Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέρων Ἀμβρόσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέρων Ἀμβρόσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026


Κάποια γυναίκα πάμφτωχη
Ἦταν κάποια γυναίκα πάμφτωχη σ' ἕνα μικρό χωριό τῆς Αἰτωλοα­καρνανίας καί εἶχε τρία παιδιά. Κατάφερε νά τά μεγαλώσει μέ ἀπίστευ­τες στερήσεις καί δυσκολίες, ὅμως μέ μιά μοναδική ἀξιοπρέπεια. Ἡ κυρα-Βασιλική.
Πέθανε παραμονή τῆς Παναγίας τοῦ 1998. Τήν ἑπόμενη μέρα, 15 Αὐγούστου, τό φτηνό φέρετρο μέ τή σορό της ἦταν πάνω στήν καρότσα τοῦ μικροῦ ἀγροτικοῦ ἡμιφορτηγοῦ τοῦ ἱερέα καί κατευθυνόταν πρός τό κοιμητήριο.
Ἀκολουθοῦσαν μερικοί συγχωριανοί της καί συζη­τοῦσαν γιά τά βάσανα πού εἶχε περάσει, ὅταν ξάφνου εὐωδίασε ὁ τό­πος· χιλιάδες ἄνθη καί λουλούδια νά ὑπῆρχαν, δέν θά μύριζαν τόσο. Παραξενεύτηκαν καί ἀπόρησαν. Δέν εἶχαν ἐξήγηση.
Ἀνάμεσα σ' ἐκείνους πού τή συνόδευαν ἦταν κι ἕνα πνευματικό παιδί τοῦ Γέροντα Ἀμβρόσιου*, πού λίγες μέρες μετά πῆγε καί τοῦ ἀνέφερε τό γεγονός. Τοῦ εἶπε μόνο πώς μιά γυναίκα πέθανε καί εὐωδίασε ὁ τόπος. Ἐκεῖνος στήν ἀρχή ἔμεινε σιωπηλός. Ἔπειτα μπῆκε στό δωμάτιό του, ἔμεινε γιά λίγο καί ἐπέστρεψε.
- Αὐτή ἁγίασε, ἀπάντησε. Καί ξέρεις τόν λόγο; Γιατί ποτέ στή ζωή της δέν παραπονέθηκε.
Τέτοιους ἀνθρώπους θέλει ὁ Θεός, γιά νά γεμί­σει τόν Παράδεισο καί νά κάνει τή Δευτέρα Παρουσία. Κατάλαβες;
* Γέρων Ἀμβρόσιος Λάζαρης 

Ὁ Πνευματικός τῆς Μονῆς Δαδίου (1912-2006)

Τετράδιο 115 * Ἰούλιος 2009

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Συνάντηση Ἁγίων σὲ ἕνα Νοσοκομεῖο τῆς Βιέννης
Μάϊος τοῦ 2003 καὶ ἡ Διακαινίσιμη περίοδος ἦταν στὸ τέλος της. Μὲ συντροφιὰ ἄλλους τρεῖς Χριστιανούς, ξεκινήσαμε πολὺ πρωί- ἀξημέρωτα ἀκόμα- γιὰ ἕνα προσκύνημα, στὴν Ἱ. Μ. τῆς Παναγίας τῆς Γαυριώτισσας. Ἡ παρέα μας, γνωστὸς Ἡγούμενος Μεγάλης Ἁγιορείτικης Μονῆς, ἕνας Ἱερομόναχος καὶ ἕνας ἀκόμα λαϊκός.
Εἶχα καιρὸ τὴν ἐπιθυμία νὰ κάνω ἐκεῖνο τὸ προσκύνημα καὶ νὰ δῶ ἀπὸ κοντὰ τὸν ὀνομαστὸ ἐπιστήθιο φίλο τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτη, τὸν Ἅγιο Γέροντα π. Ἀμβρόσιο Λάζαρη. Παρακλήθηκα, περασμένες 12 τὴν προηγούμενη τὸ βράδυ, νὰ κάνω τὸν ὁδηγὸ τῆς συνοδείας, γιατὶ «κάτι ἔτυχε στὸν προγραμματισμένο ὁδηγὸ» τῆς παρέας… Ἡ χάρη τῆς Παναγίας μὲ κάλεσε νὰ ζήσω τὰ γεγονότα ποὺ καταγράφω.
Ὁ ἥλιος ποὺ ξεπρόβαλε μᾶς βρῆκε νὰ ἀνηφορίζουμε μὲ τὸ αὐτοκίνητο τὶς στροφὲς τοῦ Παρνασσοῦ. «Μάγεμα ἡ φύση κι’ ὄνειρο». Οἱ λαμπερὲς πρωινὲς ἀκτίνες του χρύσιζαν τὶς δροσοσταλίδες στὰ φύλλα τῶν δέντρων καὶ τῶν λουλουδιῶν, δίνοντας τὴ θέα καὶ τὴν αἴσθηση μικρῶν διαμαντιῶν ποὺ σκορπίστηκαν ἁπλόχερα. Ὁ καθαρὸς βουνήσιος ἀέρας καὶ ἡ πρωινὴ δροσιὰ παράβγαιναν λές, γιὰ τὸ ποιό θὰ μᾶς πρωτοευχαριστήσει. Μέσα σὲ μία Πασχαλιάτικη πρωτόγνωρη χαρά, ἀνάμεσα στὰ ἔλατα, στὰ πεῦκα, τὶς καρυές, τὸ θυμάρι καὶ τὶς κουμαριές, τὸ αὐτοκίνητό μας ἦταν ὁ μόνος θόρυβος στὴ φύση. Στὴν μοναξιὰ καὶ ἡσυχία ποὺ τίποτα ἄλλο δὲ διέκοπτε, τριγύρω, ἐκτὸς ἀπ’ τὰ πουλιὰ ποὺ τραγουδοῦσαν ἢ φτερούγιζαν ἀθόρυβα, φθάσαμε, περασμένες ἑξήμισυ τὸ πρωί, στὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς. Στὶς ἑπτὰ ἔπρεπε νὰ ἀρχίσει ἡ Θ. Λειτουργία.
Στὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς τῆς Παναγίας τῆς Γαυριώτισσας μᾶς περίμενε μ’ ἕνα φτυάρι στὰ χέρια, τακτοποιώντας ἔξω ἀπὸ τὸ δρόμο φρεσκοφερμένη κοπριά, γιὰ τὰ φυτὰ καὶ τὰ λουλούδια τῆς Μονῆς, ὁ πνευματικός της Γέρων Ἀμβρόσιος Λάζαρης. Μὲ ἔκδηλη χαρὰ μικροῦ παιδιοῦ χαιρέτησε τοὺς ἱερεῖς καὶ περίμενε καὶ μένα νὰ σταθμεύσω τὸ αὐτοκίνητο σὲ ἀσφαλὲς σημεῖο. Βγῆκα ἀπ’ τὸ αὐτοκίνητο καὶ βρέθηκα μπροστὰ σὲ ἕνα γίγαντα ἱερωμένο, μὲ ἕνα πλατὺ θεϊκὸ χαμόγελο καὶ μία τεράστια ἀγκαλιά.
«Ἔλα Παναγιώτη λεβέντη καὶ ἀργήσαμε. Μᾶς περιμένει ἡ Παναγία». Ἀσπάστηκα τὸ χέρι του καὶ σκέφθηκα ὅτι κάποιος τοῦ εἶπε τ’ ὄνομά μου. Μπήκαμε στὸν περίβολο κι’ ἀπὸ τὸ διάδρομο ἀνάμεσα στὶς ὁλάνθιστες περιποιημένες τριανταφυλλιὲς πηγαίναμε πρὸς τὸ καθολικὸ τῆς Ἱ. Μονῆς.
«Θὰ ψάλλουμε μαζὶ σήμερα κ. Εἰσαγγελέα. Πολὺ χαρὰ ἔχω ποὺ ἤρθατε» Ἀπορῶ ἐγὼ πάλι, ἀλλὰ ὑποθέτω ὅτι, γιὰ τὴν ἰδιότητά μου, κάποιος θὰ τοῦ εἶπε κάτι, ἀλλὰ πότε; μέσα στὴ νύχτα; Πῶς τὰ ξέρει ὅλα αὐτὰ γιὰ μένα. Πρώτη φορὰ τὸν συναντῶ… Ἄλλο ὁδηγὸ περίμενε.
Μπήκαμε στὸ Ναό. Διάβασα τὸν ἑξάψαλμο, ἔψαλε ὁ π. Ἀμβρόσιος, μαζί του καὶ ἐγὼ σὲ μία κατανυκτικὴ ἀνοιξιάτικη ἀτμόσφαιρα. Μοναδικὴ ἐμπειρία Θ. Λειτουργίας. Ἤμουνα δίπλα σὲ ἕνα ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἀκολουθίας κι’ ἔζησα μοναδικὲς στιγμές. Ἡ συνέχεια μοῦ τόδειξε ἀδιαμφισβήτητα.
Γίγαντας στὸ σῶμα, στὴν ψυχὴ καὶ στὴν ἁγιότητα, ὁ Γέροντας μᾶς καλοδέχθηκε στὸ ἀρχονταρίκι τῆς Μονῆς, μετὰ τὸ «δι’ εὐχῶν» τῆς ἀκολουθίας. Ἡ Γερόντισσα Παρθενία (ἂν θυμᾶμαι σωστά) καὶ οἱ ἀδελφές, σέρβιραν καφέ, τσάϊ ἀπὸ τὸν Παρνασσό, μέλι, ψωμί, τυρί, παξιμάδια καὶ πολὺ ἀγάπη.
Οἱ συμβουλὲς τοῦ Γέροντα, μὲ κοφτὸ λόγο ποὺ δὲν ἐπέτρεπε ἀντίρρηση, προσωποποιημένες γιὰ τὸν καθένα μας, ἔκαναν τοὺς ἀκροατές του νὰ τὸν παρακολουθοῦν μὲ ἀμείωτο ἐνδιαφέρον. Ἡ ὥρα πέρασε καὶ οἱ προσκυνητὲς ἀραίωσαν. Μείναμε ἡ παρέα μας, ὁ Γέροντας καὶ δύο τρία πρόσωπα γνωστά του. Ὁ Ἁγιορείτης ἡγούμενος ἀποσύρθηκε νὰ ἐξομολογήσει κάποιους ποὺ εἶχε μαζί τους συνεννοηθεῖ.
Μέχρις ὅτου ἑτοιμασθεῖ ἡ Τράπεζα, μᾶς κάλεσε στὸ ἀπέριττο κελί του, ὕψιστη τιμὴ γιὰ ἕνα ἐπισκέπτη, καὶ γυρίζοντας σὲ μένα μοῦ λέει: «Εἰσαγγελέα, τὸ βλέπεις αὐτό, δείχνοντάς μου παράλληλα ἕνα ἰδιόμορφο πέτρωμα, ὅσο ἕνα μανταρίνι σὲ μέγεθος, μέσα σ’ ἕνα μικρὸ γυάλινο βαζάκι, πάνω στὸ κομοδίνο. Κούνησα καταφατικὰ τὸ κεφάλι μου καὶ ὁ Γέροντας συνέχισε.
«Ἄκου ποὺ λὲς εἰσαγγελέα μου. Πρὶν καιρὸ πέρασε ἀπὸ δῶ ἕνας Ἑλβετὸς γιατρός, φίλος τοῦ Δεσπότη τῆς Λαμίας, τοῦ Δαμασκηνοῦ. Ἤρθανε μαζί. Ἐγὼ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὑπέφερα ἀπὸ κάτι πόνους στὴ μέση καὶ ὁ Δεσπότης τὸ ἤξερε. Λέει τοῦ γιατροῦ τὸ πρόβλημα καὶ ἐκεῖνος, ἀφοῦ μὲ ἐξέτασε, εἶπε ὅτι πρέπει νὰ χειρουργηθῶ ἄμεσα. Εἶναι πρόβλημα νεφροῦ αὐτὸ καὶ ἡ ἐγχείρηση, θὰ φρόντιζε αὐτός, νὰ γίνει στὴ Βιέννη, στὸ καλλίτερο νοσοκομεῖο. Ἔκαμα ὑπακοὴ στὸ Δεσπότη καὶ πῆγα, ποὺ λές, στὴν Ἑλβετία. Μπῆκα στὸ νοσοκομεῖο, γίνανε οἱ ἐξετάσεις καὶ προγραμματίστηκε ἡ ἐγχείρηση. Ὅλοι συμφωνοῦσαν μὲ τὴ διάγνωση κι’ ἔλεγαν ὅτι εἶναι σοβαρὴ ἐγχείριση… Μοῦ ἔλεγαν νὰ μὴν ἀνησυχῶ καὶ τέτοια.
Ἐγὼ πάλι, μία ἀπορία τὴν εἶχα, ἀλλὰ δὲν ἀνησυχοῦσα, γιατὶ εἶχα ζήσει πολλὰ θαύματα… ὅ,τι θέλει ὁ Θεός. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ μὲ πῆρε ἄγγελος ἀπὸ μία μπίντα στὸν Πειραιά, νὰ μὲ πάει νὰ γίνω καλόγερος στὸ Ἅγιο Ὄρος, κι’ ὅταν ἔφθασα ἐκεῖ μὲ περίμεναν στὴν εἴσοδο τοῦ Μοναστηριοῦ οἱ Σαράντα Μάρτυρες, ὁλοζώντανοι δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ σὰ φρουρά, γιὰ νὰ περάσω, μέχρι ποὺ μὲ ἔστειλε ὁ Γέρων Πορφύριος νὰ φτιάξω τὸ μοναστήρι Της, μετὰ τὸν παπα-Ἀνυπόμονο, καὶ μέχρι τώρα ποὺ σοῦ μιλάω, καὶ τί θαῦμα δὲν εἶδα. Γι’ αὐτὸ σοῦ εἶπα δὲ φοβόμουνα. «Ἐπίρριψον ἐπὶ Κύριον τὴν μέριμνάν σου, καὶ αὐτὸς σὲ διαθρέψει» δὲν λέει;
Τὴν παραμονὴ τῆς ἐγχείρισης ἀπόγευμα, κατέβηκα στὸν κῆπο τοῦ νοσοκομείου νὰ προσευχηθῶ καὶ νὰ περπατήσω. Μεγάλο νοσοκομεῖο! Ὅπως περπάταγα, βλέπω ποὺ λές, εἰσαγγελέα μου, κι’ ἕναν ἄλλο παπά, πολύ-πολὺ γνωστό, μέτριο ἀνάστημα, νά ‘ρχεται πρὸς τὸ μέρος μου, ἀπὸ τὴν ἀντίθετη μεριά, ἀπὸ ἄλλη πόρτα τοῦ νοσοκομείου. Ἔφθασε κοντά μου, χαιρετηθήκαμε.
Τί κάνεις παπα-Ἀμβρόσιε, πόσο χαίρομαι ποὺ σὲ βλέπω!!! Πολὺ καλὰ πάτερ μου, ἀλλὰ νά, σκέφτομαι τὸν κόσμο μας, τὰ λάθη μας, τὶς ἁμαρτίες μας, πονάω κιόλας, ἀλλὰ Δόξα τῷ Θεῷ…
Πιάσαμε πολλὴ κουβέντα, ποὺ λές, ἀλλὰ ντρεπόμουνα νὰ τὸν ρωτήσω τ’ ὄνομά του ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ τὸ θυμηθῶ μὲ τίποτα. Μοῦ ἦταν ὅμως πολὺ γνωστός, εἴπαμε γιὰ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο, τὸν Σεραφείμ, γιὰ Δεσποτάδες, γιὰ πολλά… Τὸν θαύμασα! Ἀλλὰ πῶς τὸν ρωτᾶς «πῶς σὲ λένε πάτερ;», μεγάλη ντροπὴ τὸ ’νοιωθα κάτι τέτοιο…
Περπατήσαμε ὥρα. Σουρούπωσε καὶ ἔπρεπε νὰ γυρίσω στὸ θάλαμο, νὰ περάσουν οἱ νοσοκόμες, νὰ ἑτοιμαστῶ γιὰ τὴν ἐγχείριση. Καθὼς τὸ σκεφτόμουνα, μοῦ λέει: Ἄντε πᾶμε μέχρι τὸ θάλαμο, Ἀμβρόσιε, καὶ θὰ φύγω καὶ γώ. Δὲν μποροῦσα νὰ τοῦ φέρω ἀντίρρηση καὶ παρακαλοῦσα τὴ χάρη Της νὰ θυμηθῶ τὸ ὄνομά του… Μπήκαμε κι’ ἔκατσε δίπλα μου στὸ κρεβάτι. Κουβεντιάσαμε ἀκόμα λίγο καὶ κάποια στιγμὴ βάζει τὸ χέρι του στὰ πλευρά μου καὶ μοῦ λέει: Ἐδῶ θὰ ἐγχειρισθεῖς; Ναὶ ἀδερφέ μου τοῦ λέω… Ἀμέσως ἔνοιωσα ἕνα πόνο, ὅπως μὲ ἀκούμπησε, καὶ ἔντονη ἐπιθυμία νὰ πάω στὴν τουαλέτα. Πῆγα καὶ «Μέγας εἶ Κύριε καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου».
Μὲ ἔντονους πόνους, σὰν τοὺς πόνους τῆς γέννας λένε εἶναι τοῦτοι, ἔβγαλα αὐτὴ τὴν πέτρα ποὺ βλέπεις. Γύρισα ἐξαντλημένος στὸ κρεβάτι καὶ λέω στὸν παπὰ ποὺ ἦταν ἀκόμα ἐκεῖ: Πάτερ μου, μοῦ εἶσαι τόσο γνωστός, μὰ τόσο γνωστός, ἀλλὰ δὲν θυμᾶμαι τὸ ὄνομά σου. Συγχώρα με!!! Ἀλλὰ πῶς σὲ λένε καὶ πῶς βρέθηκες ἐδῶ;
Σηκώνεται καὶ τί μοῦ λέει: Μ’ ἀγαπᾶς τόσο πολὺ κι’ ἐγὼ σ’ ἀγαπῶ καὶ δὲν μὲ θυμᾶσαι Ἀμβρόσιε; Ἄκου νὰ δεῖς, ἐδῶ βρέθηκα γιατὶ πάω ὅπου θέλω, συκοφαντήθηκα καὶ κατηγορήθηκα ἔτσι ποὺ τὰ λέγαμε στὸν κῆπο ὅσο κανένας ἄλλος καὶ ἡ ἀμοιβή μου εἶναι νὰ πηγαίνω ὅπου θέλω καὶ ὅποτε θέλω γιὰ νὰ βοηθάω τοὺς ἀνθρώπους… Εἶμαι ὁ Πενταπόλεως Νεκτάριος!!! κι’ ἐπειδὴ σ’ ἀγαπῶ, ἦρθα καὶ σὲ χειρούργησα. Αὐτὸ νὰ τὸ δείξεις αὔριο στοὺς γιατρούς, γιατὶ αὐτοὶ δὲν πιστεύουν, εἶναι ἀσταύρωτοι καὶ ἀμύρωτοι. Ὅταν τὸ δοῦν καὶ σὲ ἐξετάσουν, πές τους ὅτι σὲ χειρούργησα ἐγώ. Θὰ τὸ καταλάβουν. Σ’ ἀφήνω τώρα καὶ καλὴ ἀντάμωση, καλὴ ἐπιστροφή… καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ θάλαμο...»
Αὐτὴ ποὺ λὲς εἰσαγγελέα μου εἶναι ἡ ἱστορία αὐτοῦ τοῦ μανταρινιοῦ ποὺ βλέπεις. Τό ’χω ἐδῶ γιὰ νὰ μὴν ξεχάσω ποτὲ τὴ συνάντηση… Εἴπαμε κι’ ἄλλα πολλά, μὲ τὸν Γέροντα Ἀμβρόσιο, ἀλλὰ γι’ αὐτὰ ἴσως κάποια ἄλλη φορά. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος.
Σήμερα, στὴ μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, Ἁγίου τῆς ἄκρας ὑπομονῆς, ποὺ ἔπαθε ἀπὸ τὸν τότε ἄθεο εἰσαγγελέα Ἀττικοβοιωτίας, ποὺ τὸν ἐπεσκέφθη στὸ Μοναστήρι του στὴν Αἴγινα καὶ τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸ ἁγιασμένο του ράσο, ταρακουνώντας τον, γιὰ νὰ τοῦ πεῖ ποῦ ἔχει τὰ παιδιὰ ποὺ ἔκανε μὲ τὶς καλόγριες (!!!), θυμήθηκα τὸ θαῦμα τοῦ Ἁγίου στὸν γνωστό, διορατικὸ Γέροντα Ἀμβρόσιο. Τὸ θυμήθηκα καὶ τὸ κατέγραψα, ὅπως μοῦ τὸ διηγήθηκε. Ὅ,τι ἔγραψα τὸ ἔγραψα ὡς ἐλάχιστο θυμίαμα στὴ χάρη τοῦ Ἁγίου τοῦ αἰῶνος. Εὐελπιστῶ ὅτι καὶ ὁ Γέρων Ἀμβρόσιος θὰ συμφωνήσει μὲ τὸ εἶδος καὶ τὴν ἔκταση τοῦ θυμιάματος, ἀπὸ τὰ οὐράνια σκηνώματα.
Ἔγραψα ἐπίσης ὅ,τι ἔγραψα, γιατὶ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος κατεκρίθη καὶ κατεδικάσθη ἀδίκως, τόσο ἀπὸ τὴν κοσμικὴ ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν ἐκλησιαστικὴ δικαιοσύνη τῆς ἐποχῆς του, ὅσο κανεὶς ἄλλος. Τοῦ ὀφείλουν καὶ οἱ δύο αὐτὲς καὶ οἱ λειτουργοί τους αἰώνια συγνώμη. Τὸ προσωπικό μου ἀπολογητικὸ χρέος αὐτῆς τῆς ὀφειλόμενης συγγνώμης μὲ ὁδήγησε στὴν καταγραφὴ τῆς συζητήσεώς μου μὲ τὸν Γέροντα Ἀμβρόσιο. Τίποτα περισσότερο καὶ τίποτα λιγότερο.
Ὁ ἐν ἐσχάτοις χρόνοις φανεὶς «ἀρετῆς φίλος γνήσιος» ἂς πρεσβεύει ὑπὲρ τῆς χειμαζομένης Ἑλλάδος μας «ἀναβλύζων ἰάσεις παντοδαπὰς» καὶ ἐνεργῶν «πᾶσιν ἰάματα».
Ἀθήνα 9 Νοεμβρίου 2016
Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Νεκταρίου Πενταπόλεως τοῦ Θαυματουργοῦ.
Παναγιώτης Ἀγγελόπουλος, Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Ἀθηνῶν

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2024


Γέρων Ἀμβρόσιος Λάζαρης
Γεννήθηκε στὸ χωριὸ Λαζαράτα τῆς Λευκάδος τὸ 1914. Τὸ κοσμικό του ὄνομα ἦταν Σπυρίδων Λάζαρης. Ὁ πατέρας του ἦταν δάσκαλος καὶ ἡ οἰκογένειά του πολύτεκνη. Ἀπὸ μικρὸς ὁ ἴδιος χαρακτηριζόταν γιὰ τὴν ἠρεμία τοῦ χαρακτήρα του καὶ τὴν ἀγάπη του πρὸς τὴν Ἐκκλησία. Δὲν μπόρεσε νὰ μορφωθεῖ γιατί ὁ πατέρας του ἔλειπε στὸν πόλεμο καὶ ὁ ἴδιος βοηθοῦσε τὴ μητέρα του στὶς ἀγροτικὲς δουλειὲς τοῦ σπιτιοῦ.
Ὅταν ἐκπλήρωσε τὴ στρατιωτική του θητεία, θέλησε νὰ πάει στὸ Ἅγιο Ὄρος, ἀλλὰ δὲν ἤξερε τὸν τρόπο. Μὲ τὴν καθοδήγηση, ὅμως, ἑνὸς νέου ἔφτασε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Κουτλουμουσίου. Ἐκεῖ ὁ συνοδὸς του τοῦ εἶπε: «Ἐδῶ, θὰ μείνεις, Σπύρο. θὰ γίνεις μοναχός, θὰ κάνεις ὑπομονὴ καὶ ὑπακοὴ στὸ γέροντα» κι ἀμέσως ἐξαφανίστηκε. Ὁ Σπύρος κατάλαβε ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ ἄγγελο Κυρίου, παρέμεινε στὸ μοναστήρι καὶ σὲ ἡλικία 25 ἐτῶν ἔγινε μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Χαρίτων.
Ἕνα βράδυ ὁ ἡγούμενος λέει στὸ μοναχὸ Χαρίτωνα νὰ διαβάσει τὴν Ἐνάτη. Ἐκεῖνος, καθὼς ἦταν ἀγράμματος, προσπάθησε νὰ διαβάσει, ἀλλὰ εἶχε μεγάλη δυσκολία. Ὁ ἡγούμενος ἀγανάκτησε καὶ τὸν ἔδιωξε λέγοντάς του ἐπιτιμητικὰ νὰ πάει στὸ κελλί του. Τὸ ἴδιο βράδυ, ἐνῶ προσευχόταν, ἐμφανίστηκε ἡ Παναγία καὶ τὸν βοήθησε νὰ μάθει τὸ ψαλτήρι ἀπὸ μνήμης.
Ἕνα καλοκαίρι ἐργαζόταν στὸν κῆπο τῆς Μονῆς. Βλέποντας μία συκιὰ καὶ ἐπειδὴ πεινοῦσε, ἀνέβηκε στὸ δένδρο, γιὰ νὰ φάει σύκα. Στὸ Ἅγιο Ὅρος οἱ μοναχοὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τρῶνε τίποτε ἐκτὸς τραπέζης, γιατί θεωρεῖται λαθροφαγία. Ἔφαγε μερικὰ σύκα, ἀλλὰ γλίστρησε καὶ ἔπεσε ἀπὸ τὸ δέντρο. Ἂν καὶ εἶχε πέσει ἀπὸ τὸ πρωί, οἱ ἄλλοι μοναχοὶ ἀφοῦ τὸν ἀναζήτησαν, τὸν βρῆκαν μόνο τὸ ἀπόγευμα στὸ περιβόλι πεσμένο κάτω νὰ πονάει πολύ. Τὸν ἔβαλαν πάνω σὲ μία πόρτα καὶ τέσσερα ἄτομα μαζὶ – καθὼς ἦταν σωματώδης – τὸν μετέφεραν στὸ κελλί του. Ὅπως διηγεῖται ὁ ἴδιος: «Ἐνῶ βρισκόμουν στὸ κρεβάτι καὶ πονοῦσα, ἀπέναντι ἔβλεπα τὸ παρεκκλήσι τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων καὶ τοὺς παρακαλοῦσα νὰ μὲ βοηθήσουν. Ἐμφανίζονται τότε δύο γιατροὶ μὲ λευκὲς μπλοῦζες καὶ προσπάθησαν νὰ βάλουν τὸ πόδι μου στὴν θέση του. «-Τράβα Κοσμᾶ», ἔλεγε ὁ ἕνας. «-Κράτα ἀπὸ ἐδῶ Δαμιανέ», ἔλεγε ὁ ἄλλος. Καὶ σὲ πέντε λεπτὰ οἱ πόνοι ἐξαφανίστηκαν καὶ ἔγινα καλά»!
Στὸ μοναστήρι βρίσκονταν τότε πέντε νέοι μοναχοὶ καὶ ἕνας ἡλικιωμένος γέροντας. Κάποιοι ἀπὸ αὐτοὺς σκέφτηκαν ὅτι θὰ ἦταν καλὸ νὰ ἀλλάξουν τὸν γέροντα. Τὸ ἔμαθε ὁ γέροντας καὶ ζήτησε τὴν ἀπομάκρυνσή τους. Μὲ τὴ συνοδεία τῆς ἀστυνομίας ὁ μοναχὸς Χαρίτων ἐκδιώχθηκε στὴ Μονὴ Χιλανδαρίου. Ἐκεῖ εἶχε πάρα πολλὲς δυσκολίες καὶ πέρασε ἀρρώστιες, ποὺ τὸν ἀνάγκασαν νὰ ἔρθει στὸν κόσμο. Πῆγε, λοιπόν, στὸν Γέροντα Πορφύριο, ὁ ὁποῖος τὸν συμβούλευσε νὰ πάει στὴν ἐρειπωμένη Μονὴ Δαδίου στὴ Φθιώτιδα. Ἐκεῖ βρῆκε μόνο ἀρουραίους, φίδια καὶ ἄγρια ζῶα. Ὁ Γέροντας Πορφύριος τοῦ ὑπέδειξε: «Κάθισε ἐδῶ, κάνε ὑπομονὴ καὶ ὑπακοὴ καὶ ὁ Θεὸς θὰ σὲ βοηθήσει».
Ἀμέσως ἐπιδόθηκε στὴν ἀνασύσταση τῆς Μονῆς, ἡ ὁποία ἔγινε στὴ συνέχεια γυναικεία. Ὁ τότε Μητροπολίτης Φθιώτιδος Ἀμβρόσιος ἐξετίμησε τὸν γέροντα καὶ τὸν ἔκανε ἱερομόναχο, δίνοντάς του, μάλιστα, τὸ δικό του ὄνομα.
Κάποτε χτύπησε τὸ πόδι του, πῆγε στὸ νοσοκομεῖο, ὅπου τοῦ ἔβαλαν πλατίνα στὸ γοφό. Πονοῦσε, ὅμως, πολύ. Ὁ τότε Μητροπολίτης Ἑλβετίας Δαμασκηνὸς τὸν πῆρε στὴν Ἑλβετία νὰ τὸν δοῦνε ἐκεῖ οἱ γιατροί. Ἐκεῖ διαπιστώθηκε ὅτι στὴν πρώτη ἐπέμβαση, τοῦ ἔβαλαν 1 ἑκατοστὸ πλατίνα μεγαλύτερη μὲ ἀποτέλεσμα νὰ χρειαστεῖ νέο χειρουργεῖο, γιὰ νὰ μειώσουν τὴν πλατίνα. Ὅταν ἔγινε αὐτὸ καὶ ἑτοιμαζόταν γιὰ ἐξιτήριο, τοῦ ζητήθηκαν γενικὲς ἐξετάσεις, τὶς ὁποῖες ἔκανε. Τότε, βρέθηκε στὸν ἀριστερό του νεφρὸ πέτρα μεγάλη ὅσο ἕνα πορτοκάλι καὶ ἔτσι παρέμεινε γιὰ νέα ἐγχείριση.
Διηγεῖται ὁ Γέροντας: «Ἐνῶ ἤμουν μόνος στὸ δωμάτιο, ἐμφανίστηκε ἕνας μοναχός. Βγήκαμε, λοιπόν, μαζὶ στὸ μπαλκόνι καὶ καθίσαμε γιὰ νὰ μιλήσουμε. Κάπου 15 λεπτὰ μιλούσαμε καὶ τοῦ εἶπα γιὰ τὰ χειρουργεῖα καὶ γιὰ τὸν λίθο στὸ νεφρό. Τότε ὁ μοναχός μοῦ εἶπε: «Εἶμαι ὁ Ἅγιος Νεκτάριος καὶ ἦρθα νὰ σὲ δῶ. Ἤμουν καὶ ἐγὼ φιλάσθενος καὶ παρέδωσα τὴν ψυχή μου στὸ «Ἀρεταίειο» νοσοκομεῖο. Ἄντεξα τὶς συκοφαντίες καὶ τὴν ἀσθένεια, κάνοντας ὑπομονή. Ὁ Θεός μοῦ ἔδωσε χάρη μεγάλη γιὰ τὴν ὑπομονὴ ποὺ ἔκανα». Μετὰ μὲ ἄγγιξε καὶ ἔφυγε. Ὅταν ἔφυγε ὁ Ἅγιος Νεκτάριός μοῦ ἦρθε διάθεση οὔρησης καὶ οὔρησα σὲ ἕνα μικρὸ λεκανάκι Τότε βγῆκε μαζὶ μὲ τὰ οὖρα καὶ μία πέτρα σὲ μέγεθος μικροῦ πορτοκαλιοῦ. Τότε μὲ μία χαρτοπετσέτα τὴν πῆρα καὶ τὴν ἔβαλα στὸ συρτάρι τοῦ κομοδίνου.
Τὴν ἑπόμενη θὰ γινόταν ἡ ἐγχείριση. Ἔρχεται ὁ Ἑλβετὸς γιατρὸς καὶ μοῦ λέει: «Ἑτοιμάσου γιὰ τὸ χειρουργεῖο». Ἐγὼ τοῦ ἀπάντησα ὅτι δὲν χρειάζομαι χειρουργεῖο. Ἄνοιξα τὸ συρτάρι καὶ τοῦ ἔδειξα τὴν πέτρα. Ὅταν τὴν εἶδε ὁ γιατρός, εἶπε· «Ἐσεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ἔχετε ζωντανὴ πίστη, ἐμεῖς τὴν νοθεύσαμε». Τὸ χειρουργεῖο δὲν ἔγινε καὶ ἡ πέτρα παρέμεινε στὸ γραφεῖο τοῦ Ἑλβετοῦ γιατροῦ, γιὰ χρόνια πολλά».
Τοῦ ἄρεσε ἡ ἡσυχία καὶ ἡ ἀφάνεια, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀπέκτησε μεγάλη συνοδεία ἀπὸ μοναχές. Μάλιστα, οὔτε στὸ χωριό, στὸ Δαδί, τὸν ἤξεραν καλὰ καλά. Καὶ ἐκεῖ δὲν κατέβαινε παρὰ σπάνια. Ἦταν στὸ Μοναστήρι, ἔκανε πρακτικὲς ἐργασίες, ἦταν ὁ ἐφημέριος τῆς Μονῆς καὶ ἀσχολήθηκε πολὺ μὲ τὴν εὐχή. Εἶχε ὅμως μεγάλη χάρη. Ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Ἐγὼ ἀγράμματος ἄνθρωπος εἶμαι καὶ ἔρχονται ἐδῶ τόσοι ἄνθρωποι μορφωμένοι, καθηγητὲς πανεπιστημίου, καὶ ἀνοίγει ὁ νοῦς μου καὶ τοὺς λέω τόσα πράγματα, ποὺ ἀπορῶ πῶς τὰ λέω».
Κοιμήθηκε τὴν ἴδια μέρα, ἀκριβῶς 15 χρόνια μετά, ποὺ κοιμήθηκε ὁ Γέροντας Πορφύριος, στὶς 2 Δεκεμβρίου 2006, σὲ ἡλικία 92 ἐτῶν.

Τετάρτη 20 Μαΐου 2015


Σ' Αὐτόν νά γονατίζεις
Ἕνας ἄνδρας ἀπὸ τὴ Ρόδο συνήθιζε νὰ γονατίζει ἀπὸ σεβασμό, ὅταν ἐπικοινωνοῦσε τηλεφωνικῶς μὲ τὸν Γέροντα. Ἀλλὰ μία μέρα ποὺ τὸν εἶχε πάρει νὰ ζητήσει εὐχὴ γιὰ τὸν ἴδιο καὶ γιὰ τὸ παιδί του, τὸν ἄκουσε νὰ ρωτᾶ:
- Δὲν μοῦ λές, ποιός εἶναι πίσω σου, στὸ δεξιὸ μέρος; Ὃ ἄνθρωπος κοίταξε, ἀλλὰ δὲν εἶδε κάποιον.
- Κανένας, Γέροντα.
- Κανένας, ἔ; Δὲν εἶναι ὁ Κύριος;
Ὁ ἄλλος τότε πρόσεξε. Ὑπῆρχε ὄντως στὸν τοῖχο μία εἰκόνα τοῦ Κυρίου ἐσταυρωμένου.
- Ναί, Γέροντα, ψέλλισε.
-Ἔ, ἀπ' Αὐτὸν νὰ ζητᾶς τὴν εὐχὴ καὶ τὴν προστασία, καὶ σ' Αὐτὸν νὰ γονατίζεις καὶ νὰ προσεύχεσαι, τοῦ ἀπάντησε ἀπὸ τὸ Δαδὶ ἐκεῖνος, πού, ἐννοεῖται, δὲν ἤξερε τίποτε γιὰ τὸ πῶς συμπεριφέρεται ὁ ἄνθρωπος ἢ γιὰ τὸ πῶς εἶναι διαμορφωμένο τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ σπιτιοῦ του.

Γέρων Ἀμβρόσιος Λάζαρης

Τετάρτη 8 Απριλίου 2015


Γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη
· Δῶστε ὅσο περισσότερα μπορεῖτε. Ἕνα πράγμα πού σώζει τίς ψυχές εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη. Ἐσεῖς κοιτᾶτε νά φτιάχνετε ἐδῶ τά σπίτια. Φτιάχτε κι ἕνα σπιτάκι στόν Οὐρανό, νά σᾶς περιμένει...
· Νά κάνετε ἐλεημοσύνες στούς γειτόνους καί σέ ὅλους πού ἔχουν ἀνάγκη. Ποῦ εἶναι ἤ ἀγάπη, ὅταν δέν κάνουμε ἐλεημοσύνη;
· Ἀπό αὐτά πού παίρνετε νά δίνετε καί στούς φτωχούς, σ' αὐτούς πού δέν ἔχουν. Ὄχι νά δίνετε ἀπό τά περισσεύματά σας ἤ τίς κληρονομιές. Αὐτό δέν ἔχει καμιά ἀξία.
· Δέν εἶναι καιρός γιά ξεφαντώματα καί πανηγύρια. Νά προσπαθεῖτε νά ἀποθηκεύετε στήν ψυχή σας. Νά κάνετε ἐλεημοσύνες καί προσευχή.
· Μά μήν εἶστε φιλάργυροι, ἀλλά φιλεύσπλαχνοι.
· Ἡ ἐλεημοσύνη σκεπάζει ἕνα βουνό ἁμαρτίες ἴσαμε τόν Παρνασσό.
· Νά ξέρεις κάτι, παιδάκι μου: Τσιγκούνης στήν τσέπη, τσιγκούνης καί στά αἰσθήματα.

Γέρων Ἀμβρόσιος Λάζαρης

Πέμπτη 29 Μαΐου 2014


Γέροντος Ἀμβροσίου διδαχές

Γραφή εἶναι μία καί αώνια καί ληθινή. Δέν μπορομε νά παίρνου­με κομμάτια καί νά τή χρησιμοποιομε πως μς βολεύει. χουμε κάνει τόν δικό μας Θεό. Κόβουμε καί ράβουμε ,τι μς συμφέρει.
*
Νά χεις πίστη δυνατή. Κύριος εἶναι δ, δέν εἶναι στόν Ορανό. πίστη δίνει σταθερότητα στή ζωή το νθρώπου. Κύριος μς σώζει καθημερινά, μς βοηθ. ὀλιγοπιστία εἶναι ἁμαρτία.
*
Χρειάζεται μετάνοια, πως αὐτή πού δειξαν οἱ Νινευίτες, γιά ν' ἀλλάξουν οἱ βουλές τοῦ Κυρίου. Διαφορετικά, ρχονται πολλά δεινά στόν κόσμο.
*
Παιδί μου, ἄν μπορούσαμε νά δοῦμε πόσο μς ἀγαπάει ὁ Θεός, πό­σο καλός εἶναι ὁ Θεός, θά τρελαινόμασταν.
*
Δῶστε ὃσο περισσότερα μπορεῖτε. Ἓνα πράγμα πού σώζει τίς ψυχές εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη. Ἐσεῖς κοιτᾶτε νά φτιάχνετε ἐδῶ τά σπίτια. Φτιάχτε κι ἕνα σπιτάκι στόν Οὐρανό, νά σᾶς περιμένει...
*
Νά προσεύχεσθε συνέχεια, νά συνηθίζει ὁ νοῦς. Καί ἄν ἀκόμα συγχύ­ζεστε, ἐσεῖς νά λέτε τήν εὐχή. Τί πιό εὒκολο πράγμα; Τή λές πάντοτε, ἐκεῖ πού βαδίζεις, στό λεωφορεῖο, παντο. Ἒστω καί μηχανικά. Τή συνηθίζει ἔπειτα ὁ νοῦς καί προχωρᾶς. Στήν ἀρχή ὁ νοῦς θά εἶναι στό Λονδῖνο, ἀλλά ὕστερα μαζεύεται. Ἀρκεῖ νά μή σταματᾶς νά τή λές.
*
Ἐάν σφάλλουμε, ὁ ἄγγελος-φύλακας φεύγει, κάθεται πιό πέρα στενοχωρημένος. Ἀλλά μ' ἕνα «συγγνώμη», παιδί μου, ὃταν εἶναι ἀπό τό βάθος τῆς ψυχῆς μας, ἐπιστρέφει.

Γέρων Ἀμβρόσιος Λάζαρης
Ὁ Πνευματικός τῆς Μονῆς Δαδίου (1912-2006)

Τετράδιο 146 * Μάϊος 2012

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

           Ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Γέροντας

 Τό 2000 εἶχε πάει στὸ Μοναστήρι τοῦ Δαδιοῦ ὁ ἡγούμενος κάποιας Μονῆς μὲ μία συντροφιὰ νέων. Ὅλοι περίμεναν νὰ ἀκούσουν κάποιες καλὲς κουβέντες ἀπ΄ τὸν Γέροντα Ἀμβρόσιο. Ἔπειτα ἀπὸ τὶς συστάσεις, ρώτησε ὁ ἡγούμενος:
-Πῶς τὰ βλέπετε τὰ παιδιά, Γέροντα;
Ἐκεῖνος ἔμεινε λίγο σκεφτικός, σκυθρωπὸς ἴσως, κατόπιν σήκωσε τό βλέμμα, τοὺς κοίταξε καὶ εἶπε:
-Δὲν βλέπω ζέση!
Καὶ μετὰ τὴν σιωπὴ ποὺ ἔπεσε στὴν παρέα, συνέχισε:
-Δὲν μοῦ λέτε, ποιόν ἀγαπᾶτε, τὸν ἡγούμενο ἤ τὸν Χριστό; Μοῦ φαίνεται ὅτι τὸν ἡγούμενο ἀγαπᾶτε.
Ἐμμέσως πλήν σαφῶς καυτηρίασε τότε τὴν τάση ποὺ ἔχουν κάποιοι νὰ ἕλκονται πίσω ἀπό Γέροντες – ἐννοοῦσε καὶ τὸν ἑαυτό του βέβαια. Ἔτσι, μὲ τρόπο ἄμεσο καὶ ξεκάθαρο, ἦταν σὰν νὰ τοὺς ἅρπαξε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ νὰ εἶπε στὸν καθένα αὐτὸ ποὺ εἶχε πεῖ ἄλλη φορὰ μὲ παρόμοια λόγια:
«Ἕνας εἶναι αὐτὸς ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθεῖς. Ὄχι οἱ Γεροντάδες. Οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι, μὲ τὶς ἀδυναμίες τους καὶ μὲ ὅλα ὅσα ἀκολουθοῦν ἕναν ἄνθρωπο. Δὲν πρέπει νὰ θεοποιοῦμε τοὺς ἡγουμένους καὶ τοὺς στάρετς, ἀλλὰ ὁ στόχος νὰ εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτὸς εἶναι ποὺ σώζει. Οἱ ἄλλοι εἶναι ταὸ μέσον, δὲν εἶναι ὁ σκοπός».
Καὶ ἦταν ἀπόλυτος σ΄αὐτό.

*********

-Φοβᾶμαι, παππούλη μου, φοβᾶμαι ὅταν θὰ φύγεις.
-Ἄκου νὰ σοῦ πῶ… Ἄν ἀκούσεις στὴν τηλεόραση ὅτι πέθανε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, τότε νὰ φοβᾶσαι. Εἶναι δυνατὸν νὰ συμβεῖ αὐτό;
-Ὄχι, Γέροντα.
-Τότε νὰ μὴ φοβᾶσαι τίποτα. Ἅμα ἀκούσετε ὅτι πέθανε ὁ Ἀμβρόσιος, νὰ μὴν λυπηθεῖτε. Ἅμα ἀκούσετε ὅτι πέθανε ὁ Χριστός, τότε νὰ λυπηθεῖτε. Ἀλλὰ μπορεῖ νὰ γίνει αὐτό;


Γέρων Ἀμβρόσιος Λάζαρης (1912-2006)

Τετράδιο 109 * Ἰανουάριος 2009

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014

Διδαχές
- Τί νά κάνω μέ τά παιδιά μου, γέροντα, πού εἶναι δύσκολα; Μοῦ φωνάζουν, κοιτάζουν τά ἐπικίνδυνα προγράμματα τῆς τηλεόρασης καί ἐπηρεάζονται.
- Μόνο  ὁ Κύριος διορθώνει τήν κατάσταση. Θά λές: «Κύριε, σῶσε ἐμένα, διόρθωσέ με, καί φώτισε καί τά παιδιά μου νά εἶναι κοντά Σου». Καί ὁ Κύριος θά σέ ἀκούσει καί θά σοῦ δώσει ἐκεῖνο πού πρέπει.
- Μᾶς ἀκούει, ὅμως, ὁ Κύριος; Φτάνει ἡ φωνή μας ἐκεῖ;
- Δέν ξέρω... τόν περασμένο μήνα τόν πονοῦσαν τ' αὐτιά !
***
- Ἀπό ἐδῶ καί πέρα, δέν ἔχεις διανοηθεῖ τί θά δεῖς καί τί θά ἀκούσεις. Δέν ἔχουν ξαναγίνει ποτέ στόν κόσμο, εἶπε μιά μέρα τό καλοκαίρι τοῦ 2005.
- Στήν Ἑλλάδα θά συμβοῦν;
- Σέ ὅλον τόν κόσμο καί σ’ ἐμᾶς. Καί γιατί; Γιατί ἐμεῖς, λέει, εἴμαστε ὁ φάρος τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά καταντήσαμε ἀπό τήν ἁμαρτία χειρότεροι ἀπό τούς ἄθεους.
***
Οἱ ἄμβωνες δέν φτιάνουν ἀνθρώπους! Γιατί, δυστυχῶς, δέν λέγεται ἡ ἀλήθεια, ἡ ὁποία ἔπρεπε νά λέγεται, μέσα στόν Χριστιανικό Ναό. Κρύβεται ἡ ἀλήθεια ἀπό ἐμᾶς ὅλους τούς δασκάλους. Σᾶς τό λέω μέ πλήρη συνείδηση αὐτό.
Κρύβεται ἡ ἀλήθεια, δέν διδάσκεται ὁ ἑλληνικός λαός ὅπως πρέπει. Ἀλλοῦ τόν προσανατολίζουμε καί δέν τοῦ λέμε τήν ἀλήθεια, γιά νά συνέλθει ὁ ἑλληνικός λαός καί νά συνέλθουμε κι ἐμεῖς. Γιατί εἶναι τυφλωμένα τά πνεύματά μας, ἡ καρδιά μας εἶναι σκοτισμένη, δέν ἔχει Πνεῦμα Θεοῦ, γιά νά μεταδώσει καί στόν πλησίον, νά μεταδώσει εἰς τόν συνάνθρωπο Πνεῦμα Θεοῦ.
***
Πονῶ τούς παντρεμένους, διότι τίς θλίψεις πού περνοῦν δέν τίς περνοῦν οἱ μοναχοί. Τό καμίνι τῶν θλίψεων τῶν ἐγγάμων εἶναι μεγαλύτερο ἀπό αὐτό τῶν μοναχῶν.
***
Ἐμεῖς οἱ γονεῖς φταῖμε πού ὑποφέρουν τά παιδιά μας, γιατί δέν τά μαθαίνουμε νά ζοῦν χριστιανικά κι ἐπειδή οἱ γονεῖς δέν ζοῦν ὅπως πρέπει χριστιανικά...
***
Τά κομποσκοίνια νά εἶναι γιά προσευχή, ὄχι γιά φιγούρα, γιά νά τά βλέπει ὁ κόσμος!
***
Nά δεῖς ἕνα αὐτί πού κατεβάζει ὁ Θεός ἀπό τόν Οὐρανό καί ἀκούει τήν προσευχή σου, ὅταν δέν νοιάζεσαι γιά ὑλικά, ἀλλά παρακαλᾶς γιά σωτηρία ψυχῶν!...
***
Εἶναι καλύτερα στήν ἐποχή μας, νά ξέρεις λίγους καί νά μιλᾶς σέ λίγους... 
***
Δέν θά φεύγεις ποτέ ἀπ' τήν Ἐκκλησία, ἄν δέν ἀκούσεις τό "Δι' εὐχῶν", γιατί μέχρι ἐκείνη τήν ὥρα εἶναι ὅλοι οἱ Ἄγγελοι, ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ὁ Θεός μέσα στήν Ἐκκλησία. Μέ τό "Δι' εὐχῶν" ἀνεβαίνουν στόν Οὐρανό. Θά τό ἀκούσεις, θά πάρεις ἀντίδωρο, καί τότε θά φύγεις...
***
Στόν Οὐρανό ἔχουν πάει ἑκατοντάδες χιλιάδες Χριστιανοί. Ἀλλά αὐτοί πού πῆγαν ἐκεῖ πέρα ἦταν παλικάρια, κράτησαν ἐδῶ καί πολέμησαν τόν σατανᾶ πρῶτα, πολέμησαν τά πάθη. Γιατί ἔχεις μέσα σου ἕνα σωρό κατσίκια. Καί ὕστερα λές: «Εἶμαι Χριστιανός». 
Ἀπό ποῦ κι ὡς ποῦ εἶσαι Χριστιανός; 

Γέρων Ἀμβρόσιος, Ἡγούμενος Ἱ.Μ. Δαδίου


Τετράδιο 128 * Σεπτέμβριος 2010