Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέρων Ἰωσήφ ὁ ἡσυχαστής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέρων Ἰωσήφ ὁ ἡσυχαστής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2024



Ἡ πείρα δὲν ἀγοράζεται
Λέγεις διὰ τὸν Γέροντα ὅτι θέλει νὰ ἔλθη νὰ προσκυνήση εἰς τὸ Ἅγιον Ὅρος. Καλὸν καὶ ἅγιον ἔργον θὰ κάμη. Πλὴν ἐμένα μόνον ἂς μὴν λάβη ὑπ’ ὄψιν του ὅτι γνωρίζει ἢ ὅτι ὑπάρχω εἰς αὐτὴν τὴν ζωήν. Καθότι ζῶ εἰς ἀπόλυτον ἡσυχίαν· μὲ τάξιν ἑτέραν τῆς συνηθισμένης, ὅπου δύσκολον νὰ μὲ συναντήση. Καθότι ἡ θύρα εἶναι κλειστὴ καὶ ὡρισμένες μόνον ὧρες ἀνοίγει.
Ὅ,τι μὲν θέλει, συνεργείᾳ τῶν ἀδελφῶν, δύναμαι νὰ τὸν βοηθήσω. Τὸ δὲ πέραν τῆς τάξεως ὅπου ἔχω, νὰ ἀνοίξω τὴν θύραν, νὰ ὁμιλήσω, νὰ χάσω τὴν προσευχήν μου καὶ ἡσυχίαν, αὐτὸ οὐδαμῶς. Ἐκτὸς ἐξ ἀνάγκης τὴν ὥραν ποὺ ὁρίζω ἐγώ. Διότι αἱ ὧρες μου εἶναι μὲ μέτρον. Καὶ πρέπει νὰ παραδράμω ὀλίγον, νὰ χάσω, διὰ νὰ ὁμιλήσω τὴν νύκτα μίαν ὥραν ἢ δύο.
Καὶ ταῦτα γράφω διὰ νὰ ἐξηγηθῶ, προτοῦ παρεξηγηθῶ. Ἐγὼ εἰς ὅλες μου τὲς ἐνέργειες ἔτσι συνηθίζω νὰ λέγω καὶ νὰ πράττω ὅλα καθαρὰ «σὰν καθρέπτης» λόγῳ καὶ ἔργῳ, εἴτε κατὰ διάνοιαν, νὰ μὴ δίδω ὑπόνοιαν σὲ κανένα.
Διότι ἦλθον πολλοὶ ἀπὸ διάφορα μέρη, χωρὶς νὰ ζητήσουν νὰ μάθουν τὴν τάξιν ποὺ ἔχομεν. Καί, ἐπειδὴ δὲν τοὺς ἐδέχθην, ἐσκανδαλίσθησαν. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ ὅλοι οἱ γείτονες ἐναντίον μου ἔχουν, διότι δὲν τοὺς ἀνοίγω. Πλὴν ἐγὼ δὲν κλείνω διὰ νὰ σκανδαλιστοῦν οἱ Πατέρες. Ἀλλά, γυμνασθεὶς τόσα ἔτη καὶ ἰδὼν ὅτι δὲν ὠφελοῦμαι ἀπὸ αὐτὲς τὲς «ἀγάπες» –μόνον τὴν ψυχήν μου χαλῶ χωρὶς νὰ ὠφελοῦμαι- δι' αὐτὸ ἔκλεισα ὅλους διαπαντὸς καὶ ἡσύχασα. Τώρα δὲν ἀνοίγω κανένα. Μήτε ἔχω δωμάτιον περισσὸν διὰ ἕναν ἀπ’ ἔξω. Καί, ἂν ἔλθη κανεὶς μακρυνός, πρέπει νὰ ἔλθη τὴν ὥραν ποὺ ἐργάζονται οἱ Πατέρες, πρωΐ. Καί, ἂν εἶναι ἀνάγκη, στέκει εἰς τὸ δωμάτιον τοῦ Παπᾶ μου. Διότι εἰς ὅλα τὰ Σάββατα, Κυριακάς, καὶ ἑορτὰς ἔχομεν Λειτουργίαν. Ἔρχεται ἐδικός μας Παπὰς καὶ μᾶς λειτουργεῖ καὶ μεταλαμβάνομεν.
Ἰδοὺ λοιπὸν εἶπον, ἵνα μὴ γένηται σκάνδαλον. Διὰ Θεὸν τρέχω· οὐ μέλλει μοι διὰ τοὺς ἀνθρώπους. Κἄν ὑβρίσουν, κἄν ὀνειδίσουν, κἄν συκοφαντήσουν, κἄν τὸ ὄνομά μου ἀτιμάσουν, κἄν ὅλη ἡ κτίσις ἀσχοληθῆ νὰ λέγη ἐναντίον μου.
Εἶδον γὰρ καὶ πολυειδῶς ἐδοκίμασα ὅτι, ἂν ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ δὲν φωτίση τὸν ἄνθρωπον, τὰ λόγια ὅσα καὶ ἂν ὁμιλήσης δὲν 'βγάνεις ὠφέλειαν. Πρὸς στιγμὴν τὰ ἀκούει καὶ τὴν ἄλλην στρέφει πάλιν αἰχμάλωτος εἰς τὰ ἴδια. Ἐὰν ὅμως εὐθὺς μὲ τὸν λόγον ἐνεργήση ἡ χάρις, τότε γίνεται κατ’ ἐκείνην τὴν ὥρα ἀλλοίωσις μὲ τὴν ἀγαθὴν τοῦ ἀνθρώπου προαίρεσιν. Καὶ ἀλλάσσει θαυμαστῶς ἡ ζωὴ του ἐκ τῆς ὥρας ἐκείνης. Ὅμως αὐτὸ συμβαίνει εἰς ὅσους δὲν ἐσκλήρυναν ἀπὸ μέσα τους ἀκοὴν καὶ συνείδησιν. Εἰς δὲ τοὺς ἀκούοντας καὶ ἐν παρακοῆ παραμένοντας εἰς τὰ κακά των θελήματα· εἰς αὐτοὺς κἄν ἡμερονύκτια ὁμιλῆς, κἄν τὴν σοφίαν τῶν Πατέρων εἰς τὰς ἀκοάς των κενώσης, κἄν θαύματα πρὸ ὀφθαλμῶν των ποιήσης, κἄν τὸ ρεῦμα τοῦ Νείλου ἐπάνω των γυρίσης, αὐτοὶ δὲν λαμβάνουν μήτε ρανίδα ὠφέλειαν. Μόνον θέλουν νὰ ἔρχωνται, νὰ ὁμιλοῦν, νὰ περάσει ἡ ὥρα των, χάριν τῆς ἀκηδίας. Δι' αὐτὸ λοιπὸν κλείω καὶ ἐγὼ τὴν θύραν καὶ ὠφελοῦμαι τουλάχιστον ἐγὼ διὰ τῆς εὐχῆς καὶ τῆς ἡσυχίας. Καθότι τὴν εὐχὴν ὑπὲρ πάντων ὁ Θεὸς πάντοτε τὴν ἀκούει, ἐνῶ τὴν ἀργολογίαν πάντοτε ἀποστρέφεται, ἂς φαίνεται καὶ πνευματικὴ ὅτι εἶναι. Ἐπειδὴ κατὰ τοὺς Πατέρας, ἀργολογία εἶναι κυρίως νὰ περνᾶς τὸν καιρόν σου μὲ λόγια, χωρὶς νὰ κάμης τοὺς λόγους σου πράξεις.
Λοιπὸν μὴν ἀκοῦτε τί λέγουν, ὅταν ἄνθρωποι ἄγευστοι ὁμιλοῦν τὰ τοιαῦτα.
Ὅποιος δὲν ἐδοκίμασε, ἀνάγκη εἶναι νὰ δοκιμάση· καὶ μὲ τὴν πείραν θὰ μάθη καὶ θὰ βρῆ ὅ,τι τοῦ λείπει. Ἡ πείρα δὲν ἀγοράζεται. Εἶναι ἑκάστου ἀπόκτημα, κατὰ τὸν κόπον του καὶ τὸ αἷμα του ποὺ θὰ δώση μόνος του νὰ τὴν ἀποκτήση.
Πιστεύσατε, Ἀδελφές μου, ὅτι κόπος πολὺς εἶναι εἰς τὴν Μοναχικὴν πολιτείαν. Δὲν ἔπαυσα καὶ δὲν παύω ἡμέρα καὶ νύκτα φωνάζων, ζητῶν τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου· καὶ εἰς ἀπόγνωσιν προσεγγίζω, ὡς μηδὲν ἐργαζόμενος, ὡς μηδέποτε «ποιήσας ἀρχήν». Ἀλλά, τὸ καθ’ ἡμέραν ποιῶν τὴν ἀρχήν, εὑρίσκομαι ψεύστης καὶ ἁμαρτάνων. Ὅμως ἐσεῖς μιμεῖσθε τὰς φρονίμους παρθένους καὶ ἀγρυπνοῦσαι φωνάζετε γοερῶς, τὸ θεῖον ἐπικαλούμεναι ἔλεος. Ὅτι ἦλθε δι' ἡμᾶς τὸ τέλος. Ἴσως ἐτελείωσεν ἡ εἰρήνη. Λοιπὸν μὲ τοὺς ἀποθαμένους εἴμεθα καὶ ἡμεῖς. Ὅθεν βιασθῆτε.
Γέρων Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστὴς

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020


Πηλὸς
Πηλὸς εἴμεθα, ἄγνοιαν ἔχομεν. Ὁ πηλὸς τὸν πηλὸν κλέπτει. Ὁ πηλὸς τὸν πηλὸν ὑβρίζει. Ὁ πηλὸς τὸν πηλὸν συκοφαντεῖ. Ὁ πηλὸς τοῦ πηλοῦ ἐπαίρεται. Ὁ πηλὸς τὸν πηλὸν πλουτεῖ. Ὁ πηλὸς τοῦ πηλοῦ ἄρχει. Ὁ πηλὸς τὸν πηλὸν δέρει. Ὁ πηλὸς τὸν πηλὸν φυλακίζει. Καὶ ἐν γένει ὁ πηλὸς τοῦ πηλοῦ θεωρεῖται σοφότερος, δυνατότερος, πλουσιότερος, εὐγενέστερος, τιμιότερος, πλουτῶν ἀνοησίαν καὶ ἄγνοιαν τῆς ἰδίας ὑπάρξεως, τοῦ πόθεν καὶ τοῦ ποὺ εὑρέθη, πῶς ἐγεννήθη, τὶς ὁ προορισμός του, ποῦ καταλήγει, τί τὸ μετὰ ταῦτα.
Ὅλα, λοιπόν, αὐτά, ἐπειδή τὰ κατεβρόχθισεν ἡ λήθη καὶ ἄγνοια καὶ γέγονε χάος ἀναισθησίας, διὰ τοῦτο ὀδυνόμεθα ἐδῶ καὶ εἰς τὴν ἄλλην ζωήν, ὅσοι ἀμετανόητοι. Καὶ ὡς ἐκ τούτου πρέπει ὅποιος βλέπει καλύτερα καὶ εἶναι ὀλίγον ξεσκοτισμένος νὰ συγχωρεῖ καὶ νὰ συμπαθεῖ τὸν ὁμόψυχον καὶ ὁμόπαθον πλησίον ἀδελφόν.
Γέρων Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστὴς

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2018



Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με
Προσπάθησε πάντα ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ ἐπενδύη ὅλα τὰ ἔργα σου, κάθε πνοὴ καὶ κάθε νόημα. Ὢ τότε πόσο θὰ εὐφραίνεται ἡ καρδία σου! Πόσο θὰ χαίρεσαι, διότι θὰ ἀνεβαίνη ὁ νοῦς εἰς τὰ οὐράνια. Διὰ τοῦτο μὴν ἀμελῆς νὰ λέγης: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Ὅταν ψάλης θὰ κατανοῆς τὰ ψαλλόμενα· θὰ ἔχης ὄρεξιν καὶ φωνὴν ἱκανὴν καὶ ταπείνωση διὰ νὰ ἀποδίδης καθὼς ἁρμόζει τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. Διὰ τοῦτο μὴν ἀδικῆς ἄλλο τὴν ψυχήν σου, ἀλλὰ καὶ ψάλλων λέγε ἐνδόμυχα τὴν εὐχήν· Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Ὅταν ἐργάζεσαι ἂς μὴν ἀπορροφᾶται ὅλη σου ἡ δύναμις εἰς τὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ νὰ λέγης -ψιθυριστὰ καὶ τὴν εὐχήν. Τότε καὶ τὰ ἔργα σου θὰ εἶναι ὀρθά, χωρὶς λάθη, καθαρὰ ἀπὸ λογισμοὺς καὶ ἡ ἀπόδοσις τῆς ἐργασίας σου θὰ εἶναι μεγαλυτέρα. Λέγε λοιπὸν τὴν εὐχὴν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, διὰ νὰ εὐλογοῦνται τὰ ἔργα σου· Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον σκεπάζει τὴν ψυχὴν ποὺ εὔχεται. Εἰσέρχεται μέχρι τὰ βάθη τῆς ψυχῆς, ἐλέγχει ὅλον τὸν ἐσωτερικὸν κόσμον τῆς ψυχῆς καὶ τὸν κατευθύνει πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ τὸ Ἅγιον. Τότε μόνον ἡ ψυχὴ ἔχει τὴν δύναμι, νὰ εἴπῃ μαζὺ μὲ τὸν Προφήτην. «Εὐλόγει ἡ ψυχὴ μου τὸν Κύριον καὶ πάντα τὰ ἐντός μου, τὸ ὄνομα τὸ Ἅγιον αὐτοῦ». Λέγε λοιπὸν τὴν εὐχὴν διὰ νὰ ἔχης τὴν σκέπην τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ὅταν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καλύπτει τὴν ψυχήν σου, αἰσθάνεσαι μιὰ πληρότητα καὶ μιὰ ταπείνωσιν. Δὲν ἐπηρεάζεσαι ἀπὸ τὴν ἀδικία, τὴν εἰρωνεία ἢ τὸν ἔπαινον. Ζῆς σὲ μιὰ ἀτμόσφαιρα πνευματικὴ ποὺ δὲν εἰσέρχεται εὔκολα ὁ ἰὸς τῆς ἁμαρτίας. Ὁ πνευματικὸς ἀνακρίνει τὰ πάντα, αὐτὸς δὲ ὑπ᾿ οὐδενὸς ἀνακρίνεται. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον σοῦ δίδει ἄλλα μάτια καὶ ἄλλην κρίσιν. Λέγε συνεχῶς τὴν εὐχήν, διὰ νὰ ζῇς ἄνετα μέσα σὲ κάθε περιβάλλον· Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Ὡς ἄνθος ἀμάραντον καὶ δένδρον εὐσκιόφυλλον πεφυτευμένον παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γίνεται ἡ ψυχή σου ὅταν λέγης· Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Λέγε τὴν εὐχὴν καὶ ἄφησε τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ εἰσέλθη εἰς τὰ βάθη τῆς ψυχῆς σου. Γίνε τότε ἄγρυπνος θυρωρὸς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς σου καὶ θεατὴς τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ λέγε μετ᾿ εὐφροσύνης· Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι ἡ εὐλογία ὅλου τοῦ κόσμου. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι τὸ φῶς καὶ ἡ ζωὴ τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἀνυμνεῖ καὶ δοξολογεῖ ἀπὸ τὰ βάθη αὐτῆς τὸ Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἀμήν.
Γέρων Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστὴς

Σάββατο 1 Μαρτίου 2014


Ἐναρμόνιος μουσική δοξολογία
Παπᾶ μου. Τό γραμματάκι ἐκεῖνο ὅπου σοῦ ἔστειλα τό ἔγραψα, προτοῦ διαβάσω τό ἐδικόν σου. Ἐπειδή ἐβιάζοντο νά προλάβουν διά τήν Δάφνην. Κατόπιν, ἀφοῦ τό ἀνέγνωσα, μοῦ ἦλθε μεγάλη συγκίνησις. Ὅπου γράφεις πώς ἐνθυμεῖσαι τά ὡραῖα βραχάκια, τά ἀμέριμνα καί ἥσυχα.
Δεῦρο λοιπόν, ὁ ἀγαπητός μοι υἱός καί πεφιλημένος. Ἐλθέ τό νῦν ἔστω καί μίαν ἡμέραν. Νά θεολαλήσωμεν καί θεολογήσωμεν, νά ἀπολαύσης ὅπερ νοσταλγεῖς. Νά ἀκούσης τά ἄγρια βράχια, τούς μυστικούς καί σιωπηλούς θεολόγους νά σοῦ ἀναπτύσσουν βαθέα νοήματα καί νά ὁδηγοῦν καρδίαν καί νοῦν πρός τόν Κτίστην. Μετά τήν ἄνοιξιν εἶναι ὡραῖα ἐδῶ, ἀπό τό Ἅγιον Πάσχα ἕως τῆς Παναγίας τόν Αὔγουστον. Θεολογοῦσιν οἱ ἄφωνοι θεολόγοι, τά ὡραῖα βραχάκια καί ὅλη ἡ φύσις. Τό καθένα μέ τήν φωνήν ἤ τήν ἀφωνίαν του. Ἐάν ἐγγίσης τό χέρι εἰς ἕνα μικρόν χορταράκι εὐθύς φωνάζει πολύ δυνατά μέ τήν φυσικήν του εὐωδίαν, ὤχ! δέν μέ βλέπεις, ἀλλά μέ ἐκτύπησες! Καί καθεξῆς τά πάντα ἔχουν τήν φωνήν τους, ὅπου μέ τό φύσημα τοῦ ἀέρος κινούμενα γίνεται ἐναρμόνιος μουσική δοξολογία πρός τόν Θεόν. Τί δέ εἴπωμεν πλέον διά τά ἑρπετά καί πετεινά πτερωτά; Ἀφοῦ ἐκεῖνος ὁ Ἅγιος ἔστειλε τόν μαθητήν του νά εἰπῆ τούς βατράχους νά σιωπήσουν διά νά διαβάσουν τό Μεσονυκτικόν καί τόν ἀπάντησαν: Κάνετε ὑπομονή νά τελειώσωμεν τόν ὄρθρον!
Αὐτά λοιπόν καί τοιαῦτα, ἀγαπητέ μου υἱέ, ἔχει ἡ ἔρημος ὅπου ἐσύ νοσταλγεῖς. Καί ὁπόταν θελήσης παίρνεις ἕναν-δύο ἀπό τήν Συνοδείαν σου καί ἔρχεσθε.
Γέρων Ἰωσήφ ὁ ἡσυχαστής


Τετράδιο 129 * Νοέμβριος 2010