Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καργάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καργάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026


Πρόοδος και συντήρηση
Πολύ συχνὰ μὲ ἐρωτοῦν, ἄν εἶμαι μὲ τὴν πρόοδο ἤ μὲ τὴν συντήρηση. Παιδαγωγικὰ ἀπαντῶ: «Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ὁρισμὸ». Καὶ μὲ αὐτὸ ἐννοῶ τὸ πῶς θὰ ὁρίσουμε τὶς δύο ἔννοιες. Γιατὶ, ἄν δοῦμε τὴν πρόοδο σὰν προοδοπληξία, τότε ἀσφαλῶς, μὲ τὴν ἔννοια αὐτὴ, ἡ θέση μας ἔναντι αὐτῆς εἶναι ἀπορριπτική. Ἄν πάλι ταυτίσουμε τὴ συντήρηση μὲ τὴν ἀντίδραση πρὸς καθετὶ νέο καὶ μὲ τὴν προκατάληψη ἔναντι αὐτοῦ, μὲ ἄλλα λόγια ἄν τὴν ἐκλάβουμε ὡς ὀπισθοδρόμηση, τότε καὶ πάλι ἡ τοποθέτησή μας εἶναι ἀρνητική. Ἄν ὅμως θεωρήσουμε σὰν πρόοδο τὴ φυσικὴ ἐξέλιξη ποὺ συντελεῖται μέσα στὰ πλαίσια τοῦ ἀνθρώπινα δυνατοῦ καὶ τοῦ ψυχολογικὰ σκόπιμου καὶ ὡς συντήρηση τὴ διατήρηση τῶν προηγουμένων κατακτήσεων, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι αὐτὲς ἀποτελοῦν σταθερὸ ἔδαφος γιὰ νέες ἐπιτεύξεις, τότε οἱ δύο αὐτὲς ἔννοιες ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἀπορριπτέες, ὄχι μόνον δὲν ἀλληλοαναιροῦνται ἀλλὰ ἀλληλοσυμπληρώνονται. Συνεπῶς, ὅταν οἱ δύο ἔννοιες πάρουν τὴ σωστὴ τους σημασιοδότηση εἶναι ἀποδεκτές ἀπὸ κάθε ἐχέφρονα πολίτη. Διότι ἡ συντήρηση καθοδηγεῖ τὴν πρόοδο καὶ ἡ πρόοδος ἀξιοποιεῖ τὴ συντήρηση. Πρόοδος καὶ συντήρηση, παρόλο ποὺ εἶναι δύο ποσότητες ἀντίθετα φορτισμένες, ἀλληλοεπηρεάζονται καὶ λειτουργοῦν ὅπως ὁ λόγος καὶ ὁ ἀντίλογος γιὰ τὴ διαρκῆ σύνθεση καὶ ἀνανέωση τῶν καταστάσεων, χωρὶς ὀδυνηρὲς ἀνατροπὲς. Ἀποτελοῦν θέση καὶ ἀντίθεση ποὺ ὁδηγοῦν στὴ σύνθεση, δηλαδὴ σὲ μιὰ καινούργια θέση, σίγουρα πιὸ ἐποικοδομητικὴ καὶ ὁλοκληρωμένη, ἀφοῦ δὲν προέρχεται ἀπὸ μία μόνον πλευρά.
Μιὰ φυσιολογικὴ πρόοδος εἶναι στενά δεμένη μὲ τὸ παρελθὸν καὶ ἀσκεῖ μιὰ κατευθυντικὴ ἐπίδραση στὸ μέλλον. «Ἐρχόμαστε ἀπὸ πολὺ μακριὰ καὶ πηγαίνουμε ἀκόμη πιὸ μακριὰ», εἶχε πεῖ ὁ μεγάλος ἡγέτης τοῦ Ἰταλικοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος Παλμίρο Τολιάτι. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ συντήρηση ἐκφράζει τὸ πνεῦμα τῆς παραδόσεως. Παράδοση δὲν εἶναι ὅ,τι παραλαμβάνουμε ἀπὸ τὸ παρελθὸν. Διότι τότε θὰ λεγόταν παραλαβή. Παράδοση (ἀπὸ τὸ ρῆμα παραδίδωμι) εἶναι ὅ,τι θὰ παραδώσουμε ἐμεῖς στοὺς ἐπιγενεστέρους. Λαοὶ ποὺ δὲν θὰ σεβαστοῦν καὶ δὲν θὰ ἀξιοποιήσουν τὰ δημιουργήματα τῶν προγενεστέρων, δὲν μποροῦν νὰ παραχωρήσουν μὲ σιγουριὰ στοὺς ἑπόμενους κρίκους τῆς ἐξελίξεως. Θὰ προχωροῦν βέβαια, ἀλλὰ στὰ τυφλὰ. Θὰ μοιάζουν μὲ τοὺς ναῦτες τοῦ Κολόμβου ποὺ δὲν ἤξεραν οὔτε ποῦ πήγαιναν οὔτε ποῦ ἔφθασαν. Κι ἀκόμη, ἡ συντήρηση μᾶς βοηθάει νὰ ἀφομοιώνουμε τὶς κατακτήσεις τῆς προόδου καὶ νὰ μὴ θαμπωνόμαστε ἀπὸ αὐτὲς. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὅσοι μένουν προσκολημμένοι στὸ «παραδεδομένο», ὅπως τὸ στρεῖδι στὸ βράχο, καὶ ἐπαναπαύονται σ’ αὐτὸ ποὺ δημιουργήθηκε χθὲς, χωρὶς νὰ προσπαθοῦν νὰ τὸ ἀξιοποιήσουν καὶ νὰ δημιουργήσουν κάτι νέο, κάτι ποὺ θὰ ἀνοίγει προοπτικὲς γιὰ ἕνα καλύτερο αὔριο, μοιραῖα θὰ μένουν στάσιμοι. Ἀντὶ νὰ προχωροῦν, θὰ ὀπισθοχωροῦν. Χωρὶς τὴν πρόοδο ἡ συντήρηση ὁδηγεῖ στὴν τελμάτωση, στὸν σκοταδισμὸ, στὴ νέκρωση τῆς πνευματικῆς καὶ κοινωνικῆς δραστηριότητας, στὴ μόλυνση γενικὰ τῶν χυμῶν τῆς ζωῆς. Τὴν ἀνάγκη γιὰ ἕναν τέτοιο συγκερασμὸ ὑποδηλώνει μιὰ θαυμάσια ἀρχαία προτροπὴ: «Στέργε μὲν τὰ παρόντα, ζήτει δὲ τὰ βέλτιστα». Δηλαδή, νὰ συντηρεῖς καὶ ν’ ἀγαπᾶς τὰ παρόντα ἀλλὰ παράλληλα νὰ ἐπιζητεῖς καὶ τὰ ἀκόμη πιὸ καλά.
Ὅπως εἶχα γράψει παλιὰ, ἡ πρόοδος ἐκφράζει τὸ «Ἰκάρειο» στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκφράζει τὴν τάση τοῦ «ἄνω θρώσκειν» ποὺ ἐμπεριέχεται στὴν ἐτυμολογικὴ ἀνάλυση τοῦ ὀνόματὸς του. Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ «ἄνω θρώσκειν» κρύβεται ὅλη ἡ ψυχική διάθεση, ἡ παρόρμηση τοῦ ἀνθρώπου ν’ ἀνέβει πιὸ ψηλὰ, νὰ βρεῖ καινούργια πράγματα, νὰ προχωρήσει πιὸ πέρα ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ βρισκόταν. Ἡ συντήρηση ἐκφράζει τὸ γήινο στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκφράζει τὸ σεβασμό πρὸς τὸ ἀναγνωρισμένο καὶ τὸ δοκιμασμένο, ποὺ ἀποτελοῦν βάση γιὰ νέες ἐξελίξεις. Γι’ αὐτὸ ἡ συντήρηση εἶναι γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὅ,τι ἦταν ἡ γῆ γιὰ τὸν μυθικὸ Ἀνταῖο, ποὺ πατοῦσε πάνω σ’ αὐτὴ καὶ ἀντλοῦσε νέες δυνάμεις. Δυστυχῶς πολλοί, θαμπωμένοι ἀπὸ τὰ ἐπιτεύγματα τῆς ἐποχῆς μας, ξεχνᾶνε κάτι βασικό: Ποτὲ δὲν θὰ φθάναμε στὴν κορυφὴ, ἄν ἄλλοι πρὶν ἀπὸ μᾶς, δὲν εἶχαν βάλει τὶς βάσεις τῆς ἀνόδου. Ὁ σύγχρονος πολιτισμὸς, δὲν εἶναι θαῦμα, εἶναι τελειοποίηση. Τὰ βήματα τῶν προγενεστέρων ἔγιναν γεφύρια, γιὰ νὰ περάσουμε ἐμεῖς. Κι ἐξ ἄλλου σεβασμὸς πρὸς τὸ παρελθὸν σημαίνει σεβασμὸς καὶ πρὸς τὸ μέλλον. Διότι, ὅπως ἔχω γράψει συχνὰ, μέλλον μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ παρελθὸν ποὺ μπαίνει ἀπὸ ἄλλη πόρτα. Ἄς εἴμαστε συνετοί. Κανεὶς δὲν ξέρει τὶ μᾶς ἐπιφυλάσσει… τὸ παρελθὸν! Ἄν δὲν τὸ σεβαστοῦμε, μπορεῖ ἡ πορεία μας πρὸς τὰ ἐμπρὸς νὰ μεταβληθεῖ σὲ μαρτύριο Σισύφου. Νὰ σπρώχνουμε τὸ ὄχημα τῆς προόδου πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ αὐτὸ νὰ γυρίζει πίσω.
Δὲν θέλησα νὰ κάνω ἀναφορὰ στὴν πολιτικὴ, διότι οἱ ταμπέλλες κάθε λογῆς εἶναι γιὰ τὰ καταστήματα. Τὸ ὅτι κάποιος χρησιμοποιεῖ σὰν τίτλο τὴ λέξη νέος/α δὲν σημαίνει ὅτι ἔχει καὶ φρεσκάδα νεότητας.
Σαράντος Καργάκος



Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026



Ὁ κόσμος καὶ ἡ συνείδησή του:
Ἁπλὲς σκέψεις γιὰ ἕνα μεγάλο θέμα
Ὁ Ντοστογιέφσκι στὸ ἔργο του «Ἔγκλημα καὶ Τιμωρία» περιγράφει σ’ ὅλες τὶς δραματικές του διαστάσεις τὸν ἀγώνα τοῦ ἐγκληματία νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸ συνειδησιακὸ ἔλεγχο, ἀπὸ τὴν τυραννία τῶν τύψεων. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ἀνάλγητος καὶ ἀδιάφορος, ψυχικὰ πωρωμένος καὶ ἠθικὰ βουλιαγμένος, χρειάζεται ἕναν ἀντί-Ντοστογιέφσκι, γιὰ νὰ περιγράψει τὴν ἀντί-συνείδησή του.
Ἡ ἀνθρώπινη ἀδιαφορία ἔχει γίνει μετρήσιμο μέγεθος. Κάποτε στὴ Γερμανία σκηνοθέτησαν ὁδικὸ ἀτύχημα γιὰ νὰ μετρήσουν πόσοι ὁδηγοὶ θὰ σταματήσουν γιὰ νὰ προσφέρουν βοήθεια. Τὸ ἄθροισμα ἦταν μηδενικό. Καὶ τὸ ἀντίστροφο: μία ἔρευνα περιοδικοῦ ἀποκάλυψε πὼς πολλοὶ δὲν σπεύδουν —ἰδίως νύχτα— νὰ σηκώσουν, νὰ βοηθήσουν ἕναν πεσμένο ἄνθρωπο, γιατὶ φοβοῦνται μήπως εἶναι σκηνοθεσία ληστείας. Ὑπάρχει μία πρόοδος, λοιπόν, στὴν καταγραφὴ τῆς ἀπανθρωπιᾶς, τῆς ἀδιαφορίας, τῆς ἀνθρωποφοβίας. Οἱ στατιστικοὶ πίνακες καὶ οἱ ἠλεκτρονικοὶ ὑπολογιστὲς εἶναι σὲ θέση νὰ μᾶς ἀποκαλύψουν μὲ ἀκρίβεια ὅτι ἀπεμπολήσαμε τὸ μέσα, γιὰ νὰ κερδίσουμε τὸ ἔξω. Ὅμως, τελικὰ δὲν κερδίσαμε τίποτα. Γιατί, ὅποιος δὲ βρίσκει ἀνάπαυση στὴ συνείδησή του μάταια τὴν ἀναζητᾶ ἀλλοῦ. «Ἡ συνείδηση εἶναι τὸ πιὸ μαλακὸ μαξιλάρι, γιὰ νὰ κοιμηθεῖς», λέει μία ξένη παροιμία.
«Ντρέπομαι γιὰ τὴ ζέστα μου καὶ γιὰ τὴν ἀνθρωπιά μου», λέει ὁ Παλαμᾶς γιὰ τὴ δική του θαλπωρὴ τὴν ὥρα ποὺ ἡ παγωνιὰ δέρνει ἀλύπητα τὴν ἐργατιὰ καὶ τὴν ἀγροτιά. Ὁ σύγχρονος τεχνοκρατικὸς ἄνθρωπος δὲν ἔχει τέτοιες εὐαισθησίες. Φαίνεται πὼς τὰ τελευταία ὑπολείμματα ἀνθρωπιᾶς κάηκαν στοὺς φούρνους τοῦ Ἄουσβιτς μὲ τὸ σῆμα τῆς «Ζῆμενς», ποὺ ἐνδεχομένως φέρει κι ὁ δικός μας ἠλεκτρικὸς φοῦρνος. Ὅμως δὲ θέλουμε νὰ κάνουμε κάτι τέτοιους ἐνοχλητικοὺς συσχετισμούς. Δὲν θέλουμε ἐνοχλητικὲς μνῆμες καὶ ἠθικὰ ἐρωτηματικὰ νὰ ταράσσουν τὴ μακαριότητά μας. Στὸν κόσμο μας μόνο τὸ ὑλικὸ κεφάλαιο παραμένει ζωντανό. Ἡ συνείδηση ἔχει γίνει νεκρὸ κεφάλαιο. Τὰ ἠθικὰ κριτήρια ἔχουν ἀπονεκρωθεῖ, κάθε ἔξω-ὑλικὸ μέγεθος προβάλλεται ὡς ἀναχρονιστικό, ἡ τιμιότητα θεωρεῖται ἀφέλεια, ἡ ἀγαθότητα ἀνοησία, ἡ ἀνθρωπιὰ παράταιρο θεωρητικὸ σχῆμα.
Ἡ τιμωρία τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου εἶναι ὅτι φοβᾶται τὸν ἄνθρωπο. Κλειδώνεται – διπλοκλειδώνεται. Ἀσφαλίζεται — διπλασφαλίζεται. Ὅμως πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ συνάνθρωπο ὁ ἄνθρωπος φοβᾶται τὸν ἑαυτό του. Φοβᾶται νὰ μιλήσει μαζί του, νὰ κάνει ἕναν τίμιο ἀπολογισμό. Φοβᾶται τὶς εὐθύνες, ποὺ συνεπάγεται ὁ συνειδησιακὸς ἔλεγχος. Προτιμᾶ νὰ καταλαγιάζει τὴ φωνὴ τῆς συνείδησής του μὲ ὑποκατάστατα, ν’ ἀφήνεται στὰ πάθη του, ἐλπίζοντας ὅτι ἡ συνείδησή του θὰ πάψει νὰ τὸν ἐνοχλεῖ. Προτιμᾶ νὰ γίνει ἀπάνθρωπος, ποὺ κινεῖται στὸ λυκόφως τῆς συνείδησης, γιατὶ φοβᾶται τὸ φῶς της. Προτιμᾶ ν’ ἀπεμπολήσει τὴν ἀξιοπρέπειά του, παρὰ νὰ ζημιωθεῖ οἰκονομικά. Ἴσως ὁ τωρινὸς ἄνθρωπος νὰ ἐννοεῖ τὴ συνείδηση ὡς μία μοντέρνα Τράπεζα Συναλλαγῶν.
Ὅταν φτάνει ἡ μέρα ποὺ πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ πεῖ τὸ «μεγάλο ναὶ» ἢ τὸ «μεγάλο ὄχι», ὅταν πρέπει νὰ ἐπιλέξει ἀνάμεσα στὰ στενὰ μονοπάτια, ποὺ χαράζει ὁ αὐτοέλεγχος καὶ οἱ ἐσωτερικὲς ἀμφιβολίες, καὶ ἀνάμεσα στὴν πλατιὰ λεωφόρο ποὺ ἀνοίγει ἡ ἀναλγησία, τοποθετεῖται μπροστὰ σ’ ἕνα δίλημμα, ὅμοιο μ’ ἐκεῖνο τοῦ Ἡρακλῆ. Καὶ τότε καλεῖται νὰ δώσει μίαν ἀπάντηση ποὺ θὰ σημαδέψει ὁλόκληρη τὴ ζωή του, ποὺ θὰ ἐξασφαλίσει τὴν ἐσωτερικὴ ἰσορροπία καὶ εὐδαιμονία ἢ θὰ ἐπιφέρει τὸν ἐσωτερικὸ διχασμό, τὴ δισυπόστατη ψυχικὴ δράση, ποὺ ἐνεργεῖ καταλυτικὰ γιὰ τὴν ψυχικὴ ἁρμονία, δημιουργώντας μιὰ βούληση δύο ταχυτήτων: ἀργὴ γιὰ τὸ καλὸ καὶ γρήγορη γιὰ τὸ κακό.
Τελικὰ μὲ τὶς ἐπιλογές μας φέραμε τὴ ζωή μας ξανὰ στὴν ἐποχὴ τῶν παγετώνων. Ἡ ἀφροσύνη ἔφερε τὴν παραφροσύνη. Προσπαθώντας, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος νὰ ζήσει σ’ ἕναν παράλογο κόσμο, κλείνεται ἑρμητικὰ στὸ καβούκι τῆς μοναξιᾶς του, ἀρνεῖται τὸ συναισθηματικὸ δέσιμο μὲ τὸν κόσμο, μετατρέπεται σ’ ἕναν κοινωνικὸ ἀναχωρητή, ποὺ ζεῖ μέσα στὴν κοινωνία, γιὰ νὰ μὴ βρίσκεται σ’ ἐπικοινωνία μὲ τὸν ἑαυτό του, ποὺ μπορεῖ νὰ τοῦ θέσει κάποια ἐνοχλητικὰ ἐρωτήματα ἢ νὰ τὸν τοποθετήσει σὲ βασανιστικὰ διλήμματα. Κλεισμένος σ’ ἕνα «ἀποστειρωμένο δωμάτιο», καλὰ ἠχομονωμένο, στηρίζει τὴν ὕπαρξή του σ’ ἕνα κενὸ σχῆμα, ποὺ ὑπηρετεῖ μόνο τὸν ἐγωισμό του, χωρὶς νὰ συμβάλλει προωθητικὰ στὴν ἐπίτευξη μίας νέας ἠθικῆς ποιότητας. «Ὄμορφο κόσμο, ἠθικό, ἀγγελικὰ πλασμένο», ὁραματίστηκε ὁ ποιητής. Ἂς εἴμαστε περισσότερο προσγειωμένοι. Ἡ ἀπαίτηση γιὰ ἕναν κόσμο ἀγγέλων προβάλλει σὰν ἄπιαστο ὄνειρο, ποὺ ἐλάχιστα προσεγγίζει τὰ ἀνθρώπινα μέτρα, ὅπως διαμορφώνονται σήμερα. Ἄν ὅμως δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τὴ ζωή μας παράδεισο, μποροῦμε, τουλάχιστον, νὰ μὴν τὴν κάνουμε κόλαση. Ὁ δρόμος τῆς σωτηρίας περνάει μέσα ἀπὸ τὴν ψυχή. Ὁ Βλαδίμηρος Λένιν, ἕνας ἐλάχιστα ὡραιολόγος ὁραματιστὴς ἔχει πεῖ: «Ἡ ἀνθρώπινη συνείδηση δὲν ἀντανακλᾶ μόνο τὸν ἀντικειμενικὸ κόσμο, μὰ καὶ τὸν διαμορφώνει». Ἄν δώσουμε προτεραιότητα στὴν ποιότητα τῆς συνείδησης (κι αὐτὸ εἶναι εὐθύνη τῆς παιδείας), μποροῦμε νὰ κάνουμε τὸν κόσμο καλύτερο. Ἂς προσπαθήσουμε νὰ εὐαισθητοποιηθοῦμε σὲ ἠθικὰ θέματα, ν’ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὴν ἀποστασιοποίηση ἀπέναντι στοὺς ἠθικοὺς κραδασμοὺς τοῦ κόσμου, ἐλπίζοντας νὰ τὸν κάνουμε ὄχι βέβαια ἀγγελικότερο ἀλλὰ ἀνθρωπινότερο.
Σαράντος Καργάκος

Κυριακή 25 Αυγούστου 2024

Laboremus καὶ ὄχι… ξαπλαρέμους!
* Ποιά εἶναι τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας σήμερα, ποιά εἶναι ἡ προσωπικότητά της καὶ οἱ ἀρχὲς οἱ ὁποῖες τὴ διέπουν; Ἐκτιμᾶτε ὅτι ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία δὲν ἔχει πρόσωπο;
«Τὸ μόνο δροσερὸ ποὺ αἰσθάνθηκα τὸν τελευταῖο καιρὸ ἦσαν οἱ πρῶτες σταγόνες τῆς βροχῆς, πού, ὅταν ἔγιναν βροχή, καθάρισαν κάπως τὸν ἐξωτερικό μας ρύπο. Γιὰ ποιά ἑλληνικὴ κοινωνία μιλᾶτε; Αὐτὸ τὸ πληθυσμιακὸ ἁμάρευμα (=κατακάθι) δὲν εἶναι κοινωνία, εἶναι ἀ-κοινωνία. Μὲ ποιόν ἢ μὲ τί κοινωνοῦμε; Τὸ τί εἴμαστε, τὸ ἔχει προσδιορίσει προφητικὰ καὶ χλευαστικὰ ὁ Ἠράκλειτος: «Σάρμα εἰκῆ κεχυμένον ὁ κάλλιστος κόσμος μας» (=Σκουπίδια ἄτακτα χυμένα ὁ ὡραιότατος κόσμος μας)! Στὸ μόνο ποὺ διακρινόμαστε εἶναι ἡ παραγωγὴ καὶ ἡ ἔκθεση σκουπιδιῶν. Δημιουργοῦμε - ὄντας σκουπίδια τῆς ἱστορίας - τὸν «Πολιτισμὸ τῶν Σκουπιδιῶν». Ἂς μὴν μιλᾶμε πιὰ γιὰ πρόσωπο. Ὅπως συχνὰ ἔχω γράψει, εἴμαστε μία ἀπρόσωπη ἔκφραση προσωπικότητας. Δὲν ἔχουμε πρόσωπο καὶ γι' αὐτό, ὅπως ἔλεγε ὁ λαός, ὅταν ἦταν λαὸς κι ὄχι πολτός, «δὲν βλέπουμε θεοῦ... πρόσωπο»!
* Δομικοὶ κοινωνικοὶ θεσμοὶ τῆς χώρας μας ὅπως φερ' εἰπεῖν ἡ παιδεία, ἡ πολιτεία, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἐκκλησία καὶ ἄλλα ἀπαξιώνονται τόσο πολὺ ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς πολίτες... Μήπως αὐτὸ εἶναι ἐπικίνδυνο;
«Οἱ θεσμοί, γιὰ νὰ εἶναι θεσμοί, πρέπει νὰ εἶναι δεσμοί, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἁλυσίδας. Πρέπει νὰ μᾶς δένουν μὲ κάτι (π.χ. μὲ μία πίστη σὲ μία ἀξία) ἀναμεταξύ μας. Οἱ θεσμοὶ ἔχουν παραλύσει. Ἔχουν αὐτοδιαλυθεῖ. Οὐσιαστικὰ οἱ φορεῖς τους ἔχουν αὐτοπαραιτηθεῖ. Ἡ παρουσία τους εἶναι προσχηματικὴ καί... μισθολογική. Ἕνα παράδειγμα: ἡ τήρηση τῶν νόμων στὴν Ἑλλάδα εἶναι προαιρετική. Ποιός μεγάλος κλέφτης μπῆκε φυλακή; Κι ἂν μπῆκε, σὲ πόσο χρόνο βγῆκε; Ἀσφαλῶς κι εἶναι ἐπικίνδυνη ἡ ἀπαξίωση τῶν θεσμῶν ἐκ μέρους τῶν πολιτῶν. Ἀλλὰ κατὰ πόσον οἱ κατὰ ταυτότητα Ἕλληνες εἶναι πολίτες; Εἶναι ἰδιῶτες καί, ὅπως, ἐννοοῦσε τὴ λέξη ὁ Περικλῆς καὶ ὅπως ἐννοοῦν τὴ λέξη idiot οι ξένοι. Δὲν ἔχουμε αἴσθημα πατρίδας, γιὰ νὰ ἔχουμε σοβαροὺς θεσμοὺς καὶ σοβαρὴ πίστη στοὺς θεσμούς. Τὰ ὅρια τῆς πατρίδας μου εἶναι τὰ ὅρια τῆς... τσέπης μου».
*Τί ἔχετε νὰ πεῖτε γιὰ τὴν ἀπαξίωση τῆς πολιτικῆς καὶ τῶν ἐκπροσώπων της;
«Γιὰ τὸ τίποτε δὲν ἔχω νὰ πῶ τίποτε. Αὐτὸ τὸ τίποτε συγκροτεῖται ἀπὸ κάποια κομματικὰ ἢ οἰκογενειακὰ φέουδα. Ἀλλά, ὅταν μοιράζεις τὸ τίποτε, εἰσπράττεις ἕνα τίποτε. Ἔχουμε μία τιποτένια πολιτική, διότι ἐξαιτίας κυρίως τοῦ τηλεοπτικοῦ καὶ ραδιοφωνικοῦ ἐκμαυλισμοῦ ἐδῶ καὶ καιρὸ συγκροτοῦμε ἕνα σύνολο χαυνοπολιτῶν, δηλαδὴ κεχηναίων καὶ χασκόντων πολιτῶν».
* Ποιό εἶναι τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα τῆς χώρας μας, τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ θεωρηθεῖ ἡ βασικὴ αἰτία τῆς γενικότερης καὶ κοινῶς ἀναγνωριζόμενης κοινωνικῆς παθογένειας σήμερα καὶ ποιά ἡ προτεινόμενη λύση του;
«Ὑπὸ ἄλλες συνθῆκες θὰ σᾶς ἔλεγα ὅτι εἶναι ἡ «ἀπαιδία», ὅπως τὴ λέγει ὁ Πολύβιος. Ἡ ὑπογεννητικότητα. Διότι οἱ ἀρχοντοχωριάτες (μὲ δανεικὰ παρακαλῶ!) κατὰ ταυτότητα Ἕλληνες προτιμοῦν ν' ἀνατρέφουν σκυλιὰ καὶ ὄχι παιδιά. Ἂν ἤμουν ὑποκριτὴς θὰ σᾶς ἔλεγα ὅτι εἶναι ἡ φερόμενη (ἔτσι δὲν λέμε τώρα;) οἰκονομικὴ κρίση. Ἀλλὰ μία κρίση δὲν κάνει κακό. Ἡ ἀκρισία, ποὺ μᾶς ἔδερνε τόσον καιρό, ἦταν τὸ μεγάλο κακό. Ἡ κρίση μπορεῖ νὰ μᾶς κάνει καλό: νὰ «μάσουμε» ὄχι μόνο τὰ λεφτὰ ἀλλὰ κυρίως τά... μυαλά μας. Τὴν μόνη λύση ποὺ ἐδῶ καὶ δύο χρόνια προτείνω μὲ τὴν ἀρθρογραφία μου εἶναι ἡ προτροπὴ τοῦ Σεπτιμίου Σεβήρου: laboremus (=ἂς ἐργαζόμαστε) καὶ ὄχι τό... ξαπλαρέμους».
* Προσφέρεται σήμερα παιδεία ἀπὸ τὸ κράτος; Ἢ προσφέρεται κακοπαιδεία, ὑποπαιδεία καὶ ὑπνοπαιδεία;
«Δὲν ὑπάρχει κράτος, ὑπάρχει ἀκράτεια. Τὸ φερόμενο ὡς κράτος εἶναι ἕνας φορομπηχτικὸς μηχανισμὸς κι ἕνας τεράστιος ἑσμὸς παρασίτων. Συνεπῶς, αὐτὸ ποὺ προσφέρεται σὰν παιδεία εἶναι μία παρασιτικὴ λειτουργία. Τοὺς τίτλους «κακοπαιδεία», «ὑποπαιδεία», «ὑπνοπαιδεία» χρησιμοποιῶ ἐδῶ καὶ μία τριακονταετία. Τὰ βιβλία μου «Ἀλαλία» καὶ «Ἀλεξία» καὶ τὸ πρόσφατα ἐκδοθὲν ἀπὸ τὸν «Ἁρμό», «Ἑλληνικὴ παιδεία: Ἕνας νεκρὸς μέ... μέλλον», ξέρω ὅτι ἐνόχλησαν πολλούς. Ἀλλὰ αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι ἡ ἀποστολὴ τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου: νὰ γίνεται σωκρατικὸς οἶστρος, ἔστω κι ἂν τὸ βραβεῖο μὲ τὸ ὁποῖο θὰ τιμηθεῖ εἶναι τό... κώνειον!».
* Π[vς πρέπει νὰ σταθεῖ ἡ Ἑλλάδα ἀπέναντι στὴν πρόκληση τῆς ἐποχῆς μας; Πῶς μπορεῖ νὰ παίξει κάποιο ρόλο;
«Ἡ Ἑλλάς, ὡς ἔννοια πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ ναί, οἱ φερόμενοι τώρα ὡς Ἕλληνες ὄχι. Ἐκτὸς πιὰ κι ἂν ἐπιτραπεῖ στὴν Ἑλλάδα νὰ ἐπιστρέψει στὸν τόπο της. Τὸ νὰ λὲς πὼς εἶσαι Ἕλληνας σήμερα στὴν Ἑλλάδα κάνει κακὸ στὴν ὑγεία καὶ στὴ σταδιοδρομία. Δὲν διαπρέπουν οἱ ἀπόγονοι τοῦ Λεωνίδα ἀλλὰ τοῦ Ἐφιάλτη καὶ τοῦ Νενέκου. Ὡστόσο, ἡ ἀνθρωπότητα ποὺ διαρκῶς βουλιάζει μέσα στὸ τέλμα μίας προόδου ποὺ δίνει τὴν αἴσθηση καὶ τὸ ἄρωμα τοῦ βόθρου, θὰ αἰσθανθεῖ κάποια στιγμὴ τὴν ἀνάγκη μίας ὑγιοῦς ἀναπνοῆς. Ὅπως τὰ χρόνια τῆς Ἀναγεννήσεως (ἀλλὰ καὶ μετά) ἰδανικὸ πρότυπο ἔγινε ὁ Ἕλληνας Ἄνθρωπος, τὸ ἴδιο θὰ συμβεῖ καὶ στὰ προσεχῆ χρόνια, θὰ ξαναρχίσει διεθνῶς (στὴν Κίνα ἄρχισε πυρετωδῶς) ἡ σπουδὴ τῆς ἀρχαίας μας γλώσσας, πού, ὅπως ἔγραψε παλιὰ ὁ WilhelmSchultze, εἶναι «ἡ ἀνώτερη ἐκδήλωση τοῦ ἀνθρώπινου γλωσσοπλαστικοῦ δαιμονίου» (Hoechste Manifestation des Sprachbilden des Menschengeistes). Τότε ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ ὑψωθεῖ καὶ τοῦτος ὁ ἀσπόνδυλος, σὰν μαλάκιο λαός, σὲ ἔθνος. Διότι, ὅπως σωστὰ λένε οἱ Γερμανοί, ποὺ μᾶς φόρεσαν τὸ καπίστρι τῆς «Τρόικας», τὸ ἔθνος εἶναι ἡ γλώσσα («Die Nation ist die Sprache»). Ἡ κατάπτωσή μας ἄρχισε ἀπὸ τὴν κατάπτωση τῆς γλώσσας μας. Ἔτσι ἐγίναμε, ὅπως λέει ὁ Μακρυγιάννης, «παλιόψαθα τῶν Ἐθνῶν». Ἀλλ' ἂν θαύματα γίνονταν καὶ στὸ παρελθόν, γιατί νὰ μὴ γίνουν καὶ στὸ μέλλον; Οἱ πραγματικὰ θρησκεύοντες προσδοκοῦν «ἀνάστασιν νεκρῶν». Ἐγώ, πιὸ ὀλιγαρκής, προσδοκῶ τὴν ἀνάσταση τοῦ φιλοτίμου μας. Κι ἂν εἶναι νὰ πεθαίνουμε, νὰ πεθαίνουμε γιὰ ἕνα φιλότιμο... Ἄμποτες!».
Σαράντος Καργάκος

Πέμπτη 6 Απριλίου 2023


Μὲ τὴν πρόοδο ἤ μὲ τὴν συντήρηση;
Πολύ συχνὰ μὲ ἐρωτοῦν, ἄν εἶμαι μὲ τὴν πρόοδο ἤ μὲ τὴν συντήρηση. Παιδαγωγικὰ ἀπαντῶ: «Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ὁρισμὸ». Καὶ μὲ αὐτὸ ἐννοῶ τὸ πῶς θὰ ὁρίσουμε τὶς δύο ἔννοιες. Γιατὶ, ἄν δοῦμε τὴν πρόοδο σὰν προοδοπληξία, τότε ἀσφαλῶς, μὲ τὴν ἔννοια αὐτὴ, ἡ θέση μας ἔναντι αὐτῆς εἶναι ἀπορριπτική. Ἄν πάλι ταυτίσουμε τὴ συντήρηση μὲ τὴν ἀντίδραση πρὸς καθετὶ νέο καὶ μὲ τὴν προκατάληψη ἔναντι αὐτοῦ, μὲ ἄλλα λόγια ἄν τὴν ἐκλάβουμε ὡς ὀπισθοδρόμηση, τότε καὶ πάλι ἡ τοποθέτησή μας εἶναι ἀρνητική. Ἄν ὅμως θεωρήσουμε σὰν πρόοδο τὴ φυσικὴ ἐξέλιξη ποὺ συντελεῖται μέσα στὰ πλαίσια τοῦ ἀνθρώπινα δυνατοῦ καὶ τοῦ ψυχολογικὰ σκόπιμου καὶ ὡς συντήρηση τὴ διατήρηση τῶν προηγουμένων κατακτήσεων, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι αὐτὲς ἀποτελοῦν σταθερὸ ἔδαφος γιὰ νέες ἐπιτεύξεις, τότε οἱ δύο αὐτὲς ἔννοιες ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἀπορριπτέες, ὄχι μόνον δὲν ἀλληλοαναιροῦνται ἀλλὰ ἀλληλοσυμπληρώνονται. Συνεπῶς, ὅταν οἱ δύο ἔννοιες πάρουν τὴ σωστὴ τους σημασιοδότηση εἶναι ἀποδεκτές ἀπὸ κάθε ἐχέφρονα πολίτη. Διότι ἡ συντήρηση καθοδηγεῖ τὴν πρόοδο καὶ ἡ πρόοδος ἀξιοποιεῖ τὴ συντήρηση. Πρόοδος καὶ συντήρηση, παρόλο ποὺ εἶναι δύο ποσότητες ἀντίθετα φορτισμένες, ἀλληλοεπηρεάζονται καὶ λειτουργοῦν ὅπως ὁ λόγος καὶ ὁ ἀντίλογος γιὰ τὴ διαρκῆ σύνθεση καὶ ἀνανέωση τῶν καταστάσεων, χωρὶς ὀδυνηρὲς ἀνατροπὲς. Ἀποτελοῦν θέση καὶ ἀντίθεση ποὺ ὁδηγοῦν στὴ σύνθεση, δηλαδὴ σὲ μιὰ καινούργια θέση, σίγουρα πιὸ ἐποικοδομητικὴ καὶ ὁλοκληρωμένη, ἀφοῦ δὲν προέρχεται ἀπὸ μία μόνον πλευρά.
Μιὰ φυσιολογικὴ πρόοδος εἶναι στενά δεμένη μὲ τὸ παρελθὸν καὶ ἀσκεῖ μιὰ κατευθυντικὴ ἐπίδραση στὸ μέλλον. «Ἐρχόμαστε ἀπὸ πολὺ μακριὰ καὶ πηγαίνουμε ἀκόμη πιὸ μακριὰ», εἶχε πεῖ ὁ μεγάλος ἡγέτης τοῦ Ἰταλικοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος Παλμίρο Τολιάτι. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ συντήρηση ἐκφράζει τὸ πνεῦμα τῆς παραδόσεως. Παράδοση δὲν εἶναι ὅ,τι παραλαμβάνουμε ἀπὸ τὸ παρελθὸν. Διότι τότε θὰ λεγόταν παραλαβή. Παράδοση (ἀπὸ τὸ ρῆμα παραδίδωμι) εἶναι ὅ,τι θὰ παραδώσουμε ἐμεῖς στοὺς ἐπιγενεστέρους. Λαοὶ ποὺ δὲν θὰ σεβαστοῦν καὶ δὲν θὰ ἀξιοποιήσουν τὰ δημιουργήματα τῶν προγενεστέρων, δὲν μποροῦν νὰ παραχωρήσουν μὲ σιγουριὰ στοὺς ἑπόμενους κρίκους τῆς ἐξελίξεως. Θὰ προχωροῦν βέβαια, ἀλλὰ στὰ τυφλὰ. Θὰ μοιάζουν μὲ τοὺς ναῦτες τοῦ Κολόμβου ποὺ δὲν ἤξεραν οὔτε ποῦ πήγαιναν οὔτε ποῦ ἔφθασαν. Κι ἀκόμη, ἡ συντήρηση μᾶς βοηθάει νὰ ἀφομοιώνουμε τὶς κατακτήσεις τῆς προόδου καὶ νὰ μὴ θαμπωνόμαστε ἀπὸ αὐτὲς. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὅσοι μένουν προσκολημμένοι στὸ «παραδεδομένο», ὅπως τὸ στρεῖδι στὸ βράχο, καὶ ἐπαναπαύονται σ’ αὐτὸ ποὺ δημιουργήθηκε χθὲς, χωρὶς νὰ προσπαθοῦν νὰ τὸ ἀξιοποιήσουν καὶ νὰ δημιουργήσουν κάτι νέο, κάτι ποὺ θὰ ἀνοίγει προοπτικὲς γιὰ ἕνα καλύτερο αὔριο, μοιραῖα θὰ μένουν στάσιμοι. Ἀντὶ νὰ προχωροῦν, θὰ ὀπισθοχωροῦν. Χωρὶς τὴν πρόοδο ἡ συντήρηση ὁδηγεῖ στὴν τελμάτωση, στὸν σκοταδισμὸ, στὴ νέκρωση τῆς πνευματικῆς καὶ κοινωνικῆς δραστηριότητας, στὴ μόλυνση γενικὰ τῶν χυμῶν τῆς ζωῆς. Τὴν ἀνάγκη γιὰ ἕναν τέτοιο συγκερασμὸ ὑποδηλώνει μιὰ θαυμάσια ἀρχαία προτροπὴ: «Στέργε μὲν τὰ παρόντα, ζήτει δὲ τὰ βέλτιστα». Δηλαδή, νὰ συντηρεῖς καὶ ν’ ἀγαπᾶς τὰ παρόντα ἀλλὰ παράλληλα νὰ ἐπιζητεῖς καὶ τὰ ἀκόμη πιὸ καλά.
Ὅπως εἶχα γράψει παλιὰ, ἡ πρόοδος ἐκφράζει τὸ «Ἰκάρειο» στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκφράζει τὴν τάση τοῦ «ἄνω θρώσκειν» ποὺ ἐμπεριέχεται στὴν ἐτυμολογικὴ ἀνάλυση τοῦ ὀνόματός του. Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ «ἄνω θρώσκειν» κρύβεται ὅλη ἡ ψυχική διάθεση, ἡ παρόρμηση τοῦ ἀνθρώπου ν’ ἀνέβει πιὸ ψηλὰ, νὰ βρεῖ καινούργια πράγματα, νὰ προχωρήσει πιὸ πέρα ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ βρισκόταν. Ἡ συντήρηση ἐκφράζει τὸ γήινο στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκφράζει τὸ σεβασμό πρὸς τὸ ἀναγνωρισμένο καὶ τὸ δοκιμασμένο, ποὺ ἀποτελοῦν βάση γιὰ νέες ἐξελίξεις. Γι’ αὐτὸ ἡ συντήρηση εἶναι γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὅ,τι ἦταν ἡ γῆ γιὰ τὸν μυθικὸ Ἀνταῖο, ποὺ πατοῦσε πάνω σ’ αὐτὴ καὶ ἀντλοῦσε νέες δυνάμεις. Δυστυχῶς πολλοί, θαμπωμένοι ἀπὸ τὰ ἐπιτεύγματα τῆς ἐποχῆς μας, ξεχνᾶνε κάτι βασικό: Ποτὲ δὲν θὰ φθάναμε στὴν κορυφὴ, ἄν ἄλλοι πρὶν ἀπὸ μᾶς, δὲν εἶχαν βάλει τὶς βάσεις τῆς ἀνόδου. Ὁ σύγχρονος πολιτισμὸς, δὲν εἶναι θαῦμα, εἶναι τελειοποίηση. Τὰ βήματα τῶν προγενεστέρων ἔγιναν γεφύρια, γιὰ νὰ περάσουμε ἐμεῖς. Κι ἐξ ἄλλου σεβασμὸς πρὸς τὸ παρελθὸν σημαίνει σεβασμὸς καὶ πρὸς τὸ μέλλον. Διότι, ὅπως ἔχω γράψει συχνὰ, μέλλον μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ παρελθὸν ποὺ μπαίνει ἀπὸ ἄλλη πόρτα. Ἄς εἴμαστε συνετοί. Κανεὶς δὲν ξέρει τὶ μᾶς ἐπιφυλάσσει… τὸ παρελθὸν! Ἄν δὲν τὸ σεβαστοῦμε, μπορεῖ ἡ πορεία μας πρὸς τὰ ἐμπρὸς νὰ μεταβληθεῖ σὲ μαρτύριο Σισύφου. Νὰ σπρώχνουμε τὸ ὄχημα τῆς προόδου πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ αὐτὸ νὰ γυρίζει πίσω.
Δὲν θέλησα νὰ κάνω ἀναφορὰ στὴν πολιτικὴ, διότι οἱ ταμπέλλες κάθε λογῆς εἶναι γιὰ τὰ καταστήματα. Τὸ ὅτι κάποιος χρησιμοποιεῖ σὰν τίτλο τὴ λέξη νέος/νέα δὲν σημαίνει ὅτι ἔχει καὶ φρεσκάδα νεότητας.
Σαράντος Καργάκος

Κυριακή 29 Μαρτίου 2020


Κατανάλωση τώρα! (β)
Ἡ συναυλία σὲ δίσκο, ἡ θεατρικὴ παράσταση σὲ βιντεοκασέτα, οἱ κονσερβοποιημένες τροφὲς “σὰν τὶς σπιτικές”, τὸ γάλα σὲ πλαστικὴ συσκευασία “σὰν τὸ μητρικό”, ἕτοιμα κάθε στιγμὴ γιὰ τὸν καθένα, συνθέτουν τὸν κόσμο τῆς ἐξυπηρέτησης, ἕναν κόσμο ἀπὸ ὑποκατάστατα, τὸν κόσμο τῶν παρομοιώσεων, τὸν κόσμο τοῦ “σάν” (“σὰν στὸ σπίτι σας”), τὸν κόσμο μας. Στὸ κυνήγι τῆς «μέσης» ἀπόλαυσης σκοτώνουμε τὴ χαρὰ τῆς προετοιμασίας γιὰ ἀπόλαυση, χάνουμε τὸ “ὡραῖο ταξίδι”, γιὰ νὰ φθάσουμε ὅσο γίνεται πιὸ γρήγορα στὴν “Ἰθάκη”, ποὺ καὶ γι’ αὐτὸ δὲ μᾶς ἱκανοποιεῖ, ποὺ καὶ γι’ αὐτὸ τὴ βρίσκουμε ἀπελπιστικὰ μικρή. Κι ὅμως, «εἶναι προτιμότερη ἡ εὐτυχία ποὺ περιμένεις, παρὰ ἡ εὐτυχία ποὺ ἦλθε», διαπιστώνει ἡ Φρανσουὰζ Σαγκάν.
Ὁ πολιτισμός μας διαμορφώνει ἕνα νέο εἶδος ἀνθρώπου, ποὺ στὴ ζωὴ προετοιμάζεται γιὰ ἐλαφρὸ φορτίο κι ὄχι γιὰ γερὴ πλάτη. Ἑτοιμάζεται ν’ ἀνέβει τὴ σκάλα τῆς ἐπιτυχίας μὲ τὰ χέρια στὶς τσέπες, ἀποθηκεύει καὶ ὑποθηκεύει τὴν εὐτυχία του σὲ χάπια. Μία γαλλικὴ παροιμία λέει ὅτι «χαιρόμαστε λίγο γιὰ τὰ πολλὰ ποὺ ἔχουμε καὶ ὑποφέρουμε πολὺ γιὰ τὰ λίγα ποὺ μᾶς λείπουν». Ἀλλ’ ἡ ἀρρώστια αὐτὴ δὲ θεραπεύεται μὲ φάρμακα κι αὐτὸ δὲν τὸ ἔχει καταλάβει ὁ σύγχρονος κόσμος. Κάθε ἄλλο μάλιστα. Χαρακτηρίζεται, λοιπόν, “φαρμακοθηρικὴ κοινωνία” κι ὁ ὅρος αὐτὸς ἀσφαλῶς ἀντιδιαστέλλεται πρὸς τὸν ὅρο ὑγιὴς κοινωνία. Ἡ κοινωνία μας πάσχει ἀπὸ ἐπίκτητη ἠθικὴ ἀνοσοποιητικὴ ἀνεπάρκεια. Χωρὶς κίνητρα γι’ ἀγώνα καὶ δράση, ποὺ ὁδηγοῦν στὴν πραγματικὴ ἠθικὴ ἱκανοποίηση, ἐθισμένη στὴν ἠθικὴ νωχέλεια, ποὺ τῆς ἐξασφαλίζει μία κατάσταση τεχνητῆς Νιρβάνας, ἀναζητᾶ τὴν εὔκολη εὐτυχία, ποὺ ὅμως ταυτίζεται μὲ τὴ μόνιμη δυστυχία. Ψάχνει γιὰ ἕνα μυθικὸ κόσμο μέσα στὴν ἐποχὴ τῆς ἀπομύθευσης, γιατί ὁ πραγματικὸς δὲν ἔχει ἀξία, ἐπειδὴ ἔχασε τὶς ἀξίες του. Ἔχασε τὴν πίστη σὲ κάποια εὐγενῆ ἰδανικά. Καὶ ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ ἔχει περισσότερη ἀνάγκη ἀπὸ τὸ ἰδανικὸ παρὰ ἀπὸ τὸ φτηνὰ πραγματικό. Ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Οὐγκώ: «Μὲ τὸ πραγματικὸ ὑπάρχεις- μὲ τὸ ἰδανικὸ ζεῖς. Τὰ ζῶα ὑπάρχουν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ».
Ὅλοι στὴ σύγχυση καὶ τὴν ταραχὴ τῶν καιρῶν ζητᾶμε κάποιο “γιατρικό”. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲ βρίσκεται στὰ φαρμακεία, ἀλλὰ στὴν ἀναπροσαρμογὴ καὶ ἀναβάθμιση τῶν κοινωνικῶν ἀξιῶν. Ἂν πετυχαίναμε, ὥστε αὐτὸς ποὺ ἔγραψε τὸ καλύτερο βιβλίο ἢ ποὺ ἔκανε τὴν καλύτερη πράξη νὰ ἔχει προτεραιότητα ἔναντι ἐκείνου ποὺ διαθέτει “τζάγκουαρ”, ἡ κοινωνία θὰ ἦταν διαφορετική. Ἡ πολυτέλεια ἔχει γίνει πάθος καὶ μπορεῖ νὰ ὀνομασθεῖ σημειολογία τῶν νέων καιρῶν καὶ ἠθῶν. Πολυτελὴς διαβίωση, πολυτελῆ γραφεῖα, πολυτελῆ αὐτοκίνητα, πολυτελεῖς διακοπές, πολυδάπανες διασκεδάσεις. Ὅλα αὐτὰ εἶναι προμηνύματα σήψης. Γι’ αὐτὸ οἱ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι ἐπέκριναν σφοδρότατα ἰδιῶτες καὶ πολιτικοὺς ποὺ κατασκεύαζαν πολυτελεῖς ἐπαύλεις. Ὁ Πλάτων ἀποκαλοῦσε τὶς πόλεις πολυτελοῦς διαβίωσης «φλεγμαίνουσες πόλεις». Ἡ Σύβαρις [ἀρχαία ἑλληνικὴ πόλη, ἀποικία τῶν Ἀχαιῶν στὸν κόλπο τοῦ Τάραντα. Οἱ κάτοικοι τῆς ἔγιναν διάσημοι γιὰ τὴν πολυτέλεια καὶ τὴ μαλθακότητά τους. Εἶχαν σκοτώσει ὅλους τους πετεινοὺς γιὰ νὰ μὴν τοὺς χαλοῦν τὸν πρωινὸ ὕπνο!], παρ’ ὅλο ποὺ καταστράφηκε ἀπὸ τοὺς Κροτωνιάτες, ἀναβιώνει στὴ σύγχρονη Ἑλλάδα. Ὁ Συβαριτισμὸς δίνει τὸ στίγμα τῆς σύγχρονης ζωῆς. Ἂν οἱ γυναῖκες τῶν Συβαριτῶν ἔπρεπε νὰ εἰδοποιηθοῦν —γιὰ νὰ μετάσχουν σὲ δεξίωση — , ἕνα χρόνο πρίν, γιὰ νὰ ἑτοιμάσουν τὴ φορεσιά τους, ἡ σημερινὴ Ἑλληνίδα, πετυχαίνει νὰ ἔχει πρῶτα τὶς φορεσιὲς καὶ μετὰ τὶς προσκλήσεις γιὰ δεξιώσεις!
Τὸ ἐξωτερικό μας χρέος ὑπερβαίνει τὰ 20 δισ. δολλάρια. Κι ὅμως, ἐξακολουθοῦμε νὰ εἰσάγουμε σὲ τεράστιες ποσότητες καλλυντικά, κοσμήματα καὶ ἄλλα εἴδη πολυτελείας. Δὲν ὑπάρχει εἶδος ἠλεκτρικῆς συσκευῆς ποὺ νὰ μὴν εἰσάγεται ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό. Ἀκόμη καὶ ἠλεκτρικὲς ὀδοντόβουρτσες! Κάποιος ἔχει πεῖ ὅτι γίναμε πίθηκοι, ποὺ τρέχουμε πίσω ἀπὸ τίς… ἠλεκτρικὲς μπανάνες!
Ἡ σπατάλη μας ἐπεκτείνεται καὶ στὴ σπατάλη τοῦ χρόνου. Στὴ χώρα μας τὸ πιὸ φθηνὸ ἀγαθὸ εἶναι ὁ χρόνος, γιὰ τὸν ὁποῖο ὑπάρχει μία ἑλληνικῆς ἐφεύρεσης διατύπωση: “σκοτώνω τὸ χρόνο μου”. Δείγματα τέτοιων φονικῶν διαθέσεων παρέχει ἡ ἑλληνικὴ γραφειοκρατία, ποὺ κάποιος τὴν ὀνόμασε ἐγγραφοκρατία. Κύριο στοιχεῖο τῶν ἐγγράφων ἡ φλυαρία. Ὁ πρόσφατα ἀποθανῶν Βαυαρὸς πολιτικὸς Στράους ἔκανε τὸν ἀκόλουθο ὑπολογισμό: Τὸ «Πάτερ ἡμῶν» ἔχει 57 λέξεις. Οἱ Δέκα Ἐντολὲς ἔχουν 297 λέξεις καὶ μία ἐγκύκλιος τῆς Ε.Ο.Κ. ἔχει 26.911 λέξεις. Εἴμαστε μία κοινωνία σπατάλης. Βέβαια ἡ ἔννοια τῆς σπατάλης μπορεῖ νὰ ποικίλλει ἀνάλογα μὲ τὶς ἀνθρώπινες ἀντιλήψεις: Γιὰ ἕναν κανίβαλο σπατάλη θὰ πεῖ νὰ χαρακτηρίσεις ἕναν ἄνθρωπο ὡς μὴ φαγώσιμο σῶμα. Καὶ γιὰ ἕνα σύγχρονο πολίτη τὸ νὰ μὴν καταναλώνει σήμερα αὐτὰ ποὺ μπορεῖ νὰ καταναλώσει αὔριο καὶ μεθαύριο.
Μπαίνουμε σὲ κάποιον φαῦλο κύκλο κι ἀναζητοῦμε τὴν εὐτυχία κάπου ἀλλοῦ κι ὄχι στὸν ἑαυτό μας. Δυστυχῶς οἱ τεχνητοὶ παράδεισοι, στοὺς ὁποίους καταφεύγει ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, δὲν ἀντικαθιστοῦν τὸ ἰδανικό, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ εἶναι πραγματικό. Ὁ τεχνητὸς παράδεισος εἶναι ἕνα ὑποκατάστατο γιὰ μία κοινωνία παρακμῆς. Μία κοινωνία, ποὺ ἀρκεῖ “νὰ πατήσει ἕνα κουμπὶ” γιὰ νὰ πετύχει τὴν αὐτοκαταστροφή της.
5 Ἰουνίου 1988
Σαράντος Καργάκος

Σάββατο 28 Μαρτίου 2020


Κατανάλωση τώρα! (α)
Ἡ κοινωνία τῆς Ἀφθονίας ἀποτελεῖ ἕνα ἄλλο πείραμα τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν τελείωση. Ἄλλη μία φιλοσοφικὴ λίθο, ποὺ θὰ τοῦ δώσει τὴ δυνατότητα ἀπὸ ἀτελὴς νὰ γίνει τέλειος· ἀπὸ τὴ στέρηση νὰ περάσει στὴν ἐπάρκεια. Ὅμως τὸ πείραμα δὲ φαίνεται ν’ ἀποδίδει τ’ ἀναμενόμενα. Τὸ ἐλιξήριο [Ἐλιξήριο (ἀραβ. al iksir = πέτρα τῆς γνώσης): Θαυματουργὴ συσκευασία τῶν ἀλχημιστῶν, ποὺ μπορεῖ νὰ ξαναδίνει τὴ νεότητα καὶ νὰ παρατείνει τὴ ζωή] τοῦ καταναλωτισμοῦ δὲν τὸν ἐλευθερώνει ἀπὸ ἀνάγκες· ἀπεναντίας τὸν δεσμεύει σὲ νέες.
Ὁ ἄνθρωπος πάντα ζεῖ μὲ τὴ νοσταλγία τοῦ “ἀπωλεσθέντος παραδείσου”. Ἀφοῦ τὸν ἔχασε στὸν οὐρανό, προσπαθεῖ ἀενάως νὰ τὸν φτιάξει στὴ γῆ. Τὸ δράμα του εἶναι πὼς συχνὰ οἱ παράδεισοί του δὲ διαφέρουν πολὺ ἀπὸ τὴν κόλαση. Ὁ παράδεισος τῆς καταναλωτικῆς κοινωνίας βεβαιώνει τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές. Κι αὐτὸ εἶναι εὔκολο νὰ τὸ καταλάβει κανείς, ἂν ὑπολογίσει ὄχι τὸ τί κερδίζει ἀλλὰ τὸ τί χάνει. Σύγχρονος διανοητὴς σκιαγραφεῖ τὸν πολιτισμό μας μὲ τὸν ἀκόλουθο τρόπο: στὴν κοινωνία μας ἔχουν δοθεῖ πολλοὶ χαρακτηρισμοί, ὅπως καταναλωτικὴ κοινωνία, κοινωνία τῆς ἀφθονίας, ὅμως ὁ πιὸ προσφυὴς χαρακτηρισμὸς εἶναι «κοινωνία τοῦ pret a zeter» ἢ κοινωνία τοῦ «πατᾶς ἕνα κουμπί». Ἡ ὀνομασία αὐτὴ χαρακτηρίζει τὸν πολιτισμὸ τῆς κονσέρβας ἢ τοῦ ψυγείου, τὴν εὔκολη κάλυψη τῶν ἀναγκῶν, τὴν ἀντικατάσταση τῆς συναυλίας ἀπὸ τὸ δίσκο, τὴν κατάργηση κάθε προετοιμασίας γι’ ἀπόλαυση, τὴν ἀναζήτηση τοῦ ὑλικοῦ εὐδαιμονισμοῦ, τὴν εὔκολη ἀναρρίχηση, τὴν ἐπιτυχία χωρὶς κόπο, τὴν εὐτυχία μὲ τὸ χάπι. Τὸ ψυχοφάρμακο καὶ ὁ ψυχαναλυτὴς γίνονται τώρα τὸ ἐλιξήριο τῆς εὔκολης εὐτυχίας. Θὰ μποροῦσε, λοιπόν, κανεὶς γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ νὰ ὀνομάσει τὸν πολιτισμὸ τῶν φαρμάκων «φαρμακοθηρικὴ κοινωνία», ἡ ὁποία προσδοκᾶ τὸ ἰδιοσκεύασμα καὶ ἀπαγγέλλει καθημερινὰ τὸ «σουσάμι ἄνοιξε» ἑνὸς μυθικοῦ κόσμου. Ἑνὸς κόσμου ποὺ δὲν ἔχει ἀξία, ἐπειδὴ ἔχασε τὶς ἀξίες του, τὴν πίστη του σὲ κάποια εὐγενῆ ἰδανικὰ κι ἐπιδίδεται μὲ πάθος στὴ «θεολογία» τῶν τεχνητῶν παραδείσων.
Ἡ χριστιανικὴ παράδοση ἀναφέρει ὅτι ὁ Χριστός, πρὶν ἀναστήσει τὸν Λάζαρο, κάλεσε τοὺς συγγενεῖς του νὰ σηκώσουν πρῶτα τὴν πέτρα, ποὺ σκέπαζε τὸν τάφο του. Ὁ ἀνθρώπινος παράγοντας ἔπρεπε νὰ ἐξαντλήσει τὶς δυνατότητές του, πρὶν ἐπέμβει ὁ ὑπερφυσικός, γιὰ νὰ συντελεστεῖ τὸ θαῦμα. Ὡστόσο στὸ σύγχρονο κόσμο, στὴν κοινωνία τῆς ἀφθονίας καὶ τῆς κατανάλωσης, πραγματοποιοῦνται καθημερινὰ πολλὰ μικρὰ “θαύματα” γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Χωρὶς πολὺ κόπο “πατώντας ἕνα κουμπὶ” ἢ κάτι τέτοιο, ἱκανοποιεῖ πολλὲς πρωταρχικὲς καὶ δευτερεύουσες ἀνάγκες του. Ἡ ἐκπληκτικὴ πρόοδος τῆς τεχνολογίας προσφέρει ἀμέτρητες ἀνέσεις, ἀμέτρητα “κουμπιά”, ποὺ παρέχουν ἐργασία, ἐξυπηρέτηση, ψυχαγωγία. Ὑποκαθιστοῦν τὶς σωματικὲς ἀλλ’ ἀκόμη καὶ τὶς πνευματικὲς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου.
Πέτυχε, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος νὰ ὑλοποιήσει τὸ μόνιμο ὄνειρό του γιὰ ἕναν κόσμο ποὺ μπορεῖ νὰ χαρίζει “αὐτόματα” τὴν εὐτυχία. Ξεγελάστηκε, ὅμως, ὅπως ὁ βασιλιὰς Μίδας. Ξέχασε σὰν κι ἐκεῖνον πὼς ὅ,τι γίνεται χρυσό, συγχρόνως γίνεται ἄψυχο, παγώνει. Ἔτσι διαμορφώνεται ἕνας κόσμος παγωμένος, ὁ «πολιτισμὸς τοῦ ψυγείου». Μέσα σ’ αὐτὸ τὸν πολιτισμὸ ἡ ἴδια ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ βρίσκεται ἤδη στὴ φάση τῆς κατάψυξης. Οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις, εἶναι σχέσεις τῶν ἀνθρώπων τῆς «κονσέρβας» καὶ τοῦ «συντηρητικοῦ». Εἶναι ἐπιφανειακὲς καὶ ἀνάπηρες, ἄοσμες, χάρη σὲ εἰδικὰ ἀποσμητικὰ κι ἀναπτύσσονται στριμωγμένες ἀπὸ τὴν ταχύτητα τῆς σύγχρονης ζωῆς, ποὺ καταδικάζει τὸ ἄτομο σὲ πνευματικὴ ἀπονεύρωση καὶ ψυχικὴ ἀποστείρωση.
Πραγματικά, στὸν κόσμο μας παρατηρεῖται τὸ παράδοξο ὅτι, ἐνῶ οἱ ἐξυπηρετήσεις γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὁλοένα αὐξάνονται, ταυτόχρονα ὁ χρόνος του, ἀντὶ νὰ αὐξάνεται, περιορίζεται ἀσφυκτικά. Ἡ ἐμφάνιση τῶν «fast food» καὶ τόσων ἄλλων «fast» δείχνει τὴν πιεστικὴ ἀνάγκη τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου νὰ κερδίσει χρόνο, ἄγχος, ἀγωνία, ἀνησυχία. Βουτηγμένος στὴν ὑλικὴ ἀφθονία καὶ τὴν πλεονεξία, ὁ ἄνθρωπος τῶν «μοντέρνων καιρῶν», σαστισμένος ἀνάμεσα στὰ μαγικὰ «κουμπιὰ» ποὺ τὸν περιβάλλουν, μπλέκεται τελικὰ καὶ ἀναστατώνει τὸν ἑαυτό του σὰν τὸν “Μαθητευόμενο Μάγο” τοῦ Γκαῖτε. “Λυπάμαι τὸν ἄνθρωπο ποὺ τὸν συντρίβει τὸ βάρος τῆς καλοπέρασης”, θὰ ἔλεγε πολὺ πιὸ πικρὰ σήμερα ὁ Βολταῖρος.
Σαράντος Καργάκος

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2019


Ὁ κόσμος καὶ ἡ συνείδησή του:
Ἁπλὲς σκέψεις γιὰ ἕνα μεγάλο θέμα (1)
Ὁ Νίτσε μὲ τὸν Ὑπεράνθρωπο σφράγισε ἀνεξίτηλα τὴ μοίρα καὶ τὴν ἱστορία τοῦ αἰώνα μας. Ἡ θεωρία τοῦ Ὑπεράνθρωπου εἶναι μία θεωρία σκληρότητας. Πρέπει νὰ λυτρωθοῦμε, διακηρύσσει ὁ Νίτσε, ἀπὸ τὴν ἠθικὴ τῶν δούλων καὶ τῶν ἀδυνάτων. Ἡ ἀγάπη κατεβάζει τὸν ἄνθρωπο. Μόνο ἡ σκληρότητα εἶναι δημιουργική. Καὶ ἡ σκληρότητα ἐπιβάλλεται γιὰ τὴν ὑπέρβαση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴ δημιουργία τοῦ Ὑπεράνθρωπου. «Ὁ Ὑπεράνθρωπος εἶναι πάνω ἀπὸ ἠθικὲς δεσμεύσεις, δυνατός, σκληρός, γεμάτος δημιουργικότητα- περιφρονεῖ τὰ χλιαρὰ αἰσθήματα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς συμπόνιας καὶ ποδοπατεῖ ἀδίστακτα τοὺς ἀσθενεῖς».
Στὸ πορτρέτο αὐτὸ εὔκολα κανεὶς μπορεῖ ν’ ἀναγνωρίσει τὴν εἰκόνα τοῦ αἰώνα μας. Στὴν προσπάθειά μας νὰ γίνουμε Ὑπεράνθρωποι καταντήσαμε ἀπάνθρωποι καὶ μισάνθρωποι. Ἀναζητώντας τὸν Ὑπεράνθρωπο παραμερίσαμε τὸν ἄνθρωπο, ἀφαιρέσαμε ἀπὸ αὐτὸν κάθε στοιχεῖο ἠθικῆς, προκαλέσαμε ἄμβλυνση τῶν ἠθικῶν του μέτρων. Τὸν Ὑπεράνθρωπο ἐκφράζουν σήμερα πολιτικοί, κρατικοὶ καὶ οἰκονομικοὶ μηχανισμοί, ποὺ λειτουργοῦν μὲ γνώμονα τὴ μακιαβελλικὴ λογική, ποδοπατώντας τὰ τελευταία ράκη τῆς ἠθικῆς, ποὺ μόνο σὰν πρόσχημα γιὰ νέες ἀνήθικες πράξεις χρησιμοποιεῖται. Ἔτσι, στὸν καιρό μας ἀρχίζει νὰ θεωρεῖται ὑποτιμητικὸ τὸ νὰ εἶναι κανεὶς ἠθικός. Τὴν ἠθικὴ ἔχει ἀντικαταστήσει ἡ ἐξέλιξη. Ἐξέλιξη, ὅμως, ἐμφανίζει κι ὁ καρκίνος.
Ἡ πραγματικὴ πρόοδος βέβαια δὲν ἀντιδιαστέλλεται πρὸς τὴν ἠθική. Ὁ ἄνθρωπος, στὴν προσπάθειά του νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸ σημεῖο ποὺ τὸν ἄφησε ἡ φύση, καὶ νὰ ξεπεράσει τὶς ἀντιξοότητες τοῦ περιβάλλοντός του, βελτίωσε τὰ μέσα παραγωγῆς, ἀνέπτυξε τεχνικὴ καί, γιὰ νὰ ζήσει «ἐν κοινωνία», προήγαγε τὴν ἠθική, διεύρυνε τὴν εὐαισθησία του καὶ προσδιόρισε κριτήρια γιὰ τὸ ἠθικὸ καὶ τὸ ἀνήθικο, τὸ δίκαιο καὶ τὸ ἄδικο, ὅπως αὐτὰ μορφοποιοῦνταν στὴ συνείδησή του μέσα ἀπὸ τὶς ἐξελίξεις τῶν κοινωνικῶν σχέσεων.
Ἡ σημερινὴ τεχνολογικὴ ἀνάπτυξη δὲν συμπορεύεται μὲ τὴν ἠθική. Ὁ τεχνολογικὸς γίγαντας εἶναι ἠθικὰ νάνος. Πολλοὶ διατείνονται πὼς ἡ ἀδυναμία μετοχῆς καὶ συναισθηματικῆς μέθεξης στὸν ἀνθρώπινο πόνο δίνουν τὸ στίγμα τῆς «ἠθικότητάς» μας. Ἡ ψυχικὴ πώρωση καὶ ἡ ἠθικὴ ἀναλγησία δὲν χαρακτηρίζουν μεμονωμένες περιπτώσεις· ἔχουν κυριεύσει τὸ μέσο ἄνθρωπο, ποὺ μένει ἀδιάφορος μπροστὰ στὴ δυστυχία, καλύπτοντας τὴν ἠθική του ἔνδεια μὲ προσποίηση, μὲ μία ἐπίφαση ἔντιμης ζωῆς -συχνὰ οὔτε κι αὐτὸ εἶναι ἀναγκαῖο—, μὲ τὸ προσωπεῖο τοῦ καλοῦ οἰκογενειάρχη καὶ τὸ χρίσμα τοῦ καλοῦ καὶ νομοταγῆ πολίτη. Μπορεῖ ἀπὸ τὴ μία νὰ ἐπικρίνει καὶ νὰ κατακρίνει κάποιες ἠθικὲς παρεκτροπὲς ἄλλων, ὡστόσο τὸ δικό του ἠθικὸ βαρόμετρο λειτουργεῖ μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε ἀνενδοίαστα κι ἀνερυθρίαστα νὰ καταπατᾶ τὴν ἀξιοπρέπεια, τὰ ὑλικὰ συμφέροντα τοῦ ἄλλου, στὰ πλαίσια βέβαια τοῦ «νόμου», προκειμένου νὰ μεγιστοποιήσει τὰ κέρδη του καὶ νὰ ἱκανοποιήσει τὴ ματαιοδοξία του.
Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος προσποιεῖται ὅτι δὲν ἔχει συνειδησιακὲς κρίσεις, ὅτι δὲν ταλανίζεται ἀπὸ τύψεις, θεωρεῖ τὴ συνείδηση οἰκεῖο κεφάλαιο, ποὺ ἔχει πετύχει μαζί της ἕναν ἀθέμιτο συμβιβασμό: αὐτὸς θ’ ἁμαρτάνει κι αὐτὴ θὰ ἀνέχεται. Ὅμως, αὐτὸ ποὺ σήμερα ὀνομάζουμε συνείδηση εἶναι ἕνα πλασματικὸ δημιούργημα, ἕνα εἴδωλο, ἕνα καθρέφτισμα, ἀνάκλαση μίας ρυπαρῆς καὶ ρυπογόνας πραγματικότητας. Τὴ θέση τῆς συνείδησης παίρνει ἡ σκοτεινὴ πλευρὰ τῆς ὕπαρξής μας, οἱ ἐνστικτώδεις τάσεις, οἱ ζωώδεις ροπὲς καὶ τὰ ἀρχέγονα πάθη. Ὁ «τεχνολογικὸς βάρβαρος» εἶναι τὸ πορτρέτο τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου, ἕνα νέο «Πορτρέτο τοῦ Ντόριαν Γκρέυ», ἕνα πορτρέτο ποὺ ἐκφράζει τὶς ἠθικὲς ἀποχρώσεις τοῦ καιροῦ μας.
Ἀσφαλῶς οἱ ἠθικοὶ κώδικες, οἱ ἠθικὲς ἀντιλήψεις καὶ ἀρχὲς δὲν εἶναι κάτι στατικό, ἅπαξ καθορισμένο καὶ κρυσταλλωμένο. Ἀποτελοῦν μεταβλητὲς ποσότητες, ποὺ μετασχηματίζονται ἀνάλογα μὲ τὶς κοινωνικὲς καὶ τὶς πολιτιστικὲς δομές, ποὺ συνθέτουν τὸ ἠθικὸ ἐποικοδόμημα. Στὴ διαμορφωμένη συνείδηση ἀνακλᾶται ἡ βιοθεωρία μίας κοινωνίας καὶ οἱ ἀντιλήψεις της περὶ ἠθικῆς. «Δὲν εἶναι ἡ συνείδηση ποὺ καθορίζει τὴ ζωὴ ἀλλ’ ἡ ζωὴ τὴ συνείδηση», ὑπῆρξε μία πρώιμη θέση τοῦ Μάρξ. Μιὰ κοινωνία, λοιπόν, ποὺ ἔχει κυριευτεῖ ἀπὸ τὸν ὠφελιμισμό, ποὺ προβάλλει ὡς πρώτη ἀξία τὸ ὑλικὸ κέρδος, πού, μὲ πρόσχημα τὴν ἀμφισβήτηση, διαγράφει ὅλες τὶς προϋπάρχουσες ἠθικὲς ἀξίες, ἀκόμα κι αὐτὲς ποὺ εἶναι ἀπαραίτητες γιὰ τὴ συνοχὴ καὶ προαγωγή της, διαπλάθει ἐλαστικὲς συνειδήσεις, καλλιεργεῖ τὰ σπέρματα τῆς κατάλυσής της, διαμορφώνει ἕνα νέο τύπο ἀντί-συνείδησης κι ἕναν νέο τύπο ἀντί-ἀνθρώπου, τὸν ὑπάνθρωπο, γεμάτο πλέγματα καὶ φαντασιώσεις.
Σαράντος Καργάκος

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014


Κρίση καί ἀκρισία
-Ποιό εἶναι τό μεγαλύτερο πρόβλημα τῆς χώρας μας, τό ὁποῖο θά μποροῦσε ἴσως νά θεωρηθεῖ ἡ βασική αἰτία τῆς γενικότερης καί κοινῶς ἀναγνωριζόμενης κοινωνικῆς παθογένειας σήμερα καί ποιά ἡ προτεινόμενη λύση του;
-Ὑπό ἄλλες συνθῆκες θά σᾶς ἔλεγα ὅτι εἶναι ἡ «ἀπαιδία», ὅπως τή λέγει ὁ Πολύβιος. Ἡ ὑπογεννητικότητα. Διότι οἱ ἀρχοντοχωριάτες (μέ δανεικά παρακαλῶ!) κατά ταυτότητα Ἕλληνες προτιμοῦν ν’ ἀνατρέφουν σκυλιά καί ὄχι παιδιά. Ἄν ἤμουν ὑποκριτής θά σᾶς ἔλεγα ὅτι εἶναι ἡ φερόμενη (ἔτσι δέ λέμε τώρα;) οἰκονομική κρίση. Ἀλλά μιά κρίση δέν κάνει κακό. Ἡ ἀκρισία, πού μᾶς ἔδερνε τόσον καιρό, ἦταν τό μεγάλο κακό. Ἡ κρίση μπορεῖ νά μᾶς κάνει καλό: νά «μάσουμε» ὄχι μόνο τά λεφτά ἀλλά κυρίως τά … μυαλά μας. Τήν μόνη λύση πού ἐδῶ καί δύο χρόνια προτείνω μέ τήν ἀρθρογραφία μου εἶναι ἡ προτροπή τοῦ Σεπτιμίου Σεβήρου: Laboremus (=ἄς ἐργαζόμαστε) καί ὄχι τό … ξαπλαρέμους.
-Πῶς πρέπει νά σταθεῖ ἡ Ἑλλάδα ἀπέναντι στήν πρόκληση τῆς ἐποχῆς μας; Πῶς μπορεῖ νά παίξει κάποιο ρόλο;
-Ἡ Ἑλλάς, ὡς ἔννοια πνευματική καί ἠθική, ναί. Οἱ φερόμενοι τώρα ὡς Ἕλληνες ὄχι. Ἐκτός πιά κι ἄν ἐπιτραπεῖ στήν Ἑλλάδα νά ἐπιστρέψει στόν τόπο της. Τό νά λές πώς εἶσαι Ἕλληνας σήμερα στήν Ἑλλάδα κάνει κακό στήν ὑγεία καί στή σταδιοδρομία. Δέν διαπρέπουν οἱ ἀπόγονοι τοῦ Λεωνίδα ἀλλά τοῦ Ἐφιάλτη καί τοῦ Νενέκου. Ὡστόσο, ἡ ἀνθρωπότητα πού διαρκῶς βουλιάζει μέσα στό τέλμα μιᾶς προόδου πού δίνει τήν αἴσθηση καί τό ἄρωμα τοῦ βόθρου, θά αἰσθανθεῖ κάποια στιγμή τήν ἀνάγκη μιᾶς ὑγιοῦς ἀναπνοῆς. Ὅπως τά χρόνια τῆς Ἀναγεννήσεως (ἀλλά καί μετά) ἰδανικό πρότυπο ἔγινε ὁ Ἕλληνας Ἄνθρωπος, τό ἴδιο θά συμβεῖ καί στά προσεχῆ χρόνια. Θά ξαναρχίσει διεθνῶς (στήν Κίνα ἄρχισε πυρετωδῶς) ἡ σπουδή τῆς ἀρχαίας μας γλώσσας, πού, ὅπως ἔγραψε παλιά ὁ Wilhelm Schultze, εἶναι «ἡ ἀνώτερη ἐκδήλωση τοῦ ἀνθρώπινου γλωσσοπλαστικοῦ δαιμονίου».
Τότε ὑπάρχει ἐλπίδα νά ὑψωθεῖ καί τοῦτος ὁ ἀσπόνδυλος, σάν μαλάκιο λαός, σέ ἔθνος. Διότι, ὅπως σωστά λένε οἱ Γερμανοί, πού μᾶς φόρεσαν τό καπίστρι τῆς «Τρόικας», τό ἔθνος εἶναι ἡ γλώσσα. Ἡ κατάπτωσή μας ἄρχισε ἀπό τήν κατάπτωση τῆς γλώσσας μας. Ἔτσι ἐγίναμε, ὅπως λέει ὁ Μακρυγιάννης, «παλιόψαθα τῶν Ἐθνῶν». Ἀλλ’ ἄν θαύματα γίνονταν καί στό παρελθόν, γιατί νά μή γίνουν καί στό μέλλον; Οἱ πραγματικά θρησκεύοντες προσδοκοῦν «ἀνάστασιν νεκρῶν». Ἐγώ, πιό ὀλιγαρκής, προσδοκῶ τήν ἀνάσταση τοῦ φιλοτίμου μας. Κι ἄν εἶναι νά πεθαίνουμε, νά πεθαίνουμε γιά ἕνα φιλότιμο … Ἄμποτες!.
Σαράντος Καργάκος

Συνέντευξη στήν ἐφημερίδα Ἔρευνα στίς 26.9.2010

Τετράδιο 128 * Ὀκτώβριος 2010