Κυριακή 31 Μαΐου 2026
Σάββατο 30 Μαΐου 2026
Παρασκευή 29 Μαΐου 2026
Λόγος περὶ ἀγάπης
Ὁ Κύριος καί Σωτήρ μας Ἰησοῦς Χριστός μᾶς παρέδωσε
τελείαν διδασκαλίαν περί τῆς σωτηρίας μας. Καί αὐτά τά ὁποῖα μᾶς ἐδίδαξε, ὁ Ἴδιος
πρῶτα τά ἐφήρμοσε. Εἶναι «ὁ ποιήσας καί διδάξας». Μᾶς ἔφερε ὡς παράδειγμα ἀληθινῆς
ἀγάπης τόν Καλό Σαμαρείτη. Ἀλλά ὁ κατ’ ἐξοχήν Καλός Σαμαρείτης ἦταν ὁ Ἴδιος ὁ
Κύριος, ὁ ὁποῖος ἐπῆρε τήν βασανισμένη ἀνθρωπίνη φύσι ἀπό τούς ληστάς, τούς
δαίμονας δηλαδή, τά πάθη, τήν κακία τῶν ἀνθρώπων καί τήν ἀνέστησε καί τήν ἐζωοποίησε
διά τοῦ σταυρικοῦ Του θανάτου καί τῆς Ἀναστάσεώς Του.
Ὅλοι γνωρίζουμε τώρα ὅτι ἡ τελεία χριστιανική ἀγάπη
εἶναι καθολική, εἶναι ἀγάπη πρός ὅλους, καί πρός τούς ἐχθρούς μας ἀκόμη. Αὐτό
τό γνωρίζουμε ὅλοι, ἀλλά δυσκολευόμαστε νά τό βιώσουμε. Ἀκόμη καί μεταξύ μας,
στά στενά περιβάλλοντά μας, στίς οἰκογένειές μας, στίς ἐργασίες μας ὑπάρχουν ἄνθρωποι
πού τούς ἀντιπαθοῦμε. Καμμιά φορά καί χωρίς νά μᾶς ἔχουν κάνει κάτι ἤ μᾶς ἔκαναν
κάτι μικρό ἤ νομίζουμε ὅτι μᾶς ἔκαναν κάτι καί ἐμεῖς κρατᾶμε μία ψυχρότητα ἀπέναντί
τους καί πολλές φορές μία ἐπιθετικότητα. Ὅμως ποῦ εἶναι ἡ χριστιανική ἀγάπη σ’
αὐτές τίς περιπτώσεις; Πρέπει νά κάνουμε μεγάλο ἀγῶνα, γιά νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό
αὐτές τίς καταστάσεις, οἱ ὁποῖες φυγαδεύουν τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί δέν μᾶς
βοηθοῦν νά εἴμαστε ἀληθινοί μαθηταί τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς διδάσκει, ὅτι αὐτή ἡ
τελεία ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ δέν μπορεῖ νά κατορθωθῇ μόνον μέ τίς δικές μας
δυνάμεις, γιατί ὅλοι μας, λίγο ἤ πολύ, εἴμαστε ἄρρωστοι, πνευματικά ἄρρωστοι,
καί ἡ θέλησίς μας ἀκόμη εἶναι ἀσθενής καί ὁ νοῦς μας εἶναι σκοτισμένος.
Χρειάζεται ὁ φωτισμός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτό μεταξύ τῶν κρειττόνων ἀρετῶν,
τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή,
ὅπως θά θυμᾶστε, συγκαταλέγει καί τήν ἀγάπη. «Ὁ δέ καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη,
χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια».
Ἄρα λοιπόν ἐμεῖς θά προσπαθοῦμε, θά ἀγωνιζόμαστε,
γιά νά ἀποκτήσουμε τήν ἀγάπη, ἀλλά εἶναι ἀπαραίτητο νά ζητοῦμε καί τήν Χάρι τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος. Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο νά μᾶς φωτίσῃ, νά μᾶς καθαρίσῃ ἀπό τά πάθη
καί τήν ἔλλειψι ἀγάπης καί νά μᾶς δώσῃ τό δῶρον τῆς ἀγάπης. Καί τότε, ὅταν τό
Πνεῦμα τό Ἅγιον ἀνταποκρινόμενο στήν δική μας ἀναζήτησι, στήν δική μας
προσευχή, στόν δικό μας πόθο καί στόν δικό μας ἀγῶνα, μᾶς δώσῃ τήν χάρι τῆς ἀληθινῆς
ἀγάπης, τότε θά εἴμεθα καί ἐμεῖς σωστοί καί καλοί μαθηταί τοῦ διδασκάλου τῆς ἀγάπης,
τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Θυμοῦμαι μία ἱστορία γιά κάποιο παιδάκι Ὀρθόδοξο
Ἑλληνόπουλο, πού ζοῦσε στήν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου. Ὅταν ἔπαιζε μέ τά ἄλλα
παιδάκια, τά Μουσουλμανάκια, καί τόν κτυποῦσαν, αὐτός δέν κτυποῦσε, δέν ἀνταπέδιδε.
Τόν ἐρώτησαν λοιπόν μία φορά τά παιδιά τά ἄλλα, οἱ μουσουλμάνοι, οἱ φίλοι του:
“δέν μᾶς λές, ἐμεῖς ὅταν μᾶς χτυπᾶνε, χτυπᾶμε. Ἐσύ, βλέπουμε, ὅταν σέ χτυπᾶνε,
δέν χτυπᾶς, δέν ἀνταποδίδεις”. Καί αὐτό τό εὐλογημένο καί φωτισμένο παιδί εἶπε:
“Ἐγώ εἶμαι μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός μᾶς εἶπε νά μή ἀνταποδίδουμε. Καί γι’
αὐτό ἐγώ δέν ἀνταποδίδω”. Τό ἄκουσε αὐτό ἕνα ἄλλο παιδί, μουσουλμανάκι, καί
συγκινήθηκε πολύ καί καθώς μεγάλωνε ἐγνώρισε τόν Χριστό καί ἔγινε Χριστιανός,
βαπτίσθηκε καί ἔγινε Χριστιανός.
Ἔτσι πρέπει νά εἶναι οἱ μαθηταί τοῦ Χριστοῦ.
Νά μιμούμεθα τόν Χριστόν εἰς ὅλα καί εἰς τήν ἀγάπην. Καί νά καλλιεργοῦμε
πάντοτε αὐτό τό πνεῦμα τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους, καί
κυρίως πρός ἐκείνους γιά τούς ὁποίους μᾶς ἔρχονται μέσα μας ψυχρότητες καί ἀρνητικά
συναισθήματα. Δέν χρειάζεται νά τρέχουμε νά βροῦμε ἐχθρούς γιά νά τούς ἀγαπήσουμε,
διότι πολλές φορές δέν μποροῦμε νά ἀγαπήσουμε τούς ἀνθρώπους πού ζοῦμε μαζί
τους, καί εἶναι μέσα στά σπίτια μας, μέσα στούς συγγενεῖς μας, καμμιά φορά καί
μέσα στήν ἀδελφότητά μας.
Γι’ αὐτό λοιπόν, πατέρες καί ἀδελφοί
Χριστιανοί, ἄς ἀρχίσουμε ὅλοι ἕνα εἰλικρινῆ ἀγῶνα, νά μπορέσουμε νά δεχόμαστε
τόν κάθε ἄνθρωπο, ὅποιος καί ἄν εἶναι αὐτός, ὡς ἀδελφό μας, καί νά τόν ἀγαπᾶμε,
ὅπως πρέπει νά ἀγαπᾶμε τόν Ἴδιο τόν Χριστό. Διότι ὁ Κύριος μᾶς εἶπε, ὅτι στό
πρόσωπο τοῦ κάθε ἀνθρώπου πρέπει νά βλέπωμε τόν Χριστό. Καί ὅ,τι κάνουμε σέ
κάθε ἄνθρωπο, τό κάνουμε διά τόν Χριστόν. Μακάρι λοιπόν νά ἐνισχυθοῦμε ἀπό τήν
Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιά νά προχωρήσουμε σ’ αὐτό τό θέμα, πού εἶναι τό Α
καί τό Ω τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Καί ὅπως εἶπα, χωρίς τήν ἀγάπη δέν μποροῦμε νά
εἴμαστε ἀληθινοί μαθηταί τοῦ Χριστοῦ.
Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης
Πέμπτη 28 Μαΐου 2026
Τῆς Σπάρτης οἱ πορτοκαλιές...
Τῆς Σπάρτης οἱ πορτοκαλιές, χιόνι, λουλούδια τοῦ ἔρωτα,
ἄσπρισαν ἀπ᾿ τὰ λόγια σου, γείρανε τὰ κλαδιά τους
γιόμισα τὸ μικρό μου κόρφο, πῆγα καὶ στὴ μάνα μου.
Κάθονταν κάτω ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι καὶ μὲ νοιάζονταν,
κάθονταν κάτω ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι καὶ μὲ μάλωνε:
Χτὲς σ᾿ ἔλουσα, χτὲς σ᾿ ἄλλαξα, ποῦ γύριζες -
ποιὸς γιόμισε τὰ ροῦχα σου δάκρυα
καὶ νεραντζάνθια;
Νικηφόρος Βρεττᾶκος
Τετάρτη 27 Μαΐου 2026
Τρίτη 26 Μαΐου 2026
Δευτέρα 25 Μαΐου 2026
Κυριακή 24 Μαΐου 2026
Γιὰ τοὺς ἐχθρούς
της ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς
Ἂν καὶ εἶμαι ζωγράφος κι ὄχι μουσικός, ὡστόσο ἔχω γράψει περισσότερα γιὰ
τὴν ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ ἀπὸ τὴν ἁγιογραφία. Γιατὶ ἡ μουσικὴ ἐνεργεῖ ἀπάνω στὴν
ψυχὴ πιὸ δυνατὰ καὶ πιὸ ἄμεσα, παρὰ ἡ ζωγραφική, ἐπειδὴ μὲ τὴν μουσικὴ μπορεῖ νὰ
ἐκφρασθεῖ, λίγο πολύ, ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἐνῶ ἡ ζωγραφικὴ εἶναι μία τέχνη ποὺ τὴν
κάνουνε μονάχα οἱ τεχνίτες ποὺ εἶναι σπουδασμένοι σ’ αὐτὴν τὴν τέχνη. Μὲ τὴν
μουσικὴ καὶ μὲ τὴν ποίηση ἐκφράζεται ἡ λαϊκὴ ψυχὴ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον τρόπο
καὶ γιὰ τοῦτο σ΄ αὐτὲς τὶς τέχνες φανερώνεται ὁλοζώντανος ὁ χαρακτήρας τοῦ λαοῦ.
Γι’ αὐτὴ τὴν αἰτία ὁ Πλάτωνας ὁ φιλόσοφος εἶπε· ἅμα ἀλλάξει ἡ μουσικὴ ἑνὸς λαοῦ,
θὰ πεῖ πὼς ἄλλαξε κι ὁ χαρακτήρας του. Κι ὅμως, βρίσκουνται σὲ μᾶς ἄνθρωποι, καὶ
μάλιστα ἱερωμένοι καὶ θεολόγοι, ποὺ ἔχουνε τὴν ἰδέα πὼς ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ
εἶναι κάποιο πράγμα ποὺ δὲν ἔχει μεγάλη σημασία γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας καὶ ποὺ
μπορεῖ νὰ ἀλλάξει, χωρὶς νὰ ἀλλοιωθεῖ ἡ πραγματικὴ οὐσία της.
Ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσική μας, ὅπως κι οἱ ἄλλες ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, εἶναι
ἀχώριστες ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ἐκφράζουνε.
Ὁ χαρακτήρας της μορφώθηκε ἀπὸ τὰ νοήματα καὶ ἀπὸ τὰ αἰσθήματα ποὺ ἐκφράζει.
Ἂν ἐξέφραζε ἄλλα νοήματα κι ὁ διπλός της χαρακτήρας θὰ ἤτανε ἀλλοιώτικος. Ἡ ἀνταπόκριση
ἀνάμεσα στὸ μέσον μὲ τὸ ὁποῖο γίνεται ἡ ἔκφραση καὶ σὲ κεῖνο ποὺ ἐκφράζεται μ΄
αὐτὸ τὸ μέσον, εἶναι τόσο ἀπόλυτη, ὥστε αὐτὰ τὰ δύο νὰ εἶναι σὲ τέτοιον βαθμὸ
σφιχτὰ δεμένα ἀνάμεσά τους ποὺ ν’ ἀποτελοῦνε ἕνα πράγμα. Οἱ ἐκκλησιαστικὲς
τέχνες καθρεφτίζουνε μὲ ἀκρίβεια τὸν μυστικὸ πλοῦτο τῆς ἀληθινῆς χριστιανικῆς
θρησκείας, δηλαδὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Κάθε παραμόρφωση ποὺ παθαίνει ἡ πνευματικὴ οὐσία
της, καθρεφτίζεται μέσα σ’ αὐτὸν τὸν καθρέφτη ποὺ λέγεται μουσική, ἁγιογραφία, ἀρχιτεκτονικὴ
κλπ, ὅπως γίνεται καὶ τὸ ἀνάποδο, δηλαδὴ κάθε παραμόρφωση ποὺ παθαίνουνε οἱ ἐκκλησιαστικὲς
τέχνες φανερώνει τὴν παραμόρφωση ποὺ ἔπαθε ἡ πνευματικὴ οὐσία ποὺ ἐκφράζουνε.
Βλέπει λοιπὸν κανείς, πὼς δὲν ὑπάρχει πιὸ ἀνόητο πράγμα ἀπ’ αὐτὸ ποὺ λένε
ὅσοι θεωροῦνε τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες – καὶ γενικὰ τὴ μορφὴ τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας
μας – σὰν κάποια πράγματα συμβατικὰ καὶ τὰ ἔργα τους σὰν τυχαία κατασκευάσματα,
ποὺ μποροῦνε ν’ ἀλλάζουνε κατὰ τὰ γοῦστα τοῦ καθενός. Πρέπει νὰ ἔχει κανένας ἐκείνη
τὴ βαθυστόχαστη ἀνοησία ποὺ ἔχουνε κάτι τέτοιοι ἄνθρωποι, ποὺ εἶναι ψυχὲς ἄδειες
ἀπὸ κάθε πνευματικὴ θέρμη, γιὰ νὰ λέει καὶ νὰ ὑποστηρίζει τέτοια πράγματα. Ἀκόμα
καὶ στὴν κοσμικὴ τέχνη, ποὺ ἀκολουθᾶ τὰ ρεύματα τοῦ ὑλικοῦ κόσμου, ξέρουνε ὅσοι
καταγίνουνται μ’ αὐτή, πὼς ἡ οὐσία καὶ ἡ μορφὴ εἶναι ἀλληλοεξαρτημένα, καὶ
μάλιστα τόσο ἀλληλοεξαρτημένα, ποὺ κατὰ βάθος νὰ εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα. Μοναχὰ
κάποιοι ἀνόητοι, σὰν καὶ τούτους ποὺ εἴπαμε παραπάνω, ἔχουνε τὴν ἰδέα πὼς ἡ οὐσία
κι ἡ μορφή, τὸ νόημα ἢ τὸ αἴσθημα κι ἡ ἔκφρασή του, τὸ μέσα καὶ τὸ ἀπέξω, εἶναι
δύο πράγματα ἄσχετα τὸ ‘να μὲ τ’ ἄλλο. Ἕνας τέτοιος ἐλαφρόμυαλος, ὁ Παναγιώτης
Σοῦτσος, ἔλεγε γιὰ τὸ Σολωμό, νομίζοντας πὼς ἔλεγε κάποιο σπουδαῖο πράγμα, πὼς
τὰ ἔργα τοῦ Σολωμοῦ ἤτανε: «ἰδέαι πλούσιαι, πτωχὰ ἐνδεδυμέναι», καὶ πὼς γι’ αὐτό:
«δὲν εἶναι δι’ αἰώνιον ζωὴν προορισμέναι».
Μ’ ἄλλα λόγια, γιὰ νὰ μὴν πεθάνουνε τὰ ἔργα τοῦ Σολωμοῦ, κατὰ τὴν
μεγαλοφυΐα τοῦ Σούτσου, θὰ ‘πρεπε νὰ βρίσκει μὲν τὶς ἰδέες ὁ Σολωμός, ἀλλὰ νὰ τὶς
παραδίνει στὸ Σοῦτσο γιὰ νὰ τὶς ντύνει μὲ πλούσια ἐνδύματα, δηλαδὴ νὰ τὶς ἐκφράζει
μὲ τοὺς νερόβραστους στίχους του. Θαυμάστε τί φωστῆρες βγάζει ἡ Ἑλληνικὴ Φυλή! Ἐ,
τέτοιοι φωστῆρες εἶναι καὶ τοῦτοι οἱ σημερινοί, ποὺ θεωροῦνε σὰν «ἐπουσιώδη
πράγματα» τὴ ἐκκλησιαστικὴ μουσική μας, τὴν εἰκονογραφία μας κλπ γιὰ νὰ ἀποχτήσουνε
τὸν περιπόθητο τίτλο τοῦ νεωτεριστῆ. Γιὰ νὰ εἶναι κανένας νεωτεριστὴς στὰ
πράγματα τῆς παράδοσης, ποὺ μορφώθηκαν μέσα σὲ αἰῶνες καὶ ποὺ ἔχουνε τὴ
σταθερότητα ποὺ ἔχει ἡ πίστη ἀπ’ ὅπου βγήκανε, θὰ πεῖ πὼς δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ
νιώσει τί πάγει νὰ καταστρέψει, ὥστε νὰ φρίξει καὶ νὰ μαζευτεῖ, νιώθοντας τὴν
μικρότητά του μπροστὰ στὰ αἰώνια αὐτὰ στοιχεῖα.
Οἱ τέτοιοι νεωτεριστὲς σπρώχνονται στοὺς εὔκολους κι ἀνεύθυνους
νεωτερισμοὺς ἀπὸ τὴν περηφάνια. Ἡ περηφάνια εἶναι ἡ μητέρα κάθε ἀνοησίας. Ἐνῶ
σ’ ὅποια ψυχὴ μπεῖ ἡ ταπείνωση, φεύγει ἡ ἀνοησία. Γι’ αὐτὸ τοῦτοι οἱ νεωτεριστὲς
εἶναι ἀνόητοι καὶ κούφιοι, ἐπειδὴ κρύβουνε τὴν περηφάνια τους μὲ τὴν
ταπεινολογία. Ξερόψυχοι, πῶς νὰ νιώσουνε τὸ ὕψος τῆς ταπείνωσης καὶ νὰ αἰσθανθοῦνε
τὴν κατάνυξη ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὴν ταπείνωση; Καλὰ λέγει ὁ ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος:
«Ἡ περηφάνια ἀναγκάζει ἐπινοεῖν καινοτομίας, μὴ ἀνεχομένη τὸ ἀρχαῖον». Ἐκεῖνος
ποὺ ἀκολουθᾶ πρόθυμα καὶ σέβεται τὴν παράδοση, φανερώνει μὲ τοῦτο πὼς ἔχει
ταπεινὸ φρόνημα, δηλαδὴ πὼς εἶναι στερεωμένος ἀπάνω στὴν ἀσάλευτη πέτρα, ποὺ εἶναι
τὸ θεμέλιο τῆς θρησκείας τοῦ Χριστοῦ.
Γιὰ τοὺς νεωτεριστὲς ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ εἶναι ἀνιαρή, χωριάτικη,
παλιωμένη καὶ γι’ αὐτὸ θέλουνε νὰ τὴ γυρίσουνε στὴ εὐρωπαϊκὴ πολυφωνία, ποὺ εἶναι
γι’ αὐτοὺς πιὸ νεωτεριστική, πιὸ σύμφωνη μὲ τὰ ἐκφυλισμένα γοῦστα τῆς ἐποχῆς
μας. Οἱ δυστυχεῖς δὲν ὑποπτεύουνται τί εἶναι αὐτὴ ἡ μουσικὴ ποὺ θέλουνε νὰ
καταργήσουνε. Ἂν ἦταν σὲ θέση νὰ γνωρίζουνε τί κάνουνε, θὰ ἀνατριχιάζανε. Τὴν ἐκκλησιαστικὴ
μουσικὴ τὴν κρίνουνε μὲ τὰ μέτρα τῆς κοσμικῆς μουσικῆς. Τὴν κρίνουνε σὰν μία
τέχνη ποὺ ἔχει σκοπὸ νὰ μᾶς εὐχαριστήσει ἢ νὰ μᾶς συγκινήσει κι ὄχι νὰ μᾶς ἁγιάσει.
Ἡ λειτουργικὴ μουσικὴ τῆς Ἐκκλησίας μας δὲν τοὺς ἀρέσει, γιατί ἔχει ἱερατικότητα
καὶ γιατί ἐκφράζει ταπείνωση, συντριβή, ἁπλότητα, ἔλεος, ἐγκαρτέρηση καὶ ἱκεσία.
«Τὸ γοῦστο» λέγει ὁ Λεωνίδας Οὐσπένσκης «εἶναι ὁ δικτάτορας». Τὸ προσωπικὸ
γοῦστο ἔχει ἐπιβληθεῖ γενικὰ σὰν κριτήριο γιὰ τὴν ἀξία τῆς εἰκόνας ἢ τῆς ἐκκλησιαστικῆς
μουσικῆς. Γίνεται λόγος γιὰ «καλὸ γοῦστο» καὶ γιὰ «κακὸ γοῦστο». Μὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία
κανένα γοῦστο δὲν εἶναι μήτε καλὸ μήτε κακὸ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ λογαριαστεῖ σὰν
κριτήριο. Μὲ ποιό δικαίωμα τὸ γοῦστο τοῦ τάδε προσώπου θὰ κρινότανε γιὰ καλὸ καὶ
τοῦ τάδε ἄλλου γιὰ κακό; Τὸ γοῦστο δὲν εἶναι ἕνα μόνιμο πράγμα. Ἀλλὰ ἀλλάζει ὁλοένα.
Μὲ τὰ προσωπικὰ γοῦστα ποὺ ἀνακατεύουνται στὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες
καταντήσαμε σ’ αὐτὸ ποὺ φοβότανε ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, γράφοντας τὰ παρακάτω:
«Ἂν ἀφήσουμε τὸν καθένα νὰ κάνει ὅ,τι θέλει, σιγά-σιγὰ ὁλόκληρο τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας
θὰ καταστραφεῖ»!
Μὰ ἄραγε, εἶναι σὲ θέση νὰ καταλάβουνε αὐτὰ τὰ πράγματα οἱ περισπούδαστες
κεφαλές, ποὺ περνᾶνε γιὰ σοφές, ἐπειδὴ πήγανε στὴν Εὐρώπη, ἢ εἶναι γι’ αὐτοὺς
πιὸ μυστηριώδη κι αἰνιγματικὰ ἀπὸ τὰ ἱερογλυφικά;
Φώτης Κόντογλου
Σάββατο 23 Μαΐου 2026
Ὄνειρον Ἀλεξάνδρου
Παπαδιαμάντη,
ἀμίσθου ἱεροψάλτου
Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, υἱὸς τοῦ ἱερέως Ἀδαμαντίου Ἐμμανουήλ,
διηγηματογράφος καὶ ἱεροψάλτης, ὠνειρεύθη τὴν νύκτα τῆς 2ας πρὸς 3ην Ἰανουαρίου
1911, εἰς τὴν Σκίαθον, ὅτι εὑρίσκετο εἰς τὰς Ἀθήνας, ἔλαβε δὲ σημείωμα τοῦ Βλ.
Γαβριηλίδου, μὲ τὸ ὁποῖον ὁ διευθυντὴς τῆς «Ἀκροπόλεως» τὸν ἐκάλει νὰ περάσῃ τὸ
ταχύτερον ἀπὸ τὰ γραφεῖα τῆς ἐφημερίδος. Μολονότι ἐνόησεν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀναθέσεως
ἐργασίας καὶ μολονότι ἡ οἰκονομική του κατάστασις πᾶν ἄλλο ἢ ἀνθηρὰ ἦτο, ἐδυσφόρησεν
ἐλαφρῶς, ἔκαμε βῶλον τὸ σημείωμα καὶ τὸ κατέπιεν, ἀλλ᾿ ἡ κατάποσις ὑπῆρξεν ὀδυνηρά
πως καὶ ηὐχήθη τότε νὰ εἶχεν ὀλίγον γάλα.
Αἰφνιδίως ἐπαρουσιάσθη ὁ φίλος του Νιρβάνας, ὅστις τοῦ ἔτεινε ποτήριον
γάλακτος λέγων: «Ἀλέξανδρε, τόσον καιρὸν ἐπιμένω ὅτι, ἐὰν ἔπινες τακτικώτερα
γάλα, θὰ ὠφελεῖσο πολύ, ἀλλ᾿ ἐσὺ μὲ πεῖσμα μοῦ ἀντιτάσσεις τὴν ἀπαράγραπτον
τήρησιν τῆς νηστείας. Σήμερα ὅμως ἠμπορεῖς ἀνενόχως νὰ καταλύσῃς, καθ᾿ ὅτι
διανύομεν τὸ Δωδεκαήμερο». Ὁ Ἀλέξανδρος ἔλαβε τὸ ποτήριον, ἀλλ᾿ ὅταν τὸ ἔφερεν
εἰς τὰ χείλη του διεπίστωσεν ὅτι περιεῖχε διάλυμα ἀσβέστου, ταυτοχρόνως δὲ εἶδεν
ὅτι ὁ Νιρβάνας διελύετο ὡς καπνός! Τοῦ Ἀχιτόφελ βουλαί, παίγνια τοῦ Βεελζεβούλ!
Τοῦτο τὸν ἐνέβαλεν εἰς τὴν ὑποψίαν ὅτι ἐνδεχομένως καὶ ὁ Γαβριηλίδης ἤθελε
νὰ τὸν βάλῃ εἰς πειρασμόν. Ἐνθυμήθη ὅτι πρὸ ἐτῶν τοῦ ἐζήτησεν ἀσυστόλως νὰ
μεταφράσῃ, Μεγαλοβδομαδιάτικα κιόλας, τὰ πρακτικὰ τῆς διεξαγομένης τότε ἐν Ἀγγλίᾳ
δίκης θηλυπρεποῦς καὶ ἀκολάστου συγγραφέως. Εἶχε μετὰ βδελυγμίας ἀρνηθῆ, ἀλλ᾿ εἷς
τῶν συντακτῶν τῆς «Ἀκροπόλεως» εὗρε τὴν εὐκαιρίαν, ὡς ἐνόμισε, νὰ τοῦ δώσῃ, ἀκαίρως
καὶ δωρεάν, μάθημα φιλοχριστίας εἰπών: «Κύριε Ἀλέξανδρε, δὲν κινδυνεύετε νὰ φανῆτε
ἀντίχριστος, ὅταν ἀντιμετωπίζετε μὲ τόσην ἀνεπιείκειαν τὰς ἀδυναμίας τῶν ἀνθρώπων;».
Τρομερῶς ἐξερράγη τότε αὐτὸς καὶ ἀνταπέδωσεν ἐντόκως τὴν διδαχήν, τοῦ ἔκοψε δὲ
τὴν καλημέραν ἐπὶ ὁλόκληρον μῆνα διὰ τὸ βλάσφημον «ἀντίχριστος».
Θὰ ἐπήγαινε, λοιπόν, εἰς συνάντησιν τοῦ Γαβριηλίδου, πλὴν ὅμως
«κουμπωμένος».
Καθ᾿ ὁδὸν εὑρέθη ἀντίπρωρος πρὸς τὸν συμπατριώτην του Λαλεμῆτρον, ὅστις τὸν
ἐχαιρέτισεν μὲ ἄκραν διαχυτικότητα καὶ μὲ ἴσην ἀφελότητα τὸν ἐκάλεσε νὰ
καθίσωσιν εἰς παρακείμενον ζαχαροπλαστεῖον, ὀνομαστὸν διὰ τοὺς λουκουμᾶδες του.
Ἐδέχθη τὴν πρόσκλησιν, εἰσῆλθον εἰς τὸ κατάστημα καὶ ὁ Λαλεμῆτρος παρήγγειλε δυὸ
μερίδας. Ἦσαν λουκουμᾶδες ἐξαίρετοι καὶ τοὺς ἐτίμησαν δεόντως. Ὁ Παπαδιαμάντης ἐποτίσθη
μέχρις ὀνύχων ἀπὸ τὴν ἡδύτητά των, ὅλην ἄρωμα!
«Εὐχαριστῶ διὰ τὸ κέρασμα», εἶπεν εἰς τὸν Λαλεμῆτρον, «μὲ ἔκαμες νὰ θυμηθῶ
τὴν πατρίδα!». «Ἔχω ὅμως ἕνα παράπονο», ἀπήντησεν, ἀπροσδοκήτως ἀλλὰ καὶ μετὰ
συστολῆς ἐκεῖνος. Θορυβηθεὶς ὁ Παπαδιαμάντης τὸν ἠρώτησεν ἂν τυχὸν τοῦ ὀφείλει
χρήματα καὶ τὸ ἐλησμόνησεν· ἂν περὶ αὐτοῦ πρόκειται, νὰ μὴ ἀνησυχῇ, θὰ λάβῃ
σήμερα καλὴν παραγγελίαν καὶ προκαταβολήν, θὰ τὸν ἐξοφλήσῃ ἀμέσως. Πάσχων νὰ τὸν
πείσῃ ἠσθάνετο νὰ ἀναπέμπωνται ἐκ τοῦ στομάχου εἰς τὸ στόμα οἱ λουκουμάδες ὡς
γεῦσιν χολῆς.
Ὁ ἄνθρωπος συνεστάλη ἔτι περισσότερον, ὅταν ὡς ὁ Παπαδιαμάντης ἐπῆρε τὸν ἀνασασμόν
του, ἐμορμύρισεν ὅτι οὐδέποτε ἔτυχε νὰ ἔχουν χρηματικὰς δοσοληψίας, καὶ πῶς εἶχε
σκεφθῆ αὐτὰ τὰ περὶ χρέους; Ἄλλης λογῆς ἦτον τὸ παράπονό του, ὅτι δηλαδὴ τὴν ἱστορίαν
τοῦ Γιάννη τ᾿ Μοθωνιοῦ, ὅπου ἐγύρισε ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ καὶ ἐπανδρεύθηκε τὴ
σαστικιά του, τὸ Μελαχρὼ τῆς Κουμπουρτζίνας, ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος τὴν εἶχε βάλει στὸ
χαρτί, ἀλλὰ τὴν ἰδικήν του, ὁποὺ καὶ αὐτὸς ἐβασανίσθη πέντε χρόνια στὴν Ἀλάσκα
κ᾿ ἐτυφλώθη, καὶ ἐπέστρεψε στὴ Σκιάθο θαμματουργὰ θεραπευμένος, αὐτὴν λοιπὸν τὴν
ἐλησμόνησεν.
Ἐξέφραζε τὸ παράπονον μὲ τὴν κεφαλὴν κάτω νεύουσαν, καὶ ὁ Παπαδιαμάντης
μειδιῶν τοῦ ὑπενθύμισεν ὅτι ὁ ἐξάδελφός του Ἀλέκος εἶχεν ἀφηγηθῆ εἰς ὑπερεβδομήκοντα
σελίδας τὸν νόστον του, ἄρα ἀδίκως παρεπονεῖτο, κινδυνεύων οὕτω νὰ θεωρηθῇ ἀχάριστος.
Ὁ Λαλεμῆτρος ἠκροᾶτο ταπεινῶς, ἐντούτοις εὗρε τὸ θάρρος ν᾿ ἀπαντήσῃ:
«Ἔχεις δίκιο, κυρ-Ἀλέξανδρε, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ μὴν τὸ πῶ· ἐσὺ θὰ τὴν ἔγραφες
νοστιμώτερα. Ὡστόσο, σὲ παρακαλῶ, νὰ μὴν κάνῃς λόγο στὸν ἐξάδελφό σου γιὰ τὴν
κουβέντα μας· γιατί νὰ τὸν πικράνω;».
Ὁ Παπαδιαμάντης ἠσθάνθη ὑποχωροῦσαν τὴν πικρότητα τῆς γεύσεώς του. «Ἰδοὺ ὅτι
καὶ ὁ Λαλεμῆτρος ἔχει, καθὼς λέγουν, προτιμήσεις ὕφους!» εἶπεν ἐνδομύχως καὶ
παρευθὺς ἄκανθα οἰήσεως ἀνεφύη ἐν τῇ καρδίᾳ του καὶ ἦτο εἰς τὴν ἀκμὴν νὰ κομπάσῃ
«Ἀλέκο, σέ...», ἀλλὰ συνῆλθε πάραυτα καὶ ἀνελογίσθη τὸ ἀποστολικὸν· «Τί ἔχεις, ὃ
οὐκ ἔλαβες; εἰδὲ καὶ ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μὴ λαβών;». Ἔτεινε τὴν χεῖρα του πρὸς
τὸν Λαλεμῆτρον.
«Ὡραῖοι οἱ λουκουμᾶδες! Θὰ εἰπῶ εἰς τὸν Μωραϊτίδην ὅτι ἐκεῖνον ἤθελες νὰ
κεράσῃς, ἀλλὰ δὲν τὸν εὖρες καὶ ἐπωφελήθην ἐγώ...».
Νῖκος Δ.
Τριανταφυλλόπουλος
Παρασκευή 22 Μαΐου 2026
Πέμπτη 21 Μαΐου 2026
Τετάρτη 20 Μαΐου 2026
Τρίτη 19 Μαΐου 2026
Δευτέρα 18 Μαΐου 2026
Ἕνας ἀϊτὸς περήφανος
Ἕνας ἀϊτὸς
περήφανος, ἕνας ἀϊτὸς λεβέντης
Ἀπὸ τὴν περηφάνια του, κι ἀπὸ τὴ λεβεντιά του
Δὲν πάει τὰ κατώμερα, νὰ καλοξεχειμωνιάσει
Μόν᾿ μένει πάνω στὰ βουνά, ψηλὰ στὰ κορφοβούνια
Κι ἔριξε χιόνι στὰ βουνὰ καὶ κρούσταλλα στοὺς κάμπους
Ἐμάργωσαν τὰ νύχια του κι ἐπέσαν τὰ φτερά του
Κι ἀγνάντια βγῆκε κι ἔκατσε, σ᾿ ἕνα ψηλὸ λιθάρι
Καὶ μὲ τὸν ἥλιο μάλωνε καὶ μὲ τὸν ἥλιο λέει:
«Ἥλιε, γιὰ δὲ βαρεῖς κι ἐδῶ σὲ τούτ᾿ τὴν ἀποσκιούρα
νὰ λιώσουνε τὰ κρούσταλλα, νὰ λιώσουνε τὰ χιόνια
νὰ γίνει μία ἄνοιξη καλή, νὰ γίνει καλοκαίρι
νὰ ζεσταθοῦν τὰ νύχια μου, νὰ γιάνουν τὰ φτερά μου
νὰ ρθοῦνε τ᾿ ἄλλα τὰ πουλιὰ καὶ τ᾿ ἄλλα μου τ᾿ ἀδέρφια.
Κυριακή 17 Μαΐου 2026
Σάββατο 16 Μαΐου 2026
Ὁ ἀχάριστος εἶναι
πάντα λυπημένος
-Γέροντα, γιατί πολλοὶ ἄνθρωποι, ἐνῶ τὰ ἔχουν ὅλα, νιώθουν ἄγχος καὶ
στενοχώρια;
-Ὅταν βλέπετε ἕναν ἄνθρωπο νὰ ἔχη μεγάλο ἄγχος, στενοχώρια καὶ λύπη, ἐνῶ
τίποτε δὲν τοῦ λείπει, νὰ ξέρετε ὅτι τοῦ λείπει ὁ Θεός.
Ὅποιος τὰ ἔχει ὅλα, καὶ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ὑγεία, καί, ἀντὶ νὰ εὐγνωμονῆ τὸν
Θεό, ἔχει παράλογες ἀπαιτήσεις καὶ γκρινιάζει, εἶναι γιὰ τὴν κόλαση μὲ τὰ
παπούτσια. Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔχη εὐγνωμοσύνη, μὲ ὅλα εἶναι εὐχαριστημένος.
Σκέφτεται τί τοῦ δίνει ὁ Θεὸς κάθε μέρα καὶ χαίρεται τὰ πάντα. Ὅταν ὅμως εἶναι ἀχάριστος,
μὲ τίποτε δὲν εἶναι εὐχαριστημένος γκρινιάζει καὶ βασανίζεται μὲ ὅλα. Ἄν, ἂς ποῦμε,
δὲν ἐκτιμάη τὴν λιακάδα καὶ γκρινιάζει, ἔρχεται ὁ Βαρδάρης καὶ τὸν παγώνει… Δὲν
θέλει τὴν λιακάδα θέλει τὸ τουρτούρισμα ποὺ προκαλεῖ ὁ Βαρδάρης.
-Γέροντα, τί θέλετε νὰ πεῖτε μ’ αὐτό;
-Θέλω νὰ πῶ ὅτι, ἂν δὲν ἀναγνωρίζουμε τὶς εὐλογίες ποὺ μᾶς δίνει ὁ Θεὸς
καὶ γκρινιάζουμε, ἔρχονται οἱ δοκιμασίες καὶ μαζευόμαστε κουβάρι. Ὄχι, ἀλήθεια
σᾶς λέω, ὅποιος ἔχει αὐτὸ τὸ τυπικό, τὴν συνήθεια τῆς γκρίνιας, νὰ ξέρη ὅτι θὰ
τοῦ ἔρθη σκαμπιλάκι ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ ξοφλήση τουλάχιστον λίγο σ’ αὐτὴν τὴν
ζωή. Καὶ ἂν δὲν τοῦ ἔρθη σκαμπιλάκι, αὐτὸ θὰ εἶναι χειρότερο, γιατὶ τότε θὰ τὰ
πληρώση ὅλα μιὰ καὶ καλὴ στὴν ἄλλη ζωή.
-Δηλαδή, Γέροντα, ἡ γκρίνια μπορεῖ νὰ εἶναι συνήθεια;
-Γίνεται συνήθεια, γιατὶ ἡ γκρίνια φέρνει γκρίνια καὶ ἡ κακομοιριὰ φέρνει
κακομοιριά. Ὅποιος σπέρνει κακομοιριά, θερίζει κακομοιριὰ καὶ ἀποθηκεύει ἄγχος.
Ἐνῶ, ὅποιος σπέρνει δοξολογία, δέχεται τὴν θεϊκὴ χαρὰ καὶ τὴν αἰώνια εὐλογία. Ὁ
γκρινιάρης, ὅσες εὐλογίες κι ἂν τοῦ δώση ὁ Θεός, δὲν τὶς ἀναγνωρίζει. Γι’ αὐτὸ ἀπομακρύνεται
ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν πλησιάζει ὁ πειρασμὸς τὸν κυνηγάει συνέχεια ὁ πειρασμὸς
καὶ τοῦ φέρνει ὅλο ἀναποδιές, ἐνῶ τὸν εὐγνώμονα τὸν κυνηγάει ὁ Θεὸς μὲ τὶς εὐλογίες
Του.
Ἡ ἀχαριστία εἶναι μεγάλη ἁμαρτία, τὴν ὁποία ἤλεγξε ὁ Χριστός. «Οὒχ οἱ
δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;», εἶπε στὸν λεπρὸ ποὺ ἐπέτρεψε νὰ Τὸν εὐχαριστήση.
Ὁ Χριστὸς ζήτησε τὴν εὐγνωμοσύνη ἀπὸ τοὺς δέκα λεπροὺς ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτὸ Του, ἀλλὰ
γιὰ τοὺς ἴδιους, γιατὶ ἡ εὐγνωμοσύνη ἐκείνους θὰ ὠφελοῦσε.
Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης















