Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Χρυσόστομος Κουτλουμουσιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Χρυσόστομος Κουτλουμουσιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2025


Θύματα καὶ ὕποπτοι
Ἡ ἐποχή μας διαπνέεται ἀπὸ κοινωνικὴ εὐαισθησία. Ἡ εὐαισθησία αὐτὴ φαίνεται ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει πρόσωπα ἀλλὰ κοινωνικὲς ὁμάδες. Οἱ ὁποῖες θεωροῦνται a priori καλὲς ἢ κακές, χρήζουν ὑπερασπίσεως ἢ καταδίκης. Μάλιστα, μὲ περισσὴ εὐκολία τὰ πρόσωπα κατατάσσονται στὶς ἀντίστοιχες ὁμάδες, δεχόμενα τὴν ὑπεράσπιση ἢ τὴν καταδίκη ἀδιακρίτως.
Μέσα σὲ τοῦτο τὸν μανιχαϊσμὸ καλοῦ καὶ κακοῦ ἀξιοποιεῖται καὶ ἡ ἰδιότητα τοῦ «ἀδικημένου». Τὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ πρέπει νὰ ἔχει μία ὁμάδα ὥστε νὰ λάβει τὴν ταυτότητα τοῦ ἀδικημένου – καὶ ἑπομένως τοῦ καλοῦ – εἶναι τὰ ἀκόλουθα:
Νὰ ἀποτελεῖ μειονότητα.
Νὰ εἶναι παραβατική.
Γιὰ παράδειγμα, μὲ ὅσο μεγαλύτερη μανία θρυμματίζει κάποιος τὴ βιτρίνα ἑνὸς καταστήματος, τόσο περισσότερο ἀξίζει τὴ δικαίωση καὶ τὴν ἐνθάρρυνση, διότι ἡ ἀπεγνωσμένη αὐτὴ πράξη εἶναι ἐπανάσταση ἐνάντια στὴ φασιστικὴ κοινωνία. Καὶ τοῦτο ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ποιός εἶναι ὁ συγκεκριμένος δράστης, καὶ ποιά ἦταν τὰ πραγματικὰ καὶ βαθύτερα κίνητρά του. Ἀντίστοιχα, ὅσο μεγαλύτερη χυδαιότητα καὶ προκλητικὴ συμπεριφορὰ ἐκδηλώνει ὁ παρελαύνων στὸ gay parade, τόσο ἐντονότερα καταγγέλλει τὴν ὁμοφοβικὴ ὑποκρισία τῆς κοινωνίας, κερδίζοντας τὴ συμπαράσταση τῆς μεταμοντέρνας διανόησης.
Ἀντιθέτως, ὁ ἄτυχος ποὺ δὲν ἀνήκει σὲ μειονότητα καὶ δὲν ἀσκεῖ παραβατικὴ συμπεριφορὰ τυγχάνει ἐκ προοιμίου ὕποπτος ὅτι ἀνήκει στήν (ἢ συμβιβάζεται μὲ τήν) καταπιεστική, πατριαρχικὴ καὶ ρατσιστικὴ κοινωνία ποὺ συντηρεῖ τὶς δομὲς τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας.
Μπορεῖ νὰ δεῖ κάποιος στὴ σύγχρονη λογοτεχνία τὸν τύπο τοῦ ἀντι-ἥρωα. Στίχοι καὶ τραγούδια μὲ ἀνθρωπιστικὲς ἐξάρσεις ὑπερυψώνουν τὸν νέο ποὺ χάνεται στὸ χάος τῆς πόλης, κρατώντας ἕνα τσιγάρο καὶ τὸ φεγγάρι (στὰ μάτια τοῦ ποιητῆ), βυθισμένος στὴν ἀνωνυμία. Βέβαια, οἱ λόγιοι ποὺ ἀπαθανατίζουν αὐτὸν τὸν νέο συνήθως δὲν ἀσχολοῦνται στὴν πράξη μὲ κανένα συγκεκριμένο νέο. Αὐτὸ ποὺ ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ ὑπερέξαρση τῆς κοινωνικῆς ὁμάδας. Ἡ ὁμάδα θυματοποιεῖται καὶ μάλιστα ἡρωοποιεῖται. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀνήκει σ’ αὐτὴν θεωρεῖται ἐκ τῶν προτέρων θύμα μιᾶς κοινωνίας, καὶ γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς γίνεται ὁ ἥρωας τῶν ποιημάτων καὶ ἀφηγημάτων.
Αὐτὸ δὲν εἶναι μόνο λογοτεχνικὸ μοτίβο. Ἀποτελεῖ ἰδεολόγημα ποὺ γνωρίζει μόνο μία διάκριση: σὲ θύτες καὶ θύματα. Ἀγνοεῖ ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄνθρωποι ποὺ εἶναι θύτες καὶ θύματα τοῦ ἑαυτοῦ τους. Παραβλέπει τὸ ὅτι ἡ θυματοποίηση εἶναι συχνὰ «μία κάποια λύσις», ὅτι μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ ἀσφαλέστερο καταφύγιο τοῦ νωθροῦ, τοῦ ἀνεύθυνου ἢ τοῦ νάρκισσου, τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔχει μόνο δικαιώματα καὶ γι’ αὐτὸ ἀδικεῖται συνεχῶς καὶ ἐξοργιστικὰ ἀπὸ τὴν κοινωνία.
Κανεὶς δὲν πρόκειται νὰ τραγουδήσει ἢ νὰ προβάλει μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο τὸν ἄλλον ἥρωα. Ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἀνήκει σὲ ἀναγνωρισμένη μειονότητα καὶ δὲν εἶναι παραβατικός. Ὅπως ἕνα παιδὶ ποὺ τὴ δεκαετία τοῦ ‘80 μελετοῦσε τὰ βράδια τοῦ χειμώνα μὲ ἕνα κερί, καὶ τὴν ἡμέρα μὲ τὸ φῶς ποὺ ἔμπαινε ἀπὸ τὸ σπασμένο παράθυρο. Ἡ μητέρα του στὸ ψυχιατρεῖο, καὶ ὁ πατέρας του στὸν τζόγο. Ὅσο κι ἂν θυμίζει μελόδραμα, ἡ περίπτωση εἶναι πραγματική. Τὸ παιδὶ αὐτὸ ἔτσι μεγάλωσε, σπούδασε καὶ ἀγωνίζεται στὴν σκληρὴ καθημερινότητα.
Ἢ οἱ δύο φοιτητὲς ποὺ προσφάτως ἔπαιζαν βιολὶ στοὺς δρόμους τῆς ἐπαρχιακῆς πανεπιστημιούπολης, γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουν τὸ φαγητό τους καὶ νὰ συνεχίσουν τὶς σπουδές τους. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀόρατοι ἥρωες. Δὲν θορυβοῦν, δὲν κλαίγονται, δὲν ἀρνοῦνται τὴ ζωή τους. Ἀπαιτοῦν ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους καὶ ἀναμετρῶνται δημιουργικὰ μὲ τὶς προκλήσεις. Δὲν χάνονται ἀπὸ τὴν κοινωνία, ἀλλὰ τὴ βοηθοῦν νὰ βρεῖ ἡ ἴδια τὸν ἑαυτό της. Κανεὶς δὲν θὰ τοὺς τραγουδήσει, κανεὶς δὲν θὰ τοὺς ὑπερασπισθεῖ. Περιέρχονται αὐτομάτως στὴν κατηγορία τῶν ὑπόπτων. Ὁ λόγος εἶναι ἁπλός: δὲν ἀνήκουν σὲ μειονότητα καὶ δὲν κάνουν θόρυβο.
Ὅσο παράξενο κι ἂν φαίνεται, ἡ στάση αὐτὴ τῆς νέας ἐποχῆς μεταφέρεται καὶ στὸν τρόπο ποὺ πολλοὶ κοσμικοὶ χριστιανοὶ βλέπουν τὴν μοναστικὴ κοινωνία. Καὶ ἐδῶ ὁ παραβατικός, ὁ παρήκοος, ὁ «ἐπαναστάτης» μοναχὸς ποὺ καταγγέλλει καὶ ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν «ἐξουσία» (τὴν ὁποίαν ἐκπροσωποῦν ὅλοι οἱ ἄλλοι) θεωρεῖται αὐτομάτως ὡς ὁ φέρων καὶ ὁμολογῶν τὴν ἀλήθεια. Διότι αὐτὸς μόνος ξεχώρισε ἀπὸ τὴ μάζα τῶν κοιμωμένων ὑποτακτικῶν. Ὅσο περισσότερο καταργεῖ τοὺς μοναχικοὺς κανόνες (πάντοτε στὸ ὄνομα τῆς ὀρθῆς πίστεως) τόσο περισσότερο ἀγωνιστὴς θεωρεῖται, τόσο περισσότερο κερδίζει τὶς ἐντυπώσεις. Καὶ οἱ ἐντυπώσεις ὁρίζουν πλέον στὴ συνείδηση πολλῶν τὴν ἀλήθεια.
Εὐτυχῶς καὶ ἐδῶ καὶ παντοῦ ὑπάρχουν οἱ ἀόρατοι ἀγωνιστές, ποὺ δίνουν ψυχὴ στὸ σῶμα τοῦ κόσμου, χωρὶς ὁ κόσμος νὰ τὸ καταλαβαίνει…
Ἱερομόναχος Χρυσόστομος Κουτλουμουσιανὸς

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2024



Τὰ δύο πρόσωπα τῆς χαρᾶς καὶ τῆς λύπης
Γνωρίζεις πολλοὺς ποὺ θὰ ἤθελαν νὰ τοὺς ἀναγνωρίζει ὁ κόσμος ἀπὸ τὸ λυπημένο τους πρόσωπο;
Καθὼς ἐπικράτησε σιγὰ σιγὰ καὶ ὕπουλα ἡ φιλοσοφία τῆς διαφήμισης, μετατοπίζοντας τὸ νόημα ἀπὸ τὸ σημαντικὸ στὸ ἀσήμαντο, ἀπὸ τὸ βαθὺ στὸ ἐπιφανειακὸ κι ἀπὸ τὴ φιλότιμη προσπάθεια στὴ φυγόπονη εὐκολία, αἰσθάνθηκα νὰ πνίγομαι στὸ βοῦρκο τῆς ἀσάφειας. (Σαλβαδὸρ δὲλ Πόθο, 60 Μαθήματα Ζωῆς ἀπὸ τὸν Δὸν Κιχώτη)
Βοῦρκος ἀσάφειας. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας διακριτικὰ τὴν ἀξιοποιοῦν ὡς ὑφολογικὸ μέσο ποὺ ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ κεντρίζει περισσότερο τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ἀναγνώστη καὶ νὰ τὸν ὠθεῖ εἰς ἔρευνα. Ὅταν ὅμως ἡ ἀσάφεια εἶναι καπνὸς ποὺ θολώνει τὸ μυαλὸ καὶ βοῦρκος ποὺ πνίγει τὴ ζωή, τότε τὰ πράγματα γίνονται ἐπικίνδυνα.
Ἡ ἀσάφεια, στὴν ὁποία ἀναφέρεται τὸ ἀρχικὸ παράθεμα, εἶναι πλέον μέρος τῆς προσωπικότητάς μας, καὶ ἔχει γίνει μᾶλλον ἀφασία. Στὸν κοινωνικό μας βίο συνοδεύεται ἀπὸ τὴ χρήση στερεότυπων καὶ συνθημάτων ποὺ ἀποτελοῦν τὴ γλωσσικὴ ταυτότητα τοῦ lifestyle. Τὸ lifestyle εἶναι χαρά. Ὅλα εἶναι «τέλεια», ὅλα «ὑπέροχα», ὅλοι ἐξαιρετικοὶ κι ἀγαπημένοι, ὅλα στὸν ὑπερθετικὸ βαθμό. Δὲν ὑπάρχει μέτρο, σύγκριση, διαβάθμιση, γιατὶ δὲν ὑπάρχει κρίση καὶ κριτήριο, οὔτε ἄλλωστε ἔχουν σημασία, γιατὶ ζοῦμε στὴν ἐποχὴ τῆς διαφήμισης. Ἡ ὁποία ἁπλὰ θέλει κάτι νὰ ἐπιβάλει. Ὄχι μὲ ἐπιχειρήματα, ἀλλὰ μὲ τὴ δικτατορία τῶν ἐντυπώσεων. Ἡ εἰκόνα εἶναι αὐτὸ ποὺ μετρᾶ, ἡ «προσωπικότητα», ὄχι ὁ χαρακτήρας. Ἡ παγκόσμια ἀγορὰ μὲ κάθε ἐπιστημοσύνη ἐπέβαλε αὐτὸ τὸ μοντέλο ὡς ἄρθρο πίστεως καὶ συνταγὴ ἐπιτυχίας. Διότι ξέρει ὅτι ἡ χαρά, αὐτὴ ἡ συγκεκριμένη χαρά, εἶναι ἐξαιρετικὰ καταναλωτική. Καὶ ἐξαιρετικὰ ἐξαρτημένη.
Ὅλα τέλεια, ὑπέροχα, κι ἐμεῖς χαρούμενοι, ἀρυτίδωτοι καὶ γελαστοὶ πάντοτε, εὐπροσήγοροι καὶ ἀνοιχτόκαρδοι, συνάδελφοι καὶ ὁμόφρονες, ἀνταγωνιστὲς ἕως θανάτου, πανέτοιμοι νὰ σκοτώσουμε συμβολικὰ τοὺς ἄλλους καὶ ταυτόχρονα ἀπόλυτα ἐξαρτημένοι ἀπὸ τὴ γνώμη τους, ὁλοπρόθυμοι νὰ φιλήσουμε χέρια ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ δαγκώσουμε, χαρούμενοι θλιμμένοι νάρκισσοι. Μὰ σὲ τοῦτο τὸ νευρωσικὸ χτίσιμο τοῦ προσώπου μπορεῖ ὁ καθένας νὰ δεῖ τὶς ρωγμές. Ἡ θλίψη εἶναι βαθιὰ καὶ πικρή, εἶναι ἀνελέητη ἐρημιὰ ποὺ ἀλλάζει ρόλους καὶ προσωπεῖα γιὰ νὰ φανεῖ κοινωνική. Ὅσο πιὸ βαθιὰ εἶναι, τόσο περισσότερο ἐναγωνίως ἐπιδιώκει νὰ πείσει τοὺς ἄλλους ὅτι δὲν ὑφίσταται, ἀκόμη κι ἂν πρέπει νὰ τοὺς πατήσει στὸ σβέρκο.
Ἂν μιλᾶμε γιὰ Χριστιανούς, ναί, μπορεῖ νὰ ἰσχύουν τὰ ἴδια, μὲ μόνη διαφορὰ ὅτι ἐδῶ ὅλα γίνονται στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἤ (γιὰ νὰ μὴν εἴμαστε ἐκτὸς θεολογικῆς μόδας) νὰ γίνονται εὐχαριστιακά. Ζοῦμε τὴν «πληρότητα τῆς ἀγαπητικῆς ἐλευθερίας» μέχρι νὰ μᾶς πατήσουν τὸν κάλο ἢ νὰ ἀμφισβητήσουν κάτι ἀπὸ τὸ πρόσωπό μας. Καὶ οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ μετατρεπόμαστε σὲ φανφαρόνους μὲ πατερικὰ ἤ (συνηθέστερα) μεταπατερικὰ τσιτάτα, φορεμένα χαμόγελα πληρότητας καὶ ἱκανὴ θέληση γιὰ δύναμη.
Ἕνας ἀλλοεθνὴς ἀλεβίτης, ἄνθρωπος καλλιεργημένος, τοῦ κόσμου τούτου, εἶπε κάποτε στὸν γράφοντα: «Μὲ ἐνδιαφέρει ἡ Ὀρθοδοξία. Ἀλλὰ ἡ Ὀρθοδοξία τῶν ταπεινῶν ἁγίων, ὄχι ἡ Ὀρθοδοξία-The Coca-Cola Company. Μπορεῖτε νὰ μοῦ τὴ δείξετε;». Δὲν προσβλήθηκα καθόλου. Ἡ διαφήμιση ἔχει μπεῖ στὴ ζωὴ τῶν Ὀρθοδόξων, φέροντας μαζί της ἀσάφεια καὶ ἀφασία, τὸ κυνήγι τοῦ εὔκολου καὶ ἄμεσου, τυφλὲς συμπεριφορὲς καὶ ὁράματα προσωπικῆς ἐπιτυχίας, δύναμης καὶ δόξας (ἀφοῦ εἴμαστε «κοινωνία προσώπων»). Πίσω ἀπ’ αὐτὰ βρίσκεται πολλὴ θλίψη.
Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία θλίψη ἀγαθή, ἢ μᾶλλον λύπη, ἡ ὁποία δὲν συνθλίβει, αὐτὴ ποὺ ἀναδύεται ἀπὸ τὴν εὐαίσθητη καρδιά. Αὐτὴ ποὺ στρέφει πρὸς τὰ ἔσω μὲ εἰλικρίνεια, ποὺ σμιλεύει τὸν χαρακτήρα, ποὺ βοηθᾶ στὴν αὐτογνωσία ἀλλὰ καὶ στὴν ἐνσυναίσθηση.
Οἱ Πατέρες ἀποδέχονται τὴ θλίψη, ὅπως ἀποδέχονται καὶ τὴ χαρὰ καὶ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο. Δὲν διστάζουν νὰ ποῦν ὅτι ἡ ἀληθινὴ χαρὰ εἶναι ἀκόμη βαθύτερη. Πρέπει λοιπὸν νὰ σκάψεις καὶ νὰ ἱδρώσεις γιὰ νὰ τὴ βρεῖς, ὅπως βρίσκεις ἕνα μαργαριτάρι θαμμένο σὲ ρουμανιασμένο χωράφι. Ὅσο καθαρίζεις καὶ ἐμβαθύνεις, ἀρχίζεις καὶ διακρίνεις ὅτι ἡ χαρὰ εἶναι ἡ φυσικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὴ ἡ χαρὰ δὲν εἶναι ἐξωστρεφὴς καὶ ἐξαρτημένη, δὲν ἐξορκίζει τὴ λύπη, εἶναι χαρὰ ποὺ βρέθηκε μέσα ἀπὸ τὸν σταυρό, ὄχι παραμύθιασμα, ἀλλὰ ἔλεγχος πραγμάτων μὴ βλεπομένων.
Οἱ Πατέρες βλέπουν μὲ ὑποψία καὶ τὴ χαρὰ καὶ τὴ λύπη ὡς ἐξωτερικὲς ἐκδηλώσεις. Γιατὶ ψεῦδος καὶ ὑποκρισία μπορεῖ νὰ ὑπάρχει καὶ στὴ μία καὶ στὴν ἄλλη. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς λέει, μὴ φαίνεσθε σκυθρωποὶ γιὰ νὰ δείξετε ὅτι νηστεύετε. Καὶ τὸ προσωπεῖο τῆς λύπης εἶναι ναρκισσιστικό, εἶναι ἐργαλεῖο στὰ χέρια ἐκείνου ποὺ θέλει νὰ εἶναι τὸ κέντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος, νὰ ἀποσπᾶ τὸν οἶκτο καὶ τὴ συμπάθεια, γιατὶ ἔτσι αἰσθάνεται ὅτι ἀποκτᾶ νόημα καὶ ὑπόσταση, καὶ γιατὶ ἔτσι ἱκανοποιεῖ τὰ θελήματά του. Σήμερα νομίζω ὁ Κύριος θὰ ἔλεγε τὸ ἀντίθετο: μὴ φαίνεσθε καὶ πολὺ γελαστοί, ὅπως κάνουν οἱ ὑποκριτὲς γιὰ νὰ φανοῦν αὐτάρκεις καὶ εὐτυχισμένοι.
Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἄνθρωπος τῆς χαρμολύπης. Λυπημένος στὴ λύπη τοῦ πλησίον, χαρούμενος στὴ χαρὰ ἐκείνου. Λυπημένος γιὰ τὶς δικές του ἁμαρτίες, χαρούμενος γιὰ τὴ μετάνοιά του. Λυπημένος γιὰ τὴν ἀδικία στὸν κόσμο, χαρούμενος γιὰ τὴν ἀνάσταση. Καὶ κάτι παραπάνω. Ἕτοιμος νὰ ὑπερβεῖ καὶ τὴ λύπη καὶ τὴ χαρὰ ὡς συναισθήματα, προκειμένου νὰ προχωρήσει σὲ μεγάλες πράξεις, σὲ μεγάλα ναὶ ἢ ὄχι, ποὺ μπορεῖ μόνο ὁ Θεὸς νὰ γνωρίζει. Ἡ χαρμολύπη του εἶναι ἀληθινή, δὲν διαφημίζεται. Χωρᾶ ὅλον τὸν κόσμο, ἀλλὰ δὲν τὴ χωρᾶ ὁ κόσμος…
π. Χρυσόστομος Κουτλουμουσιανὸς