Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκάτσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκάτσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Μαΐου 2026



Τσάμικο
Στὰ κακοτράχαλα τὰ βουνὰ
μὲ τὸ σουραύλι καὶ τὸ ζουρνᾶ,
πάνω στὴν πέτρα τὴν ἁγιασμένη
χορεύουν τώρα τρεῖς ἀντρειωμένοι.
Ὁ Νικηφόρος κι ὁ Διγενὴς
κι ὁ γιὸς τῆς Ἄννας τῆς Κομνηνῆς.
Δική τους εἶναι μία φλούδα γῆς
καὶ Σὺ Χριστέ μου τοὺς εὐλογεῖς.
Γιὰ νὰ γλιτώσουν αὐτὴ τὴ φλούδα,
ἀπ᾿ τὸ τσακάλι καὶ τὴν ἀρκούδα.
Ἀπὸ τὴν Ἤπειρο στὸ Μοριᾶ
κι ἀπ᾿ τὸ σκοτάδι στὴ λευτεριά,
τὸ πανηγύρι κρατάει χρόνια
στὰ μαρμαρένια τοῦ χάρου ἁλώνια.
Κριτὴς κι ἀφέντης εἶν᾿ ὁ Θεός,
καὶ δραγουμάνος του ὁ λαός.
Νίκος Γκάτσος

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026


Ὁ ἱππότης καὶ ὁ θάνατος
Καθὼς σὲ βλέπω ἀκίνητο
Μὲ τοῦ Ἀκρίτα τ᾿ ἄλογο καὶ τὸ κοντάρι τοῦ Ἅη-Γιωργιοῦ νὰ ταξιδεύεις στὰ χρόνια
Μπορῶ νὰ βάλω κοντά σου
Σ᾿ αὐτὲς τiς σκοτεινὲς μορφὲς ποὺ θὰ σὲ παραστέκουν αἰώνια
Ὥσπου μιά μέρα νὰ σβηστεῖς κι ἐσὺ παντοτινὰ μαζί τους
Ὥσπου νὰ γίνεις πάλι μιά φωτιὰ μὲς στὴ μεγάλη Τύχη ποὺ σὲ γέννησε
Μπορῶ νὰ βάλω κοντά σου
Μιὰ νεραντζιὰ στοῦ φεγγαριοῦ τοὺς χιονισμένους κάμπους
Καὶ τὸ μαγνάδι μιᾶς βραδιᾶς νὰ ξεδιπλώσω μπροστά σου
Μὲ τὸν Ἀντάρη κόκκινο νὰ τραγουδάει τὰ νιάτα
Μὲ τὸ Ποτάμι τ᾿ Οὐρανοῦ νὰ χύνεται στὸν Αὔγουστο
Καὶ μὲ τ᾿ Ἀστέρι τοῦ Βοριᾶ νὰ κλαίει καὶ νὰ παγώνει—
Μπορῶ νὰ βάλω λιβάδια
Νερὰ ποὺ κάποτε πότισαν τὰ κρῖνα τῆς Γερμανίας
Κι αὐτὰ τὰ σίδερα ποὺ φορεῖς μπορῶ νὰ σοῦ τὰ στολίσω
Μ᾿ ἕνα κλωνὶ βασιλικὸ κι ἕνα ματσάκι δυόσμο
Μὲ τοῦ Πλαπούτα τ᾿ ἄρματα καὶ τοῦ Νικηταρᾶ τὶς πάλλες.
Μὰ ἐγὼ ποὺ εἶδα τοὺς ἀπογόνους σου σὰν πουλιὰ
Νὰ σκίζουν μιάν ἀνοιξιάτικη αὐγὴ τὸν οὐρανὸ τῆς πατρίδας μου
Κι εἶδα τὰ κυπαρίσσια τοῦ Μοριᾶ νὰ σωπαίνουν
Ἐκεῖ στὸν κάμπο τοῦ Ἀναπλιοῦ
Μπροστὰ στὴν πρόθυμη ἀγκαλιὰ τοῦ πληγωμένου πελάγου
Ὅπου οἱ αἰῶνες πάλευαν μὲ τοὺς σταυροὺς τῆς παλληκαριᾶς
Θὰ βάλω τώρα κοντά σου
Τὰ πικραμένα μάτια ἑνὸς παιδιοῦ
Καὶ τὰ κλεισμένα βλέφαρα
Μέσα στὴ λάσπη καὶ τὸ αἷμα τῆς Ὀλλανδίας.
Αὐτὸς ὁ μαῦρος τόπος
Θὰ πρασινίσει κάποτε.
Τὸ σιδερένιο χέρι τοῦ Γκὲτς θ᾿ ἀναποδογυρίσει τ᾿ ἁμάξια
Θὰ τὰ φορτώσει θημωνιὲς ἀπὸ κριθάρι καὶ σίκαλη
Καὶ μὲς στοὺς σκοτεινοὺς δρυμοὺς μὲ τὶς νεκρὲς ἀγάπες
Ἐκεῖ ποὺ πέτρωσε ὁ καιρὸς ἕνα παρθένο φύλλο
Στὰ στήθια ποὺ σιγότρεμε μιά δακρυσμένη τριανταφυλλιὰ
Θὰ λάμπει ἕνα ἄστρο σιωπηλὸ σὰν ἀνοιξιάτικη μαργαρίτα.

Μὰ σὺ θὰ μένεις ἀκίνητος
Μὲ τοῦ Ἀκρίτα τ᾿ ἄλογο καὶ τὸ κοντάρι τ᾿ Ἅη-Γιωργιοῦ θὰ ταξιδεύεις στὰ χρόνια
Ἕνας ἀνήσυχος κυνηγὸς ἀπ᾿ τὴ γενιὰ τῶν ἡρῴων
Μ᾿ αὐτὲς τὶς σκοτεινὲς μορφὲς ποὺ θὰ σὲ παραστέκουν αἰώνια
Ὥσπου μιὰ μέρα νὰ σβηστεῖς καὶ σὺ παντοτεινὰ μαζί τους
Ὥσπου νὰ γίνεις πάλι μιὰ φωτιὰ μὲς στὴ μεγάλη Τύχη ποὺ σὲ γέννησε
Ὥσπου καὶ πάλι στὶς σπηλιὲς τῶν ποταμιῶν ν᾿ ἀντηχήσουν
Βαριὰ σφυριὰ τῆς ὑπομονῆς
Ὄχι γιὰ δαχτυλίδια καὶ σπαθιὰ
Ἀλλὰ γιὰ κλαδευτήρια κι ἀλέτρια.
Νίκος Γκάτσος

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2025



Ἐλεγεῖο
Στὴ φωτιὰ τοῦ ματιοῦ σου θὰ χαμογέλασε κάποτε ὁ Θεὸς
Θά ’κλεισε τὴν καρδιά της ἡ ἄνοιξη σὰ μιᾶς ἀρχαίας ἀκρογιαλιᾶς μαργαριτάρι.
Τώρα καθὼς κοιμᾶσαι λαμπερὸς
Στοὺς παγωμένους κάμπους ποὺ οἱ ἀγράμπελες
Γίναν βαλσαμωμένα φτερὰ μαρμάρινα περιστέρια
Βουβὰ παιδιὰ τῆς ἀπαντοχής –
Ἤθελα νά ’ρθεις μιὰ βραδιὰ σὰ βουρκωμένο σύννεφο
Ἄχνη τῆς πέτρας πάχνη τῆς ἐλιᾶς
Γιατί στὸ ἁγνό σου μέτωπο
Κάποτε θά ’βλεπα κι ἐγὼ
Τὸ χιόνι τῶν προβάτων καὶ τῶν κρίνων
Μὰ πέρασες ἀπ’ τὴ ζωὴ σὰν ἕνα δάκρυ τῆς θάλασσας
Σὰ λαμπηδόνα καλοκαιριοῦ καὶ στερνοβρόχι τοῦ Μάη
Κι ἃς ἤσουν μιὰ φορὰ κι ἐσὺ ἕνα γεράνιο κῦμα της
Ἕνα πικρὸ βότσαλό της
Ἕνα μικρὸ χελιδόνι της σ’ ἕνα πανέρημο δάσος
Χωρὶς καμπάνα τὴ χαραυγὴ χωρὶς λυχνάρι τὸ ἀπόβραδο
Μὲ τὴ ζεστή σου καρδιὰ γυρισμένη στὰ ξένα
Στὰ χαλασμένα δόντια τῆς ἄλλης ἀκρογιαλιᾶς
Στὰ γκρεμισμένα νησιὰ τῆς ἀγριοκερασιᾶς καὶ τῆς φώκιας.
Νίκος Γκάτσος

Κυριακή 21 Ιουλίου 2024


Μὲ τὴν Ἑλλάδα καραβοκύρη
Μὲ τὴ φουρτούνα
καὶ τὸ Σιρόκο
ἦρθε μιὰ σκούνα
ἀπ’ τὸ Μαρόκο

Μὲ τὸν ἀγέρα
καὶ μὲ τ’ ἀγιάζι
πάει μιὰ μπρατσέρα
γιὰ τὴν Βεγγάζη

Ἅγιε Νικόλα,
παρακαλῶ σε
στὰ πέλαγα ὅλα
λουλούδια στρῶσε

Μὲ τὸν ἀσίκη
τὸ μπουρλοτιέρη
ἦρθε ἕνα μπρίκι
ἀπό τ’ Ἀλγέρι

Μὲ τὴν Ἑλλάδα
καραβοκύρη
πάει μιὰ φρεγάδα
γιὰ τὸ Μισίρι

Νῖκος Γκάτσος

Σάββατο 6 Ιουνίου 2015


Ἕνα σπίρτο στὸ τραπέζι
Ἕνα σπίρτο στὸ τραπέζι
πῆρε μόνο του φωτιὰ
κι ἄρχισε ἡ φωτιὰ νὰ παίζει
στὴν τρελή σου τὴ ματιὰ

Σπίθα πάνω σπίθα κάτω
ποιός νὰ πῆρε μυρουδιὰ
κι ὅταν ἦρθε τὸ Σαββάτο
μοῦ `χες κάψει τὴν καρδιὰ

Ἕνα σπίρτο στὸ τραπέζι
τὰ `καν’ ὅλα ρημαδιὸ
κι ἕνα γέλιο τρεμοπαίζει
στὰ χειλάκια σου τὰ δυὸ

Σπίθα πάνω σπίθα κάτω
δὲν ἀντέχω πιὰ ντροπὲς
μὲ φιλιὰ σὲ καλοπιάνω
μὲ πληρώνεις μ’ ἀστραπὲς

Πᾶς γιὰ νὰ βγάλεις τ' ἄχτι σου
μὰ δὲ θὰ γίνω στάχτη σου
κι ἂν μ’ ἔκαψες, κι ἂν μ’ ἔκαψες
νὰ μ’ ἀγαπᾶς δὲν ἔπαψες.

Νίκος Γκάτσος

Σάββατο 31 Μαΐου 2014


Τραγούδι τοῦ παλιοῦ καιροῦ

λλάζουν ο καιροί περνᾶν τά χρόνια
το
κόσμου τό ποτάμι εἶναι θολό
μά ἐγώ θά βγῶ στο
ὀνείρου τά μπαλκόνια
γιά νά σέ ἰδῶ σκυμμένο στόν πηλό
καράβια νά κεντᾶς καί χελιδόνια.
Τό πέλαγο πικρό κι ἡ γῆ μας λίγη
καί τό νερό στά σύννεφα ἀκριβό
τό κυπαρίσσι ἡ γύμνια τό τυλίγει
τό χόρτο καίει τή στάχτη του βουβό
κι ἀτέλειωτο το
ἥλιου τό κυνήγι.
Κι ἦρθες ἐσύ καί σκάλισες μιά κρήνη
γιά τόν παλιό το
Πόντου ναυαγό
πού χάθηκε, μά ἡ μνήμη του ἔχει μείνει
κοχύλι λαμπερό στήν Ἀμοργό
καί βότσαλο ἁρμυρό στή Σαντορίνη.
Κι ἀπ' τή δροσιά πού σάλεψε στή φτέρη
πῆρα κι ἐγώ τό δάκρυ μιᾶς ροδιᾶς
γιά νά μπορῶ σέ το
το τό δεφτέρι
καημούς νά συλλαβίζω τῆς καρδιᾶς
μέ τοῦ παραμυθιο
τό πρῶτο ἀστέρι.
Μά τώρα πού ἡ Μεγάλη φτάνει Τρίτη
κι Ἀνάσταση θ' ἀργήσει νά φανεῖ
θέλω νά πᾶς στή Μάνη καί στήν Κρήτη
μέ συντροφιά σου ἐκεῖ παντοτινή
τό λύκο τόν ἀητό καί τόν ἀστρίτη.
Κι ἃμα θά δεῖς κρυφά στό μέτωπό σου
νά λάμπει μ' ἀπαλή μαρμαρυγή
τ' ἀλλοτινό πεφτάστερο, σηκώσου
νά ζωντανέψει πάλι μιά πηγή
πού καρτερεῖ στό βράχο τό δικό σου.

Νίκος Γκάτσος

Τετράδιο 146 * Μάϊος 2012 

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014


Ἀμοργός

Ἕνα καράβι μπαίνει στὸ γιαλὸ
ἕνα μαγγανοπήγαδο σκουριασμένο βογγάει
Μιὰ τούφα γαλανὸς καπνὸς μὲς στὸ τριανταφυλλὶ τοῦ ὁρίζοντα
Ἴδιος μὲ τὴ φτερούγα τοῦ γερανοῦ ποὺ σπαράζει
Στρατιὲς χελιδονιῶν περιμένουνε νὰ ποῦν
στοὺς ἀντρειωμένους τὸ καλωσόρισες
Μπράτσα σηκώνουνται γυμνὰ μὲ χαραγμένες ἄγκυρες στὴ μασχάλη
Μπερδεύουνται κραυγὲς παιδιῶν μὲ τὸ κελάδημα τοῦ πουνέντε
Μέλισσες μπαινοβγαίνουνε μὲς στὰ ρουθούνια τῶν ἀγελάδων
Μαντήλια καλαματιανὰ κυματίζουνε
Καὶ μία καμπάνα μακρινὴ βάφει τὸν οὐρανὸ μὲ λουλάκι
Σὰν τὴ φωνὴ κάποιου σήμαντρου ποὺ ταξιδεύει μέσα στ᾿ ἀστέρια
Τόσους αἰῶνες φευγάτο
Ἀπὸ τῶν Γότθων τὴν ψυχὴ κι ἀπὸ τοὺς τρούλλους τῆς Βαλτιμόρης
Κι ἀπ᾿ τὴ χαμένη Ἁγια-Σοφιὰ τὸ μέγα μοναστήρι.
Μὰ πάνω στ᾿ ἀψηλὰ βουνὰ ποιοὶ νά ᾿ναι αὐτοὶ ποὺ κοιτᾶνε
Μὲ τὴν ἀκύμαντη ματιὰ καὶ τὸ γαλήνιο πρόσωπο;
Ποιᾶς πυρκαγιᾶς νά ᾿ναι ἀντίλαλος αὐτὸς ὁ κουρνιαχτὸς στὸν ἀγέρα;
Μήνα ὁ Καλύβας πολεμάει μήνα ὁ Λεβεντογιάννης;
Μήπως ἀμάχη ἐπιάσανεν οἱ Γερμανοὶ μὲ τοὺς Μανιάτες;
Οὐδ᾿ ὁ Καλύβας πολεμάει κι οὐδ᾿ ὁ Λεβεντογιάννης
Οὔτε κι ἀμάχη ἐπιάσανεν οἱ Γερμανοὶ μὲ τοὺς Μανιάτες.
Πύργοι φυλᾶνε σιωπηλοὶ μία στοιχειωμένη πριγκίπισσα
Κορφὲς κυπαρισσιῶν συντροφεύουνε μία πεθαμένη ἀνεμώνη
Τσοπαναρέοι ἀτάραχοι μ᾿ ἕνα καλάμι φλαμουριᾶς
λένε τὸ πρωινό τους τραγούδι
Ἕνας ἀνόητος κυνηγὸς ρίχνει μία ντουφεκιὰ στὰ τρυγόνια
Κι ἕνας παλιὸς ἀνεμόμυλος λησμονημένος ἀπ᾿ ὅλους
Μὲ μία βελόνα δελφινιοῦ ράβει τὰ σάπια του πανιὰ μοναχός του
Καὶ κατεβαίνει ἀπ᾿ τὶς πλαγιὲς μὲ τὸν καράγιαλη πρίμα
Ὅπως κατέβαινε ὁ Ἄδωνις στὰ μονοπάτια τοῦ Χελμοῦ
νὰ πεῖ μία καλησπέρα τῆς Γκόλφως.


Νίκος Γκάτσος 

Τετράδιο 116 * Αὔγουστος 2009