Σάββατο 30 Μαρτίου 2024



Πατρίδα, πατρίδα, ἤσουνε ἄτυχη
Πατρίδα, πατρίδα, ἤσουνε ἄτυχη ἀπὸ ἀνθρώπους νὰ σὲ κυβερνήσουν! Μόνος ὁ Θεός, μόνος ὁ ἀληθινὸς αὐτὸς κι᾿ δίκιος κυβερνήτης σὲ κυβερνεῖ καὶ σὲ διατηρεῖ ἀκόμα!
Στρατηγὸς Μακρυγιάννης

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2024



Περὶ φιλογενείας
«Ταῦτα ἐντέλλομαι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους». Τὴν αὐτήν, ἀδελφοί, τοῦ Σωτῆρος ἐντολὴν ἐπαναλαμβάνει πρὸς ἡμᾶς μετὰ πάσης εὐλαβείας καὶ ἡ Πατρίς. Καὶ ἡ Πατρὶς ἀπαιτεῖ παρ' ἡμῶν τῆς φιλογενείας τὸν φόρον, ὅστις εἶναι τὸ μόνον γνώρισμα καὶ τοῦ ἀγαθοῦ Χριστιανοῦ καὶ τοῦ ἀγαθοῦ πολίτου. 
Ἡ Πατρὶς εἶναι ἡ πολυσέβαστος μήτηρ τοῦ λογικοῦ ἀνθρώπου, ἡ εὐεργετικωτάτη τροφὸς αὐτοῦ καὶ διδάσκαλος, τὸ ἱερώτατον στάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον κατέβη πρῶτον νὰ γυμνασθῇ τοὺς ἀγῶνας τῆς φιλαδελφίας καὶ τῆς φιλανθρωπίας. Εἰς τὴν πατρίδα πρῶτον εἶδε τὸν ἥλιον, ἀνέπνευσε τὰς ζωογόνους αὔρας τοῦ ἀέρος, ἔμαθε νὰ ἐκφράζῃ τὰς ἐννοίας διὰ τοῦ λόγου, ἐτράφη καθὅ χριστιανὸς τὸ ἄδολον γάλα τῆς εὐσεβείας, ἔλαβε τὰ στοιχεῖα καὶ τῆς φυσικῆς καὶ τῆς ἠθικῆς καταστροφῆς. Χρεωστεῖ λοιπὸν νὰ τιμᾷ τὴν πατρίδα, καθὼς καὶ τοὺς ἰδίους αὐτοῦ γονεῖς, οἵτινες εἶναι καὶ αὐτοὶ τέκνα τῆς σεβαστῆς ταύτης πατρίδος καὶ πατρογόνου ρίζης ὅλης τῆς αὐτοῦ γενεᾶς. Χρεωστεῖ νὰ φρονῇ σταθερῶς, ὅτι δὲν ἐγεννήθη εἰς τὸν κόσμον μόνον δι’ ἑαυτόν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν πατρίδα. Ἡ πατρὶς ἔχει δικαίωμα ἁγιώτατον εἰς ὅλα τοῦ πατριώτου τὰ προτερήματα, εἰς τὰς ἀρχάς, εἰς τὰς γνώσεις, εἰς τὰ πλούτη, εἰς ὅλας αὐτοῦ τὰς δυνάμεις, ὅπως ἂν ἔχῃ καὶ ὅπου ποτε ἂν τύχῃ νὰ διατρίβῃ.
Καθὼς τὰ εὔκαρπα δένδρα, ὅσους ἂν ἐκθρέψωσι καρπούς, πρῶτον τούτους παραθέτουσιν εἰς τὸ γενέθλιον αὐτῶν ἔδαφος, τοὺς δὲ περισσεύοντας χαρίζουσιν, ἡδείαν ἀπόλαυσιν, εἰς τὴν ξενιτείαν, παρομοίως καὶ ὁ ἀγαθὸς καὶ γνήσιος πατριώτης χρεωστεῖ τὴν εὐκαρπίαν τῶν ἑαυτοῦ προτερημάτων πρώτιστα καὶ μάλιστα εἰς τὴν γεννήσασαν καὶ ἐκθρέψασαν αὐτὸν γῆν.
Διὰ τοῦτο καὶ θεῖοι καὶ ἀνθρώπινοι νόμοι καταδικάζουν ὡς πατραλοίαν τὸν παραβάτην τῶν πατριωτικῶν καθηκόντων. Διὰ τοῦτο προστάζουσι καθένα νὰ ὑπερμαχῇ κατὰ πρῶτον λόγον ὑπὲρ τῆς πίστεως καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ὑπὲρ τῆς πατρίδος. «Μάχου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος». Διὰ τοῦτο τέλος αὐτὴ ἡ φύσις μᾶς ἔχει τοιουτοτρόπως προσκολλημένους εἰς τὸ γενέθλιον ἔδαφος, ὥστε δὲν συγχωρεῖται συνήθως, εἰμὴ εἰς μόνους τοὺς ἀναισθήτους παντάπασι τὰ ἤθη σαπροὺς καὶ διεφθαρμένους, νὰ μὴ αἰσθάνωνται ἀγάπην καὶ πόθον πρὸς τὴν πατρίδα. Ὡς καὶ αὐτὰ τὰ κατ' αὐτὴν ἄψυχα συχνάκις καταθέλγουσιν αἰχμαλωτίζοντα τὸ μνημονικόν μας.
Ὁ ἥλιος τῆς πατρίδος μᾶς φαίνεται γλυκύτερος, ὁ ἀὴρ εὐπνούστερος καὶ ζωηρότερος, τὰ προϊόντα τροφιμώτερα, ποικιλώτερα καὶ ἡδύτερα. Τὰ καλὰ λειβάδια, τὰ σκιερὰ δάση, τὰ καθαρὰ νερά, πολλάκις καὶ ἕν δένδρον, ἕν ρυάκιον, καὶ βράχος τις ἀπότομος τῆς πατρίδος κυριεύει καὶ κατακρατεῖ τὴν φαντασίαν τοιουτοτρόπως, ὥστε, ὅσον καὶ ἂν εἶναι μικρὸς ὁ τόπος τῆς γεννήσεως ἑκάστου, εἰς τοῦτον ἐγκαλλωπίζεται καὶ πρὸς τοῦτον ἐκ τῆς ξενιτείας πυκνῶς ἀποβλέπει καὶ τοῦτον ὄχι ἅπαξ ἐπροτίμησεν ἀπὸ εὐδαιμονεστέρας χώρας καὶ πόλεις τῆς οἰκουμένης.
Ἐὰν λοιπὸν πᾶς ἁπλῶς πατριώτης ἔχῃ τοῦτο τὸ χρέος πρὸς τὴν ἰδίαν αὐτοῦ πατρίδα, πόσον, ἀγαπητοί, πρέπει νὰ εἶναι τὸ χρέος ἡμῶν πρὸς τὴν ἡμετέραν; Ἕλληνες Χριστιανοί, συλλογίσθητε εἰς ποίαν γῆν ἐγεννήθημεν καὶ ποία τις εἶναι κατὰ τὸ παρὸν ἡ κατάστασις αὐτῆς. Ἡ πατρὶς τῆς ὀρθοδοξίας καὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς ἀνδρείας καὶ τῆς ἀρετῆς, ἀφοῦ τοσούτους χρόνους ἐβασανίσθη ὑπὸ τὸ σιδηροῦν σκῆπτρον τῆς ἀσεβείας, ἀντιπαλαίει σήμερον πρὸς τὰς φάλαγγας τοῦ θανάτου. Οἱ ἐκλεκτοί τῆς Ἐκκλησίας υἱοὶ μονομαχοῦσι πρὸς τὰ λυσσῶντα τέκνα τῆς Ἄγαρ. Ὦ φίλη πατρίς, ὦ Ἑλλάς! Ποῖον ἄρα καὶ πότε θέλει γίνει τῆς ἀνίσου ταύτης πάλης τὸ τέλος;
Κωνσταντῖνος Οἰκονόμου ὁ ἐξ Οἰκονόμων

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2024



Ἐωθινὸν
Θεέ αἰώνιε, Δημιουργέ τοῦ παντός, Σύ πού μέ τήν ἀνεξιχνίαστη ἀγαθότητά Σου μέ κάλεσες ἀπό τήν ἀνυπαρξία στή ζωή, Σύ πού μέ ἀξίωσες νά λάβω τή Χάρη τοῦ Βαπτίσματος καί μοῦ χάρισες μιά καινούργια γέννηση Ἄνωθεν, Σύ, πού ἀπόθεσες τή σφραγίδα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πάνω στά μέλη τοῦ σώματός μου μέ τό μυστήριο τοῦ ἁγίου Χρίσματος καί μοῦ ἔδωσες τήν ἐπιθυμία νά Σέ ἀναζητῶ, Σύ ὁ μόνος ἀληθινός Θεός ἄκουσε τήν προσευχή μου.
Δέν ἔχω ζωή, φῶς, χαρά, σοφία ἤ δύναμη ἔξω ἀπό Σένα μόνο Θεέ μου. Δέν τολμῶ νά ὑψώσω τά μάτια μου σ’ Ἐσένα ἐξαιτίας τῆς ἀνομίας μου. Ἀλλά Σύ εἶπες στούς μαθητές Σου· «Πάντα ὅσα ἄν αἰτήσητε ἐν τῇ προσευχῇ πιστεύοντες λήψεσθε». Κι ἀκόμη: «Ὅ,τι ἄν αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου τοῦτο ποιήσω». Γι’ αὐτό καί μόνο τολμῶ καί Σέ ἐπικαλοῦμαι.
Καθάρισέ με ἀπό κάθε ρύπο, σαρκός καί πνεύματος· καί δίδαξέ με πῶς νά προσεύχομαι σ’ Ἐσένα.
Εὐλόγησε τούτη τή μέρα πού μοῦ χαρίζεις, σέ μένα, τόν ἀνάξιο δοῦλο Σου. Μέ τή δύναμη τῆς εὐλογίας Σου ἱκάνωσέ με, παντοῦ καί πάντα, νά μιλῶ καί νά ἐνεργῶ γιά τή δόξα Σου, μέ πνεῦμα καθαρό, μέ ταπείνωση, ὑπομονή καί ἀγάπη, μέ γλυκύτητα, εἰρήνη, θάρρος καί σοφία, καί νά ‘χω πάντα συνείδηση τῆς Παρουσίας Σου.
Μέ τήν ἀπέραντη ἀγαθότητά Σου, Κύριε, δεῖξε μου τήν ὁδό τοῦ θελήματός Σου καί ἀξίωσέ με νά τή βαδίζω κάτω ἀπό τό βλέμμα Σου χωρίς ἁμαρτία.
Κύριε, Σύ ὁ ἐτάζων καρδίας, γνωρίζεις αὐτό πού ἔχω ἀνάγκη. Γνωρίζεις τήν τυφλότητα καί τήν ἄγνοιά μου. Βλέπεις τήν ὀλιγοπιστία καί τήν πλάνη μου. Γνωρίζεις ὅμως καί τή λαχτάρα μου, τίς ὀδύνες τῆς καρδιᾶς  καί τούς πόνους τῆς ψυχῆς μου.
Γι’ αὐτό, Σέ ἱκετεύω, ἄκουσε τήν προσευχή μου. Καί διά τοῦ Ἁγίου Σου Πνεύματος  δίδαξέ μου τήν ὁδό πού πρέπει νά βαδίσω. Κι ὅταν ἡ διεστραμμένη μου θέληση μέ ὁδηγήσει σέ ἀλλότριους δρόμους, μή μέ λυπηθεῖς, Κύριε, ἀλλά ἐπίστρεψέ με μέ τή βία στήν ὁδό τῆς ἁγιωσύνης Σου. Μέ τή δύναμη τῆς ἀγάπης Σου, ἀξίωσέ με νά προσκολληθῶ στό ἀγαθό. Φύλαξέ με ἀπό κάθε λόγο καί πράξη πού θανατώνουν τήν ψυχή μου. Ἀπό κάθε κίνηση πού μπορεῖ νά Σέ προσβάλει ἤ νά πληγώσει τόν ἀδελφό μου.
Δίδαξέ με αὐτό πού πρέπει νά πῶ καί πῶς πρέπει νά τό πῶ. Κι ὅταν τό θέλημά Σου εἶναι νά σιωπήσω, φώτισέ με νά τό κάνω μέ πνεῦμα εἰρηνικό πού νά μήν προκαλεῖ θλίψη ἤ ἐνοχή στόν πλησίον μου. Στερέωσέ με στήν ὁδό τῶν ἐντολῶν Σου. Κι ὡς τήν τελευταία μου πνοή μήν ἐπιτρέψεις νά ξεμακρύνω ἀπό τό φῶς τοῦ προστάγματός Σου. Ἔτσι ὥστε οἱ ἐντολές Σου νά γίνουν ὁ μόνος νόμος τῆς ὑπάρξεώς μου, τόσο σ’ αὐτή τή ζωή ὅσο καί στήν αἰωνιότητα.
Ναί, Κύριε, Σέ ἱκετεύω, ἐλέησέ με. Στήριξέ με στόν πόνο καί στήν ἀπελπισία μου, καί μή μοῦ κρύβεις τήν ὁδό τῆς σωτηρίας. Πολυάριθμα καί μεγάλα εἶναι τά αἰτήματά μου, Κύριε, κι ὡστόσο δέν ξεχνῶ τήν ἀσχήμια τῆς ἁμαρτίας μου. Ἐλέησέ με.
Μή ἀπορρίψεις με ἀπό τοῦ προσώπου Σου ἐξαιτίας τῆς μεγάλης παρρησίας μου. Ἀντίθετα, αὔξησε μέσα μου αὐτή τήν παρρησία καί ἀξίωσέ με, ἐμένα, τόν αἴσχιστο τῶν ἀνθρώπων, νά Σέ ἀγαπῶ ὅπως προστάζεις, μ’ ὅλη τήν καρδιά καί τήν ψυχή μου, μ’ ὅλη μου τήν διάνοια, μ’ ὅλη τή δύναμη τῆς ὑπάρξεώς μου.
Ναί, Κύριε, διά τοῦ Ἁγίου Σου Πνεύματος δίδαξέ με τήν καλωσύνη, τήν ἀκεραιότητα τῆς ζωῆς καί τή γνώση. Ἀξίωσέ με, πρίν κατεβῶ στόν τάφο, νά γνωρίσω τήν ἀλήθεια Σου. Παράτεινε τή ζωή μου σ΄ αὐτό τόν κόσμο, ὥσπου νά σοῦ προσφέρω ἀληθινή μετάνοια. Μή μέ ἀποσπάσεις ἐν τῷ ἡμίσει τῶν ἡμερῶν μου, ὅσο τό πνεῦμα μου παραμένει ἀκόμα τυφλό.
Κι ὅταν θά θελήσεις νά βάλεις τέλος στή ζωή μου, γνώρισέ μου τήν ὥρα τοῦ θανάτου μου, γιά νά μπορέσω νά ἑτοιμάσω τήν ψυχή μου νά σέ συναντήσει ἐπάξια. Σ’ αὐτή τή φοβερή ὥρα, Κύριε, μεῖνε μαζί μου. Καί δώρισέ μου τή χαρά τοῦ σωτηρίου Σου. Καθάρισέ με ἀπό τά κρυφά μου σφάλματα. Ἀπό κάθε ἀνομία πού βρίσκεται μασκαρεμένη ἐντός μου. Καί δῶσε μου καλήν ἀπολογίαν ἐπί τοῦ φοβεροῦ βήματός Σου.
Ναί, Κύριε, μέ τή μεγάλη Σου εὐσπλαγχνία, καί τήν ἀπέραντη ἀγάπη Σου γιά τούς ἀνθρώπους. Εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου.
Γέρων Σωφρόνιος Σαχάρωφ

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2024



Ἡ συνέχεια
Φυλαχθεῖτε ἀδελφοί μου, ἀπὸ τὸν λογισμὸ τοῦτο· «ἐσὺ εἶσαι ἀγράμματος καὶ ἀμαθὴς καὶ δὲν καταλαβαίνεις ἐκεῖνα ποὺ λέγονται στὴν ἐκκλησία, καὶ λοιπὸν γιατί νὰ πᾶς;».
Σᾶς ἀπαντᾶ ἕνας ἀββὰς στὸ «Γεροντικὸ» ὅτι, ἂν καὶ σεῖς δὲν καταλαβαίνετε ἐκεῖνα ποὺ λέγονται στὴν ἐκκλησία, ὁ διάβολος τὰ καταλαβαίνει, καὶ γιὰ τοῦτο τρομάζει καὶ φοβᾶται καὶ φεύγει ἀπὸ σᾶς· ἀφήνω δέ, ὅτι καὶ ἐσεῖς, ἂν καὶ δὲν τὰ καταλαβαίνετε ὅλα ὅσα λέγονται στὴν ἐκκλησία, ὅμως πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ ξέρετε καὶ μὲ ἐκεῖνα ὠφελεῖσθε. Προσθέτω δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι ἂν ἐσεῖς συχνὰ πηγαίνετε στὴν ἐκκλησία καὶ ἀκοῦτε τὰ θεία λόγια, ἡ συνέχεια ἐκείνη μὲ τὸν καιρὸ σᾶς κάνει νὰ καταλαβαίνετε ἐκεῖνα ποὺ πρὶν δὲν καταλαβαίνατε, ὅπως λέει ὁ Χρυσόστομος, διότι ὁ Θεὸς βλέποντας τὴ προθυμία σας ἀνοίγει τὸ νοῦ σας καὶ τὸν φωτίζει στὸ νὰ τὰ καταλαβαίνει.
Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2024


Βασίλη, κάτσε φρόνιμα
-Βασίλη, κάτσε φρόνιμα, νά γένεις νοικοκύρης,
γιά ν' ἀποχτήσεις πρόβατα, ζευγάρια κι ἀγελάδες,
χωριά κι ἀμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν.
- Μάνα μου ἐγώ δέν κάθομαι νά γίνω νοικοκύρης,
νά κάμω ἀμπελοχώραφα, κοπέλια νά δουλεύουν,
καί νά 'μαι σκλάβος τῶν Τουρκῶν, κοπέλι στούς γερόντους. 
Φέρε μου τ' ἀλαφρό σπαθί καί τό βαρύ τουφέκι, 
νά πεταχτῶ σάν τό πουλί ψηλά στά κορφοβούνια,
νά πάρω δίπλα τά βουνά, νά περπατήσω λόγγους, 
νά βρῶ λημέρια τῶν κλεφτῶν, γιατάκια καπετάνων 
καί νά σουρίξω κλέφτικα, νά σμίξω τούς συντρόφους, 
πού πολεμοῦν μέ τήν Τουρκιά καί μέ τούς Ἀρβανίτες.
Πουρνό φιλεῖ τή μάνα του, πουρνό ξεπροβοδιέται. 
-Γειά σας βουνά μέ τούς γκρεμνούς, λαγκάδια μέ τίς πάχνες! 

- Καλῶς τό τ' ἄξιο τό παιδί καί τ' ἄξιο παλικάρι.

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2024



Ἡ Σταχομαζώχτρα
Ἀλλὰ τὸ πρώτιστον εἰσόδημα τῆς θεια-Ἀχτίτσας προήρχετο ἐκ τοῦ σταχομαζώματος. Τὸν Ἰούνιον κατ᾽ ἔτος ἐπεβιβάζετο εἰς πλοῖον, ἔπλεεν ὑπερπόντιος καὶ διεπεραιοῦτο εἰς Εὔβοιαν. Περιεφρόνησε τὸ ὀνειδιστικὸν ἐπίθετον τῆς «καραβωμένης», ὅπερ ἐσφενδόνιζον ἄλλα γύναια κατ᾽ αὐτῆς, διότι ὄνειδος ἀκόμη ἐθεωρεῖτο τὸ νὰ πλέῃ γυνὴ εἰς τὰ πελάγη. Ἐκεῖ, μετ᾽ ἄλλων πτωχῶν γυναικῶν, ἠσχολεῖτο συλλέγουσα τοὺς ἀστάχυς, τοὺς πίπτοντας ἀπὸ τῶν δραγμάτων τῶν θεριστῶν, ἀπὸ τῶν φορτωμάτων καὶ κάρρων. Κατ᾽ ἔτος, οἱ χωρικοὶ τῆς Εὐβοίας καὶ τὰ χωριατόπουλα ἔρριπτον κατὰ πρόσωπον αὐτῶν τὸ σκῶμμα: «Νά! οἱ φ᾽στάνες! μᾶς ἦρθαν πάλιν οἱ φ᾽στάνες*!» Ἀλλ᾽ αὕτη ἔκυπτεν ὑπομονητική, σιωπηλή, συνέλεγε τὰ ψιχία ἐκεῖνα τῆς πλουσίας συγκομιδῆς τοῦ τόπου, ἀπήρτιζε τρεῖς ἢ τέσσαρας σάκκους, ὁλόκληρον ἐνιαυσίαν ἐσοδείαν δι᾽ ἑαυτὴν καὶ διὰ τὰ δύο ὀρφανά, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐμπιστευθῆ ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τὰς φροντίδας τῆς Ζερμπινιῶς, καὶ ἀποπλέουσα ἐπέστρεφεν εἰς τὸ παραθαλάσσιον χωρίον της.
Πλὴν ἐφέτος, δηλ. τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ἀφορία εἶχε μαστίσει τὴν Εὔβοιαν. Ἀφορία εἰς τὸν ἐλαιῶνα τῆς μικρᾶς νήσου, ὅπου κατῴκει ἡ θεια-Ἀχτίτσα. Ἀφορία εἰς τὰς ἀμπέλους καὶ εἰς τοὺς ἀραβοσίτους, ἀφορία σχεδὸν καὶ εἰς αὐτὰ τὰ κούμαρα, ἀφορία πανταχοῦ.
Εἶτα, ἐπειδὴ οὐδὲν κακὸν ἔρχεται μόνον, βαρὺς χειμὼν ἐνέσκηψεν εἰς τὰ βορειότερα ἐκεῖνα μέρη. Ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου μηνός, χωρὶς σχεδὸν νὰ πνεύσῃ νότος καὶ νὰ πέσῃ βροχή, ἤρχισε νὰ χιονίζῃ. Μόλις ἔπαυεν εἷς νιφετὸς καὶ ἤρχιζεν ἄλλος. Ἐνίοτε ἔπνεε ξηρὸς βορρᾶς, σφίγγων ἔτι μᾶλλον τὰ χιόνια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔλυωναν εἰς τὰ βουνά. «Ἐπερίμεναν ἄλλα».
Ἡ γραῖα μόλις εἶχε προλάβει νὰ μεταφέρῃ ἐπὶ τῶν ὤμων της ἀπὸ τῶν φαράγγων καὶ δρυμῶν ἀγκαλίδας τινὰς ξηρῶν ξύλων, ὅσαι μόλις θὰ ἤρκουν διὰ δύο ἑβδομάδας ἢ τρεῖς, καὶ βαρὺς ὁ χειμὼν ἐπέπεσε. Περὶ τὰ μέσα Δεκεμβρίου μόλις ἐπῆλθε μικρὰ διακοπή, καὶ δειλαί τινες ἀκτῖνες ἡλίου ἐπεφάνησαν ἐπιχρυσοῦσαι τὰς ὑψηλοτέρας στέγας. Ἡ θεια-Ἀχτίτσα ἔτρεξεν εἰς τὰ «ὀρμάνια» ἵνα προλάβῃ καὶ εἰσκομίσῃ καυσόξυλά τινα. Τὴν ἐπαύριον ὁ χειμὼν κατέσκηψεν ἀγριώτερος. Μέχρι τῶν Χριστουγέννων οὐδεμία ἡμέρα εὔδιος, οὐδεμία γωνία οὐρανοῦ ὁρατή, οὐδεμία ἀκτὶς ἡλίου.
Κραταιὸς καὶ βαρύπνοος βορρᾶς, «χιονιστής», ἐφύσα κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἁγίας ἡμέρας. Αἱ στέγαι τῶν οἰκιῶν ἦσαν κατάφορτοι ἐκ σκληρυνθείσης χιόνος. Τὰ συνήθη παίγνια τῶν ὁδῶν καὶ τὰ χιονοβολήματα ἔπαυσαν. Ὁ χειμὼν ἐκεῖνος δὲν ἦτο φιλοπαίγμων. Ἀπὸ τῶν κεράμων τῶν στεγῶν ἐκρέμαντο ὡς ὥριμοι καρποὶ σπιθαμιαῖα κρύσταλλα, τὰ ὁποῖα οἱ μάγκαι τῆς γειτονιᾶς δὲν εἶχον πλέον ὄρεξιν νὰ τρώγουν.
Τὴν ἑσπέραν τῆς 23, ὁ Γέρος εἶχεν ἔλθει ἀπὸ τὸ σχολεῖον περιχαρής, διότι ἀπὸ τῆς αὔριον ἔπαυον τὰ μαθήματα. Πρὶν ξεκρεμάσῃ τὸν «φύλακα» ἀπὸ τῆς μασχάλης του, ὁ Γέρος πεινασμένος ἤνοιξε τὸ δουλάπι, ἀλλ᾽ οὐδὲ ψωμὸν ἄρτου εὗρεν ἐκεῖ. Ἡ γραῖα εἶχεν ἐξέλθει, ἴσως πρὸς ζήτησιν ἄρτου. Ἡ ἀτυχὴς Πατρώνα ἐκάθητο ζαρωμένη πλησίον τῆς ἑστίας, ἀλλ᾽ ἡ ἑστία ἦτο σβεστή. Ἐσκάλιζε τὴν στάκτην, νομίζουσα ἐν τῇ παιδικῇ ἀφελείᾳ της (ἦτο μόλις τετραετές, τὸ πτωχὸν κοράσιον) ὅτι ἡ ἑστία εἶχε πάντοτε τὴν ἰδιότητα νὰ θερμαίνῃ, καὶ ἂς μὴ καίῃ. Ἀλλ᾽ ἡ στάκτη ἦτο ὑγρά. Σταλαγμοὶ ὕδατος, ἐκ χιόνος τακείσης ἴσως διά τινος λαθραίας καὶ παροδικῆς ἀκτῖνος ἡλίου, εἶχον ρεύσει διὰ τῆς καπνοδόχου. Ὁ Γέρος, ὅστις ἦτο ἑπταέτης μόλις, ἔτοιμος νὰ κλαύσῃ διότι δὲν εὕρισκε ψιχίον τι πρὸς κορεσμὸν τῆς πείνης του, ἤνοιξε τὸ μόνον παράθυρον, ἔχον τριῶν σπιθαμῶν μῆκος. Ὁ οἰκίσκος ὅλος, χθαμαλός, ἡμιφάτνωτος μὲ εἶδος σοφᾶ, εἶχεν ὕψος δύο ἴσως ὀργυιῶν ἀπὸ τοῦ ἐδάφους μέχρι τῆς ὀροφῆς.
Ὁ Γέρος ἀνεβίβασε σκαμνίον τι ἐπὶ τοῦ λιθίνου ἐρείσματος τοῦ παραθύρου, ἀνέβη ἐπὶ τοῦ σκαμνίου, ἐστηρίχθη διὰ τῆς ἀριστερᾶς ἐπὶ τοῦ παραθυροφύλλου, ἀνοικτοῦ, ἐστηλώθη μετὰ τόλμης πρὸς τὴν ὀροφήν, ἀνέτεινε τὴν δεξιάν, καὶ ἀπέσπασεν ἓν κρύσταλλον, ἐκ τῶν κοσμούντων τοὺς «σταλαμοὺς» τῆς στέγης. Ἤρχισε νὰ τὸ ἐκμυζᾷ βραδέως καὶ ἡδονικῶς, καὶ ἔδιδε καὶ εἰς τὴν Πατρώνα νὰ φάγῃ. Ἐπείνων τὰ κακόμοιρα.
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2024

 


Τώρα δὲν σηκώνουμε λόγο

Ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἐπαινεῖ τὸν πλησίον του καὶ κατακρίνει τὸν ἑαυτό του, φθάνει σὲ μέτρα ἁγιότητος. Ἂν ζητᾶς ἐσὺ ἀπὸ τὸν ἄλλονε, ἐπειδὴ σὲ λύπησε, νὰ σοῦ βάλει μετάνοια, δὲν εἶσαι καλά, δὲν εἶσαι ἐντάξει, δὲν βαδίζεις στὸ δρόμο τῆς καλογερικῆς.

Φθάσαμε, πατέρες, σ᾿ ἕνα τέτοιο σημεῖο, ποὺ μπορῶ νὰ πῶ ὅτι, ὅταν ἤμασταν κοσμικοί, ἤμασταν καλύτεροι. Τώρα δὲν σηκώνουμε λόγο, δὲν σηκώνουμε λόγο.

Τὰ πατερικὰ βιβλία λένε ὅτι ὁ ἀββὰς Νισθερὼ ἀπέκτησε φήμη ἁγίου ἀνδρός. Καὶ πῆγε ἄλλος καὶ τοῦ λέει: «Τί ἀρετὴ ἔκανες, πάτερ, κι ἔφθασες σ᾿ αὐτὰ τὰ μέτρα;» Λέει: «Ἀφότου μπῆκα στὸ μοναστήρι, εἶπα, ἐγὼ καὶ τὸ γαϊδούρι ἕνα εἴμαστε. Ὅσο μιλάει τὸ γαϊδούρι, ὅταν τὸ δέρνεις, τόσο θὰ μιλήσω κι ἐγώ». Αὐτὸ ἦταν τὸ θεμέλιο, ὅτι καὶ νὰ τὸν δείρουνε, «εὐλόγησον». Τώρα ἐμεῖς φθάσαμε στὸ σημεῖο, δὲν σηκώνουμε λόγο.

Ὁ ἄνθρωπος, ἐφόσον ζεῖ, πρέπει πάντοτε νὰ ἀγωνίζεται. Καὶ ὁ πρῶτος ἀγώνας εἶναι νὰ νικήσει τὸν ἑαυτό του. Ὁ πρῶτος καὶ ὁ κυριότερος ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ὁ διάβολος, ὄχι. Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸν ἑαυτό του ἐπίβουλος. Καὶ τοῦτο διότι δὲν ἀκούει τὸν ἄλλον, ἀκούει τί τὸν λέει ὁ λογισμός του. Ἐνῶ ἔχουμε τόσους ἁγίους Πατέρες νὰ τοὺς μιμηθοῦμε διαβάζοντας τὰ συγγράματά τους, ἐντούτοις ὅμως τὸ ἐγὼ μᾶς κυριεύει πολλὲς φορές. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος νικήσει τὸν ἑαυτό του, εἶναι ὁ μεγαλύτερος μεγαλομάρτυρας καὶ τροπαιοφόρος καὶ νικηφόρος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ!

Ὅσιος Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2024


                         Δὲν εἶμαι αἰχμάλωτος τοῦ Θεοῦ

Ἡ Ἀγάπη καὶ ἡ Ταπείνωση πάνε μαζί.

Ὅταν ἀγαπᾶς ἕναν ἄνθρωπο δὲν μπορεῖς νὰ εἶσαι ἐγωίστρια ἀπέναντί του.

Πάρε τὸ παιδὶ καὶ τὴν μητέρα. Τὸν ἀδελφὸ καὶ τὴν ἀδελφὴ. Τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα.

Θυμᾶμαι, ὅταν ἤμουν παιδὶ μὲ τὴν μητέρα μου ποὺ ἀγαποῦσα πάρα πολὺ καὶ μὲ τὸν πατέρα μου ποὺ ἦταν τόσο ἁπαλὸς καὶ καλός, δὲν τολμοῦσα νὰ ἔχω δικό μου θέλημα ὅταν ὁ ἐγωισμός μου ἤθελε κάτι…

Μόνο γιὰ νὰ μὴν τοὺς λυπήσω!

Ὄχι ποὺ δὲν ἤθελα αὐτὸ ἤ ἐκεῖνο. Τὸ ἤθελα.

Ἀλλὰ τὸ ἴδιο γίνεται καὶ σήμερα. Ἄν δὲν κάνω μιὰ κακὴ πράξη, εἶναι ποὺ δὲν θέλω νὰ «λυπήσω» τὸν Θεό.

Ὄχι ἐπειδὴ Τὸν τρέμω.

Γιατὶ Τὸν ἀγαπῶ.

Δὲν εἶμαι αἰχμάλωτος τοῦ Θεοῦ.

Οὔτε ἔχω «παραδοθεῖ», ὅπως γίνεται σ’ ἕναν πόλεμο.

Θέλω νὰ προσφέρω κάθε μέρα τὸν ἑαυτό μου.

Μὲ ὅλη μου τὴν ἀγάπη καὶ ὅλο μου τὸ θέλημα, τώρα ποὺ εἶμαι ζωντανή, σήμερα κι ὄχι νὰ εἶμαι ἕνα πτῶμα ὑπακοῆς μόνο.

Μπορῶ νὰ τὸ κάνω κι ἐκεῖνο, ἀλλὰ θὰ εἶμαι ἕνα πτῶμα.

Τοῦ λέω: «Θέλω αὐτὸ ποὺ θέλεις, Θεέ μου».

Δὲν μπορῶ νὰ τὸ αἰσθανθῶ ἀλλιῶς.

Ἔτσι καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους.

Θέλω μ’ ὅλη μου τὴν καρδιὰ νὰ τοὺς ἀγαπήσω, καὶ τοὺς ἀγαπῶ.

Καὶ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει καθόλου ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος.

Εἶναι Ἄνθρωπος.

Μὲ μιὰ καρδιά, μιὰ ψυχή, ἕνα μυαλό, σὰν ἐμένα. Τέλος!

Γερόντισσα Γαβριηλία


Τρίτη 19 Μαρτίου 2024

 


Ἡ γιαγιά, ὁ ἀββᾶς καὶ ἡ παράδοση

Τί εἶναι παράδοση; Εἶναι οἱ φορεσιὲς καὶ οἱ σκοποὶ τοῦ τόπου μας ἢ κάτι παραπάνω; Εἶναι ἕνας τρόπος ζωῆς, ποὺ χάθηκε καὶ τὸν βάλαμε στὶς προθῆκες τοῦ λαογραφικοῦ μουσείου; Καὶ ἐὰν εἶναι ἔτσι, γιατί μιλᾶμε γιὰ ἐκείνην σὰν κάτι ποὺ συμβαίνει ἀκόμη; Ἐμεῖς οἱ… γραμματιζούμενοι ἔχουμε τὴν «πολυτέλεια» πλέον νὰ κάνουμε τέτοιους στοχασμούς. Νὰ ψάχνουμε νὰ βροῦμε ἀπὸ ποῦ κρατᾶ ἡ σκούφια μας καὶ ἔπειτα περήφανα νὰ τὴν ἐπιδεικνύουμε στὶς νέες ἐποχὲς, ποὺ μᾶλλον δὲν πολυσυμπαθοῦν τέτοιες ταυτότητες πολιτισμικές.

Μὰ ἡ παράδοση φαίνεται νὰ μᾶς ξεγελᾶ σὰν τὸ ἄτακτο παιδί:

Ἐκεῖ ποὺ τὴν θαυμάζεις καὶ τὴν περιφέρεις ἀγέρωχα, καταντᾶ νὰ μοιάζει λείψανο…

Καὶ ἐκεῖ ποὺ μοιάζεις νὰ τὴν ξεχνᾶς ἔρχεται στὴν ζωὴ τὴν τωρινὴ μὲ τὴν ὁρμὴ τῆς ἀναπόφευκτης ἀλήθειας πού, ὡς ἀλήθεια, δὲν γνωρίζει τόπο καὶ χρόνο.

Ἀπὸ γονεῖς γονιῶν, σὲ παιδιὰ παιδιῶν…

«-Ἔλα γιαγιά», ἔλεγε τὶς Κυριακὲς ἡ μητέρα μου στὴν γιαγιά της, σὲ πόλη ἀκριτική τῆς Μακεδονίας, «ἔλα νὰ κάτσεις μαζί μας. Κάθε ποὺ κοινωνεῖς πᾶς καὶ κλείνεσαι στὸ δωμάτιο…»

-Νά, ἔλεγε ἡ γιαγιά, προτιμῶ λίγο νὰ ξαπλώσω, γιατὶ πῆρα τὸν Χριστό καὶ ἐὰν μιλῶ πολὺ Τὸν ξοδεύω..»

Σκεφτεῖτε πὼς βλέπετε τώρα μία ταινία. Πατῆστε τὸ κουμπὶ καὶ πηγαίνετε πίσω. Πολὺ πίσω. Καὶ ἀλλοῦ… Αἴγυπτος, 4ος αἰώνας μ.Χ.

«-Γιατί μᾶς ἀποφεύγεις, Ἀββᾶ, ὅταν ἔρχεσαι στὴν ἐκκλησία;» ρώτησαν οἱ νεώτεροι μοναχοὶ τὸν Ἰσαάκ, μαθητὴ τοῦ Ἀββᾶ Ἀπολλώ, ποὺ ὅποτε κοινωνοῦσε, ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀπόλυση, ἔτρεχε στὸ κελί του, σὰν νὰ τὸν κυνηγοῦσαν.

-«Ἀδελφοί μου», ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος, «ὁ νοῦς ποὺ φωτίζεται ἀπὸ τὴ Χάρι τῶν Μυστηρίων εἶναι ἀναμμένη λαμπάδα. Μά, σὰν φυσᾶ σ’ αὐτὸν ὁ ἄνεμος τῆς πολυπραγμοσύνης, σβήνει ὁ ταλαίπωρος»

Ἡ προγιαγιά μου, πιθανότατα, δὲν ἤξερε τὸν ἀββᾶ Ἰσαὰκ καὶ τὸν ἀββᾶ Ἀπολλώ. Ἀμφιβάλω, ἐὰν εἶχε διαβάσει τὸ Γεροντικό.

Ὅμως, μὲ ἐκείνην τὴν λεπτὴ κλωστὴ ποὺ ἀρχίζουν τὰ παλιὰ παραμύθια τοῦ τόπου μας, ἦταν «γερὰ δεμένη, στὴν ἀνέμη τοῦ χρόνου τυλιγμένη». Στὴν ἀνέμη τῆς παράδοσης, ποὺ τὴν ἔκανε νὰ λέγει καὶ νὰ νοιώθει τὰ ἴδια ἀκριβῶς μὲ τοὺς ἀββάδες, παρόλο τὸ χάσμα τῶν δεκαπέντε σχεδὸν αἰώνων!

Καὶ ἐμεῖς; Ἐμεῖς ποὺ ξέρουμε τὰ «Γεροντικά» φαρσί, ἐρίζουμε μὲ τὸ δάκτυλο κολλημένο στὶς λέξεις καὶ δὲν μποροῦμε τελικὰ νὰ συνεννοηθοῦμε. Γιατὶ μεταξύ μας καὶ μὲ τὶς γιαγιάδες μας ἔχουμε χάσμα πολὺ μεγαλύτερο ἐκείνων τῶν δεκαπέντε αἰώνων…

Ἴσως γιατὶ μὲ τοὺς λόγους μας τοὺς πολλοὺς φυσᾶμε καὶ σβήνουμε τὴν λαμπάδα τοῦ ἀββᾶ.

Ξοδεύουμε στὶς πολυπραγμοσύνες μας τὸν Χριστὸ τῆς γιαγιᾶς.

Κοντεύουμε νὰ «μείνωμεν ἔξω» τοῦ ζεστοῦ κελιοῦ τους, μάταια νὰ ἀναζητοῦμε τὴν πολύτιμη παρέα τους.

Ἐρήμην τους κουβεντιάζουμε γιὰ ταυτότητα καὶ παράδοση, μιλώντας κάποτε κάποτε γιὰ ἐκείνους, μὰ ποτὲ μὲ ἐκείνους. 

Χαράλαμπος Πετρουλέας

Κυριακή 17 Μαρτίου 2024

 


Ἡ μητέρα μου

Σ᾿ ὅλη τήν ζωή της ζοῦσε μιά βαθειά πνευματική ζωή. Στίς ἑορτές συμμετεῖχε μέ πολλή εὐλάβεια, ἀκόμη καί στίς μικρότερες. Βέβαια δέν γνώριζε ἀπό βιβλία, εἶχε διάκρισι καί διαίσθησι, δέν ἐγνώριζε ἀπό ἑορταστικούς κύκλους καί ὅμως συμμετεῖχε σ᾿ ὅλες τίς ἑορτές, στίς νηστεῖες καί στά ἐτήσια μνημόσυνα τῆς Ἐκκλησίας μας ἀλανθάστως.

Ἡ ἐλεημοσύνη της ἦτο ἡ βασική της φροντίδα σχεδόν σέ καθημερινή βάσι. Τούς ξένους τούς καλοῦσε ἀπό τόν δρόμο, τούς φιλοξενοῦσε σπίτι μας καί τούς ἀνέπαυε. Ποτέ δέν ἀνεχώρησε ἔστω καί ἕνας πτωχός ἀπό τό σπίτι μας μέ ἀδειανά τά χέρια. Ὁ πατέρας μου τήν ὠνείδιζε ἐνίοτε, διότι εἶχε σέ μεγάλο βαθμό ἀνοικτά τά χέρια της.

Στά μνημόσυνα τῶν νεκρῶν συμμετεῖχε μέ πολλή εὐλάβεια. Κάθε Σάββατο πρωΐ ἔδινε ξεχωριστή ἐλεημοσύνη γιά τούς κοιμηθέντες: Μία λεκάνη γάλα ἤ φαγητό καί νερό πού μετέφερε ἡ ἴδια γιά τούς γείτονες. Κατόπιν ἀσχολεῖτο μέ τήν καθαριότητα τῶν ρούχων γιά τήν ἑπομένη ἡμέρα καί στήν συνέχεια ἐμαγείρευε τό φαγητό γιά τό τραπέζι τῆς Κυριακῆς, μετά τήν Θεία Λειτουργία, διότι τήν Κυριακή οὐδέποτε ἐμαγείρευε.

Ὅταν κτυποῦσε ἡ καμπάνα τοῦ ἑσπερινοῦ, ὅλες οἱ δουλειές γιά τήν αὐριανή ἡμέρα εἶχαν τελειώσει καί ἔτσι ἄρχιζε τήν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς. Τό πρωΐ τῆς Κυριακῆς ἐφορούσαμε ὅλοι τά καθαρά μας ροῦχα καί ἐσώρουχα καί ἐπηγαίναμε στήν ἐκκλησία.

Ὁ πατέρας μας σηκωνόταν πολύ πρωΐ, ἀφοῦ ἔκανε τήν προσευχή του, μετά ἐδιάβαζε τούς Χαιρετισμούς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπό τό Ὠρολόγιο καί κατόπιν ἐδιάβαζε περικοπές ἀπό τήν Καινή Διαθήκη. Ὅταν ἀναχωρούσαμε γιά τήν ἐκκλησία, πρῶτα ἐζητούσαμε συγγνώμη οἱ μέν ἀπό τούς δέ: «Συγχωρέστε», καί «ὁ Θεός νά σέ συγχωρέση!» Αὐτό συνέβαινε ὄχι μόνο μεταξύ μας, μέ τούς ἀνθρώπους τοῦ σπιτιοῦ μας, ἀλλά καί μέ τούς γείτονες.

Τίς νηστεῖες-τίς τρεῖς ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος Δευτέρα, Τετάρτη καί Παρασκευή, καθώς καί τίς μεγάλες νηστεῖες τίς κρατοῦσε μέ πολλή εὐλάβεια καί ἀκρίβεια, καθώς καί τά μικρά παιδιά, ἔστω καί νά ἦσαν ἄρρωστα. Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή ἦτο ἕνα γεγονός σημαντικό στήν χριστιανική ζωή ὅλων μας. Εἴχαμε σκεύη διατηρημένα μόνο γι᾿ αὐτόν τόν καιρό: ὅπως λεκάνες, πιάτα καί κουτάλια. Τό Πάσχα καί τά Χριστούγεννα οἱ γιορτές στά χωριά μας διαρκοῦσαν πολλές ἡμέρες.

Ἡ μητέρα μου ἦτο μία ἀνεπανάληπτη νοικοκυρά. Αὐτή ἔραβε, ὕφαινε στόν ἀργαλειό, ἔπλεκε. Μᾶς ἔκανε ἡ ἴδια ὅλα τά ἐνδύματά μας: Ὑποκάμισα, παλτά, γελέκια, ζακέτες, καθώς καί βελέντζες καί ἄλλα σκεπάσματα γιά τά κρεββάτια μας. Ἐμεγάλωσε ὀκτώ παιδιά, ἕξι κορίτσια καί δύο ἀγόρια καί μᾶς ἀνέθρεψε ὅλα μέ τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, μέ σεβασμό ἀπέναντι στούς ἀνθρώπους καί μέ τιμή. Δέν λυπόταν νά μᾶς δέρνη κιόλας, ὅταν χαλούσαμε τήν τάξι τοῦ «κοινοβίου» της.

Εὐλάβεια, πίστις, ἐκπλήρωσις τῶν χριστιανικῶν μας παραδοσιακῶν καθηκόντων μᾶς εἶχαν γίνει φυσική συνήθεια. Ἐπήγαζαν μέσα ἀπό τήν ὕπαρξί της. Ὁμοίως ἡ ἀγάπη της γιά τόν Θεό, ἡ καλωσύνη, ἡ μετριοφροσύνη της…

Κάποτε, ὅταν εὑρέθηκα στό καταφύγιο τῆς πόλεως Μπροστένι, ἐπῆγα μία ἐπίσκεψι καί νά μείνω τό Ἅγιο Πάσχα στό σπίτι μας, καί θυμήθηκα τίς χριστιανικές μας συνήθειες τίς ὁποῖες δέν εἶδα πάλι ἀπό τήν παιδική μου ἡλικία. Ἠμπόρεσα νά συνομιλήσω μαζί της καί κατάλαβα τότε πόσο βαθειά ἦτο ἡ χριστιανική της ζωή.

Τήν Μεγάλη Πέμπτη ἀναχώρησε τό πρωΐ ἀπό τό σπίτι, καί ὅταν ἐπέστρεψε καί τήν ἐρώτησα, ἔμαθα μέ μεγάλη μου ἔκπληξι ὅτι εἶχε πάει σέ μιά ἀσθενῆ γειτόνισσα νά τῆς κάνη ἕνα δῶρο, νά τῆς πλύνη τά πόδια εἰς ἀνάμνησιν τῆς ταπεινώσεως τοῦ Ἰησοῦ μας πρό τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου. «Ὁ Κύριος νά πλύνη τά πόδια τῶν Μαθητῶν Του κι ἐγώ νά μή κάνω τίποτε γι᾿ Αὐτόν; μοῦ ἀπήντησε. Ἔκαμα κι ἐγώ κάτι παρόμοιο. Ἔπλυνα τά πόδια τῆς Μαρίας τοῦ Γαβριήλ, ἡ ὁποία εἶναι ἄρρωστη στό κρεββάτι καί τῆς ἐφόρεσα ἕνα ζευγάρι κάλτσες ἀπό τίς δικές μας καινούργιες».

Τήν Μεγάλη Παρασκευή ἦτο ὅλη τήν ἡμέρα μέ τά μάτια της δακρυσμένα. «ὅταν σκέπτωμαι, μοῦ ἔλεγε, πόσα ὑπέφερε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός γιά ἐμᾶς, μοῦ ἔρχεται νά κλαίω καί νά στενάζω ἀπό πόνο».

Τό Μέγα Σάββατο, ὅταν ἐμεῖς ἐθαυμάζαμε τά τσουρέκια καί τά κουλούρια πού μᾶς παρεσκεύαζε γιά τό Πάσχα, αὐτή μᾶς ἔλεγε: «Τά ἔκαμα τόσο ὡραῖα ὄχι γιά νά τά εὐχαριστηθῆτε τρώγοντάς τα, διότι δέν μοῦ ἔρχεται οὔτε νά τὰ ἀγγίξω, ἀλλά τά ἔκανα ἔτσι πρῶτα γιά τήν δόξα τοῦ Κυρίου μας, πού αὔριο ἀνασταίνεται».

Ἱερομόναχος Πετρώνιος Τανάσε

Μετάφρασις–Ἐπιμέλεια ὑπό Ἀδελφῶν Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὅρους Ἄθω

Σάββατο 16 Μαρτίου 2024

 


Τί εἶναι ἡ πατρίδα μας

Τί εἶναι ἡ πατρίδα μας; Μὴν εἶν᾿ οἱ κάμποι;

Μὴν εἶναι τ᾿ ἄσπαρτα ψηλὰ βουνά;

Μὴν εἶναι ὁ ἥλιος της, ποὺ χρυσολάμπει;

Μὴν εἶναι τ᾿ ἄστρα της τὰ φωτεινά;

Μὴν εἶναι κάθε της ρηχὸ ἀκρογιάλι

καὶ κάθε χώρα της μὲ τὰ χωριά;

κάθε νησάκι της ποὺ ἀχνὰ προβάλλει,

κάθε της θάλασσα, κάθε στεριά;

Μὴν εἶναι τάχατε τὰ ἐρειπωμένα

ἀρχαῖα μνημεῖα της χρυσὴ στολή,

ποὺ ἡ τέχνη ἐφόρεσε καὶ τὸ καθένα

μιὰ δόξα ἀθάνατη ἀντιλαλεῖ;

Ὅλα πατρίδα μας! Κι αὐτὰ κι ἐκεῖνα,

καὶ κάτι πού ῾χουμε μὲς τὴν καρδιὰ

καὶ λάμπει ἀθώρητο σὰν ἥλιου ἀχτίνα

καὶ κράζει μέσα μας: Ἐμπρὸς παιδιά!

Ἰωάννης Πολέμης

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2024



Ἄλλος τύπος
Ἦτο πρῴην ἐμποροπλοίαρχος, εἶχε ναυαγήσει δύο φορὰς εἰς τὴν Μεσόγειον, εἶχεν ὑποφέρει δεινῶς εἰς τὸν Ὠκεανόν, καὶ μίαν φορὰν εἶχε ξεπαγιάσει εἰς τὸν Εὔξεινον. Τώρα ἦτο πτωχὸς καὶ παρηγκωνισμένος. Ἔλεγεν ὅτι συγγενεύει μὲ ὀνόματα καὶ οἰκογενείας ἱστορικὰς εἰς τὸν τόπον τῆς γεννήσεώς του. Μίαν φορὰν εἶχε διατελέσει ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος εἰς Ἀθήνας.
Εἰς τὸν Πειραιᾶ, περὶ τὰ 189… μὴ ἔχων ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ, ἐκοιμᾶτο μέσα εἰς ἓν καφενεῖον, ἐκεῖθεν τοῦ Τελωνείου, δυτικομεσημβρινῶς τοῦ Ἁγ. Νικολάου, καὶ ἐξοικονόμει τὰ πρὸς τὸ ζῆν διδάσκων ναυτικὰ τοὺς ὑποψηφίους, ὅσοι ἡτοιμάζοντο νὰ ὑποστῶσιν ἐξετάσεις ὅπως λάβωσι δίπλωμα.
Τοὺς ἐμάνθανε πῶς νὰ «παίρνουν θεωρία», πῶς νὰ εὑρίσκουν τὸ βόρειον πλάτος καὶ τὸ ἀνατολικὸν μῆκος, καὶ πῶς νὰ ἐφελκύουν τὰς ψήφους τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ ἴδιος δὲν ἔλειπε νὰ ἐπισκέπτεται τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἀνερχόμενος πεζὸς εἰς τὰς Ἀθήνας· ἔλεγεν ὅτι εἶχε γράψει σύγγραμμα περὶ ναυτικῆς πολὺ ἀξιόλογον, ἐμπεριέχον μάλιστα σπουδαίας ἀνακαλύψεις. Δυστυχῶς δὲν εἶχε τὰ μέσα νὰ τὸ τυπώσῃ.
Εἰς τὰς Ἀθήνας, ὅταν ἤρχετο, ἐσύχναζε καὶ εἰς ἄλλα μέρη. Ἦτο εὐλαβής πολύ, καὶ δὲν ἔλειπεν ἀπὸ τοὺς ναούς. Ἐπήγαινε συχνὰ εἰς ἕνα ναΐσκον ὅπου, κατὰ τὰς ἑορτάς, ἐγίνοντο θρησκευτικαὶ παννυχίδες. Ἐθύμωνεν ἂν ἡ λειτουργία ἐτελείωνε γρήγορα. Ἤθελε νὰ ἔλθῃ ἴσα-ἴσα μὲ τὴν ἡμέραν διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ πεζὸς καὶ πάλιν εἰς τὸν Πειραιᾶ. Ἐπέπληττε τοὺς ψάλτας, τὸν τυπικάρην, καὶ αὐτὸν τὸν λειτουργὸν ἱερέα.
― Ἑσπερίδες κάνετ᾽ ἐδῶ; ἔλεγε.
Ἐπρότεινεν ὡς ἐπιχείρημα: «Οἱ γυναῖκες πῶς θὰ πᾶνε στὰ σπίτια τους νύχτα;» Εἶναι ἀληθὲς ὅτι πολλαὶ ἀπ᾽ αὐτὰς τὰς γραίας τὰς εὐλαβεῖς, ὅσαι ἐσύχναζον εἰς τὴν ἀγρυπνίαν, τὸν παρεκάλουν νὰ τὰς συνοδεύσῃ ἕως τὴν οἰκίαν των.
― Μπαρμπα-Μᾶρκο! δὲν ἔρχεσαι νὰ πᾶμε μαζὶ ὣς τὸ σπίτι;
Καὶ τότε ὁ μπαρμπα-Μᾶρκος προθύμως συνώδευεν ἕνα κοπάδι, ἐπειδὴ πολλαὶ ἐξ αὐτῶν συνέβαινε νὰ εἶναι γειτόνισσαι ἀπὸ τὴν αὐτὴν συνοικίαν, καὶ γνώριμοι πρὸς ἀλλήλας.
Ἦτον παραπάνω ἀπὸ ἑξῆντα χρόνων, ἀλλὰ τοῦ ἐβαστοῦσαν τὰ κότσια, μ᾽ ὅλον τὸ ξεπάγιασμα τοῦ Δουνάβεως καὶ τὴν κακοπάθειαν τοῦ ὑπερωκεανείου πλοῦ. Ἦτο κοντός, κυρτὸς καὶ μονόπλευρος, κ᾽ ἐπήγαινεν ὡς βάρκα ταχύπλους εἰς τὸν δρόμον. Ὅλην τὴν νύκτα, εἰς τὸν ναΐσκον, δὲν ἐκάθητο εἰς τὸ στασίδιον, ἀλλ᾽ ἵστατο ὄρθιος ὡς ναύτης. Ὅταν νεώτερός τις ἐξέφραζε θαυμασμὸν ἐπὶ τούτῳ, αὐτὸς ἀπήντα:
―Ἄχ! ὅταν ἔχῃ ταξιδέψει κανεὶς στὸν Ὠκεανόν!… Τί εἶναι νὰ στέκεται κανεὶς ζεστός, χωρὶς κίνδυνον, χωρὶς ἔννοια, μὲς στὸ στασίδι;… Καὶ ποῦ νὰ βρίσκεσαι σὲ μιὰ σκάφη μεσάνυχτα, νὰ σὲ χορεύ᾽ ἡ θάλασσα, νὰ σὲ δέρν᾽ ἡ μπόρα, νὰ στάζῃς ἅρμη κ᾽ ἵδρωτα κι ἀφρό, καὶ νά ᾽χῃς τὴν ψυχὴ στὰ δόντια!… Ἐκεῖ σὲ θέλω… Ἄχ! εἶδα τὸν Ἁι-Νικόλα…
Ἄρχιζε νὰ διηγῆται τὸ θαῦμα, τὸ ὁποῖον τοῦ εἶχε συμβῆ ποτε, ἀλλὰ συνήθως τὴν διέκοπτε… Διηγήθη ποτὲ ὅτι εἶχεν ἰδεῖ μεσάνυκτα τὸν Ἁι-Νικόλα νὰ κρατῇ τὸ τιμόνι ἐν ὥρᾳ τρικυμίας εἰς τὸ πέλαγος…
― Γιὰ νὰ μὴ μὲ λένε ἀγύρτη, δὲν τὸ λέγω, εἶπε.
Καὶ πλέον δὲν τὸ διηγήθη ἄλλην φοράν.
Ἔκαμνε τὸν προεστὸν εἰς τὰς συνάξεις τοῦ μικροῦ ναΐσκου, ἔλεγε τὸν Ἑξάψαλμον, τὸ Ἐλέησόν με ὁ Θεός, τὸ Πιστεύω κτλ. Ἀπήγγελλε ἀργά, μὲ μετρίαν ἔμφασιν, μὲ φαινομένην κατάνυξιν καὶ συντριβήν. Ἀπεῖχεν ὅμως πολὺ τοῦ γνησίου, τοῦ ἁπλοῦ καὶ ἀπερίττου ἐκκλησιαστικοῦ ὕφους ―ὕφους ἀρχαιοπρεποῦς καὶ ἐνθυμίζοντος τὴν ἀρχαίαν ἑλληνικὴν ἁπλότητα― ὁποῖον μόνον εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος καλλιεργεῖται. Διὰ τοῦτο ἤρεσκεν εἰς τοὺς πολλοὺς καὶ ὄχι εἰς τοὺς ὀλίγους.
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2024



Ἄσημον
Νά τες τώρα ποὺ σιγὰ σιγὰ

Ἐπιστρέφουν οἱ στεριές. Ὑπόσταση λαβαίνουν οἱ ἄνθρωποι

Στὴν παλιά του θέση ξαναρχινάει ν' ἀναβοσβήνει ὁ φάρος

Καὶ τὸ σπίτι τὸ κόκκινο ἀργοπορεμένο

Στ' ἀνοιχτά τοῦ κάβου στέκει ἀρόδο μ' ἀναμμένα φῶτα

Μασουλᾶνε χόρτο σκοτεινὸ τὰ περιβόλια

Καὶ θολὴ θωρεῖς μὲς στοὺς αἰθέρες νὰ

Κατεβαίνει μ' ἕνα δίσκο φρέζιες τρέμουσες

Ἡ γυναίκα ποὺ τὴ λὲν Γαλήνη.
Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Τρίτη 12 Μαρτίου 2024



Πολὺ κεφάτοι
Ἡ εὐθυμία ποὺ δείχνουν οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι εἶναι διανοητικὰ ἐπιτηδευμένη. Ἔχουν πεισθεῖ οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν ψυχολογικὴ προπαγάνδα ὅτι χαρὰ εἶναι ἡ ἐπιδερμικὴ ἡδονή, ἡ ἱκανοποίηση τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν καί, ὅταν βρίσκονται αὐτὲς οἱ προϋποθέσεις, «πείθονται» ὅτι εἶναι εὐτυχισμένοι, χαρούμενοι. Κι ἐπειδὴ ἔχουν ἀσυνείδητα τὴν εἰδοποίηση τῆς ἀνεπάρκειας αὐτῆς τῆς εὐτυχίας, βάζουν ἔνταση μεγάλη γιὰ νὰ καλύψουν τὸ αἴσθημα αὐτὸ καὶ τότε φαίνονται πολὺ ψυχαγωγούμενοι, πολὺ κεφάτοι.
Αὐτὰ βέβαια μᾶς τὰ δείχνει ἡ παρατήρηση, ἀλλὰ ἔχομε καὶ πολλοὺς τρόπους νὰ τὴν ἐπιβεβαιώσομε αὐτὴ τὴν παρατήρηση. Ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος στὴ μεγάλη πλειοψηφία βρίσκεται σὲ διαρκῆ ἀγανάκτηση γιὰ τὰ ἐμπόδια τῆς εὐτυχίας του καὶ γιὰ τοὺς ἐχθρούς του. Βλέπομε νὰ φτάνουν οἱ ἄνθρωποι στὰ δικαστήρια καὶ νὰ δικάζονται γιὰ διάφορες ἀδικίες μικρὲς καὶ μεγάλες, σὲ ποσοστὰ πολὺ μεγαλύτερα ἀπὸ παλαιότερες ἐποχές. Αὐτὴ ἡ ἀνικανότητα συνδιαλλαγῆς εἶναι μία ἀπὸ τὶς ἐνδείξεις τῆς πλήξης, ποὺ κυριαρχεῖ στὰ συναισθήματα τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συμβιβαστεῖ μὲ τίποτε καὶ μὲ κανένα. Βλέπομε ὅτι ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος δὲν ἀναπαύεται μὲ καμμιὰ εὐχαρίστηση καὶ πολὺ γρήγορα χάνει τὴν εὐχαρίστησή του καὶ ζητάει ἀλλαγές. Ἀκόμα καὶ στὸ γάμο χάνει πολὺ σύντομα τὴν εὐχαρίστησή του ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ/τῆς συζύγου κι ἔτσι ἔχομε τὰ πολλὰ διαζύγια, τὶς διαστάσεις, τοὺς οἰκογενειακοὺς καυγάδες, εἰδικὰ τὶς συγκρούσεις καὶ τοὺς διαπληκτισμοὺς μὲ τὰ κληρονομικά. Σχεδὸν κανεὶς δὲν θυσιάζει τὸ παραμικρό, γιὰ νὰ διατηρήσει τὴ γλυκιὰ σχέση μὲ τ’ ἀδέρφια του.
Μπορεῖτε νὰ φαντασθεῖτε τὸ πρόσωπο ἑνὸς τέτοιου ἀνθρώπου γελαστό; Προτιμάει τὴν πίκρα καὶ τὸ μίσος ἀκόμη προκειμένου νὰ κερδίσει ἕνα μικρὸ κομματάκι ἀμφισβητούμενης γῆς. Καὶ ἡ πλήξη ὕστερα μονιμοποιεῖται στὴν ψυχή του. Βλέπετε, ὅλη ἡ παγκόσμια ἱστορία κυριαρχεῖται ἀπὸ τὴν ἰδέα τῆς δικαιοσύνης· ὅλη ἡ θεολογία τῶν πρὸ Χριστοῦ λαῶν, καὶ τοῦ Ἰσραὴλ ἀκόμα, καὶ ὅλη ἡ θεολογία, ἡ ψυχολογία καὶ ἡ κοινωνιολογία μαζὶ μὲ τὴν πολιτικὴ τῶν χωρὶς Χριστὸ λαῶν καὶ ἀτόμων ρυθμίζεται ἀπὸ τὴν δικαιοσύνη. Ὅλοι τὴν ἐπικαλοῦνται, ὅσο κι ἂν ὅλοι δυστυχοῦν ἀπ’ αὐτήν, νικητὲς καὶ νικημένοι. Ἄλλο βέβαια πράγμα ἡ ἐπιβολὴ τῆς δικαιοσύνης καὶ ἄλλο ἡ ταπεινὴ ἀποδοχή της. Ὅποιος ἀποδέχεται τὴ δικαιοσύνη μὲ ὑπομονὴ κι εὐχαριστία, ἔστω κι ἂν εἶναι σὲ βάρος του, αὐτὸς βγαίνει ἀπ’ τὰ πλαίσια τῆς δικαιοσύνης, εἶναι ἴσος μ’ αὐτόν, ποὺ παραιτεῖται ἀπὸ τὴν δικαιοσύνη.
Κωνσταντῖνος Γανωτὴς

Σάββατο 9 Μαρτίου 2024



Τὸ πανηγύρι τῆς Ἁγίας Μονῆς
Ἐγὼ ἤξευρα τὸν τόπον καὶ ἔφυγα ἀπὸ ἄλλο μέρος, καὶ ἐπῆγα εἰς τὴν Μικρὴν Καστάνιτσα διὰ νὰ εὕρω τὸν Βασίλη μὲ τὸν ὁποῖον εἶχα συμφωνήσει νὰ φύγουμε. Ἀπὸ ἐκεῖ ἐτραβήξαμεν εἰς τὰ χωριὰ τοῦ Πασαβᾶ, εἰς ἑνὸς ἀδελφοποιτοῦ μου τὸ σπίτι. Ἐκεῖ μᾶς ἐβάσταξε 2 ἡμέρας. Τὸν ἐστείλαμε καὶ ἐπῆγε νὰ εὕρει τοῦ Τζανετάκη τὴν μάνα, ἡ ὁποία ἦτον θυγατέρα τοῦ Παναγιώταρου. Τῆς εἴπαμεν, νὰ ὑπάγει ἡ ἴδια νὰ εὕρει καΐκια εἰς τὸ Μαραθονήσι διὰ νὰ βαρκαρισθοῦμε διὰ Τζηρίγο. Εἰς τρεῖς ἡμέρας ἐπήγαμεν μαζὶ μὲ τὴν Μαρία, μάνα τοῦ Τζανετάκη, καὶ ἐβαρκαριστήκαμε ἀνάμεσα Μαυροβούνι καὶ Μαραθονήσι. Μόλις ἐκάμαμε πανιά, καὶ ἐφύσηξε ἕνας βοριάς, ὁποὺ δὲν μᾶς ἄφησε νὰ προχωρήσομε· ἦτον ξημερώνοντας τῶν Βαΐων. Ἐπιάσαμε εἰς τὴν Ξυλήν, ἐκάμαμε πάλι πανιά, καὶ μᾶς ἐμπόδισε ὁ ἐνάντιος ἄνεμος, καὶ ἀράξαμεν εἰς τὸ Ἐλαφονήσι. Ἐπήγαμε, τέλος πάντων, εἰς τὸ Τζηρίγο μὲ μιὰ μεγάλη φουρτούνα καὶ ἀράξαμε εἰς ἕνα χωριό, Ποταμὸ λεγόμενον. Ἐκεῖ εὑρήκαμεν ἕναν ἀπὸ τοὺς Γιατρακαίους, καὶ μᾶς εἶπε ὅτι δὲν κάμνει νὰ φανερωθῆτε μέσα εἰς τὴν χώραν ὡς Κολοκοτρώνης. Ἐπήγαμεν εἰς τὸν διοικητὴν τοῦ Τζηρίγου, Ἀρβανιτάκην λεγόμενον. Ἕνα παιδὶ μᾶς ἐγνώρισε ἀπὸ τὸν Πύργο, καὶ ἐκαθήσαμε ἐκεῖ· τὴν Μεγάλην Πέμπτην ἐφθάσαμεν. Ὁ Πρύτανης μᾶς ἐμάλωσε, διατὶ εἴμεθα ἀρματωμένοι. Ἐπῆγα εἰς τὸν κομαντάτε τὸν Ρῶσο, τοῦ ἐδιηγήθηκα μὲ τὴν ἀλήθεια ποῖοι εἴμεθα, πὼς ἐκαταντήσαμεν, καὶ ἔτζι διέταξε νὰ μᾶς περιποιηθοῦν καὶ νὰ μᾶς δώσουν ἀπ᾿ ὅλα.
Μιὰ φορὰ ἐπῆγα εἰς τὸ πανηγύρι τῆς Ἁγίας Μονῆς. Αὐτὸ τὸ μοναστήρι ἦτον μεγάλο καὶ ἐχαλάσθη εἰς τὴν πρώτην Τουρκιά. Ὅταν ἀπέρασα, ἦτον μία μάνδρα χαλασμένη καὶ σκεπασμένη ἐκκλησιὰ μὲ κλάδους δένδρων. Τότε ἔταξα ὅτι: «Παναγία μου, βοήθησέ μας νὰ ἐλευθερώσωμεν τὴν Πατρίδα μας ἀπὸ τὸν Τύραννο καὶ θὰ σὲ φκιάσω καθὼς ἤσουν πρῶτα» (1803). Μὲ ἐβοήθησε, καὶ εἰς τὸν δεύτερον χρόνον τῆς ἐπαναστάσεώς μας ἐπλήρωσα τὸ τάμα μου καὶ τὴν ἔφκιασα. Αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ζωῆς ὁποὺ ἐκάμναμε μᾶς βοήθησε πολὺ εἰς τὴν ἐπανάσταση, διότι ἠξεύραμεν τὰ κατατόπια, τοὺς δρόμους, τὰς θέσεις, τοὺς ἀνθρώπους. Ἐσυνηθίσαμεν νὰ καταφρονοῦμεν τοὺς Τούρκους, νὰ ὑποφέρομεν τὴν πείναν, τὴν δίψαν, τὴν κακοπάθειαν, τὴν λέρα, καὶ καθεξῆς.
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2024



Ὑπὸ τὴν βασιλικὴν δρῦν
Ὅλην τὴν νύκτα, κοιμώμενος καὶ ἀγρυπνῶν, ὠνειρευόμην τὴν δρῦν, τὴν θεσπεσίαν καὶ ὑψηλήν… Τὴν πρωίαν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, καθὼς εἶχεν εὐωδιάσει ὁ ναΐσκος ἀπὸ δάφνας καὶ λιβανωτίδας, καὶ εἶχε κρουσθῆ τρελὰ ἀπὸ παιδικὰς χεῖρας ὁ μικρὸς κώδων ὁ ὑπεράνω τοῦ γείσου τῆς στέγης τῆς πλακοσκεποῦς, χαιρετίζων τὸ «Ἀνάστα ὁ Θεός», τὸ ὁποῖον ἔψαλλεν ὁ παπὰς ραίνων τοὺς πιστοὺς μὲ πέταλα ρόδων καὶ ἴων… εἶτα, πρὶν ἀπολύσῃ ἡ λειτουργία, ἐγὼ ἔγινα ἄφαντος.
Διὰ πλαγίου, κρυφοῦ δρομίσκου τὸν ὁποῖον εἶχον ἀνακαλύψει τὴν προτεραίαν, ἤρχισα νὰ ἀνέρχωμαι τὴν ράχιν τοῦ βουνοῦ… διευθυνόμενος πρὸς τὸ μέρος ὅπου εὑρίσκετο ἡ βασιλικὴ δρῦς. Ἐπίστευον ὅτι ἐγνώριζα καλὰ τὸν δρόμον.
Ἦτον ὅλη ἡ ὁδὸς ἀνωφερής, κ᾽ ἐγὼ ἔτρεχον, ἔτρεχον διὰ νὰ φθάσω ταχέως, ν᾽ ἀσπασθῶ τὴν ἐρωμένην μου ―ἐπειδὴ ἡ δρῦς ὑπῆρξεν ἡ πρώτη παιδική μου ἐρωμένη― καὶ ταχέως πάλιν νὰ ἐπιστρέψω, φανταζόμενος ὅτι ἡ ἀπουσία μου τότε δὲν θὰ παρετηρεῖτο, καὶ δὲν θὰ εἶχον ν᾽ ἀκούσω ἐπιπλήξεις ἀπὸ τοὺς οἰκείους.
Πρὸ ἐμοῦ εἶχον ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸ ποιμενικὸν σκήνωμα ὀλίγοι ἐκ τῆς τάξεως τῶν βοσκῶν, ἀπερχόμενοι εἰς τὴν πολίχνην, διὰ νὰ κομίσωσιν ἀρνία καὶ τυρίον εἰς τοὺς κολλήγας, ἀποφέρωσι δὲ ἄλλα ὀψώνια ἐκ τῆς πόλεως. Οὗτοι θὰ ἐπέστρεφον πρὸς ἑσπέραν, καὶ δὲν ἦτο πιθανὸν νὰ συναντήσω τινὰς καθ᾽ ὁδόν. Πλὴν παρ᾽ ἐλπίδα εἶδον μακρόθεν ἄλλους ἐρχομένους πρὸς τὰ ἐδῶ, ἐν συνοδίᾳ γυναικῶν καὶ παίδων καὶ ὑποζυγίων· οὗτοι ἤρχοντο ἐκ τῆς πόλεως διὰ νὰ συνεορτάσωσιν ἐν τῇ ἐξοχῇ πλησίον τῶν συγγενῶν των, τῶν βοσκῶν.
Πάραυτα ἐξετράπην τῆς ὁδοῦ, κ᾽ ἔσπευσα νὰ κρυβῶ ὄπισθεν πυκνῶν θάμνων. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἂν μὲ συνήντων, μεμονωμένον, μακρὰν τῶν γονέων μου, πορευόμενον ἄγνωστον ποῦ, θὰ ἐπαραξενεύοντο, καὶ ἂν δὲν μ᾽ ἔπειθον νὰ κατέλθω μετ᾽ αὐτῶν εὐθὺς ὀπίσω, ἐξ ἅπαντος θὰ μὲ κατήγγελλον εἰς τοὺς γονεῖς μου, τοὺς ὁποίους θὰ εὕρισκον κάτω εἰς τὸ Μέγα Μανδρί. Ἤμην ἕνδεκα ἐτῶν παιδίον.
Ἐκεῖνοι ταχέως ἀντιπαρῆλθον, κ᾽ ἐγὼ ἀνέλαβα τὸν δρόμον μου, ἀλλὰ μετ᾽ ὀλίγον τὸν ἔχασα. Εἰς ἓν σταυροδρόμιον ὅπου ἔφθασα, ἐπῆρα τὸν δρόμον ἀριστερά, τὸν ὑψηλότερον, καὶ ἀσθμαίνων ἔφθασα εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ. Πλὴν ἡ μεγάλη δρῦς ὑπῆρξεν εὐεργέτις μου καὶ κηδεμών μου. Αὕτη μ᾽ ἐξήγαγεν ἐκ τῆς ἀπάτης, ἐφαίνετο δὲ ὡς νὰ μοὶ ἔνευε μακρόθεν, καὶ μὲ ὡδήγει νὰ ἔλθω πλησίον της.
Καθὼς τὴν εἶδα χαμηλότερα, δεξιόθεν, ἀρκετὰ μακράν, ἄφησα τὸν δρομίσκον εἰς τὸν ὁποῖον ἔτρεχα, καὶ στραφεὶς πρὸς δυσμὰς ἤρχισα νὰ κατέρχωμαι, μέσῳ τῶν ἀγρῶν, ὑπερπηδῶν αἱμασιάς, χάνδακας, φραγμοὺς θάμνων καὶ βάτων, σχίζων τὰς σάρκας μου, αἱμάσσων χεῖρας καὶ πόδας… Τέλος ἔφθασα πλησίον τῆς ποθητῆς νύμφης τῶν δασῶν.
Ἤμην κατάκοπος, κάθιδρος καὶ πνευστιῶν. Ἅμα ἔφθασα, ἐρρίφθην ἐπὶ τῆς χλόης, ἐκυλίσθην ἐπάνω εἰς παπαροῦνες καὶ χαμολούλουδα. Ἀλλ᾽ ὅμως ᾐσθανόμην κρυφὴν εὐτυχίαν, ὀνειρώδη ἀπόλαυσιν. Ἐρρέμβαζον ἀναβλέπων εἰς τοὺς κλῶνάς της τοὺς κραταιούς, καὶ ἠνοιγόκλειον ἡδυπαθῶς τὰ χείλη εἰς τὴν πνοὴν τῆς αὔρας της, εἰς τὸν θροῦν τῶν φύλλων της. Ἑκατοντάδες πουλιῶν ἀνεπαύοντο εἰς τοὺς κλῶνάς της, ἔμελπον τρελὰ τραγούδια… Δρόσος, ἄρωμα καὶ χαρμονὴ ἐθώπευον τὴν ψυχήν μου…
Ἤμην ἀποσταμένος, καὶ δὲν εἶχον κοιμηθῆ καλὰ τὴν νύκτα. Ὁ ὕπνος μοῦ ἔλειπεν. Εἰς τὴν σκιὰν τοῦ πελωρίου δένδρου, ἐν μέσῳ τῶν μηκώνων του τῶν κατακοκκίνων, ὁ Μορφεὺς ἦλθε καὶ μ᾽ ἐβαυκάλησε, καὶ μοὶ ἔδειξεν εἰκόνας, ὡς εἰς περίεργον παιδίον.
Μοῦ ἐφάνη ὅτι τὸ δένδρον ―ἔσωζον καθ᾽ ὕπνον τὴν ἔννοιαν τοῦ δένδρου― μικρὸν κατὰ μικρὸν μετέβαλλεν ὄψιν, εἶδος καὶ μορφήν. Εἰς μίαν στιγμὴν ἡ ρίζα του μοῦ ἐφάνη ὡς δύο ὡραῖαι εὔτορνοι κνῆμαι, κολλημέναι ἡ μία ἐπάνω εἰς τὴν ἄλλην, εἶτα κατ᾽ ὀλίγον ἐξεκόλλησαν κ᾽ ἐχωρίσθησαν εἰς δύο· ὁ κορμὸς μοῦ ἐφάνη ὅτι διεπλάσσετο καὶ ἐμορφοῦτο εἰς ὀσφύν, εἰς κοιλίαν καὶ στέρνον, μὲ δύο κόλπους γλαφυρούς, προέχοντας· οἱ δύο παμμέγιστοι κλάδοι μοῦ ἐφάνησαν ὡς δύο βραχίονες, χεῖρες ὀρεγόμεναι εἰς τὸ ἄπειρον, εἶτα κατερχόμεναι συγκαταβατικῶς πρὸς τὴν γῆν, ἐφ᾽ ἧς ἐγὼ ἐκείμην· καὶ τὸ βαθύφαιον, ἀειθαλὲς φύλλωμα μοῦ ἐφάνη ὡς κόμη πλουσία κόρης, ἀναδεδημένη πρὸς τ᾽ ἄνω, εἶτα λυομένη, κυματίζουσα, χαλαρουμένη πρὸς τὰ κάτω.
Τὸ πόρισμά μου, τὸ ἐν ὀνείρῳ ἐξαχθέν, καὶ εἰς λῆρον ἐν εἴδει συλλογισμοῦ διατυπωθέν, ὑπῆρξε τοῦτο: «Ἄ! δὲν εἶναι δένδρον, εἶναι κόρη· καὶ τὰ δένδρα, ὅσα βλέπομεν, εἶναι γυναῖκες!»
Ὅταν μετ᾽ ὀλίγον ἐξύπνησα, ὡς συνέχειαν τοῦ ὀνείρου ἔσχον ἐν νῷ τὴν ἀνάμνησιν τῆς ἱστορίας τοῦ τυφλοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ Χριστὸς ἐθεράπευσε, καθὼς εἶχον ἀκούσει τὸν διδάσκαλόν μας εἰς τὴν Ἱερὰν Ἱστορίαν: «Καταρχὰς μὲν εἶδε τοὺς ἀνθρώπους ὡς δένδρα· δεύτερον δὲ τοὺς εἶδε καθαρά…»
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2024



Ἀπὸ αὐτοὺς ὑπάρχει ἡ πατρίδα, ἀπὸ τοὺς ἀγωνιστὰς
Σηκωθήκαμεν πήγαμεν εἰς τὸν Ἁγιντέκ, ὁποῦ τὸν ἔστειλε νὰ πάγω. Πηγαίνοντας ἐκεῖ, μοῦ λέγει· «Σὲ ὁρκίζω εἰς τ᾿ ὄνομα τῆς πατρίδος σου καὶ τοῦ Βασιλέως, τὸν κατάλογον ὁποῦ θὰ σοῦ δείξω νὰ μοῦ εἰπῆς τὴν ἀλήθεια, σὲ ποιὰ εἶναι δίκιος καὶ σὲ ποιὰ εἶναι ἄδικος, διὰ νὰ τοὺς βαθμολογήσωμεν, νὰ μὴν γένουν παράπονα. Ὅτι τῆς Ἀντιβασιλείας τῆς εἶπα τὰ ὅσα μοῦ εἶπες καὶ σὲ παίνεψαν εἰς τὸν πατριωτισμόν σου· ὅτι κι᾿ ὄντως εἶσαι ἐκεῖνος ὁποῦ σὲ γνώριζα. – Τοῦ λέγω, ὅταν σᾶς ἀπατήσω νὰ δώσω λόγον εἰς τὸν Θεόν». Ἐκεῖνοι διάβαζαν κ᾿ ἐγὼ τοὺς ἔλεγα. Τοῦ εἶπα πρῶτα· «Ἐγὼ δὲν θέλω βαθμό· δούλεψα τὴν πατρίδα μου ὅσο ποὺ κόλλησα εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ μὲ κίντυνους καὶ μὲ πληγὲς καὶ μὲ θυσίες. Τὸν πέταξα καὶ μπῆκα εἰς τὸ ταχτικὸν ἁπλὸς στρατιώτης διὰ νὰ πάγη ὀμπρός. Αὐτό σοῦ εἶναι γνωστὸ ἀπὸ τὸν Φαβγὲ κι᾿ ἄλλους καὶ εἶναι καὶ ἡ ἀναφορά μου εἰς τὰ πραχτικὰ τῆς Κυβέρνησης καὶ οἱ ῾φημερίδες τὸ λένε. – Μοῦ λέγει, τὸ ξέρω. – Καὶ εἰς τὴν ἡμέρα τοῦ Βασιλέως μου πάλε κάνω τὸ ἴδιον. – Λέγει, ὁ Βασιλέας δὲν θέλει νὰ τὸν δουλέψουν οἱ ἀξιωματικοὶ ὡς ἁπλοὶ στρατιῶτες. Ὁ βαθμὸς ὁποῦ θὰ δώσῃ εἰς τοὺς Ἕλληνες ὁ πρῶτος εἶναι τοῦ ταματάρχη καὶ δὲν εἶναι ἄλλος βαθμὸς ἀνώτερος. – Μ᾿ ὅρκισες εἰς τὸ ὄνομα τῆς πατρίδας μου καὶ τοῦ Βασιλέως μου νὰ σοῦ εἰπῶ τί γνωρίζω καὶ θὰ σοῦ τὸ εἰπῶ ἐλεύτερα καὶ μὲ σέβας· καὶ εἰς τὴν ἀλήθειά μου καὶ τὸν θάνατον τὸν δέχομαι, ὅτι, σοῦ εἶναι γνωστόν, πολλὲς βολὲς πλησίασα εἰς αὐτὸν καὶ δὲν μὲ πῆρε· καὶ τὸν καταφρονῶ εἰς τὸ ἑξῆς καὶ πεθαίνω εἰς τὴν ἀλήθειά μου. Αὐτοὺς τοὺς βαθμοὺς ὁποῦ μοῦ λές, γκενεράλη μου, εἶναι ἀδικία εἰς τοὺς ἀγωνιστᾶς, ὅτι ἐτοῦτος ὁ τόπος, ὁποῦ ῾ρθε ὁ Βασιλέας νὰ βασιλέψη καὶ τοῦ λόγου σας Ἀντιβασιλεῖς, ἦταν σκλαβωμένος τόσα χρόνια ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ εἶχε γένη ρουμάνι, βάλτος, ἀγκαθιά, κι᾿ αὐτεῖνοι οἱ ἀγωνισταὶ τὸν δούλεψαν μὲ τὸ ψωμί τους, μὲ τὸ τζαρούχι τους, μὲ τὸ ντουφέκι τους, μὲ τὸ φουσέκι τους· γιόμωσαν, ἐπότισαν τὴν γῆς αἷμα, τὴν Τουρκιὰ καὶ σκλάβους τούρκεμα τοὺς Χριστιανούς. Καὶ οἱ σκοτωμένοι ἄφησαν χῆρες γυναῖκες καὶ ἀρφανά· κ᾿ ἐκεῖνοι ὁποῦ ῾ταν νοικοκυραῖγοι ἔγιναν διακονιαραῖγοι, ὅτι θυσιάσαν τὸ δικόν τους εἰς τὰ δεινὰ τῆς πατρίδος, ὅταν κιντύνευε. Ἀπὸ αὐτοὺς ὑπάρχει ἡ πατρίδα, ἀπὸ τοὺς ἀγωνιστάς. Τοὺς ἄλλους, τοὺς διαφταρμένους, τοὺς γνωρίζεις ἡ Ἐξοχότη σου πολὺ καλά. Διὰ νὰ ρουφήξουν τὴν πατρίδα κ᾿ ἐθνικὰ ὅλο συχνοὺς ἐφύλιους πολέμους ἔκαναν καὶ φατρίες· καὶ εἶναι ἄλλος Ἄγγλος, ἄλλος Γάλλος κι᾿ ἄλλος Ροῦσσος. Κι᾿ αὐτὸ δὲν σβένει ἀπὸ αὐτούς. Διὰ νὰ τὸ σβέσετε, διὰ νὰ στερεωθῆ ἡ πατρίδα κι᾿ ὁ Βασιλέας, χρειάζεται δικαιοσύνη νά ῾χετε καὶ ῾λικρίνεια καὶ μ᾿ αὐτὸ κάνετε συντρόφους τῆς πατρίδος ὅλους τοὺς ἀγωνιστάς. Κατὰ τοὺς ἀγῶνες τοῦ κάθε ἑνοῦ νὰ τοῦ δώσετε τὸν βαθμὸν ὁποῦ ἀπόχτησε μὲ τὸ αἷμα του. Κι᾿ ἂν ἔκαμεν κανένας κατάχρησιν, νὰ φκειάσετε μιὰ ῾πιτροπή, νὰ κάμη μίαν προκήρυξη καὶ νὰ λέγη κάθε ἐπαρχία νὰ κάμη μίαν τοπικὴ συνέλεψη καὶ νὰ διορίση τοὺς πλέον καλύτερους τοῦ τόπου, ὁποῦ νὰ ξέρη ποιὸς ἀγωνίστη, ποιὸς σκοτώθη, ποιὸς σκλαβώθη καὶ τί φαμελιὰ ἔχει ὁ καθείς· ποιὸς ἔκανε τὸ ἐμπόριόν του καὶ δὲν ἔλαβε μέρος εἰς τὸν πόλεμον· ποιὸν καπετάνο εἶχε ἡ κάθε ἐπαρχία καὶ τί μιστοὺς ἔχει πλερώση καὶ τί τοῦ πλέρωσε ἡ διοίκηση. Κι᾿ ἀπὸ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τῆς κάθε ἐπαρχίας μὲ τοὺς τοπικοὺς καταλόγους – καὶ νὰ ξέρη καὶ τῆς ἐθνικὲς γὲς – νὰ συναχτοῦν ἀπ᾿ οὖλες της ἐπαρχίες καὶ νὰ τοὺς βάλετε σὲ ἕναν ὅρκον, νὰ τοὺς εἰπῆτε ὅποιος κρύψη αὐτὰ καὶ τὰ ὑποστατικὰ τὰ ἐθνικὰ θὰ παιδεύεται κακά. Κι᾿ αὐτοὺς ὅλους νὰ τοὺς κάμετε μίαν ἐπιτροπὴ καὶ νὰ πάρουν καὶ τὰ πρωτόκολλα τοῦ Κράτους καὶ νὰ βάλουν κ᾿ ἕναν πρόεδρον μὲ συνείδηση καὶ νὰ καθίσουνε νὰ τηράξουνε ποιὸς δούλεψε, ποιὸς τήραγε τὸ ἐμπόριόν του καὶ τώρα ζητεῖ δικαιώματα. Κι᾿ ἀφοῦ ἡ ῾πιτροπή ἰδῆ ὅλα αὐτά, τότε νὰ δικαιώση τοὺς ἀγωνιστᾶς, θαλασσινοὺς καὶ στεργιανούς, πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικούς. Νὰ δώσετε εἰς τοὺς ἁπλοὺς πενήντα στρέμματα γῆς, ὁποῦ ῾ναι μιλλιούνια καὶ κάθεται χέρσα, κι᾿ ἀπὸ πεντακόσια ὡς χίλια γρόσια, ὁποῦ ῾ναι τὸ τάλλαρον εἴκοσι ἕνα καὶ μισὸ γρόσι. Καὶ κατ᾿ ἀναλογίαν νὰ πᾶτε ἀπὸ τὸν ἁπλὸν στρατιώτη ὡς τὸν βαθμὸ τοῦ χιλιάρχου, αὐτὸν τὸν βαθμὸν ὁποῦ γνώρισε κι᾿ ὁ Καποδίστριας. Διὰ τῆς κατάχρησες τῶν ἐθνικῶν πραμάτων, ὁποῦ ἔγιναν καμπόσοι κόντηδες, ὁποῦ ἦταν καντιποτένιοι, νὰ τὰ πάρετε ὀπίσου· ἀφοῦ τοὺς δώσετε βαθμὸν καὶ γῆς καὶ χρήματα, τότε νὰ τοὺς ζητήσετε αὐτά. Κι᾿ ὅ,τι ζητεῖ ἀπὸ τὸ Ἔθνος ὁ κάθε ὁπλαρχηγός, ἀπὸ μιλλιούνι καὶ κάτου, ἀφοῦ τοῦ πλερώνετε τὸ δίκιον του καὶ τοὺς στρατιῶτες καὶ χῆρες τῶν σκοτωμένων κι᾿ ἀρφανᾶ, ἄλλο τίποτας δὲν τοῦ χρωστάγει ἡ πατρίς. Καὶ μ᾿ αὐτὸ πλερώνετε ὅλους τοὺς ἀγωνιστὰς καὶ χῆρες κι᾿ ἀρφανὰ κι᾿ ὅσους θυσιάσαν ἀπὸ αὐτὲς τῆς ῾πηρεσίες· καὶ βάλτε τὸ πολὺ δυὸ τρία ἢ καὶ τέσσερα μιλλιούνια γρόσια νὰ πλερωθοῦν ὅλοι καὶ νὰ λευτερώσετε ἀπὸ τῆς μεγάλες ἀπαίτησες τοῦ κάθε ἑνοῦ τὴν πατρίδα. Κι᾿ ἀφοῦ κάμετε αὐτά, τότε θέλετε στρατέματα; Πέστε τοῦ κάθε ἑνοῦ· «Ὅ,τ᾿ εἴχετε νὰ λάβετε διὰ τοὺς ἀγῶνες σας καὶ θυσίες τὸ λάβετε ἀπὸ τὴν πατρίδα σας ὡς ἀγωνισταί. Τώρα θὰ μπῆτε εἰς τὴν ῾πηρεσία ὡς κοπέλια τῆς πατρίδας· τοῦτα τὰ χρέη θὰ κάνετε, τοῦτον τὸν μιστὸν θὰ παίρνη ὁ καθείς. Ἂν δουλεύη τιμίως, θὰ δοξάζεται· ἀτίμως, τότε οἱ νόμοι θὰ τὸν κρίνουν». Καὶ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ γένουν οἱ Ἕλληνες νοικοκυραῖοι καὶ θὰ πλουτήνη καὶ τὸ ταμεῖον. Καὶ ἡ πατρίδα θὰ φύγῃ ἀπὸ «τὰ δικαιώματά μας», ὁποῦ ζητεῖ ὁ καθένας. Κ᾿ ἐγὼ ἔχω νὰ λάβω διὰ παλιοὺς μιστοὺς πολλὲς χιλιάδες γρόσια – αὔριον φκειάνω τὴν ἀναφορά μου καὶ τὰ προσφέρνω ἐγὼ πρῶτος καὶ δίνω τὸ παράδειγμα».
Ἀκούγοντας αὐτὰ ὅλα ὁ Ἁγιντέκ μοῦ εἶπε· «Εἶναι λαμπρὰ ἡ συνβουλή σου κι᾿ ὁ πατριωτισμός σου. – Ἂν τὸν βάλετε ὀμπρός, τοῦ εἶπα, τότε εἶναι λαμπρός, εἰδὲ εἶναι πονοκεφαλισμὸς καὶ λόγια ξερά. Κι᾿ ἂν γένουν αὐτὰ καὶ δὲν ἀκούσετε τοὺς ἀπατεῶνες, τότε θὰ λέγεστε σωτῆρες τῆς πατρίδος καὶ Βασιλέως καὶ θὰ δοξάζεται τ᾿ ὄνομά σας ὅσο στέκει ἡ Ἑλλάς. – Φεύγω, μοῦ εἶπε, δὲν σοῦ λέγω τίποτας, καὶ πάγω ν᾿ ἀνταμώσω καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ μέλη τῆς ῾πιτροπῆς τῆς Ἀντιβασιλείας». Πῆγε καὶ τοὺς τὸ εἶπε κ᾿ εὐκαριστήθηκαν. Μοῦ εἶπαν νὰ φκειάσω ἐνγράφως τὴν ἰδέα μου. Τὴν ἔφκειασα· ἔφκειασα καὶ μίαν ξεχωριστὴ ἀναφορὰ κ᾿ ἔλεγα· «Ἔξοχοι Ἀντιβασιλεῖς! Οἱ κυβέρνησες τῆς πατρίδος μου μ᾿ ἔστειλαν σὲ διάφορες ἐκστρατεῖες, εἰς τὰ δεινά της πατρίδος μου. Αὐτὲς εἶναι οἱ διαταγές της, αὐτὰ εἶναι τὰ εὐκαριστήρια, τί ἔκαμα μὲ τοὺς ἀνθρώπους ὁποῦ ῾χα εἰς τὴν ὁδηγίαν μου, αὐτοὶ εἶναι οἱ κατάλογοι τῶν ἀνθρώπων, αὐτὲς εἶναι οἱ ἐθνικὲς ὁμολογίες (ὅλα ἐνκλεισμένα εἰς τὴν ἀναφορά μου). Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀγῶνες ἐκεινῶν ὁποῦ ῾χα μαζί μου καὶ πολεμοῦσαν εἰς τὴν κάψη τοῦ ἥλιου καὶ εἰς τὸ πάγος τοῦ χειμῶνος. Σκοτώθηκαν οἱ περισσότεροι· ἄφησαν χῆρες γυναῖκες κι᾿ ἀρφανὰ παιδιά. Διαβάστε τὰ ἔνγραφα, καὶ νὰ τοὺς δικιώσετε. Κι᾿ ὅσοι σκοτώθηκαν καὶ δὲν ἔχουν συγγενεῖς, νὰ μείνουν εἰς τὸ ταμεῖον τὰ δικαιώματά τους».
Στρατηγὸς Μακρυγιάννης