Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλης Καραποστόλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλης Καραποστόλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026



«Μόνο γιὰ σένα»: Ὅταν ἄλλοι (ἀνα)καλύπτουν τὶς ἀνάγκες σου
Ἀνοίγετε ἕνα διαφημιστικὸ φυλλάδιο ἢ βλέπετε στὴν τηλεόραση ἕνα ἀνάλογο σπότ. Μέσα ἀπὸ τὸ κείμενο ἢ τὴν εἰκόνα κάποιοι σᾶς προτρέπουν νὰ κάνετε κάτι καὶ πρὶν τὸ κάνετε βεβαίως νὰ τὸ σκεφθεῖτε. Ὅμως δὲν σᾶς λένε «σκεφθεῖτε το», σᾶς λένε «σκέψου το». Χωρὶς τὸν ἑνικὸ δὲν προωθεῖται πλέον τίποτα. Ἄμεσα, αἰφνιδιαστικὰ μερικὲς φορὲς ὁ πωλητὴς ἀπευθύνεται στὸν ὑποψήφιο πελάτη μ’ ἕναν τρόπο ποὺ θέλει νὰ εἶναι κολακευτικὸς καὶ ταυτόχρονα ἀποκλειστικός.
«Ἐσὺ» εἶσαι τὸ κέντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος κι ἐσένα ἔχουν ὑπόψη τους ὅσοι θορυβοῦν γιὰ τὰ προϊόντα τους. Ἀκόμη κι ἐκεῖνοι ποὺ ἀναλαμβάνουν νὰ διασκεδάσουν τὰ πλήθη, φροντίζουν νὰ πάρουν τὸ ὕφος καὶ τὴν πόζα τοῦ προσωπικοῦ ψυχαγωγοῦ. Ὄρθιος ὁ τραγουδιστὴς πάνω στὴν πίστα τεντώνει τὸ χέρι μὲ τὸν δείκτη του νὰ σημαδεύει τὸ κοινό του, σ’ ἐκείνη τὴ χαρακτηριστικὴ πιὰ χειρονομία ποὺ εἶναι σὰν νὰ λέει πὼς γιὰ σένα μόνο ξελαρυγγιάζομαι.
Ἀπὸ παντοῦ ἔρχονται πλέον οἱ προτάσεις μὲ τὶς ὁποῖες ὁ ἕνας, ὁ ἀνεπανάληπτος, θὰ ξαναβρεῖ ἐπιτέλους τὰ προνόμιά του. Τέλος λοιπὸν ἡ μαζικὴ ἀγορά. Τὸ ἀναγγέλλουν οἱ ἄνθρωποι τοῦ μάρκετινγκ, οἱ ψυχοπαθολόγοι τῆς κάθε ἰδιοτροπίας, οἱ σχεδιαστὲς τῆς ἐξατομικευμένης μόδας. Προτείνονται εἰδικὲς ὑπηρεσίες ἀνάλογα μὲ τὶς ἰδιαίτερες ἀνάγκες μας, ποὺ ἀσφαλῶς δὲν μποροῦν νὰ μοιάζουν μὲ κανενὸς ἄλλου.
Ἂν ἔμοιαζαν, θὰ ἐπιστρέφαμε στὴν ἐποχὴ τῆς μαζικῆς κατανάλωσης, τῆς τυποποίησης, κι αὐτή, εὐτυχῶς, πέρασε. Ἔτσι λένε οἱ πωλητὲς καὶ ζητοῦν νὰ πιστέψουμε ὅσα ὑπόσχονται. Ὅτι θὰ μᾶς ὁρίσουν εἰδικὴ δίαιτα, γυμναστική, κάθε λογῆς βοηθήματα γιὰ νὰ διατηρεῖται ἡ φόρμα μας. Καὶ εἶναι ἀκόμη τὸ ντύσιμο, τὰ φάρμακα καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ διείσδυση στὸν πυρήνα, στὸ τί θέλει κανεὶς καὶ ποιός εἶναι κατὰ βάθος. Πρέπει νὰ ξέρω ποιός εἶμαι.
Γιὰ νὰ ἀγοράσω τὰ προϊόντα ποὺ προορίζονται εἰδικὰ γιὰ μένα, πρέπει νὰ ξέρω ποιός εἶμαι. Δύσκολο ἔργο νὰ τὸ βρῶ κι ἐξάλλου ἀπαιτεῖ χρόνο ποὺ δὲν περισσεύει. Ἀκριβῶς ὅμως γιὰ νὰ ξεπεραστεῖ ἡ δυσκολία, ὑπάρχουν οἱ σύμβουλοι. Εἶναι τόσο πολλοὶ καὶ οἱ προσφορές τους συνεχῶς ἐκλεπτύνονται. Διατίθενται ἐμπειρογνώμονες γιὰ τὴν ἐπίλυση συζυγικῶν κρίσεων, γιὰ τὸν ἐπαγγελματικὸ προσανατολισμὸ τῶν ἐφήβων, γιὰ τὸν μετριασμὸ τῆς κατάθλιψης, τὸν κατευνασμὸ τῆς πεθερᾶς, τὴν ὀρθὴ ἐπιλογὴ μιᾶς ἐρωμένης ἢ ἑνὸς φίλου.
Σὲ μερικὰ ἀμερικανικὰ Πανεπιστήμια προσφέρονται προαιρετικὰ μαθήματα τοῦ τύπου: «Πῶς νὰ διαλέξετε σωστὰ τὸν ὀδοντίατρο σας». Ἐπιλογές, ἀποφάσεις, κριτήρια, ὅλα γιὰ χάρη τῆς αὐτογνωσίας, γιὰ νὰ ἀποκαλυφθεῖ, ὑποτίθεται, ἡ καταχωνιασμένη αὐθεντικότητά μας. Ἀλλὰ πῶς θὰ ἀνακαλύψει κανεὶς τὸν ἑαυτό του ὅταν τὸν παραδίδει σὰν «πρόβλημα» σ’ ἕναν ἄλλο ἑαυτό;
Μητέρες ποὺ δὲν τοὺς λείπει ἡ ἐκπαίδευση παίρνουν ἀπὸ τὸ χέρι τὴν κόρη ἢ τὸν γιό (ἂν καταφέρουν καὶ τοὺς πείσουν) καὶ ἐπισκέπτονται τὸν εἰδικὸ γιὰ τὶς σπουδὲς τῶν παιδιῶν. Τὸν ρωτοῦν τί δρόμο νὰ πάρει τὸ παιδί, λὲς καὶ αὐτὸ γεννήθηκε μόλις χθὲς καὶ δὲν ἔχουν προλάβει νὰ ἀνταλλάξουν δύο λόγια μαζί του. Φυσικά, ὁ σύμβουλος θὰ κάνει τὴ δουλειά του, ἄλλος καλά, ἄλλος ὄχι. Το ἐρώτημα ὡστόσο εἶναι ἂν ἡ οἰκογένεια ἔχει ἤδη προσπαθήσει νὰ καταλάβει τὶς προτιμήσεις καὶ τὶς ἀνησυχίες τοῦ παιδιοῦ, ἢ ἔχει προεξοφλήσει πὼς γιὰ μία τέτοια βυθοσκόπηση εἶναι ἀνίκανη ἢ καὶ ἀκατάλληλη. Κατάχρηση ἐξουσίας.
Πράγματι, πληθαίνουν οἱ γονεῖς πού, ἀντὶ νὰ σηκώνουν τὸ βάρος τῆς συζήτησης μὲ τὰ παιδιά τους, σηκώνουν τοὺς ὤμους τους. Εἶναι τόσο περίπλοκο, λένε, νὰ καταλάβουν τοὺς σύγχρονους νέους. Ἀλλὰ ἀκόμη κι ἂν τοὺς καταλάβαιναν, πῶς θὰ τοὺς καθοδηγοῦσαν; Ὅπως καὶ πολλὲς ἄλλες, ἔτσι κι αὐτὴ ἡ κατάχρηση ἐξουσίας θεωρεῖται ἀπαράδεκτη σὲ μία κοινωνία ποὺ ἔχει γιὰ στέμμα της τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα.
Δὲν ἐπιτρέπεται σὲ κανέναν νὰ νουθετεῖ κανέναν, νὰ τοῦ ὑποδεικνύει τί θὰ πράξει. Οἱ πρόσωπο-μέ-πρόσωπο σχέσεις εἶναι εὔφλεκτες, ἠλεκτρισμένες, γιατί τὰ πρόσωπα παραέγιναν εὔθικτα. Κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μοῦ πεῖ τί θὰ κάνω. Τὸ γιατί ὑποφέρω, τὸ γιατί πνίγομαι μερικὲς μέρες εἶναι τὸ «προσωπικὸ δεδομένο» μου, πολὺ λεπτὸ καὶ τρωτὸ γιὰ νὰ τὸ βγάλω στὴ φόρα.
Ὁ καθένας ἔχει ἕνα παρόμοιο μυστικό. Τὸ κρατάει μέσα του, ἐρεθίζεται μ’ αὐτό, τρίβεται πάνω του καὶ τὸ ποτίζει κάθε μέρα γιὰ νὰ τὸ συντηρεῖ, ὅπως ποτίζει τὶς γλάστρες του. Ὅταν μεγαλώσει ἀρκετὰ τὸ φυτὸ καὶ βγοῦν τὰ πρῶτα ἄνθη τοῦ κακοῦ, τότε ὁ κάτοχος θὰ τὸ πάει καὶ θὰ τὸ παρουσιάζει στὸν εἰδικό. Ἐκεῖνος θὰ βάλει τὰ γυαλιά του καὶ θὰ τοῦ γράψει μία συνταγή.
Ὁ πελάτης θὰ τὴν πάρει ἐπιδεικνύοντας ἀξιοσημείωτη ὑπακοή. Αὐτὸς ὁ κατὰ τὰ ἄλλα ὑπερεύθικτος καὶ ἀνεξάρτητος, θὰ λάβει τὶς ὁδηγίες, θὰ πληρώσει καὶ θὰ πεῖ κι εὐχαριστῶ, ἐπειδὴ τοῦ ἔμαθαν αὐτὸ ποὺ ἤδη γνώριζε. Αὔριο, τοῦ λέει ὁ σύμβουλος, θὰ φερθεῖς ἔτσι στὴ γυναίκα σου, ἔτσι στὰ παιδιά σου. Ὁ σύζυγος ξαναβαφτίζεται σύζυγος, ὁ πατέρας παίρνει ἐντολὴ νὰ ξαναγίνει πατέρας. Μποροῦμε νὰ εἴμαστε ἥσυχοι λοιπόν. Κάθε τόσο, κάποιοι θὰ μᾶς ὑπενθυμίζουν, μὲ τὸ ἀζημίωτο, αὐτὸ ποὺ διαλέξαμε νὰ εἴμαστε.
Βασίλης Καραποστόλης

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2024



Ὅταν παίζεις μὲ τὸ ἄυλο χρῆμα, 
παίζεις μὲ τὰ φαντάσματα… (α)
Εἶναι κακομοιριὰ νὰ τρομάζει κανεὶς ὑπερβολικὰ μὲ τὸ ἄγνωστο. Καὶ ὅμως αὐτὸ συμβαίνει σήμερα. Ἡ ἄφιξη τοῦ νέου χρόνου βρίσκει τὴν ἀνθρωπότητα ζαρωμένη σὲ μιὰ γωνιὰ νὰ παρακολουθεῖ μὲ δέος τὰ κύματα τοῦ χρόνου ποὺ ἔρχονται καταπάνω της.
Ὁ κόσμος φοβᾶται αὐτὸ ποὺ γεννιέται, ἀντὶ νὰ τὸ χαιρετίζει ἀνυπόμονα. Εἶναι γιατὶ μέσα στὸ καινούργιο κυριάρχησε τὸ ἀπρόβλεπτο. Τὰ γεγονότα ξέσπασαν ξαφνικὰ καὶ ἀπροειδοποίητα, εἶναι ἀλήθεια αὐτό. Ἦρθε ἡ κρίση, ἦρθε ἡ ἀναστάτωση, ὅλα αὐτὰ ποὺ κάνουν τοὺς πάντες νὰ ὁμολογοῦν: «Δὲν τὸ περιμέναμε». Μὰ τί νὰ περιμένουν; Κανεὶς δὲν περίμενε τίποτε, πολὺ καιρὸ πρὶν ἐνσκήψει ἡ κρίση. Δὲν ὑπῆρχε οὔτε ἀναμονή, οὔτε προσμονή, οὔτε πρόβλεψη. Ἡ ἴδια ἡ ἔννοια τῆς πρόβλεψης εἶχε ἤδη ὑπονομευτεῖ στὶς δυτικὲς κοινωνίες.
Μέχρι πρὶν ἀπὸ μισὸ αἰώνα μὲ βάση κάποιους ὑπολογισμοὺς οἱ ἄνθρωποι ἦταν σὲ θέση νὰ πιθανολογήσουν τὸ τί θὰ συμβεῖ τοὺς ἑπόμενους μῆνες, τὰ ἑπόμενα χρόνια. Οἱ ἐκτιμήσεις αὐτὲς τοὺς βοηθοῦσαν νὰ χαράξουν τὴν πορεία τους, ὅπως τοὺς βοηθοῦσε ἐπίσης καὶ τὸ σῶμα τους, ὁ ὀργανισμός τους μὲ τὶς φυσικές του ἰδιότητες. Τὰ μάτια, τὰ χέρια, κάθε ὄργανο, εἶχαν τὴ δυνατότητα νὰ προσαρμοστοῦν αὐτομάτως σὲ πολλὰ ἀπρόοπτα.
Ὅταν ἔρχεται μία δυνατὴ ριπὴ ἀνέμου, τὰ βλέφαρα κατεβαίνουν καὶ τὸ μάτι μισοκλείνει ἀμέσως γιὰ νὰ ἐμποδίσει νὰ μποῦν ἡ σκόνη καὶ τὰ σκουπιδάκια. Γιὰ πολὺ μεγάλο διάστημα τὸ ἀπρόβλεπτο ἀντιμετωπιζόταν μὲ τὰ ἀνακλαστικὰ τῶν ἀνθρώπων, μὲ τοὺς θεσμούς τους, μὲ τοὺς νόμους καὶ τὰ συμβόλαια. Ὥσπου αὐτὴ ἡ περίοδος τῆς φυσικῆς προσαρμοστικότητας ἔληξε βίαια.
Τὰ δημιουργήματα καὶ ὁ αἰφνιδιασμὸς
Μετὰ τὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ἡ Δύση δὲν ἔκανε ἄλλο παρὰ νὰ παράγει, χωρὶς νὰ συνειδητοποιεῖ αὐτὸ ποὺ θὰ τὴν ἐξέπληττε κάποτε δυσάρεστα. Κατασκευάζονταν ἀντικείμενα καὶ μηχανήματα προορισμένα νὰ ἐντυπωσιάσουν, νὰ συνεπάρουν, νὰ αἰχμαλωτίσουν, νὰ ἀνατρέψουν συνήθειες, νὰ καταργήσουν κεκτημένους ρυθμούς, νὰ δείξουν μὲ δυὸ λόγια στὸν ἄνθρωπο-δημιουργό τους ὅτι εἶναι ἀντίγραφα τῆς πιὸ ἐκπληκτικῆς, τῆς πιὸ ἀστάθμητης πλευρᾶς τοῦ πνεύματός του.
Τὸ αὐτοκίνητο ἔπρεπε νὰ τρέχει γρηγορότερα, ὅπως καὶ οἱ σκέψεις, οἱ εἰκόνες στὶς ὀθόνες νὰ ἐναλλάσσονται ἀπότομα, ὅπως οἱ ἐντυπώσεις, οἱ πόρτες νὰ ἀνοίγουν μόνες τους καὶ χωρὶς θόρυβο, ὅπως σὲ κάποια ὄνειρα. Μπροστὰ στὰ κατορθώματά του ὁ κατασκευαστὴς ἔμενε ἄναυδος. Ἡ δική του ἀστάθεια, ἡ δική του μεταβλητότητα, ὅλα τὰ καπρίτσια τῆς διάνοιας καὶ τῆς φαντασίας του, εἶχαν μεταφερθεῖ στὰ ἀντικείμενα ποὺ ἐπρόκειτο νὰ χρησιμοποιήσει.
Μοιραία, τὰ δημιουργήματά του θὰ τὸν αἰφνιδίαζαν. Γιατὶ τὸ πνεῦμα μας μαζὶ μὲ τὸ ἐκπληκτικὸ περιέχει καὶ τὸ παράλογο. Θὰ ἔπρεπε νὰ ἤμασταν ἕτοιμοι, ἀφοῦ τὸ ἀποφασίσαμε, νὰ ἀποδεχθοῦμε ἀκόμη κι αὐτό: νὰ μὴν καταλαβαίνουμε καλὰ τὸ πῶς ἀντὶ τοῦ ἄλφα εἶναι ἐνδεχόμενο νὰ προκύψει τὸ βήτα. Ἡ κρίση εἶναι μία τέτοια κολοσσιαία διάψευση. Τὴν προετοίμασε μέσα στὸν πολιτισμό μας ἡ ἀντικατάσταση τῆς πρόνοιας ἀπὸ τὴν καινοτομία ποὺ ἔγινε αὐτοσκοπὸς καὶ ποὺ κατέληξε νὰ προκαλεῖ περισσότερες νευρικὲς ἐντάσεις παρὰ περιέργειες.
Βασίλης Καραποστόλης

Σάββατο 26 Αυγούστου 2023



Ὅταν τά δικά μας χείλη μένουν κλειστά
Ὅσο περισσότερες συνταγὲς δίνονται τόσο ἡ πάθηση χειροτερεύει. Μολονότι πολλοὶ ὑποφέρουν πολὺ ἀπὸ τὴν ἀνίατη ἀρρώστια τῆς πλήξης, καὶ δὲν βρίσκουν εὔκολα τρόπους νὰ ἐμποδίσουν τὶς ἐπισκέψεις της. Φοβοῦνται πὼς θὰ ἔρθει καὶ θὰ χτυπήσει τὴν πόρτα τους κατὰ τὸ σούρουπο, καὶ γιὰ νὰ μὴ συμβεῖ αὐτὸ ζητοῦν ὁδηγίες, ψάχνουν τὸ φάρμακο. Περιοδικὰ καὶ διαφημίσεις δὲν παύουν νὰ τὸ χορηγοῦν σὲ διαρκῶς αὐξανόμενες δόσεις.
Γιὰ νὰ μὴν βαρεθεῖτε, ὀφείλετε νὰ κάνετε αὐτὸ ἢ τὸ ἄλλο, νὰ πᾶτε ἐκεῖ καὶ ὄχι ἀλλοῦ. Ἑστιατόρια, μπάρ, μουσικὲς σκηνὲς καὶ διάφοροι πολυχῶροι, καταλήγουν νὰ φαντάζουν περισσότερο σὰν ἑστίες ὁμαδικῆς ἄμυνας παρὰ ψυχαγωγίας. Ἐκεῖ μέσα, στὴ διάρκεια τῆς βραδιᾶς, μιὰ κάποια λεπτομέρεια, ἕνα κάτι ποὺ δὲν ξέρουμε τί μπορεῖ νὰ εἶναι, ὑπόσχεται ὅτι ὁ χρόνος δὲν θὰ σκοντάψει πουθενά.
Αὐτὸ οἱ παλαιότεροι τολμοῦσαν νὰ τὸ λένε «σκότωμα τοῦ χρόνου». Σήμερα ὅμως, ἡ ἔκφραση μοιάζει βαριὰ καὶ ὑποτιμητική, γιατὶ κανένας δὲν θέλει νὰ παραδεχτεῖ πὼς τοῦ ἀξίζει αὐτὸ καὶ μόνο. Τόσος κόπος καὶ τόση ἐνέργεια στὴ διάρκεια τῆς μέρας, καὶ τὸ βράδυ νὰ ἔρχεται μὲ ἄδεια τὰ χέρια! Ὑπερβολικὸ τὸ παράπονο, ἂν σκεφτεῖ κάποιος τί συνέβαινε ἄλλες ἐποχές.
Ἀναμφίβολα, πρὶν ἀπὸ μερικὲς δεκαετίες ἡ πλήξη στρογγυλοκαθόταν πολὺ συχνότερα μέσα στὰ σπίτια. Ἀτέλειωτες βραδινὲς ὧρες ὅπου στὶς οἰκογένειες, ἰδίως στὴν ἐπαρχία, ὁ καθένας ἔπαιζε τὸν ρόλο του μὲ κινήσεις καὶ φράσεις λιτές. Ἔρχονταν σιωπές, ἔπειτα μερικὲς κουβέντες γύρω ἀπ’ τὸ τραπέζι, καὶ ξανὰ σιωπές. Ἔπλητταν ὅλοι μὲ τὸν τρόπο τους, ὁ πατέρας, ἡ μητέρα, τὰ παιδιά. Ἀλλὰ τὸ ἄντεχαν λίγο ὡς πολύ, πιστεύοντας πὼς ἀνήκει στὴ φύση τῆς κοινῆς τους ζωῆς.
Ὅταν συγκατοικεῖς μὲ ἄλλους, δὲν μπορεῖς νὰ περιμένεις νὰ σπιθίζουν κάθε τόσο τὰ λόγια ποὺ ἀνταλλάσσεις μαζί τους. Ἕνας ὁρισμένος βαθμὸς μονοτονίας εἶναι τὸ ἀντίτιμο γιὰ τὴν ἀσφάλεια καὶ τὴν σπιτικὴ θαλπωρή. Φυσικά, ἂν ξεπεραστεῖ αὐτὸ τὸ ὅριο, ἔρχεται ἡ ἀσφυξία. Τότε, ἀπέναντι ἀπὸ τὸν ἔγκλειστο προβάλλει ὁ ἐξωσπιτικὸς χῶρος μὲ ὅλα του τὰ θεάματα, τὶς ζωηρὲς συναναστροφές. Ἐκεῖ θέλουν νὰ τρέξουν οἱ βαριεστημένοι, καὶ μερικοὶ ἀπ’ αὐτοὺς καταφέρνουν, πράγματι, νὰ ξεδώσουν.
Τὸ ζήτημα ὅμως εἶναι ὅτι αὐτὴ ἡ ἀνακούφιση εἶναι συνήθως πιὸ σύντομη ἀπ’ ὅ,τι προσδοκοῦσαν. Τί φταίει; Τὸ φαγητὸ ποὺ φέρνει ὁ σερβιτόρος εἶναι νόστιμο, ὅπως καὶ τὴν προηγούμενη φορᾶ, τὸ περιβάλλον ἐξακολουθεῖ νὰ κολακεύει τοὺς πελάτες. Καὶ ὅμως… Γιατί νὰ μὴ δοκιμάσει κανεὶς κάτι ἀκόμη καλύτερο; Μήπως ἡ προσκόλληση σὲ μία προτίμηση περιορίζει τὸ δικαίωμά του νὰ ψάξει μία ἀκόμη πιὸ «ἰδιαίτερη».
Στὸ τέλος, ἡ ἀναζήτηση τῆς παραλλαγῆς ἢ τῆς πρωτοτυπίας ὑπονομεύει τὴν ἴδια τὴν ἀπόλαυση καὶ καταντᾶ νὰ γίνει νευρικὴ κινητικότητα. Μετακινούμενοι συνεχῶς, οἱ σύγχρονοι ἐξερευνητὲς τῆς διασκέδασης ἐξορκίζουν τὴν ἀνία, ὅπως οἱ παλαιότεροι τὰ νυχτερινὰ φαντάσματα. Ὅμως, τὸ φάντασμα τῆς πλήξης ἔρχεται καὶ ξανάρχεται.
Εἶναι ἀδύνατο σὲ ἕναν πολιτισμὸ τόσο κυριαρχημένο ἀπὸ τὴν ἐγωπάθεια νὰ ἀποδιώξει τὸ χασμουρητό! Πάρτε, γιὰ παράδειγμα, τὶς συζητήσεις. Τὴν πιὸ σταθερὴ εὐχαρίστηση τὴ βρίσκει κανεὶς ὅταν μιλᾶ γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἢ γιὰ πράγματα ποὺ τὸν ἀπασχολοῦν πολύ. Ὅταν μιλοῦν οἱ ἄλλοι γιὰ τὰ δικά τους κατὰ κανόνα μόλις ποὺ τὸ ἀνέχεται. Γιὰ νὰ διασκεδάσουμε ἑπομένως πραγματικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ μιλᾶμε γιὰ μᾶς, ἂν κι αὐτὸ θὰ προκαλοῦσε ἐνόχληση στοὺς ἀκροατές.
Ἐπειδὴ ὅμως θέλουμε νὰ εἴμαστε ἀρεστοὶ στοὺς ἄλλους, τοὺς ἀφήνουμε νὰ περιαυτολογοῦν καί, ἔτσι, ἐμεῖς ἀναπόφευκτα πλήττουμε. Εἴμαστε ἑπομένως διπλὰ ἰδιοτελεῖς. Θεωροῦμε πὼς παραμένουμε πιὸ ἐνδιαφέροντες ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ ταυτόχρονα θέλουμε ὁπωσδήποτε νὰ μᾶς ἀποδέχονται. Μοιραῖα ἕνα τέτοιο βίτσιο πληρώνεται μὲ ἀνία. Αὐτὸς ποὺ δὲν θέλει νὰ ἐνοχλήσει θὰ βαρεθεῖ.
Σύμπτωμα γενικευμένου κομφορμισμοῦ; Δὲν πρόκειται τόσο γι’ αὐτό. Πιὸ ἰσχυρὴ καὶ ἀπὸ τὴν τάση ἐξάρτησης ἀπὸ τοὺς ἄλλους, εἶναι ἡ ἀνόητη φαντασίωση πὼς ὑπερέχουμε. Πὼς ἀπὸ τοὺς ἄλλους δὲν θὰ ἀκούσουμε τίποτα ποὺ νὰ μὴν τὸ εἴχαμε πρὶν σκεφτεῖ. Καὶ πὼς ὁ χρόνος πεθαίνει, στ’ ἀλήθεια, μόνο ὅταν τὰ δικά μας χείλη μένουν κλειστά.
Βασίλης Καραποστόλης

Παρασκευή 25 Αυγούστου 2023



Μὴ σὲ τρομάζει ἡ πείρα τῶν παππούδων
Πρόσφατα ἕνα δημοσίευμα σὲ ἰταλικὴ ἐφημερίδα ἔφερε ξανὰ στὸ φῶς, μ’ ἕναν ἀπροσδόκητο τρόπο, τὸ πρόβλημα τῶν ἡλικιωμένων στὸν σύγχρονο δυτικὸ κόσμο. Κάποιος μοναχικὸς συνταξιοῦχος δάσκαλος ζητοῦσε μὲ ἀγγελία του νὰ υἱοθετηθεῖ ἀπὸ οἰκογένεια ποὺ θὰ ἐνδιαφερόταν νὰ ἀξιοποιήσει τὰ προσόντα του. Θὰ μποροῦσε νὰ συμβάλλει στὴ μόρφωση τῶν παιδιῶν ἢ τῶν ἐγγονιῶν, καὶ γενικά, ὅπως ὁ ἴδιος ἔγραφε, νὰ εἶναι «κοινωνικὰ χρήσιμος».
Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ τί ἀνταπόκριση βρῆκε ἡ συγκεκριμένη ἔκκληση, τὸ βέβαιο εἶναι ὅτι σήμερα ἡ χρησιμότητα τῆς τρίτης ἡλικίας ἀμφισβητεῖται χωρὶς περιστροφές. Ἂν κάποιος ἄνω τῶν 65 ἐτῶν ζητήσει νὰ προσφέρει τὶς γνώσεις του, τὸ πιὸ πιθανὸ εἶναι ὅτι ἡ προσφορά του θὰ πέσει στὸ κενό. Οἱ γνώσεις αὐξάνονται, ἐξειδικεύονται, τρέχουν πολὺ γρήγορα γιὰ νὰ τὶς προλάβει κάποιος μὲ μειωμένη ἀντοχὴ στὶς κοῦρσες.
Αὐτὸ θὰ τοῦ ἀπαντήσει ἡ ἀγορά, τὸ ἴδιο θὰ πεῖ καὶ ἡ οἰκογένεια. Ὅταν ὑπάρχουν τόσο εἰδικοὶ φροντιστὲς καὶ σύμβουλοι, οἱ γονεῖς βρίσκουν πὼς δὲν τίθεται θέμα νὰ ἀπευθυνθοῦν σ’ ἕνα καινούργιο εἶδος κατ’ οἶκον παιδαγωγῶν. Ἀφοῦ λοιπὸν ὡς πρὸς τὶς τρέχουσες ἐκπαιδευτικὲς καὶ ἐπαγγελματικὲς ἀνάγκες ὁ ἡλικιωμένος ὑστερεῖ, σὲ τί θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ὠφέλιμος; Στὴ μετάδοση τῆς πείρας, προτείνει ἡ ἁπλὴ λογική.
Ὅμως ἀμέσως ἐδῶ προκύπτουν νέα προβλήματα. Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἔχει δεῖ κι ἔχει ζήσει πολλά, δὲν εἶναι καθόλου σίγουρο ὅτι θὰ βρεῖ ἀντίκρυ του αὐτιὰ πρόθυμα νὰ ἀκούσουν τὶς διηγήσεις του. Στὴν κοινωνία τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς γνώμης, κάθε συμβουλὴ ἢ ὑπόδειξη μπορεῖ νὰ ἐκληφθεῖ ὡς ἀθέμιτη παρέμβαση. Θίγονται τὰ προσωπικὰ δεδομένα, ἡ μυγιάγγιχτη προσωπικότητα καὶ τοῦ πιὸ ἀνερμάτιστου. Ὅποιος θελήσει νὰ πεῖ σ’ ἕναν ἄλλο (ἀκόμη κι ἂν αὐτὸς εἶναι πολὺ νεώτερος) τί θὰ ἦταν καλύτερο, κατὰ τὴ γνώμη του, νὰ πράξει, κινδυνεύει νὰ φανεῖ ἐξουσιαστικός. Συνεπῶς ἂς κρατηθοῦν οἱ μεγάλες ἡλικίες μακριὰ ἀπὸ τὶς μικρές.
Φανταστεῖτε μία ἀγγελία γραμμένη ἀπὸ κάποιον μὲ κάμποσα χρόνια στὴν πλάτη του. «Ἔχω ζήσει μέσα στὶς ἀλλαγές. Γνώρισα τὴ φτώχεια. Κατόπιν τὸ ξεπέρασμα τῆς φτώχειας καὶ τὴν ἐπιτυχία. Ἐπίσης τὸν ἔρωτα, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐρωτικὴ ἀπογοήτευση. Καὶ ἀκόμη, τὰ σκαμπανεβάσματα τῆς φιλίας – θέλει κανεὶς ἀρχάριος νὰ πληροφορηθεῖ γι’ αὐτά;».
Τὸ φιλελεύθερο ἀκροατήριο ἀπαντᾶ: «Ὄχι. Θὰ τὰ μάθουμε μόνοι μας». Κατηγορηματικὴ ἡ δήλωση καὶ ἀκλόνητη ἡ πεποίθηση ὅτι τὸ νεαρὸ ἄτομο πρέπει νὰ δοκιμάζει τὶς δικές του δυνάμεις σὲ ὁτιδήποτε καινούργιο συναντάει στὸ δρόμο του. Φυσικά, θὰ ἔχει κάποια ἐνημέρωση γιὰ τὸ τί προηγήθηκε, ἀλλὰ δὲν θὰ καθορίσει αὐτὸ τὴν πορεία του.
Παρακολουθώντας αὐτὴ τὴν πορεία διαπιστώνουμε πολὺ γρήγορα τὰ παράδοξά της. Μὲ τὰ πρῶτα ἐμπόδια γεννιοῦνται ἀνησυχίες. Μήπως μία ἀποτυχία στὶς ἐξετάσεις τσακίσει τὴν αὐτοπεποίθηση τοῦ ἐφήβου; Μήπως μία πρώιμη ἐρωτικὴ ἀτυχία τοῦ προκαλέσει ἀνεπανόρθωτο ψυχικὸ τραῦμα; Ἡ ἀντίφαση εἶναι χτυπητή. Ἀπὸ τὴ μία ἡ οἰκογένεια καὶ οἱ εἰδήμονες ὠθοῦν τοὺς νέους στὸ πείραμα, στὴν ἀναζήτηση τοῦ “ἑαυτοῦ” τους. Ἀπὸ τὴν ἄλλη τρομάζουν προκαταβολικὰ μὲ τὸ τσουρούφλισμα καὶ τὸ γρατσούνισμα ποὺ θὰ ὑποστεῖ μοιραῖα ὁ τρυφερὸς βλαστός.
Ἐκεῖ ἀκριβῶς θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ βρεθεῖ μία θέση γιὰ τὴν πείρα. Γιατί ὁ ἔμπειρος καὶ μόνον αὐτός, μπορεῖ νὰ πεῖ γιὰ τὸ πόσο βαθιὰ εἶναι μία πληγή, γιὰ τὸ πόσος χρόνος περνάει μέχρι νὰ ἐπουλωθεῖ. Παρ’ ὅλα αὐτά, ὅσους ἔπαθαν καὶ ἔμαθαν τοὺς κρατᾶνε σὲ ἀπόσταση. Στοὺς νέους φαίνονται βαρετοὶ οἱ γέροι, ἀλλὰ γι’ αὐτὸ δὲν εὐθύνονται οὔτε οἱ μὲν οὔτε οἱ δέ, εὐθύνονται οἱ ἐνδιάμεσες ἡλικίες ποὺ παρεμβαίνοντας ἐμποδίζουν τὶς παλιὲς καραβάνες νὰ μιλήσουν γιὰ τὰ ὅσα ἀνάποδα τοὺς ἔτυχαν καὶ γιὰ τὶς περιπέτειες ποὺ πέρασαν ἀντιμετωπίζοντάς τα.
Ἐξαιτίας τοῦ φόβου τῶν μεσόκοπων γιὰ τὴ φθορά, ἡ γιαγιὰ καὶ ὁ παπποὺς παρουσιάζονται στὶς νέες γενιὲς σὰν μούμιες, ἐνῶ εἶναι ἀκόμη ζωντανοί. Μὴν τοὺς πλησιάζετε. Δὲν ἔχουν νὰ διηγηθοῦν παρὰ μόνο ἱστορίες πολὺ πραγματικὲς γιὰ νὰ εἶναι ἀληθινές. Εἶναι πλάσματα μὲ παράξενες ἰδιότητες. Μποροῦν νὰ συσχετίζουν γεγονότα, νὰ συγκρίνουν συμπεριφορές, νὰ προσαρμόζονται στὶς δυσκολίες καὶ τὸ πιὸ ἐξωφρενικό: διαθέτουν ἐπιπλέον καὶ ὑπομονή. Ἄχρηστο, πράγματι, ὑλικὸ ἡ πείρα, εἶναι τόσο πυκνὴ ποὺ δὲν ξέρει κανεὶς τί νὰ ξεδιαλέξει ἀπ’ αὐτή –καί, κυρίως, σὲ τί νὰ τὴν ἐφαρμόσει ἀποδοτικά.
Βασίλης Καραποστόλης
Καθηγητής Πολιτισμοῦ καὶ Ἐπικοινωνίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2019



Ὅταν παίζεις μὲ τὸ ἄυλο χρῆμα, 
παίζεις μὲ τὰ φαντάσματα… (β)
Τὸ θελήσαμε, ὅμως, νὰ μείνουμε ἐμβρόντητοι. Τὸ ζητήσαμε νὰ μαγευτοῦμε ἀπὸ τὸ ἀνεξέλεγκτο. Λόγω τῆς ἀνίας της, ἡ Δύση -ἀφοῦ πλέον εἶχε ξεφύγει ἀπὸ τὰ βάσανα- νόμιζε ὅτι θὰ διασκέδαζε μὲ τὸ νὰ παίξει ἀκόμη ἕνα παιγνίδι, μὲ τὸ ἄυλο χρῆμα αὐτὴ τὴ φορά. Τὸ ἄυλο τὴν ξεγέλασε. Ἀλλὰ ὅταν παίζει κανεὶς μὲ τὰ ἄυλα, εἶναι σὰν νὰ παίζει μὲ τὰ φαντάσματα. Καὶ δὲν δικαιοῦται τότε νὰ λέει ὅτι τὸν παραπλάνησαν τὰ φαντάσματα, γιατὶ τὰ τελευταῖα εἶναι γιὰ νὰ κάνουν αὐτὸ ἀκριβῶς. Τὸ καινούργιο καὶ τὸ ἀπρόβλεπτο
Πρὸς τί λοιπὸν τὸ παράπονο; Ὁ κόσμος μας ἐπεθύμησε τὸ καινούργιο ὑπὸ τὸν ὄρο ὅτι δὲν θὰ περιεῖχε τὸ ἀπρόβλεπτο. Ἦταν παράλογο αὐτό, καὶ κάτι χειρότερο: ἀφύσικο. Ἔτσι τὸ πλῆγμα ἦρθε ἀναπόφευκτα. Πρέπει νὰ τὸ σκεφτοῦμε ξανὰ αὐτό, πρέπει νὰ χωνέψουμε τὴν ἀποτυχία μας. Προβάλλει μήπως τὸ αἴτημα ἑνὸς νέου φαταλισμοῦ; Ὄχι ἀναγκαστικά.
Σὲ κάποιους ἴσως ριζώσει, πράγματι, ἕνα αἴσθημα ταπεινωμένης ὑποταγῆς σὲ ὅσα γίνονται ἐρήμην τους. Γιὰ κάποιους ἄλλους ὅμως μπορεῖ νὰ ἔχει ἀκόμη ἕνα νόημα νὰ ἐπαναπροσανατολιστοῦν χωρὶς αὐταπάτες. «Τὸ πεπρωμένο ὁδηγεῖ ὅποιον βούλεται, καὶ ὅποιον δὲν βούλεται, τὸν σέρνει», εἶχε πεῖ ὁ ὑπομονετικὸς Σενέκας.
Ἂς ἀρνηθοῦμε λοιπὸν νὰ συρθοῦμε ἀπὸ τὰ πράγματα κι ἂς προσπαθήσουμε νὰ πορευτοῦμε μέσα σ’ αὐτὸ ποὺ μοιάζει νὰ συντελεῖται τυχαία, ἀπὸ τοὺς ἀνταγωνισμούς, τὴν τρέλα τοῦ κέρδους, τὴ μανία τῆς ἐξουσίας, τὴν παγκόσμια ἀνικανότητα γιὰ σύναψη συμφωνιῶν. Ἡ μόνη θεραπεία γιὰ τὸ ἀπρόβλεπτο εἶναι ἡ τήρηση τῶν ὑποσχέσεων. Κι αὐτὴ ἡ ὑποχρέωση καταργήθηκε διεθνῶς, γελοιοποιήθηκε.
Δὲν μένει ἄλλο, ἑπομένως, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ νὰ συμφιλιωθοῦμε μὲ τὴν ἰδέα ὅτι ὑπάρχει τὸ ἐντελῶς ἀναπάντεχο. Τὸ περιέχουν τὰ πράγματα καὶ οἱ καταστάσεις, τὸ φέρει ὅμως καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος. Κάθε φορὰ ποὺ γεννιέται ἕνα ἀνθρώπινο πλάσμα, ἔρχεται στὸν κόσμο καὶ ἡ δυνατότητα νὰ συμβεῖ τὸ ὁτιδήποτε. Ἡ γέννηση εἶναι ἕνα μοναδικὸ συμβὰν κι ἀνάλογα μοναδικὴ μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ ἡ δράση καθενός. Μποροῦμε νὰ ξαναγεννήσουμε τὸν ἑαυτό μας, νὰ ξαναγίνουμε δραστήριοι εἴτε ἀπὸ ἀπελπισία, εἴτε ἀπὸ πεῖσμα, εἴτε ἐπειδὴ νιώθουμε πὼς αὐτὸ εἶναι τὸ μόνο γόητρο γιὰ ἕναν θνητό. Εὔχομαι νὰ ἰσχύσει τὸ τελευταῖο.
Βασίλης Καραποστόλης