Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέρων Ἰάκωβος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέρων Ἰάκωβος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Ιουνίου 2025


Χόρτασαν ὅλοι

Τόν Αὔγουστο τοῦ 1963 ἤρθανε στή Μονή 75 Λιβαναταῖοι. Ἐργαστήκανε γιά τή στέρνα τῆς Μονῆς, τό Ἁγιονέρι, ἐθελοντικά.
Τό ἔχουν τάμα πολλοί ἀπό τίς Λιβανάτες, τήν πατρίδα τοῦ ὁσίου Δαβίδ, νά προσφέρουν κάτι στή Μονή τοῦ συμπατριώτη τους, χρήματα ἤ ἐργασία. Ἔτσι φτάσανε τότε 75 ἄντρες γιά νά κάνουν τό ἔργο τῆς στέρνας. Καί στή Μονή βρισκόσανε ἄλλοι 15, γιά νά βοηθήσουν.
Ὁ π. Ἰάκωβος συντόνιζε γενικά τίς ἐργασίες, μά ἦταν καί ὁ μόνος πού ἔπρεπε νά φροντίσει γιά τό φαγητό καί τή διαμονή τῶν καλῶν αὐτῶν ἀνθρώπων.Χρησιμοποίησε ὅ,τι ὑπῆρχε καί δέν ὑπῆρχε στήν ἀποθήκη.
Μία μέρα τά τρόφιμα τελείωσαν, χρήματα δέν εἶχε. Ἔψαξε ὅλα τά ράφια, ὅλες τίς γωνίες. Κατόρθωσε νά βρεῖ δυόμισι ὀκάδες μανέστρα. Καί ἀπό ψωμί μόνο μισό πρόσφορο. Τοῦ ἔδωσε καί ὁ γερο-Εὐθύμιος μισό καρβελάκι.
Ποσότητες ἀστεῖες γιά σχεδόν ἑκατό πρόσωπα, πού δουλεύανε ὅλη τήν ἡμέρα χειρωνακτικά. Στενοχωριόταν καί δέν ἤξερε τί νά κάνει. Τόν ἔπιασε ἀπελπισία καί σχεδόν ἔκλαιγε, πού θ' ἄφηνε τόν κόσμο νηστικό.
Ξαφνικά ὅμως τοῦ ἦρθε μία ἰδέα: κατεβάζει τή μεγάλη κατσαρόλα, ρίχνει μέσα τή μανέστρα, βάζει καί τό ψωμί καί ὅπως ἤτανε πῆγε στόν ναό.
Στάθηκε μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ ὁσίου Δαβίδ καί τοῦ εἶπε:
- Ἅγιέ μου, οἱ ἄνθρωποι αὐτοί δουλεύουν γιά τό Μοναστήρι σου. Γυρνᾶνε κουρασμένοι καί πεινασμένοι. Δέν ἔχω τίποτα ἄλλο νά τούς δώσω νά φᾶνε, μόνο τίς δυόμισι ὀκάδες μανέστρα μέ τό λίγο λαδάκι, τό μισό προσφοράκι καί τό μισό καρβελάκι (καί τά ἔδειχνε στόν Ἅγιο). Σέ παρακαλῶ, ἐσύ νά τά εὐλογήσεις, νά φᾶνε καί νά χορτάσουνε.
Μαγείρεψε στήν κατσαρόλα τούτη, ἔβγαζε συνέχεια φαγητό καί δέν τελείωνε. Χόρτασαν ὅλοι καί περίσσεψε μισή κατσαρόλα, ναί περίσσεψε! Τό εἶδαν πολλοί καί ὁ νῦν ἡγούμενος π. Κύριλλος.
Πολλά χρόνια μετά, τονίζοντας τά θαύματα τοῦ ὁσίου Δαβίδ, ἔλεγε ὁ π. Ἰάκωβος:
- Ἀδελφέ μου, ἐπανάληψη τοῦ θαύματος τῶν πεντάκις χιλίων!

Ἀπό τόν βίο τοῦ Γέροντος Ἰακώβου Τσαλίκη

Τετράδιο 139 * Ὀκτώβριος 2011

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015


Τό ταγάρι πού δέν ἄδειαζε
Κάποιοι τόν προτρέπανε νά φτιάξει ἕνα καλό Ἡγουμενεῖο, γιατί λείπει στή Μονή. Καί τούς ξένους, ἀπό διάκο μέχρι πατριάρχη κι ἀπό κλητήρα μέχρι ὑπουργό, συνήθως τούς δεχότανε σέ μία στενή, ἀπέριττη καί χωριάτικη τραπεζαρία, ἐκεῖ πού τρώγανε καί τρῶνε οἱ μοναχοί. Ἕνα δωμάτιο μέ λίγες καλές καρέκλες ἐπάνω, εἶναι κι αὐτό ἀνεπαρκές. Δέν τοῦ ἄρεσε ἡ ἰδέα τοῦ μεγάλου Ἡγουμενείου καί, ὅταν τόν πίεσαν, τά εἶπε κάπως αὐστηρά:
–Ἄκουσε. Ἐγώ οὔτε ἡγουμενεῖα ζήλεψα, οὔτε δόξα ζήλεψα, οὔτε κτίρια, οὔτε τιμές. Ζήλεψα τόν παράδεισο! Ὁ ἅγιος Δαβίδ, πού ζοῦσε στά σπήλαια καί στίς ἐρήμους καί δέν εἶχε αὐτά, τί ἔκανε; Με τήν ἁπλότητα καί τήν ταπείνωση κέρδισε τόν παράδεισο. Διάβασες σέ κανένα Βίο ἁγίων ὅτι φτιάξανε τό τάδε ἡγουμενεῖο, τό τάδε κτήριο καί κερδίσανε τόν παράδεισο; Ἀλλά ἔκαναν θυσίες, προσευχές, νηστεῖες, χαμαικοιτίες καί τέτοια. Εἶχαν ἀρετές, μ’αὐτές κερδίσανε τόν παράδεισο. Ἐγώ θέλω τουλάχιστον μία γωνία στόν παράδεισο, σέ μία ἄκρη…
Καί ὅμως χρήματα θά ’βρισκε γιά τό Ἡγουμενεῖο… Τό ταγαράκι στεκότανε πάντα στή θέση του, πάντα γεμάτο:
–Ἔρχονται, ἔλεγε, οἱ φτωχοί μου καί λέω καί τούς δίνω. Καί κεῖνο δέν ἀδειάζει. Γυρίζω καί τό βρίσκω ξεχειλισμένο.
Γιά νά μήν ξεχνάει τίς πολλές περιπτώσεις, πού ἔκρινε ὅτι πρέπει νά στέλνει χρήματα, εἶχε καταλόγους. Τούς βρήκαμε στό κελάκι τοῦ μακαριστοῦ γέροντα. Κι ἐπειδή χρειάζονταν μεγάλα χρηματικά ποσά, ἔλεγε σέ προσκυνητές, εὐκατάστατους, μέ τρόπο γενικό:
–Τά χρήματα δέν τά δίνει ὁ Θεός ὅλα γιά τόν ἑαυτό μας.
Καί τό θαυμαστό ἤτανε ὅτι τό ταγαράκι τίς περισσότερες φορές γέμιζε χωρίς ὁ ἴδιος νά βάζει μέσα κάτι. Δέν μποροῦσε μάλιστα νά τό βλέπει γεμάτο. Ἤξερε πολύ καλά ὅτι γιά νά γεμίζει μόνο του, ἐκεῖνος πρέπει νά δίνει.
Φώναξε μία μέρα τόν π. Π. καί τοῦ ἔδινε πολλά χρήματα γιά κάποιον πού ἔκανε ἐγχειρήσεις στό ἐξωτερικό. Ὁ π. Π. ὑπενθύμισε ὅτι «πρίν λίγες ἡμέρες δώσαμε» καί ὅτι ἀκόμα εἶναι νωρίς γιά νέα προσφορά.
–Αὐτά πού στείλαμε τελείωσαν. Ξέρω ἐγώ τί σοῦ λέω. Τό σακούλι μου πάλι γέμισε. Τί νά τά κάνω; Πέντε δίνω, πενήντα ἔρχονται…

Γέρων Ἰάκωβος Τσαλίκης

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014


Γέροντας Ἰάκωβος Τσαλίκης
Μιὰ φορά, ὁ Γέροντας λειτουργοῦσε καὶ δὲν μποροῦσε νὰ κάνει τὴ Μεγάλη Εἴσοδο ἐξ αἰτίας ἐκείνων τῶν θαυμαστῶν ποὺ ἔβλεπε! Ὁ ψάλτης ἐν τῶ μεταξύ ἐπαναλάμβανε συνεχῶς «ὡς τὸν Βασιλέα τῶν ὅλων ὑποδεξόμενοι» περιμένοντάς τον νὰ ἐξέλθει, ὁπότε διηγεῖται ὁ Γέροντας «ξαφνικά νοιώθω νὰ μὲ σπρώχνει κάποιος ἀπό τὸν ὦμο καὶ νὰ μὲ ὁδηγεῖ στὴν Ἁγία Πρόθεση.
Νόμισα ὅτι ἦταν ὁ ψάλτης καὶ εἶπα: “ὁ εὐλογημένος! Τόση ἀσέβεια! Μπῆκε ἀπό τὴν Ὡραία Πύλη καὶ μὲ σπρώχνει”! Γυρίζω καὶ βλέπω μιὰ τεράστια φτερούγα ποὺ τὴν εἶχε περάσει ὁ Ἀρχάγγελος ἀπὸ τὸν ὦμο μου καὶ μὲ ὁδηγοῦσε νὰ κάνω τὴ Μεγάλη Εἴσοδο.

Τί γίνεται μέσα στὸ Ἱερό κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας..! Μερικές φορές δὲν μπορῶ ν΄ ἀντέξω καὶ κάθομαι στὴν καρέκλα…. Τί φτερουγίσματα παιδί μου οἱ Ἄγγελοι!»

Τρίτη 24 Ιουνίου 2014


Ὁ ἄγγελός μου

Εἶχε ἔρθει στό Γενικό Κρατικό Νοσοκομεῖο Ἀθηνῶν γιά τά προβλήματα πού εἶχε μέ τήν καρδιά του. Μόλις ἔμαθα ὅτι ἦταν ἐκεῖ, πῆγα νά τόν δῶ. Ἦταν ἡ μέρα πού τόν εἶχαν μετακινήσει ἀπό τή Μονάδα Ἐντατικῆς Παρακολούθησης σ' ἕνα δωμάτιο μέ τρία κρεβάτια κι ἕνα ράντζο, πάνω στό ὁποῖο εἶχαν βάλει τόν Γέροντα Ἰάκωβο. Ἡ πρώτη ἐντύπωσή μου, μόλις τόν εἶδα, εἶναι κάτι πού δέν περιγράφεται. Ἄν σᾶς πῶ ὅτι ὅ ἄνθρωπος αὐτός ἀκτινοβολοῦσε, θά εἶναι λίγο. Ἡ μορφή του ἦταν τό κάτι ἄλλο, πράγματι ἀκτινοβολοῦσε.
Τήν ὥρα πού μπῆκα στό δωμάτιό του, ἦταν ἐκεῖ οἱ γιατροί, πού ἔκαναν τήν καθημερινή ἐπίσκεψή τους στούς θαλάμους τῶν ἀσθενῶν. Κατά σύμπτωση οἱ γιατροί ἐκεῖνοι ἦταν πρώην φοιτητές μου στό Πανεπιστήμιο. Ἔτσι, μόλις μέ εἶδαν, ἦρθαν κοντά μου καί μέ ἐνημέρωσαν γιά τήν κατάσταση τῆς ὑγείας τοῦ Γέροντα. Ὅταν τελείωσαν κι ἔφυγαν οἱ γιατροί, πῆγα καί κάθησα δίπλα στόν Γέροντα Ἰάκωβο, ὁ ὁποῖος, μόλις μέ εἶδε, μοῦ εἶπε τό ἑξῆς, τό ὁποῖο μ' ἔκανε πραγματικά ν' ἀνατριχιάσω, γιατί ἦταν κάτι πού δέν εἶχα σκεφτεῖ ποτέ.
-Δέν σέ ξέρω, πρώτη φορά σέ βλέπω. Ἀλλά βλέπω ὅτι πίσω σου στέκεται ὁ ἄγγελός σου.
Μέ συγκλόνισε κυριολεκτικά αὐτό πού μοῦ εἶπε. Δέν τό λέω γιά ὑπερηφάνεια. Καί πρόσθεσε:
-Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἄγγελο. Ἀλλά τόν δικό σου τόν εἶδα. Πρόσεξε νά μή τόν διώξεις ἀπό κοντά σου.
Ἀνατριχιάζω ὁλόκληρος κάθε φορά πού τό σκέφτομαι, τό ἴδιο ὅπως τήν ὥρα ἐκείνη. Καί ὁλοκλήρωσε ὁ Γέρων Ἰάκωβος:
-Αὐτός ὁ ἄγγελος ἔχει κατονομασθεῖ τήν ἡμέρα τῆς βαπτίσεώς σου. Ἀπό τότε σέ συνοδεύει καί δέν πρέπει νά φεύγει ἀπό κοντά σου. Εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος τελικά θά πάρει τήν ψυχή σου στά χέρια του καί θά τήν ὁδηγήσει τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Καί ὅταν θά ἔρχονται οἱ δαίμονες καί θά λένε «αὐτός ἔκανε ἐκεῖνο, ἔκανε τό ἄλλο, διέπραξε αὐτή τήν ἁμαρτία καί τήν ἄλλη», τότε ὁ ἄγγελός σου θά λέει «ναί, τά ἔκανε αὐτά, ἀλλά ταυτόχρονα ἔκανε κι αὐτό τό καλό, ἔκανε καί τό ἄλλο καλό». Αὐτός εἶναι ὁ δικηγόρος, πού θά σέ ὑποστηρίξει. Πρόσεξε, λοιπόν, νά μή τόν ἀπομακρύνεις. Τόν εἶδα νά εἶναι κοντά σου.
Ἀπό ἐκείνη τήν ὥρα, οὐδέποτε σταμάτησα νά ἔχω τήν αἴσθηση ὅτι δίπλα μου ὑπάρχει ἕνας ἄγγελος, ὁ δικός μου, προσωπικός ἄγγελος. Αὐτό εἶναι ἕνα μέγα μήνυμα χαρᾶς πρός ὅλους ὅσους βαπτιστήκαμε Ὀρθόδοξοι χριστιανοί.
Ὅταν ἔβλεπες τόν Γέροντα Ἰάκωβο εἶχες τήν αἴσθηση ὅτι ἦταν ἄλλου κόσμου, ὅτι μιλοῦσε μέν γιά τά προβλήματά σου, ἀλλά μέ μία ἄλλη προοπτική. Καταλάβαινες ὅτι, ὄντας δίπλα σου, ζοῦσε κάπου ἀλλοῦ. Κι αὐτό σέ γέμιζε μ' ἕνα αἴσθημα πανηγύρεως. Καί σοῦ μετέδιδε ὅτι κι ἐσύ εἶσαι γιά ἀλλοῦ πλασμένος, ὅτι δέν εἶσαι γιά ἐδῶ.     

Γεώργιος Παπαζάχος



Τετράδιο 132 * Φεβρουάριος 2011