Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέρων Παΐσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέρων Παΐσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014


Ὅσοι ψάλλουν 
- Ὁ τρόπος ποὺ ψάλλω, Γέροντα, εἶναι βαρύς. Ἔχω τὸν λογισμὸ πὼς αὐτὸ ὀφείλεται στὸ ὅτι ἡ προφορά μου εἶναι βαρειά.
Σὲ ἔχω δεῖ καὶβαρειὰ καὶἐλαφριά! Ὅταν εἶσαι βαρειά, τότε ψέλνεις καὶ βαριά. Ἀπὸ τὴν ἐσωτερική σου κατάσταση ξεκινάει αὐτό· αὐτὴν νὰ ἐλέγχης. Ἕνας ποὺ ἔχει λεπτὴ φωνή, ἂν εἶναι σὲ καλὴ πνευματικὴ κατάσταση, ἀκούγεται σὰν ἀηδονάκι· ἀλλιῶς, εἶναι σὰν νὰ τσιρίζη. Ἕνας ποὺ ἔχει χονδρὴ φωνή, ἂν δὲν εἶναι σὲ καλὴ πνευματικὴ κατάσταση, ἀκούγεται σὰν γέρος ποὺ μαλώνει. Ἂν ψάλετε μία-μία, θὰ καταλάβετε σὲ τί κατάσταση βρίσκεσθε ἐκείνη τὴν ὥρα.
- Γέροντα, ὅταν ψάλλουμε στὸν ναό, προσέχουμε νὰ μὴ γίνωνται παραφωνίες.
- Φυσικά, χρειάζεται νὰ προσέχετε, γιατί ὅλα πρέπει νὰ γίνωνται «εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν».
Πρῶτα ἀπὸ ὅλα ὅμως πρέπει νὰ φροντίζουμε νὰ ἐφαρμόσουμε τὸ «εὐσχημόνως» στὴν ψυχή μας, νὰ ὑπάρχη δηλαδὴ ἡ ψυχικὴ τάξη, νὰ εἴμαστε ἐντάξει μὲ τὸν Θεό. Ὅταν κανεὶς ψάλλη χωρὶς νὰ ἔχη καλὴ πνευματικὴ κατάσταση, αὐτὸ εἶναι χειρότερο ἀπὸ μία μουσικὴ παραφωνία. Γιατί, ὅπως τὸ καλὸ φέρνει... μία καλὴ ἀλλοίωση, ἔτσι καὶ τὸ κακὸ φέρνει μία κακὴ ἀλλοίωση, καὶ δὲν μποροῦν νὰ προσευχηθοῦν οἱ ἄνθρωποι. Ἂν δὲν εἶναι τακτοποιημένος ἐσωτερικὰ κανείς, ἂν ἔχη ἀριστεροὺς λογισμούς, μικροπρέπειες κ.λ.π., τί ψαλτικὴ νὰ κάνη; Πῶς θὰ νιώση μέσα του τὴν παραδεισένια γλυκύτητα, γιὰ νὰ ψάλη μὲ τὴν καρδιά; Γι΄ αὐτὸ λέει: «Εὐθυμεῖ τις; ψαλλέτω»!
Ὅσοι ψάλλουν, κανονικὰ πρέπει νὰ ἔχουν τὴν πιὸ τρυφερὴ καρδιὰ καὶ τὴν πιὸ γλυκειὰ καὶ χαρούμενη ἐσωτερικὴ κατάσταση. Πῶς νὰ ψάλης «Φῶς ἱλαρόν…», ἂν δὲν ἔχει ἱλαρότητα;

Γέρων Παΐσιος Ἁγιορείτης

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014



Τὰ πρωτεῖα στὰ Ἀναστάσιμα

γαπητέ μου δελφ κύριε Βασίλειε, χαρε ν Κυρί.
Διάβασα τ βιβλίο σας καί, ν κα γ δν εμαι ρμόδιος, θ σς π τ λογισμό μου πάνω σ’ ατ πού μο γράφετε, μι πο τ ζηττε. Κατ’ ρχς τίτλος το βιβλίου «Ψυχολογία» δν μο ρεσε. Μέσα χει πολλ καλ –κα πολ θ βοηθήσουν τος νέους- λλ κα πολλ π ατά, ἐὰν δν τ γνώριζαν ο νέοι (τ λέγατε μόνο στος κπαιδευτικος), θ βοηθοσαν καλύτερα.
πίσης, ἐὰν περισσότερο τ παρουσιάζετε τ πράγματα πνευματικ –παρ πιστημονικ- θ βοηθιόντουσαν πι θετικ τ ν συλλάβουν τ βαθύτερο νόημα τς ζως) ν λθη Θεία Χάρις μ τ θεία παρηγοριά, γι ν νοιώθουν χαρούμενα τ παιδι κα ν μν καταφεύγουν σ χαμηλς κα μάταιες χαρές, πο δν ξεδιψνε τν ψυχή, λλ τν κανε περισσότερο.
νθρωπος, πο δν πιστεύει στ Θε κα στ μέλλουσα αώνια ζωή, καταδικάζει αώνια τ ψυχή του, κα μένει παρηγόρητος κα σ’ ατ τ ζωή. Νομίζω τι λη προσπάθεια πρέπει ν γίνη σ’ ατ τν κατεύθυνση· διότι βλέπουμε σχεδν λη τν Ερώπη πο διέθεσε λη τν πιστήμη (τν νθρώπινη γνώση), γι ν διορθώση τν εκόνα το Θεο· λλ γι ν μν εναι ο διοι (σχεδν λοι) στραμμένοι πρς τν Θεόν, κα ν μ ζητνε κα τν θεία Του πέμβαση, ταλαιπωρονται συνέχεια, κα ταλαιπωρον συνέχεια μικρος κα μεγάλους· κα π τν φύση, τν ποία σιγ-σιγ παραμορφώνουν, ρχισαν ν παραμορφώνουν κα τος νθρώπους, κα ν τος «περιποιονται» στ ψυχιατρεα μ λεκτροσόκ. Θες ν μς λεήση.
Συγχώρεσέ με, τ γράφω μ πόνο, γιατί βλέπω τν καημένη τν νεολαία γκαταλειμμένη π πνευματικούς, γιατί ο περισσότεροι σχολονται μ τν πρόνοια (ν πάρχει κοινωνικ πρόνοια κα κάνει πι καλύτερα τ δουλειά της στν τομέα ατό), κα τ ργο το πνευματικο (δυστυχς), τ κάνουν ψυχίατροι, πο ο περισσότεροι δν παραδέχονται ψυχή, τν παραδέχονται μ τν δικό τους τρόπο, κα ν μν ναγνωρίζουν τν ξία τς ψυχς, πο μι ψυχ ξίζει περισσότερο π λον τν κόσμο, καθς μς λέει Χριστός.
Ἐὰν δν πρχαν κα τ ψυχολογικ βιβλία, θ χουμε λιγότερες ατοκτονίες, γιατί πολλο πο τ διαβάζουν, καταδικάζουν τν αυτό τους, ν χάρις το Θεο διώχνει κα τ κληρονομικ κα σκορπάει κα χαρά. Ἐὰν τ πανεκδώσετε, δστε «τ πρωτεα στ ναστάσιμα».
Μὲ πολλὴ ἀγάπη Χριστοῦ,  ο ἀδελφός σας

Μοναχός Παΐσιος

Τετράδιο 150 * Σεπτέμβριος 2012

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014


Λοκατζῆδες

Στήν Σκήτη τν Ἰβήρων εἶναι οἱ «Ἃγιοι Ἀπόστολοι», ὃπου μένουν τώρα δύο Πατέρες, πού εἶναι καί κατά σάρκα ἀδέλφια. Στή Συνοδεία αὐτή ἦταν καί ὁ Γέρο-Παχώμιος, στόν ὁποῖο ἒβλεπε κανείς ὁλοφάνερα τήν ἁγιότητα ζωγραφισμένη στό πρόσωπό του. Τό Γεροντάκι αὐτό ἦταν πολύ ἁπλό καί τελείως ἀγράμματο ἀλλά πολύ χαριτωμένο. Στό Κυριακό τς Σκήτης, ὃταν ἐρχόταν γιά νά ἐκκλησιασθεῖ τίς ἑορτές, ποτέ δέν καθόταν στό στασίδι, ἀλλά πάντα ὄρθιος στεκόταν, ἀκόμα καί στίς ὁλονυχτίες, καί ἒλεγε τήν εὐχή. Ὅταν τύχαινε νά τόν ρωτήση κανείς “ποῦ βρίσκεται ἡ ἀκολουθία”, ἀπαντοῦσε:
- Ψαλτήρια-ψαλτήρια λένε οἱ Πατέρες. Ὅλα ψαλτήρια τά ἒλεγε. Οὔτε καί ἀπό ψαλτικά ἤξερε καθόλου, ἐκτός ἀπό τό Χριστός Ἀνέστη, πού ἒψαλε τό Πάσχα. Πάντα πρόθυμος νά κάνει τά θελήματα τν ἂλλων, χωρίς νά ἒχει καθόλου θέλημα δικό του.
Ὅση στενοχώρια καί ἂν εἶχε κανείς, ἃμα ἒβλεπε τόν Πατέρα Παχώμιο, τοῦ ἒφευγε. Ὅλοι τόν ἀγαποῦσαν, ἀκόμα καί τά φίδια, πού τοῦ εἶχαν ἐμπιστοσύνη καί δέν ἒφευγαν, ὅταν τόν ἒβλεπαν. Στήν περιοχή τς Καλύβης ἦταν πολλά φίδια, γιατί ὑπῆρχαν νερά. Ο ἂλλοι δύο Πατέρες πολύ φοβοῦνταν τά φίδια, ἐνῶ ὁ Γέρο-Παχώμιος τά πλησίαζε χαμογελαστός, τά ἒπιανε καί τά ἒβγαζε ἒξω ἀπό τόν φράχτη τους.
Μιά μέρα ἐν πήγαινε βιαστικός στήν Καλύβη τν Μαρκιανν, στό δρόμο βρῆκε ἓνα μεγάλο φίδι, τό ὁποῖο τύλιξε στήν μέση του σάν ζώνη, γιά νά τελειώση πρῶτα τήν δουλειά του καί μετά νά τό βγάλει ἒξω ἀπό τήν περιοχή τους. Ὁ Πατήρ Ἰάκωβος, μόλις τόν εδε, τρόμαξε, καί ὁ Πατήρ Παχώμιος παραξενεύτηκε γιά αὐτό. Μετά μοῦ ἒλεγε:
- Δέν ξέρω γιατί φοβᾶται ἀπό τά φίδια. Ἐκεῖνος ὁ δικός μας ὁ Πατήρ Ἀνδρέας φοβᾶται ἀκόμα καί τούς σκορπιούς! Ἐγώ τούς μαζεύω στήν χούφτα μου τούς σκορπιούς ἀπό τά ντουβάρια καί τούς πετάω ἒξω ἀπό τήν Καλύβα. Τώρα πού τρέμουν τά χέρια μου ἀπό τό πάρκινσον, τά μεγάλα φίδια σβαρνίζοντας τά βγάζω ἒξω.
Ρώτησα τόν Γέροντα: - Γιατί δέν σέ δαγκώνουν ἐσένα τά φίδια, Πάτερ Παχώμιε;
Μοῦ ἀπάντησε: - Κάπου γράφει ὁ Ἰησοῦς Χριστός σέ ἓνα χαρτί «ἐάν έχεις πίστη, πιάνεις καί τά φίδια καί τούς σκορπιούς, καί δέ σέ πειράζουν».
Τό ἃγιο αὐτό Γεροντάκι, ὁ Πατήρ Παχώμιος, εχε ἀναπαυθ στίς 22.10.1967. Μαζί μέ ἂλλους Ὁσίους Πατέρες, πού ἀγωνίσθηκαν φιλότιμα στό Περιβόλι τς Παναγίας, καί ἐξαγνίσθηκαν μέ τή βοήθεια τς Καλς μητέρας, τς Ἁγνς Παρθένου, ἒγιναν Στρατιτες τοῦ Χριστοῦ, νίκησαν τά πάθη τους, ἐξόντωσαν τόν ἐχθρό διάβολο, αὐτοί οἱ «Λοκατζδες τῆς Ἐκκλησίας μας», καί στεφανώθηκαν ἀπό τόν Χριστό μέ ἂφθαρτο στεφάνι.

Γέρων Παΐσιος Ἁγιορείτης

Τετράδιο 149 * Αὔγουστος 2012

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014


Λειτουργία μέ τόν γέροντα Παΐσιο

Ἦταν τ 1978, παραμον το Τιμίου Σταυρομ τ παλαι μερολόγιο κι Γέροντας ταν κόμα στ κελ το Τιμίου Σταυρο. γ εχα πάει –μουν διάκος τότε– κα τν πισκέφθηκα πρωί-πρωί. ταν μέρα Δευτέρα. Βρκα τν Γέροντα κα σκούπιζε.
Μο λέει: «λα δ κα σ θέλω, γιατὶ ἐδ χουμε αριο πανήγυρι κα κάλεσα κα Δεσπότη, θφέρω κα ψάλτες πίσημους καπαρήγγειλα κακρεμμύδια, ψάρια, φασόλια, πράματα ν μαγειρέψω, νκάμω τραπέζια˙ θα ’χω κόσμο δπολύ».
 γ ν τμεταξ τά πίστευα, διότι μο τά ’λεγε σοβαρ γι ν μπειράξει. Δν μποροσα νκαταλάβω τι μὲ ἀστειεύει.  Κα μολέει: «Θέλω κι να διάκο, κι ετυχς πο ρθες δ, θ σ χρειαστῶ ἀπόψε. Θ μείνεις δ μαζί μου τβράδυ;»
γ πετοσα π τ χαρά μου, διότι δν κρατοσε κανένα κοντά του, πολύτως κανέναν. Πολλο πήγαιναν κα τν παρακαλοσαν: Γέροντα, ν μείνω στω κι να βράδυ, μερικς ρες; Τίποτα, τος κρατοσε μερικλεπτ κα τος διωχνε. Δν φηνε ν μείνει νθρωπος πολ κοντά του. ταν μεγάλη ελογία ατό.
Λοιπν μο λέει: «Κοίταξε, τώρα μως θ κλείσουμε τν πόρτα, κα χι ταν θ χτυπον ν πς ν μφανίζεσαι, διότι χομε ν κάνουμε δουλειές». «Καλά», λέω, «κι ν μς χτυπον τί θ κάνουμε;» Μο λέει: «Τί θ κάνουμε; Θκάνουμε τν ψόφιο κοριό». Πράγματι ρθαν μερικοὶ ἄνθρωποι, χτύπησαν, δν νοιξε σ κανέναν κείνη τν μέρα. γ πρς στιγμὴν σκανδαλίσθηκα, γιατ δν τος νοίγει τος καημένους, πιτρέπεται ν εμαστε μέσα καν μν τος νοίγει; Γύρισε μία στιγμ κε πο μασταν στν κκλησία –εχε πολλς τρύπες κκλησία του, καβάζαμε σβέστη κα καλύπταμε τς τρύπες– κα μο λέει: «Κοίταξε ν δες, διάκο, γ προσεύχομαι κι ν κάποιος νθρωπος χει νάγκη ξέρω κα το νοίγω, ν χρειαστεῖ». Κα πράγματι, μετ πο εχε ρθει τ πόγευμα νας ποεχε μία σοβαρ νάγκη το νοιξε.
Τέλος πάντων, δουλέψαμε τ πρωί, τ μεσημέρι μολέει «Τώρα θ σο κάνω τ τραπέζι ν δομε τί θ φμε». Βγήκαμε ξω. Δν εχε οτε τραπέζι, οτε τίποτα. πλωσε κάτω στ χμα, πάνω σ΄ να βράχο κε πο εχε. «χω καὶ ἕνα τραπεζομάντηλο», μο επε, «πο τ φυλάω εδικ ταν χω πίσημους πισκέπτες. Δν τ βάζω κάθε μέρα κενο». Κι πιασε να νάυλον, δν ξέρω πο τ βρκε πεταμένο, τ ποο ταν σν ατπο βάζαν ο γιαγιάδες στ χωριά μας στ τραπέζια, πο εχαν ζωγραφισμένα πάνω διάφορα φροτα, σταφύλια, μπανάνες, κάτι τέτοια.
Τ πλωσε κεῖ, κα τί ν φμε, τί ν φμε, δν εχε τίποτα, μο ’κανε να τσάι, μο’δωσε να παξιμάδι κι βγαλε πτν κπο του, νομίζω κάτι κρεμύδια μαρούλια. Κι πια τσάι μ κρεμμύδια κι να παξιμάδι.
ν τ μεταξ λέει: «Κοίταξε τώρα ν φμε κα φροτα. Διάλεξε δ, χει νανάδες, χει καρπούζια» κα μο δειχνε τ τραπεζομάντηλο...
Τ πόγευμα ξεκουράστηκα γώ, ατς εδε μερικος νθρώπους κα τ βράδυ γύρω στς 5 ρα περίπου, μο λέει: «Τώρα θ κάνουμε προσευχ λη νύχτα μ τ κομποσκοίνι κα τ πρω θά ’ρθει π τ μοναστήρι νας ερέας ν μς κάνει Λειτουργία». «Εντάξει, Γέροντα. Πς θ κάνω κα γώ;»
Μο δειξε πς πρεπε ν προσεύχομαι τ βράδυ μ τ κομποσκοίνι. Πράγματι ρχίσαμε ν προσευχόμαστε κα μο λέει: «γύρω στ μεσάνυκτα –στς 7 ρα μ τ βυζαντινθ σ φωνάξω νπμε στν κκλησία ν διαβάσουμε τν θεία Μετάληψη».
Κα ρχισε προσευχ λη νύκτα. Ατς στ δωμάτιό του κα γ δίπλα στ μικρ τ δωματιάκι, μέσα στν ρημο. Κι ταν πρώτη φορ πο μενα τσι μόνος μου στν ρημο, μέσα στ γιον ρος, σ μίαν κρα συχία, δν κουγόταν τίποτα, μόνο μερικ ζα πο κυκλοφοροσαν ξω. Κι γ λεγα τν εχ –προσπαθοσα ν κάνω πως μο επε Γέροντας. Δίπλα μου προσευχόταν ατς κι γ τν κουγα, ταν ναστέναζε, ταν περπατοσε –διότι δν εχε πνεύμονες Γέροντας, εχε βγάλει τος πνεύμονές του, μόνο μισ πνεύμονα εχε- ναγκαζόταν κατ διαστήματα ν κάνει βαθιος ναστεναγμος γι ν πάρει έρα. Μο χτυποσε κα τν τοχο καμι φορ κα μο λεγε: «Διάκο, κοιμάσαι;» – «χι, Γέροντα». «! ντάξει». Πηγαίναμε καλά.
Γύρω στη μία τ μεσάνυκτα, φο κάναμε πτ ρες προσευχ μ τ κομποσκοίνι, μ φώναξε κα πήγαμε στὸ ἐκκλησάκι δίπλα κα μο λέει: «Νδιαβάσουμε τν κολουθία τς θείας Μεταλήψεως, γι ν ξενυστάξεις κα λίγο κα μετ συνεχίζουμε». ταν πήγαμε κε μ’ βαλε μένα στμοναδικ στασίδι πο εχε, ατς καθόταν δίπλα μου, κι γ κρατοσα τ κερ κι ρχισα ν διαβάζω π τ βιβλίο τν κολουθία· Γέροντας λεγε τος στίχους.
ν τ μεταξ κάθε φορ πο λεγε να στίχο κανε τσταυρό του λόκληρο κι κανε μία μετάνοια μέχρι τὸ ἔδαφος. κανε μ πολλ θέρμη ατν τν προσευχή του. ταν φτάσαμε στ τροπάριο κενο πο λέει «Μαρία Μήτηρ Θεο τς εωδίας τ σεπτὸν σκήνωμα» Γέροντας επε: «περαγία Θεοτόκε σσον μς». κριβς κείνη τν ρα, λα λλαξαν μέσα στ κκλησάκι. γινε κάτι πολ παλά, λλ πότομα, κα ρχισε τ καντήλι τς Παναγίας ν κουνιέται μόνο του. Εχε πέντε καντήλια στ τέμπλο κα μόνο τ καντήλι τς Παναγίας πήγαινε κι ρχόταν πάνω κάτω συνέχεια.
γ τ εδα βέβαια ατ τ πράγμα κα φωτίσθηκε τσι τ κκλησάκι, πρε να φς. Γύρισα κι εδα τν Γέροντα, μο κανε νεμα μ τ χέρι. Μο λέει «Σιωπὴ» κα σταμάτησα ν διαβάζω. Ατς νομίζω, δν θυμμαι καλά, γονάτισε μέχρι κάτω, πάντως σκυψε πολύ, ταν σκυφτς συνέχεια.
Κα γκαθόμουν στ στασίδι κι βλεπα ατ τ θέαμα, τ καντήλι τς Παναγίας ν κουνιέται συνέχεια πάνω κάτω. Διήρκησε ατό, τσι σιωπηλοί, περίπου μισ ρα, π’ ,τι μπόρεσα ν πολογίσω. Μετ πο εδα τι δν γινόταν τίποτα ρχισα ν διαβάζω μόνος μου. Γέροντας ταν κε στν δια στάση γονατιστς κι γ συνέχισα νδιαβάζω. ταν φτάσαμε στν βδομη εχ τς Μεταλήψεως, στν εχ το γίου Συμεών, τότε τ καντήλι σταμάτησε κι λα πανλθαν στν πρώτη κατάσταση ποὺ ἦταν σκοτειν λα κι μες μασταν μόνοι μας.
ταν τελείωσε κολουθία Γέροντας ταν πολσυγκινημένος κα μο λέει –σν να μικρ παιδάκι, τρόπον τινά, πο μα κάμει καμι ταξία κα τ τσακώσουν, λέει «μ δν καμα τίποτα» :
«Ξέρεις, γ πρώτη φορ βλέπω τέτοιο πράγμα. Δν ξανασυνέβηκε αττ πράγμα δῶ».
Δν πάντησα τίποτα, τί ν τοπ; στερα καθήσαμε κε στδιάδρομο, να μικρ διαδρομάκι, το λέω: «Γέροντα, τί ταν ατ πο γινε;» Μο λέει «Τί ταν;»
Λέω, «Δν εδες τκαντήλι πο κινήθηκε;» Μο λέει, «Μόνο τ καντήλι εδες;» Λέω, «Ναι». Μο λέει, «Τίποτα δν τανε».
Μὰ, τί τίποτα δν τανε; Κινεται τ καντήλι μόνο του, μι ρα κουνιόταν μόνο του κα δν ταν τίποτα; Δν ταν ν πες πς κουνήθηκε μία φορά. Κα ταν λα κλειστά, οτε παραμικρ πνοδν πρχε μέσα στ δωμάτιο.
Μο λέει, «Κοίταξε ν δες, δ στ γιον ρος Παναγία τ βράδια κυκλοφορκα κοιτ ν δε τί κάνουμε μες ο μοναχοί. , πέρασε κι π’ δ, εδε δυ παλαβος δ πέρα κα κούνησε τκαντήλι ν μς χαιρετίσει, τρόπον τινά». Κα μετ μο επε τι ατς εδε τν Παναγία κενο τ βράδυ στ κκλησάκι μέσα.
Στς πέντε και μισή τό πρωί ρθε παπς κα Γέροντας θελε ν λειτουργήσω, λλ γ δν εχα διακονικ μφια. Μοῦ ἔφερε να στιχάρι παλαιό, φερε να πετραχήλι, τ κανε ράριο κα τ πιασε μ παραμάνα, βρκε κάτι πιμάνικα, μο τ τύλιξε στ χέρια. μουν σν παλιάτσος, λλ ταν ραιότερη Λειτουργία στ ζωή μου.

Μητροπολίτης Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος

Τετράδιο 136 * Ἰούνιος 2011