Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Βασίλειος Γοντικάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Βασίλειος Γοντικάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026



Ἀγάπη καί Ἐλευθερία
Πρόσωπο εἶναι τὸ ὂν ἐν κοινωνίᾳ καὶ πρόσωπα γινόμαστε μέσα στὴν Ἐκκλησία.
Ὅταν ὁ Καλὸς Ποιμένας καλεῖ τὰ δικά του πρόβατα μὲ τ΄ ὄνομά τους καὶ τὰ ὁδηγεῖ, ἡ κλήση αὐτὴ ἀποτελεῖ εἴσοδο σὲ μία ζωὴ κοινωνίας. Ἕνα ὄνομα, δοσμένο σὲ ἑκατομμύρια ἀνθρώπους, ἀποκτᾶ συγχρόνως καὶ μοναδικότητα, καθὼς ἕνας μοναδικὸς ἄνθρωπος καλεῖται μέσῳ αὐτοῦ, ὄχι μόνο στὴν Ἐκκλησία ἀλλὰ καί σὲ Ἐκκλησία. Ὁ καθένας εἶναι ἕνα ὄνομα μοναδικό, τὸ ὁποῖο ἀνακεφαλαιώνει τὸ ὅλον.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι κοινωνία ὁλοκληρωμένων ὑπάρξεων καὶ ὄχι μάζα, ἀποτελούμενη ἀπὸ κομμάτια. Τὸ πρόσωπο εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ποὺ ὑπάρχει μέσα μας. Αὐτὸ ἀκριβῶς διαφοροποιεῖ τὴν Ἐκκλησία ὡς κοινωνία προσώπων ἀπὸ τὴν κοινωνία τῶν προσωπείων. Ἡ κοινωνία τῶν προσωπείων εἶναι τὸ σύνολο τῶν εἰδώλων, τὸ σύνολο τῶν ἀποσπασματικῶν ὑπάρξεων, τὸ σύνολο τῶν μοναχικῶν ἀτόμων καὶ γι’ αὐτό, τὸ σύνολο τῶν ψευδῶν ἑαυτῶν.
Ἡ κοινωνία τῶν προσώπων εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ γιὰ νὰ φτάσουμε σ’ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, πρέπει νὰ κινηθοῦμε τόσο ἐν ἐλευθερίᾳ ὅσο καὶ ἐν ἀγάπῃ. Ἡ λύση τοῦ προσωπείου εἶναι ἡ εὔκολη λύση, εἶναι ἡ λύση τῆς ἀκινησίας, τῆς παγίωσης τῶν ἀποστάσεων, τῆς ἐγκαθίδρυσης τῆς νεκρικῆς σιγῆς τῆς ἀδράνειας τοῦ εἰδώλου, ἔστω καὶ ἂν πολλὲς φορὲς δίνεται ἡ ἐντύπωση τῆς τάξης καὶ τῆς ἡσυχίας.
Ἀντίθετα, μέσα στὴν Ἐκκλησία δὲν ἐπαναπαύεσαι. Ἡ ἐλευθερία ἐπιβεβαιώνει ἢ ἀμφισβητεῖ κάθε στιγμὴ τὶς ἐπιλογὲς καὶ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ποὺ καλεῖ σ΄ αὐτὴ τὴν διαρκῆ ἀνοιχτὴ ἐπικοινωνία. Ὁ χειρότερος πειρασμὸς δὲν εἶναι ἡ ρήξη μὲ τὸν Θεό, ἀλλὰ ἡ ἀπόθεση τῆς ἐλευθερίας καὶ ἡ βύθιση σὲ μία σχέση, ὅπου ὁ Δημιουργὸς ἐκλαμβάνεται ὡς ὁ ἀπόλυτος κυρίαρχος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀναντίρρητη ὑπεροχὴ συντρίβει τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη.
Πρέπει νὰ κινηθεῖς ἐν ἐλευθερίᾳ καὶ ἂν τυχὸν δὲν κινηθεῖς ἐν ἐλευθερίᾳ, καὶ ἂν τυχὸν θελήσεις νὰ ἀποθέσεις τὸν ζυγὸ τῆς ἐλευθερίας, τότε δὲ θὰ νιώσεις ποτὲ τὴν πληρότητα τῆς ζωῆς, τὸ δυναμισμὸ καὶ τὴν πάλη τῆς ζωῆς, τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔχεις μέσα σου, τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν ὁποία ἔχεις πλαστεῖ. Χωρὶς ἐλευθερία, τὰ δῶρα τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸν ἄνθρωπο θὰ μείνουν γιὰ πάντα ἀνενεργὰ καὶ ἀκατανόητα.
Ἡ φύση μας, ὅπως λέει ἡ ἀρχαία τραγωδία ἀλλὰ κι ὁ Μέγας Βασίλειος, εἶναι νὰ ἀγαπάει. Ὅταν φτάσει κανεὶς σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ν’ ἀγαπᾶ, ὄχι συναισθηματικὰ ἀλλὰ νὰ νιώθει αὐτὸ ποὺ διδάσκει ἡ Θεία Λειτουργία, ὅτι δηλαδὴ ὁ ἄλλος εἶναι ὁ ἑαυτός μου, τότε παραχωρεῖ τὴν ὕπαρξή του στὸν ἄλλον.
Γιὰ τὸν κοσμικὸ ἄνθρωπο, αὐτὴ ἡ κατάργηση τῆς ἀτομικότητας ἰσοδυναμεῖ μὲ καταστροφή. Γιὰ τὸν ἐκκλησιαστικὸ ὅμως ἄνθρωπο, ἡ κίνηση αὐτὴ ἰσοδυναμεῖ μὲ ἕνωση τῆς ἐλευθερίας μὲ τὴν ἀγάπη. Εἶναι ἡ στιγμή, ποὺ ἀποκαλύπτεται μία διάσταση πέρα ἀπὸ τὸ «εἶναι» καὶ τὸν χωροχρόνο. Εἶναι ἡ στιγμὴ συνάντησης μὲ τὴν ἀληθινὴ φύση καὶ τὴν κατὰ χάριν θέωση. Ὁπότε φτάνει ἡ στιγμὴ ὅπου ὁ ἄνθρωπος νιώθει ὅτι γεννήθηκε ἀπὸ ἀγάπη καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς του εἶναι νὰ ἀγαπᾶ. Μὲ τὴν ἀγάπη διαστέλλεται καὶ παίρνει τὶς πραγματικές του διαστάσεις. «Ζῶ γιὰ τὸν ἄλλο» σημαίνει ζωὴ γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Ὁ ἄλλος δὲν εἶναι κὰν μία προέκταση τοῦ ἑαυτοῦ μου, ἀλλὰ εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ ἑαυτοῦ μου. Ἂν φτάσω σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο καὶ νιώσω ὅτι οἱ ἄλλοι εἶναι ὁ ἑαυτός μου, οὐσιαστικὰ θωρακίζω τὸ πρόσωπό μου.
Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026


Ἡ χαρὰ ποὺ περιγελᾶ τὸν θάνατο
Θυμᾶμαι μιά γριὰν ἑλληνίδα, ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι, στὴν Μασσαλία. Δούλευε σ’ ἕνα ἑστιατόριο. Ἐγέρασε καὶ πῆρε σύνταξι κι ἔμενε στὸ σπίτι της. Κάποτε μοῦ εἶπε: «Πολλοὶ μὲ λυποῦνται τώρα καὶ μοῦ λένε: "Κυρά-Κατίνα, τί κάνεις τώρα μόνη σου;" Ἀλλ’ ἐγὼ θέλω νὰ σᾶς πῶ ὅτι, τώρα ποὺ εἶμαι μόνη μου, περνῶ τὴν καλύτερη περίοδο τῆς ζωῆς μου, γιατί συνέχεια λέω τὴν εὐχή: "Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με", καὶ ταυτόχρονα διαβάζω βίους ἁγίων».
Ἔτσι βλέπομε, ἀπὸ τὴν μιά μεριά, ἕναν ποὺ τὰ ἔχει ὅλα, (σπίτια τέλεια, αὐτοκίνητα τῆς τελευταίας τεχνολογίας, κτλ.), καὶ νὰ μὴν ἔχη ὄρεξι νὰ ζήσει. Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὴν κυρά-Κατίνα, ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι διωγμένη, νὰ ἔχη πεθάνει ὁ ἄντρας της, νὰ μένη μόνη σ’ ἕνα δωματιάκι καὶ νὰ νοιώθη ὅτι βρίσκεται μέσα στὸν παράδεισο. Αὐτὸ εἶναι ποὺ χαρίζει ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Δηλαδή, ὄχι μόνο μπορεῖ κανεὶς νὰ χαρῆ εὐαίσθητα καὶ σωστὰ τὶς εὐλογίες τῆς ζωῆς, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχη μέσα του αὐτὴν τὴν εὐαισθησία καὶ τὴν χαρά, ἡ ὁποία περιγελᾶ τὸν θάνατο καὶ ἡ ὁποία κάνει τὶς δυσκολίες, τὰ γεράματα καὶ τὸν θάνατο, μεγάλη εὐλογία…
Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2025



Ὁ ἄλλος εἶναι ὁ ἑαυτός μου
Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς λέει ὅτι ὁ καθένας εἶναι "ἐν σμικρῷ Ἐκκλησία". Γι’ αὐτὸ ἐὰν τυχὸν ἐμεῖς διαβάσωμε τὸν βίο, τὴν πολιτεία καὶ τὶς διδαχὲς τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τὰ καταλαβαίνομε, ἐπειδὴ ἔχομε γεννηθῆ μέσα σ’ αὐτὴν τὴν παράδοσι. Ἐὰν τὰ διαβάση κάποιος ἄλλος, ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς πλούσιους εὐρωπαίους, ποὺ τυχαίνει νὰ τὰ ἔχουν ὅλα καὶ συγχρόνως νὰ τοὺς λείπουν ὅλα, δὲν θὰ καταλάβη αὐτὴ τὴν λογική.
Γι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι τὸ χρέος μας εἶναι νὰ τραφοῦμε μὲ αὐτὴ τὴν λογική, τὴν ὀρθόδοξη, καὶ νὰ χαροῦμε τὴν ζωή μας, νὰ χαροῦμε τὶς δυσκολίες μας, νὰ χαροῦμε - ἂν θέλετε - τὸν θάνατόν μας, δηλαδὴ νὰ γίνωμε σὰν τὴν χαρὰ ποὺ ξεπερνᾶ τὸν θάνατο. Καὶ μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο, νοιώθομε ὅτι πράγματι ὁ Θεός, "καλὰ λίαν ἐποίησε" τὰ πάντα. Καὶ σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωσι ἐξοφλοῦμε καὶ τὸ χρέος, ποὺ ἔχομε πρὸς ὅλους. Καὶ πρὸς τοὺς εὐρωπαίους καὶ πρὸς τοὺς ἀμερικάνους, καὶ πρὸς τοὺς πολιτισμένους καὶ πρὸς τοὺς ἀπολίτιστους, γιατί ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: "Ἕλλησι τε καὶ βαρβάροις ὀφειλέτης εἰμί".
Σὰν παράδειγμα σᾶς φέρνω πάλι τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό. Ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ ν’ ἀπολαύση τὴν ζωή του, μόνο ἂν τυχὸν ἀποφασίση νὰ τὴν θυσιάση γιὰ τοὺς ἄλλους. Καὶ ἄν τυχὸν αὐτὸ γίνη, τότε ἀπὸ τώρα μπαίνει στὴν αἰωνιότητα καὶ μπορεῖ νὰ καταλάβη τί σημαίνει ὅτι "ὁ Θεὸς εἶναι Τριαδικός, ὅτι εἶναι τρία πρόσωπα καὶ συγχρόνως εἶναι ἕνας Θεός". Καὶ μπορεῖ νὰ καταλάβη τί σημαίνει, ὅτι "ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἑνότης ἡ Τριαδική, ἡ ὁποία ἱερουργεῖται μέσα ἐδῶ". Μπορεῖ νὰ καταλάβη τί σημαίνει, ὅτι "ὁ ἄλλος εἶναι ὁ ἑαυτός μου". Ἐνῶ ἀντίθετα, ἐὰν τυχὸν ἐγὼ φροντίζω μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό μου, τότε πνίγω τὸν ἑαυτό μου, γιατί τὸν χωρίζω ἀπὸ τοὺς ἄλλους.
Γι’ αὐτὸ λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης ὅτι "μπορεῖ νὰ εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ κάθε ἕνας ἄνθρωπος, ἀλλὰ ταυτόχρονα ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος εἶναι μία εἰκόνα τοῦ Θεοῦ". Καὶ γι’ αὐτό: "Εἷς ἄνθρωπος κατονομάσει τὸ πᾶν". Ἕνας ἄνθρωπος εἶναι ὁλόκληρο τὸ γένος, ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία. Κι ἂν τυχὸν κανεὶς ζῆ μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τότε νοιώθει ὅτι, ὄντας ἐλάχιστος καὶ μὴ ὄντας ἄξιος νὰ φιλήση τὰ πόδια τοῦ ἄλλου, ταυτόχρονα εἶναι μεγάλος καὶ δυνατός, γιατί ὁ νεκρὸς ἑαυτὸς του μπορεῖ νὰ κηρύξη καὶ νὰ διδάξη ὅλον τὸν κόσμο. Ὁπότε, αὐτὸς ὁ συνδυασμὸς τῆς ἀδυναμίας καὶ τῆς δυνάμεως, τῆς ἡσυχίας, θὰ ἔλεγα, τὸ νὰ μείνω μόνος καὶ νὰ εἶμαι μαζὶ μὲ ὅλους τους ἄλλους, εἶναι ἕνα δῶρο ποὺ δίνει ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Θυμᾶμαι μιά γριὰν ἑλληνίδα, ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι, στὴν Μασσαλία. Δούλευε σ’ ἕνα ἑστιατόριο. Ἐγέρασε καὶ πῆρε σύνταξι κι ἔμενε στὸ σπίτι της. Κάποτε μοῦ εἶπε: «Πολλοὶ μὲ λυποῦνται τώρα καὶ μοῦ λένε: "Κυρά-Κατίνα, τί κάνεις τώρα μόνη σου;" Ἀλλ’ ἐγὼ θέλω νὰ σᾶς πῶ ὅτι, τώρα ποὺ εἶμαι μόνη μου, περνῶ τὴν καλύτερη περίοδο τῆς ζωῆς μου, γιατί συνέχεια λέω τὴν εὐχή: "Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με", καὶ ταυτόχρονα διαβάζω βίους ἁγίων».
Ἔτσι βλέπομε, ἀπὸ τὴν μιά μεριά, ἕναν ποὺ τὰ ἔχει ὅλα, (σπίτια τέλεια, αὐτοκίνητα τῆς τελευταίας τεχνολογίας, κτλ.), καὶ νὰ μὴν ἔχη ὄρεξι νὰ ζήσει. Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὴν κυρά-Κατίνα, ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι διωγμένη, νὰ ἔχη πεθάνει ὁ ἄντρας της, νὰ μένη μόνη σ’ ἕνα δωματιάκι καὶ νὰ νοιώθη ὅτι βρίσκεται μέσα στὸν παράδεισο. Αὐτὸ εἶναι ποὺ χαρίζει ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Δηλαδή, ὄχι μόνο μπορεῖ κανεὶς νὰ χαρῆ εὐαίσθητα καὶ σωστὰ τὶς εὐλογίες τῆς ζωῆς, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχη μέσα του αὐτὴν τὴν εὐαισθησία καὶ τὴν χαρά, ἡ ὁποία περιγελᾶ τὸν θάνατο καὶ ἡ ὁποία κάνει τὶς δυσκολίες, τὰ γεράματα καὶ τὸν θάνατο, μεγάλη εὐλογία…
Ἀρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2019



Ἀγάπη καί Ἐλευθερία (2)
Λέγεται ὅτι οἱ μάρτυρες ἔπασχαν ὡς ἐν ἑτέρῳ σώματι. Ἡ ἀγάπη τους εἶχε μεταστεῖ στὸν Χριστὸ καὶ ὅταν οἱ δήμιοι κατέσφαζαν τὸ σῶμα, αὐτοὶ τὸ ἔβλεπαν τὸ σῶμα καὶ ἔπασχον «ὡς ἐν ἑτέρῳ σώματι». Ἤτανε σὰν νὰ ἤτανε τὸ σπίτι τους ἐγκαταλελειμμένο, γιατὶ ἡ ἀγάπη τους εἶχε μεταστεῖ στὸν Χριστό. Ὅταν νιώθεις ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι ὁ ἑαυτός σου, τότε εἶσαι ὀχυρωμένος καὶ δὲν φοβᾶσαι τίποτα. Τότε μπῆκες στὴν αἰώνια ζωὴ ἀπὸ σήμερα.
Γνωρίζουμε ὅτι ἔχουμε μεταβεῖ ἀπὸ τὸ θάνατο στὴ ζωὴ γιατί ἀγαποῦμε τοὺς ἀδελφούς μας, γιατί δὲ ζοῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ γιὰ τὸν ὑπὲρ ὑμῶν Ἀποθανόντα καὶ Ἀναστάντα καὶ γιὰ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὶς ἀδελφές μας. Νιώθουμε ὅτι ἡ αἰώνια ζωὴ γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶ ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι κάτι μαγικὸ ποὺ πιθανῶς θὰ ἔρθει μετὰ τὸ θάνατό μας, ἀλλὰ εἶναι μία αἴσθηση καὶ μία πραγματικότητα, ἡ ὁποία συγκροτεῖ τὸ «εἶναι» μας ἀπὸ σήμερα.
Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη καὶ ἡ ἀγάπη εἶναι αἰωνιότης. Εἴδαμε ὅτι ζοῦμε γιατί ἀγαπᾶμε τοὺς ἀδελφούς μας. Εἴδαμε ὅτι αὐτοὶ ποὺ μᾶς βοηθᾶνε εἶναι οἱ ἄνθρωποι τῆς ἀγάπης, δηλαδὴ εἶναι οἱ ταπεινοί, εἶναι οἱ ἅγιοι. Ἀκόμη κι ὅταν φύγουν ἀπ΄ αὐτὴ τὴ ζωή, ὁ ταπεινός, ποὺ προσεγγίζει καὶ ἀσπάζεται τὸ λείψανο, νιώθει αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὅτι ἡ ὕλη εἶναι ἔμβιος θείας χάριτος. Καὶ ἀκουμπώντας ἕνας συντετριμμένος στὴν ὕλη αὐτή, γεμίζει ἀπὸ χάρη.
Ὅταν ἐμεῖς ἀποτραβιόμαστε διακριτικὰ γιὰ νὰ δώσουμε χῶρο στὸν ἄλλο, ὅταν δίνουμε τὴ δυνατότητα στὸν ἄλλο νὰ κινηθεῖ ἐλεύθερα, νὰ κάνει τὴ ζωή του, ἂν θέλετε καὶ νὰ σφάλλει κάποτε, γιὰ νὰ βρεῖ τὴν ἰσορροπία του, τότε νιώθουμε ὅτι ἀρχίζουμε νὰ ὑπάρχουμε. Ο ἀληθινὸς ἄνθρωπος γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, ἔχει τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ μέσα του, νιώθει ὅτι τρέφεται ἀπὸ ἄλλους καὶ δὲν θέλει νὰ σταματήσει νὰ δίνεται στοὺς ἄλλους καὶ μάλιστα ἀθόρυβα καὶ ἀθέατα, διότι φαίνεται πὼς αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Ἠράκλειτος γιὰ τὴν φύση, ἡ ὁποία «κρύπτεσθαι φιλεῖν», ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη. Η ἀγάπη ἐπιθυμεῖ νὰ κρύβεται, ὅπως αὐτὸ ἐπεθύμησε ὁ Χριστὸς καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό Του, τὰ λίγα χρόνια ποὺ ντύθηκε τὴν ἀνθρώπινη φύση.
Ἡ δύναμη νὰ ζήσω, νὰ κινηθῶ, νὰ χορέψω, νὰ μάθω γλῶσσες, νὰ σπουδάσω, νὰ ἀναπτύξω αὐτὸ ποὺ μοῦ ἔχει δώσει ὁ Θεός, πρέπει ὅλα μέσα στὴν ἐκκλησία να ἐμβαπτιστοῦν, νὰ νοηματοδοτηθοῦν καὶ νὰ χάσουν μία ἐγωιστικὴ κεντρομόλο φορά, βρίσκοντας μία ἀντίστοιχη ἀγαπητικὴ φυγόκεντρο. Νὰ βροῦμε τὰ πάντα καὶ στὴ συνέχεια νὰ τὰ δώσουμε στὸν ἄλλο κρυφά, ἀθέατα, χωρὶς κὰν τὴν ἀνάγκη εὐχαριστίας. Ἄς ξεχαστοῦμε, ἂς χαρεῖ ὁ κάθε εὐεργετημένος ἀπὸ τὰ ἀσήμαντα δῶρα μου, ἂς ζήσει εὐτυχισμένος, χωρὶς νὰ μὲ ξαναφέρει στὸ μυαλό του κι ἂς νιώσει ὅτι ἡ φύση του καὶ ἡ φύση ὅλων τῶν ἀνθρώπων εἶναι φύση καλὴ καὶ μάλιστα «καλὴ λίαν». Κι αὐτὴ ἡ ἐπίγνωση ἂς γίνει τρεῖς λέξεις: «Δόξα τῷ Θεῷ».
Εἶναι ἡ ὥρα ποὺ κι ὁ εὐεργετημένος καὶ ἐγὼ καὶ ὅλοι μας, ἀνοιχτήκαμε στὸ ἄπειρο. Καὶ ἴσως ἀφήσει ὁ Θεὸς κάποιες ἀναμνήσεις μίας περασμένης ζωῆς, βυθισμένης στὸν φόβο καὶ στὴν τσιγγουνιά, τὴν κάθε εἴδους τσιγγουνιά, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἀναρωτιόμαστε στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων πῶς ἀντέχαμε νὰ ζοῦμε μακριά Του.
Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης

Σάββατο 2 Μαΐου 2015


Ἡ ἐλευθερία τῆς παράδοσης
Δέν θέλω νά σᾶς κουράσω, γιατί ὅλοι περάσαμε αὐτή τή μεγάλη νύχτα, πού ἔγινε φυσικά μικρή μέ τή χάρη τῆς Κυρίας Θεοτόκου καί τή βοήθεια τῆς ἁγίας Ἀναστασίας, στήν ἐκκλησία μέσα. Συγχρόνως νομίζω ὅτι κάθε φορά πού πάει νά πεῖ κανείς μερικά λόγια στό Ἅγιον Ὅρος, αἰσθάνεται ὅτι εἶναι καί περιττά, γιατί μόνη της ἡ σιωπή μιλᾶ στόν ἱερό μας Τόπο.
Θυμᾶμαι ἕναν ἐπισκέπτη πού εἶχε πεῖ κάποτε: «Μά τί κάνετε τόση ὥρα μέσα στήν ἐκκλησία; Δέν μπορῶ νά καταλάβω πῶς περνᾶτε τόσες ὧρες, κοιμᾶστε; Ἐγώ δέν μπορῶ νά καθήσω ἄπραγος. Θέλω κάτι νά κάνω, ἀλλοιῶς θά μέ πιάσουν τά νεῦρα μου». Κι ἔτσι πού τά ἔλεγε ὁ ἄνθρωπος αὐτός, τόν δικαιολογοῦσα. Δέν εἶχα ὅμως ἐκείνη τή στιγμή νά τοῦ πῶ κάτι. Μετά ἀπό λίγες μέρες μπαίνοντας στήν ἐκκλησία ἔνοιωσα τήν ἀπάντηση: Λέω, οἱ ἁγιορεῖτες μπαίνουν μέσα στήν ἐκκλησία. Κάνουν τό σταυρό τους. Προσκυνοῦν τίς εἰκόνες. Κάθονται στό στασίδι. Καί ἁπλῶς μένουν μέσα στήν ἐκκλησία. Σάματι τί κάνει τό μωρό πού εἶναι μέσα στή μήτρα τῆς μάνας του; Δέν κάνει ἀπολύτως τίποτα, ἀλλά ἁπλῶς μένει μέσα στή μήτρα τῆς μάνας του, καί συνέχεια αὐξάνει. Κι ἐμεῖς εἴμαστε μέσα στή μήτρα τῆς μάνας μας. Καί βλέπομε ὅτι οἱ σχέσεις πού ἔχομε μέ τήν Ἐκκλησία εἶναι σχέσεις ὀργανικές. Καί μπορεῖ νά κάθεται κανείς μουγκός. Νά φαίνεται ὅτι δέν κάνει τίποτα. Ἤ νά φαίνεται ὅτι λέει συνέχεια τά ἴδια πράγματα. «Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον…» Ἤ νά φαίνεται ὅτι μέ τά τεριρέμ κάποιον νανουρίζει. Ἤ ὅτι ἁπλῶς ἀναβοσβήνει τά καντήλια. Καί ὅμως οὐσιαστικά γίνεται μέ ὅλα αὐτά κάτι πάρα πολύ μεγάλο καί πάρα πολύ γερό.
Ἔτσι καταλαβαίνομε, γινόμενοι Ἁγιορεῖτες, τήν παραβολή πού εἶπε ὁ Κύριος: «Ἐγώ εἰμί ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα». Νοιώθει κανείς ὅτι, ζώντας μέσα στό Ἅγιον Ὅρος, μπαίνοντας μέσα σέ μία ἀκολουθία ἁγιορείτικη, γίνεται ἕνα κλῆμα τῆς ἀμπέλου τῆς ζωῆς. Νοιώθει ἀθόρυβα καί διαρκῶς, νά ἔρχωνται ζωοπάροχοι χυμοί στό κλῆμα αὐτό ἀπό βαθειές ρίζες. Καί τοῦτο εἶναι τό μεγάλο πού ἔχομε ἐδῶ: οἱ βαθειές ρίζες, ἡ Παράδοση.
Ὅταν ἕνας ψάλτης Ἁγιορείτης ψάλλει, κάνει κάτι πολύ σπουδαῖο. Καί δέν ἐκτιμᾶ κανείς αὐτόν πού ψάλλει καλά, ἀλλά αὐτόν πού εἶναι Ἁγιορείτης. Μακάρι νά κραυγάζει, νά κάνει παραφωνίες. Εἶναι καλλίτερες αὐτές οἱ ἁγιορείτικες παραφωνίες ἀπό τίς κοσμικές ἁρμονίες. Γιατί ὅταν ψάλλει ἕνας Ἁγιορείτης ψάλτης, δέν ψάλλει αὐτός μόνος. Δέν διατυπώνει μία ἄποψη δική του μέ μουσικούς φθόγγους. Φτάνει δι’ αὐτοῦ ἡ φωνή μίας παραδόσεως μακρᾶς, καί ἡ ἐλευθερία πού τοῦ χάρισε ἡ ὑπακοή στήν παράδοση αὐτή.
Καί δέν εἶναι μόνο οἱ ψάλτες πού ψάλλουν «ξένως». Ψάλλουν καί οἱ Ἅγιοι πού δέν μιλοῦν καί εἶναι παρόντες μαζί μας. Ψάλλουν καί τά γεροντάκια τά ὁποία βρίσκονται ἐδῶ. Ὁ γέροντας μοναχός πού σιγά-σιγά ἔσυρε τά βήματά του γιά νά ἀσπαστεῖ τό ἅγιο λείψανο τῆς ἁγίας Ἀναστασίας.
Ἔτσι λοιπόν νοιώθομε, ὅπως εἶπε ὁ Γέροντάς σας, αὐτή τή μεγάλη εὐλογία πού ἔχομε νά βρισκόμαστε στό Ἅγιον Ὅρος. Νά βρισκόμαστε μέσα στήν ἅγια μήτρα τῆς μητέρας μας τῆς Ἐκκλησίας. Τί μεγάλο πράγμα εἶναι αὐτό!
Καί ὅταν καθόμαστε στήν ἀγρυπνία καί ἀγρυπνοῦμε καί μᾶς δίδει τή χάρη ὁ Θεός, ἐκείνη τήν ὥρα ἡ ἀνάσα ἡ βαθειά πού παίρνομε, φέρνει παράκληση πού φθάνει «εἰς πάντας ἁρμούς, εἰς νεφρούς, εἰς καρδίαν». Αὐτή ἡ ἴδια παράκληση καί ἡ ἀγαλλίαση οὐσιαστικά φθάνει καί εἰς πάντας τούς ἀδελφούς μας τούς ταλαιπωρημένους, τούς δυσκολεμένους, τούς βασανισμένους, πού ζοῦν μέσα στόν κόσμο. Ὁπότε ζώντας ἐμεῖς σωστά μέσα ἐδῶ καί εὐγνωμονώντας τόν Κύριο, ἀληθινά κηρύττομε καί βοηθοῦμε ὅλους τους ἄλλους. «Ἕν σῶμα ἐσμέν οἱ πολλοί».

Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2014


Ἀνατολικὰ τῆς Δύσης
Αὐτὴ ἡ συνάντηση ποὺ γίνεται αὐτὴ τὴ στιγμὴ ἐδῶ δὲ θὰ χωροῦσε στὸ Βατικανό. Τὸ ξέρετε; Ἤρθατε ἐδῶ καὶ λέτε μὲ ἐλευθερία τὰ δικά σας. Οἱ φωνές σας, οἱ φωνὲς τῶν ὑπευθύνων τῆς συνάντησης... Πολλὲς φορὲς λέω στὰ παιδιὰ ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ λέω ἐπειδὴ εἶμαι ὀρθόδοξος μοναχὸς καὶ αὐτὰ ποὺ σᾶς λέω σὰν μοναχός, ἔχουμε μία σχέση μὲ τὴν ἐκκλησία. Καὶ ἡ Θ. Λειτουργία ἔχει μία σχέση μὲ τὸν τρόπο ὑπάρξεως τῆς ἐκκλησίας. Τὰ λάθη μας τονίζουν τὴν ἀνοχὴ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι πατέρας μας καὶ δὲν μᾶς παίρνει στὰ σοβαρά. Καὶ τὸ ἐπικίνδυνο εἶναι ὅτι μᾶς ἀγαπάει. Μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ κλίμα μποροῦμε νὰ ἁμαρτάνουμε, δηλαδὴ μποροῦμε νὰ μετανοήσουμε. Ὅταν κάτι γίνεται μὲ τὸ ζόρι, ὅταν δὲν ὑπάρχει ἕνα περιθώριο νὰ σφάλλει κανείς, τότε δὲν ὑπάρχει περιθώριο νὰ διορθωθεῖ, νὰ κλάψει καὶ νὰ πεῖ «Κύριε ἐλέησον». Καὶ διὰ τοῦ «Κύριε ἐλέησον», τοῦ «μνήσθητί μου Κύριε» νὰ μπεῖ στὸν Παράδεισο.
Τὸ Βατικανὸ εἶναι μιὰ κατάρα μεγαλύτερη ἀπὸ τὸ Κρεμλίνο. Γιατί τὸ Κρεμλίνο, ἐξ ἀρχῆς, παρουσιάστηκε ὅτι κάνει ἀλλοιώσεις στὴν ἱστορία. Ἐδῶ θεωρεῖ ὁ πάπας ὅτι ἐξουσιάζει τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ. Μὰ αὐτὰ εἶναι θέματα τὰ ὁποῖα βασανίζουν ἐκατομμύρια ἀνθρώπους. Αὐτοὶ εἶναι οἱ καταδυναστευόμενοι. Κι ἂν θέλει κανεὶς νὰ δεῖ τὴ σάρκωση τῆς ἀπιστίας, ἂς πάει στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Πέτρου στὴ Ρώμη: ὅλο τὸ συγκρότημα καὶ τὸ σύστημα πάει νὰ ἐπιβληθεῖ μὲ τὴ δύναμη, σὰν τὸ Μουσολίνι. Καὶ μπαίνοντας μέσα στὸ ναὸ ἔχει γραμμὲς καὶ λέει, ἐδῶ τελειώνει ἡ Παναγία τῶν Παρισίων, ἐδῶ ὁ καθεδρικὸς ναὸς τοῦ Λονδίνου καὶ μετράει τὸ μέγεθος καὶ τὸ κάλλος τοῦ ναοῦ μὲ τὰ μέτρα. Θεωροῦν τὸν ἑαυτό τους καλύτερο, ἐπειδὴ ἔχουν περισσότερα μέτρα. Μὰ αὐτὰ εἶναι χαμένα πράγματα! Μὰ τότε δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ π.χ. ἡ Παναγία τῶν Παρισίων μὲ ἕνα ξωκλῆσι ὀρθόδοξο.
Χθές, πήγαμε σ᾿ ἕνα χωριὸ ποὺ ἔχει σὰν ἐκκλησία τὸ καθολικὸ μιᾶς μονῆς. Ἐκεῖ εἴδαμε μία κυρὰ-Βασίλω, γιαγιά, ἡ ὁποία εἶναι γριὰ παντοδύναμη. Βγαίνει πάνω στὰ κατσάβραχα, ἐξυπηρετεῖ ὅλους τοὺς γείτονες, μεταφέρει νερὸ ἀπ᾿ τὴν πηγή, γιὰ νὰ μὴν πίνουν ζεστὸ νερό, σκάβει τοὺς κήπους ὅλων, δὲν τὴν ξέρει κανείς. Γιὰ μένα ἡ κυρὰ-Βασίλω εἶναι μέλος τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἡ κυρὰ-Βασίλω εἶναι μιὰ ἐλπίδα σωτηρίας τοῦ σύμπαντος κόσμου, γιατί ζεῖ ὡς ἄνθρωπος. Ζεῖ κενωτικά. Ἔχει διαγράψει τὸν ἑαυτό της, ζεῖ γιὰ τὰ παιδιά της, γιὰ τὰ ἐγγόνια της καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Διαλύει τὸν ἑαυτό της. Καὶ ἐφόσον διαγράφει τὸν ἑαυτό της καὶ ζεῖ γιὰ τὸν ἄλλο, ὅλοι ζοῦν γι᾿ αὐτὴ καὶ ὁ Θεὸς δὲν τὴν ἀφήνει. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἦθος ποὺ σῴζει καὶ ἐλευθερώνει τὸ πρόσωπο.
π. Βασίλειος Γοντικάκης

Ὁμιλία σὲ νέους τὸ 1991