Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἅγιος Ἰάκωβος Τσαλίκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἅγιος Ἰάκωβος Τσαλίκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025


Σὲ εἴκοσι λεπτὰ θὰ εἶναι ἐδῶ
Τὸ 1990 ἢ 1991 ἕνας καθολικὸς φαρμακοποιὸς ἀπὸ τὸν Βόλο εἶχε κατηχηθεῖ καὶ ἤθελε νὰ βαπτισθεῖ Ὀρθόδοξος στὸ Μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ ἀπὸ τὸν Γέροντα Ἰάκωβο τὴν Πεντηκοστή.
Ὅλα ἦταν ἕτοιμα καὶ ἀπὸ τὸ Σάββατο εἶχαν ἔλθει ὁ ἀνάδοχος καὶ ὁ ὑποψήφιος πρὸς βάπτιση.Τὴν Κυριακὴ καὶ κατὰ τὴν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας, μπαίνει ὁ ἀνάδοχος στὸ Ἱερὸ τὴν ὥρα ποὺ λειτουργοῦσε ὁ Γέροντας Ἰάκωβος καὶ τοῦ λέει ὅτι ὁ ὑποψήφιος γιὰ τὴ βάπτιση, ὁ ὁποῖος παρακαλοῦσε πολὺ καιρὸ γιὰ νὰ βαπτισθεῖ, πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ μὴ βαπτισθεῖ καὶ ἔφυγε, φεύγει γιὰ τὸν Βόλο.
-Μὴ στενοχωρεῖσαι, παιδί μου, τοῦ λέει ὁ Γέροντας, σὲ 20 λεπτὰ θὰ εἶναι ἐδῶ.
Ὁ ἄνθρωπος εἶχε φτάσει στὸν Ἁγιόκαμπο καὶ εἶχε βγάλει εἰσιτήριο γιὰ νὰ περάσει ἀπέναντι καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἑτοιμαζόταν νὰ μπεῖ στὸ καράβι, κάτω ἀπὸ τὴν δύναμη τῆς προσευχῆς τοῦ Γέροντα καὶ ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, πράγματι, γύρισε πίσω σὲ 20 λεπτὰ μὲ σφοδρὴ τὴν ἐπιθυμία νὰ βαπτισθεῖ.
Ἡ ἀπόσταση ἀπὸ τὸν Ἁγιόκαμπο στὸ Μοναστήρι εἶναι τουλάχιστον πενήντα λεπτὰ ἀλλὰ αὐτὸς χωρὶς νὰ τρέχει (καὶ μὲ 200 νὰ πηγαίνεις εἶναι ἀδύνατο νὰ φτάσεις σὲ 20 λεπτά) ἔφτασε σὲ 20 λεπτὰ στὸ Μοναστήρι.
Ἔγινε ἡ βάπτιση καὶ ἔλαμπε ὁλόκληρος, καὶ τὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπη -γιατί ἐκεῖ ἔγινε ἡ βάπτιση-, εὐωδίαζε ἐπὶ μία ἑβδομάδα.
Γέρων Γαβριὴλ, Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Δαβὶδ

Σάββατο 1 Ιουνίου 2024



Ἡ στενοχώρια εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀρρώστια
Παραπονιόμουν στὸν Ὅσιο Δαυὶδ γιὰ τὶς ἐλιὲς ποὺ ἔκοψε ἐκεῖνος ὁ ἀσεβὴς καὶ ἔλεγα: «Ἅγιε μου Δαυίδ, ἐγὼ τὰ ἄφησα ὅλα καὶ τώρα ἦρθα νὰ κοιτάξω τὶς δικές σου τὶς δουλειὲς σὲ τόσα κτήματα;». Ἀπὸ τὸ τέμπλο, παιδιά μου, ἀκούστηκε ἕνας κρότος μέρα μεσημέρι, δηλαδὴ φεύγει ἀπὸ τὸ τέμπλο, με συγχωρεῖτε, ἡ ἁγία του εἰκόνα καὶ στέκεται ἕνας καλόγερος στὴν βόρεια πύλη τοῦ Ἱεροῦ, ἐκεῖ ποὺ εἶναι ὁ Ταξιάρχης Μιχαήλ, καὶ λέεει: «Πάτερ μου, μὴ στενοχωριέσαι, διότι ἡ μεγαλύτερη ἀρρώστια γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἡ στενοχώρια». Καὶ ἔγινε ἀμέσως ἄφαντος μετὰ ἀπὸ αὐτὸ καὶ πῆγε στὴν θέση του (στὸ τέμπλο). Σᾶς τὸ διδάσκω, παιδιά μου, νὰ τὸ ξέρετε ἡ μεγαλύτερη ἀρρώστια γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἡ στενοχώρια».
Ἅγιος Ἰάκωβος Τσαλίκης

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018


Πάτερ μου, θὰ κάνεις ὑπακοή;
Ἦταν ἐπιεικὴς στοὺς κανόνες ποὺ ἔβαζε. Τὸ πόσο συνέπασχε μὲ τοὺς ἐξομολογούμενους ἀδελφοὺς φαίνεται ἀπὸ τοὺς παρακάτω λόγους του.
«Ἐγώ, πάτερ μου, συμπάσχω μὲ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἐξομολογεῖται. Πονάω μαζί του. Πονάω καὶ κλαίω γιὰ τὸν ἐξομολογούμενο. Παρακάλεσα τὸν Ἅγιο Δαβὶδ μετὰ τὴν ἐξομολόγηση νὰ ξεχνάω ὅσα δὲν χρειάζονται καὶ νὰ θυμᾶμαι αὐτὰ ποὺ πρέπει γιὰ νὰ προσεύχομαι. Γιατὶ κάνω προσευχὴ γιὰ τοὺς ἐξομολογούμενους. Καὶ ἀνησυχῶ καὶ τοὺς περιμένω νὰ ξανάρθουν».
Ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Ὅταν ἐξομολογῶ, πάτερ μου, τοὺς Χριστιανοὺς καὶ δὲν βλέπω μετάνοια σὲ ὁρισμένους ἀπὸ αὐτοὺς δὲν διαβάζω συγχωρητικὴ εὐχὴ γιατὶ δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα ἐφ' ὅσον λείπει ἡ μετάνοια».
Ὁ Γέροντας, λοιπόν, ἐνδιαφερόταν γιὰ τὸ «ἔσωθεν τοῦ ποτηρίου». Ὅταν καμιὰ φορὰ χωρὶς ἐσωτερικὴ διάθεση ὑπακοῆς τοῦ λέγαμε ἕνα τυπικὸ «Νάναι εὐλογημένο», ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Πάτερ μου, θὰ κάνεις ὑπακοὴ ἢ ἔτσι ἁπλῶς λὲς «νάναι εὐλογημένο» χωρὶς νὰ τὸ πιστεύεις;».
Γιὰ τὸ θέμα τῆς προσευχῆς, ὅταν καμιὰ φορὰ τοῦ ζητούσαμε νὰ μᾶς μιλήσει γιὰ τὴν «Εὐχή», μᾶς ἔλεγε: «Πάτερ μου, ἐγὼ δὲν ξέρω. Ἐγὼ σαράντα χρόνια δὲν ἔκανα ποτὲ «Εὐχή». Ὅμως ἐμεῖς πάντοτε καὶ στὸν ναὸ καὶ στὸ κελλί του καὶ ὅπου τὸν βλέπαμε ἀκούγαμε τὴν «Εὐχή» ἀδιάλειπτη στὸ στόμα του. Καθαρὴ καὶ κατανυκτική. «Κύριε, Ἰησοῦ, Χριστέ, ἐλέησόν με». Δὲν συμβούλευε μὲ τὰ λόγια ἀλλὰ μὲ τὴν πράξη.
Ὅταν μπαίναμε στὸ κελλί του σχεδὸν πάντα τὸν βλέπαμε μὲ τὸ πετραχήλι προσευχόμενο ἢ μὲ τὸ κομποσχοίνι ἢ κάνοντας Παράκληση. Μᾶς ἀπαντοῦσε σὲ ὅ,τι τὸν ρωτούσαμε μὲ δυὸ λόγια καὶ ἂν ἐπιμέναμε νὰ παραμένουμε στὸ κελλί του περισσότερο, ἔλεγε: «Νά, κάθομαι, παιδί μου, ἐδῶ καὶ ξεκουράζομαι». Ποτὲ δὲν μᾶς ἔλεγε ὅτι προσεύχεται. Μόλις βγαίναμε συνέχιζε τὴν προσευχή του. Ὅλα τὰ ἔκανε ἐν κρυπτῷ. Πάντα ἔλεγε: «τίποτα δὲν κάνω».
Ἅγιος Ἰάκωβος Τσαλίκης

Τρίτη 28 Αυγούστου 2018



Πάτερ μου, θὰ κάνεις ὑπακοή;
Γιὰ τὸ μεγάλο θέμα τῆς ἐξομολογήσεως στὸ ὁποῖο ἀφιέρωσε πολλὰ χρόνια τῆς ζωῆς του πολλὰ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε. Ἂς ἀναφέρουμε τὰ κυριότερα.
Ἦταν λοιπὸν στὴν ἐξομολόγηση πολὺ ἐπιεικὴς χωρὶς ὅμως καὶ νὰ παραβαίνει τοὺς Κανόνες. Ἔλεγε: «Ἂν σὲ μία κοπέλα ποὺ ἔκανε, ἂς ποῦμε, ἔκτρωση καὶ μόλις ἐξομολογηθεῖ τὴν ἁμαρτία της ἐγὼ ὡς πνευματικὸς τῆς πῶ ὅτι εἶναι φόνισσα, ὅτι δολοφόνησε τὸ παιδί της καὶ ὅτι ἑφτὰ χρόνια δὲ θὰ κοινωνήσει καὶ κατόπιν τὴ βγάλω ἀπὸ τὸ ἐξομολογητήριο, τί συνέπειες θὰ ἔχουν ὅλα αὐτὰ γιὰ τὴν ψυχή της; Ἐνῶ ἂν τῆς μιλήσω μὲ ἀγάπη καὶ στοργή, λέγοντάς της «Παιδί μου, δὲν εἶναι σωστὸ αὐτὸ ποὺ ἔκανες, εἶναι ἁμαρτία» καὶ δὲν τῆς βάλω ἀμέσως κανόνα, ἀλλὰ τὴ συμβουλέψω καὶ τὴν ξαναδῶ σὲ δεκαπέντε ἡμέρες ἢ ἕνα μήνα, σιγὰ σιγὰ θὰ τακτοποιηθεῖ ἡ ψυχή της. Ὁ ἄνθρωπος δὲν πρέπει νὰ φεύγει ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία πληγωμένος ἀλλὰ θεραπευμένος. Ἐγώ, πάτερ μου, δὲ μισῶ τὸν ἄνθρωπο ἀλλὰ τὴν ἁμαρτία».
Ἦταν ἐπιεικὴς στοὺς κανόνες ποὺ ἔβαζε. Τὸ πόσο συνέπασχε μὲ τοὺς ἐξομολογούμενους ἀδελφοὺς φαίνεται ἀπὸ τοὺς παρακάτω λόγους του.
«Ἐγώ, πάτερ μου, συμπάσχω μὲ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἐξομολογεῖται. Πονάω μαζί του. Πονάω καὶ κλαίω γιὰ τὸν ἐξομολογούμενο. Παρακάλεσα τὸν Ἅγιο Δαβὶδ μετὰ τὴν ἐξομολόγηση νὰ ξεχνάω ὅσα δὲ χρειάζονται καὶ νὰ θυμᾶμαι αὐτὰ ποὺ πρέπει γιὰ νὰ προσεύχομαι. Γιατί κάνω προσευχὴ γιὰ τοὺς ἐξομολογούμενους. Καὶ ἀνησυχῶ καὶ τοὺς περιμένω νὰ ξανάρθουν».
Ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Ὅταν ἐξομολογῶ, πάτερ μου, τοὺς Χριστιανοὺς καὶ δὲ βλέπω μετάνοια σὲ ὁρισμένους ἀπὸ αὐτοὺς δὲ διαβάζω συγχωρητικὴ εὐχὴ γιατί δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα ἐφ' ὅσον λείπει ἡ μετάνοια».
Ὁ Γέροντας, λοιπόν, ἐνδιαφερόταν γιὰ τὸ «ἔσωθεν τοῦ ποτηριοῦ». Ὅταν καμιὰ φορὰ χωρὶς ἐσωτερικὴ διάθεση ὑπακοῆς τοῦ λέγαμε ἕνα τυπικὸ «Να ΄ναι εὐλογημένο», ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Πάτερ μου, θὰ κάνεις ὑπακοὴ ἢ ἔτσι ἁπλῶς λὲς «να ΄ναι εὐλογημένο» χωρὶς νὰ τὸ πιστεύεις;».
Γιὰ τὸ θέμα τῆς προσευχῆς ὅταν καμιὰ φορὰ τοῦ ζητούσαμε νὰ μᾶς μιλήσει γιὰ τὴν «Εὐχή» μᾶς ἔλεγε: «Πάτερ μου, ἐγὼ δὲν ξέρω. Ἐγὼ σαράντα χρόνια δὲν ἔκανα ποτὲ «Εὐχή». Ὅμως ἐμεῖς πάντοτε καὶ στὸ ναὸ καὶ στὸ κελλί του καὶ ὅπου τὸν βλέπαμε ἀκούγαμε τὴν «Εὐχή» ἀδιάλειπτη στὸ στόμα του. Καθαρὴ καὶ κατανυκτική. «Κύριε, Ἰησοῦ, Χριστέ, ἐλέησόν με». Δὲν συμβούλευε μὲ τὰ λόγια ἀλλὰ μὲ τὴν πράξη.
Ὅταν μπαίναμε στὸ κελλί του σχεδὸν πάντα τὸν βλέπαμε μὲ τὸ πετραχήλι προσευχόμενο ἢ μὲ τὸ κομποσχοίνι ἢ κάνοντας Παράκληση. Μᾶς ἀπαντοῦσε σὲ ὅ,τι τὸν ρωτούσαμε μὲ δυὸ λόγια καὶ ἂν ἐπιμέναμε νὰ παραμένουμε στὸ κελλί του περισσότερο, ἔλεγε: «Νά, κάθομαι, παιδί μου, ἐδῶ καὶ ξεκουράζομαι». Ποτὲ δὲ μᾶς ἔλεγε ὅτι προσεύχεται. Μόλις βγαίναμε συνέχιζε τὴν προσευχή του. Ὅλα τὰ ἔκανε ἐν κρυπτῷ. Πάντα ἔλεγε: «τίποτα δὲν κάνω».
Ἅγιος Ἰάκωβος Τσαλίκης

Τρίτη 19 Ιουνίου 2018


Ὁ ἄγγελός μου
Εἶχε ἔρθει στό Γενικό Κρατικό Νοσοκομεῖο Ἀθηνῶν γιά τά προβλήματα πού εἶχε μέ τήν καρδιά του. Μόλις ἔμαθα ὅτι ἦταν ἐκεῖ, πῆγα νά τόν δῶ. Ἦταν ἡ μέρα πού τόν εἶχαν μετακινήσει ἀπό τή Μονάδα Ἐντατικῆς Παρακολούθησης σ' ἕνα δωμάτιο μέ τρία κρεβάτια κι ἕνα ράντζο, πάνω στό ὁποῖο εἶχαν βάλει τόν Γέροντα Ἰάκωβο. Ἡ πρώτη ἐντύπωσή μου, μόλις τόν εἶδα, εἶναι κάτι πού δέν περιγράφεται. Ἄν σᾶς πῶ ὅτι ὅ ἄνθρωπος αὐτός ἀκτινοβολοῦσε, θά εἶναι λίγο. Ἡ μορφή του ἦταν τό κάτι ἄλλο, πράγματι ἀκτινοβολοῦσε.
Τήν ὥρα πού μπῆκα στό δωμάτιό του, ἦταν ἐκεῖ οἱ γιατροί, πού ἔκαναν τήν καθημερινή ἐπίσκεψή τους στούς θαλάμους τῶν ἀσθενῶν. Κατά σύμπτωση οἱ γιατροί ἐκεῖνοι ἦταν πρώην φοιτητές μου στό Πανεπιστήμιο. Ἔτσι, μόλις μέ εἶδαν, ἦρθαν κοντά μου καί μέ ἐνημέρωσαν γιά τήν κατάσταση τῆς ὑγείας τοῦ Γέροντα. Ὅταν τελείωσαν κι ἔφυγαν οἱ γιατροί, πῆγα καί κάθησα δίπλα στόν Γέροντα Ἰάκωβο, ὁ ὁποῖος, μόλις μέ εἶδε, μοῦ εἶπε τό ἑξῆς, τό ὁποῖο μ' ἔκανε πραγματικά ν' ἀνατριχιάσω, γιατί ἦταν κάτι πού δέν εἶχα σκεφτεῖ ποτέ.
-Δέν σέ ξέρω, πρώτη φορά σέ βλέπω. Ἀλλά βλέπω ὅτι πίσω σου στέκεται ὁ ἄγγελός σου.
Μέ συγκλόνισε κυριολεκτικά αὐτό πού μοῦ εἶπε. Δέν τό λέω γιά ὑπερηφάνεια. Καί πρόσθεσε:
-Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἄγγελο. Ἀλλά τόν δικό σου τόν εἶδα. Πρόσεξε νά μή τόν διώξεις ἀπό κοντά σου.
Ἀνατριχιάζω ὁλόκληρος κάθε φορά πού τό σκέφτομαι, τό ἴδιο ὅπως τήν ὥρα ἐκείνη. Καί ὁλοκλήρωσε ὁ Γέρων Ἰάκωβος:
-Αὐτός ὁ ἄγγελος ἔχει κατονομασθεῖ τήν ἡμέρα τῆς βαπτίσεώς σου. Ἀπό τότε σέ συνοδεύει καί δέν πρέπει νά φεύγει ἀπό κοντά σου. Εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος τελικά θά πάρει τήν ψυχή σου στά χέρια του καί θά τήν ὁδηγήσει τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Καί ὅταν θά ἔρχονται οἱ δαίμονες καί θά λένε «αὐτός ἔκανε ἐκεῖνο, ἔκανε τό ἄλλο, διέπραξε αὐτή τήν ἁμαρτία καί τήν ἄλλη», τότε ὁ ἄγγελός σου θά λέει «ναί, τά ἔκανε αὐτά, ἀλλά ταυτόχρονα ἔκανε κι αὐτό τό καλό, ἔκανε καί τό ἄλλο καλό». Αὐτός εἶναι ὁ δικηγόρος, πού θά σέ ὑποστηρίξει. Πρόσεξε, λοιπόν, νά μή τόν ἀπομακρύνεις. Τόν εἶδα νά εἶναι κοντά σου.
Ἀπό ἐκείνη τήν ὥρα, οὐδέποτε σταμάτησα νά ἔχω τήν αἴσθηση ὅτι δίπλα μου ὑπάρχει ἕνας ἄγγελος, ὁ δικός μου, προσωπικός ἄγγελος. Αὐτό εἶναι ἕνα μέγα μήνυμα χαρᾶς πρός ὅλους ὅσους βαπτιστήκαμε Ὀρθόδοξοι χριστιανοί.
Ὅταν ἔβλεπες τόν Γέροντα Ἰάκωβο εἶχες τήν αἴσθηση ὅτι ἦταν ἄλλου κόσμου, ὅτι μιλοῦσε μέν γιά τά προβλήματά σου, ἀλλά μέ μία ἄλλη προοπτική. Καταλάβαινες ὅτι, ὄντας δίπλα σου, ζοῦσε κάπου ἀλλοῦ. Κι αὐτό σέ γέμιζε μ' ἕνα αἴσθημα πανηγύρεως. Καί σοῦ μετέδιδε ὅτι κι ἐσύ εἶσαι γιά ἀλλοῦ πλασμένος, ὅτι δέν εἶσαι γιά ἐδῶ.         
Γεώργιος Παπαζάχος