Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Αλέξανδρος Σμέμαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Αλέξανδρος Σμέμαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2018

Ἡ Γέννηση τῆς Θεοτόκου
Ἡ εὐλάβεια ποὺ δείχνει ἡ Ἐκκλησία στὴν Παναγία ριζώνει στὴν ὑπακοή της στὸν Θεό, στὴν ἑκούσια ἐπιλογή της νὰ δεχθεῖ μιὰ πρόσκληση ἀδύνατη στὰ ἀνθρώπινα μέτρα. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀνέκαθεν τόνιζε τὴ σύνδεση τῆς Παναγίας μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ χαίρεται γι' αὐτὴν καὶ τὴ θεωρεῖ ὡς τὸν καλύτερο, καθαρότερο καὶ πιὸ ὑπέροχο καρπὸ τῆς ἀνθρώπινης Ἱστορίας καὶ τῆς ἀναζητήσεως τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, τῆς ἀναζητήσεως τοῦ ἔσχατου νοήματος, τοῦ ἔσχατου περιεχομένου τῆς ζωῆς τοῦ ἄνθρωπου.
Ἂν στὴ Δυτικὴ Χριστιανοσύνη ἡ εὐλάβεια πρὸς τὴν Παναγία περιστράφηκε γύρω ἀπὸ τὴν ἀειπαρθενία της, ἡ καρδιὰ τῆς εὐλάβειας, τῆς σκέψεως καὶ τῆς ἀγάπης τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς πρὸς τὴν Παναγία, ὑπῆρξε πάντοτε ἡ Μητρότητά της, ἡ σχέση σαρκὸς καὶ αἵματος ποὺ εἶχε μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ἡ Ἀνατολὴ χαίρεται ποὺ ὁ ρόλος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι βασικὸς στὸ θεῖο σχέδιο. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔρχεται στὴ γῆ, ὁ Θεὸς ἐμφανίζεται γιὰ νὰ λυτρώσει τὸν κόσμο, γίνεται ἄνθρωπος γιὰ νὰ ἐνσωματώσει τὸν ἄνθρωπο στὴ θεϊκή του κλήση, καὶ σ' αὐτὸ συμμετέχει ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα.
Ἂν ἀντιληφθοῦμε πὼς ἡ κοινὴ φύση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴ δική μας εἶναι ἡ μεγαλύτερη χαρὰ καὶ τὸ μεγαλύτερο βάθος τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι γνήσιος ἄνθρωπος κι ὄχι κάποιο φάντασμα ἢ κάποιο ἀσώματο φαινόμενο, ὅτι εἶναι κάποιος ἀπό μᾶς καὶ παραμένει αἰωνίως ἑνωμένος μαζί μας μέσω τῆς ἀνθρώπινης φύσεώς Του, τότε ἡ εὐλάβεια πρὸς τὴν Παναγία γίνεται κατανοητὴ, ἐπειδὴ αὐτὴ τοῦ προσέφερε τὴν ἀνθρώπινη φύση, τὴ σάρκα καὶ τὸ αἷμα Του. Αὐτὴ δίνει τὴ δυνατότητα στὸν Χριστὸ νὰ ὀνομάζεται πάντοτε "Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου".
Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου... ὁ Θεὸς ποὺ κατῆλθε κι ἔγινε ἄνθρωπος, ὥστε νὰ μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐξαγιαστεῖ, νὰ μπορέσει νὰ γίνει κοινωνὸς "θείας φύσεως" , ἤ, σύμφωνα μὲ τὴν ἔκφραση τῶν διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, νὰ "θεωθεῖ".
Ἀκριβῶς ἐδῶ, σ' αὐτὴ τὴν ἐξαιρετικὴ ἀποκάλυψη τῆς αὐθεντικῆς φύσεως καὶ κλήσεως τοῦ ἀνθρώπου, βρίσκεται ἡ πηγὴ αὐτῆς τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ τρυφεράδας ποὺ περιβάλλει τὴ Θεοτόκο, ὡς σύνδεσμό μας μὲ τὸν Χριστό, καὶ μέσῳ Αὐτοῦ μὲ τὸν Θεό. Πουθενὰ δὲ ἀλλοῦ δὲν ἀντικατοπτρίζεται αὐτὸ καλύτερα ἀπ' ὅ,τι στὴ γέννηση τῆς Θεοτόκου.
Σὲ κανένα ὅμως σημεῖο τῆς ἁγίας Γραφῆς δὲν ἀναφέρεται τίποτε γι' αὐτὸ τὸ γεγονός. Γιατί ὅμως θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναφέρεται; Ὑπάρχει κάτι τὸ ἀξιόλογο, κάτι τὸ ἰδιαίτερα μοναδικὸ στὴ συνηθισμένη γέννηση ἑνὸς παιδιοῦ, σὲ μία γέννα ὅπως ὅλες οἱ ἄλλες; Ἂν ὅμως ἡ Ἐκκλησία ἄρχισε νὰ μνημονεύει τὸ γεγονὸς μὲ μιὰ ἰδιαίτερη ἑορτή, αὐτὸ δὲν ἔγινε ἐπειδὴ ἡ γέννα καθαυτὴ ἦταν κάτι τὸ μοναδικὸ ἢ θαυματουργικὸ ἢ ἀσυνήθιστο γεγονός. Τὸ ἀντίθετο, μάλιστα.
Τὸ ὅτι εἶναι τόσο συνηθισμένο γεγονὸς ἀποκαλύπτει μιὰ φρεσκάδα καὶ μιὰ λάμψη ὅσον ἀφορᾶ τὸ καθετὶ ποὺ ἀποκαλοῦμε "ρουτίνα" καὶ συνηθισμένο, καὶ δίνει νέο βάθος στὶς "ἀσήμαντες" λεπτομέρειες τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.
Τί παρατηροῦμε στὴν εἰκόνα τῆς ἑορτῆς, ὅταν τὴν ἀντικρίζουμε μὲ τὰ πνευματικά μας μάτια; Πάνω σ' ἕνα κρεβάτι εἶναι ξαπλωμένη μιὰ γυναίκα, ἡ Ἄννα, σύμφωνα μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ποὺ μόλις ἔχει γεννήσει μία κόρη. Δίπλα της εἶναι ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ, ὁ Ἰωακείμ, σύμφωνα πάλι μὲ τὴν ἴδια παράδοση. Λίγες γυναῖκες στέκονται ἐκεῖ κοντά, ποὺ πλένουν τὸ νεογέννητο γιὰ πρώτη φορά. Τὸ πιὸ συνηθισμένο, δηλαδή, καὶ ἀπαρατήρητο γεγονός.
Ἢ δὲν εἶναι ἔτσι; Μήπως ἡ Ἐκκλησία θέλει, μέσα ἀπ' αὐτὴ τὴν εἰκόνα, νὰ μᾶς πεῖ πὼς ἡ κάθε γέννα, ἡ εἴσοδος κάθε νέου ἀνθρώπου στὸν κόσμο καὶ στὴ ζωή, δὲν εἶναι παρὰ ἕνα μέγιστο θαῦμα, ἕνα θαῦμα ποὺ διαρρηγνύει κάθε ρουτίνα, ἐπειδὴ σημαδεύει τὴν ἀρχὴ κάποιου γεγονότος δίχως τέλος, τὴν ἀρχὴ μιᾶς μοναδικῆς καὶ ἀνεπανάληπτης ζωῆς, τὴν ἀρχὴ ἑνὸς νέου προσώπου;
Μὲ κάθε γέννα ὁ κόσμος δημιουργεῖται, κατὰ μία ἔννοια, ἐξ ἀρχῆς, καὶ προσφέρεται ὡς δῶρο σ' αὐτὸν τὸ νέο ἄνθρωπο γιὰ νὰ εἶναι ἡ ζωή του, ὁ δρόμος του, ἡ δημιουργία του.
Κατ' ἀρχάς, αὐτὴ ἡ γιορτὴ δὲν εἶναι παρὰ ἕνας γενικὸς ἑορτασμὸς τῆς γεννήσεως τοῦ ἀνθρώπου, καί, ὅπως λέει τὸ Εὐαγγέλιο, δὲν θυμόμαστε πλέον τὴν ἀγωνία "διὰ τὴν χαρὰν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον".
Δεύτερον, τώρα γνωρίζουμε αὐτὸν τοῦ ὁποίου τὴν ἰδιαίτερη γέννηση καὶ τὸν ἐρχομὸ ἑορτάζουμε: τὴν Παναγία. Γνωρίζουμε τὴ μοναδικότητα, τὴν ὀμορφιά, τὴ χάρη ἀκριβῶς αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ, τὸν προορισμό του, τὴ σημασία του γιά μᾶς καὶ γιὰ ὁλόκληρο τὸν κόσμο.
Καὶ τρίτον, γιορτάζουμε ὅλους ὅσοι προετοίμασαν τὸν δρόμο τῆς Παναγίας, ποὺ συνέβαλαν στὸ νὰ κληρονομήσει τὴ χάρη καὶ τὴν ὀμορφιά. Σήμερα πολλοὶ ἄνθρωποι μιλοῦν γιὰ κληρονομικότητα, ἀλλὰ μόνο μὲ μία ἀρνητική, ὑποδουλωτικὴ καὶ αἰτιοκρατικὴ ἔννοια. Ἡ Ἐκκλησία πιστεύει σὲ μία θετικὴ καὶ πνευματικὴ κληρονομικότητα. Πόση πίστη, πόση καλωσύνη, πόσες γενιὲς ἀνθρώπων ποὺ ἀγωνίστηκαν νὰ ζήσουν τὴν ἁγιότητα, δὲν χρειάστηκαν πρὶν τὸ δένδρο τῆς ἱστορίας μπορέσει νὰ βγάλει ἕνα τέτοιο ὑπέροχο καὶ εὐωδιαστὸ λουλούδι -τὴν Παρθένο Παναγία! Γι' αὐτὸ ἡ ἑορτὴ τῆς Γεννήσεώς της εἶναι ἕνας ἑορτασμὸς τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, ἑορτασμὸς τῆς πίστεως στὸν ἄνθρωπο, ἕνας ἑορτασμὸς τοῦ ἀνθρώπου.
Δυστυχῶς ὅμως, ἡ κληρονομιὰ τοῦ κακοῦ εἶναι πολὺ πιὸ ὁρατὴ καὶ γνωστὴ σήμερα. Ὑπάρχει τόσο κακὸ γύρω μας, ὥστε αὐτὴ ἡ πίστη στὸν ἄνθρωπο, στὴν ἐλευθερία του, στὴ δυνατότητά του νὰ παραδίδει στὶς μελλοντικὲς γενιὲς μία φωτεινὴ κληρονομιὰ καλοσύνης ἔχει σχεδὸν ἐξατμιστεῖ κι ἔχει ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὸν κυνισμὸ καὶ τὴν ὑποψία...
Αὐτὸς ὁ ἐχθρικὸς κυνισμὸς καὶ ἡ ἀποθαρρυντικὴ ὑποψία εἶναι ἀκριβῶς ὅ,τι μᾶς κάνει ν' ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, τὴ στιγμὴ ποὺ αὐτὴ γιορτάζει, μὲ τέτοια χαρὰ καὶ πίστη, τὴ γέννηση ἑνὸς κοριτσιοῦ, στὸ ὁποῖο συγκεντρώνεται ὅλη ἡ καλοσύνη, ἡ πνευματικὴ ὀμορφιά, ἡ ἁρμονία καὶ ἡ τελειότητα, ποὺ εἶναι στοιχεῖα τῆς γνήσιας ἀνθρώπινης φύσεως.
Μέσα ἀπ' αὐτὸ τὸ νεογέννητο κορίτσι, ὁ Χριστὸς -τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, ἡ συνάντηση μαζί Του - ἔρχεται ν' ἀγκαλιάσει τὸν κόσμο. Ἑορτάζοντας ἔτσι τὴ γέννηση τῆς Παναγίας, βρισκόμαστε ἤδη στὸν δρόμο πρὸς τὴ Βηθλεέμ, κινούμενοι πρὸς τὸ χαρμόσυνο μυστήριο τῆς Παναγίας ὡς Θεοτόκου.
Πρωτ. Ἀλέξανδρος Σμέμαν

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2015


Τὰ παιδιὰ τοῦ αἰώνα μας
Τρίτη, 10 Μαΐου, 1977
Μακρὰ συζήτηση μὲ τοὺς Ν. καὶ M. – μακρυὰ μαλλιά, χορτοφάγοι, μονίμως ἐρωτευμένοι μὲ τὸν ἑαυτό τους. Γιατί πηγαίνουν στὴν Ἐκκλησία; Μιλοῦν γιὰ «ἐπίπεδα συνείδησης», κ.λ.π. Οὔτε ἕνα γιώτα μετριοφροσύνης, καμία ἀπορία, μόνο βεβαιότητες. Περιφρόνηση γιὰ ὁτιδήποτε δὲν ἀνήκει στὰ ἄμεσα ἐνδιαφέροντά τους. Τοὺς λυπήθηκα τόσο πολύ, τοὺς λυπήθηκα γιὰ τὴν ἐσωτερική τους φτώχεια, τὸ περιορισμένο ὅραμα. Ὁ Ν. εἶναι καλλιτέχνης. Τὸ σπίτι του εἶναι γεμάτο ἀπὸ τοὺς πίνακές του. Ἀπογοητευτικοί, προκλητικοί, μονίμως ἀχρείαστοι. Ὁ ἄλλος μελετᾶ κάποια παράξενη μουσική. Συζήτηση γιὰ τὴν ταυτότητα. Δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ διπλώματα καὶ μισθούς. Τί ἔχει πάει στραβὰ λοιπόν; Καὶ ποῦ; Τὰ δύο αὐτὰ ἀγόρια εἶναι ἐνδιαφέροντα ἐπειδὴ δὲν εἶναι πρωτότυπα καὶ ἀντικατοπτρίζουν ἐπακριβῶς αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει γύρω μας. Ἡ κλινικὴ διάγνωσή τους θὰ ἦταν πὼς εἶναι «παιδιὰ τοῦ αἰώνα τούτου». Τὰ χαρακτηριστικά τοῦ «παιδιοῦ τοῦ αἰώνα τούτου» - ὑπέρμετρος ναρκισσισμός, ἀπασχόληση μὲ τὸν ἑαυτό τους, μὲ τὸ «Ἐγώ», καὶ ἀπόδοση ὑπερβολικῆς σημασίας στὶς ἰδέες τους.
Πιστεύουν πὼς αὐτὸς ἐγωκεντρισμὸς συμπίπτει μὲ τὴν «ἀγάπη», ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι δὲν ἔχουν πεποιθήσεις, καὶ πὼς οἱ ἴδιοι κατὰ κάποιο τρόπο ἀποτελοῦν τὴν γνήσια θρησκεία.
Ἄρνηση ποὺ προστίθεται σὅλη τὴν ἄγνοια τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς παράδοσης, τῆς συνέχειας, τῆς εὐθύνης, κ.λ.π. Ἄρνηση a priori, ποὺ βασίζεται στὴν περιφρόνηση. Ὁλοκληρωτικὴ ἔλλειψη ἐπιθυμίας ἀκόμη καὶ νὰ προσπαθήσουν νὰ γνωριστοῦν μ’ αὐτὸ ποὺ ἀρνοῦνται. Ἄρνηση ποὺ ριζώνει στὴν ὑποσυνείδητη βεβαιότητά τους πὼς μιὰ τέτοια γνώση θὰ περιόριζε τὴν ἐλευθερία τους, δηλαδὴ τὸν ναρκισσισμό τους. Αὐτοθαυμασμός, ποὺ γιὰ νὰ πραγματωθεῖ, χρειάζεται τὴν ἐπιλογὴ ψευδο-ἀπολύτων: χορτοφαγία, ἀπόρριψη τῶν διπλωμάτων, τῆς ἴδιας τῆς ἰδέας τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ μισθοῦ, κρίση ὅλων ἐκείνων ποὺ δὲν ἀναγνωρίζουν τὰ ψευδο-ἀπόλυτά τους. Ἐν συντομίᾳ, αἴσθηση φτηνῆς ὑπεροχῆς. 
Ἐπιτελοῦν, γι’ αὐθεντία, κάποιο πράγμα ἀπὸ τὸ περιθώριο τῆς βασικῆς παράδοσης, εἴτε τοῦ πολιτισμοῦ εἴτε τῆς θρησκείας. Ἐπιλέγουν κάποια «ὄμορφα μικρὰ βιβλία» (μᾶλλον βιβλίο, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν τὴν δύναμη ν’ ἀσχοληθοῦν μὲ περισσότερα ἀπὸ ἕνα). «Ὄμορφα» ἐπειδὴ τοὺς ὑπόσχονται ἕνα συντομότερο δρόμο πρὸς τὴν «Ἀλήθεια», τὴν τελείωση, τὴν γνώση, τὴν εὐτυχία. Μιὰ αἴσθηση “ἀποστολῆς“ σὲ σχέση μὲ τοὺς γονεῖς ποὺ δὲν καταλαβαίνουν, ἂν προστεθεῖ μάλιστα καὶ ἡ ὁλοκληρωτικὴ ἀπουσία συμπόνοιας, ἀγάπης, συμπάθειας, κ.λ.π. “Θέλουμε νὰ τοὺς σώσουμε”, δηλαδὴ «τοὺς ἀγαπᾶμε». Πλήρης πεποίθηση πὼς αὐτὴ ἡ ἐπιτυχία τους εἶναι ἐγγυημένη, πὼς θ’ ἀναγνωριστοῦν – καὶ ἀναγνωρίζονται – ὡς καλλιτέχνες, στοχαστές, φορεῖς τῆς σωτηρίας. Χρήση λόγων καὶ ἐκφράσεων, ποὺ ἐξηγοῦν καὶ δικαιώνουν ὅλα αὐτά, μὲ μερικὰ ἀχώνευτα ψήγματα ψυχολογίας: «ἐπίπεδο συνείδησης», κ.λ.π.
Ὅλα αὐτὰ δημιουργοῦν κάτι ποὺ σὲ κάθε περίπτωση παραμένει ἀδιαπέραστο ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό, ἀπὸ τὴν βασική του «τριαδικὴ ἐνόραση» - τὴ δημιουργία, τὴν πτώση, τὴ σωτηρία, ἀπὸ τὸ βασικὸ ἱστορικό του νόημα. Φυσικά, στὴν πραγματικότητα εἶναι ἕνας ἀντι-Χριστιανισμός, ὡστόσο ἕνας κρυμμένος ἀντὶ-Χριστιανισμὸς λόγῳ τῆς διαρκοῦς χρήσης τῆς λέξης «ἀγάπη».
Τώρα ἂν θελήσουμε νὰ τὸ μεταφράσουμε αὐτὸ στὴ γλώσσα τῆς κοινῆς λογικῆς (ποὺ συμπίπτει μὲ μιὰ πνευματικὴ ἐκτίμηση), αὐτὸ ποὺ ἀναδύεται εἶναι τεμπελιά, ὑπερηφάνεια, αὐταπάτη, αὐτοδικαίωση, ἐγωισμός. Τόσο ἁπλό. Ὁ πολιτισμός μας ὅμως δὲν δέχεται τὴ “γλώσσα τῆς κοινῆς λογικῆς“. Φεύγει ἀπὸ κοντὰ της ὅπως ὁ Διάβολος ἀπὸ τὸ λιβάνι! Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ὁδηγεῖ τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ στὸ θάνατο.

π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015


Γιὰ τὴ Σαρακοστὴ
Ἂν ὁ Χριστιανὸς τοῦ παρελθόντος ζοῦσε κατὰ ἕνα μεγάλο βαθμὸ σ᾿ ἕνα σιωπηλὸ κόσμο ποὺ τοῦ ἔδινε πλούσιες εὐκαιρίες γιὰ αὐτοσυγκέντρωση στὸν ἐσωτερικό του κόσμο, ὁ σημερινὸς χριστιανὸς εἶναι ἀναγκασμένος νὰ κάνει εἰδικὴ προσπάθεια γιὰ νὰ καλύψει αὐτὴ τὴν ἀναγκαία διάσταση τῆς σιωπῆς, ἡ ὁποία αὐτὴ μόνο μπορεῖ νὰ μᾶς φέρει σὲ ἐπαφὴ μὲ τὶς ὑψηλὲς πραγματικότητες. Ἔτσι, λοιπόν, τὸ πρόβλημα τοῦ ῥαδιοφώνου καὶ τῆς τηλεόρασης στὴ διάρκεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς δὲν εἶναι περιθωριακὴ ὑπόθεση, ἀλλὰ μὲ πολλοὺς τρόπους εἶναι ἕνα θέμα πνευματικῆς ζωῆς ἢ θανάτου.
Πρέπει κανεὶς νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι εἶναι ἀδύνατο νὰ μοιράσουμε τὴ ζωή μας ἀνάμεσα στὴ «χαρμολύπη» τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς καὶ στὸ τελευταῖο σήριαλ. Αὐτὰ τὰ δυὸ βιώματα εἶναι ἀσυμβίβαστα καὶ τὸ ἕνα, σίγουρα, θὰ σκοτώσει τὸ ἄλλο. Καὶ εἶναι πολὺ πιθανό, ἐκτὸς ἂν γίνεται μία ἔντονη προσπάθεια, ὅτι τὸ τελευταῖο σήριαλ ἔχει πολὺ μεγαλύτερες ἐλπίδες σὲ βάρος τῆς «χαρμολύπης» – παρὰ τὸ ἀντίθετο.
Μία πρώτη «συνήθεια» ποὺ προτείνεται εἶναι νὰ μειωθεῖ δραστικὰ ἡ παρακολούθηση τοῦ ῥαδιοφώνου καὶ τῆς τηλεόρασης στὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς. Δὲν τολμοῦμε νὰ ἐλπίζουμε ὅτι θὰ ὑπάρξει μία «γενικὴ» νηστεία, ἀλλὰ μόνο ἡ «ἀσκητικὴ» ἡ ὁποία, ὅπως ξέρουμε, σημαίνει, πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα ἀλλαγὴ τροφῆς καὶ μειώσή της. Φυσικὰ τίποτε τὸ κακὸ δὲν ὑπάρχει, λόγου χάρη, στὸ νὰ συνεχίσει κανεὶς νὰ παρακολουθεῖ στὸ ῥαδιόφωνο καὶ στὴν τηλεόραση εἰδήσεις, ἐκλεκτὲς σειρές, ἐνδιαφέροντα καὶ πνευματικὰ ἢ διανοητικὰ ἐμπλουτισμένα προγράμματα. Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ σταματήσει στὴν διάρκεια τῆς Σαρακοστῆς εἶναι ἡ πλήρης «παράδοση» στὴν τηλεόραση – ἡ μετατροπὴ δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου σὲ «λάχανο» πάνω σὲ μία πολυθρόνα κολλημένο στὴν ὀθόνη ποὺ παθητικὰ δέχεται ὅ,τι βγαίνει ἀπ᾿ αὐτή.
Ὅταν ἤμουνα παιδὶ (ἦταν τότε ἡ προτηλεοπτικὴ ἐποχὴ) ἡ μητέρα μου συνήθιζε νὰ κλειδώνει τὸ πιάνο τὴν πρώτη, τὴν τετάρτη καὶ τὴν ἑβδόμη ἑβδομάδα τῆς Σαρακοστῆς. Αὐτὴ ἡ ἀνάμνηση εἶναι μέσα μου ζωηρότερη ἀπὸ τὶς μακρινὲς ἀκολουθίες τῆς Σαρακοστῆς καὶ ἀκόμα καὶ σήμερα ὅταν παίζει τὸ ῥαδιόφωνο αὐτὲς τὶς μέρες μὲ ταράζει σχεδὸν ὅσο καὶ μία βλαστήμια. Ἀναφέρω αὐτὴ τὴν προσωπική μου ἀνάμνηση μόνο σὰν μία διευκρίνηση τῆς ἐπίδρασης ποὺ μποροῦν νὰ ἔχουν μερικὲς ἐξωτερικὲς ἐνέργειες στὴν ψυχὴ ἑνὸς παιδιοῦ. Καὶ αὐτὸ ποὺ κρύβεται ἐδῶ δὲν εἶναι ἕνα ἁπλὸ ἀπομονωμένο ἔθιμο ἢ ἕνας κανόνας ἀλλὰ εἶναι μία ἐμπειρία τῆς Σαρακοστῆς σὰν μιᾶς εἰδικῆς χρονικῆς περιόδου, σὰν κάποιου πράγματος ποὺ εἶναι παρὸν ὅλο τὸ χρόνο καὶ ποὺ δὲν πρέπει νὰ χαθεῖ, νὰ ἀκρωτηριαστεῖ, νὰ καταστραφεῖ. Ἐδῶ ἀκόμα, ὅσον ἀφορᾶ τὴ νηστεία, μία ἁπλὴ ἀπουσία ἢ ἀποχὴ ἀπὸ τὴν τροφὴ δὲν εἶναι ἐπαρκής, πρέπει νὰ ἔχει τὸ θετικό της συμπλήρωμα.

π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν