Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἅγιος Νεκτάριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἅγιος Νεκτάριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026


Ἡ ἀγωγὴ τῶν παίδων καὶ αἱ μητέρες
Ἡ τῶν παίδων ἀγωγὴ ἀπὸ τῆς βρεφικῆς ἡλικίας ἀνάγκη νὰ ἄρχηται, ὅπως αἱ ψυχικαὶ τοῦ παιδὸς δυνάμεις ἀπ᾿ αὐτῆς τῆς ἐκδηλώσεως αὐτῶν διευθύνονται εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς πρὸς τὸ καλόν, τὸ ἀγαθόν, τὸ ἀληθές, καὶ ἀπομακρύνονται τοῦ κακοῦ, τοῦ αἰσχροῦ καὶ τοῦ ψευδοῦς. Ἡ ἡλικία αὕτη δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ ἀσφαλεστέρα βάσις, ἐφ᾿ ἧς μέλλει νὰ οἰκοδομηθῇ ἡ ἠθικὴ καὶ διανοητικὴ τοῦ παιδὸς μόρφωσις. Καὶ τὶς τῷ ὄντι δὲν ὁμολογεῖ ὅτι αἱ πρῶται ἐντυπώσεις αἱ κατὰ τὴν παιδικὴν ἡλικίαν γενόμεναι δὲν ἀποβαίνουσιν ἀνεξάλειπτοι; Τίς ἀμφιβάλλει ὅτι κατὰ τὴν μικράν ἡλικίαν τοσοῦτον ἰσχυρῶς ἐκτυποῦνται ἐπὶ τῆς ἁπαλῆς ψυχῆς τοῦ παιδὸς αἱ ἐπιδράσεις, ὥστε καθ᾿ ὅλον τὸν βίον νὰ παραμένωσι ζωηραί; Πρὸς τὴν ἡλικίαν ταύτην ἡ φύσις ἔταξε παιδαγωγοὺς τοὺς γονεῖς καὶ ἰδίως τὰς μητέρας, ταύτας ἄρα ἀναγκαῖον διὰ τὸ ὑψηλὸν τοῦτο καθῆκον τοῦ παιδαγωγοῦ προσηκόντως νὰ ἐκπαιδεύωμεν καὶ ἐπιμελῶς νὰ ἀνατρέφωμεν, διότι αὗται θέλουσι χρησιμεύει τοῖς ἑαυτῶν τέκνοις εἰκόνες καὶ ὑποδείγματα, ὧν ἐκμαγεῖα ἔσονται τὰ τέκνα. Ὁ παῖς τοσοῦτον ἀπομιμεῖται τὰς ἀρετάς, ἢ τὰ ἐλαττώματα τῆς μητρός, ἔτι δὲ καὶ τὴν φωνὴν καὶ τοὺς τρόπους, καὶ τὸ ἦθος καὶ τὴν συμπεριφοράν, ὥστε λίαν καταλλήλως δύναταί τις νὰ παρομοιώσῃ τὰ τέκνα πρὸς τὰς ὀρειχαλκίνους πλάκας τοῦ φωνογράφου, τὰς δεχομένας πρῶτον τὰ ἴχνη τῆς φωνῆς καὶ ἐκπεμπούσας τὸ δεύτερον τὴν φωνὴν μετὰ τοῦ αὐτοῦ τόνου, τοῦ αὐτοῦ ὕφους, καὶ τοῦ αὐτοῦ χρωματισμοῦ, μεθ᾿ οὗ ἐξεφωνήθη. Πᾶν νεῦμα, πᾶσα λέξις, πᾶν κίνημα καὶ πᾶσα πράξις τῆς μητρός, γίνεται νεῦμα καὶ λέξις, καὶ ἔκφρασις, καὶ κίνημα καὶ πράξις τοῦ παιδός.
Ἡ μήτηρ διὰ τῆς ἐνδελεχοῦς μετὰ τοῦ παιδὸς συνδιατριβῆς καὶ τῆς συνεχοῦς ὑποδείξεως τῶν αὐτῶν παραστάσεων ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ ἤθους τοῦ παιδὸς καὶ δίδωσι αὐτὴ πρώτη τὴν πρώτην ὤθησιν πρὸς τὸ ἀγαθόν. Ἡ μήτηρ δι᾿ ἑνὸς βλέμματος, δι᾿ ἑνὸς φιλήματος, διὰ τῆς μειλιχίου αὐτῆς φωνῆς καὶ τῶν ἁβρῶν αὐτῆς θωπευμάτων, δύναται νὰ διεγείρῃ εὐθὺς εἰς τὴν καρδίαν τοῦ παιδὸς τὴν πρὸς τὸ ἀγαθὸν ροπὴν καὶ κλίσιν, ὁμοίως ἡ αὕτη δι᾿ ἑνὸς δυσμενοῦς βλέμματος, δι᾿ ἑνὸς δακρύου κυλιομένου ἐπὶ τῶν παρειῶν της, διὰ μιᾶς ἐκφράσεως τῆς δηλωτικῆς της θλίψεως τῆς καρδίας της δύναται νὰ ἀπομακρύνῃ τὸν παῖδα ἀπὸ τοῦ ὀλεθριωτάτου τῆς καρδίας κινδύνου. Ὁ παῖς ἐν τῷ μητρικῷ κόλπῳ ἀνατρεφόμενος, καὶ ἐν τῇ μητρικῇ ἀγκάλῃ θερμαινόμενος ἀρχίζει νὰ ἀγαπᾷ πρὶν ἢ καταμάθῃ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀγάπης καὶ ἀρχίζει νὰ ὑποτάσσῃ τὴν ἑαυτοῦ θέλησιν εἰς τὸν ἠθικὸν νόμον, πρὶν ἢ καταμάθῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἠθικοῦ νόμου, καὶ τὴν πρώτην δὲ περὶ Θεοῦ ἔννοιαν μόνον ἡ μήτηρ εἶναι καταλληλότατη νὰ διεγείρῃ ἐν τῇ παιδικῇ καρδίᾳ. Τούτου ἕνεκα ὁ μὲν μέγας Βασίλειος λέγει (ἐπιστολ. σκγ´) «ἣν ἐκ παιδὸς ἔλαβον ἔννοιαν περὶ Θεοῦ παρὰ τῆς μακαρίας μητρός μου, ταύτην αὐξηθεῖσαν ἔσχον ἐν ἐμαυτῷ, οὐ γὰρ ἄλλα ἐξ ἄλλων μετέβαλλον ἐν τῇ τοῦ λόγου συμπληρώσει, ἀλλὰ τὰς παραδοθείσας μοι παρ᾿ αὐτῆς ἀρχὰς ἐτελείωσα»· ὁ δὲ μέγιστος τῶν σημερινῶν παιδαγωγῶν Πεσταλότσης ἀναθέτων ἅπασαν τὴν θρησκευτικὴν τοῦ παιδὸς ἀγωγὴν εἰς τὰς μητέρας ἀνακράζει, «ἐπίστευσα εἰς τὴν μητέρα μου, ἡ καρδία αὐτῆς κατέδειξεν εἰς ἐμὲ τὸν Θεόν, Θεός μου εἶναι ὁ Θεὸς τῆς μητρός μου. Θεὸς τῆς καρδίας μου εἶναι ὁ Θεὸς τῆς καρδίας της, μῆτερ, μῆτερ! σὺ κατέδειξάς μοι τὸν Θεὸν ἐν τοῖς προστάγμασί σου καὶ ἐγὼ εὗρον αὐτὸν ἐν τῇ ὑπακοῇ μου, μῆτερ, μῆτερ! Ἐὰν λησμονήσω τὸν Θεόν, λησμονήσω σε αὐτήν». Ἀλλ᾿ ὅπως πᾶσα καλὴ πρᾶξις, πᾶσα καλὴ λέξις, καὶ πᾶσα καλὴ διάθεσις τῆς μητρὸς ἀποτελοῦσιν τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον τῶν μετὰ ταῦτα καλῶν πράξεων, λόγων καὶ διαθέσεων τοῦ παιδός, οὕτω καὶ πᾶσα κακὴ πρᾶξις, λόγος καὶ διάθεσις τῆς μητρὸς ἐγκλείουσι τὰ φθοροποιὰ σπέρματα τῶν μετὰ ταῦτα κακῶν πράξεων, λόγων καὶ διαθέσεων τοῦ παιδός, διὸ τοιοῦτος ἀποβαίνει ὁ παῖς, οἵα εἶναι ἡ μήτηρ αὐτοῦ. Ἐὰν λοιπὸν ἡ τῆς μητρὸς ψυχὴ εἶναι δυσειδὴς καὶ μοχθηρά, ἢ μέλαινα, ἢ διεφθαρμένη, ἢ σκληρὰ καὶ τραχεῖα, αἱ δὲ κλίσεις κακαί, καὶ οἱ τρόποι σκανδαλώδεις, καὶ οὐχὶ σεμνοί, ἢ ἂν αὕτη εἰς ἀσέβειαν ρέπῃ, ἢ εἰς ὀργήν, ἢ εἰς πάθη παράφορα καὶ μίση, ταχέως μέλλουσι νὰ βλαστήσωσι καὶ παρὰ τῷ παιδὶ τῶν μοχθηρῶν τούτων κακιῶν τὰ βλαστήματα. Ἂν δὲ τοὐναντίον τῆς μητρὸς ἡ ψυχὴ εἶναι θεοειδής, καθαρά, ἱλαρά, ἀθώα καὶ πλήρης φόβου Θεοῦ, αἱ δὲ κλίσεις εὐγενεῖς καὶ ἅγιαι, καὶ αἱ διαθέσεις εἰρηνικαί, φιλόθεοι καὶ φιλάνθρωποι, τότε καὶ ἡ τοῦ παιδὸς ψυχὴ εἰς τοιοῦτον κάτοπτρον κατοπτριζομένη καὶ ἀνεπαισθήτως ταύτην ἀπομιμουμένη ἀποβαίνει αὐτὴ ὁμοία καὶ σὺν τῷ χρόνῳ προϊόντι ἀποφαίνει τῶν ἀγαθῶν σπερμάτων τὴν βλάστησιν. Αἱ μητέρες δύνανται διὰ τὴν ἐπιρροήν, ἣν ἐπὶ τὰ τέκνα ἑαυτῶν κέκτηνται,  νὰ διαπλάσωσιν αὐτὰ κατὰ ἴδιον χαρακτῆρα, ὡς ὁ κεραμεὺς τὴν κέραμον κατὰ τὸ ἴδιον σχέδιον.
Ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Συνάντηση Ἁγίων σὲ ἕνα Νοσοκομεῖο τῆς Βιέννης
Μάϊος τοῦ 2003 καὶ ἡ Διακαινίσιμη περίοδος ἦταν στὸ τέλος της. Μὲ συντροφιὰ ἄλλους τρεῖς Χριστιανούς, ξεκινήσαμε πολὺ πρωί- ἀξημέρωτα ἀκόμα- γιὰ ἕνα προσκύνημα, στὴν Ἱ. Μ. τῆς Παναγίας τῆς Γαυριώτισσας. Ἡ παρέα μας, γνωστὸς Ἡγούμενος Μεγάλης Ἁγιορείτικης Μονῆς, ἕνας Ἱερομόναχος καὶ ἕνας ἀκόμα λαϊκός.
Εἶχα καιρὸ τὴν ἐπιθυμία νὰ κάνω ἐκεῖνο τὸ προσκύνημα καὶ νὰ δῶ ἀπὸ κοντὰ τὸν ὀνομαστὸ ἐπιστήθιο φίλο τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτη, τὸν Ἅγιο Γέροντα π. Ἀμβρόσιο Λάζαρη. Παρακλήθηκα, περασμένες 12 τὴν προηγούμενη τὸ βράδυ, νὰ κάνω τὸν ὁδηγὸ τῆς συνοδείας, γιατὶ «κάτι ἔτυχε στὸν προγραμματισμένο ὁδηγὸ» τῆς παρέας… Ἡ χάρη τῆς Παναγίας μὲ κάλεσε νὰ ζήσω τὰ γεγονότα ποὺ καταγράφω.
Ὁ ἥλιος ποὺ ξεπρόβαλε μᾶς βρῆκε νὰ ἀνηφορίζουμε μὲ τὸ αὐτοκίνητο τὶς στροφὲς τοῦ Παρνασσοῦ. «Μάγεμα ἡ φύση κι’ ὄνειρο». Οἱ λαμπερὲς πρωινὲς ἀκτίνες του χρύσιζαν τὶς δροσοσταλίδες στὰ φύλλα τῶν δέντρων καὶ τῶν λουλουδιῶν, δίνοντας τὴ θέα καὶ τὴν αἴσθηση μικρῶν διαμαντιῶν ποὺ σκορπίστηκαν ἁπλόχερα. Ὁ καθαρὸς βουνήσιος ἀέρας καὶ ἡ πρωινὴ δροσιὰ παράβγαιναν λές, γιὰ τὸ ποιό θὰ μᾶς πρωτοευχαριστήσει. Μέσα σὲ μία Πασχαλιάτικη πρωτόγνωρη χαρά, ἀνάμεσα στὰ ἔλατα, στὰ πεῦκα, τὶς καρυές, τὸ θυμάρι καὶ τὶς κουμαριές, τὸ αὐτοκίνητό μας ἦταν ὁ μόνος θόρυβος στὴ φύση. Στὴν μοναξιὰ καὶ ἡσυχία ποὺ τίποτα ἄλλο δὲ διέκοπτε, τριγύρω, ἐκτὸς ἀπ’ τὰ πουλιὰ ποὺ τραγουδοῦσαν ἢ φτερούγιζαν ἀθόρυβα, φθάσαμε, περασμένες ἑξήμισυ τὸ πρωί, στὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς. Στὶς ἑπτὰ ἔπρεπε νὰ ἀρχίσει ἡ Θ. Λειτουργία.
Στὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς τῆς Παναγίας τῆς Γαυριώτισσας μᾶς περίμενε μ’ ἕνα φτυάρι στὰ χέρια, τακτοποιώντας ἔξω ἀπὸ τὸ δρόμο φρεσκοφερμένη κοπριά, γιὰ τὰ φυτὰ καὶ τὰ λουλούδια τῆς Μονῆς, ὁ πνευματικός της Γέρων Ἀμβρόσιος Λάζαρης. Μὲ ἔκδηλη χαρὰ μικροῦ παιδιοῦ χαιρέτησε τοὺς ἱερεῖς καὶ περίμενε καὶ μένα νὰ σταθμεύσω τὸ αὐτοκίνητο σὲ ἀσφαλὲς σημεῖο. Βγῆκα ἀπ’ τὸ αὐτοκίνητο καὶ βρέθηκα μπροστὰ σὲ ἕνα γίγαντα ἱερωμένο, μὲ ἕνα πλατὺ θεϊκὸ χαμόγελο καὶ μία τεράστια ἀγκαλιά.
«Ἔλα Παναγιώτη λεβέντη καὶ ἀργήσαμε. Μᾶς περιμένει ἡ Παναγία». Ἀσπάστηκα τὸ χέρι του καὶ σκέφθηκα ὅτι κάποιος τοῦ εἶπε τ’ ὄνομά μου. Μπήκαμε στὸν περίβολο κι’ ἀπὸ τὸ διάδρομο ἀνάμεσα στὶς ὁλάνθιστες περιποιημένες τριανταφυλλιὲς πηγαίναμε πρὸς τὸ καθολικὸ τῆς Ἱ. Μονῆς.
«Θὰ ψάλλουμε μαζὶ σήμερα κ. Εἰσαγγελέα. Πολὺ χαρὰ ἔχω ποὺ ἤρθατε» Ἀπορῶ ἐγὼ πάλι, ἀλλὰ ὑποθέτω ὅτι, γιὰ τὴν ἰδιότητά μου, κάποιος θὰ τοῦ εἶπε κάτι, ἀλλὰ πότε; μέσα στὴ νύχτα; Πῶς τὰ ξέρει ὅλα αὐτὰ γιὰ μένα. Πρώτη φορὰ τὸν συναντῶ… Ἄλλο ὁδηγὸ περίμενε.
Μπήκαμε στὸ Ναό. Διάβασα τὸν ἑξάψαλμο, ἔψαλε ὁ π. Ἀμβρόσιος, μαζί του καὶ ἐγὼ σὲ μία κατανυκτικὴ ἀνοιξιάτικη ἀτμόσφαιρα. Μοναδικὴ ἐμπειρία Θ. Λειτουργίας. Ἤμουνα δίπλα σὲ ἕνα ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἀκολουθίας κι’ ἔζησα μοναδικὲς στιγμές. Ἡ συνέχεια μοῦ τόδειξε ἀδιαμφισβήτητα.
Γίγαντας στὸ σῶμα, στὴν ψυχὴ καὶ στὴν ἁγιότητα, ὁ Γέροντας μᾶς καλοδέχθηκε στὸ ἀρχονταρίκι τῆς Μονῆς, μετὰ τὸ «δι’ εὐχῶν» τῆς ἀκολουθίας. Ἡ Γερόντισσα Παρθενία (ἂν θυμᾶμαι σωστά) καὶ οἱ ἀδελφές, σέρβιραν καφέ, τσάϊ ἀπὸ τὸν Παρνασσό, μέλι, ψωμί, τυρί, παξιμάδια καὶ πολὺ ἀγάπη.
Οἱ συμβουλὲς τοῦ Γέροντα, μὲ κοφτὸ λόγο ποὺ δὲν ἐπέτρεπε ἀντίρρηση, προσωποποιημένες γιὰ τὸν καθένα μας, ἔκαναν τοὺς ἀκροατές του νὰ τὸν παρακολουθοῦν μὲ ἀμείωτο ἐνδιαφέρον. Ἡ ὥρα πέρασε καὶ οἱ προσκυνητὲς ἀραίωσαν. Μείναμε ἡ παρέα μας, ὁ Γέροντας καὶ δύο τρία πρόσωπα γνωστά του. Ὁ Ἁγιορείτης ἡγούμενος ἀποσύρθηκε νὰ ἐξομολογήσει κάποιους ποὺ εἶχε μαζί τους συνεννοηθεῖ.
Μέχρις ὅτου ἑτοιμασθεῖ ἡ Τράπεζα, μᾶς κάλεσε στὸ ἀπέριττο κελί του, ὕψιστη τιμὴ γιὰ ἕνα ἐπισκέπτη, καὶ γυρίζοντας σὲ μένα μοῦ λέει: «Εἰσαγγελέα, τὸ βλέπεις αὐτό, δείχνοντάς μου παράλληλα ἕνα ἰδιόμορφο πέτρωμα, ὅσο ἕνα μανταρίνι σὲ μέγεθος, μέσα σ’ ἕνα μικρὸ γυάλινο βαζάκι, πάνω στὸ κομοδίνο. Κούνησα καταφατικὰ τὸ κεφάλι μου καὶ ὁ Γέροντας συνέχισε.
«Ἄκου ποὺ λὲς εἰσαγγελέα μου. Πρὶν καιρὸ πέρασε ἀπὸ δῶ ἕνας Ἑλβετὸς γιατρός, φίλος τοῦ Δεσπότη τῆς Λαμίας, τοῦ Δαμασκηνοῦ. Ἤρθανε μαζί. Ἐγὼ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὑπέφερα ἀπὸ κάτι πόνους στὴ μέση καὶ ὁ Δεσπότης τὸ ἤξερε. Λέει τοῦ γιατροῦ τὸ πρόβλημα καὶ ἐκεῖνος, ἀφοῦ μὲ ἐξέτασε, εἶπε ὅτι πρέπει νὰ χειρουργηθῶ ἄμεσα. Εἶναι πρόβλημα νεφροῦ αὐτὸ καὶ ἡ ἐγχείρηση, θὰ φρόντιζε αὐτός, νὰ γίνει στὴ Βιέννη, στὸ καλλίτερο νοσοκομεῖο. Ἔκαμα ὑπακοὴ στὸ Δεσπότη καὶ πῆγα, ποὺ λές, στὴν Ἑλβετία. Μπῆκα στὸ νοσοκομεῖο, γίνανε οἱ ἐξετάσεις καὶ προγραμματίστηκε ἡ ἐγχείρηση. Ὅλοι συμφωνοῦσαν μὲ τὴ διάγνωση κι’ ἔλεγαν ὅτι εἶναι σοβαρὴ ἐγχείριση… Μοῦ ἔλεγαν νὰ μὴν ἀνησυχῶ καὶ τέτοια.
Ἐγὼ πάλι, μία ἀπορία τὴν εἶχα, ἀλλὰ δὲν ἀνησυχοῦσα, γιατὶ εἶχα ζήσει πολλὰ θαύματα… ὅ,τι θέλει ὁ Θεός. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ μὲ πῆρε ἄγγελος ἀπὸ μία μπίντα στὸν Πειραιά, νὰ μὲ πάει νὰ γίνω καλόγερος στὸ Ἅγιο Ὄρος, κι’ ὅταν ἔφθασα ἐκεῖ μὲ περίμεναν στὴν εἴσοδο τοῦ Μοναστηριοῦ οἱ Σαράντα Μάρτυρες, ὁλοζώντανοι δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ σὰ φρουρά, γιὰ νὰ περάσω, μέχρι ποὺ μὲ ἔστειλε ὁ Γέρων Πορφύριος νὰ φτιάξω τὸ μοναστήρι Της, μετὰ τὸν παπα-Ἀνυπόμονο, καὶ μέχρι τώρα ποὺ σοῦ μιλάω, καὶ τί θαῦμα δὲν εἶδα. Γι’ αὐτὸ σοῦ εἶπα δὲ φοβόμουνα. «Ἐπίρριψον ἐπὶ Κύριον τὴν μέριμνάν σου, καὶ αὐτὸς σὲ διαθρέψει» δὲν λέει;
Τὴν παραμονὴ τῆς ἐγχείρισης ἀπόγευμα, κατέβηκα στὸν κῆπο τοῦ νοσοκομείου νὰ προσευχηθῶ καὶ νὰ περπατήσω. Μεγάλο νοσοκομεῖο! Ὅπως περπάταγα, βλέπω ποὺ λές, εἰσαγγελέα μου, κι’ ἕναν ἄλλο παπά, πολύ-πολὺ γνωστό, μέτριο ἀνάστημα, νά ‘ρχεται πρὸς τὸ μέρος μου, ἀπὸ τὴν ἀντίθετη μεριά, ἀπὸ ἄλλη πόρτα τοῦ νοσοκομείου. Ἔφθασε κοντά μου, χαιρετηθήκαμε.
Τί κάνεις παπα-Ἀμβρόσιε, πόσο χαίρομαι ποὺ σὲ βλέπω!!! Πολὺ καλὰ πάτερ μου, ἀλλὰ νά, σκέφτομαι τὸν κόσμο μας, τὰ λάθη μας, τὶς ἁμαρτίες μας, πονάω κιόλας, ἀλλὰ Δόξα τῷ Θεῷ…
Πιάσαμε πολλὴ κουβέντα, ποὺ λές, ἀλλὰ ντρεπόμουνα νὰ τὸν ρωτήσω τ’ ὄνομά του ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ τὸ θυμηθῶ μὲ τίποτα. Μοῦ ἦταν ὅμως πολὺ γνωστός, εἴπαμε γιὰ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο, τὸν Σεραφείμ, γιὰ Δεσποτάδες, γιὰ πολλά… Τὸν θαύμασα! Ἀλλὰ πῶς τὸν ρωτᾶς «πῶς σὲ λένε πάτερ;», μεγάλη ντροπὴ τὸ ’νοιωθα κάτι τέτοιο…
Περπατήσαμε ὥρα. Σουρούπωσε καὶ ἔπρεπε νὰ γυρίσω στὸ θάλαμο, νὰ περάσουν οἱ νοσοκόμες, νὰ ἑτοιμαστῶ γιὰ τὴν ἐγχείριση. Καθὼς τὸ σκεφτόμουνα, μοῦ λέει: Ἄντε πᾶμε μέχρι τὸ θάλαμο, Ἀμβρόσιε, καὶ θὰ φύγω καὶ γώ. Δὲν μποροῦσα νὰ τοῦ φέρω ἀντίρρηση καὶ παρακαλοῦσα τὴ χάρη Της νὰ θυμηθῶ τὸ ὄνομά του… Μπήκαμε κι’ ἔκατσε δίπλα μου στὸ κρεβάτι. Κουβεντιάσαμε ἀκόμα λίγο καὶ κάποια στιγμὴ βάζει τὸ χέρι του στὰ πλευρά μου καὶ μοῦ λέει: Ἐδῶ θὰ ἐγχειρισθεῖς; Ναὶ ἀδερφέ μου τοῦ λέω… Ἀμέσως ἔνοιωσα ἕνα πόνο, ὅπως μὲ ἀκούμπησε, καὶ ἔντονη ἐπιθυμία νὰ πάω στὴν τουαλέτα. Πῆγα καὶ «Μέγας εἶ Κύριε καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου».
Μὲ ἔντονους πόνους, σὰν τοὺς πόνους τῆς γέννας λένε εἶναι τοῦτοι, ἔβγαλα αὐτὴ τὴν πέτρα ποὺ βλέπεις. Γύρισα ἐξαντλημένος στὸ κρεβάτι καὶ λέω στὸν παπὰ ποὺ ἦταν ἀκόμα ἐκεῖ: Πάτερ μου, μοῦ εἶσαι τόσο γνωστός, μὰ τόσο γνωστός, ἀλλὰ δὲν θυμᾶμαι τὸ ὄνομά σου. Συγχώρα με!!! Ἀλλὰ πῶς σὲ λένε καὶ πῶς βρέθηκες ἐδῶ;
Σηκώνεται καὶ τί μοῦ λέει: Μ’ ἀγαπᾶς τόσο πολὺ κι’ ἐγὼ σ’ ἀγαπῶ καὶ δὲν μὲ θυμᾶσαι Ἀμβρόσιε; Ἄκου νὰ δεῖς, ἐδῶ βρέθηκα γιατὶ πάω ὅπου θέλω, συκοφαντήθηκα καὶ κατηγορήθηκα ἔτσι ποὺ τὰ λέγαμε στὸν κῆπο ὅσο κανένας ἄλλος καὶ ἡ ἀμοιβή μου εἶναι νὰ πηγαίνω ὅπου θέλω καὶ ὅποτε θέλω γιὰ νὰ βοηθάω τοὺς ἀνθρώπους… Εἶμαι ὁ Πενταπόλεως Νεκτάριος!!! κι’ ἐπειδὴ σ’ ἀγαπῶ, ἦρθα καὶ σὲ χειρούργησα. Αὐτὸ νὰ τὸ δείξεις αὔριο στοὺς γιατρούς, γιατὶ αὐτοὶ δὲν πιστεύουν, εἶναι ἀσταύρωτοι καὶ ἀμύρωτοι. Ὅταν τὸ δοῦν καὶ σὲ ἐξετάσουν, πές τους ὅτι σὲ χειρούργησα ἐγώ. Θὰ τὸ καταλάβουν. Σ’ ἀφήνω τώρα καὶ καλὴ ἀντάμωση, καλὴ ἐπιστροφή… καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ θάλαμο...»
Αὐτὴ ποὺ λὲς εἰσαγγελέα μου εἶναι ἡ ἱστορία αὐτοῦ τοῦ μανταρινιοῦ ποὺ βλέπεις. Τό ’χω ἐδῶ γιὰ νὰ μὴν ξεχάσω ποτὲ τὴ συνάντηση… Εἴπαμε κι’ ἄλλα πολλά, μὲ τὸν Γέροντα Ἀμβρόσιο, ἀλλὰ γι’ αὐτὰ ἴσως κάποια ἄλλη φορά. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος.
Σήμερα, στὴ μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, Ἁγίου τῆς ἄκρας ὑπομονῆς, ποὺ ἔπαθε ἀπὸ τὸν τότε ἄθεο εἰσαγγελέα Ἀττικοβοιωτίας, ποὺ τὸν ἐπεσκέφθη στὸ Μοναστήρι του στὴν Αἴγινα καὶ τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸ ἁγιασμένο του ράσο, ταρακουνώντας τον, γιὰ νὰ τοῦ πεῖ ποῦ ἔχει τὰ παιδιὰ ποὺ ἔκανε μὲ τὶς καλόγριες (!!!), θυμήθηκα τὸ θαῦμα τοῦ Ἁγίου στὸν γνωστό, διορατικὸ Γέροντα Ἀμβρόσιο. Τὸ θυμήθηκα καὶ τὸ κατέγραψα, ὅπως μοῦ τὸ διηγήθηκε. Ὅ,τι ἔγραψα τὸ ἔγραψα ὡς ἐλάχιστο θυμίαμα στὴ χάρη τοῦ Ἁγίου τοῦ αἰῶνος. Εὐελπιστῶ ὅτι καὶ ὁ Γέρων Ἀμβρόσιος θὰ συμφωνήσει μὲ τὸ εἶδος καὶ τὴν ἔκταση τοῦ θυμιάματος, ἀπὸ τὰ οὐράνια σκηνώματα.
Ἔγραψα ἐπίσης ὅ,τι ἔγραψα, γιατὶ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος κατεκρίθη καὶ κατεδικάσθη ἀδίκως, τόσο ἀπὸ τὴν κοσμικὴ ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν ἐκλησιαστικὴ δικαιοσύνη τῆς ἐποχῆς του, ὅσο κανεὶς ἄλλος. Τοῦ ὀφείλουν καὶ οἱ δύο αὐτὲς καὶ οἱ λειτουργοί τους αἰώνια συγνώμη. Τὸ προσωπικό μου ἀπολογητικὸ χρέος αὐτῆς τῆς ὀφειλόμενης συγγνώμης μὲ ὁδήγησε στὴν καταγραφὴ τῆς συζητήσεώς μου μὲ τὸν Γέροντα Ἀμβρόσιο. Τίποτα περισσότερο καὶ τίποτα λιγότερο.
Ὁ ἐν ἐσχάτοις χρόνοις φανεὶς «ἀρετῆς φίλος γνήσιος» ἂς πρεσβεύει ὑπὲρ τῆς χειμαζομένης Ἑλλάδος μας «ἀναβλύζων ἰάσεις παντοδαπὰς» καὶ ἐνεργῶν «πᾶσιν ἰάματα».
Ἀθήνα 9 Νοεμβρίου 2016
Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Νεκταρίου Πενταπόλεως τοῦ Θαυματουργοῦ.
Παναγιώτης Ἀγγελόπουλος, Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Ἀθηνῶν

Τρίτη 21 Μαρτίου 2023


Φοβερὸν τὸ ἀθλεῖν καὶ μὴ στεφανοῦσθαι
Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 Νοεμβρίου 1907
Θυγάτηρ ἐν Κυρίῳ ἀγαπητὴ Ξένη, εὔχομαί σοι πατρικῶς.
Χθὲς λειτουργήσας εἰς τὸν ἅγιον Νικόλαον τοῦ Πειραιῶς, ὡμίλησα περὶ ἀρετῆς, λαβὼν τὸ θέμα ἐκ τοῦ Ἀποστόλου, ἐν ᾧ ὁ Παῦλος νουθετῶν τὸν Τιμόθεον γράφει: «Σὺ οὖν, τέκνον μου, ἐνδυναμοῦ ἐν τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ κλπ.» καὶ ἀνέπτυξα μὲν ἐν ὀλίγοις ὅλον τὸ νόημα τοῦ Ἀποστόλου, ἐνδιέτριψα ὅμως, ὁμιλήσας ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν, ἀναπτύσσων τὴν πρότασιν ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τὸ θεῖον ἀπόφθεγμα, «ἐὰν δὲ καὶ ἀθλῇ τις οὐ στεφανοῦται, ἐὰν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ».
Τὴν ὁμιλίαν ταύτην ἐγερθεὶς σήμερον καὶ ὀκνῶν πρὸς ἐργασίαν ἄλλην, ἔκρινα καλὸν διὰ βραχέων νὰ τὴν γράψω καὶ τὴν στείλω πρὸς ὑμᾶς, πιστεύων, ὅτι θέλετε ὠφεληθῇ τι. Εἶπον λοιπὸν τάδε.
Φοβερὸν ὄντως ἀδελφοί, τὸ ἀθλεῖν καὶ μὴ στεφανοῦσθαι, διότι καὶ οἱ ἀγῶνες (ἡμῶν) τῶν ἐναθλούντων εἰς κενὸν ἀπολήγουσι, καὶ αἱ ἐλπίδες κεναί, καὶ οἱ πόθοι, ὑπὲρ ὧν τοὺς ἀγῶνας ἀνελάβομεν ἀπλήρωτοι ἔμειναν καὶ τὸν δρόμον τὸν ἐν σταδίῳ εἰ μάτην διεδράμομεν, καὶ τὰς θλίψεις καὶ τὰς κακουχίας ἄνευ μισθοῦ ὑπεμείναμεν, καὶ τὸν χρόνον ἀκάρπως κατηναλώσαμεν καὶ τὸν βίον ἐδαπανήσαμεν, μηδὲν κομισάμενοι καὶ τὸ τέλος ἐφθάσαμεν ἔσχατοι καὶ κατησχυμένοι. Φοβερὸν ναί, διότι καὶ ἡ σταδιοδρομία ἔληξε δι᾿ ἡμᾶς εἰς τὸ παντελὲς καὶ τὸ στάδιον ἐκλείσθη διὰ τοὺς διανύσαντας τὸν δρόμον. Τίς δὲ ὁ λόγος τῆς μεγάλης ταύτης ἀπωλείας; Ἡ μὴ νόμιμος ἄθλησις. Ὥστε οὐ μόνον ἄθλησις ἀπαιτεῖται, ἀλλὰ καὶ νόμιμος ἄθλησις. Τίς δὲ αὕτη ἡ νόμιμος ἄθλησις, ἡ τὸν στέφανον χαριζομένη, ἡ τοὺς ἀγῶνας βραβεύουσα, ἡ τοὺς πόθους πληροῦσα, ἡ τὰς ἐλπίδας ἐπαληθεύουσα, ἡ τὰς θλίψεις εἰς χαρὰν μεταβάλλουσα, ἡ τὸ τέλος ἔνδοξον ἔχουσα, ἡ ἀμεταμέλητον τὴν δρᾶσιν ἔχουσα, ἡ τὸν χρόνον ἀντὶ πολυτίμων λίθων ἀνταλλάσσουσα, ἡ ἀληθεῖς στρατιώτας Χριστοῦ ἀναδεικνύουσα;
Ἀληθῶς σπουδαιοτάτη καὶ ἀναγκαιοτάτη ἅμα ἥ τε ἐρώτησις καὶ ἡ γνῶσις τῆς νομίμου ταύτης ἀθλήσεως, διότι ἐκ τῆς ταύτης κατανοήσεως ἐξαρτᾶται ἡ ἡμετέρα σωτηρία, ἡ πλήρωσις τῶν ὑποκαρδιῶν ἡμῶν πόθων, ἡ τῶν ἐλπίδων ἡμῶν ἐπαλήθευσις, καὶ ἡ τῶν πόνων ἡμῶν ἀμοιβή. Ἡ νόμιμος ἄθλησίς ἐστιν ἡ ἄθλησις, ἡ βάσιν ἔχουσα τὴν ἀρετὴν καὶ τέλος τὴν ἠθικὴν τελείωσιν.
Ὁ ὅρος ἐστὶν εἰλημμένος ἐκ τῶν σωματικῶν ἀθλήσεων, διότι, ὡς λέγει ὁ Θεοφύλακτος, ἑρμηνεύων τοῦτο τὸ χωρίον, «οὐκ ἐὰν συμπλακῇ, ἀλλ᾿ ἐὰν μὴ καὶ τοὺς περὶ βρωμάτων καὶ πομάτων καὶ σωφροσύνης ἀθλητικοὺς νόμους φυλάξῃ, καὶ τοὺς ἐν τρόπῳ τῆς πάλης. Οὐ γὰρ ἁπλῶς καὶ ὡς θέλει ἕκαστος ἐφεῖται αὐτῷ παλαίειν, ἀλλὰ νόμοι καὶ περὶ τούτου ἀθλητικοί». Ἐπίσης καὶ ὁ Θεοδώρητος λέγει: «καὶ ἡ ἀθλητικὴ νόμους ἔχει τινάς, καθ᾿ οὓς προσήκει τοὺς ἀθλητὰς ἀγωνίζεσθαι, ὁ δὲ παρὰ τούτους παλαίων, τῶν στεφάνων διαμαρτάνει». Ἄρα κατὰ τοὺς νόμους τοὺς ἠθικοὺς τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς δέον ἐστί, νὰ ἀθλῇ τις, ἀφοῦ ἀθλεῖ ὑπὲρ τῆς ἠθικῆς αὐτοῦ τελειώσεως, εἰς ἣν ὁ ἀφικνούμενος στεφανοῦται.
Τοὺς ἠθικοὺς νόμους τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς πάντες γινώσκομεν. Νόμος πρῶτος ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐξ ὅλης ψυχῆς, ἐξ ὅλης καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ πλησίον ὡς ἀδελφοῦ, ἀπὸ δὲ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ πλησίον πηγάζουσιν οἱ νόμοι τῆς ἀγάπης τοῦ καλοῦ, τοῦ ἀγαθοῦ, τοῦ ἀληθοῦς καὶ τοῦ δικαίου. Ὡς δὲ ἀγαπῶμεν τὸν Θεόν, διότι εἶναι ἡ αὐταγάπη καὶ τὸ μόνον ἐπιπόθητον ἀγαθόν, καὶ τὸν πλησίον ἡμῶν, ὡς γενόμενον καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ, οὕτω ὀφείλομεν νὰ ἀγαπῶμεν καὶ τὸ καλὸν διὰ τὸν ἠθικὸν αὐτοῦ ἢ πνευματικὸν χαρακτῆρα, διότι εἶναι καλόν, τὸ ἀγαθὸν διότι εἶναι ἀγαθόν, τὸ δὲ ἀληθὲς διὰ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ δίκαιον διὰ τὴν δικαιοσύνην.
Ἡ ἀγάπη τῶν νόμων τούτων ἐστὶν ἐντεθειμένη ἐν τῇ καρδίᾳ ἡμῶν, διότι, ὡς εἴπομεν, πηγάζουσιν ἐκ τῆς θείας ἀγάπης, ἡ δὲ ἀγάπη τοῦ θείου εἶναι νόμος ἔμφυτος εἰς τὴν ἀνθρωπίνην καρδίαν, διότι αὕτη ἐπλάσθη, ἵνα γινώσκῃ τὸ θεῖον, αἰσθάνεται τὴν παρουσίαν αὐτοῦ, ἀγαπᾷ αὐτὸ καὶ λατρεύει αὐτό. Ἡ ἀγάπη τοῦ θείου εἶναι ἔμφυτος, διότι ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη ὂν λογικὸν καὶ αὐτεξούσιον, ἠθικόν, καὶ ἠθικῶς ἐλεύθερον καὶ ἔδει ὡς κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ ν᾿ ἀγαπᾷ τὴν εἰκόνα ἐκείνου, καθ᾿ ἣν αὐτὸς ἐγένετο ὅμοιος, ἵνα ἡ ἀγάπη αὕτη ἕλκῃ τὸν ἄνθρωπον ἀείποτε εἰς τὸν Θεῖον αὐτοῦ Δημιουργόν.
Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐστιν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ ἔμφυτος, τὸ δὲ καλόν, ἀγαθόν, ἀληθές, δίκαιον, πηγάζουσιν ὡς νόμος ἀπὸ τοῦ ἀρχικοῦ νόμου τῆς θείας ἀγάπης, αὕτη δέ ἐστιν ἐν ἡμῖν ἔμφυτος διὰ τὸ γεγενῆσθαι ἡμᾶς κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ, ἕπεται ὅτι καὶ οἱ προελθόντες ἐκ τοῦ νόμου τῆς θείας ἀγάπης, νόμοι, εἰσὶ καὶ οὗτοι ἐν ἡμῖν ἔμφυτοι. Διὸ ὡς ἀγαπῶμεν τὸν Θεὸν ὁρμεμφύτως, οὕτως ἀγαπῶμεν καὶ τὸ καλόν, τὸ ἀγαθόν, τὸ ἀληθές, τὸ δίκαιον ὁρμεμφύτως διὰ τὸν ἠθικὸν αὐτῶν χαρακτῆρα.
Ἡ αὐθόρμητος αὕτη ἀγάπη, ὁ ἔμφυτος πρὸς τὸν ἠθικὸν νόμον ἔρως μαρτυρεῖ, ὅτι ὁ θεῖος νόμος ἤτοι τὸ θεῖον θέλημά ἐστιν ἐν ἡμῖν ἐγγεγραμμένον, ὡς ἡμέτερον θέλημα, διὸ ἐμφύτως θέλομεν ὅ,τι θέλει ὁ Θεός. Διότι θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐστιν τὸ καλόν, τὸ ἀγαθόν, τὸ ἀληθές, τὸ δίκαιον. Ὁ Θεὸς ἄρα ἔθετο ἐν τῇ καρδίᾳ ἡμῶν ὡς θέλημα ἡμῶν τὸ ἴδιον θέλημα, ἀφοῦ ἀγαπῶμεν ὅ,τι θέλει ὁ Θεός. Καὶ οὕτως ἀληθῶς ἐδημιούργησεν ἡ θεία ἀγαθότης τὸν ἄνθρωπον, ἀφοῦ ἐποίησεν αὐτὸν κατ᾿ εἰκόνα ἰδίαν καὶ ἔπλασεν αὐτόν, ἵνα καταστήσῃ αὐτὸν κοινωνὸν τῆς ἰδίας ἀγαθότητος καὶ μακαριότητος.
Ὥστε ὁ ἄνθρωπος, ἵνα τελειωθῇ καὶ ἀποβῇ κοινωνὸς τῆς θείας ἀγαθότητος καὶ μακαριότητος, ἥτις ἐστὶν ὁ στέφανος, ὀφείλει νὰ τηρήσῃ τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, τὸν ἐγγεγραμμένον ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ καὶ νὰ τείνῃ, νὰ ὁμοιωθῇ πρὸς τὸ θεῖον, ἀγωνιζόμενος τὸν ἀγῶνα τῆς ἀρετῆς κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ ἠθικοῦ νόμου, παλαιῶν, πυκτεύων καὶ ἀνθιστάμενος πρὸς τὸν νόμον τῆς σαρκός, πρὸς τὸν νόμον τῆς ἁμαρτίας. Κατὰ τὴν πάλην καὶ τοὺς ἀγῶνας ὀφείλει, νὰ μὴ ἐξέρχηται τοῦ ἠθικοῦ νόμου, οὐδὲ νὰ πλανῶσιν αὐτὸν τὰ ἑαυτοῦ πάθη. Οἱ ἠθικοὶ νόμοι δέον νὰ ἔχωσιν ἐν ἡμῖν ἀπόλυτον κράτος. Μὴ συμμαχήσωμεν μετὰ τοῦ ψεύδους τῆς ἀπάτης καὶ τοῦ δόλου τῆς ἀδικίας, ὅπως ἐπιτύχωμεν φθαρτοῦ τινος πράγματος ἐν τῷ βίῳ. Ὁ βίος ἁπάντων ἡμῶν ἐστιν ἀγὼν καὶ πάντες σπεύδομεν, ἵνα στεφανωθῶμεν ὑπὸ τοῦ Κυρίου.
Μὴ λοιπόν, μὴ πρὸς Θεοῦ, ἀπατηθῶμεν ὑπὸ τοῦ πατρὸς τοῦ ψεύδους καὶ ἐκκλίνωμεν τῆς εὐθείας καὶ ἀπολέσωμεν τὸν στέφανον, δι᾿ ὃν πάντες στενάζομεν καὶ δι᾿ ὃν ἀγωνιζόμεθα. Ἡ ἀπώλεια εἶναι ἀνεπανόρθωτος καὶ ὁ ἀπολέσας ἔσται ἀναπολόγητος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, διότι ἔπραξε παρὰ τὸν ἔμφυτον αὐτοῦ πόθον πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν δικαιοσύνην παρὰ τὴν διαμαρτυρομένην συνείδησιν αὐτοῦ, παρὰ τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ θέλησιν καὶ ἐδούλευσε τῇ κακίᾳ ἐκ πλάνης πρὸς τὸν ἀληθῆ χαρακτῆρα τοῦ ἀγαθοῦ, ἕνεκα σκοτασμοῦ τῆς διανοίας αὐτοῦ, τῆς προελθούσης ἐκ τῆς τοῦ Θεοῦ ἀπομακρύνσεως.
Μακρὰν ἀφ᾿ ὑμῶν ἡ τοῦ κακοῦ ἐργασία, μακρὰν ἀφ᾿ ὑμῶν ἡ καταπολέμησις τῶν ἀγαθῶν ἔργων, μακρὰν ἀφ᾿ ὑμῶν τὸ ψεῦδος τὸ πολυσχιδὲς καὶ πολύμορφον καὶ πολυώνυμον, μακρὰν ἀφ᾿ ὑμῶν ἡ ἀδικία τοῦ πλησίον, τοῦ ἀδελφοῦ, τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἀδικία καὶ τὸ ψεῦδος ἀναστατοῦσι τὰς κοινωνίας, ταράττουσι τὴν εἰρήνην καὶ φέρουσι παντοίας καὶ μεγάλας καταστροφάς. Πρὸς τοὺς χριστιανούς, τοὺς ἀγωνιζομένους τὸν ἀγῶνα τὸν καλόν, ὁ Παῦλος γράφων, νουθετεῖ ταῦτα: «τὸ λοιπόν, ἀδελφοί, ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε, ἃ καὶ ἐμάθατε καὶ παρελάβετε, καὶ ἠκούσατε καὶ εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ᾿ ὑμῶν». Ἀμήν!

† ὁ Πενταπόλεως Νεκτάριος

Κυριακή 17 Μαΐου 2020


Περὶ θείου ἔρωτος
Ὁ θεῖος ἔρως εἶναι ἀγάπη τοῦ θείου τελεία, ἐκδηλουμένη ὡς πόθος τοῦ θείου ἄπαυστος. Ὁ θεῖος ἔρως γεννᾶται ἐν τῇ κεκαθαρμένῃ καρδίᾳ διότι ἐν αὐτῇ ἐπιφοιτᾷ ἡ θεία χάρις. Ὁ ἔρως τοῦ Θείου εἶναι θεῖον δώρημα, δωρηθὲν τῇ ἀγνευούσῃ ψυχῇ ὑπὸ τῆς ἐπιφοιτησάσης καὶ ἀποκαλυφθείσης τῇ ψυχῇ θείας χάριτος. Ὁ θεῖος ἔρως οὐδενὶ ἐγγίγνεται ἄνευ θείας ἀποκαλύψεως· διότι ἡ ψυχὴ ἡ μὴ δεχθεῖσα ἀποκάλυψιν, δὲν ἔσχε τὴν ἐπ᾿ αὐτῆς ἐπίδρασιν τῆς χάριτος καὶ μένει ἀπαθὴς πρὸς τὸν θεῖον ἔρωτα· ἀδύνατον δὲ νὰ γεννηθῇ θεῖος ἔρως ἄνευ ἐπενεργούσης θείας δυνάμεως ἐπὶ τῆς καρδίας. Ὁ θεῖος ἔρως εἶναι ἐνέργεια τῆς ἐνοικούσης ἐν τῇ καρδίᾳ θείας χάριτος.
Οἱ ἐρασταὶ τοῦ Θείου εἰλκύσθησαν πρὸς τὸν θεῖον ἔρωτα ὑπὸ τῆς ἐπενεργησάσης ἐπὶ τῆς καθαρᾶς αὐτῶν καρδίας θείας χάριτος, τῆς ἀποκαλυφθείσης τῇ ψυχῇ καὶ ἑλκυσάσης αὐτὴν πρὸς τὸν Θεόν. Ὁ ἐραστὴς τοῦ θείου αὐτὸς πρῶτος ὑπὸ τοῦ Θείου ἠράσθη, καὶ εἶτα αὐτὸς ἠράσθη τοῦ Θείου. Ὁ ἐραστὴς τοῦ Θείου πρότερον ἐγένετο υἱὸς ἀγάπης καὶ εἶτα τὸν οὐράνιον οὗτος ἠγάπησεν Πατέρα.
Ἡ καρδία τοῦ ἐρῶντος τὸν Κύριον οὐδέποτε καθεύδει, ἀλλ᾿ ἀεὶ γρηγορεῖ, διὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἔρωτος. Ὁ ἄνθρωπος καθεύδει διὰ τὴν χρείαν τῆς φύσεως, ἡ δὲ καρδία γρηγοροῦσα ὑμνεῖ τὸ Θεῖον.
Ὁ θεῖος Χρυσόστομος λέγει περὶ τοῦ πνευματικοῦ ἔρωτος: «Οὕτως ἐστὶν ἐπιτακτικὸς ὁ πνευματικὸς ἔρως, ὡς μηδενὶ περιχωρεῖν καιρῶ, ἀλλ᾿ ἀεὶ τῆς ψυχῆς ἔχεσθαι τοῦ φιλοῦντος, καὶ μηδεμίαν θλῖψιν ἢ ὀδύνην συγχωρεῖν περιγίνεσθαι τῆς ψυχῆς.»
Ἡ τὸν Θεὸν ἐρώσα ψυχὴ τῷ Θεῷ προσκολλᾶται στεῤῥῶς καὶ ἐπ᾿ αὐτῷ πέποιθε καὶ τὴν ἐλπίδα αὐτῆς ἅπασαν Αὐτῷ ἀνέθετο. Ὁ θεῖος αὐτῆς ἔρως ἀνάγει αὐτὴν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Αὐτῷ διαλέγεται ἡμέρας καὶ νυκτός.
Ἡ τῷ θείῳ ἔρωτι τρωθεῖσα ψυχὴ οὐδενὸς ἑτέρου ἐφίεται ἢ τοῦ ἄκρου ἀγαθοῦ, κατολιγωρεῖ δὲ τῶν πάντων καὶ πρὸς πάντα ἀηδῶς διάκειται.
Ἡ ἐρώσα τοῦ Θεοῦ ψυχὴ μελέτην αὐτῆς ἔχει τὰ λόγια του Θεοῦ καὶ ἐνδιατριβὴν αὐτῆς τὰ σκηνώματα αὐτοῦ. Φθεγγομένη διηγεῖται τὰ θαυμάσια τοῦ Θεοῦ καὶ διαλεγομένη λαλεῖ περὶ τῆς δόξης καὶ μεγαλοπρέπειας αὐτοῦ. Αἶνον καὶ ὕμνον ἀπαύστως ἀναπέμπει τῷ Θεῷ, πόθῳ δὲ θείῳ λατρεύει αὐτόν. Οὕτως ὁ θεῖος ἔρως ὅλην τὴν ψυχὴν ἑαυτῷ μεθηρμόσατο, ἑαυτῷ περιεποιήσατο καὶ ἐξῳκειώσατο.
Ἡ τοῦ Θείου ἐρασθεῖσα ψυχὴ ἐπέγνω τὸ θεῖον, ἡ δὲ ἐπίγνωσις ἀνέφλεξε τὸν θεῖον ἔρωτα αὐτῆς. Ἡ τοῦ Θεοῦ ἐρασθεῖσα ψυχὴ ἐγένετο μακάρια, διότι ἔτυχε τοῦ Θείου ἐφετοῦ τοῦ πληρώσαντος τοὺς πόθους αὐτῆς· πᾶσα ἐπιθυμία, πᾶσα ἐπιποθία, πᾶσα ἔφεσις ξένη πρὸς τὴν θείαν ἀγάπην, ἀποκρούεται ὑπ᾿ αὐτῆς ὡς ταπεινὴ καὶ ἀνάξια ἑαυτῆς.
Πόσον ἡ πρὸς τὸ Θεῖον ἀγάπη ἐπαμειβομένη ὑπὸ τῆς θείας ἀγάπης μεταρσιοῖ τὴν ἐρώσαν τοῦ Θείου ψυχήν! Αὕτη ἡ θεία ἀγάπη ὡς νεφέλη κούφη ἀναλαμβάνουσα τὴν ψυχὴν φέρει πρὸς τὴν ἀέναον πηγὴν τῆς ἀγάπης, πρὸς τὴν ἀϊδιον ἀγάπην, καὶ πληροῖ αὐτὴν φωτὸς ἀϊδίου.
Ἡ ὑπὸ τοῦ θείου ἔρωτος τρωθεῖσα ψυχὴ ἀεὶ χαίρει καὶ ἀγάλλεται καὶ σκιρτᾷ καὶ χορεύει, διότι εὑρίσκεται ἐπαναπαυομένη ἐπὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Κυρίου ὡς ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως· οὐδὲν τῶν τοῦ κόσμου θλιβερῶν ἰσχύει νὰ διαταράξη τὴν γαλήνην καὶ τὴν εἰρήνην αὐτῆς, οὐδὲ τὴν χαρὰν καὶ τὴν εὐφροσύνην αὐτῆς τῶν λυπηρῶν τί νὰ ἀφαιρέση.
Ἡ ἐρώσα τοῦ Θείου ψυχὴ μεταρσιουμένη ὑπὸ τῆς ἀγάπης ὑπεξίσταται πὼς τῶν σωματικῶν αἰσθήσεων καὶ αὐτοῦ τοῦ σώματος πὼς ἀποχωρεῖ καὶ ἑαυτῆς ἐπιλανθάνεται διὰ τὴν τελείαν πρὸς τὸ Θεῖον ἀφοσίωσιν.
Ἡ ἀνερμήνευτος γλυκύτης τῆς θείας ἀγάπης τὴν μὲν καρδίαν καταθέλγει καὶ κατακυριεύει, τὸν δὲ νοῦν ἕλκει πρὸς τὸ Θεῖον, ἵνα τοῦ Θεοῦ ἀπολαύσει ἐν ἀγαλλιάσει.
Ὁ θεῖος ἔρως τὴν πρὸς Θεὸν προμνηστεύεται οἰκείωσιν, ἡ δὲ γεῦσις τὴν πεῖναν.
Ἡ ψυχή, ἧς θεῖος ἅπτεται ἔρως, οὐδὲν ἕτερον λογίζεσθαι δύναται οὐδὲ ἐπιποθεῖν, ἀλλὰ συνεχῶς στενάζουσα λέγει· Κύριε, πότε ἤξω πρὸς Σὲ ὁ Θεός, ὡς ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων!
Τοιοῦτος ὁ θεῖος ἔρως ὁ κυριεύων τῆς ψυχῆς.
Ἅγιος Νεκτάριος

Δευτέρα 6 Μαΐου 2019


Περὶ τῶν αἰτίων τοῦ Σχίσματος
Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, συγκροτουμένη ἐκ τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν, ἡνωμένων τῇ πίστει, τῇ ἐλπίδι, τῇ ἀγάπῃ καὶ τῇ λατρείᾳ ὑπῆρξεν ἀείποτε ἐλευθέρα καὶ ἀνεξάρτητος, οὐδὲ ὑπετάγη ποτὲ τῷ Πάπᾳ Ῥώμης, οὐδ᾿ ἀνεγνώρισε ποτὲ αὐτῷ μείζονα ἱεραρχίαν καὶ πνευματικὰ χαρίσματα καὶ πνευματικὴν ὑπεροχήν, ἀλλ᾿ ἐθεώρησεν αὐτὸν ἐπίσκοπον, ὡς πάντας τοὺς ἐπισκόπους, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς τὴν αὐτὴν ἔλαβε χειροτονίαν, οἵαν καὶ οἱ λοιποὶ ἐπίσκοποι παρὰ τῶν ἀποστόλων, οἵτινες δὲν ἀπεστάλησαν παρὰ τοῦ Σωτῆρος ἐπίσκοποι καθεδρῶν, ἀλλ᾿ ἀπόστολοι τοῦ ἱεροῦ Αὐτοῦ Εὐαγγελίου, φέροντες τὴν δύναμιν τοῦ ἱδρύειν ἐκκλησίας.
Οἱ ἀπόστολοι ἦσαν ὅ,τι ὁ θεόπτης Μωϋσῆς, ὅστις ᾠκοδόμησε θυσιαστήριον καὶ κατεσκεύασε τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου καὶ διέταξε τὰ τῆς λατρείας καὶ πάσας τὰς ἱερὰς τελετάς· καὶ συγχρόνως ἀρχιθύται ὡς ὁ Ἀαρών· καὶ τοιοῦτοι ἔδει νὰ ὦσιν, ἀφοῦ ἡ παλαιὰ λατρεία τύπος καὶ σκιὰ ἦν τῆς νέας λατρείας, τῆς γνωσθείσης τοῖς ἔθνεσι διὰ τῶν ἁγίων ἀποστόλων· ἐν τοῖς ἁγίοις ἀποστόλοις ὑπῆρχε τὸ πλήρωμα τῶν χαρισμάτων, οὐδὲ ἦν δυνατὸν ἄλλως νὰ ἔχῃ, ἀφοῦ πάντες ἐξ ἴσου ἀπεστέλλοντο· «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα, ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμὶ πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν».
Πῶς ἦν δυνατὸν νὰ ἐξαρτῶνται οἱ ἀπόστολοι ἀπὸ τοῦ Πέτρου, ὅστις ἐξ ἴσου πρὸς τοὺς ἄλλους ἀπεστέλλετο εἰς τὸ κήρυγμα, ὅπως ἱδρύσωσι τὴν Ἐκκλησίαν καὶ διδάξωσι τὴν λατρείαν τοῦ Χριστοῦ ἐν τοῖς ἔθνεσιν, ἀφοῦ ἕκαστος ἔμελλε νὰ ἐνεργῇ ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τῶν λοιπῶν; Ἀλλὰ τὶς ἡ χρεία τοῦ πρωτείου τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ἀφοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι δευτερεῖα, διὰ τὴν διασπορὰν τῶν ἀποστόλων; Τὶς ἡ χρεία τῆς ὑπεροχῆς τοῦ Πέτρου, ἀφοῦ ἕκαστος ἀπόστολος ἰδίαν εἶχεν ἀποστολήν; Τὶς ἡ χρεία ἱεραρχικῆς βαθμολογίας μεταξὺ τῶν ἀποστόλων, ἀφοῦ ἐν τῇ διασπορᾷ ἔμελλον νὰ ἀποθάνωσι μακρὰν ὁ εἰς τοῦ ἄλλου; Τὶς ἡ χρεία τῆς δυνάμεως τοῦ Πέτρου, ἀφοῦ ὁ Κύριος ὑπεσχέθη εἰς τοὺς ἀποστόλους, ὅτι ἔσεται μετ᾿ αὐτῶν πάσας τὰς ἡμέρας, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος; Βεβαίως οὐδεμία χρεία ὅλων τούτων τῶν φανταστικῶν προσόντων τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ὅστις ἐξ ἅπαντος θὰ διαμαρτύρηται κατὰ τῆς τοιαύτης ὑπεροχῆς. Ἐὰν τὰ προσόντα τοῦ Πέτρου, οἷα ἀξιοῖ ἡ ῥωμαϊκὴ Ἐκκλησία, ἦσαν ἀληθῆ, τὸ πνεῦμα τοῦ εὐαγγελίου θὰ καθίστατο λίαν προβληματικὸν καὶ ἀδιανόητον, διότι θὰ παρουσίαζε σύγχυσιν ἐννοιῶν καὶ σύγκρουσιν ἀρχῶν· θὰ ἦτο ἀκατανόητος ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος, καὶ ἰσότητος μέχρι ταπεινώσεως καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς ἀνισότητος, μέχρι ἡγεμονίας καὶ ὑπεροψίας. Ἐὰν διετάσσετο τοιαύτη ὑπεροχὴ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πῶς θὰ ἠδυνάμεθᾳ νὰ νοήσωμεν τὸ ἑξῆς χωρίον τοῦ Εὐαγγελίου; «Οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν· οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος, καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος· καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐχ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν»· καὶ ἵνα ἀφήσωμεν τὰ πολλὰ χωρία, διότι δὲν θὰ ἐπαρκέση ὁ χρόνος, ἐρωτῶμεν. Πῶς θὰ ἐπληροῦτο ὁ σκοπὸς τῆς ἀποστολῆς τῶν ἀποστόλων μὴ ἐχόντων κοινωνίαν μετὰ τοῦ ἀνωτάτου ἀποστόλου, παρ᾿ οὗ θὰ ἐλάμβανε κῦρος τὸ ἀποστολικὸν αὐτῶν κήρυγμα; Ἀλλ᾿ ἀφοῦ συνέστησεν ἱεραρχίαν μεταξὺ τῶν ἀποστόλων καὶ ἀνέδειξε τὸν Πέτρον ἀνώτατον ἀπόστολον καὶ ἡγεμόνα, διατὶ ὁ Κύριος νὰ μὴ γνωστοποιήσῃ τοῦτο καὶ τοῖς λοιποῖς μαθηταῖς, λέγων αὐτοῖς· «ἰδοὺ καθίστημι Πέτρον τουτονὶ ποιμένα ὑμῶν καὶ ἄρχοντα καὶ ἡγεμόνα· αὐτὸς ποιμανεῖ ὑμᾶς αὐτοῦ ἀκοῦσασθαι· καὶ πᾷς ὅστις παρακούσει αὐτοῦ ἐξολοθρευθήσεται»; Τοῦτο ἔπρεπε νὰ ποιήση τε γνωστὸν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὁ Σωτήρ, ἐὰν ὄντως καθίστα αὐτὸν ποιμένα ποιμένων καὶ ἄρχοντα τῶν ἀποστόλων· ἀλλὰ δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς οὐδὲν τοιοῦτον εἴρηκε, καὶ ἑπομένως οὐδεμίαν ἱεραρχίαν ἀποστολικὴν συνέστησε, διὸ οὐδ᾿ ὑπάρχει τις φόβος ἀπωλείας τῷ μῇ πειθομένῳ τῷ διαδόχῳ τοῦ Πέτρου, εἶπερ ἔστι τοιοῦτος ὁ ἐπίσκοπος Ῥώμης.
Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας οὐχὶ τῷ ἑνιαίῳ προσώπῳ ἑνὸς τῶν ἀποστόλων θεμελιοῦται καὶ ἑδράζεται, ἀλλ᾿ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὃς ἔστιν ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἐν ἑνὶ πνεύματι, ἐν τῇ μιᾷ πίστει, ἐλπίδι, ἀγάπῃ καὶ λατρείᾳ. Ἡ οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία οὕτως ἐννόησε τὴν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἑνότητα καὶ ταύτην ἐπεζήτησε καὶ ἐπεδίωξε· μαρτύρια τρανὰ οἱ πρῶτοι δέκα αἰῶνες. Ἐκ τῆς οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας μόνη ἡ ῥωμαϊκὴ Ἐκκλησία ἄλλως ἀντελάβετο τὸ πνεῦμα τῆς ἑνότητος καὶ δι᾿ ἄλλων ἐπεζήτησε καὶ ἐπεδίωξε ταύτην μέσων. Ἡ διάφορος αὕτη ἀντίληψις τοῦ τρόπου τῆς ἑνότητος προκάλεσε τὸ σχίσμα, ὅπερ λαβὸν τὴν ἀρχὴν ἀπὸ τῶν πρώτων αἰώνων ηὐξάνετο σὺν τῷ χρόνῳ καὶ προέβαινε κατὰ τὸ μέτρο τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἀρχῶν τῆς ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας, μέχρις οὖ ἀφήκετο εἰς τὴν τελείαν ἀπόσχισιν, ἕνεκα τῆς ἀπαιτήσεως τῶν Παπῶν τῆς ὑποταγῆς τῆς οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας, τῆς Μιᾶς, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, τῇ ἐπισκοπῇ τῆς Ῥώμης. Ἐν τούτῳ δὲ κεῖται ὁ λόγος τοῦ σχίσματος, ὅστις ἀληθῶς εἶναι μέγιστος, διότι ἀνατρέπει τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ ὁ σπουδαιότατος δογματικὸς λόγος, διότι εἶναι ἄρνησις τῶν ἀρχῶν τοῦ Εὐαγγελίου. Οἱ λοιποὶ δογματικοὶ λόγοι, καίτοι σπουδαιότατοι, δύνανται θεωρηθῶσιν ὡς δευτερεύοντες καὶ ἀπόῤῥοια τοῦ πρώτου τούτου λόγου.
Ἅγιος Νεκτάριος

Παρασκευή 3 Μαΐου 2019


Ἐξομολόγησις πιστοῦ
Θεὸς ἐμοὶ δόξα καὶ πλοῦτος καὶ καύχημα. Θεὸς τὸ γλυκύτατον καὶ ἥδιστον ὑπὲρ πᾶν πρᾶγμα. Θεὸς τὸ μελέτημα καὶ ἐντρύφημα. Θεοῦ πνοῆς ἡ ψυχή μου δημιούργημα. Θεοῦ πλάσμα τὸ σῶμά μου. Θεοῦ εἰμὶ ὅλως εἰκών. Θεοῦ θείᾳ χάριτι γένος. Θεόθεν μοι τὸ εἶναι, τὸ κινεῖσθαι· θεόθεν τὸ φθέγγεσθαι ἔλαβον. Θεῷ καθ᾿ ἑκάστην τὸ πνεῦμα παρατίθημι. Θεῷ τὰς εὐχάς μου, ὅσαι ὥραι, προσάγω. Θεῷ ζῶ καὶ δουλεύω καὶ πάρειμι. Θεὸν τὸν μέγαν καὶ ἰσχυρὸν καὶ ζῶντα πάροχον καὶ συλλήπτορα καὶ τελειωτὴν τῶν καλῶν εὐμοιρῶ. Θεὸν ἐπόπτην, ὧν καὶ νοῶ καὶ λέγω καὶ πράττω καὶ πλουτῶ. Θεὸν κριτὴν φοβερὸν τῶν ἐν ἐμοὶ πεπραγμένων ἐκδέχομαι. Θεὸν ἴλεων καὶ συγγνώμονα ἔχω. Θεὸν μακρόθυμον καὶ πολυέλεον ὁμολογῶ. Θεὸν σωτῆρα καὶ λυτρωτήν μου καὶ Κύριον ἀνακηρύττω. Θεὸν ἀρχὴν τῶν πάντων γινώσκω. Θεὸν δοτήρα τῶν ἀγαθῶν οἶδα. Θεὸν προνοητὴν καὶ ἐπόπτην ἐπίσταμαι. Θεὸν πάνσοφον καὶ παντογνώστην, τὸν γινώσκοντα τὰ μέλλοντα καὶ τὰ παρόντα καὶ τὰ παρελθόντα ἐπιγινώσκω. Θεὸν ἀγαθὸν καὶ ἅγιον καὶ δίκαιον καὶ ἀληθινὸν ὑμνῶ καὶ δοξάζω καὶ εὐλογῶ καὶ ὑπερυψῶ. Θεὸν φιλάνθρωπον προσκυνῶ καὶ λατρεύω. Θεῷ πιστεύω. Ἐπὶ Θεὸν ἐλπίζω καὶ τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μου ἀνατίθημι. Θεὸν τὴν πηγὴν τῆς ἀγάπης ἀγαπῶ καὶ ἐπιποθῶ. Πρὸς τὸν Θεὸν ἡ ψυχή μου σπένδεται. Πρὸς τὸν Θεὸν ἡ διάνοιά μου ἀνυψουμένη ἐπαναπαύεται. Τὸν Θεὸν ἡ καρδία μου ἐπιποθεῖ. Ἕνα Θεὸν τρισήλιον, τὴν τρισυπόστατον θεότητα, ὁμολογῶ· μίαν Θεότητα ἄναρχον, ἀΐδιον, ἁπλήν, ὑπερούσιον, ἀμέριστον κηρύττω· τὴν αὐτὴν Μονάδα καὶ Τριάδα· ὅλην Μονάδα τὴν αὐτήν, καὶ ὅλην Τριάδα τὴν αὐτήν· Μονάδα ὅλην κατ᾿ οὐσίαν τὴν αὐτήν, καὶ Τριάδα ὅλην κατὰ τὰς ὑποστάσεις τὴν αὐτὴν πιστεύω καὶ ὁμολογῶ· διότι μία θεότης ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, μία δύναμις, μία σύνταξις, μία προσκύνησις ἡ τῆς ὁμοουσίου Τριάδος· διότι μία καὶ ἡ αὐτὴ φύσις καὶ οὐσία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος.
Ταῦτα ὁμολογῶ καὶ πιστεύω καὶ κηρύττω καὶ φθέγγομαι.
Ἅγιος Νεκτάριος

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2019


Περὶ τῆς δόξης τῶν δικαίων
Κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον καθ᾿ ὃν ὁ ὑπέρτατος Κριτὴς ἀξιοῖ νὰ ἀπονείμει τοῖς δικαίοις μετὰ θάνατον ἀπαρχήν τινα τῆς δόξης αὐτῶν ἐν τῷ Οὐρανῷ, ἤτοι τῇ Ἐκκλησίᾳ τῇ θριαμβευούσῃ, ἀπονέμει αὐτοῖς μίαν δόξαν καὶ ἐν τῇ ἐπὶ τῆς γῆς συγχρόνως στρατευομένῃ Ἐκκλησίᾳ. Αὕτη ἡ δόξα ἐκδηλοῦται ἐν τούτῳ ὅτι ἡ ἐπίγειος Ἐκκλησία σέβεται τοὺς δικαίους ὡς ἁγίους καὶ φίλους τοῦ Θεοῦ. Ἐπικαλεῖται αὐτοὺς ἐν ταῖς προσευχαῖς αὐτῆς ὡς μεσίτας παρ᾿ αὐτῷ, τιμᾷ ἐπίσης τὰ αὐτῶν λείψανα καὶ πᾶν ὅ,τι ἀνῆκεν αὐτοῖς, ὡς καὶ τὰς εἰκόνας αὐτῶν.
Ἡ χριστιανικὴ Ἐκκλησία τιμᾶ τοὺς ἁγίους οὐχὶ ὡς θεούς, ἀλλ᾿ ὡς πιστοὺς δούλους, ὡς ἁγίους καὶ φίλους τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἐκθειάζει τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰ ἔργα τὰ τετελεσθέντα ὑπ᾿ αὐτῶν πρὸς δόξαν Θεοῦ τῇ ἐνεργείᾳ τῆς χάριτος αὐτοῦ, εἰς τρόπον ὥστε ἅπασα ἡ τιμὴ ἣν αὐτοῖς ἔδωκεν ἡ Ἐκκλησία, νὰ ἀναφέρηται πρὸς τὴν Ὑψίστην Μεγαλειότητα τὴν ἐπιβλέψασαν μετ᾿ εὐχαριστήσεως ἐπὶ τὸν ἐπὶ γῆς βίον αὐτῶν. Αὕτη τιμᾷ αὐτοὺς δι᾿ ἐτησίας μνήμης, δι᾿ ἑορτῶν δημοτελῶν ἢ πανηγύρεων, καὶ δι᾿ ἀνιδρύσεως ναῶν εἰς τιμὴν τοῦ ὀνόματος αὐτῶν. Οὕτω νοητέα ἡ τιμὴ πρὸς τοὺς ἁγίους.
Οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ ἄνθρωποι οἱ θαυμαστωθέντες ἐν τῇ γῇ ὑπὸ τοῦ Κυρίου, διότι «τοὺς ἁγίους τοὺς ἐν τῇ γῇ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος», ἐτιμήθησαν ὑπὸ τῆς τοῦ Θεοῦ ἁγίας Ἐκκλησίας εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως αὐτῆς ὑπὸ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Ἑκάστη τῶν ἐκασταχοῦ χριστιανικῶν κοινοτήτων τῶν ἀνὰ τὴν Οἰκουμένην ἱδρυθεισῶν καθῆκον ἑαυτῆς ἀπαραίτητον ἡγεῖτο ἅμα δὲ καὶ κλέος καὶ καύχημα τὸ τελεῖν ἐτησίως μνήμας τῶν ἀθλητικῶς ἐν Χριστῷ τελειωθέντων καὶ τοῦ μαρτυρικοῦ στεφάνου ἀξιωθέντων ἵνα νεαρὸς εἰς τὸ διηνεκὲς τὰς πράξεις αὐτῶν διασώσῃ. Ἐκαλεῖτο δὲ ἡ ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν Μαρτύρων γενέθλια Μαρτύρων (dies natalis), διότι κατ᾿ αὐτὴν εἰσῆλθoν στεφανηφόροι εἰς τὴν αἰώνιον ζωὴν τὴν ἐν οὐρανῷ, ὅπως ζήσωσιν αἰωνίως ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ. Τούτου δὲ ἕνεκα ἀπὸ ταύτης τῆς ἡμέρας αἰωνίως ἤρχετο καὶ ἡ κατάταξις αὐτῶν εἰς τὴν χορείαν τῶν τῷ Θεῷ εὐαρεστησάντων ἁγίων καὶ κεκλημένων εἰς τὴν αἰώνιον ζωήν.
Τὰ τίμια τῶν ἁγίων Μαρτύρων λείψανα θεωρούμενα παρὰ τῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων τιμιότερα λίθων πολυτελῶν κατετίθεντο ἐντὸς τῶν Ἱερῶν Ναῶν καὶ ἐξησφαλίζοντο ὡς θησαυρὸς πολύτιμος· κατὰ δὲ τὴν ἐπέτειον μνήμην τῆς ἀθλήσεως αὐτῶν οἱ πιστοὶ ἦγον ἑορτὴν καὶ πανήγυριν εἰς τιμὴν τοῦ ἀθλητοῦ καὶ Μάρτυρος τοῦ Κυρίου, ἀνεγινώσκοντο τὰ ἆθλα τῶν μαρτύρων, λόγοι δὲ πανηγυρικοὶ καὶ ἐγκωμιαστικοὶ ἐξεφωνοῦντο παρὰ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ῥητόρων τῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων.
Πολλάκις ἐπὶ τῶν τάφων τῶν μαρτύρων ἠγείροντο Ἱεροὶ Ναοὶ Μαρτύρια καλούμενοι, οἷς ἐδίδετο τὸ ὄνομα τοῦ Μάρτυρος πρὸς τιμὴν αὐτοῦ· κατὰ δὲ τὴν ἐπέτειον τῆς ἑορτῆς Μάρτυρος συνέτρεχαν πάντες οἱ πιστοὶ ἐν τῷ Ναῷ πρὸς δόξαν Θεοῦ καὶ τιμὴν τοῦ Μάρτυρος τοῦ δοξασθέντος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ.
Οἱ χριστιανοὶ ἠσπάζοντο τὴν ἱερὰν λάρνακα τοῦ τιμίου λειψάνου τοῦ Μάρτυρος καὶ ἐλάμβαναν ἔλαιον ἐκ τῆς κανδήλας τοῦ ἁγίου πρὸς καθαρισμὸν καὶ θεραπείαν ἀπὸ τῶν ἀσθενειῶν αὐτῶν.
Οἱ Χριστιανοὶ ἐτίμων πλὴν τῶν ἁγίων λειψάνων καὶ τὴν γῆν τοῦ Ἁγίου Τάφου ἐν ᾧ κατετέθη τὸ Πανάγιον τοῦ Κυρίου σῶμα, καὶ τὸ σουδάριον ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ ὀθόνια ἤτοι τὴν σινδόνα ἐν ᾗ ἐτυλίχθη τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ἐπίσης ἐτίμων καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου τὴν ἀποτυπωθεῖσαν θείᾳ εὐδοκίᾳ ἐν μάκτρῳ καὶ ἀποπεμφθεῖσαν τῷ Αὐγάρῳ ποθοῦντι νὰ ἵδῃ αὐτόν.
Ἐπίσης ἐτίμων καὶ τὴν τιμίαν ἐσθῆτα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ τὴν ζώνην αὐτῆς.
Ἡ πρὸς τοὺς ἁγίους τιμὴ εἶναι ὑπαγόρευσις ὑψηλοῦ θρησκευτικοῦ συναισθήματος καὶ ἐνθέου ζήλου πιστῆς καὶ ἀγαπώσης τὸν Θεὸν καρδίας καὶ ἐκδήλωσις τοῦ διακατέχοντος αὐτὴν πόθου πρὸς δόξαν τοῦ Θεοῦ τοῦ δοξάζοντος τὴν στρατευομένην αὐτοῦ Ἐκκλησίαν. Ἡ πρὸς τοὺς ἁγίους τιμὴ εἶναι ἔκφρασις τῆς ἀγάπης τῶν πιστῶν πρὸς αὐτοὺς διὰ τὰς ὑψηλὰς αὐτῶν ἀρετὰς καὶ τοὺς μεγάλους ἀγῶνας καθ᾿ οὖς γενναίως ἀγωνισάμενοι ἔλαβον τὸν τῆς δόξης ἀμαράντινον στέφανον. Ἡ πρὸς τοὺς ἁγίους τιμὴ εἶναι ἔνδειξις σεβασμοῦ ἡμῶν πρὸς αὐτοὺς διὰ τὴν ἐθελούσιον αὐτῶν θυσίαν ὑπὲρ τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ, ἣν διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος καὶ τῆς τελείας αὐταπαρνήσεως ὁμολόγησαν καὶ ἐστήριξαν. Ἡ πρὸς τοὺς ἁγίους τιμὴ εἶναι ἔκφρασις ἀϊδίου εὐγνωμοσύνης πρὸς τοὺς ἀθλητὰς τοῦ Χριστοῦ τοὺς πολεμήσαντας τὰς πλάνας τῶν πολεμίων τῆς ἀληθείας καὶ διαφυλάξαντας τὴν πίστιν ἁγνήν, καὶ μεταδόντας ἡμῖν ἀλώβητον τὴν Ἱερὰν παρακαταθήκην καὶ ἀκεραίαν καὶ ἀμίωτον τὴν ἀποκαλυφθεῖσαν ἀλήθειαν.
Ἅγιος Νεκτάριος

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015


Ὁ δρόμος τῆς εὐτυχίας
Τίποτα δὲν εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ τὴν καθαρὴ καρδιά, γιατὶ μία τέτοια καρδιὰ γίνεται θρόνος τοῦ Θεοῦ. Καὶ τί εἶναι ἐνδοξότερο ἀπὸ τὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ; Ἀσφαλῶς τίποτα. Λέει ὁ Θεὸς γι᾿ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν καθαρὴ καρδιά: «Θὰ κατοικήσω ἀνάμεσά τους καὶ θὰ πορεύομαι μαζί τους. Θὰ εἶμαι Θεός τους, κι αὐτοὶ θὰ εἶναι λαός μου».
Ποιοὶ λοιπὸν εἶναι εὐτυχέστεροι ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους; Καὶ ἀπὸ ποιὸ ἀγαθὸ μπορεῖ νὰ μείνουν στερημένοι; Δὲν βρίσκονται ὅλα τ᾿ ἀγαθὰ καὶ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὶς μακάριες ψυχές τους; Τί περισσότερο χρειάζονται; Τίποτα, στ᾿ ἀλήθεια, τίποτα! Γιατὶ ἔχουν στὴν καρδιά τους τὸ μεγαλύτερο ἀγαθό: τὸν ἴδιο τὸ Θεό!
Πόσο πλανιοῦνται οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀναζητοῦν τὴν εὐτυχία μακριὰ ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους, στὶς ξένες χῶρες καὶ στὰ ταξίδια, στὸν πλοῦτο καὶ στὴ δόξα, στὶς μεγάλες περιουσίες καὶ στὶς ἀπολαύσεις, στὶς ἡδονὲς καὶ σ᾿ ὅλες τὶς χλιδὲς καὶ ματαιότητες, ποὺ κατάληξή τους ἔχουν τὴν πίκρα! Ἡ ἀνέγερση τοῦ πύργου τῆς εὐτυχίας ἔξω ἀπὸ τὴν καρδιά μας, μοιάζει μὲ οἰκοδόμηση κτιρίου σὲ ἔδαφος ποὺ σαλεύεται ἀπὸ συνεχεῖς σεισμούς. Σύντομα ἕνα τέτοιο οἰκοδόμημα θὰ σωριαστεῖ στὴ γῆ...
Ἀδελφοί μου! Ἡ εὐτυχία βρίσκεται μέσα στὸν ἴδιο σας τὸν ἑαυτό, καὶ μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ τὸ κατάλαβε αὐτό. Ἐξετάστε τὴν καρδιά σας καὶ δεῖτε τὴν πνευματική της κατάσταση. Μήπως ἔχασε τὴν παρρησία της πρὸς τὸ Θεό; Μήπως ἡ συνείδηση διαμαρτύρεται γιὰ παράβαση τῶν ἐντολῶν Του; Μήπως σᾶς κατηγορεῖ γιὰ ἀδικίες, γιὰ ψέματα, γιὰ παραμέληση τῶν καθηκόντων πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὸν πλησίον; Ἐρευνῆστε μήπως κακίες καὶ πάθη γέμισαν τὴν καρδιά σας, μήπως γλίστρησε αὐτὴ σὲ δρόμους στραβοὺς καὶ δύσβατους...
Δυστυχῶς, ἐκεῖνος ποὺ παραμέλησε τὴν καρδιά του, στερήθηκε ὅλα τ᾿ ἀγαθὰ κι ἔπεσε σὲ πλῆθος κακῶν. Ἔδιωξε τὴ χαρὰ καὶ γέμισε μὲ πίκρα, θλίψη καὶ στενοχώρια. Ἔδιωξε τὴν εἰρήνη καὶ ἀπόκτησε ἄγχος, ταραχὴ καὶ τρόμο. Ἔδιωξε τὴν ἀγάπη καὶ δέχτηκε τὸ μίσος. Ἔδιωξε, τέλος, ὅλα τὰ χαρίσματα καὶ τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ δέχτηκε μὲ τὸ βάπτισμα, καὶ οἰκειώθηκε ὅλες τὶς κακίες ἐκεῖνες, ποὺ κάνουν τὸν ἄνθρωπο ἐλεεινὸ καὶ τρισάθλιο.
Ἀδελφοί μου! Ὁ Πολυέλεος Θεὸς θέλει τὴν εὐτυχία ὅλων μας καὶ σ᾿ αὐτὴ καὶ στὴν ἄλλη ζωή. Γι᾿ αὐτὸ ἵδρυσε τὴν ἁγία Του Ἐκκλησία. Γιὰ νὰ μᾶς καθαρίζει αὐτὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νὰ μᾶς ἁγιάζει, νὰ μᾶς συμφιλιώνει μαζί Του, νὰ μᾶς χαρίζει τὶς εὐλογίες τοῦ οὐρανοῦ.
Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀνοιχτὴ τὴν ἀγκαλιά της, γιὰ νὰ μᾶς ὑποδεχθεῖ. Ἂς τρέξουμε γρήγορα ὅσοι ἔχουμε βαριὰ τὴ συνείδηση. Ἂς τρέξουμε καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕτοιμη νὰ σηκώσει τὸ βαρὺ φορτίο μας, νὰ μᾶς χαρίσει τὴν παρρησία πρὸς τὸ Θεό, νὰ γεμίσει τὴν καρδιά μας μὲ εὐτυχία καὶ μακαριότητα.

Ἅγιος Νεκτάριος

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015


Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας
Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, συγκροτουμένη ἐκ τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν, ἡνωμένων τῇ πίστει, τῇ ἐλπίδι, τῇ ἀγάπῃ καὶ τῇ λατρείᾳ ὑπῆρξεν ἀείποτε ἐλευθέρα καὶ ἀνεξάρτητος, οὐδὲ ὑπετάγη ποτὲ τῷ Πάπᾳ Ῥώμης, οὐδ᾿ ἀνεγνώρισε ποτὲ αὐτῷ μείζονα ἱεραρχίαν καὶ πνευματικὰ χαρίσματα καὶ πνευματικὴν ὑπεροχήν, ἀλλ᾿ ἐθεώρησεν αὐτὸν ἐπίσκοπον, ὡς πάντας τοὺς ἐπισκόπους, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς τὴν αὐτὴν ἔλαβε χειροτονίαν, οἵαν καὶ οἱ λοιποὶ ἐπίσκοποι παρὰ τῶν ἀποστόλων, οἵτινες δὲν ἀπεστάλησαν παρὰ τοῦ Σωτῆρος ἐπίσκοποι καθεδρῶν, ἀλλ᾿ ἀπόστολοι τοῦ ἱεροῦ Αὐτοῦ Εὐαγγελίου, φέροντες τὴν δύναμιν τοῦ ἱδρύειν ἐκκλησίας.
Οἱ ἀπόστολοι ἦσαν ὅ,τι ὁ θεόπτης Μωϋσῆς, ὅστις ᾠκοδόμησε θυσιαστήριον καὶ κατεσκεύασε τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου καὶ διέταξε τὰ τῆς λατρείας καὶ πάσας τὰς ἱερὰς τελετάς· καὶ συγχρόνως ἀρχιθύται ὡς ὁ Ἀαρών· καὶ τοιοῦτοι ἔδει νὰ ὦσιν, ἀφοῦ ἡ παλαιὰ λατρεία τύπος καὶ σκιὰ ἦν τῆς νέας λατρείας, τῆς γνωσθείσης τοῖς ἔθνεσι διὰ τῶν ἁγίων ἀποστόλων· ἐν τοῖς ἁγίοις ἀποστόλοις ὑπῆρχε τὸ πλήρωμα τῶν χαρισμάτων, οὐδὲ ἦν δυνατὸν ἄλλως νὰ ἔχῃ, ἀφοῦ πάντες ἐξ ἴσου ἀπεστέλλοντο· «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα, ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμὶ πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν».
Πῶς ἦν δυνατὸν νὰ ἐξαρτῶνται οἱ ἀπόστολοι ἀπὸ τοῦ Πέτρου, ὅστις ἐξ ἴσου πρὸς τοὺς ἄλλους ἀπεστέλλετο εἰς τὸ κήρυγμα, ὅπως ἱδρύσωσι τὴν Ἐκκλησίαν καὶ διδάξωσι τὴν λατρείαν τοῦ Χριστοῦ ἐν τοῖς ἔθνεσιν, ἀφοῦ ἕκαστος ἔμελλε νὰ ἐνεργῇ ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τῶν λοιπῶν; Ἀλλὰ τὶς ἡ χρεία τοῦ πρωτείου τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ἀφοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι δευτερεῖα, διὰ τὴν διασπορὰν τῶν ἀποστόλων; Τὶς ἡ χρεία τῆς ὑπεροχῆς τοῦ Πέτρου, ἀφοῦ ἕκαστος ἀπόστολος ἰδίαν εἶχεν ἀποστολήν; Τὶς ἡ χρεία ἱεραρχικῆς βαθμολογίας μεταξὺ τῶν ἀποστόλων, ἀφοῦ ἐν τῇ διασπορᾷ ἔμελλον νὰ ἀποθάνωσι μακρὰν ὁ εἰς τοῦ ἄλλου; Τὶς ἡ χρεία τῆς δυνάμεως τοῦ Πέτρου, ἀφοῦ ὁ Κύριος ὑπεσχέθη εἰς τοὺς ἀποστόλους, ὅτι ἔσεται μετ᾿ αὐτῶν πάσας τὰς ἡμέρας, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος;
Βεβαίως οὐδεμία χρεία ὅλων τούτων τῶν φανταστικῶν προσόντων τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ὅστις ἐξ ἅπαντος θὰ διαμαρτύρηται κατὰ τῆς τοιαύτης ὑπεροχῆς. Ἐὰν τὰ προσόντα τοῦ Πέτρου, οἷα ἀξιοῖ ἡ ῥωμαϊκὴ Ἐκκλησία, ἦσαν ἀληθῆ, τὸ πνεῦμα τοῦ εὐαγγελίου θὰ καθίστατο λίαν προβληματικὸν καὶ ἀδιανόητον, διότι θὰ παρουσίαζε σύγχυσιν ἐννοιῶν καὶ σύγκρουσιν ἀρχῶν· θὰ ἦτο ἀκατανόητος ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος, καὶ ἰσότητος μέχρι ταπεινώσεως καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς ἀνισότητος, μέχρι ἡγεμονίας καὶ ὑπεροψίας. Ἐὰν διετάσσετο τοιαύτη ὑπεροχὴ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πῶς θὰ ἠδυνάμεθᾳ νὰ νοήσωμεν τὸ ἑξῆς χωρίον τοῦ Εὐαγγελίου; «Οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν· οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος, καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος· καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐχ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν»· καὶ ἵνα ἀφήσωμεν τὰ πολλὰ χωρία, διότι δὲν θὰ ἐπαρκέση ὁ χρόνος, ἐρωτῶμεν. Πῶς θὰ ἐπληροῦτο ὁ σκοπὸς τῆς ἀποστολῆς τῶν ἀποστόλων μὴ ἐχόντων κοινωνίαν μετὰ τοῦ ἀνωτάτου ἀποστόλου, παρ᾿ οὗ θὰ ἐλάμβανε κῦρος τὸ ἀποστολικὸν αὐτῶν κήρυγμα; 
Ἀλλ᾿ ἀφοῦ συνέστησεν ἱεραρχίαν μεταξὺ τῶν ἀποστόλων καὶ ἀνέδειξε τὸν Πέτρον ἀνώτατον ἀπόστολον καὶ ἡγεμόνα, διατὶ ὁ Κύριος νὰ μὴ γνωστοποιήσῃ τοῦτο καὶ τοῖς λοιποῖς μαθηταῖς, λέγων αὐτοῖς· «ἰδοὺ καθίστημι Πέτρον τουτονὶ ποιμένα ὑμῶν καὶ ἄρχοντα καὶ ἡγεμόνα· αὐτὸς ποιμανεῖ ὑμᾶς αὐτοῦ ἀκοῦσασθαι· καὶ πᾷς ὅστις παρακούσει αὐτοῦ ἐξολοθρευθήσεται»; Τοῦτο ἔπρεπε νὰ ποιήση τε γνωστὸν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὁ Σωτήρ, ἐὰν ὄντως καθίστα αὐτὸν ποιμένα ποιμένων καὶ ἄρχοντα τῶν ἀποστόλων· ἀλλὰ δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς οὐδὲν τοιοῦτον εἴρηκε, καὶ ἑπομένως οὐδεμίαν ἱεραρχίαν ἀποστολικὴν συνέστησε, διὸ οὐδ᾿ ὑπάρχει τις φόβος ἀπωλείας τῷ μῇ πειθομένῳ τῷ διαδόχῳ τοῦ Πέτρου, εἶπερ ἔστι τοιοῦτος ὁ ἐπίσκοπος Ῥώμης.
Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας οὐχὶ τῷ ἑνιαίῳ προσώπῳ ἑνὸς τῶν ἀποστόλων θεμελιοῦται καὶ ἑδράζεται, ἀλλ᾿ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὃς ἔστιν ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἐν ἑνὶ πνεύματι, ἐν τῇ μιᾷ πίστει, ἐλπίδι, ἀγάπῃ καὶ λατρείᾳ. Ἡ οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία οὕτως ἐννόησε τὴν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἑνότητα καὶ ταύτην ἐπεζήτησε καὶ ἐπεδίωξε· μαρτύρια τρανὰ οἱ πρῶτοι δέκα αἰῶνες. Ἐκ τῆς οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας μόνη ἡ ῥωμαϊκὴ Ἐκκλησία ἄλλως ἀντελάβετο τὸ πνεῦμα τῆς ἑνότητος καὶ δι᾿ ἄλλων ἐπεζήτησε καὶ ἐπεδίωξε ταύτην μέσων. Ἡ διάφορος αὕτη ἀντίληψις τοῦ τρόπου τῆς ἑνότητος προκάλεσε τὸ σχίσμα, ὅπερ λαβὸν τὴν ἀρχὴν ἀπὸ τῶν πρώτων αἰώνων ηὐξάνετο σὺν τῷ χρόνῳ καὶ προέβαινε κατὰ τὸ μέτρο τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἀρχῶν τῆς ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας, μέχρις οὖ ἀφήκετο εἰς τὴν τελείαν ἀπόσχισιν, ἕνεκα τῆς ἀπαιτήσεως τῶν Παπῶν τῆς ὑποταγῆς τῆς οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας, τῆς Μιᾶς, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, τῇ ἐπισκοπῇ τῆς Ῥώμης. Ἐν τούτῳ δὲ κεῖται ὁ λόγος τοῦ σχίσματος, ὅστις ἀληθῶς εἶναι μέγιστος, διότι ἀνατρέπει τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ ὁ σπουδαιότατος δογματικὸς λόγος, διότι εἶναι ἄρνησις τῶν ἀρχῶν τοῦ Εὐαγγελίου. Οἱ λοιποὶ δογματικοὶ λόγοι, καίτοι σπουδαιότατοι, δύνανται θεωρηθῶσιν ὡς δευτερεύοντες καὶ ἀπόῤῥοια τοῦ πρώτου τούτου λόγου.

Ἅγιος Νεκτάριος

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014


Εἰρήνη
Ἡ εἰρήνη εἶναι θεῖο δῶρο ποὺ χορηγεῖται πλουσιοπάροχα σ’ ὅσους συμφιλιώνονται μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἐκτελοῦν τὰ θεῖα Του προστάγματα. Ἡ εἰρήνη εἶναι φῶς καὶ φεύγει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ποὺ εἶναι σκοτάδι. Ἕνας ἁμαρτωλὸς ποτὲ δὲν εἰρηνεύει.
Νὰ ἀγωνίζεστε κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ μὴ σᾶς ταράζει ἡ ἐξέγερση τῶν παθῶν μέσα σας. Ἂν στὴν πάλη μαζί τους νικήσεις, τὸ ξεσήκωμα τῶν παθῶν ἔγινε γιὰ σένα ἀφορμὴ νέας χαρᾶς καὶ εἰρήνης. Ἂν νικηθεῖς – ὅ μὴ γένοιτο – τότε γεννιέται θλίψη καὶ ταραχή. Ἂν πάλι, μετὰ ἀπὸ σκληρὴ μάχη, ἐπικρατήσει πρὸς στιγμὴν ἡ ἁμαρτία, ἀλλὰ ἐσὺ ἐπιμείνεις στὸν ἀγώνα, τότε νικᾶς καὶ ἡ εἰρήνη ξανάρχεται.
«Εἰρήνην διώκετε μετὰ πάντων, καὶ τὸν ἁγιασμόν, οὗ χωρὶς οὐδεὶς ὄψεται τὸν Κύριον».
εἰρήνη καὶ ἁγιασμὸς εἶναι δύο ἀναγκαῖες προϋποθέσεις γιὰ ἐκεῖνον ποὺ ζητάει μὲ πόθο νὰ δεῖ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Ἡ εἰρήνη εἶναι τὸ θεμέλιο στὸ ὁποῖο στηρίζεται ὁ ἁγιασμός.
Ὁ ἁγιασμὸς δὲν παραμένει σὲ ταραγμένη καὶ ὀργισμένη καρδιά. Ἡ ὀργὴ ὅταν χρονίζει στὴν ψυχή μας, δημιουργεῖ τὴν ἔχθρα καὶ τὸ μίσος κατὰ τοῦ πλησίον. Γι’ αὐτὸ ἐπιβάλλεται ἡ γρήγορη συμφιλίωση μὲ τὸν ἀδελφό μας, ὥστε νὰ μὴ στερηθοῦμε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ ἁγιάζει τὴν καρδιά μας.
Ἐκεῖνος ποὺ εἰρηνεύει μὲ τὸν ἑαυτό του, εἰρηνεύει καὶ μὲ τὸν πλησίον του, εἰρηνεύει καὶ μὲ τὸ Θεό. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος εἶναι γεμάτος μὲ ἁγιασμὸ γιατί ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς κατοικεῖ μέσα του. Εἶναι τὸ πρῶτο αἴτημα τῆς Κυριακῆς προσευχῆς. Τὸ «ἁγιασθήτω» σημαίνει «δοξασθήτω», κατὰ τὸν ἅγιο Χρυσόστομο.
Δὲν ἔχει ἀσφαλῶς ὁ ἄκτιστος Θεὸς τὴν ἀνάγκη νὰ δοξάζεται ἀπὸ τὰ κτιστά του πλάσματα. Θέλει ὅμως νὰ τὸν δοξάζουμε, γιατὶ αὐτὸ ὠφελεῖ ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους.

Ἅγιος Νεκτάριος

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014


Διάκριση
Σᾶς συνιστῶ νὰ ἔχετε σὲ ὅλα διάκριση καὶ φρόνηση. Ν᾿ ἀποφεύγετε τὰ ἄκρα. Οἱ αὐστηρότητες συμβαδίζουν μὲ τὰ μέτρα τῆς ἀρετῆς. Αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει μεγάλες ἀρετὲς καὶ συναγωνίζεται μὲ τοὺς τέλειους, θέλοντας νὰ ζεῖ μὲ αὐστηρότητα, ὅπως οἱ ἅγιοι ἀσκητές, αὐτὸς κινδυνεύει νὰ ὑπερηφανευθεῖ καὶ νὰ πέσει. Γι᾿ αὐτὸ νὰ πορεύεσθε μὲ διάκριση καὶ νὰ μὴν ἐξαντλεῖτε τὸ σῶμα μὲ ὑπέρμετρους κόπους. Νὰ θυμάστε πὼς ἡ ἄσκηση τοῦ σώματος ἁπλῶς βοηθάει τὴν ψυχὴ νὰ φτάσει στὴν τελειότητα, ἡ τελειότητα κατορθώνεται κυρίως μὲ τὸν ἀγώνα τῆς ψυχῆς.
Μὴν τεντώνετε περισσότερο ἀπὸ τὸ μέτρο τὴ χορδή. Νὰ ξέρετε ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἐκβιάζεται στὶς δωρεές Του· δίνει, ὅταν αὐτὸς θέλει. Ὅ,τι παίρνουμε, τὸ παίρνουμε δωρεὰν ἀπὸ τὸ θεῖο ἔλεος.
Μὴ ζητᾶτε νὰ φτάσετε ψηλὰ μὲ μεγάλες ἀσκήσεις χωρὶς νὰ ἔχετε ἀρετές, γιατὶ κινδυνεύετε νὰ πέσετε σὲ πλάνη γιὰ τὴν ἔπαρση καὶ τὴν τόλμη σας. Ὅποιος ἐπιζητεῖ θεῖα χαρίσματα καὶ ὑψηλὲς θεωρίες, ἐνῶ εἶναι ἀκόμα φορτωμένος μὲ πάθη, αὐτός, σὰν ἀνόητος καὶ ὑπερήφανος, πλανιέται. Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα ὀφείλει ν᾿ ἀγωνιστεῖ γιὰ τὴν κάθαρσή του. Ἡ θεία χάρη στέλνει τὰ χαρίσματα σὰν ἀμοιβὴ σ᾿ ὅσους ἔχουν καθαριστεῖ ἀπὸ τὰ πάθη. Τοὺς ἐπισκέπτεται χωρὶς θόρυβο καὶ σὲ ὥρα ποὺ δὲν γνωρίζουν.

Ἅγιος Νεκτάριος

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2014


Χριστιανικὴ εὐγένεια
Οἱ χριστιανοὶ ἔχουν χρέος, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, νὰ γίνουν ἅγιοι καὶ τέλειοι. Ἡ τελειότητα καὶ ἡ ἁγιότητα χαράσσονται πρῶτα βαθιὰ στὴν ψυχὴ τοῦ χριστιανοῦ, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τυπώνονται καὶ στὶς σκέψεις του, στὶς ἐπιθυμίες του, στὰ λόγια του, στὶς πράξεις του. Ἔτσι, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὑπάρχει στὴν ψυχή, ξεχύνεται καὶ σ᾿ ὅλο τὸν ἐξωτερικὸ χαρακτήρα.
Ὁ χριστιανὸς ὀφείλει νὰ εἶναι εὐγενικός με ὅλους. Τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα του νὰ ἀποπνέουν τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ κατοικεῖ στὴν ψυχή του, ὥστε νὰ μαρτυρεῖται ἡ χριστιανική του πολιτεία καὶ νὰ δοξάζεται τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ.
Ὅποιος εἶναι μετρημένος στὰ λόγια, εἶναι μετρημένος καὶ στὰ ἔργα. Ὅποιος ἐξετάζει τὰ λόγια ποὺ πρόκειται νὰ πεῖ, ἐξετάζει καὶ τὶς πράξεις ποὺ πρόκειται νὰ ἐκτελέσει, καὶ ποτέ του δὲν θὰ ὑπερβεῖ τὰ ὅρια τῆς καλῆς καὶ ἐνάρετης συμπεριφορᾶς.
Τὰ χαριτωμένα λόγια τοῦ χριστιανοῦ χαρακτηρίζονται ἀπὸ λεπτότητα καὶ εὐγένεια. Αὐτὰ εἶναι ποὺ γεννοῦν τὴν ἀγάπη, φέρνουν τὴν εἰρήνη καὶ τὴ χαρά. Ἀντίθετα, ἡ ἀργολογία γεννάει μίση, ἔχθρες, θλίψεις, φιλονικίες, ταραχὲς καὶ πολέμους.
Ἂς εἴμαστε λοιπὸν πάντοτε εὐγενικοί. Ποτὲ ἀπὸ τὰ χείλη μας νὰ μὴ βγεῖ λόγος κακός, λόγος ποὺ δὲν εἶναι ἁλατισμένος μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ πάντοτε λόγοι χαριτωμένοι, λόγοι ἀγαθοί, λόγοι ποὺ μαρτυροῦν τὴν κατὰ Χριστὸν εὐγένεια καὶ τὴν ψυχική μας καλλιέργεια.

Ἅγιος Νεκτάριος