάρτε καὶ φᾶτε». Συγχωρήσατέ με, ἀλλὰ ἔτσι ἐκχυδαΐζονται τελείως καὶ χάνουν τὴν ἱερότητά τους τὰ λόγια τοῦ Κυρίου. Λὲς καὶ δίνουμε νὰ φᾶνε μπριζόλες ἢ τυρόπιττες! Αὐτὰ τὰ λόγια θὰ μείνουν ὅπως τὰ ἔγραψαν οἱ Εὐαγγελισταί. «Λάβετε φάγετε. Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες». Αὐτὰ δὲν μεταβάλλονται.
Δὲν θὰ μεταφράσουμε τὰ λόγια της λατρείας σ’ αὐτὸ τὸ γλωσσικὸ ἐξάμβλωμα, τὸ ὁποῖο ἀκοῦμε ἀπὸ τὰ μέσα τῆς λεγομένης μαζικῆς ἐνημερώσεως. Θὰ καταντήσουν νὰ μὴν ἔχουν «εἶδος οὐδὲ κάλλος». Τὰ κείμενα αὐτὰ εἶναι κλασσικὰ καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἀποδοθοῦν, δὲν μποροῦν νὰ μεταφρασθοῦν. Καὶ οἱ ἐργασίες οἱ μεταφραστικὲς ποὺ γίνονται, ὑστεροῦν ἀπείρως ἀπὸ τὸ κάλλος τοῦ πρωτοτύπου. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ μὴ τὸ καταλαβαίνη κανείς, τί νὰ κάνουμε; Δὲν θὰ ἔχη τὸ προνόμιο κάποιος νὰ τὸ χαρῆ στὸ πρωτότυπο, ἐφ’ ὅσον δὲν ξέρει ἀρχαῖα ἑλληνικά, τουλάχιστον ἂς τὸ κατανοήση. Ἂς πάρη μία ἰδέα μὲ τὴ βοήθεια τῆς μεταφράσεως. Ἀλλὰ τὰ κείμενα αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ ἂς μείνουν, διότι ἐπαναλαμβάνω, εἶναι κλασσικά. Δὲν μποροῦμε νὰ εἰσαγάγουμε στὴν λατρεία τὴν γλώσσα στὴν ὁποία ὁμιλοῦμε.
Ἀρχιμ. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

 


Ἡ Χριστιανικὴ ἀγάπη.

Ἂς ἴδωμεν καὶ τὴν χριστιανικὴν ἀγάπην. Ὁ νόμος οὗτος τῆς ἀγάπης τῶν ἐχθρῶν τοῦ Κυρίου δύναται νὰ διαιρεθῇ εἰς 3 μέρη. 1) Εἰς τὴν ἐντολήν, 2) Εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς καὶ 3) εἰς τὴν ἀμοιβήν.

1) Ἡ ἐντολή. «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν». Ἐν πρώτοις. Περὶ ποίων ἐχθρῶν πρόκειται; Συμπεριλαμβάνονται καὶ οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος; Ὁ Κύριος, ὅπως καταργῶν τὸν φόνον ἐκτύπησε τὴν ῥίζαν τούτου τὴν ὀργήν, ὅπως καταργῶν τὴν σαρκικὴν ἁμαρτίαν ἐκτύπησε τὴν ῥίζαν ταύτης, τὸν πονηρὸν ὀφθαλμόν, ὅπως καταργῶν τὴν ἐπιορκίαν καὶ τὴν ψευδορκίαν ἐκτύπησε τὴν ῥίζαν τούτων τὸν ὅρκον, κατὰ παρόμοιον τρόπον κτυπᾷ καὶ ἐνταῦθα τὴν ῥίζαν πάσης ἐχθρότητος, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄλλη παρὰ ἡ προσωπικὴ ἔχθρα. Ἑπομένως ἐχθροὶ ἐνταῦθα εἶναι οἱ προσωπικοί μας ἐχθροί, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔβλαψαν διὰ λόγου καὶ δι’ ἔργου οἱοιδήποτε καὶ ἂν εἶναι οὗτοι. Ἂς κανονίσωμεν ἡμεῖς τὴν προσωπικήν μας ἔχθραν συγχωροῦντες τοὺς ἐχθρούς μας καὶ ἂς ἀφίσωμεν τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον ἐξεγείρεται μέσα μας ἐναντίον των καὶ τὸ ὁποῖον πολλάκις συγχέεται μὲ τὸν ἐγωϊσμόν μας νὰ τὸ κανονίσῃ ὁ Θεὸς ἤ ἡ πολιτεία.

Γεννᾶται ὅμως τὸ ἐρώτημα. Διατὶ πρέπει νὰ συγχωρήσω τοὺς ἐχθρούς μου; Εἶναι τοῦτο λογικόν; Ἀπαντῶ: Ὁ μὴ συγχωρῶν τοὺς ἐχθρούς του ἔχει τρία μεγάλα κακά. Πρῶτον εἶναι παράλογος, δεύτερον εἶναι δυστυχὴς καὶ τρίτον εἶναι ὁ πλέον ἄσπλαγχνος. Μάλιστα !

Πρῶτον. Εἶναι παράλογος, διότι μὲ ποῖον δικαίωμα μισεῖ τὶς τὸν ἐχθρόν του, ἀφ’ οὗ πίπτει εἰς τὸ ἴδιον σφάλμα, διὰ τὸ ὁποῖον μισεῖ τὸν ἐχθρόν του δηλαδὴ εἰς τὸ μῖσος; Ἔπειτα μὲ ποῖον δικαίωμα μισοῦμεν τὸν ἐχθρόν μας διὰ τινα ἁμαρτίαν του, ἀφ’ οὗ καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἁμαρτωλοί; Μήπως μισοῦμεν, ἐπειδὴ δὲν εἴμεθα εἰς αὐτὴν τὴν ἁμαρτίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἐκεῖνος; Εἴμεθα ὅμως εἰς ἄλλην. Μήπως δύναται ὁ χωλὸς κατὰ τὸν δεξιὸν πόδα νὰ ὑβρίσῃ ὡς χωλὸν ἕτερον χωλὸν κατὰ τὸν ἀριστερὸν πόδα; Ἀσφαλῶς ὄχι! Μὲ ποῖον λοιπὸν δικαίωμα μισοῦμεν τὸν ἐχθρόν μας, ὅταν σχεδὸν πάντοτε εἴμεθα ὑπεύθυνοι τοῦ μίσους του μὲ τὴν τερατώδη ἀγάπην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν εἰς τὸν ἑαυτόν μας;

Δεύτερον. Ὁ μισῶν εἶναι δυστυχής. Καὶ πράγματι! ὁ μισῶν εἶναι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ὑποφέρει, διότι τὸ μῖσος εἶναι ἡ χειροτέρα πληγή. Ἐκτὸς τούτου ὁ μισῶν εἶναι δυστυχής, διότι παραγνωρίζει τὴν ὠφέλειαν, τήν ὁποίαν τοῦ προσφέρει ὁ ἐχθρός του. Ὁ ἐχθρὸς εἶναι σωτήρ μας. Αὐτὸς μόνον βλέπει καὶ λέγει τὰς ἐλλείψεις μας χωρὶς προσποίησιν καὶ ὑποκρισίαν. Δυνατὸν νὰ βλέπῃ περισσοτέρας ἐλλείψεις, τῶν ὅσων ἔχομεν. Κακὸν ὅμως θὰ ἦτο, ἐὰν ἔβλεπε καὶ ἔλεγεν ὀλιγωτέρας. Ὁ φίλος οὔτε βλέπει πάντοτε οὔτε λέγει μετὰ τόσης ἐλευθεροστομίας τὰς ἐλλείψεις μας. Ἑπομένως ὁ ἐχθρός μας διὰ τῆς ὠμότητός του λέγει εἰς ἡμᾶς τὴν πραγματικήν μας κατάστασιν καὶ ξυπνᾷ τὴν συνείδησιν τῆς ἠθικῆς μας πτωχείας. Μᾶς ὠφελεῖ οὗτος, διότι δὶ’ αὐτοῦ θὰ δοκιμασθῶσιν αἱ ἀρεταί τῆς ὑπομονῆς, ἀνεξικακίας, πραότητος ἀγάπης κλπ., τὸ δὲ ξύπνημα τῆς συνειδήσεως τῆς ἠθικῆς μας πτωχείας, ὡς ἔχον ὑλικὸν τὴν ταπείνωσιν εἶναι ἡ ἀπαραίτητος προϋπόθεσις τῆς καινούργιας μας ζωῆς. Ὅλων αὐτῶν αἰτία εἶναι ὁ ἐχθρός μας μὲ τὴν ὠμήν του γλῶσσαν.

Ἐνώπιον ὅλων αὐτῶν τῶν εὐεργεσιῶν, τὰς ὁποίας μᾶς δίδει ὁ ἐχθρός μας καὶ τοῦ παραλογισμοῦ τοῦ μίσους μας πρὸς αὐτόν, θὰ ὠφείλομεν νὰ ἐκφράσωμεν τὴν εὐγνωμοσυνην μας πρὸς αὐτόν. Ἀλλὰ διὰ τίνος τρόπου; Διά τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ μόνος τρόπος διὰ νὰ θεραπεύσῃς τὴν πληγὴν τοῦ μίσους του καὶ νὰ ἐκφράσῃς πρὸς τὸν ἐχθρόν σου τὴν εὐγνωμοσυνήν σου. Καὶ πράγματι! Ὁ ἐχθρός μας ἔχει ἀνάγκην τῆς ἀγάπης καὶ μάλιστα τῆς ἰδικῆς μᾶς ἀγάπης. Ὁ φίλος μας, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀγαπᾷ, δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἀγάπης μας, διότι δὲν ἔχει οὐδεμίαν πληγὴν μίσους. Ἀλλὰ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μᾶς μισεῖ, ἀναδίδει ἐκ τῆς ψυχῆς του τὴν πικρίαν τοῦ πόνου του. Μισεῖ, διότι ὑποφέρει καὶ κατὰ τι εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ὑπεύθυνοι τῆς συμφορᾶς του ταύτης. Ἀλλὰ καὶ ἂν μέσα εἰς τὴν ἀλαζονικήν σου πεποίθησιν, ὅτι εἶσαι ἀθῶος, τὸν ἀποστρέφεσαι, ἔχε ὑπ’ ὄψιν σου, ὅτι καθῆκον σου εἶναι νὰ γλυκάνῃς τὸν πόνον τοῦ ἐχθροῦ σου μὲ τὴν ἀγάπην σου, νὰ τοῦ ἐλαφρύνῃς τὸ κακόν του, νὰ ἠρεμήσῃς τὸν ἴδιον, νὰ τὸν κάμῃς καλλίτερον, νὰ τὸν φέρῃς εἰς τὴν μακαριότητα τῆς ἀγάπης. Ἀγαπῶν τὸν ἐχθρόν σου θὰ τὸν γνωρίσῃς καλλίτερα καὶ γνωρίζων αὐτὸν καλλίτερα, θὰ τὸν ἀγαπήσῃς περισσότερον. Ἀγαπῶν τὸν ἐχθρόν σου καθαρίζεις τὸ πνεῦμα σου, ὑψώνεις καὶ τὸ πνεῦμα ἐκείνου. Ἑπομένως ἐκ τοῦ μίσους τοῦ ἐχθροῦ σου πρὸς σέ, τὸ ὁποῖον διαιρεῖ, δύναται νὰ γεννηθῇ μεγάλο φῶς !

2) Τρόπος ἐφαρμογῆς ἐντολῆς. Ὁ τρόπος οὗτος εἶναι τριπλοῦς, α΄ «Εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς» λέγει ὁ Κύριος ἤτοι πρέπει νὰ λέγωμεν λόγια καλὰ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὑβρίζουν. Αὐτὸ δὲν θέλει νὰ εἴπῃ, ὅτι πρέπει νὰ δεχώμεθα ὡς ἀληθεῖς τὰς ψευδεῖς αὐτῶν ὕβρεις, ἀλλὰ νὰ εὑρίσκωμεν ἄλλας πλευράς τοῦ ὑβρίζοντος ἡμᾶς, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀξιέπαινοι. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι ἕνας, ἐπειδὴ εἶναι ἐχθρός μας, στερεῖται παντελῶς χαρισμάτων. Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ ἐπαινέσωμεν τὴν εὐφυΐαν του, τὴν ἠθικήν του ἤ ἄλλην τινὰ ἀρετήν, τὴν ὁποίαν ἔχει. β΄) «Καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς». Ἤτοι δὲν πρέπει μόνον διὰ λόγων νὰ ἐπαινῶμεν τοὺς ἐχθρούς μας, ἀλλὰ καὶ δι’ ἔργων. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει ῥητῶς τὸ ἑξῆς: «Ἐὰν πεινᾷ ὁ ἐχθρός σου, ψώμιζε αὐτόν, ἐὰν διψᾷ πότιζε αὐτόν˙ ταῦτα ποιῶν ἄνθρακας πυρὸς σωρεύεις ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ». Οἱ ἄνθρακες πυρὸς εἶναι οἱ ἔλεγχοι τῆς συνειδήσεως καὶ ἡ ἐντροπή, τὰ ὁποῖα θὰ γεννηθῶσιν εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἀγαπωμένου ἐχθροῦ σου. Ἑπομένως, ὅταν ὁ ἐχθρός σου πέσῃ εἰς τὰ χέρια σου, φρόντισε νὰ τὸν περιποιηθῇς μὲ τὴν ἀγάπην σου.

Ἀλλὰ ἐὰν δὲν δύνασαι οὔτε διὰ λόγων, οὔτε δὶ’ ἔργων νὰ ἐκδήλωσῃς τὴν ἀγάπην σου πρὸς τὸν ἐχθρόν σου, δύνασαι νὰ καταφεύγῃς εἰς τὴν προσευχήν. Διά τοῦτο ὁ Κύριος προσθέτει˙ «Προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς, καὶ διωκόντων ὑμᾶς». Οἱ «ἐπηρεάζοντες» εἶναι οἱ ἐκ συμπτώσεως καὶ ἐκτάκτως ἐνεργοῦντες ἐχθρικῶς, ἐν ᾧ οἱ «διώκοντες» εἶναι οἱ τακτικῶς καὶ συστηματικῶς ἐχθρευόμενοι ἡμᾶς. Ἑπομένως ἰδοὺ ὁ τριπλοῦς τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀγάπης τῶν ἐχθρῶν μας, διὰ λόγου, δι’ ἔργου, καὶ διὰ προσευχῆς.

3) Ἀμοιβή. Ποία ἡ ἀμοιβή; Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἀνακράζει. Ἀμοιβὴ εἶναι «ὁ πάντων φρικωδέστερον, τὸ γενέσθαι ὁμοίους τῷ Θεῷ». Μάλιστα. Διά τοὺς ἐλεήμονας ὁ Κύριος ὑπεσχέθη ὡς ἀμοιβὴν ὅτι «ἐλεηθήσονται», διὰ τοὺς καθαροὺς τῇ καρδίᾳ ὑπεσχέθη ὡς ἀμοιβὴν ὅτι «τὸν Θεὸν ὄψονται», διὰ τοὺς πενθοῦντας ὅτι «παρακληθήσονται», διὰ τοὺς διωκόμενους ἀδίκως, ὅτι ὁ μισθὸς αὐτῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς», διὰ τοὺς ἀγαπῶντας ὅμως τοὺς ἐχθροὺς των ὑπεσχέθη ὡς ἀμοιβὴν τὸ «γενέσθαι ὁμοίους τῷ Θεῷ» ! Ἐκεῖνο δηλαδὴ τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν ὡς δέλεαρ εἰς τοὺς πρωτοπλάστους, ὅτι θὰ γίνωσιν ὅμοιοι μὲ τὸν Θεόν, ἐὰν παραβῶσι τὴν ἐντολήν του, δίδεται ἐνταῦθα ὡς ἀμοιβὴ διὰ τοὺς ἀγαπῶντας τοὺς ἐχθροὺς των. Πρὸς περισσότερον τονισμὸν τῆς ἀμοιβῆς ταύτης ὁ Κύριος φέρει ὡς παράδειγμα τὸν Πατέρα Του, ὁ ὁποῖος «τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους» ἤτοι ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθούς. Ἀλλὰ ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τονίζοντες τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ πρὸς ἡμᾶς τὸ «οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν Αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον». Καὶ τὸ «συνίστησι τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανεν».

Θαυμάσια παραδείγματα ἐφαρμογῆς τῆς ἀγάπης τῶν ἐχθρῶν εἶναι αἱ προσευχαὶ μαρτύρων τῆς πίστεως ὑπὲρ τῶν διωκτῶν των. Ἕν ἐκ τῶν πολλῶν ἀναφέρει ὁ Σατωμβριάν εἰς τοὺς μάρτυράς του, τὸ ἑξῆς: Κατὰ τοὺς καιροὺς τῶν διωγμῶν εἰς Λακεδαίμονα συνελήφθησαν ὑπὸ τοῦ ἐκεῖ ἀπίστου ἄρχοντος κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ ἐφυλακίσθησαν, ἵνα τὴν ἑπομένην ἡμέραν φονευθῶσιν. Οἱ φυλακισμένοι μάρτυρες πρὶν ἐκτελεσθῶσιν ἐπιθυμοῦσι νὰ κοινωνήσωσι τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, καὶ νὰ προσευχηθῶσιν ὑπὲρ τῶν διωκτῶν των. Ἁγία Τράπεζα ὅμως δὲν ὑπῆρχεν. Ἐξαπλώνεται κατὰ γῆς ὁ γέρων φυλακισμένος Ἐπίσκοπος καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τελοῦσι τὴν λειτουργίαν οἱ παριστάμενοι ἱερεῖς καὶ διάκονοι. Κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἥν ἐτελεῖτο ἡ κατανυκτικὴ ἐκείνη λειτουργία, πρὶν κοινωνήσουν, ὁ ἐν φυλακῇ κλῆρος καὶ λαὸς προσεύχονται ὑπὲρ τῶν ἀρχόντων καὶ διωκτῶν των. Κατόπιν ἐκοινώνησαν καὶ τὴν ἑπομένην ἐμαρτύρησαν. Πόσον συγκινητικὴ ἡ ἀγάπη αὕτη τῶν ἐχθρῶν!

Συμπεράσματα.

Ἰδοὺ ἡ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης τῶν ἐχθρῶν, τὸ βάθος τῆς ἐντολῆς ταύτης, ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς της καὶ ἡ ὑψίστη ἀμοιβή της. Ἀγαπῶμεν καὶ ἡμεῖς τοὺς ἐχθρούς μας; Ἀλλοίμονον! Ὄχι μόνον τοὺς ἐχθρούς μας δὲν ἀγαπῶμεν, ἀλλ’ οὐδὲ τοὺς φίλους μας, οὐδὲ τοὺς γονεῖς μας. Μία παρατήρησις, μία σοβαρὰ στάσις ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι μᾶς εὐηργέτησαν οὐδόλως εἶναι ἀνεκτή. Εἴμεθα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει χειρότεροι τῶν τελωνῶν, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Κυρίου, «ἀγαπῶσι τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς καὶ ἀσπάζονται» χαιρετίζουν «τοὺς ἀσπαζομένους» τοὺς χαιρετίζοντας «αὐτούς». Ἀλλὰ τότε ἡ ἀγάπη αὕτη δὲν εἶναι χριστιανικὴ καὶ ἑπομένως οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχει. Ἂς ἀγαπήσωμεν λοιπὸν τοὺς ἐχθρούς μας, ἵνα γίνωμεν ὅμοιοι μὲ τὸν Θεόν μας. Γένοιτο!

Ἀρχιμ. Ἰωὴλ Γιαννακόπουλος

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

 


Δικαίως κλώτσησαν!

-Ἡ γνώμη σας γιὰ τὴ σημερινὴ νεολαία; Ἀκολουθεῖ τὸν σωστὸ δρόμο; Ἔχει στόχους ἤ ἔχει ξεστρατίσει;

-Δὲν μ' ἀρέσει ἡ τοποθέτηση ποὺ κάνετε!

- Γιατί;

-Μοῦ φαίνεται λιγάκι παράξενη κατὰ τοῦτο: Γιατὶ εἶναι σὰν νὰ λέτε ὅτι τὸ κλῆμα στράβωσε μὲ τοὺς νέους τῆς σημερινῆς ἐποχῆς. Τὸ κλῆμα δὲν τὸ στράβωσαν οἱ νέοι τῆς σημερινῆς ἐποχῆς. Ἔχει στραβώσει ἀπὸ λίγο παλαιότερες ἐποχές. Ἔτσι; Στράβωσε γιατὶ παρουσιάσθηκε μία ἀντίθεση μεταξὺ ἐσωτερικῶν πεποιθήσεων καὶ ἐξωτερικῆς πράξεως. Παλαιότερες γενεές, ἐνῶ ἔχασαν τὶς σωστὲς πεποιθήσεις, κράτησαν μία ὑποχρεωτικὴ ἐπιφάνεια σεμνότητας, ἡ ὁποία ὅμως δὲν μποροῦσε νὰ ἐπιβληθεῖ στοὺς νέους. Γιατὶ οἱ νέοι θέλουν γνησιότητα! Καὶ βλέποντας τοὺς μεγαλυτέρους νὰ μὴν ἔχουν γνησιότητα, κλώτσησαν. Δικαίως κλώτσησαν! Δικαίως!

Ἐμεῖς σὰν χριστιανοί, καὶ ἐγὼ σὰν παπὰς καὶ σὰν πνευματικὸς καὶ σὰν Δεσπότης δὲν κάνω τίποτα ἄλλο σ' ὅλη μου τὴ ζωὴ ἀπὸ τὸ νὰ λέω σὲ ὅλους: «ἀποκτῆστε γνησιότητα, ἐσωτερικὴ γνησιότητα, γιατὶ αὐτὴ μόνο θὰ σᾶς βοηθήσει νὰ ἀποκτήσετε ὅλα τ' ἄλλα. Ὄχι προσωπεῖο, ὄχι μάσκα». Οἱ νέοι ἔχουν πάντοτε κάτι τὸ βαθύτερο· ζητοῦν τὴ γνησιότητα καὶ εἶναι κρίμα ὅτι ἔχουν βρεθεῖ χωρὶς ὁδηγούς.

Γι' αὐτὸ καὶ ἄλλη φορά, ὅταν ἐρωτήθηκα, τὸ εἶπα (καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα), ὅτι ἀνάγκη ἐπιστροφῆς καὶ μετανοίας ἔχει ἡ μεγαλύτερη γενεά. Καὶ ὄχι οἱ νέοι! Γιὰ νὰ γίνουν μὲ τὴν ἐσωτερική τους ἐπιστροφὴ ὁδηγοὶ στοὺς νέους, ποὺ εἶναι πρόθυμοι νὰ ἀκολουθήσουν. Γιατὶ οἱ νέοι πάντοτε ψάχνουν νὰ βροῦν πρότυπα· τὸ ἀπαιτεῖ ἡ ψυχολογία τους, ἀλλὰ ἀτυχῶς ἡ ἐποχή μας εἶναι φτωχή.

Μητροπολίτης Πρεβέζης Μελέτιος

(ἀπόσπασμα συνέντευξης)


Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Μνήμη Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Ὁ καημένος ὁ Ἀλέξανδρος! Καινούργιες ἀνησυχίες θὰ εἶχε πάλι ἡ ἀσκητική του ψυχὴ μὲ τὴ συρροὴ τόσων ξένων καὶ δικῶν μας μουσαφιρέων στὸ ταπεινό του σπιτάκι τοῦ ὡραίου νησιοῦ. Τὸν ἐτρόμαζε τόσο πολὺ «ἡ περιέργεια τοῦ Κοινοῦ».
Εἶχα διηγηθεῖ ἄλλοτε τὴν ἀνησυχία του αὐτή, ὅταν πῆγα, κλέφτικα, μὲ χίλιες προφάσεις, νὰ τὸν φωτογραφίσω ἀπάνω στὸ καφενεδάκι τῆς Δεξαμενῆς. Δὲν ὑπῆρχε ὡς τότε φωτογραφία τοῦ Παπαδιαμάντη. Καὶ συλλογιζόμουν ὅτι ἀπ᾿ τὴ μιὰ μέρα στὴν ἄλλη μποροῦσε νὰ πεθάνει ὁ μεγάλος Σκιαθίτης, καὶ μαζί του νὰ σβύσῃ γιὰ πάντα ἡ ὁσία μορφή του. Καὶ πότε αὐτό; Σὲ μία ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπάρχει ἀσημότητα ποὺ νὰ μὴν ἔχει λάβει τὶς τιμὲς τοῦ φωτογραφικοῦ φακοῦ. Καὶ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ δικαιολογηθεῖ μία τέτοια παράλειψη τῆς γενεᾶς μας σ᾿ ἐκείνους ποὺ θὰ ῾ρθοῦν κατόπι μας νὰ συνεχίσουν τὸ θαυμασμό μας γιὰ τὸν ἀπαράμιλλο λυρικὸ ψυχογράφο τῶν καλῶν καὶ τῶν ταπεινῶν καὶ τὸν ἁγνότατο ποιητὴ τῶν νησιώτικων γιαλῶν; Ἀλλὰ ὁ ἁγνὸς αὐτὸς χριστιανός, μὲ τὴ ψυχὴ τοῦ ἀναχωρητῆ, δὲν ἐννοοῦσε, μὲ κανένα τρόπο, νὰ ἐπιτρέψη στὸν ἑαυτό του μιὰ τέτοια εἰδωλολατρικὴ ματαιότητα. «Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα» ἦταν ἡ ἄρνησή του καὶ ἡ ἀπολογία του. Ἀποφάσισα ὅμως νὰ πάρω τὴν ἁμαρτία του στὸ λαιμό μου. Ὁ Θεὸς καὶ ἡ μακαρία ψυχή του ἂς μοῦ συχωρέσουν τὸ κρῖμα μου. Ἕνας ἀπὸ τοὺς ὡραιότερους τίτλους ποὺ ἀναγνωρίζω στὴ ζωή μου, εἶναι ὅτι παρέδωκα στοὺς μεταγενέστερους τὴ μορφὴ τοῦ Παπαδιαμάντη.
Μὲ τί δόλια καὶ ἁμαρτωλὰ μέσα ἐπραγματοποίησα τὸν ἆθλο μου αὐτό, τὸ διηγήθηκα, ὅπως εἶπα, ἀλλοῦ. Ἐκεῖνο ποὺ μοῦ θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οἱ εὐλαβητικὲς γιορτὲς τῆς Σκιάθου, εἶναι ἡ ἀνησυχία του τὴ στιγμὴ ποὺ τὸν ἀποτράβηξα ὡς τὴν προσήλια γωνίτσα τοῦ μικροῦ καφενείου, γιὰ νὰ ποζάρῃ μπροστὰ στὸν φακό μου. Νὰ «ποζάρῃ» εἶναι ἕνας λεκτικὸς τρόπος. Εἶχε πάρει μόνος του τὴ φυσική του στάση ἀπάνω σὲ μιὰ πρόστυχη καρέκλα, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα στὸ στῆθος, μὲ τὸ κεφάλι σκυφτό, μὲ τὰ μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινοῦ ἁγίου, σὰν ξεσηκωμένη ἀπὸ κάποιο καπνισμένο παλιὸ τέμπλο ἐρημοκλησιοῦ τοῦ νησιοῦ του. Αὐτὴ δὲν ἦταν στάση γιὰ μία πεζὴ φωτογραφία. Ἦταν μία καλλιτεχνικὴ σύνθεση, καὶ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἕνα ἔργο τοῦ Πανσελήνου ἢ τοῦ Θεοτοκοπούλου. Ἀμφιβάλλω ἂν φωτογραφικὸς φακὸς ἔλαβε ποτὲ μιὰ τέτοια εὐτυχία.
Ἀλλὰ ὁ Ἀλέξανδρος ἦταν βιαστικὸς νὰ τελειώνουμε. Γιατί; Μοῦ τὸ ψιθύρισε, ἀνήσυχα στὸ αὐτί, καὶ ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ τὸν εἶχα ἀκούσει - οὔτε φαντάζομαι πὼς θὰ τὸν ἄκουσε ποτὲ κανένας ἄλλος - νὰ μιλεῖ γαλλικά:
- Nous excitons la curiosité du public.
Ἀκούσατε; Ἐρεθίζαμε τὴν περιέργεια τοῦ ...Κοινοῦ! Ποιοῦ Κοινοῦ; Δὲν ἦταν ἐκεῖ κοντά μας παρὰ ἕνα κοιμισμένο γκαρσόνι τοῦ καφενείου, ἕνας γεροντάκος ποὺ λιαζότανε στὴν ἄλλη γωνία τοῦ μαγαζιοῦ, καὶ δυὸ λουστράκια ποὺ παίζανε παράμερα. Αὐτὸ ἦταν τὸ Κοινό, ποὺ ἀνησυχοῦσε τὸν Παπαδιαμάντη ἡ «περιέργειά» του. Κι᾿ αὐτὴ ἦταν ἡ διαπόμπευσή του, ποὺ βιαζότανε νὰ τῆς δώσῃ ἕνα τέλος, - Ἡ φιλία ἐνίκησε τὸ ζορμπαλίκι... μοῦ εἶπε - ἀντιγράφω τὰ ἴδια του τὰ λόγια - στὸ τέλος τοῦ μαρτυρίου του.
Μήπως δὲν ἦταν, στ᾿ ἀλήθεια, μιὰ πραγματικὴ θυσία ποὺ εἶχε κάνει στὴ φιλία μου; Μιὰ θυσία τῆς ἁγιότητάς του στὴν εἰδωλολατρικὴ ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων.
Καὶ συλλογίζομαι τώρα τὶς ἑκατοντάδες τῶν Γάλλων προσκυνητῶν τῆς ἑταιρείας Μπυντέ, καὶ τῶν δικῶν μας τοῦ «Ὁδοιπορικοῦ Συνδέσμου», ποὺ πέρασαν τὸ κατώφλι τοῦ ταπεινοῦ του ἐρημητηρίου, ὅπου πλανᾶται τώρα ἡ σκιά του στὰ γνώριμα καὶ ἀγαπητά της κατατόπια τῆς ζωῆς του καὶ τῆς ἐργασίας του. Συλλογίζομαι τὴν παράταξη τῶν ναυτικῶν ἀγημάτων, ποὺ παρουσίασαν ὅπλα μπροστὰ στὸ μνημεῖο του. Συλλογίζομαι τὶς στολές, τὰ ξίφη, τὶς χρυσὲς ἐπωμίδες ποὺ ἔλαμπαν κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο τοῦ νησιοῦ του, γιὰ τὴ δόξα του. Συλλογίζομαι τοὺς λόγους τῶν ἐπισήμων, τοὺς ἐθνικοὺς ὕμνους, τὰ στεφάνια τῆς δάφνης, τὶς πανηγυρικὲς κωδωνοκρουσίες, ποὺ ἔπλεξαν μὲ ἤχους καὶ χρώματα τὸ ἐγκώμιό του.
Συλλογίζομαι ὅλο αὐτὸ τὸ δοξαστικὸ πανηγύρι, καὶ ἡ σκέψη μου πετάει στὸ «Κοινὸν» τοῦ ἐρημικοῦ καφενείου τῆς Δεξαμενῆς - ἕνα γκαρσόνι, ἕνας γεροντάκος, δυὸ λουστράκια - ποὺ ἀνησυχοῦσε, τὴ μακρυνὴ ἐκείνη μέρα ὁ μακαρίτης μήπως «ἐρεθίσῃ τὴν περιέργειά των». Τί ἀνησυχία θὰ εἶχε νοιώσει τώρα, στὰ βάθη τοῦ ταπεινοῦ τάφου ὅπου «ἀναπαύεται ἐν Χριστῷ» ὁ χριστιανὸς ποιητὴς τῶν ταπεινῶν, ἀπὸ τὸ δοξαστικὸ αὐτὸ θόρυβο; Καὶ πόσο θὰ βιαζότανε πάλι νὰ τελειώσῃ; Ἂν σάλεψαν, ἀπὸ μυστικὲς αὖρες, αὐτὴ τὴ στιγμή, τὰ κυπαρίσσια τοῦ τάφου του, ἕνας στεναγμὸς θὰ βγῆκε ἀπὸ τὸ θρόϊσμά τους. Ἕνας ἦχος, ποὺ θὰ ξαναψιθύριζε τὰ παλιά του ἐκεῖνα ἀνήσυχα καὶ τόσο συμπαθητικὰ λόγια, σὲ μιὰ γλῶσσα ποὺ τὴν ἐννοοῦσαν τώρα, γιατὶ ἦταν δική τους, οἱ εὐλαβητικοὶ προσκυνητές του τῆς γαλλικῆς γῆς:
- Nous excitons la curiosité du public.
Παῦλος Νιρβάνας