Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέρων Αιμιλιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέρων Αιμιλιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026


Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος

Ἀπό αἰῶνες, κάθε χρόνο, τήν παραμονή τῆς Μεταμορφώσεως, ἀρκετοί μοναχοί ἀναχωροῦν ἀπό τήν Μεγίστη Λαύρα μέ ζῶα φορτωμένα μέ τρόφιμα, σκεπάσματα καί λειτουργικά σκεύη καί ἀνεβαίνουν πρός τήν «Ἁγίαν Κορυφήν» τοῦ Ἂθωνος, σέ ὕψος 2.033 μέτρων, ἐπάνω ἀπό τά σύννεφα, ὅπου βρίσκεται ἕνα μικρό παρεκκλήσι τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος. Ἐκεῖ, τήν ἂλλη μέρα τό βράδυ, θά κάνουν τήν ὁλονύκτιον ἀγρυπνίαν μέ τρόπο παρόμοιο πρός ὅλα τά μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἀνεβαίνοντας σιγά-σιγά, ὅπως τότε οἱ Ἀπόστολοι ἀνέβαιναν μέ τόν Ἰησοῦν «εἰς ὄρος ὑψηλόν», ψάλλουν τούς προεόρτιους ὓμνους στόν ρυθμό τῶν κωδωνίσκων τῶν μουλαριῶν: «Δεῦτε συνανέλθωμεν τῷ Ἰησοῦ ἀναβαίνοντι εἰς τό ὄρος τό ἃγιον…».
Στόν δρόμο, μοναχοί ἀπό διάφορα μέρη τοῦ ρους καί προσκυνηταί ποικίλων ἐθνοτήτων, συνάπτονται μαζί τους, καί αὐτή ἡ πομπή πού συναποτελεῖται ὁμοιάζει τότε μέ τούς Ἑβραίους πού συγκεντρώνονταν ἀπό ὅλα τά μέρη τῆς Παλαιστίνης μαζί μέ τούς προσήλυτους γιά νά ἑορτάσουν εἰς τόν οἶκον Κυρίου εἰς τήν Σιών. «Ἐκεῖ γάρ ἀνέβησαν αἱ φυλαί, φυλαί Κυρίου, μαρτυρία τῷ Ἰσραήλ, τοῦ ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματι Κυρίου».
Αὐτή ἡ «Ἁγία Κορυφή», ἡ ὁποία τακτικά ἐνδύεται μέ λαμπρό χιόνι, πού ἂλλοτε ἀντανακλᾶ τίς ἀκτίνες τοῦ ἡλίου καί ἂλλοτε κρύβεται ὑπό τήν νεφέλη, ἦταν προορισμένη νά γίνη «Ὄρος τοῦ φωτός» διότι ἡ ἀρχαία λέξις «αἲθων» σημαίνει: πυρώδης, ἀναλάμπων, ἀστράπτων… Ἡ κορυφή κατέχει μιά ἰδιαίτερη θέση στήν καρδιά τῶν ἁγιορειτῶν. Βλέπουν αὐτό τό ὄρος σάν τόν ἂξονα τοῦ κόσμου, πού ἑνώνει τόν οὐρανό καί τήν γῆ, σάν τόν στῦλον διά τοῦ ὁποίου οἱ προσευχές τους ἀναβαίνουν πρός τόν Θεόν, σάν τό ὑποπόδιον τοῦ Θεοῦ, σάν τήν ἐκλεκτήν κατοικίαν τῆς Παντανάσσης, τῆς «Μητρός τοῦ Φωτός».
Ἀναρίθμητες εἰκόνες ἢ χαλκογραφίες δείχνουν τήν Παναγίαν στόν οὐρανό, πάνω ἀπό τήν χιονισμένη κορυφή τοῦ Ἂθωνος, πού ἐξαπλώνει στόν κόσμο τό Μαφόριόν της, τήν «ἁγίαν Σκέπην» τῆς προσευχῆς της. Ἐκεῖ ἐπίσης, κατά μία ἀρχαία καί ἀδιάρρηκτη παράδοση, οἱ μοναχοί ἀναβαίνουν μερικές φορές γιά ἓνα προσωπικό προσκύνημα, γιά νά προσευχηθοῦν πλησιέστερα πρός τόν οὐρανό καί γιά νά λάβουν ἀπό τόν Θεόν μιά πληροφορία γιά τίς ἀποφασιστικές στιγμές τῆς ζωῆς τους.
Ἐκεῖ, στόν δέκατο αἰῶνα, ἐν ἡμέρᾳ Μεταμορφώσεως, ὁ κτίτωρ τῆς μονῆς τῶν Ἰβήρων, ὅσιος Εὐθύμιος, εἶδε τό φῶς τοῦ Θεοῦ νά ἐξαστράπτει ὡς πῦρ φλέγον ἐνῶ λειτουργοῦσε: «αἴφνης φῶς ἀμέτρητον περιήστραψεν ἃπαντας καί σεισμός ἐγένετο καί ὅλοι ἒπεσαν πρηνεῖς κατά γῆς. Μόνος δέ ὁ μακάριος Εὐθύμιος ἵστατο, φαινόμενος ὡς στῦλος πυρός καί μένων ἀκίνητος πρό τοῦ ἱεροῦ θυσιαστηρίου». Τέσσερεις αἰῶνες ἀργότερα, ἡ Παναγία ἐμφανίστηκε στόν ἃγιον Μάξιμον τόν Καυσοκαλυβίτην μέσα σέ ἂφθονο θεῖο φῶς καί ἀρώματα, κρατώντας στήν ἀγκαλιά της τόν Κύριον, πού εὐλόγησε τόν ἃγιον καί τόν γέμισε μέ θείαν ἀγαλλίασιν.

Ἐκεῖ ἀκόμα, ὓστερα ἀπό αἰῶνες τέτοιων γεγονότων πού ἒμειναν κρυφά, ὁ Γέρων Ἰωσήφ (†1959), ὁ μέγας ἡσυχαστής καί πραγματικός πατήρ τῆς σημερινῆς ἀναγεννήσεως τῆς παραδόσεως τῆς νοερᾶς προσευχῆς στό Ἃγιον Ὂρος, συνάντησε τόν συνασκητή του, τόν Γέροντα Ἀρσένιον (†1983) καί ἄρχισε τήν ζωή σκληροῦ ἀγῶνος καί περιπλανήσεως στίς κλιτῦς τοῦ Ἄθωνος.
Καί ἀπό τήν κορυφήν αὐτήν, μία μέρα, πού εἶχε φθάσει στήν ἀπελπισία, μία λαμπρή ἀκτίνα φωτός ἐξήστραψε καί μπῆκε στήν καρδιά του. Καί ἀπό τότε, ὅπως σ’ ἓνα Θαβώρ, ὁ νοῦς του δέν σταμάτησε νά μένει διαρκῶς μέ τόν Ἰησοῦν ἑνωμένον μέσα στήν καρδία του.
Ὑπάρχει ἐπίσης ἡ διήγησις ὅτι ἑπτά ἀσκηταί ζοῦν σ’ αὐτά τά ὕψη γυμνοί καί ἄγνωστοι καί διατηροῦν διά μέσου τῶν αἰώνων, ἀπό γενεά σέ γενεά, τήν μυστική παράδοση τῆς ἀσκήσεως καί τῆς θεωρίας.
Μῦθος ἤ ἀλήθεια, ἡ διήγησις αὐτή δείχνει ἀκριβῶς πόσο κεντρική εἶναι ἡ θέσις τῆς «Ἁγίας Κορυφς» στήν συνείδηση καί στήν ζωή τῶν ἁγιορειτῶν. Γι’ αὐτό τό μικρό παρεκκλήσι τῆς Μεταμορφώσεως καί δίπλα του ὁ πελώριος σιδερένιος σταυρός, πού στέκονται σ’ αὐτόν τόν στενό βράχο, ἔχουν μιά ἰδιαίτερη συμβολική ἀξία καί δείχνουν, σάν δυό σημεῖα, στόν οὐρανό καί στόν κάτω κόσμο, τά δυό χαρακτηριστικά τῆς μοναστικῆς πολιτείας, ἡ ὁποία εἶναι βίωσις τοῦ σταυροῦ, ἐκουσία καί ἀδιάλειπτη συμμετοχή στό πάθος τοῦ Κυρίου, καί εἶναι ταυτόχρονα ἡ ὁδός τῆς θεώσεως, μιά ζωή μέσα στό φῶς τῆς ἐσχατολογικῆς δόξης, πού ἀπεκάλυψε ὁ Χριστός, γιά μιά στιγμή, στούς Ἀποστόλους του, πάνω στό ὂρος Θαβώρ.
Ὅπως ὁ Κύριος ἀνέβηκε στό ὄρος «κατ’ ἰδίαν» μέ τούς ἐκλεκτούς Μαθητές γιά νά προσευχηθεῖ, ἔτσι καί οἱ μοναχοί, ἀπαρνούμενοι τόν κόσμο, ζοῦν στόν Ἂθωνα «ἐν ἡσυχίᾳ καί προσευχῇ», ζοῦν ἐδῶ καί τώρα, μέσα στό φῶς τῆς Μεταμορφώσεως. Ὁ Ἂθως εἶναι γιά αὐτούς Θαβώρ, προτύπωσις τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.
Στήν δύση τοῦ Βυζαντίου, ὅταν ὁ ἃγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ἁγιορείτης καί μέγας διδάσκαλος τοῦ θείου φωτός, ἀγωνίστηκε ἐναντίον τῶν οὐμανιστῶν γιά τήν ὑπεράσπιση τῶν ἡσυχαστῶν καί τήν ὑποστήριξη τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας περί τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου — δηλαδή τς πραγματικς συμμετοχς του στήν ζωή τοῦ Θεοῦ διά μέσου τς κτίστου χάριτος— τό θέμα τῆς Μεταμορφώσεως καί τῆς φύσεως τοῦ Θαβωρίου φωτός βρισκόταν στό κέντρο τῆς διαμάχης.
Σ’ ὅλα τά ἒργα τους, ὁ ἃγιος Γρηγόριος καί οἱ ὁμόφρονές του, κάνουν ἀναρίθμητες ἀναφορές σ’ αὐτό τό θεῖο γεγονός καί δείχνουν ὅτι ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Κυρίου, ὡς πρότυπον τῆς δικῆς μας θεώσεως, εἶναι κατ’ ἐξοχήν ἡ ἑορτή τοῦ μοναχισμοῦ, ἡ πανήγυρις τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Γιά χρόνια ὁ ἃγιος Γρηγόριος εἶχε ζήσει στούς πρόποδες τοῦ Ἂθω, στήν Μ. Λαύρα, καί ὡς ἡσυχαστής στό ὑψηλότερα εὑρισκόμενο κελλίον τοῦ ἁγίου Σάββα.


Γι’ αὐτόν, ὃπως καί γιά κάθε σύγχρονο ἁγιορείτη, ὁ Ἂθως ταυτίζεται μέ τό Θαβώρ καί μέ κάθε «ὂρος τοῦ Θεοῦ», ὅπου ὁ Θεός ἀποκαλύφθηκε στούς ἀνθρώπους. Γιά αὐτούς εἶναι καί Ὄρος Σιών, καί ὂρος Σινά, ὂρος Κάρμελ, ὂρος τῶν Ἐλαιῶν καί ὂρος τοῦ Γολγοθᾶ.
Εἶναι ἐπίσης παρόμοιο μέ ὅλα τά «ἅγια ὂρη» ὃπου ὁ Κύριος κατοίκησε «ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ» «ἐν συναγωγῇ θεῶν», ὅμοιο μέ τό ὂρος τοῦ Ὀλύμπου τῆς Βιθυνίας, ἀπό τό ὁποῖο προῆλθαν οἱ πρῶτοι ἁγιορεῖτες, μέ τό ὂρος τοῦ Λάτρου, μέ τό ὂρος τοῦ Γάνου, μέ τό βουνό τοῦ Ἁγίου Αὐξεντίου και μέ ὃλα τά ἒνδοξα μοναστικά Κέντρα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, μέ τά ἃγια ὂρη τῆς Ἑλλάδος, καί παραλληλίζεται τέλος μέ τό ὂρος τοῦ Ὀλύμπου – τῆς ἀρχαίας κατοικίας τοῦ δωδεκαθέου.
Συγγενεύει μέ τούς ἱερούς βράχους τῶν Μετεώρων, ὃπου στόν πιό ψηλό βράχο βρίσκεται κτισμένο μοναστήρι τῆς Μεταμορφώσεως, μέ τά ὂρη τῆς Πελοποννήσου, τῆς Μακεδονίας, τῶν Καρπαθίων, τῆς Σερβίας, τῆς Ἀρμενίας μέ τό σεβαστό Ἀραράτ, τά Καυκάσια ὂρη, μέ τά ὂρη τῆς Ρωσσίας καί μέ τό μικρό «Ἅγιον ὂρος» τοῦ ἁγίου Σεραφείμ στό δάσος τοῦ Σαρώφ, μέ τό Μοnte Cassino τοῦ ἁγίου Βενεδίκτου, μέ τό ὂρος τοῦ Μερκουρίου —φρούριο τῶν βυζαντινῶν ἀσκητῶν στήν Καλαβρία— καί μέ ὃλα τά ἃγια ὂρη τῆς ὀρθοδόξου Δύσεως.
Ὁ Ἂθως ταυτίζεται λοιπόν μέ ὃλα αὐτά τά ὂρη πού ἒγιναν Θαβώρ, γιά τούς μοναχούς ὃλων τῶν αἰώνων, καί πού «μεταναστεύουν ἐκεῖ ὡς στρουθία».
Σ’ αὐτήν τήν νύχτα, μέσα στό στενό παρεκκλήσι, ὃπου μόνον λίγα πρόσωπα μποροῦν νά χωρέσουν, ἐνῶ οἱ ἂλλοι προσπαθοῦν νά ζεσταθοῦν λιγάκι δίπλα στή μεγάλη φωτιά πού καίγεται ἀπ’ ἒξω, οἱ φωνές τῶν ψαλτν γίνονται σάλπιγγες τῆς Ἐκκλησίας, πού νακηρύττουν στόν κόσμο τό μήνυμα τοῦ ϊδίου φωτός.

Γέρων Αἰμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

Τετράδιο 150 * Σεπτέμβριος 2012

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026


Τὸ ἀνικανοποίητο ποὺ νοιώθουμε στὴν ζωή μας
Γογγύζω σημαίνει διαμαρτύρομαι, ἀρνοῦμαι, παραπονοῦμαι, εἶμαι στενοχωρημένος, δὲν ἱκανοποιοῦμαι. Αὐτὸν τὸν γογγυσμὸ τὸν ἐκφράζω στὸ περιβάλλον μου, στὰ γραπτά μου, στὴν προσευχή μου.
Ζητῶ, λόγου χάριν, κάτι ἀπὸ τὸν ἄλλον ἢ προσδοκῶ ἢ ἀπαιτῶ κάτι. Δὲν μοῦ τὸ δίνει ὅμως, γιατί καὶ αὐτὸς εἶναι ἀπορροφημένος ἀπὸ τὸν δικό του ἀγώνα καὶ πόθο, ἀπὸ τὴν δική του σκέψη, ἁμαρτία, χαρά, ἀπὸ τὴν δική του ἀκολασία, ἁγιότητα ἢ ἀρετή. Τότε πέφτω σὲ ἕναν γογγυσμό, διότι περιθωριοποιοῦμαι στὴν σκέψη του. Προσεύχεται αὐτός, νομίζω ὅτι μὲ ἀφήνει μοναχό μου. Ἐνδιαφέρεται γιὰ μένα, νομίζω ὅτι δὲν τὸ ἔκανε ἀπὸ ἀγάπη ἢ ὅτι τὸ ἔκανε ἐλλιπές. 
Ὁ γογγυσμὸς εἶναι τὸ ἀνικανοποίητο ποὺ νοιώθουμε στὴν ζωή μας καὶ προέρχεται ἀπὸ ἕνα μειονεκτικὸ ἐγώ.
Γέρων Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025



Τὸ μυστικὸ τοῦ πατέρα μου
Κάποτε ἦρθε στὴν μονή μας ἕνας ὑπουργὸς μὲ πολὺ ὕφος, ἀλλὰ γρήγορα εἶδε ὅτι ἡ μοναστηριακὴ ἀτμόσφαιρα εἶναι ἕνας ἄλλος κόσμος, καὶ ἄρχισε νὰ συναναστρέφεται ἁπλούστερα μὲ τοὺς μοναχούς.
Τὸν προσκάλεσα στὸ ἡγουμενεῖο μόνο του καί, ὅταν μπῆκε, δὲν κατάφερε νὰ πεῖ λέξι, διότι τὸν κατέλαβαν λυγμοί. Προσπάθησα νὰ τὸν διασκεδάσω καὶ μοῦ λέει: «Σήμερα θυμήθηκα ὅτι ὁ παππούς μου κάθε Δευτέρα ἔφευγε ἀπ' τὸ σπίτι καὶ πήγαινε στὸ βουνὸ γιὰ νὰ προσευχηθεῖ. Ἐπίσης, πολλὲς φορὲς ἔβλεπα τὸν πατέρα μου, ποὺ ἦταν ἀπ' τὴ Μικρὰ Ἀσία, νὰ μὴ περπατᾶ στὸ χῶμα. Πηγαίνοντας σ' ἕνα μοναστήρι τὸ χειμώνα μὲ πολλὰ χιόνια καὶ πάγους, τὸν ἔβλεπα νὰ ὑψώνεται πάνω ἀπ' τοὺς πάγους καί, ὅταν φθάναμε στὸ μοναστήρι, ἀντιλαμβανόμουν ὅτι σὲ κάτι διαφέρει ἀπ' τοὺς ἄλλους ποὺ ἦταν τριγύρω μας. Σήμερα κατάλαβα τὸ μυστικὸ τοῦ πατέρα μου. Μοῦ ἔδωσε μία πίστη, τὴν ὁποία ξαναποκτῶ σήμερα».
Αὐτὴ εἶναι ἡ φυσικὴ ἢ κληρονομικὴ πίστη.
Ἀρχιμ. Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης

Παρασκευή 30 Μαΐου 2025


Ἡ βίωση τοῦ ἄλλου ὡς οἰκείου μέλους
Ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ ἔχει πνευματικὴ ζωή, νὰ ἔχει τὸ φῶς στὴ ζωή του, πρέπει νὰ ἔχει τελεία ἐπικοινωνία μὲ τὸ περιβάλλον του. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν ἔχει αὐτὴ τὴν ἁπλή, τὴν φυσική, τὴν ἄνετη ἐγκατάλειψη καὶ παράδοση τοῦ ἑαυτοῦ του στὸν ἄλλον, καὶ ἑπομένως τὴν βίωση τοῦ ἄλλου ὡς οἰκείου μέλους, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει Θεόν. Γι’ αὐτὸ σκοτίζεται ἡ ψυχή, ὅταν κλονίζεται ἡ σχέση της μὲ τὸν Θεό.
Πῶς ὅμως κλονίζεται; Μὲ τὸ νὰ μισεῖ τὸν πλησίον του. Τὸ μισῶ τὸν πλησίον ἔχει κατά κύριον λόγο ἐνεργητικὴ ἔννοια καὶ σημαίνει, κτυπῶ, ἀρνοῦμαι, ἐπιτίθεμαι ἐναντίον τοῦ ἄλλου. Ἐκφράζει τὴν ἐπιθετικὴ διάθεση τῆς ψυχῆς. Ἀντὶ νὰ ἔχω φυσικὴ σχέση μὲ τὸν ἄλλον, νὰ τὸν βάζω στὴν καρδιά μου, ἔχω τὸ μῖσος, ποὺ εἶναι μία ἔξοδος τοῦ ἄλλου ἀπὸ τὴν καρδιά μου καὶ ἀπὸ τὴν ζωή μου.
Μῖσος λοιπὸν εἶναι νὰ βλέπω ὡς ἕτερον τὸν ἄλλον, νὰ τὸν πετάω ἔξω ἀπὸ τὴν καρδιά μου, νὰ μὴν τὸ θεωρῶ ὡς εἶναι μου. Ἀντὶ νὰ δῶ ὅτι ὁ ἄλλος εἶμαι ἐγώ, βλέπω ὅτι εἶναι κάτι διαφορετικό. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ εἶναι φυσικὸ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου, ἀλλὰ γιὰ μᾶς, ποὺ εἴμαστε σῶμα Χριστοῦ, εἶναι ἀφύσικο. Τὸ μῖσος εἶναι ἐκ τῶν μεγάλων ἁμαρτημάτων, διότι εἶναι ἀπόρροια μεγάλης ἐμπαθείας καὶ δείχνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δούλεψε πολλὰ χρόνια στὴν ἁμαρτία καὶ τὰ πάθη, καὶ ἔχει σκληρυνθεῖ τόσο πολὺ ἡ καρδιά του, ὥστε κατὰ κάποιο τρόπο ἔγινε ἀνώμαλη καὶ ὄχι μόνο δὲν μπορεῖ νὰ ἀγαπήσει, ἀλλὰ καὶ μισεῖ. Χρειάζεται πολὺ δάκρυ γιὰ νὰ ἀποβάλλει κάποιος τὸ μῖσος. Δὲν εἶναι ὑπόθεση μιᾶς ἀποφάσεως ἁπλῶς ἢ ἀγῶνος μιᾶς μέρας. Ὅταν μισῶ κάποιον, δὲν μπορῶ νὰ πῶ, ἀποφασίζω νὰ μὴν τὸν μισῶ. Μπορῶ νὰ πῶ, ἀποφασίζω νὰ μὴν τὸν χτυπήσω, νὰ μὴν τὸν βλάψω, ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴν τὸν μισῶ πλέον, χρειάζεται μία ἐσωτερικὴ κάθαρσις. Τὸ μῖσος πρὸς τὸν πλησίον φανερώνει μεγάλο βάθος πάθους, γι’ αὐτὸ καὶ συσκοτίζει τὴν ψυχή.
Πῶς ἀλλιῶς κλονίζεται ἡ σχέση μὲ τοὺς ἄλλους; Μὲ τὴν ἐξουδένωση. Μὲ τὸ νὰ ταπεινώνεις τὸν ἄλλον. Μὲ τὸ νὰ τὸν κρίνεις. Ὅταν ὅμως κρίνω τὸν ἄλλον, τὸν βγάζω πάντοτε μικρό, μηδαμινό, τίποτα. Εἶναι τόσος ὁ ἐγωισμὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἐνώπιον τῆς κρίσεώς του, οὔτε ἕνας Θεός, πόσο μᾶλλον ἕνας ἄνθρωπος. Τὸ νὰ θεωρῶ τὸν ἄλλον ὡς κατώτερο, περισσότερο ὅμως τὸ νὰ τὸ ἐκφράζω, εἶναι κεφαλαιῶδες ἁμάρτημα.
Ἄλλη μορφὴ σχέσεώς μας μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ἡ ὁποία διαταράσσει τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἑνότητα, εἶναι ἡ ζήλεια μὲ ὅλες τὶς ἔννοιες. Ζηλεύω κάποιον ἀπὸ ἀγάπη, τὸν θεωρῶ δικό μου καὶ ἑνώνομαι ἀναπόσπαστα μαζί του. Ἡ ἕνωση αὐτὴ δὲν εἶναι ἐν τῷ σώματι τοῦ Χριστοῦ, εἶναι μία ὑποβίβαση τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ σὲ ἀνθρώπινη σχέση. Εἶναι ἐπίσης μία πλήρης μοιχικὴ ἐσωτερικὴ ἐνέργεια. Ἂν πάρουμε τὴν ζήλεια μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ζηλεύω αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἀπωθῶ, τότε ἡ ζήλεια εἶναι ἔκφραση ἐσωτερικῆς ἀδυναμίας ἀλλὰ καὶ ἀνώμαλης ἀγάπης. Δηλαδὴ τὸν ἀγαπῶ κατὰ τρόπο ἐγωιστικὸ καὶ ἀποκλειστικό, πιστεύω ὅτι ἔχω δικαιώματα στὴ ζωή του καὶ ὅτι αὐτὸς ἔχει ὑποχρεώσεις ἀπέναντί μου, ὅτι πρέπει νὰ μοῦ δίνει λογαριασμὸ γιὰ τὸ ποὺ πηγαίνει καὶ τί κάνει. Ἡ ζήλεια λοιπὸν εἶναι διαταραχὴ τῶν σχέσεών μας λόγω περισσῆς ἐσωτερικῆς ψυχικῆς ἐνέργειας. Ζήλεια εἶναι κάθε στροφὴ πρὸς τὸν ἄλλον, ποὺ ξεκινάει ἀπὸ κάτι ὑπερβολικό, ἀπὸ ἕναν ζῆλο, ἀπὸ μία ζέση, ἀπὸ μία βράση. Ἑπομένως ζῆλος μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον μου, ἡ ἀγάπη μου, ἡ φροντίδα μου νὰ τὸν σώσω, νὰ τὸν βοηθήσω νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νὰ γίνει παιδὶ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ ζέσις εἶναι ἕνας ἀφύσικος ἐσωτερικὸς ὀργασμός, μία ἀφύσικη πνευματικὴ συσσωμάτωση.
Τὸ ἀντίθετό της ζήλειας εἶναι ὁ γογγυσμός, ὁ ὁποῖος ἐπίσης προέρχεται ἀπὸ ἀδυναμία τῆς ψυχῆς. Γογγύζω σημαίνει διαμαρτύρομαι, ἀρνοῦμαι, παραπονοῦμαι, εἶμαι στενοχωρημένος, δὲν ἱκανοποιοῦμαι. Αὐτὸν τὸν γογγυσμὸ τὸν ἐκφράζω στὸ περιβάλλον μου, στὰ γραπτά μου, στὴν προσευχή μου. Ζητῶ λόγου χάριν, κάτι ἀπὸ τὸν ἄλλον, ἢ προσδοκῶ ἢ ἀπαιτῶ κάτι. Δὲν μοῦ τὸ δίνει ὅμως, γιατί καὶ αὐτὸς εἶναι ἀπορροφημένος ἀπὸ τὸν δικό του ἀγῶνα καὶ πόθο, ἀπὸ τὴν δική του σκέψη, ἁμαρτία, χαρά, ἀπὸ τὴ δική του ἀκολασία, ἁγιότητα ἢ ἀρετή. Τότε πέφτω σὲ ἕναν γογγυσμό, διότι περιθωριοποιοῦμαι στὴν σκέψη του. Προσεύχεται αὐτός, νομίζω ὅτι μὲ ἀφήνει μοναχό μου. Ἐνδιαφέρεται γιὰ μένα, νομίζω ὅτι δὲν τὸ ἔκανε ἀπὸ ἀγάπη ἢ ὅτι τὸ ἔκανε ἐλλιπές. Ὁ γογγυσμὸς εἶναι τὸ ἀνικανοποίητο ποὺ νοιώθουμε στὴ ζωή μας καὶ προέρχεται ἀπὸ ἕνα μειονεκτικὸ ἐγώ. Ἡ ζήλεια προέρχεται ἀπὸ ἕνα ἐγὼ ὑπερτροφικό, ἐνῷ ἡ ἐξουδένωση ἀπὸ ἕνα ἐγὼ αὐτοτρεφόμενο καὶ αὐτοδυναμούμενο ἄνευ Θεοῦ, ποὺ βλέπει τὸν ἄλλον κατώτερο, μηδαμινό. Τὸ μῖσος εἶναι ἡ διαφοροποίηση, ἡ ἀπώθηση τοῦ ἄλλου ἀπὸ τὴν ὕπαρξή μας.
Γέρων Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης

Τρίτη 13 Αυγούστου 2024



Ἡ προσευχὴ τοῦ Ἁγίου Ὄρους χθὲς καὶ σήμερον
Τέλος, ἂς ἴδωμεν καὶ πῶς βιοῦται ἐν Ἁγίῳ Ὄρει ἡ προσευχή.
Λέγει ἕνας ἀσκητὴς ἁγιορείτης (δὲν λέγω τὸ ὄνομά του, διότι ζῇ): «Ἄχ! εἰκοσιτέσσαρες ὧρες τὸ εἰκοσιτετράωρον δὲν μοῦ φθάνουν νὰ προσεύχωμαι!» Νιώθετε, τί προσευχὴ κάνει αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; Ἀντιλαμβάνεσθε πόσον ἔχει ἡδύτητα, ἐφ᾿ ὅσον τὰ μάτια του καὶ ἡ καρδιά του νοερῶς στρέφονται ὁλονὲν πρὸς τὸν Θεόν; Ὅποιος δοκιμάση τὴν γλυκύτητα τοῦ Θεοῦ, ἔτσι θὰ λέγῃ καὶ αὐτός.
Ναί, προσεύχονται εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, μέσα εἰς τὰ Μοναστήρια καὶ ἔξω ἀπὸ τὰ Μοναστήρια. Μορφαὶ μεγάλαι ἀνεδείχθησαν τὰ τελευταία χρόνια, ὅπως ὁ Δανιὴλ ὁ Κατουνακιώτης, ὁ Καλλίνικος ὁ Ἡσυχαστὴς καὶ τόσοι ἄλλοι.
Ἕνας ἰδικός μας μοναχός, ποὺ ἐκοιμήθη ἐδῶ καὶ ὀλίγα χρόνια, ὁ γερο-Ἀρσένιος, ὁ εὐλογημένος, οὔτε νὰ κοιμηθῇ δὲν ἤθελε, ἀλλὰ ἐκρέματο ἀπὸ κάτι σχοινιά - κρεμαστήρας - καὶ προσηύχετο ἀκουμβῶν εἰς ἓν ξύλον διὰ νὰ προσεύχεται, ὅπως καὶ πάμπολλοι μοναχοὶ ἔπραττον. Ὅταν προσηύχετο καὶ ἔκαμε μετανοίας, κτυποῦσε τὸ κεφάλι του εἰς τὸ πάτωμα. Ἔλεγεν: «Εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ δὲν θ᾿ ἀκούῃ τὴν προσευχήν μου ὁ Θεός- ν᾿ ἀκούῃ τουλάχιστον τὰ κτυπήματα τῆς κεφαλῆς μου. Ἡ ἁμαρτία μου εἶναι τόση, ποὺ δὲν βγαίνει ἡ εὐχὴ ἀπὸ τὸ λαρύγγι μου». Καὶ εἶχε μίαν χαράν! Συνεχῶς προσηύχετο. Νὰ ἐβλέπατε τὸ πρόσωπόν του. Ἂν ἐβλέπατε πῶς ἐκοιμήθη, θὰ ἐλέγατε: «Ἀλήθεια, μακάριος ὁ θάνατος ἑνὸς ὁσίου».
Ἕνας ἄλλος μοναχός, προσευχόμενος μίαν νύκτα, μέσα εἰς τὴν ἀκολουθίαν, ὁ νοῦς του ξέφυγε καὶ ἐπέταξεν ἐπάνω εἰς τὴν θάλασσαν, ἐπῆγεν εἰς τὰ βουνὰ καὶ εἰς τὰ λαγκάδια, ἀγνάντεψε τὰ δένδρα, τὰ λουλούδια, τὰ ψάρια τῆς θαλάσσης, τὰ βουνά, τὰ νησιά, ἐπεσκόπευσε τὴν γῆν καὶ τὸν οὐρανόν, καὶ εἶδε καὶ ἤκουσεν, ὅτι ὅλα δοξολογοῦν τὸν Θεόν. Ἀπὸ τὴν ἡμέραν ἐκείνην δὲν ἠμποροῦσε νὰ σταθῇ καθόλου- καὶ ἀπὸ τοὺς ὀξυδρόμους ὀφθαλμούς του δὲν ἐσταμάτησαν τὰ δάκρυα- εἶδε καὶ ἔλεγεν ὅτι ἡ ἄψυχος κτίσις ἐκχέει τὰ δάκρυά της μὲ τὴν δοξολογίαν- «καὶ ἐγώ, ποὺ ἔχω ψυχήν, εἶμαι μέσα εἰς τὴν ἁμαρτίαν».
Εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος δὲν ἔλειψαν ποτὲ οἱ ἡσυχαστικοὶ καὶ νηπτικοὶ μοναχοί, ἀδιακόπως ἕως σήμερα. Ἂς μνημονεύσωμεν ἐδῶ καὶ τὸν ἅγιον Σιλουανόν, ποὺ ἡ ζωή τοΥ ἦτο διαρκὴς καὶ ἀστείρευτος προσευχή.
Τὰ τελευταῖα χρόνια ἕνας ἄλλος ἀσκητής, ὁ Γερό-Ἰωσὴφ ὁ Σπηλαιώτης, ἀφιέρωσε τὴν ζωήν του εἰς τὴν εὐχήν, τὴν ὁποίαν ἐρρόφησε βαθειά, τὴν ἔκανε ἰσχὺν αὐτοῦ καὶ τὴν ἔζησε μὲ ἓν βίωμᾳ γλυκείας ἐντρυφήσεως τοῦ Παραδείσου. Πολλοὶ καὶ τώρα εἶναι πνευματικά του ἔγγονα.
Ἀπὸ τὸ Ὄρος μετεδόθη πανταχοῦ ἡ νοερὰ προσευχή. Ἀπ᾿ ἐδῶ διέδωσεν ὁ ἁγιορείτης Παΐσιος Βελιτσκόφσκι τὴν εὐχὴν εἰς τοὺς Σλαύους. Ὡσαύτως ὁ π. Σωφρόνιος, ἁγιορείτης καὶ αὐτός, εἰς τὴν Εὐρώπην.
Ἐπέδρασεν ὁ Ἄθως καὶ εἰς τὸν Ἅγιον Ἀθανάσιον τῶν Μετεώρων, εἰς τὸν Ἅγιον Διονύσιον Ὀλύμπου, ποὺ ἐνέπνευσαν πολλοὺς ἄλλους. Δὲν ἀριθμοῦνται. Συμεὼν Μονοχίτων, Ἰάκωβος ὁ Γέρων, ἅγιος Θεωνᾶς, Κολλυβᾶδες. Ἡ εὐχὴ ἔτρεξεν εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Ἔτσι εἰς τὴν Ρωσίαν ἔχομεν Ἅγια Ὄρη! Καὶ εἰς τὴν Σερβίαν ἔχομεν Ἅγια Ὄρη! Ὅπου καὶ ἂν πάῃ κανείς. Σήμερον ἔχομεν καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην Μοναστήρια ἀπὸ ἁγιορείτας, οἱ ὁποῖοι τί ἄλλο κάνουν, ἀπὸ τὸ νὰ διαδίδουν τὴν νοερὰν προσευχὴν ὅσον δύνανται.
* * *
Τί θὰ ἦτο, ἀγαπητοί μου, ἡ ζωή μας χωρὶς τὴν προσευχὴν αὐτήν;
Καὶ τί εἶναι ὁλόκληρος ὁ κόσμος χωρὶς τὴν εὐχήν;
Μία καρδιὰ ποὺ δὲν ἔχει τὴν προσευχὴν αὐτήν, μοῦ φαίνεται, ὅτι ὁμοιάζει μὲ μίαν νάϋλον σακκούλα, ποὺ βάζεις τώρα κάτι μέσα, ἀλλὰ ποὺ θὰ σχισθῇ γρήγορα καὶ θὰ τὴν πετάξῃς.
Ἐκεῖνο ποὺ νοηματίζει τὴν ζωὴν ὅλην καὶ τὴν ὕπαρξίν μας, διότι δίδει τὸν Θεόν, εἶναι ἡ προσευχή μας.
Λέγουν, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡ συντέλεια τῆς ζωῆς, ὅταν σταματήσουν νὰ προσεύχωνται οἱ ἄνθρωποι. Ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν νὰ σταματήσουν ποτὲ νὰ προσεύχωνται; Ὄχι, διότι πάντοτε θὰ ὑπάρχουν οἱ ἀγαπῶντες τὸν Κύριον. Καὶ ὅσον τοιαῦται ψυχαὶ ὑπάρχουν, δὲν θὰ χαθῇ ὁ κόσμος. Ἡ προσευχὴ ἡ ἀδιάλειπτος τὸν ποτίζει μυστικά.
Ἀντιθέτως κάποτε θὰ ἀνακαινισθῇ ὁ κόσμος καί, ὅπως ἕως τώρα συνώδινε καὶ συνωδίνει μετὰ τοῦ ἀνθρώπου διὰ τὴν φθορὰν τῆς φύσεως, τότε ποὺ θὰ γίνῃ καινὴ γῆ καὶ καινοὶ οὐρανοί, θὰ συναγάλλεται ἐπὶ τῇ αἰωνίῳ εὐφροσύνῃ καὶ δόξῃ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους μέσα εἰς τὴν θεϊκὴν φωτοχυσίαν.
Ἀρχιμανδρίτης Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης 

Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2024



Ἂς ὑπάγωμεν τώρα καὶ εἰς μίαν Μονήν
Γνωρίζομεν ὅτι εἰς τὸ Μοναστήρι εἶναι μία ἀδιάλειπτος σύναξις τῆς ἀδελφότητος καὶ ὁλοκλήρου της καθολικῆς Ἐκκλησίας. Δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος νὰ ὑπῆρχαν Μοναστήρια, ἂν δὲν ἦσαν, ὄντως, μία καθ᾿ ἡμέραν καὶ κατὰ νύκτα σύναξις. Δι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ κέντρον τῆς μοναχικῆς ζωῆς εἶναι ἡ καθημερινὴ λατρευτικὴ ζωή, καὶ μάλιστα ἡ Θεία Λειτουργία.
Ἐκεῖ ὁ μοναχὸς προσοικειοῦται καὶ ἀφομοιώνει τὸ μαρτυρικόν, ἀσκητικὸν καὶ λειτουργικὸν φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας μας. Τὰ λειτουργικὰ κείμενα τὸν διαποτίζουν καὶ γίνονται προσωπικά του βιώματα.
Συναθροίζονται οἱ μοναχοὶ εἰς τὸν Ναὸν γνωρίζοντες, ὅτι δὲν εἶναι μόνοι, ἀλλὰ μεθ᾿ ὅλων τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἁγίων, δοξάζοντες τὸν Θεὸν καὶ τιμῶντες τὸν Ἅγιον ἢ τὴν ἑορτήν. Ἡ Θεία Εὐχαριστία καὶ ἡ ὅλη λατρευτικὴ συναγωγὴ τοὺς προσφέρει μίαν βαθεῖαν αἴσθησιν, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι παρὼν καὶ αὐτοὶ κοινωνοὶ Αὐτοῦ μυστηριακῶς κατὰ Θείαν ἐνέργειαν. Καὶ ὅσον ἀόρατος εἶναι ὁ Θεός, κατ᾿ ἀναλογίαν καὶ τόσον ἀληθεστέρα εἶναι ἡ μυστικὴ κοινωνία καὶ ἡ ἐντρύφησις.
Ἡ τοῦ Θεοῦ αὕτη κοινωνία, ἐν τῇ λατρείᾳ, ποὺ εἶναι πρωταρχική, συνεχίζεται ἐν τῷ κελλίῳ καὶ ὅπου ἀλλαχοῦ διὰ τῆς εὐχῆς. Διότι ἡ εὐχὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς μία προσευχή. Δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος νὰ ἐκαθήμεθᾳ ὅλην τὴν ἡμέραν καὶ νὰ ὁμιλῶμεν εἰς τὸν Θεόν, ἂν ἦτο μόνον αὐτό, ἀφοῦ ἀκούει ὁ Θεὸς ἀκόμη καὶ τὰ σπλάγχνα μας, ὅταν κινοῦνται. Καλὸν αὐτό, ἀλλ᾿ ἔτι πλέον εἶναι ἡ εὐχὴ βρῶσις τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ παρόντος ἐν τῇ μνήμῃ καὶ ἐπικλήσει τοῦ Θείου καὶ φρικτοῦ καὶ γλυκυτάτου ὀνόματός Του. Εἶναι καὶ πόσις μεθυστικοῦ γλεύκους τῆς Χάριτος, ποὺ καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπον μετάρσιον. Ὅλος ὁ Χριστὸς προσλαμβάνεται καὶ εὑρισκόμεθα ἡμεῖς ἀντανακλῶντες τὰς ἰδιότητας τοῦ Θεοῦ, θεοὶ ἐκ Θεοῦ θεούμενοι, φωτιζόμενοι καὶ μυστικῶς ἐνεργούμενοι.
Ὁ μοναχὸς διὰ τῆς νοερᾶς αὐτῆς «λειτουργίας», ὡς λέγουν οἱ ὅσιοι Πατέρες, «ἀληθῶς μάννα διὰ παντὸς ἐσθίει πνευματικόν». Τοῦτο εἶναι πλήρωσις, «πλεῖον ὧδε» ἀπὸ τὸ «μάννα», ποὺ συμβολικῶς καὶ προτυπωτικῶς ἔῤῥιχνε ὁ Θεὸς εἰς τοὺς Ἰσραηλίτας διὰ νὰ ζήσουν μὲ αὐτό. Τὸ ὠνόμασαν «μάννα», ποὺ σημαίνει: Δὲν καταλαβαίνω τί πρᾶγμα εἶναι αὐτό. Ἔτσι καὶ ἡμεῖς ἠμποροῦμεν νὰ λέγωμεν: Τί μεγάλο γεγονὸς εἶναι αὐτὴ ἡ εὐχή, ἡ μνήμη τοῦ Ἰησοῦ, αὐτὴ ἡ μυστικὴ μετάληψις τοῦ Χριστοῦ μας ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, ὅπως τότε ἔπιπτον ἐξ οὐρανοῦ αἱ νιφάδες τοῦ «μάννα» καὶ ὁ λαὸς ἤσθιε καὶ ηὐφραίνετο.
Ἑπομένως βασικὴ προϋπόθεσις νοερᾶς προσευχῆς εἶναι ἡ πίστις ὅτι αὕτη εἶναι ἀληθὴς Θεοῦ κοινωνία καὶ βάθρον θεώσεως διὰ τῶν θείων ἐνεργημάτων τοῦ ἀπροσλήπτου Κυρίου, ὅστις δι᾿ αὐτῶν κατέρχεται ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἑνοῦται μεθ᾿ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν. Ὁ ἴδιος ὁ σαρκωθεῖς Λόγος, ὁ βασιλεὺς τῶν οὐρανῶν, Αὐτὸς ποὺ εἰς τὸ ἓν δακτυλάκι του ἠμπορεῖ νὰ κρατάῃ ὅλον τὸν ντουνιά, Αὐτὸς κρατεῖται ἀπὸ ἡμᾶς! Καὶ εἰσέρχεται ἐν ἡμῖν καὶ συνδιατρίβει καὶ ἐμπεριπατεῖ μέσα μας. Ὅπως εἰς τὴν θάλασσαν τῆς Τιβεριάδος, ὅταν ἤγρευσαν οἱ Μαθηταὶ πλῆθος ἰχθύων, εἶπεν ὁ Ἰωάννης εἰς τὸν Πέτρον «ὁ Κύριος ἐστιν», οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὅταν ἁπλώνωμεν τὰ δίκτυα τῆς προσευχῆς, ἠμποροῦμεν νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν «ὁ Κύριός ἐστι» μετὰ πλήρους πεποιθήσεως, διότι μας τὸ βεβαιοῖ ἡ Ἐκκλησία μας, ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει Αὐτός. Νάτος! Παρών, ὁ ἴδιος ὁ Θεός!
Διὰ νὰ φωταγωγῆται ὅμως καὶ νὰ λαμπρύνεται διὰ τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου ὁ πιστὸς μὲ τὴν εὐχήν, πρέπει νὰ προσέχῃ ὁ ἴδιος νὰ εἶναι ὁ βίος τοῦ ἀνάλογος μὲ τὴν ζωὴν ποὺ ἁρμόζει εἰς τὸν Θεόν. Ἀφοῦ θέλει τὸν Θεόν, πρέπει νὰ ζῇ θεοπρεπῶς. Νὰ ἐπιδιώκῃ νὰ ξεφύγῃ μέσα ἀπὸ τὴν ἀνθρωπίνην μιζέρια καὶ τὴν κακομοιριά, νὰ ἐνδυναμώνῃ τὸν ἑαυτό του διὰ τῆς θείας δυνάμεως, νὰ ἀσκῆται, νὰ γίνεται σκεῦος χωρητικὸν τῶν θείων χαρισμάτων. Ἀκόμη, νὰ ἐπιθυμῇ τὴν κάθαρσίν του ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας, πληροφορούμενος ἀπὸ τὸν λόγον τῆς ἀληθείας, ὅτι αὐτὸ εἶναι κατορθωτόν. Μὲ τὴν ἔμπρακτον θέλησίν του καὶ τὴν εὐδοκίαν τοῦ Θεοῦ νὰ φέρεται πρὸς τὴν δυνατὴν ἀπάθειαν ὁ ἴδιος, καὶ μάλιστα γινόμενος ὁλονὲν θεοειδέστερος.
Γέρων Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης

Πέμπτη 7 Μαΐου 2020



Ἕνας χριστιανισμὸς στὰ μέτρα μας
Ὁ ἄνθρωπος ἀπό τῆς βρεφικῆς ἡλικίας σιγά σιγά παύει νά μεγαλώνει μέ τόν Θεό. Ἀλλιῶς διαπαιδαγωγοῦνται τά παιδιά σήμερα. Δέν παιδαγωγοῦνται ἐν Θεῶ. Δέν ὡριμάζει ὁ ἄνθρωπος ὡς θεανθρώπινη προσωπικότητα. Ἀκόμα καί αὐτοί οἱ χριστιανοί συχνά φτιάχνουν ἕναν χριστιανισμό στά μέτρα τους.
Ζεῖ ὁ ἄνθρωπος τόν κόσμο καί παραδέχεται τήν Ἐκκλησία. Παραδέχεται τήν Ἐκκλησία καί ζεῖ τόν κόσμο. Ἔχει κοινή ζωή καί ἐκτιμᾶ τήν ἐκκλησιαστική ζωή. Ἐκτιμᾶ τήν ἐκκλησιαστική ζωή καί ζεῖ κοινή ζωή. Αὐτός εἶναι ὁ πεπτωκός ἄνθρωπος! Γι’ αὐτό καί ἡ Θ.Λειτουργία, ὡς ἐπί τό πλεῖστον, ἁπλῶς καλλωπίζει τήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά δέν… τήν γεμίζει. Δέν εἶναι ἐκκλησιαστική ζωή. Ἡ διασπάθιση τοῦ χρόνου καί οἱ μέριμνες ἐπιφέρουν τόν ἐξοβελισμό τῆς λατρευτικῆς ἐμπειρίας.
Ποιός πηγαίνει στόν Ἑσπερινό, στόν Ὄρθρο; Πόσοι κάνουν Ἀπόδειπνο; Ποιοί γνωρίζουν τίς ἀκολουθίες μας; Ποιοί ἀκούουν κανόνες τῆς Ἐκκλησίας; Ὁ πλοῦτος τῶν ἀκολουθιῶν παραχωρεῖται, σπρώχνεται σέ κάποια γωνία. Θεωρεῖται ἀρκετό μόνο ἡ Θεία Λειτουργία – μάλιστα ὄχι καί ὁλόκληρη ἡ ἀκρόασή της – ὡς ἕνα ἑβδομαδιαῖο ἱερό θέαμα καί ἀκρόαμα.
Οἱ πιστοί μας ἀναπαύονται μέ τήν παρουσία τους στήν Ἐκκλησία, μερικοί δέ προσθέτοντες καί τήν Θεία Κοινωνία νομίζουν ὅτι εἶναι καλύτεροι ἀπό ὅσους μόνο παρίστανται. Ἔτσι ὅμως ἡ Λειτουργία δέν μᾶς τρέφει, δέν μᾶς ἀλλοιώνει, δέν μᾶς ἀνεβάζει σέ θεία βιώματα.
Πιστεύομε στήν ἁγιότητα καί τήν Θεία ἐπιφάνεια, ἀλλά δέν ἐννοοῦμε τήν ἁγιότητα ὡς προσωπική μας μέθεξη καί ἰδιότητα καί ἐνώπιον τῆς θείας ἐπιφανείας δέν διατιθέμεθα «ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί τῆς καρδίας», γιά νά γίνουμε ἐμεῖς ἅγιοι.
Γέρων Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2020


Ἕνα ἑβδομαδιαῖο ἱερό θέαμα καί ἀκρόαμα…
Ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τῆς βρεφικῆς ἡλικίας σιγὰ σιγὰ παύει νὰ μεγαλώνει μὲ τὸν Θεό. Ἀλλιῶς διαπαιδαγωγοῦνται τὰ παιδιὰ σήμερα. Δὲν παιδαγωγοῦνται ἐν Θεῷ. Δὲν ὡριμάζει ὁ ἄνθρωπος ὡς θεανθρώπινη προσωπικότητα. Ἀκόμα καὶ αὐτοὶ οἱ χριστιανοὶ συχνὰ φτιάχνουν ἕναν χριστιανισμὸ στὰ μέτρα τους.
Ζεῖ ὁ ἄνθρωπος τὸν κόσμο καὶ παραδέχεται τὴν Ἐκκλησία. Παραδέχεται τὴν Ἐκκλησία καὶ ζεῖ τὸν κόσμο. Ἔχει κοινὴ ζωὴ καὶ ἐκτιμᾶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Ἐκτιμᾶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ καὶ ζεῖ κοινὴ ζωή. Αὐτὸς εἶναι ὁ πεπτωκὸς ἄνθρωπος! Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Θ.Λειτουργία, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἁπλῶς καλλωπίζει τὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ δέν… τὴν γεμίζει. Δὲν εἶναι ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Ἡ διασπάθιση τοῦ χρόνου καὶ οἱ μέριμνες ἐπιφέρουν τὸν ἐξοβελισμὸ τῆς λατρευτικῆς ἐμπειρίας.
Ποιός πηγαίνει στὸν Ἑσπερινό, στὸν Ὄρθρο; Πόσοι κάνουν Ἀπόδειπνο; Ποιοί γνωρίζουν τὶς ἀκολουθίες μας; Ποιοί ἀκούουν κανόνες τῆς Ἐκκλησίας; Ὁ πλοῦτος τῶν ἀκολουθιῶν παραχωρεῖται, σπρώχνεται σὲ κάποια γωνία. Θεωρεῖται ἀρκετὸ μόνο ἡ Θεία Λειτουργία – μάλιστα ὄχι καὶ ὁλόκληρη ἡ ἀκρόασή της – ὡς ἕνα ἑβδομαδιαῖο ἱερὸ θέαμα καὶ ἀκρόαμα.
Οἱ πιστοί μας ἀναπαύονται μὲ τὴν παρουσία τους στὴν Ἐκκλησία, μερικοὶ δὲ προσθέτοντες καὶ τὴν Θεία Κοινωνία νομίζουν ὅτι εἶναι καλύτεροι ἀπὸ ὅσους μόνο παρίστανται. Ἔτσι ὅμως ἡ Λειτουργία δὲν μᾶς τρέφει, δὲν μᾶς ἀλλοιώνει, δὲν μᾶς ἀνεβάζει σὲ θεία βιώματα.
Πιστεύομε στὴν ἁγιότητα καὶ τὴν θεία ἐπιφάνεια, ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμε τὴν ἁγιότητα ὡς προσωπική μας μέθεξη καὶ ἰδιότητα καὶ ἐνώπιον τῆς θείας ἐπιφανείας δὲν διατιθέμεθα «ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καὶ τῆς καρδίας», γιὰ νὰ γίνουμε ἐμεῖς ἅγιοι.
Γέρων Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020


Ἕνας χριστιανισμὸς στὰ μέτρα μας
Ὁ ἄνθρωπος ἀπό τῆς βρεφικῆς ἡλικίας σιγά σιγά παύει νά μεγαλώνει μέ τόν Θεό. Ἀλλιῶς διαπαιδαγωγοῦνται τά παιδιά σήμερα. Δέν παιδαγωγοῦνται ἐν Θεῶ. Δέν ὡριμάζει ὁ ἄνθρωπος ὡς θεανθρώπινη προσωπικότητα. Ἀκόμα καί αὐτοί οἱ χριστιανοί συχνά φτιάχνουν ἕναν χριστιανισμό στά μέτρα τους.
Ζεῖ ὁ ἄνθρωπος τόν κόσμο καί παραδέχεται τήν Ἐκκλησία. Παραδέχεται τήν Ἐκκλησία καί ζεῖ τόν κόσμο. Ἔχει κοινή ζωή καί ἐκτιμᾶ τήν ἐκκλησιαστική ζωή. Ἐκτιμᾶ τήν ἐκκλησιαστική ζωή καί ζεῖ κοινή ζωή. Αὐτός εἶναι ὁ πεπτωκός ἄνθρωπος! Γι’ αὐτό καί ἡ Θ.Λειτουργία, ὡς ἐπί τό πλεῖστον, ἁπλῶς καλλωπίζει τήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά δέν… τήν γεμίζει. Δέν εἶναι ἐκκλησιαστική ζωή. Ἡ διασπάθιση τοῦ χρόνου καί οἱ μέριμνες ἐπιφέρουν τόν ἐξοβελισμό τῆς λατρευτικῆς ἐμπειρίας.
Ποιός πηγαίνει στόν Ἑσπερινό, στόν Ὄρθρο; Πόσοι κάνουν Ἀπόδειπνο; Ποιοί γνωρίζουν τίς ἀκολουθίες μας; Ποιοί ἀκούουν κανόνες τῆς Ἐκκλησίας; Ὁ πλοῦτος τῶν ἀκολουθιῶν παραχωρεῖται, σπρώχνεται σέ κάποια γωνία. Θεωρεῖται ἀρκετό μόνο ἡ Θεία Λειτουργία – μάλιστα ὄχι καί ὁλόκληρη ἡ ἀκρόασή της – ὡς ἕνα ἑβδομαδιαῖο ἱερό θέαμα καί ἀκρόαμα.
Οἱ πιστοί μας ἀναπαύονται μέ τήν παρουσία τους στήν Ἐκκλησία, μερικοί δέ προσθέτοντες καί τήν Θεία Κοινωνία νομίζουν ὅτι εἶναι καλύτεροι ἀπό ὅσους μόνο παρίστανται. Ἔτσι ὅμως ἡ Λειτουργία δέν μᾶς τρέφει, δέν μᾶς ἀλλοιώνει, δέν μᾶς ἀνεβάζει σέ θεία βιώματα.
Πιστεύομε στήν ἁγιότητα καί τήν Θεία ἐπιφάνεια, ἀλλά δέν ἐννοοῦμε τήν ἁγιότητα ὡς προσωπική μας μέθεξη καί ἰδιότητα καί ἐνώπιον τῆς θείας ἐπιφανείας δέν διατιθέμεθα «ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί τῆς καρδίας», γιά νά γίνουμε ἐμεῖς ἅγιοι.
Γέρων Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2020



Ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καὶ τῆς καρδίας
Ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τῆς βρεφικῆς ἡλικίας σιγὰ σιγὰ παύει νὰ μεγαλώνει μὲ τὸν Θεό. Ἀλλιῶς διαπαιδαγωγοῦνται τὰ παιδιὰ σήμερα. Δὲν παιδαγωγοῦνται ἐν Θεῷ. Δὲν ὡριμάζει ὁ ἄνθρωπος ὡς θεανθρώπινη προσωπικότητα. Ἀκόμα καὶ αὐτοὶ οἱ χριστιανοὶ συχνὰ φτιάχνουν ἕναν χριστιανισμὸ στὰ μέτρα τους. Ζεῖ ὁ ἄνθρωπος τὸν κόσμο καὶ παραδέχεται τὴν Ἐκκλησία. Παραδέχεται τὴν Ἐκκλησία καὶ ζεῖ τὸν κόσμο. Ἔχει κοινὴ ζωὴ καὶ ἐκτιμᾶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Ἐκτιμᾶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ καὶ ζεῖ κοινὴ ζωή. Αὐτὸς εἶναι ὁ πεπτωκὸς ἄνθρωπος! Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Θ.Λειτουργία, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἁπλῶς καλλωπίζει τὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ δέν… τὴν γεμίζει. Δὲν εἶναι ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Ἡ διασπάθιση τοῦ χρόνου καὶ οἱ μέριμνες ἐπιφέρουν τὸν ἐξοβελισμὸ τῆς λατρευτικῆς ἐμπειρίας.
Ποιός πηγαίνει στὸν Ἑσπερινό, στὸν Ὄρθρο; Πόσοι κάνουν Ἀπόδειπνο; Ποιοί γνωρίζουν τὶς ἀκολουθίες μας; Ποιοί ἀκούουν κανόνες τῆς Ἐκκλησίας; Ὁ πλοῦτος τῶν ἀκολουθιῶν παραχωρεῖται, σπρώχνεται σὲ κάποια γωνία. Θεωρεῖται ἀρκετὸ μόνο ἡ Θεία Λειτουργία – μάλιστα ὄχι καὶ ὁλόκληρη ἡ ἀκρόασή της – ὡς ἕνα ἑβδομαδιαῖο ἱερὸ θέαμα καὶ ἀκρόαμα. Οἱ πιστοί μας ἀναπαύονται μὲ τὴν παρουσία τους στὴν Ἐκκλησία, μερικοὶ δὲ προσθέτοντες καὶ τὴν Θεία Κοινωνία νομίζουν ὅτι εἶναι καλύτεροι ἀπὸ ὅσους μόνο παρίστανται. Ἔτσι ὅμως ἡ Λειτουργία δὲν μᾶς τρέφει, δὲν μᾶς ἀλλοιώνει, δὲν μᾶς ἀνεβάζει σὲ θεία βιώματα. Πιστεύομε στὴν ἁγιότητα καὶ τὴν Θεία ἐπιφάνεια, ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμε τὴν ἁγιότητα ὡς προσωπική μας μέθεξη καὶ ἰδιότητα καὶ ἐνώπιον τῆς θείας ἐπιφανείας δὲν διατιθέμεθα «ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καὶ τῆς καρδίας», γιὰ νὰ γίνουμε ἐμεῖς ἅγιοι.
Ἀρχιμ. Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης

Σάββατο 15 Ιουνίου 2019



Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ δὲν σκανδαλίζεται
Στάσου. Οἱ αἰσθήσεις σου ἔχουν παύσει νὰ εἶναι ἀσθενεῖς; …Ἐὰν ἔχεις ταραχή, ἐὰν στεναχωριέσαι, ἐὰν ἀγκομαχᾶς, ἐὰν πειράζεσαι, ἐὰν ἔχεις λογισμοὺς καὶ φαντασίες καὶ πάθη ἐνεργοῦντα, μὴ ζητᾶς νὰ ἀνέβης στὸν σταυρό.
Ἐὰν σὲ βλέπω νὰ κοιμᾶσαι στὴν ἐκκλησία καὶ σκανδαλίζομαι, ἐὰν σὲ βλέπω ποὺ βρίζεις καὶ σκανδαλίζομαι, ἐὰν σκανδαλίζομαι ἐπειδὴ κοινώνησες ἐνῶ δὲν νήστεψες, ἐνῶ μὲ κατηγόρησες χθές, τότε πῶς ζητῶ νὰ ἀνέβω στὸν σταυρό;
Ὁ σκανδαλισμὸς τὸν ὁποῖον προξενῶ στὸν ἄλλον εἶναι ἁμάρτημα, ὁ σκανδαλισμὸς τὸν ὁποῖον ὑφίσταμαι ἀποκαλύπτει ἐσωτερικὴ ἐμπάθεια. Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ δὲν σκανδαλίζεται.
Γέρων Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2019



Διάβαζε λοιπὸν ψαλμοὺς
Ὅταν κάποιος ἁμαρτήσει, λόγω τοῦ ἐγωισμοῦ του εἶναι βαρύς. Δὲν μπορεῖ νὰ διαβάσει, οὔτε νὰ προσευχηθεῖ, διότι τοῦ φαίνεται βουνὸ ἡ προσευχή, οὔτε νὰ γονατίσει, διότι τοῦ φαίνεται ὅτι θὰ σπάσουν τὰ πλευρά του.
Ἀφοῦ λοιπόν, δὲν μπορεῖς νὰ προσευχηθεῖς, οὔτε νὰ ἀγρυπνήσεις, τουλάχιστον ἀνάγκασε τὸν ἑαυτό σου νὰ μελετᾶ τοὺς ψαλμούς. Οἱ ψαλμοὶ ἐκφράζουν ἱκεσία, μετάνοια, δοξολογία, εὐχαριστία, περιέχουν αἰσθήματα καὶ βιώματα ποὺ ἀνασταίνουν καὶ τὸν πιὸ ἀδύνατο ἄνθρωπο.
Ὅπως, ὅταν ὁ ἄλλος χάσει τὶς αἰσθήσεις του, τοῦ δίνεις λίγο ρακὶ καὶ ἀνασταίνεται, ἔτσι ἀκριβῶς ἀνασταίνεται κανεὶς καὶ μὲ τοὺς ψαλμούς. Διάβαζε λοιπὸν ψαλμοὺς καὶ θὰ δεῖς ὅτι θὰ ἀναστηθεῖς καὶ ἐσύ.
Γέροντας Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης

Σάββατο 18 Μαΐου 2019



Πέντε φορὲς δὲν μπορεῖς;
Τί θὰ κάνομε; Τὸ ξέρετε ὅλοι σας, τὸ ξέρω καὶ ἐγώ, πόσο ἡ ζωή μας εἶναι κουραστικὴ καὶ φορτωμένη μὲ χίλια δυὸ θέματα ποὺ μᾶς ἀπασχολοῦν. Ἐμεῖς, ἀφοῦ εἴδαμε τί κάνουν οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ἂς κάνομε τὸ ἐλάχιστο ποὺ περνάει ἀπὸ τὸ χέρι μας.
Ὁ Χριστὸς δέχεται τὰ ἑκατό, δέχεται καὶ τὰ τριάντα, δέχεται καὶ τὰ πέντε ποὺ θὰ τοῦ δώσεις. Ἂν δὲν μπορεῖς νὰ τὸν θυμηθεῖς χίλιες φορές, ἑκατὸ φορές, πενήντα φορὲς τὴν ἡμέρα, θυμήσου τον δέκα φορὲς καὶ πές του μὲ ἀγάπη: Χριστέ μου!
Ὄχι νὰ τὸν παρακαλέσεις γιὰ τὴν φτώχειά σου, γιὰ τὴ μάνα σου, γιὰ τὴν ἀρρώστια σου, γιὰ τὴν ἐπιτυχία σου. Ὄχι. Νὰ τὸν παρακαλέσεις νὰ μπεῖ στὴν καρδιά σου. Δὲν μπορεῖς δέκα φορὲς τὴν ἡμέρα; Πέντε φορὲς δὲν μπορεῖς; Ἂν τὸ νιώσεις καὶ τὸν καλεῖς ἔστω δύο φορὲς τὴν ἡμέρα, ὕστερα ἀπὸ ἕναν μήνα θὰ γλυκαθεῖς καὶ θὰ τὸν ζητᾶς δέκα φορές, ὕστερα εἴκοσι φορές, ὕστερα θὰ ἀρχίσεις νὰ τὸν νιώθεις μέσα στὴν καρδιά σου!
Γέρων Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019


Τὸ μυροδοχεῖον
Τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, ἡ νοερὰ προσευχὴ εἶναι, λέγουν οἱ ἅγιοι Πατέρες, μυροδοχεῖον. Τὸ ἀνοίγεις, τὸ γέρνεις καὶ χύνεται τὸ μύρον, πληροῦται εὐοσμίας ὁ τόπος. Βοᾷς τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ» καὶ ἀναδίδεται ἡ εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, λαμβάνεις «ἀῤῥαβῶνα Θείου Πνεύματος». Διότι «τὸ ἅγιον Πνεῦμα συμπάσχον ἡμῖν ἐπιφοιτᾷ» καὶ «προτρέπεται εἰς ἔρωτα πνευματικῆς προσευχῆς». Καί, μάλιστα, προσεύχεται καὶ αὐτό, ἀντὶ δι᾿ ἡμᾶς ποὺ ξεχνούμεθα καὶ ἀναλαμβάνει τὰ ὑστερήματά μας, τὰς ἀκαθαρσίας ἡμῶν, τὴν πτωχείαν τῆς ὑπάρξεώς μας. Διότι εἴμεθα ἕκαστος ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὅταν προσευχώμεθα γινόμεθα ἱερουργοὶ τοῦ μεγάλου μυστηρίου. Δι᾿ αὐτὸ λέγει πολύ-πολὺ ὄμορφα ἕνας Πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας: «Πάρε ἕνα θυμιατὸ νὰ θυμιάσῃς, διότι ὁ Χριστὸς εἶναι ἐδῶ εἰς τὴν καρδίαν σου, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀνατέλλει τὸ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ». Καὶ πάλιν ἀλλαχοῦ λέγει- «ὅταν ἀκούωμεν κανένα θυμιατὸ νὰ κτυπάῃ, ἂς ἐνθυμούμεθα ὅτι ναὸς εἴμεθα ἡμεῖς, καὶ ἂς νιώθωμεν νοερῶς ὅτι θυμιάζομεν τὸν Χριστόν, ποὺ εἶναι μέσα εἰς «ἡμᾶς, καί, ἔτσι, νὰ προσκυνῶμεν ταύτην τὴν σκηνὴν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
Γέρων Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015


Ἡ εὐχὴ
Τώρα ἔχομεν ἓν πρόβλημα, προκειμένου νὰ ἀφιερωθῶμεν εἰς τὴν εὐχήν. Εἴμεθα κεκλεισμένοι μέσα εἰς τὰς ἀπασχολήσεις μας, βιαζόμεθα, κουραζόμεθα, ἀπογοητευόμεθα, ζῶμεν μὲ τὸ ἄγχος, δὲν κατορθώνομεν νὰ εἴμεθα ἐλεύθεροι ἀπὸ λογισμούς, ἀπὸ πάθη, ἀπὸ τρικυμίας. Διὰ νὰ ὑπνώσωμεν ταλαιπωρούμεθα, διὰ νὰ εἴμεθα χαρούμενοι πρέπει νὰ παίζωμεν κιθάρα ἢ νὰ εὕρωμεν μίαν διασκέδασιν. Δὲν εἶναι ζωὴ αὐτή! Μᾶς κουράζει καὶ δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ προσευχώμεθα ὅσον καὶ ὅπως θέλομεν.
Δι᾿ αὐτὸ βεβαιοῦν οἱ Πατέρες, ὅτι οἱ λόγοι τοῦ Θεοῦ εἶναι ποὺ δροσίζουν τὴν ψυχὴν καὶ ὁ λόγος τοῦ θεοῦ «ῥώννυσι τὴν ψυχήν, καθὼς ὁ οἶνος τὸ σῶμα».
Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει εἰς τὴν Γραφὴν καὶ εἰς τοὺς ἁγίους Πατέρας. Ὅταν μελετῶμεν τοιαῦτα βιβλία, καὶ μάλιστα, ἀσκητικῶν Πατέρων, ὅταν εἴμεθα εἰς τὴν ἐργασίαν μας προσεκτικοί, ὅταν κοπιάζωμεν εἰς τὴν ζωὴν μὴ σπαταλῶντες τὰς δυνάμεις μας, ἀλλὰ δίδοντες αὐτὰ εἰς τὸ καθημερινόν μας καθῆκον, ὅταν οὕτω πὼς ἡ ζωὴ ἡμῶν εἶναι μία ἄσκησις καθημερινή, τότε αὐτὴ ἡ ἄσκησις καὶ ἡ μελέτη προλειαίνουν τὸ ἔδαφος τῆς ψυχῆς, ὥστε νὰ καθίσταται ἱκανὴ νὰ ἀναβαίνῃ πρὸς τὰ ἄνω.
Διὰ νὰ προσεύχεσαι πρέπει νὰ ἔχῃς ἓν στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ καλλιεργῇς. Ὅπως προσέχωμεν τὴν ὑγείαν τοῦ σώματός μας, ἔτσι νὰ προσέχωμεν καὶ τὴν ὑγείαν τῆς ψυχῆς. Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴμεθα χαρούμενοι. Ὅταν συνηθίζωμεν νὰ προσευχώμεθα, μᾶς χαρίζεται ἡ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ περισσότερον ἀκόμη. Ἂν προσευχόμενος θλίβεσαι, ἂν βαρυθυμῇς, κάτι μέσα σου δὲν πηγαίνει καλά. Νὰ τὸ κυττάξης, νὰ δώσης προσοχήν, διότι ὁ χαρακτὴρ τοῦ ἀνθρώπου ἐπιδρᾷ πολύ.
Ἴδετε τί ὡραία ποὺ λέγεται περὶ τοῦ ἁγίου Σάββα τοῦ Βατοπαιδινοῦ, ὅστις ὑπέστη τὰ πάνδεινα- ὅτι οὗτος «ἦν τὴν ἔντευξιν ἱλαρώτατος καὶ τὴν ὄψιν ἤδιστος καὶ χαριέστατος». Εἰς τὰς συναναστροφάς του τὸ χαμόγελόν του ἦτο φαιδρότατον, γλυκύτατον τὸ πρόσωπόν του καὶ ὁλόκληρος πλήρης χάριτος. Πόσον μᾶλλον ἦτο εἰς τὴν ἀναστροφήν του μὲ τὸν Θεόν, εἰς τὴν προσευχήν του ὡς ἥλιος φωτεινός!
Ἕνας ἄλλος δὲ ἀσκητικὸς Πατήρ, ὁ ὅσιος Νεῖλος, σημειώνει πολὺ ὄμορφα: «Προσευχὴ ἐστι χαρᾶς καὶ εὐχαριστίας πρόβλημα». Θέλεις νὰ γνωρίσῃς, ἐὰν ἡ προσευχή σου εἶναι ἀληθινὴ καὶ ταπεινή; Παρατήρησε- προβάλλει ἡ ἀγαλλίασις, ἀναδίδεται εὐχαριστία ἐκ καρδίας; Καὶ «ὅταν παριστάμενος εἰς προσευχήν, ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην χαρὰν γενήσῃ, τότε ἀληθῶς εὕρηκας προσευχήν».
Ἡ προσευχή, ἑπομένως, εἶναι χαροποιός. Ὁπωσδήποτε ὅμως θὰ ἔχωμεν καὶ τὸν ἀγῶνά μας κατὰ τῆς ἁμαρτίας, κατὰ τῶν παθῶν. Οὔτε αὐτὸ νὰ μᾶς καταθλίβῃ, ἀφοῦ παρεδώσαμεν εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν τὴν ζωήν μας. Ὅμως ὁ ἀγὼν εἶναι ἀναγκαῖος, διὰ νὰ εὐλογῆται ἡ ζωή μας. Ἂν θέλωμεν νὰ τὸ ἐπιτύχωμεν, νὰ μὴ κρατῶμεν ἐντὸς ἡμῶν καμμίαν πικρίαν ἐναντίον ἑτέρου, νὰ μὴ ἀναμειγνυώμεθα εἰς τὴν ζωὴν κανενὸς ἀνθρώπου, νὰ μὴ ἐξαναγκάζωμεν κανένα, νὰ μὴ πληγώνωμεν, νὰ μὴ τὸν στενοχωρῶμεν, οὔτε νὰ στενοχωρούμεθα ἀπὸ τὸν ἄλλον. Νὰ εἶναι αἱ κοινωνικαὶ σχέσεις μας φυσικαὶ καὶ ἀπλαί. Νὰ νιώθωμεν ὅτι οἱ ἄλλοι, πάντες καὶ ἐγώ, εἴμεθα ἓν καὶ τὸ αὐτό, θεωροῦντες «ἕνα ἑαυτὸν μετὰ πάντων», χωρίς, βεβαίως, νὰ ἀλλοιούμεθα εἰς τὸ φρόνημα ἢ νὰ ἐκτρεπώμεθᾳ εἰς τὴν ζωήν μας καὶ τὰς ἀναστροφάς. Τότε ἡ προσευχὴ εἶναι εὔκολος. Ἀρκεῖ νὰ ἀφήσωμεν τὸν Θεὸν νὰ ἐργάζεται μέσα μας, ὅπως ὁ χωρικὸς ποὺ σπέρνει καὶ περιμένει τὴν βροχούλα τοῦ Θεοῦ.

Γέρων Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015


Παγκόσμιος πόλεμος
Νά ἀνεχόμαστε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, χωρίς νά θέλουμε νά τόν ἀλλάξουμε. Νά ἀποδεχόμαστε τόν ἄνδρα μας ἤ τήν γυναίκα μας ἔτσι ὅπως εἶναι, μέ τίς ἰδιοτροπίες του. Ὅταν ἀρχίσουμε νά κάνουμε παρατηρήσεις γιά νά ἀλλάξουν οἱ ἄλλοι, δέν θά ἔχουμε εἰρήνη, ἀλλά πόλεμο στίς καρδιές μας, στούς λογισμούς μας, στά λόγιά μας. Αὐτός ὁ πόλεμος θά μεταφέρεται καί στά παιδιά μας.
Μία φορά στήν ἐξομολόγηση, ξαφνικά, κάποιος ἄρχισε νά κλαίει. Ἔκλαιγε, ἔκλαιγε... Ἀναρωτήθηκα: Μετά ἀπό τά βαριά ἁμαρτήματα πού μου ἐξομολογήθηκε, τί ἄλλο νά ἔχει κάνει;
Καί μοῦ ἐξήγησε: Θυμᾶμαι ὅταν ἤμουν παιδί, μέ ἔβαζαν οἱ γονεῖς μου τή νύχτα νά κοιμηθῶ στό ἄλλο δωμάτιο καί τούς ἄκουγα νά τσακώνονται καί ἔλεγα, τώρα θά σκοτώσει ὁ πατέρας τή μάννα μου, τώρα θά βρίσει ἡ μητέρα τόν πατέρα μου. Ἕνα ἄλλο παιδί ἔκλεινε τίς πόρτες καί τά παράθυρα, γιά νά μήν ἀκούει τίς φωνές τῶν γονέων. Τό παιδί αὐτό ἔγινε γέρος καί ἀκόμη ζεῖ μέ αὐτό τό δράμα. Καταλαβαίνετε τί πόλεμος γίνεται ἀκόμη στήν ψυχή του ἀπό ἐκεῖνα τά μικρά ἐπεισόδια; Μικρά γεγονότα, ἀλλά τί πόλεμος! Παγκόσμιος πόλεμος εἶναι αὐτός, ὅταν ἐμεῖς δέν καταλαβαίνουμε τί κάνουμε στήν ζωή μας.

Γέρων Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης