Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γανωτής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γανωτής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 12 Μαρτίου 2024



Πολὺ κεφάτοι
Ἡ εὐθυμία ποὺ δείχνουν οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι εἶναι διανοητικὰ ἐπιτηδευμένη. Ἔχουν πεισθεῖ οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν ψυχολογικὴ προπαγάνδα ὅτι χαρὰ εἶναι ἡ ἐπιδερμικὴ ἡδονή, ἡ ἱκανοποίηση τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν καί, ὅταν βρίσκονται αὐτὲς οἱ προϋποθέσεις, «πείθονται» ὅτι εἶναι εὐτυχισμένοι, χαρούμενοι. Κι ἐπειδὴ ἔχουν ἀσυνείδητα τὴν εἰδοποίηση τῆς ἀνεπάρκειας αὐτῆς τῆς εὐτυχίας, βάζουν ἔνταση μεγάλη γιὰ νὰ καλύψουν τὸ αἴσθημα αὐτὸ καὶ τότε φαίνονται πολὺ ψυχαγωγούμενοι, πολὺ κεφάτοι.
Αὐτὰ βέβαια μᾶς τὰ δείχνει ἡ παρατήρηση, ἀλλὰ ἔχομε καὶ πολλοὺς τρόπους νὰ τὴν ἐπιβεβαιώσομε αὐτὴ τὴν παρατήρηση. Ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος στὴ μεγάλη πλειοψηφία βρίσκεται σὲ διαρκῆ ἀγανάκτηση γιὰ τὰ ἐμπόδια τῆς εὐτυχίας του καὶ γιὰ τοὺς ἐχθρούς του. Βλέπομε νὰ φτάνουν οἱ ἄνθρωποι στὰ δικαστήρια καὶ νὰ δικάζονται γιὰ διάφορες ἀδικίες μικρὲς καὶ μεγάλες, σὲ ποσοστὰ πολὺ μεγαλύτερα ἀπὸ παλαιότερες ἐποχές. Αὐτὴ ἡ ἀνικανότητα συνδιαλλαγῆς εἶναι μία ἀπὸ τὶς ἐνδείξεις τῆς πλήξης, ποὺ κυριαρχεῖ στὰ συναισθήματα τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συμβιβαστεῖ μὲ τίποτε καὶ μὲ κανένα. Βλέπομε ὅτι ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος δὲν ἀναπαύεται μὲ καμμιὰ εὐχαρίστηση καὶ πολὺ γρήγορα χάνει τὴν εὐχαρίστησή του καὶ ζητάει ἀλλαγές. Ἀκόμα καὶ στὸ γάμο χάνει πολὺ σύντομα τὴν εὐχαρίστησή του ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ/τῆς συζύγου κι ἔτσι ἔχομε τὰ πολλὰ διαζύγια, τὶς διαστάσεις, τοὺς οἰκογενειακοὺς καυγάδες, εἰδικὰ τὶς συγκρούσεις καὶ τοὺς διαπληκτισμοὺς μὲ τὰ κληρονομικά. Σχεδὸν κανεὶς δὲν θυσιάζει τὸ παραμικρό, γιὰ νὰ διατηρήσει τὴ γλυκιὰ σχέση μὲ τ’ ἀδέρφια του.
Μπορεῖτε νὰ φαντασθεῖτε τὸ πρόσωπο ἑνὸς τέτοιου ἀνθρώπου γελαστό; Προτιμάει τὴν πίκρα καὶ τὸ μίσος ἀκόμη προκειμένου νὰ κερδίσει ἕνα μικρὸ κομματάκι ἀμφισβητούμενης γῆς. Καὶ ἡ πλήξη ὕστερα μονιμοποιεῖται στὴν ψυχή του. Βλέπετε, ὅλη ἡ παγκόσμια ἱστορία κυριαρχεῖται ἀπὸ τὴν ἰδέα τῆς δικαιοσύνης· ὅλη ἡ θεολογία τῶν πρὸ Χριστοῦ λαῶν, καὶ τοῦ Ἰσραὴλ ἀκόμα, καὶ ὅλη ἡ θεολογία, ἡ ψυχολογία καὶ ἡ κοινωνιολογία μαζὶ μὲ τὴν πολιτικὴ τῶν χωρὶς Χριστὸ λαῶν καὶ ἀτόμων ρυθμίζεται ἀπὸ τὴν δικαιοσύνη. Ὅλοι τὴν ἐπικαλοῦνται, ὅσο κι ἂν ὅλοι δυστυχοῦν ἀπ’ αὐτήν, νικητὲς καὶ νικημένοι. Ἄλλο βέβαια πράγμα ἡ ἐπιβολὴ τῆς δικαιοσύνης καὶ ἄλλο ἡ ταπεινὴ ἀποδοχή της. Ὅποιος ἀποδέχεται τὴ δικαιοσύνη μὲ ὑπομονὴ κι εὐχαριστία, ἔστω κι ἂν εἶναι σὲ βάρος του, αὐτὸς βγαίνει ἀπ’ τὰ πλαίσια τῆς δικαιοσύνης, εἶναι ἴσος μ’ αὐτόν, ποὺ παραιτεῖται ἀπὸ τὴν δικαιοσύνη.
Κωνσταντῖνος Γανωτὴς

Κυριακή 14 Μαΐου 2023


Τί μᾶς ἔλεγε ὁ π. Πορφύριος
Σχεδὸν ἕνα χρόνο πρὶν κοιμηθεῖ ὁ γέροντας Πορφύριος, ποὺ ἀργότερα ἀνακηρύχτηκε ἅγιος, τὸν εἴχαμε ἐπισκεφθεῖ μὲ τὴ σύζυγό μου πάνω στὸ μοναστῆρι στὸ Μήλεσι, τὸ ὁποῖο ἀκόμα βρισκόταν ὑπὸ κατασκευή.
Ἀνεβήκαμε τὰ σκαλιὰ καὶ πήγαμε στὸ κελί του.
«Ἀφῆστε τὰ παιδιά σας, μὴν τὰ κυνηγᾶτε· τὰ φάγατε τὰ καημένα.»
Αὐτὰ μᾶς ἔλεγε ὁ Πορφύριος καὶ τἄλεγε δυνατὰ μὲ τόνο ἀγανάκτησης. Καὶ πῶς νὰ μᾶς πάει ὁ νοῦς μας ὅτι ἔχουμε νὰ κάνουμε μ’ ἕναν ἅγιο, ἀφοῦ πιστεύαμε ὅτι πρέπει νὰ τὰ παιδαγωγήσουμε τὰ παιδιά μας, νὰ τὰ κρατήσουμε στὸν ἴσιο δρόμο, ὄχι νὰ τὰ παρατήσουμε στὴν τύχη τους.
- Καὶ πῶς θὰ τὰ κάνουμε τὰ παιδιὰ καλά, γέροντα ;
- Ἐσεῖς νὰ γίνετε καλοὶ καὶ τὰ παιδιά σας θὰ σᾶς ἀκολουθήσουν, θὰ τρέχουν ἀπὸ πίσω σας.
- Κι ἂν, γέροντα, δὲν μᾶς ἀκολουθήσουν ;
- Βρέ, γίνετε ἐσεῖς καλοὶ καὶ θὰ ἰδεῖτε.
Κι ἐμεῖς, παλεύοντας νὰ κάνουμε τὰ παιδιά μας καλύτερα, τὰ κάναμε χειρότερα καὶ πῆγαν οἱ κόποι μας καὶ οἱ στενοχώριες μας χαμένες...
Καὶ πῶς ἤξερε ἕνας καλόγερος νὰ μεγαλώνει παιδιά ;
Καὶ μάλωνε κιόλας ἐμᾶς τοὺς γονεῖς. Κι ὅσοι, ἀφοῦ τρώγαμε τὶς κατσάδες του, κατεβαίναμε στὰ σπίτια μας φορτισμένοι, πιάναμε ἀπὸ συνήθεια τὶς μαγκοῦρες μας.
«Ἂς λένε ὅ,τι θέλουν οἱ καλόγεροι!»
Καὶ τὰ παιδιά μας πῆγαν νὰ ζήσουν ὅσο πιὸ μακριὰ μποροῦσαν ἀπὸ μᾶς κι ὅσοι τὰ συναντοῦσαν καὶ μιλοῦσαν μαζί τους μᾶς ἔλεγαν τὰ καλύτερα λόγια γι’αὐτά!
Ἔχουν τὰ προτερήματά σας, μᾶς ἔλεγαν.
Κι ἐμεῖς γιὰ πρώτη φορὰ ἀπορούσαμε.
Δηλαδὴ ἔχουμε καὶ κανένα προτέρημα ; ἀναρωτιόμασταν μὲ ἀπορία. Καὶ πῶς τὸ ἀνακάλυψαν. Λὲς νὰ εἶχε δίκιο ὁ Πορφύριος ;
Ναί, πρέπει νὰ εἶχε, καταλήγουμε τώρα μετὰ ἀπὸ χρόνια.
Τὰ παιδιὰ εἶναι μανιώδεις ἐρευνητὲς καλῶν παραδειγμάτων τῶν γονιῶν τους. Διψοῦν γιὰ τὰ καλὰ παραδείγματα, καθὼς ὅλες οἱ ἀμαρτίες τῶν γονιῶν τους τὰ ποτίζουν μὲ πίκρα καὶ ὅλες οἱ “νουθεσίες” εἶναι γυμνὲς καὶ ἀναξιόπιστες χωρὶς τεκμήρια.
Ἐδῶ ὁ Θεὸς δέχεται νὰ δικαστεῖ ἀπὸ τοὺς δύσπιστους καὶ γιὰ νὰ “στηρίξει” τὴ θέση του χρειάζεται μάρτυρες ! Γιατὶ μόνον οἱ μάρτυρες πείθουν.
Κι ἐμεῖς οἱ γονεῖς (οἱ δάσκαλοι ἀλλὰ καὶ οἱ ἱερεῖς) μαρτυροῦμε τὴ θεότητα τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὸ μαρτύριό μας πείθουμε τὰ παιδιά μας νὰ πλησιάσουν τὸ Θεὸ καὶ ‘κεῖνα τὰ “παλιόπαιδα” μᾶς πληρώνουν τὰ μαρτυριάτικα μὲ τὸ νὰ ξαναγυρίζουν κοντά μας... Μυρίζονται τὶς προσευχές μας σὰν λαγωνικά.
Οἱ παραστρατημένοι νέοι γυρίζουν ἀργὰ ἢ γρήγορα στοὺς μετανοημένους γονεῖς τους. Ὁ Πορφύριος μᾶς βεβαιώνει ὅτι θὰ ἐπιστρέψουν, ἂν ἐμεῖς τὰ περιμένουμε ἐν μετανοίᾳ. Ἑκατομμύρια γονεῖς ἐδῶ κι ἕναν αἰῶνα ἔστειλαν τὰ παιδιά τους γιὰ νὰ σκοτώσουν δεκάδες ἑκατομμύρια ἀνθρώπων κατὰ τὴ διάρκεια τῶν Παγκοσμίων Πολέμων. Κι ὅσα ἐπέζησαν καὶ γύρισαν σπίτια τους, κοίταξαν τοὺς γονεῖς τους μὲ ἕνα πελώριο καὶ φοβερὸ “γιατί;”. Μόνο ὅσοι τὰ ἔστειλαν, γιὰ νὰ ἀμυνθοῦν, μποροῦσαν νὰ ἀντικρύσουν στὰ μάτια τους αὐτὸ τὸ “γιατί”. Μποροῦσαν, γιατὶ τὰ ἔστειλαν γιὰ κάποια ἀρετή. Γι’αὐτὸ ἔμειναν ἔρημοι οἱ ναοὶ τῆς Εὐρώπης καὶ τὰ παιδιὰ ἐκεῖνα ἀποζήτησαν τὰ παραισθησιογόνα καὶ τὴν εὐθανασία.
Ἅγιε Πορφύριε, κρυμμένος σὲ μιὰ φωλιὰ τῆς Ἀττικῆς, μαρτύρησες τὴ μαρτυρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κι ἐμεῖς παρὰ τοὺς ποταμοὺς αἱμάτων καὶ τὴν ἀποτυχία κάθε παιδαγωγικῆς δυσκολευτήκαμε νὰ πιστέψουμε στὴν κραυγή σου...
“Ἀφῆστε ἥσυχα τὰ παιδιά σας· ἐσεῖς νὰ γίνετε καλύτεροι.”
Σ’ εὐχαριστοῦμε.
Κωνσταντῖνος Γανωτῆς

Παρασκευή 15 Μαΐου 2020


Ἡ γλώσσα τῆς λατρείας
Ἡ ἁγία μας ἐκκλησία ἀπὸ τὴν ἵδρυσή της εἶναι ἡ μάννα, ποὺ ταΐζει τὰ τέκνα της οὐράνια τροφή, γιὰ νὰ γίνουν ὅμοια μὲ τὸν Πατέρα τους. Ἡ τροφὴ αὐτὴ εἶναι τὸ ἴδιο τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ δύναμη τῶν θαυμάτων, εἶναι ἀκόμα τὸ παράδειγμα τῶν μαρτύρων.
Πέρα, ὅμως, ἀπ’ αὐτὰ ἤ μᾶλλον στὴν πράξη πρὶν ἀπ’ αὐτὰ εἶναι ὁ λόγος. Ὁ λόγος κατηχεῖ, διδάσκει ἀλλὰ καὶ τελετουργεῖ τὴ Θεία Λειτουργία καὶ ὅλα τὰ μυστήρια.
Ἡ Πεντηκοστή, ἡ γενέθλιος ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἄρχισε μὲ πολυγλωσσία. Ἀπὸ αὐτὸ καὶ μόνο ἐλέγχεται ἡ θεωρία περὶ ἱερῶν γλωσσῶν, ὅτι τάχα τὰ Ἑβραϊκά, τὰ Ἑλληνικὰ καὶ τὰ Λατινικὰ εἶναι ἱερὲς γλῶσσες καὶ σ’ αὐτὲς πρέπει νὰ λειτουργεῖται ἡ χριστιανικὴ διδασκαλία καὶ λατρεία. Ἡ ἰδέα περὶ ἱερῶν γλωσσῶν ἔχει τὶς ρίζες της στὴν εἰδωλολατρεία, ποὺ ἀναζητᾶ μὲ μαγικὴ ψυχολογία τὸ ἀγαθὸ μέσα στὴ φύση τῶν πραγμάτων. Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ἀναζητᾶ τὸ ἀγαθὸ στὴν Τριαδικὴ Θεότητα καὶ τὸ δέχεται ὡς πνοὴ χάριτος, ποὺ διαπνέει ὅλη τὴ κτίση χωρὶς διάκριση, γιατί κατὰ τὸν ψαλμωδὸ "τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς", τὰ "σύμπαντα δοῦλα Σά".
Γι’ αὐτό, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, Ἑβραῖοι αὐτοί, ἔγραψαν τὰ Εὐαγγέλια στὴν Ἑλληνικὴ καὶ τὶς ἐπιστολές, γιατί αὐτὸ ἐξυπηρετοῦσε τὴν διάδοση τοῦ κηρύγματος. Ὅταν, ὅμως, τὸ κήρυγμα ἔφτασε σὲ περιοχὲς ποὺ ὁμιλοῦνταν ἄλλη γλώσσα, ἡ Ἐκκλησία ὄχι μόνο τὴ χρησιμοποίησε ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνέδειξε σὲ γραπτὴ γλώσσα, ὅπως ἔγινε μὲ τὰ Σλαβονικά.
Πάντως, ἡ γλώσσα τοῦ κηρύγματος στὸ χῶρο τῆς Μεσογείου ἦταν μία ἁπλούστερη γλώσσα, ἡ Ἑλληνιστική. Ἡ γλώσσα τῆς λατρείας, ὅμως, ὅπως διαμορφώθηκε μὲ τὸν καιρό, εἶναι γλώσσα λογοτεχνική, ὁπωσδήποτε ὑψηλοτέρου ἐπιπέδου καὶ μπορεῖ νὰ μᾶς προβληματίσει, γιατί μέσα στοὺς αἰῶνες ποὺ πέρασαν δὲν ἀκούστηκε νὰ ἔχουν οἱ χριστιανοὶ πρόβλημα γλώσσας μέσα στὴν Ἐκκλησία, καὶ μάλιστα, ὅταν ἡ πλειοψηφία τοῦ λαοῦ ἦταν ἀναλφάβητοι καὶ γεωργοὶ ἢ βοσκοί. Ἂν μπορέσομε νὰ ἀπαντήσομε σ’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα, θὰ μπορέσομε νὰ ἐξηγήσομε καὶ γιατί στὶς μέρες μας ἔχομε ἢ ἔστω προβάλλομε πρόβλημα κατανόησης τῆς ἐκκλησιαστικῆς γλώσσας.
Μία διαπίστωση ἀποκαλυπτικὴ εἶναι ὅτι οἱ χριστιανοί, ποὺ τακτικὰ ἐκκλησιάζονται, δὲν προβάλλουν θέμα γλώσσας, μολονότι ἔχουν ἄγνοια πολλῶν ὅρων. Φαίνεται πὼς αὐτὰ ποὺ κατανοοῦν εἶναι ἀρκετὰ καὶ τὰ ἀγνοούμενα ἢ εἶναι λίγα ἢ λόγῳ κάποιας ὀκνηρίας τοῦ πνεύματος δὲν τὰ ἀναζητοῦν. Καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ τάξη φαίνεται νὰ ἀναγνωρίζει αὐτὴ τὴν ὀλιγάρκεια στὴν κατανόηση τῶν κειμένων καὶ γι’ αὐτὸ ἀπευθύνεται σὲ διάφορα ἐπίπεδα γλωσσικῆς ἱκανότητας μὲ ἄλλα κείμενα γιὰ τὸ κάθε ἐπίπεδο. Μὲ τὴ γλώσσα τῆς Λειτουργίας τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ἀπευθύνεται σὲ ὅλους, μὲ τὶς Καταβασίες, ὅμως, στοχεύει σὲ χριστιανοὺς κάποιας γλωσσικῆς παιδείας, χωρὶς νὰ ἀγνοεῖ βέβαια τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ οἱ ἄλλοι θὰ συλλαμβάνουν γενικότερα καὶ κάπως πιὸ ἀόριστα. Τέλος, μὲ τοὺς ἰαμβικοὺς κανόνες, ποὺ παρεμβάλλει στοὺς πεζοὺς κανόνες Χριστουγέννων, Θεοφανείων καὶ Ἁγίου Πνεύματος, ἀσφαλῶς ἀπευθύνεται σὲ πολὺ ὑψηλότερα ἐπίπεδα γλωσσικῆς κατάρτισης. Ὅλα, ὅμως, ντυμένα μὲ τὴν εὐλαβῆ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ δίνουν ἕνα χρῶμα ἑορταστικό, ποὺ ἐξυπηρετεῖ τὴ λατρεία.
Οἱ χριστιανοί, καθὼς ἐζοῦσαν σὲ μία συχνὴ καὶ πυκνὴ ἐπαφὴ μὲ τὴ λατρεία καὶ μὲ τὴν εὐλάβεια ζωηρή, ἀναπαύονταν καὶ μὲ τὴν ἀνεπαρκῆ κατανόηση, ὅπως ὅταν μπαίνει ὁ πιστὸς σ’ ἕνα ἱστορημένο ναὸ καὶ ἀρκεῖται στὴν παρατήρηση λίγων εἰκόνων, ἂν καὶ τὸν περιβάλλουν πολὺ περισσότερες.
Εἶναι, πάντως, ἀποδεδειγμένο ὅτι πάντοτε ἡ λατρεία ἐκφράζονταν μὲ γλώσσα τοῦ παρελθόντος, ὄχι μόνο ἡ χριστιανικὴ λατρεία ἀλλὰ καὶ ἡ εἰδωλολατρική. Μέχρι τοὺς πρώτους αἰῶνες μετὰ Χριστὸν οἱ εἰδωλολάτρες ἐλάτρευαν τοὺς θεούς τους μὲ τοὺς Ὀρφικοὺς καὶ Ὁμηρικοὺς Ὕμνους σὲ γλώσσα καθαρὰ Ὁμηρική, τουλάχιστον χιλίων χρόνων. Εἶναι, δηλαδή, ψυχολογικὴ ἀνάγκη νὰ ξεφύγει ὁ πιστὸς στὴ λατρεία ἀπὸ τὴν καθημερινότητα τοῦ ρεαλισμοῦ καὶ νὰ ἀναζητᾶ μία γλώσσα, ποὺ οἱ ὅροι της δὲν θυμίζουν τὰ φευγαλέα καθημερινὰ γεγονότα καὶ αἰσθήματα. Γὶ αὐτό, παρὰ τὶς ἀπόψεις περὶ ἁπλουστεύσεως τῆς λειτουργικῆς γλώσσας, νομίζω ὅτι ἤ λίγο ἢ καθόλου δὲν θὰ ἁπλουστευθεῖ, γιατί θὰ ἀντιδράσει τὸ κοινὸ αἴσθημα.
Μποροῦμε, ὅμως, καὶ πρέπει νομίζω νὰ ἀνεβάσομε τὴν ἱκανότητα τῶν πιστῶν νὰ καταλαβαίνουν τὴν λειτουργικὴ γλώσσα. Ἔχομε τὴν εὐλογία νὰ μιλοῦμε μία γλώσσα, ποὺ εἶναι πολὺ κοντὰ στὴν ἀρχαία Ἑλληνική. Οἱ πιστοὶ χρειάζονται μία ἐνθάρρυνση, γιὰ νὰ ξεπεράσουν τὰ λίγα καὶ μικρὰ ἐμπόδια στὴν κατανόηση. Κι αὐτὸ χρειάζεται μία ζωηρότερη διάθεση τῶν πιστῶν καὶ μία βοήθεια ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς κατήχησης.
Κωνσταντῖνος Γανωτὴς

Κυριακή 18 Μαρτίου 2018



Ἡ γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας
Ἡ ἁγία μας ἐκκλησία ἀπὸ τὴν ἵδρυσή της εἶναι ἡ μάννα, ποὺ ταΐζει τὰ τέκνα της οὐράνια τροφή, γιὰ νὰ γίνουν ὅμοια μὲ τὸν Πατέρα τους. Ἡ τροφὴ αὐτὴ εἶναι τὸ ἴδιο τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ δύναμη τῶν θαυμάτων, εἶναι ἀκόμα τὸ παράδειγμα τῶν μαρτύρων. Πέρα, ὅμως, ἀπ’ αὐτὰ ἤ μᾶλλον στὴν πράξη πρὶν ἀπ’ αὐτὰ εἶναι ὁ λόγος. Ὁ λόγος κατηχεῖ, διδάσκει ἀλλὰ καὶ τελετουργεῖ τὴ Θεία Λειτουργία καὶ ὅλα τὰ μυστήρια.
Ἡ Πεντηκοστή, ἡ γενέθλιος ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἄρχισε μὲ πολυγλωσσία. Ἀπὸ αὐτὸ καὶ μόνο ἐλέγχεται ἡ θεωρία περὶ ἱερῶν γλωσσῶν, ὅτι τάχα τὰ Ἑβραϊκά, τὰ Ἑλληνικὰ καὶ τὰ Λατινικὰ εἶναι ἱερὲς γλῶσσες καὶ σ’ αὐτὲς πρέπει νὰ λειτουργεῖται ἡ χριστιανικὴ διδασκαλία καὶ λατρεία. Ἡ ἰδέα περὶ ἱερῶν γλωσσῶν ἔχει τὶς ρίζές της στὴν εἰδωλολατρεία, ποὺ ἀναζητᾶ μὲ μαγικὴ ψυχολογία τὸ ἀγαθὸ μέσα στὴ φύση τῶν πραγμάτων. Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ἀναζητᾶ τὸ ἀγαθὸ στὴν Τριαδικὴ Θεότητα καὶ τὸ δέχεται ὡς πνοὴ χάριτος, ποὺ διαπνέει ὅλη τὴ κτίση χωρὶς διάκριση, γιατί κατὰ τὸν ψαλμωδὸ "τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς", τὰ "σύμπαντα δοῦλα Σά".
Γι’ αὐτό, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, Ἑβραῖοι αὐτοί, ἔγραψαν τὰ Εὐαγγέλια στὴν Ἑλληνικὴ καὶ τὶς ἐπιστολές, γιατί αὐτὸ ἐξυπηρετοῦσε τὴν διάδοση τοῦ κηρύγματος. Ὅταν, ὅμως, τὸ κήρυγμα ἔφτασε σὲ περιοχὲς ποὺ ὁμιλοῦνταν ἄλλη γλώσσα, ἡ Ἐκκλησία ὄχι μόνο τὴ χρησιμοποίησε ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνέδειξε σὲ γραπτὴ γλώσσα, ὅπως ἔγινε μὲ τὰ Σλαβονικά.
Πάντως, ἡ γλώσσα τοῦ κηρύγματος στὸ χῶρο τῆς Μεσογείου ἦταν μία ἁπλούστερη γλώσσα, ἡ Ἑλληνιστική. Ἡ γλώσσα τῆς λατρείας, ὅμως, ὅπως διαμορφώθηκε μὲ τὸν καιρό, εἶναι γλώσσα λογοτεχνική, ὁπωσδήποτε ὑψηλοτέρου ἐπιπέδου καὶ μπορεῖ νὰ μᾶς προβληματίσει, γιατί μέσα στοὺς αἰῶνες ποὺ πέρασαν δὲν ἀκούστηκε νὰ ἔχουν οἱ χριστιανοὶ πρόβλημα γλώσσας μέσα στὴν Ἐκκλησία, καὶ μάλιστα, ὅταν ἡ πλειοψηφία τοῦ λαοῦ ἦταν ἀναλφάβητοι καὶ γεωργοὶ ἢ βοσκοί. Ἂν μπορέσομε νὰ ἀπαντήσομε σ’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα, θὰ μπορέσομε νὰ ἐξηγήσομε καὶ γιατί στὶς μέρες μας ἔχομε ἢ ἔστω προβάλλομε πρόβλημα κατανόησης τῆς ἐκκλησιαστικῆς γλώσσας.
Μία διαπίστωση ἀποκαλυπτικὴ εἶναι ὅτι οἱ χριστιανοί, ποὺ τακτικὰ ἐκκλησιάζονται, δὲν προβάλλουν θέμα γλώσσας, μολονότι ἔχουν ἄγνοια πολλῶν ὅρων. Φαίνεται πὼς αὐτὰ ποὺ κατανοοῦν εἶναι ἀρκετὰ καὶ τὰ ἀγνοούμενα ἢ εἶναι λίγα ἢ λόγῳ κάποιας ὀκνηρίας τοῦ πνεύματος δὲν τὰ ἀναζητοῦν. Καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ τάξη φαίνεται νὰ ἀναγνωρίζει αὐτὴ τὴν ὀλιγάρκεια στὴν κατανόηση τῶν κειμένων καὶ γι’ αὐτὸ ἀπευθύνεται σὲ διάφορα ἐπίπεδα γλωσσικῆς ἱκανότητας μὲ ἄλλα κείμενα γιὰ τὸ κάθε ἐπίπεδο. Μὲ τὴ γλώσσα τῆς Λειτουργίας τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ἀπευθύνεται σὲ ὅλους, μὲ τὶς Καταβασίες, ὅμως, στοχεύει σὲ χριστιανοὺς κάποιας γλωσσικῆς παιδείας, χωρὶς νὰ ἀγνοεῖ βέβαια τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ οἱ ἄλλοι θὰ συλλαμβάνουν γενικότερα καὶ κάπως πιὸ ἀόριστα. Τέλος, μὲ τοὺς ἰαμβικοὺς κανόνες, ποὺ παρεμβάλλει στοὺς πεζοὺς κανόνες Χριστουγέννων, Θεοφανείων καὶ Ἁγίου Πνεύματος, ἀσφαλῶς ἀπευθύνεται σὲ πολὺ ὑψηλότερα ἐπίπεδα γλωσσικῆς κατάρτισης. Ὅλα, ὅμως, ντυμένα μὲ τὴν εὐλαβῆ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ δίνουν ἕνα χρῶμα ἑορταστικό, ποὺ ἐξυπηρετεῖ τὴ λατρεία.
Οἱ χριστιανοί, καθὼς ἐζοῦσαν σὲ μία συχνὴ καὶ πυκνὴ ἐπαφὴ μὲ τὴ λατρεία καὶ μὲ τὴν εὐλάβεια ζωηρή, ἀναπαύονταν καὶ μὲ τὴν ἀνεπαρκῆ κατανόηση, ὅπως ὅταν μπαίνει ὁ πιστὸς σ’ ἕνα ἱστορημένο ναὸ καὶ ἀρκεῖται στὴν παρατήρηση λίγων εἰκόνων, ἂν καὶ τὸν περιβάλλουν πολὺ περισσότερες.
Εἶναι, πάντως, ἀποδεδειγμένο ὅτι πάντοτε ἡ λατρεία ἐκφράζονταν μὲ γλώσσα τοῦ παρελθόντος, ὄχι μόνο ἡ χριστιανικὴ λατρεία ἀλλὰ καὶ ἡ εἰδωλολατρική. Μέχρι τοὺς πρώτους αἰῶνες μετὰ Χριστὸν οἱ εἰδωλολάτρες ἐλάτρευαν τοὺς θεούς τους μὲ τοὺς Ὀρφικοὺς καὶ Ὁμηρικοὺς Ὕμνους σὲ γλώσσα καθαρὰ Ὁμηρική, τουλάχιστον χιλίων χρόνων. Εἶναι, δηλαδή, ψυχολογικὴ ἀνάγκη νὰ ξεφύγει ὁ πιστὸς στὴ λατρεία ἀπὸ τὴν καθημερινότητα τοῦ ρεαλισμοῦ καὶ νὰ ἀναζητᾶ μία γλώσσα, ποὺ οἱ ὅροι της δὲν θυμίζουν τὰ φευγαλέα καθημερινὰ γεγονότα καὶ αἰσθήματα. Γὶ αὐτό, παρὰ τὶς ἀπόψεις περὶ ἁπλουστεύσεως τῆς λειτουργικῆς γλώσσας, νομίζω ὅτι ἤ λίγο ἢ καθόλου δὲν θὰ ἁπλουστευθεῖ, γιατί θὰ ἀντιδράσει τὸ κοινὸ αἴσθημα.
Μποροῦμε, ὅμως, καὶ πρέπει νομίζω νὰ ἀνεβάσομε τὴν ἱκανότητα τῶν πιστῶν νὰ καταλαβαίνουν τὴν λειτουργικὴ γλώσσα. Ἔχομε τὴν εὐλογία νὰ μιλοῦμε μία γλώσσα, ποὺ εἶναι πολὺ κοντὰ στὴν ἀρχαία Ἑλληνική. Οἱ πιστοὶ χρειάζονται μία ἐνθάρρυνση, γιὰ νὰ ξεπεράσουν τὰ λίγα καὶ μικρὰ ἐμπόδια στὴν κατανόηση. Κι αὐτὸ χρειάζεται μία ζωηρότερη διάθεση τῶν πιστῶν καὶ μία βοήθεια ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς κατήχησης.
Κωνσταντῖνος Γανωτὴς

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014


εὐτυχία νὰ εἶσαι γονιὸς
Ὅταν εἶδε Θεός, τὸν κόσμο, ποὺ δημιούργησε, εἶδε ὅτι εἶναι καλὸς καὶ μάλιστα, ὅταν τὸν εἶδε μετὰ τὴ δημουργία τοῦ ἄνθρωπου, κόσμος ἦταν "καλὸς λίαν", πολὺ ὡραῖος. Μέσα στὰ "λίαν καλά" τῆς δημιουργίας, ἀσφαλῶς καὶ ἡ γονικὴ λειτουργία τῶν ἀνθρώπων. Κι ἐπειδὴ ἡ θέα τοῦ καλοῦ κόσμου τοῦ Θεοῦ κινεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἡ δωρεὰ αὐτὴ τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο νὰ γίνεται γονιὸς εἶναι αἰτία χαρᾶς, ἰσόβιας χαρᾶς, δηλαδὴ εὐτυχίας.
Ὅπως ὅλες ὅμως οἱ δωρεὲς τοῦ Θεοῦ, κρατοῦν τὴν ἀλήθειά τους καὶ κάνουν τὴ ζωὴ μας ὡραία, ὅταν λειτουργοῦν μέσα στὰ πλαίσια τοῦ θείου νόμου, ἔτσι καὶ ἡ γενικὴ λειτουργία μπορεῖ νὰ εἶναι ἀληθινὴ καὶ χαροποιός, μπορεῖ ὅμως καὶ νὰ διαστραφεῖ καὶ νὰ γίνει δαιμονική.
Ὅταν ὁ γονιὸς ζεῖ ἀληθινὴ χριστιανικὴ ζωή, αἰσθάνεται καὶ τὴ δική του εὐτυχία νὰ εἶναι μέσα στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν εὐτυχία νὰ ἀνατρέφει τὰ τέκνα του μέσα στὴν χαρὰ καὶ στὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.
Ὅσοι νέοι ἀποφεύγουν τὸ γάμο προβάλλουν τὸ ἐπιχείρημα τῆς πεζότητας ποὺ ἔχουν οἱ ἀσχολίες τῶν ἐγγάμων καὶ ἰδιαίτερα τῶν γονέων. Βέβαια σχεδὸν κανεὶς ἀπ’ αὐτοὺς δὲν θυσιάζει οὔτε ἀπαξιώνει τὴ σεξουαλικότητα.
Ἔτσι ἀπομονώνουν ἀπ' ὅλη τὴ λειτουργία τῆς συζυγίας τὴν ἐπιδερμικὴ ἡδονὴ καὶ παίρνουν μόνον αὐτή. Δὲν μποροῦν ὅμως νὰ ἐξηγήσουν γιατί σ’ αὐτὲς τὶς σχέσεις τῆς ἀποκλειστικῆς σεξουαλικότητας παρατηροῦνται οἱ περισσότερες ἀποτυχίες, τὰ περισσότερα καὶ ἀγριότερα δράματα. Ἐμεῖς ξέρομε ὅτι ὅλες αὐτὲς οἱ δραματικὲς ἀποτυχίες ὀφείλονται στὴν ἔξοδο ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ Θεοῦ, στὸ σπάσιμο τῆς φυσικότητας.
Ἡ οἰκογένεια μὲ τὸ συζυγικὸ καὶ γονικὸ λειτούργημα ὄχι μόνο ἔχει τὴν ἀξιοπρέπεια καὶ τὴ χαρὰ τῆς αὐθεντικῆς ἀλήθειας, ἀλλὰ καὶ τὸν ἔρωτα τὸν καταξιώνει, τὸν ὡριμάζει καὶ τὸν συντηρεῖ ὥς τὰ βαθιὰ γεράματα.
Βέβαια ἡ περιπέτεια, στὴν ὁποία πέφτει ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ νὰ γίνει γονιός, ἔχει τὸ χαρακτήρα τοῦ μαρτυρίου· πονάει σωματικὰ καὶ ψυχικά, στερεῖται ὁρισμένες ἀπολαύσεις τῶν μοναχικῶν ἀνθρώπων, ἀγωνιᾶ, φοβᾶται, τελικὰ θυσιάζεται γιὰ τὴν εὐτυχία τῶν παιδιῶν του. Ἡ γονικὴ ἰδιότητα ἔχει τὰ στοιχεῖα τοῦ μαρτυρίου. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ Ἐκκλησία μας βάζει στὸ ψηλότερο βάθρο τοὺς μάρτυρες, οἱ γονεῖς ἔχουν καὶ τὴν ἀξία μαρτύρων ἀλλὰ καὶ τὴ χαρὰ τῶν μαρτύρων, αὐτὴ τὴ χαρά, ποὺ εἶπε γι' αὐτὴν ὁ Χριστός μας: "καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν, οὐδεὶς αἴρει ἀφ ὑμῶν".
Ἐκεῖνο ποὺ φέρνει περισσότερο πόνο ἀπὸ τὴ λειτουργία τοῦ γονιοῦ, εἶναι ἡ ἀποτυχία του νὰ παίξει τὸ ρόλο του σωστά, ἡ διαπίστωση τῆς ἀνωριμότητάς του μπροστᾶ στὰ σύγχρονα προβλήματα. Ὅταν εἶναι ταπεινὸς ὅμως καὶ ὁμολογεῖ τὴν ἀνεπάρκειά του, αὐτὸ διασώζει τὴ γλυκιὰ σχέση τοῦ γονιοῦ μὲ τὰ παιδιά του. Ἔτσι ὁ γονιὸς ἀφίνει χῶρο μέσα στὴν οἰκογένειά του, ἀνάμεσα σ' αὐτὸν καὶ στὰ παιδιά του νὰ παρουσιαστεῖ μυστικὰ ὁ Χριστὸς καὶ νὰ ἀρωματίσει τὴν οἰκογενειακὴ ἀτμόσφαιρα.
Ὅταν ὁ γονιὸς μὲ τὴ συμπεριφορὰ του ἀφίνει νὰ φανεῖ στὰ παιδιὰ πὼς εἶναι ὁ Χριστὸς κι ὄχι πὼς εἶναι ὁ ἴδιος, ὅτι προβάλλει τὸ κῦρος τοῦ Χριστοῦ κι ὄχι τὸ δικό του, ὅταν κατανοηθεῖ τελικὰ ὅτι ἐνδιαφέρεται γιὰ τὰ παιδιὰ κι ὄχι γιὰ τὴ δική του προβολή, τότε καὶ τὰ παιδιὰ μερώνουν καὶ ὡριμάζουν καὶ ὁ γονιὸς ἄθελά του στολίζεται μὲ τὰ διάσημα τῆς ἁγιότητος.
Τὰ παιδιὰ ὅμως εἶναι ἐλεύθεροι ἄνθρωποι καὶ μποροῦν νὰ ἀθετήσουν καὶ τὴν καλύτερη ἀγωγή. Καὶ τότε ὁ γονιὸς θὰ ἀντλήσει ἀπ' αὐτὸ τὴ μεγαλύτερη δυστυχία. Ὅταν μοῦ προβάλλουν αὐτὴ τὴ δύσκολη ἀντίρρηση, ἀπαντῶ ὅτι σ' αὐτὴ τὴ θέση βρέθηκε καὶ ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἀνταρσία τῶν ἀγγέλων καὶ τὴν παρακοὴ τῶν πρωτοπλάστων. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ ὅμως ἦταν ὁ Σταυρὸς τοῦ Υἱοῦ του καὶ ὁ Σταυρὸς εἶναι ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ, ὅσο κι ἂν στὰ μάτια τοῦ κόσμου (τὰ κοσμικὰ) φαίνεται σὰν ὀνειδισμός.
Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη εὐτυχία στὸ κόσμο ἀπὸ τὴν εὐτυχία τοῦ γονιοῦ, ποὺ βλέπει τὰ παιδιά του νὰ ἀντιγράφουν τὶς ἀρετές του. Ἔτσι αἰσθάνεται ὅτι παραδίδει μία κληρονομιὰ ὄχι μόνο στὰ παιδιὰ του ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα καὶ γιὰ τώρα καὶ γιὰ τοὺς αἰῶνες, ποὺ ἔρχονται.
Πάντως δὲν μπορεῖ νὰ εὐτυχήσει οὔτε ἡ οἰκογένεια οὔτε ὁ γονιός, ἂν δὲν καλλιεργηθεῖ μέσα στὴν οἰκογένεια ἡ ἄσκηση τῆς ὀλιγάρκειας, τῆς φιλαλληλίας, τοῦ φιλότιμου. Αὐτὰ ὅλα εἶναι σχετικὰ εὔκολα στὴν πολύτεκνη οἰκογένεια. Ἔτσι καὶ ὁ πολύτεκνος γονιὸς ἀντίθετα μὲ τὴν κοσμικὴ λογικὴ εἶναι ὁ εὐκολότερα εὐτυχισμένος γονιός. Γιατί ξέροντας ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς οἱ δικές του δυνάμεις, καταφεύγει στὴν προσευχὴ καὶ τότε γίνεται δυνατός.

Κωνσταντῖνος Γανωτῆς

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014


Ἡ ἀπολογία μας στὰ παιδιά μας
Ὁ Θεὸς ποὺ ἐχάρισε σὲ ἀνθρώπους καὶ ζῷα τὸ χάρισμα νὰ γίνονται γονεῖς, ἔβαλε τὴ λειτουργία αὐτὴ κάτω ἀπὸ τὴ ρύθμιση τοῦ βιολογικοῦ ἐνστίκτου. Σὲ μᾶς τοὺς ἀνθρώττους ἔδωσε ἐπὶ πλέον καὶ τὸ χάρισμα τοῦ ἤθους γιὰ τὴν καλὴ ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν πέρα ἀπὸ τὴν τροφὴ καὶ τὴν ἐπιβίωσή τους.
Κι ὅμως μὲ τὸ ἀσύλληπτο προσὸν τῆς ἐλευθερίας μας ὄχι μόνο παραμελοῦμε καὶ διαστρέφομε τὸ ἦθος τῆς ἀνατροφῆς τῶν παιδιῶν μας, ἀλλὰ καὶ στὸ ἔνστικτο ἐπεμβαίνομε καὶ διαστρέφομε τὴ λειτουργία του, κάτι ποὺ δὲν μποροῦν νὰ τὸ κάνουν τὰ ζῷα.
Ἐμποδίζομε τὴν ἀναπαραγωγικὴ λειτουργία τοῦ ἔρωτα καὶ δημιουργοῦμε κάτι, ποὺ δὲν δημιούργησε ὁ Θεός, ἕναν ἔρωτα σκόπιμα ἄκαρπον. Κι ὅταν ὁ ἔρωτας φέρει καρπό, τὸν σκοτώνομε μέσα στὰ σπλάχνα τῆς μητέρας του.
Ὅλη αὐτὴ ἡ καταστρατήγηση τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ προκαλεῖ μιὰ δαιμονικὴ ἀτμόσφαιρα μέσα στὴν οἰκογένεια καὶ στὴν κοινωνία καὶ ἔτσι προκύπτει ἡ κατάθλιψη, ποὺ εἶναι τὸ χαρακτηριστικότερο γνώρισμα τοῦ πολιτισμοῦ.
Κάτω ἀπὸ τὴν πίεση τῶν ἀσιγήτων τύψεων τῶν καρδιῶν μας οἱ σύγχρονοι γονεῖς γίνονται συμπλεγματικοὶ καὶ ἡ συμπεριφορά τους στὰ παιδιὰ τους εἶναι ἀρρωστημένη. Σὰν χαλασμένο μηχάνημα κινεῖται ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρο στὸ ἄλλο, ἀπὸ τὴν παραμέληση καὶ τὴν ἐγκατάλειψη στὴν ὑπερπροστατευτικότητα.
Καὶ ἔρχονται οἱ ἀποτυχίες μας, τὰ οἰκογενεικὰ μας δράματα, τὰ διαζύγια, ἡ ἐπανάσταση τῶν παιδιῶν, ἡ διαστροφὴ τῶν παιδιῶν, ναρκωτικά, ὁμοφυλοφιλία, ἀναρχισμὸς καὶ πολλὰ ἄλλα τέτοια, γιὰ νὰ μᾶς εἰδοποιήσουν ὅτι χαλάσαμε μέσα μας καὶ γύρω μας τὴ δημιουργία τοῦ Θεοῦ.
Ἡ καρδιά μας ποὺ δὲν εἶναι φτιαγμένη νὰ διανοεῖται ἀλλὰ βλέπει μόνο πρόσωπα, βλέπει λοιπὸν ἡ καρδιά μας τὰ πρόσωπα τῶν παιδιῶν μας, ποὺ τοὺς στερήσαμε τὴ ζωὴ καὶ τῶν παιδιῶν μας, ποὺ τὰ ἀδικήσαμε μὲ τὸ νὰ τὰ καταδικάσομε νὰ ζήσουν μέσα σὲ μιὰ ἀτμόσφαιρα καταθλιπτικὴ γεμάτη ἐνοχὲς καὶ ἄγχος.
Μὲ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις τὰ παιδιά μας, ποὺ τὰ ἀφήσαμε νὰ γεννηθοῦν, μεγαλώνουν μὲ μιὰ τρομακτικὴ εἰκόνα ἑνὸς τιμωροῦ Θεοῦ, μὲ μιὰ ἐχθρικὴ αἴσθηση τοῦ ἄλλου ἄνθρωπου, μὲ μιὰ ὑποψία πρὸς ὅλους καὶ πρὸς ὅλα.
Γιὰ ὅλ' αὐτὰ ἔχομε νὰ δώσομε λόγο στὰ παιδιά μας καὶ ἂν τὸ κάνομε μὲ τὴ μετάνοιά μας ὅταν ἔρχονται οἱ ὀδυνηρὲς εἰδοποιήσεις, αὐτὸ θὰ εἶναι ἡ σωτηρία μας καὶ ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου. Ἀλλιῶς τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως θάρθομε μπροστὰ στὰ ἀδικημένα παιδιά μας καὶ αὐτὸ θὰ εἶναι ἡ κόλασή μας.
Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς ἀξιώση νὰ ἀποτολμήσουμε μιὰ ἀπολογία μετανοίας μπροστὰ στὰ παιδιά μας, γιὰ νὰ σωθοῦμε κι ἐμεῖς κι αὐτά. Ἀμήν.

Κωνσταντῖνος Γανωτής