Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Γεώργιος Μεταλληνός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Γεώργιος Μεταλληνός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026



Μόνο Χριστοσωτηρία
Πολλὲς φορὲς τίθεται τὸ «πρόβλημα» τῆς σωτηρίας τῶν μὴ Χριστιανῶν, ὅπως ἀκόμη καὶ τῶν «χριστιανῶν» ἐκείνων, ποὺ τοὺς ἀρκεῖ νὰ εἶναι «καλοὶ» ἄνθρωποι καὶ «ἠθικοί», ἀλλὰ γιὰ διαφόρους λόγους δὲν θέλουν νὰ ἔχουν σχέσεις μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία. Ἄμεση ἀπάντηση στὸ «ψευδοπρόβλημα» αὐτὸ μᾶς δίνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή του.
Ὁ Νόμος εἶχε ἀπολυτοποιηθεῖ ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους. Ἡ περιτομὴ καὶ ἡ καταγωγὴ ἐθεωροῦντο ἀρκετὰ ἐχέγγυα γιὰ τὴ σωτηρία. Ἐκεῖ εἶχε ὁδηγήσει ἡ φαρισαϊκὴ τυποκρατία. Ἦταν μία νοοτροπία ποὺ ἤδη καὶ ὁ Κύριος εἶχε ἐπανειλημμένα ἀντικρούσει. Ὁ πνευματικὸς ἔλεγχος τῶν Προφητῶν, ἡ ἀσίγαστη προτροπή τους γιὰ ἐσωτερικότητα καὶ πνευματικότητα, ἀκουγόταν μόνο ἀπὸ τὸ πραγματικὰ ἐκλεκτὸ «λῆμμα» (ὑπόλοιπο) τοῦ Λαοῦ, ποὺ ἐνατένιζε μυστικὰ τὴν σάρκωση τοῦ Λόγου καὶ ζοῦσε μὲ τὴν ἀναμονή Του. Ὁ Παῦλος, λοιπόν, ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ὠφελεῖ μόνη ἡ περιτομή, οὔτε βλάπτει ἡ ἀκροβυστία τῶν Ἐθνικῶν, γιὰ νὰ καταλήξει στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ Πίστη, ὡς τελεία αὐτοπαράδοση στὸν Θεό, δικαιώνει (λυτρώνει) τὸν ἄνθρωπο… Ἔτσι γκρεμίζει ὁ Παῦλος τὴν ὑπερηφάνεια τῶν Ἑβραίων, ποὺ περιφρονοῦσαν τοὺς Ἐθνικούς. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι προσωπολήπτης! Στὴν «προχριστιανικὴ» αὐτὴ κατάσταση ἡ «ἐργασία τοῦ ἀγαθοῦ» βαρύνει, καὶ ὄχι ἄλλα κριτήρια. «Ἐν παντὶ ἔθνει ὁ φοβούμενος τὸν Θεὸν καὶ ἐργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτὸς αὐτῷ ἐστιν» θὰ πεῖ ἀλλοῦ ὁ Ἀπ. Πέτρος.
Ἡ ἀπάντηση ὅμως τοῦ Παύλου δίνεται ρητὰ παρακάτω, ὅταν λέγει: «…δικαιοσύνη δὲ Θεοῦ διὰ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς πάντας τοὺς πιστεύοντας». Ἡ σωτηρία εἶναι δυνατὴ μόνο μὲ τὴν πίστη στὸν Χριστό, διὰ τοῦ Χριστοῦ. Χωρὶς τὸν Χριστὸ δὲν σώζεται ὁ ἄνθρωπος. Δὲν μπορεῖ δηλαδὴ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν φθορὰ καὶ τὸν θάνατο καὶ νὰ θεωθεῖ. Ὁ κάθε ἄνθρωπος σώζεται καὶ κρίνεται μόνο ἀπὸ τὸν Χριστό. Ὁ Πατὴρ «οὐδένα κρίνει, ἀλλὰ τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ Υἱῷ». Ὅποιος λοιπὸν ἔχει τὸν Υἱόν, «ἔχει τὴν ζωήν. ὁ μὴ ἔχων τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, τὴν ζωὴν οὐκ ἔχει». Ἡ ζωοποίησή μας γίνεται μὲ τὴν εἴσοδό μας στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Μὲ τὴν πραγματικὴ δηλαδὴ ἔνταξή μας στὸ Σῶμα του, ποὺ πραγματοποιεῖται, ὅταν ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ γίνει ἐν ἁγίω Πνεύματι ζωή μας. Ἡ εἴσοδός μας δὲ στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ πραγματοποιεῖται μὲ τὸ Βάπτισμα. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος, παρ’ ὅλο ποὺ εἶδε τὸν Χριστὸ στὸν δρόμο τῆς Δαμασκοῦ, ἔπρεπε νὰ βαπτισθεῖ. Γι’ αὐτὸ εἶπε ὁ Κύριος στὸν δίκαιο καὶ «ἠθικὸ» κατὰ πάντα Νικόδημο: «δεῖ ὑμᾶς γεννηθῆναι ἄνωθεν» – πρέπει νὰ ξαναγεννηθῆτε!
Ἐκεῖνο ποὺ χρειάζεται ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι ἡ νέα, θεϊκή, ζωή, ποὺ μᾶς λείπει, καὶ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς δίνει διὰ τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι γεγονός, ὅτι σκανδαλίσθηκε ὁ Νικόδημος μὲ τὸν λόγο αὐτὸ τοῦ Χριστοῦ μας. Ἀλλὰ ὁ Κύριος τὸ ἐπανέλαβε: «… Ἐὰν μὴ τὶς γεννηθῆ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Ἔτσι καταλαβαίνουμε τί σημαίνει τὸ «δεκτὸς» παραπάνω. «Οὐδένα ἀπωθεῖται, πάντας προσίεται (δέχεται) τοὺς πιστεύοντας», ἑρμηνεύει ὁ ἱ. Χρυσόστομος. Καὶ ἀναλυτικότερα ὁ ἅγιος Θεοφύλακτος, μεγάλος καὶ αὐτὸς ἑρμηνευτὴς τῆς Ἐκκλησίας μας. Δὲν εἶπε: «…σώζεται, ἀλλὰ δεκτὸς ἐστίν… τουτέστιν ἐὰν προσδράμη τῷ θείω βαπτίσματι, ἀποστὰς τῆς προλαβούσης πλάνης…». Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ φαίνεται στὸ ὅτι δέχεται ὅλους, περιτετμημένους καὶ ἀπερίτμητους. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ ὑπερπηδηθεῖ ὁ φραγμὸς μεταξὺ φυσικοῦ καὶ πνευματικοῦ, μεταξὺ φθαρτοῦ καὶ ἀφθάρτου, παρὰ μόνο «ἐν Χριστῷ», στὸν Ὁποῖο βρίσκεται «ὁ νόμος τοῦ πνεύματος τῆς ζωῆς».
Καὶ ὅσοι δὲν Τὸν ἄκουσαν;
Εἶναι συνηθισμένο ἐρώτημα, πολλὲς φορὲς μάλιστα σ’ ἐκείνους ποὺ ἐνδιαφέρονται περισσότερο γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἄλλων ἀπ’ ὅσο γιὰ τὴν δική τους σωτηρία… Πόσες «ἀγαπολογίες» καὶ συναισθηματισμοὶ δὲν ἐπιστρατεύονται, γιὰ νὰ δοθεῖ ἡ ἱκανοποιητικὴ γιὰ ὅλους ἀπάντηση!
Μολονότι καὶ ἐδῶ ὑπάρχει ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Ὑπάρχει κριτήριο καὶ γιὰ ὅσους δὲν ἄκουσαν καθόλου γιὰ τὸν Χριστό.
Εἶναι ὁ ἔμφυτος νόμος τῆς συνειδήσεως. Τὸν ἔχει φυτεύσει μέσα σὲ κάθε ἄνθρωπο ὁ Θεὸς καὶ μένει σὰν φωνὴ τοῦ Θεοῦ μέσα μας.
Τὸ ἐρώτημα ὅμως εἶναι: Πόσοι ἀλήθεια εἶναι αὐτοί, ποὺ δὲν ἄκουσαν τίποτε γιὰ τὸν Χριστό; Οἱ δικές μας ἀπαντήσεις πάσχουν ἀπὸ λογικοκρατία καὶ συναισθηματισμὸ καὶ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια. Ὁ Χριστός μας, ἡ Αὐτοαλήθεια, ἔχει δώσει τὴν ἀπάντηση: «Ἐὰν μὴ τὶς γεννηθῆ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Θὰ τολμήσουμε νὰ ποῦμε ὅτι δὲν εἶπε ἀλήθεια ἡ Αὐτοαλήθεια; Νὰ τί λέγει καὶ ὁ γνήσιος μαθητὴς τῆς Ἀλήθειας, ὁ ἱ. Χρυσόστομος: «Κλαῦσον τοὺς ἀπίστους, κλαῦσον τοὺς οὐδὲν ἐκείνων ἀπέχοντας, τοὺς χωρὶς φωτίσματος (βαπτίσματος) ἀπερχομένους, τοὺς χωρὶς σφραγίδος (χρίσματος). Οὗτοι ὄντως θρήνων ἄξιοι… ἔξω τῶν βασιλείων εἴσι, μετὰ τῶν καταδίκων…».
Μήπως, ἀλήθεια, συμφωνεῖ ποτὲ ἡ λογική μας μὲ τὸ γεγονὸς τοῦ κατακλυσμοῦ; Καὶ ὅμως ὁ Πέτρος λέγει: «ἀρχαίου κόσμου οὐκ ἐφείσατο… κατακλυσμὸν κόσμω ἀσεβῶν ἐπάξας». Μέσα στὴν πονηρία καὶ ἀκαθαρσία μας δὲν μποροῦμε νὰ ἐννοήσουμε τὴν Σοφία τοῦ Θεοῦ. Ξέρουμε ὅμως ὅτι ὁ Χριστὸς μὲ τὴν κάθοδό του στὸν Ἅδη «ἐζωοποίησε» καὶ ὅλους τοὺς δικαίους, ποὺ βρίσκονταν στὸν Ἅδη καὶ ποὺ ἔζησαν φυσικὰ πρὶν ἀπὸ τὴν σάρκωσή Του. Τί θὰ γίνει μὲ ἐκείνους ποὺ μετὰ τὴν σάρκωσή Του δὲν Τὸν γνώρισαν καθόλου, ἐμεῖς δὲν γνωρίζουμε. Μᾶς ἀρκεῖ ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἀπ. Παύλου. Τὸ μόνο ποὺ μὲ ἀπόλυτη βεβαιότητα ξέρουμε εἶναι πὼς ἐμεῖς δὲν σωζόμαστε, δὲν φτάνουμε στὴ θέωση, χωρὶς τὸν Χριστό, χωρὶς τὴν ἀπόλυτη πίστη σ’ Ἐκεῖνον.
Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2025


Θὰ σεβασθοῦν τὴν λευκὴ κεφαλή μου…
Τὸ τραγικὸ στὴν περίπτωση τοῦ Καποδίστρια εἶναι, ὅτι, βέβαιος γιὰ τὸν ἐθνωφελῆ χαρακτήρα τοῦ ἐπιτελουμένου ἔργου του, δὲν πίστευε ὅτι θὰ βρεθοῦν ἀδελφοί του Ἕλληνες, ποὺ θὰ θελήσουν νὰ τὸ καταστρέψουν: «Οἱ Ἕλληνες, γράφει, δὲν θὰ φθάσουν ποτὲ μέχρι τοῦ σημείου νὰ μὲ δολοφονήσουν. Θὰ σεβασθοῦν τὴν λευκὴ κεφαλή μου [...]. Ἄλλωστε εἶμαι ἀποφασισμένος νὰ θυσιάσω τὴν ζωήν μου διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ θὰ τὴν θυσιάσω. Ἐὰν οἱ Μαυρομιχαλαῖοι θέλουν νὰ μὲ δολοφονήσουν, ἂς μὲ δολοφονήσουν. Τόσον τὸ χειρότερον δι' αὐτούς. Θὰ ἔλθη κάποτε ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Ἕλληνες θὰ ἐννοήσουν τὴν σημασίαν τῆς θυσίας μου».
Λόγια προφητικά, ἀλλὰ συνάμα καὶ ἐνδεικτικά τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφοσιώσεως τοῦ ἐρημίτη πολιτικοῦ στὴ διακονία τῆς Πατρίδος καὶ τοῦ Γένους. Στὶς 27 Σεπτεμβρίου 1831 ἔφυγε ἀπὸ τὸ ταπεινὸ Κυβερνεῖο τοῦ Ναυπλίου, γιὰ νὰ λειτουργηθεῖ, ὅπως ἔκανε σ' ὅλη τὴ ζωή του, ὡς πιστὸς Ὀρθόδοξος. Τὸ γεγονός, ὅτι τὰ φονικὰ βόλια τὸν βρῆκαν λίγο μετὰ τὶς 6.30 τὸ πρωί, δὲν πρέπει νὰ μείνει ἀπαρατήρητο. Δὲν ἦταν ὁ πολιτικὸς τῶν δοξολογιῶν καὶ τῶν πανηγύρεων. Ἦταν ἕνας Ρωμηός, ὅπως ὅλος ὁ ἁπλὸς καὶ εὐσεβὴς λαός, γιὰ τὸ καλό τοῦ ὁποίου ἀνάλωνε τὴ ζωή του. Καὶ γι' αὐτὸ μαζὶ μὲ τὸ λαὸ ἀπὸ τὸν Ὄρθρο συμμετεῖχε στὴ σύναξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Ἡ δολοφονία του ἀνέκοψε τὴν πορεία τοῦ Ἔθνους γιὰ τὴν ὁλοκλήρωσή του μέσα στὰ ὅρια τῆς ἑλληνορθόδοξης παραδόσεώς του. Ἐπηρέασε ὅμως δυσμενῶς τὴν πορεία καὶ ὅλης της Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς, ἀνατρέποντας τὰ σχέδια γιὰ τὴν ρωμαίικη ἀποκατάστασή της.
Ὁ πιστὸς φίλος τοῦ Καποδίστρια Ἐϋνάρδος μπόρεσε νὰ συνειδητοποιήσει πολὺ ἐνωρὶς τὴ σημασία τῆς δολοφονίας τοῦ ἀληθινοῦ Πατέρα τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος: «Ὁ θάνατος τοῦ Κυβερνήτου -ἔγραφε-εἶναι συμφορὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα, εἶναι δυστύχημα δι' ὅλην τὴν Εὐρώπην [...]. Τὸ λέγω μὲ διπλῆν θλίψιν: ὁ κακοῦργος, ὅστις ἐδολοφόνησε τὸν κόμητα Καποδίστρια, ἐδολοφόνησε τὴν πατρίδα του». Τὸ εἴπαμε ὅμως παραπάνω: Τὸ δολοφονικὸ χέρι κατευθυνόταν ἀπὸ τὶς δυνάμεις ἐκεῖνες, ποὺ ἐνήργησαν στὴ δολοφονία, ὡς ἠθικοὶ αὐτουργοί, πραγματοποιώντας ἔτσι τὸν σκοπό τους: τὴν ἀνακοπὴ καὶ ἀνατροπὴ ἑνὸς μεγάλου πατριωτικοῦ ἔργου, ποὺ ἐρχόταν σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ συμφέροντά τους.
π. Γεώργιος Μεταλληνὸς

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2024



Νὰ νοσταλγεῖς τὸν τόπο σου ζώντας στὸν τόπο σου
Κάθε δίλημμα σήμερα τοῦ τύπου «Ὀρθοδοξία ἢ Ἑλληνισμὸς» εἶναι ὄχι μόνο πλαστό, ἀλλὰ καὶ ἐθνοκτόνο. Γιατὶ σημαίνει τάση ἐπιστροφῆς στὴν ἀτέλειά μας, στὴν παλαιὰ ἀγωνιώδη ἀναζήτησή μας. Ἐνῶ γιὰ τὸν Ἑλληνισμό, ποὺ διασώζει τὴν αὐτοσυνειδησία του, τὸ ζητούμενο εὑρέθη. Εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία.
«Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν ...εὕρομεν πίστη ἀληθῆ! Εὕρομεν τὴν ἀλήθειαν».
Κάθε ἀποδέσμευση τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία δὲν συνιστᾶ μόνο τραγικὸ διαμελισμὸ τῆς ὑπάρξεώς μας, ἀλλὰ καὶ καθαρὸ παραλογισμό... Ὅπου χάνεται ἡ Ὀρθοδοξία, χάνεται καὶ ὁ Ἑλληνισμός! Ἰδοὺ γιατὶ κάθε παρόμοια ἐπιδίωξη συνιστᾶ ὀπισθοδρόμηση καὶ ὄχι πρόοδο. Γιατὶ μετέχει στὸν «συντηρητισμὸ» τῶν αἱρέσεων, τῶν «ἑλληνιστικῶν λήρων» κατὰ τὸν Μέγα Φώτιο. (λῆρος=λόγος ἐντυπωσιακὸς ἀλλὰ χωρὶς οὐσιαστικὸ περιεχόμενο, παραλήρημα, φλυαρία, ἀνοησία).
Τὸ τραγικότερο ὅμως, συνιστᾶ, ἰδιαίτερα σήμερα, ἀπώλεια κάθε δυνάμεως αὐτοπροστασίας, μὲ ἀπόληξη τὸν ραγιαδισμὸ καὶ τὴν ὑποδούλωση. Τὸ μόνο ποὺ ἔχει νὰ προσφέρει ὁ σημερινὸς Ἑλληνισμὸς στὸν κόσμο εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη παράδοσή του. Ὁ Ἑλληνισμὸς σώζεται ἐκεῖ κυριολεκτικὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ἐκεῖ σώζεται ἡ γλώσσα καὶ ἐθνική μας συνείδηση. Γι' αὐτὸ πολεμεῖται ἡ Ἐκκλησία. Γιὰ νὰ ἀποσυνδεθεῖ τελείως ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία σὲ ὅλες τὶς δομὲς τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος καὶ γι' αὐτὸ θὰ ἀντιστεκόμαστε μέχρι θανάτου.
Τὸ «Κρυφὸ Σχολειὸ» ἦταν ἡ ἀνεπίσημη φροντίδα τῆς Ἐκκλησίας νὰ διδάσκει τὴ γλώσσα καὶ τὴν ἱστορία μας στὰ σκλαβόπουλα. Καὶ ἔτσι σωθήκαμε μὲ ὅλη τὴν Ἱστορική μας ὕπαρξη. Ἂν στὴν πολυώνυμη δουλεία μας δὲν εἴχαμε τὴν κιβωτὸ τῆς Ἐκκλησίας, θὰ καταντούσαμε ὅλοι «χανουμάκια» τῶν Τούρκων ἢ τῶν Φράγκων. Ἡ Ἐκκλησία ἔσωσε τὸν τρόπο ὑπάρξεώς μας, τὸν πολιτισμὸ καὶ τὸ φρόνημά μας.
Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ πολιτισμοῦ μας. «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας» καὶ «ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους». Αὐτὸς ὁ «σταυρὸς» εἶναι ὁ πολιτισμός μας. Χωρὶς «καθαρὴ καρδιὰ» δὲν μποροῦμε νὰ πλησιάσουμε τὸν Θεό. Αὐτὰ ζοῦμε στὴν Λειτουργία μας, αὐτὸ τὸ ἦθος παράγει ἡ ζωή μας στὴν Ἐκκλησία. Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν κιβωτό, λοιπόν, θὰ σώσουμε τὴν ἑλληνορθόδοξη ταυτότητά μας.
Τόσο λίγο ὅμως γίνεται αὐτὸ συνείδηση σὲ πολλούς, ὥστε σὲ στιγμὲς αὐτοκριτικῆς νὰ ἀνακαλεῖς στὴ μνήμη σου ἕνα λόγο τοῦ μικρασιάτη ποιητῆ μας Γιώργου Σεφέρη, ποὺ γράφηκε μὲν στὰ 1936, ἀλλὰ παραμένει ἐπίκαιρος καὶ σήμερα:
«Ὅσο προχωρεῖ ὁ καιρὸς καὶ τὰ γεγονότα, ζῶ ὁλοένα μὲ τὸ ἐντονότερο συναίσθημα πὼς δὲν εἴμαστε στὴν Ἑλλάδα, πὼς αὐτὸ τὸ κατασκεύασμα, ποὺ τόσοι σπουδαῖοι καὶ ποικίλοι ἀπεικονίζουν καθημερινά, δὲν εἶναι ὁ τόπος μας, ἀλλὰ ἕνας ἐφιάλτης, μὲ ἐλάχιστα φωτεινὰ διαλείμματα, γεμάτα μία πολὺ βαριὰ νοσταλγία. Νὰ νοσταλγεῖς τὸν τόπο σου ζώντας στὸν τόπο σου, τίποτα δὲν εἶναι πιὸ πικρό».
Ἡ ἐπανεύρεση συνεπῶς στὴν δύστροπη ἐποχή μας τοῦ ὀρθοδόξου πατερικοῦ προτύπου, ὅπως ἐνσάρκωσαν καὶ διέσωσαν ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες, εἶναι ἡ μοναδική μας ἐλπίδα...
Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνὸς

Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2024



Ὁ Ἑλληνισμός βρῆκε στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ τή σωτηρία (β)
Εἶναι ἐντυπωσιακό, ὅτι ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη (Ἀρχαιολογία) ἔχει ἀναθεωρήσει παλαιότερες ἑρμηνεῖες γιά τήν ἀνέγερση χριστιανικῶν Ἱ. Ναῶν στή θέση ἀρχαίων. Σήμερα οἱ «βυζαντινοί» ἀρχαιολόγοι στίς περιπτώσεις αὐτές βλέπουν ὄχι διάθεση καταστροφῆς, ἀλλά συνείδηση τῆς συνέχειας ὡς ὑπέρβαση καί εἴσοδο στό βασίλειο τῆς χάρης (χωρίς νά λείπουν φυσικά καί οἱ καταδικαστέες περιπτώσεις ἄλογου φανατισμοῦ καί στίς δύο πλευρές). Ἐκφραστικό καί πρόχειρο γιά μᾶς παράδειγμα: ἡ μικρή μητρόπολη (Ἅγιος Ἐλευθέριος) δίπλα στή Μητρόπολη τῶν Ἀθηνῶν. Πλάκες μέ ἀρχαῖες παραστάσεις ἀπό τόν ἀρχαῖο ναό σώζονται ἐμφανέστατα, περιγεγραμμένες στήν ἐξωτερική ἐπιφάνεια τοῦ χριστιανικοῦ. Ἀκόμη: στήν Καταπολιανή τῆς Πάρου ὁ ἀρχαῖος ναός σώζεται κάτω ἀπό τά θεμέλια του χριστιανικοῦ (ἔκφραση τῆς ὑπερβάσεως, γιά τήν ὁποία μιλήσαμε παραπάνω). Οἱ Χριστιανοί Ἕλληνες πού ἔκτισαν τήν Ἁγιά Σοφιά, ἤξεραν πῶς οἱ προγονοί τους εἶχαν κτίσει τόν Παρθενώνα!
Ὁ Ἑλληνισμός στίς θεόνομες καί λυτρωτικές ἀναζητήσεις του δέν ἀπορρίφθηκε. Αὐτό πού ἀποκρούεται ἀπό τούς Ἕλληνες Πατέρες (Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος, Γρηγόριος Νύσσης, Ἰωάννης Χρυσόστομος κ.λπ.) εἶναι ἡ ἐκφιλοσόφηση τῆς πίστεως (μεταφυσική θεολόγηση) ἤ ἡ ἐκνομίκευσή της. Ἀντίθετα, ἐξελληνισμό τοῦ Χριστιανισμοῦ συνιστᾶ ἡ αἵρεση καί ἡ αἱρετίζουσα διανόηση (ἐμμονή στό μή ἀνακαινισμένο ἀνθρώπινο).
Ὁ Χριστιανικός Ἑλληνισμός ἐκφράζεται μέ τόν ὅρο (ἀπό τόν 4ο αἰ.) Ὀρθοδοξία καί γι’ αὐτό ἱστορικά -ὄχι νομικά- ὁ Ἕλληνας μόνο ὡς ὀρθόδοξος χριστιανός μπορεῖ νά νοηθεῖ.
Ὁ ἀείμνηστος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, ρῶσος κληρικός τῆς διασπορᾶς, πού ἐντάχθηκε ὅμως ἑκούσια στή δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (!), καθηγητής τοῦ Χάρβαρντ καί τοῦ Πρίστον, ὁ μεγαλύτερος ὀρθόδοξος θεολόγος τοῦ 20ου αἰώνα, ἄφησε στήν ἐποχή μας δύο ὑπέροχες γιά μᾶς τούς κατά σάρκα Ἕλληνες ὁμολογίες: α) Ὁ Ἑλληνισμός ὁλοκληρώθηκε μέσα στήν Ἐκκλησία, ὡς αἰωνία κατηγορία τῆς χριστιανικῆς ὑπάρξεως· καί β) δέν μπορεῖ κανείς νά γίνει χριστιανός (ὀρθόδοξος), ἄν δέν γίνει πρῶτα Ἕλληνας. Ἄν δέν κυριαρχεῖται δηλαδή ἀπό τή «ζήτηση τῆς ἀλήθειας», πού εἶναι τό κύριο στοιχεῖο τῆς Ἑλληνικότητας (Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς).
Σέ τελευταία ἀνάλυση, γιά τόν Ὀρθόδοξο Ἕλληνα ὅλων τῶν αἰώνων αὐτή εἶναι ἡ μεγαλύτερη τιμή· ἡ καταξίωσή του ἀπό τή Θεία Χάρη, στήν ὑμνογραφία τῶν Χριστουγέννων, γραμμένη στήν Ἑλληνική γλῶσσα, νά διατρανώνει σ’ ὅλη τήν κτίση: «Εὕρομεν τήν Ἀλήθειαν»! Ἐν Χριστῷ τό ζητούμενο ἀπό τήν ἑλληνική ψυχή ἔχει τελεσίδικα βρεθεῖ. Γι’ αὐτό ὁ μεγάλος γερμανός Θεολόγος ΑΙ Jeremias ἔλεγε ὅτι, ἄν ὁ Πλάτων συναντοῦσε τό Χριστό, θά γονάτιζε ἐνώπιόν του, λέγοντας: «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου»! Ὁ σημερινός παγανιστικός «Ἑλληνισμός» —ὅπου ὑπάρχει— δέν εἶναι συνέχεια τοῦ ἀρχαίου, ἀλλά ἄρνησή του. Διότι ἀρνεῖται αὐτό πού ὁ Ἑλληνισμός βρῆκε στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τή σωτηρία.
Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνὸς

Πέμπτη 3 Αυγούστου 2023



Ὁ Ἑλληνισμός βρῆκε στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ τή σωτηρία 
Τήν αὐθεντική ἕνωση Ἑλληνισμοῦ καί Ὀρθοδοξίας διασώζουν διαχρονικά οἱ Ἅγιοί μας, Πατέρες καί Μητέρες, δίνοντας στή σύζευξη αὐτή προτεραιότητα στό σωτηριολογικό περιεχόμενο τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἀποφεύγοντας ἔτσι τή νόθο συζυγία (αἵρεση). Μέσῳ τῶν Ἑλλήνων Πατέρων ἡ Ὀρθοδοξία προσέλαβε τόν Ἑλληνισμό χωρίς νά ὑποδουλωθεῖ στό πρόσλημμα. Προσέλαβε ἔτσι τόν ἑλληνικό λόγο, ἀλλὰ ἀνανοηματοδοτώντας τον καί μεταβάλλοντάς τον σέ ἐκκλησιαστικό λόγο. Αὐτό διακηρύσσει ὁ Ἕλληνας Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς: «Κἄν τις τῶν Πατέρων τά αὐτά τοῖς ἔξω φθέγγηται, ἀλλ’ ἐπί τῶν ρημάτων μόνον· ἐπί δέ τῶν νοημάτων πολύ τό μεταξύ» (ἡ ταύτιση περιορίζεται στούς ὅρους, στά νοήματα ὑπάρχει μεγάλη διαφορά).
Ἐδῶ ἀναδύεται καί τό σκανδαλιστικό γιά τόν μή πλήρως ἐκχριστιανισμένο Ἑλληνισμό τῆς (αἱρετίζουσας ἤ παγανίζουσας) διανόησης, ὅτι —παρά τήν πανηγυρική κατάφαση τῆς ἑλληνικῆς παιδείας— ἡ ὀρθόδοξη θεολόγηση εἶναι συνέχεια τῆς προφητικῆς θεολογικῆς παραδόσεως τῆς Π. Διαθήκης καί ὄχι τῆς ἑλληνικῆς (θεολογοῦσας) σκέψεως, χωρίς βέβαια νά μπορεῖ νά χαρακτηρισθεῖ (τουλάχιστον ἀφελῶς) ἑβραϊκή, ἀφοῦ, ὅπως ἐλέχθη, ἡ Π. Διαθήκη, χριστοκεντρικά θεωρούμενη, ἀνήκει στούς Χριστιανούς καί ὄχι στούς Ἑβραίους.
Ὁ Ἕλλην λόγος, σ’ ὅλο τό πλάτος καί τό δυναμισμό του, γίνεται βασικό ὄργανο ἐκφράσεως τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά ἡ Ἑλληνική Φιλοσοφία μόνο παιδευτικό χαρακτήρα ἔχει στήν Ὀρθοδοξία· τό περιεχόμενό της μένει τελείως ἔξω ἀπό τή θεολογία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Αὐτό διατυπώνει, συγκεφαλαιώνοντας ὅλη τή σχετική πατερική παράδοση, τό «Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας» (9-14ος αἰ.): «Τοῖς τά ἑλληνικά διεξιοῦσι μαθήματα καί μή διά παίδευσιν μόνον ταῦτα παιδευομένοις, ἀλλά καί ταῖς ματαίαις αὐτῶν δόξαις ἑπομένοις καί ὡς ἀληθέσι πιστεύουσιν… ἀνάθεμα».
Ἔτσι, μένει ἔξω ἀπό τήν Ὀρθόδοξη–πατερική θεολογία ἡ μυθολογοῦσα ἑλληνική σκέψη, ὁ διονυσιακός αἰσθησιασμός καί γενικά ὅ,τι ἐμποδίζει τόν ἄνθρωπο στήν ἔνταξή του στήν ἐν Χριστῷ ὕπαρξη. Ἡ ζήτηση ὅμως τῆς ἀλήθειας (παιδεία – ἐπιστήμη), ἡ ἀγάπη πρός τό ὡραῖο (φιλοκαλία), ἡ πολιτική ὡς διευθέτηση τῶν κοινῶν καί γενικά ἡ «ζήτηση τῆς ἀλήθειας», ὡς θεμελιώδης ἑλληνική ἀρετή, καταξιώνονται χριστιανικά καί συνεχίζονται στά πρόσωπα τῶν ἐξ ἴσου Ἑλλήνων, ὅπως καί οἱ ἀρχαῖοι, Πατέρων.
Συνείδηση τῆς ἑλληνικῆς κληρονομιᾶς τους ἔχουν ἔντονα ὅλοι οἱ Ἕλληνες Πατέρες (ὁ Μ. Βασίλειος ἐκαυχᾶτο ὅτι ἡ μητέρα του Ἐμμέλεια καταγόταν ἀπό τούς Ἠρακλεῖδες), βλέποντας ὅμως ταυτόχρονα τήν ἑλληνικότητά τους ἀναγεννημένη στήν ἁγιοτριαδική χάρη.
Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνὸς

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2022


Γιατί ἔγινε ὁ Θεὸς ἄνθρωπος;
Κουρασμένος ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὶς διάφορες γιορτές, ποὺ κατάντησαν τυπικὴ ἐκπλήρωση κοινωνικῶν συμβατικοτήτων, ἀντιμετωπίζει καὶ τὰ Χριστούγεννα χωρὶς ἐσωτερικὴ προσέγγισή τους. Οἱ περισσότεροι ἀκόμη καὶ οἱ κατὰ τὰ ἄλλα θρησκευτικοὶ βλέπουμε τὰ Χριστούγεννα σὰν μιὰ μεγάλη οἰκογενειακὴ ἑορτή, ποὺ προσφέρει τὴν εὐκαιρία νὰ ξαναμαζευθεῖ ἡ σκορπισμένη οἰκογένεια γύρω ἀπὸ τὸν Χριστὸ τῆς φάτνης στὸ χριστουγεννιάτικο δένδρο, ποὺ βγῆκε καὶ αὐτὸ ἀπὸ τὸ ντουλάπι, γιὰ νὰ στολίσει γιὰ μερικὲς μέρες κάποια γωνιὰ τοῦ σπιτιοῦ μας. Σήμερα ὅμως, καλεῖται ὁ καθένας μας νὰ θέσει στὸν ἑαυτὸ του τὸ ἐρώτημα: τί σημαίνουν τὰ Χριστούγεννα γιὰ μένα; Εἶναι ἡ ἐξατομίκευση τοῦ γενικότερου ἐρωτήματος: «Γιατί ἔγινε ὁ Θεὸς ἄνθρωπος», ποὺ ἀπασχόλησε τὰ μεγαλύτερα πνεύματα τῆς ἱστορίας.
«…Ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν»
Χριστούγεννα εἶναι ἡ γέννηση τοῦ Αἰώνιου Θεοῦ ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπο, μιὰ Μάνα, τὴν Παναγία, καὶ ἡ εἴσοδος τοῦ Θεανθρώπου μέσα στὴν ἱστορία. Αὐτό, ποὺ δὲν μπόρεσαν οὔτε μὲ τὴν φαντασία τους νὰ πλησιάσουν οἱ σοφοί τοῦ κόσμου, ἔγινε σὲ μιὰ δεδομένη στιγμὴ πραγματικότητα. Ὁ Ἄκτιστος Θεὸς γίνεται «ὃ οὐκ ἦν», γιὰ τὴ σωτηρία μας. Αὐτός, ποὺ τὸ σύμπαν δὲν τὸν χωρεῖ, «χωρεῖται ἐν γαστρί». Ὁ ἄπειρος Θεὸς αὐτοπεριορίζεται μέσα στὴν ἀνθρώπινη φύση, ποὺ πῆρε ἀπὸ τὴν Πάναγνη Θεοτόκο. Στὴ γλώσσα τῶν Ἁγίων Πατέρων μας αὐτὸ ὀνομάζεται «συγκατάβασις». Συγκαταβαίνει ὁ Θεός. Ὁ πέρα ἀπὸ κάθε μέτρο καὶ μέγεθος γίνεται μικρός. Ὁ ἀσύλληπτος ἀπὸ κάθε δύναμη αἰσθήσεως γίνεται αἰσθητὸς καὶ ἁπτὸς καὶ ὁρατός. Γιατί; Γιὰ νὰ κοινωνήσει μαζί μας. Αὐτομεταφράζεται ὁ Θεὸς στὴ δική μας γλώσσα, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ Τὸν δεχθοῦμε καὶ νὰ Τὸν καταλάβουμε. Ἂν μᾶς μιλοῦσε τὴν οὐράνια γλώσσα, δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ Τὸν πιστεύσουμε· γι’ αὐτὸ μιλεῖ τὴ δική μας γλώσσα, τὴν ἐπίγεια. Ἔτσι πραγματοποιεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς αὐτό, ποὺ ἀπέτυχε ὁ ἄνθρωπος νὰ κατορθώσει.
Ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’ εἰκόνα» τοῦ Χριστοῦ. Τὸ πρότυπό του (τὸ «ἀρχέτυπόν» του) ἦταν ὁ Χριστός, ὡς Θεάνθρωπος. Σ’ αὐτὸ τὸ «ἀρχέτυπον» ὄφειλε νὰ ὑψωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Νὰ καθαρισθεῖ δηλαδὴ καὶ νὰ ἀγαπήσει τὸ Θεὸ τόσο, ὥστε ὁ Θεὸς νὰ ἔλθει νὰ σκηνώσει μέσα του καὶ νὰ φανερωθεῖ μέσα στὴν ἱστορία ὁ Θεάνθρωπος. Ὁ ἐκτροχιασμὸς ἀπὸ αὐτὴ τὴν πορεία ἀπετέλεσε τὴν πτώση τοῦ ἀνθρώπου. Τὴν ἀποτυχία τοῦ ἀνθρώπου θεραπεύει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. «Ὅταν ἦλθεν ὁ καθορισμένος – ἀπὸ τὸν Θεὸν – καιρὸς τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας», «ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ». Ποὺ σημαίνει: Ἦλθε ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς «αὐτεπάγγελτος», ὅπως θὰ πεῖ εὔστοχα ὁ ποιητὴς τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, γιὰ νὰ μᾶς «ἐξαγοράση» ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ Νόμου καὶ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν υἱοθεσία. Ὁ ἐνανθρωπήσας Θεὸς ἔγινε «ὑπὸ Νόμον», περιετμήθη καὶ ἔκαμε ὅλα ὅσα ἀπαιτοῦσε ὁ παλαιοδιαθηκικὸς νόμος, καὶ ἐπλήρωσε ὅλο τὸν Νόμο, μένοντας μακριὰ ἀπὸ κάθε ἁμαρτία. Ἔτσι, ἔμεινε ὁ Κύριος ἔξω ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ Νόμου, ποὺ λέγει: «ἐπικατάρατος πᾶς ἄνθρωπος, ὃς οὐκ ἐμμένει ἐν πᾶσι τοῖς λόγοις τοῦ νόμου, τοῦ ποιῆσαι αὐτοὺς». Ἐξεπλήρωσε, λοιπόν, Αὐτὸς ὁλόκληρο τὸ Νόμο, ἐξαγοράζοντάς μας ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ Νόμου, ἀφοῦ ἐμεῖς δὲν μπορούσαμε ποτὲ νὰ φυλάξουμε ὅλα τὰ προστάγματά του. Ἐλευθερώνοντάς μας δὲ ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ Νόμου καὶ ἑνώνοντάς μας μαζί Του μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, μᾶς χαρίζει τὴν υἱοθεσία, μᾶς καθιστᾶ υἱοὺς τοῦ Θεοῦ κατὰ χάριν. Ἡ υἱοθεσία μας, λοιπόν, ἡ ἕνωσή μας μὲ τὸν Χριστό, ἡ θέωσή μας, εἶναι ὁ στόχος τῆς σαρκώσεώς Του. Αὐτὸς εἶναι ὁ μοναδικὸς «προορισμὸς» τοῦ ἀνθρώπου, ὁ μοναδικὸς σκοπὸς τῆς ζωῆς μας.
Θεμέλιο τῆς σωτηρίας μας
Ὁ Χριστός μας μὲ τὴν «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου» σάρκωσή του γεννήθηκε ἐλεύθερος ἀπὸ ὅλες τὶς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας, τὸν πόνο, τὸν θάνατο. Ὅπως ὅμως ἀπὸ φιλανθρωπία (ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο) σαρκώθηκε ὁ Θεός, ἔτσι ἀπὸ ἀγάπη δέχθηκε νὰ ἀναλάβει καὶ τὶς συνέπειες τῆς δικῆς μας ἁμαρτίας, τὸν πόνο καὶ τὸν θάνατο. Ἀνέλαβε ὅλη τὴν ἀνθρώπινη πραγματικότητα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἁμαρτία. Αὐτὸ τὸ ἔκαμε, γιὰ νὰ συντρίψει τὴν ἁμαρτία μας καὶ τὶς συνέπειές της, μέχρι τὸν θάνατο, στὴν δική Του ἀνθρώπινη φύση. Γι’ αὐτὸ δέχθηκε ὁ Χριστὸς νὰ φθάσει μέχρι τὸ πάθος τοῦ Σταυροῦ. Γι’ αὐτὸ φορτωμένος τὶς δικές μας ἁμαρτίες κατέβηκε μέχρι τὸν Ἅδη. Κατέβηκε μέχρι τὸ τελευταῖο σκαλοπάτι τῆς δικῆς μας πτώσεως, γιὰ νὰ θανατώσει τὴν ἁμαρτία μας στὸν Σταυρό Του, νὰ τὴν θάψει στὰ βάθη τοῦ ᾅδη, καὶ νὰ ἀναστήσει ὁλοκάθαρη καὶ φωτισμένη τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἀνεβάζοντάς την μέχρι τὸ βασίλειο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μὲ τὴν Ἀνάληψή Του. Νὰ λοιπόν, γιατί ἡ Ὀρθοδοξία δὲν περιορίζεται στὶς συναισθηματικότητες, ποὺ γεννᾶ ὁ σταυρός, τὸ πάθος, τοῦ Χριστοῦ, ὅπως συμβαίνει ἔξω ἀπὸ αὐτήν. Γιατί τὸ θεμέλιο τῆς σωτηρίας μας εἶναι ἡ σάρκωση τοῦ Θείου Λόγου. Χωρὶς τὴ Σάρκωση καὶ τὰ Χριστούγεννα δὲν νοεῖται ἡ σταύρωση τοῦ Χριστοῦ, ὁ θάνατος καὶ ἡ Ἀνάστασή Του. Ὁ Ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς λέγει, ὅτι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι «τὸ μακάριον, δι᾽ ὃ τὰ πάντα συνέστησαν τέλος». Γιὰ τὴν ἐνανθρώπηση, δηλαδή, ἔγιναν ὅλα τὰ κτίσματα, ἀφοῦ ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ ἁγιασμὸς τοῦ κόσμου εἶναι ὁ μοναδικὸς σκοπὸς τῆς δημιουργίας.
Μετοχὴ στὴ σωτηρία
Ὁ Θεῖος Λόγος μὲ τὴν σάρκωσή Του ἕνωσε στὸ Πρόσωπό Του τὸ κτιστὸ μὲ τὸ ἄκτιστο, τὸν Θεὸ μὲ τὸν ἄνθρωπο. Ὅ,τι ὅμως συνέβη στὴν ἀτομικὴ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, συμβαίνει καὶ στὸν καθένα μας. Μὲ τὴν σάρκωσή Του ὁ Χριστὸς μᾶς ἕνωσε ὅλους μαζί Του. Μὲ τὸ βάπτισμά μας μετέχουμε στὸ γεγονὸς τῆς σαρκώσεως, ἐνοφθαλμιζόμασθε στὴν θεωμένη ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ μας, γιὰ νὰ ταφοῦμε (νὰ πεθάνουμε) μαζί Του καὶ νὰ ἀναστηθοῦμε μαζί Του. Γιὰ νὰ γίνει ὅμως ὁλόκληρη ἡ σωτηρία μας, πρέπει καὶ τὸ πρόσωπό μας (τὸ ἐγώ μας, ἡ θέλησή μας) νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Χριστό. Καὶ αὐτὸ συμβαίνει, ὅταν καθαρθοῦμε ἀπὸ τὰ πάθη μας καὶ ἀφήσουμε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο νὰ κατοικήσει μέσα μας. Αὐτὸ μᾶς ὑπενθυμίζει σήμερα ὁ Ἀπ. Παῦλος. Ἀπόδειξη τοῦ ὅτι ἀξιωθήκαμε νὰ γίνουμε «υἱοὶ» Θεοῦ λέγει εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Ἁγ. Πνεύματος μέσα μας, τὸ Ὁποῖο προσεύχεται μέσα στὴν καρδιά μας. Εἶναι ἡ «νοερὰ εὐχὴ» ἤ «προσευχὴ τῆς καρδίας», γιὰ τὴν ὁποία μιλοῦν οἱ ἅγιοι Πατέρες μας. Μὲ τὴν χάρη καὶ συνέργεια τοῦ Ἁγ. Πνεύματος μένουμε ἑνωμένοι μὲ τὸν Χριστὸ και ἁγιάζεται ὅλη ἡ ζωή μας. Μὲ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μετέχουμε στὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία, σωζόμασθε, θεούμεθα. Ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ συνεχὴς ἀγώνας τοῦ πιστοῦ νὰ μείνει μέσα στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, νὰ ἔχει μέσα του Πνεῦμα Ἅγιον, γιὰ νὰ ἁγιάζεται ὅλη ἡ ζωή μας, καὶ ἡ προσωπικὴ καὶ ἡ κοινωνική. Γιὰ νὰ μεταμορφώνεται σὲ ζωή Χριστοῦ ὁλόκληρη ἡ ζωή μας.
Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνὸς

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2019



Χριστιανισμὸς καὶ ἐξουσία (γ)
Ἀκόµη ὅµως σηµαντικότερο εἶναι τὸ πρόβληµα τοῦ ἐναγκαλισµοῦ τῆς Ἐκκλησίας µὲ τὴν πολιτειακὴ ἐξουσία, ἔστω καὶ ἂν ἡ τελευταία ἐµφανίζεται ὡς ὀρθόδοξη, ὅπως συνέβη σὲ µᾶς ἀπὸ τὸν 19ο αἰώνα. Εἶναι γνωστὰ τὰ προβλήµατα, ποὺ προκάλεσε ὁ ὅρος «ἐπικρατοῦσα θρησκεία» (µεταφορὰ ἀπὸ τὰ Ἑπτάνησα καὶ µετάφραση τῶν δυτικῶν Established Church, Chiesa Dominante). Ἡ βαυαρικὴ ἐπιβολὴ τῆς Πολιτειοκρατίας –ὄχι χωρὶς ἀντίσταση φυσικὰ– ὁδηγεῖ στὸν ἐφοδιασµὸ τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας (ἂς θυµηθοῦµε τὸν ἐντελῶς ἀντορθόδοξο θεσµὸ τῆς «ἀριστίνδην συνόδου», ποὺ ἐµφανίζεται σὲ κάθε ἀνώµαλη περίοδο τοῦ πολιτικοῦ µας βίου), µὲ ἐξουσίες, ἁπλῶς γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῆς Πολιτείας, ὁπότε στὴν οὐσία λειτουργεῖ ὡς δέσµιά της (πρβλ. τὰ Εὐαγγελικά, τὸ ἀνάθεµα κατὰ τοῦ Βενιζέλου, τὴν ἀποδοχὴ τοῦ νέου ἡµερολογίου κ.λπ.). Ἀκόµη καὶ στὴν περίπτωση τοῦ «χωρισµοῦ» Ἐκκλησίας–Πολιτειας, ὅπως ἐπικράτησε κατὰ τὴ δυτικὴ διατύπωση νὰ λέγεται (τὸ ὀρθόδοξο=Βασιλείας–Ἱερωσύνης) ἡ πολιτειοκρατία µπορεῖ νὰ ἀποβεῖ ἀκόµη σκληρότερη καὶ ἐξουθενωτικότερη, µὲ τὶς ἀνοικτὲς πλέον πιέσεις της πρὸς τὴν ἀνίσχυρη πιὰ Ὀρθοδοξία.
4. Μόνο στὴν περίπτωση τῆς ὀρθὰ (δηλαδὴ κατὰ τοὺς ἱεροὺς καὶ τοὺς πολιτειακοὺς κανόνες) λειτουργούσης συναλληλίας ἤ συµφωνίας (κατὰ τὸ γράµµα καὶ τὸ πνεῦµα τοῦ κρατοῦντος Συντάγµατός µας) ὁ ἐκκλησιαστικὸς χῶρος διακονεῖ τὸ λαὸ καὶ ὄχι τὸ κράτος, συνεργαζόµενος ὅµως µαζί του (ἄρθρο 2 τοῦ Καταστ. Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας). Ἐκκλησία καὶ Πολιτεία στὴν ἑλληνορθόδοξη πολιτισµικὴ παράδοση διακονοῦν τὸν ἴδιο λαό, κάθε πλευρὰ µὲ τὸν δικό της τρόπο. Ἡ συναλληλία ὡς τὸ µόνο σύµφωνο µὲ τὴν παράδοσή µας σύστηµα σχέσεων, ἡ τυχὸν ἀνατροπὴ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιφέρει καταστροφικὲς ρήξεις, συνιστᾶ ἀλληλοπεριχώρηση τῶν δύο πλευρῶν «ἐν τοῖς ἰδίοις αὐτῶν ὅροις τε καὶ λόγοις» (γιὰ νὰ χρησιµοποιήσω µιά χριστολογικὴ ἔκφραση–Μάξιµος Ὁµολογητής). Μὴ λησµονοῦµε, ἐξ ἄλλου, ὅτι ὑπερβάσεις στὴ χρήση τῆς ἐξουσίας στὴ δική µας παράδοση γίνονται κατὰ κανόνα ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς Πολιτείας, ποὺ αὐτονοηµατοδοτεῖται µεταφυσικά. Στὶς περιπτώσεις αὐτὲς συνήθως συντελεῖται καπήλευση τῆς θρησκευτικῆς πίστεως γιὰ τὴν ἐπιβολὴ καισαροπαπισµοῦ ἐν ὀνόµατι τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἐκκλησιαστικὸς χῶρος στὶς περιπτώσεις αὐτὲς ἐφαρµόζει µία διπλὴ στάση, ποὺ καθορίσθηκε προγραµµατικὰ ἀπὸ τὸν Εὐσέβιο Καισαρείας (Αὐλοκόλακα τὸν ἀποκαλοῦν οἱ Γερµανοὶ) καὶ τὸν Μ. Ἀθανάσιο (δ αἰ.) καὶ φθάνει ὥς σήµερα.
Ἡ ἄρση τῆς δυσλειτουργίας δὲν ἐπιτυγχάνεται µὲ εἰσαγόµενες λύσεις, ἀλλὰ µὲ τὴν ἐπανεκκλησιοποίηση (γιὰ τὴ δυτικίζουσα ἀπὸ τὸν 19ο αἰ. Πολιτεία µας: ἀναπαλαίωση) τῶν νοοτροπιῶν. Στὸ πρόβληµα αὐτὸ τί σηµαίνει, ἀλήθεια–, «ἀναζήτηση βάσεων γιὰ µία ἀνανεωµένη εὐρωπαϊκὴ σύνθεση»; Ποιοὶ καθορίζουν τὴ σύνθεση αὐτή; Οἱ εὐρωπαϊκὲς λαότητες ἤ τό ὑπερενισχυµένο τελευταῖα ἀθέατο «διευθυντήριο»; Μία ἐπιβαλλόµενη ἑνιαιοποίηση θὰ ἰσοπεδώσει τὶς πολιτισµικὲς παραδόσεις τῶν µικρῶν λαῶν (ἐθνῶν), ὅπως ἔλεγε ὁ δάσκαλός µου στὴν Κολωνία Berthold Rubin (βυζαντινολόγος). Μὴ λησµονοῦµε δέ, ὅτι, ἂν «πολιτικὰ ἀνήκοµεν εἰς τὴν ∆ύσιν», πνευµατικὰ ἀνήκοµεν στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ καὶ κάθε ἀλλαγὴ δὲν µπορεῖ νὰ γίνει ἐρήµην τῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων ἀδελφῶν µας καὶ εἰς βάρος τῆς Πανορθοδόξου ἑνότητας. Τὴ βούλησή του, ἄλλωστε, στὸ πρόβληµα αὐτὸ ἔχει ἐκφράσει ἐπανειληµµένα ὁ λαός µας µὲ τὶς κατὰ καιροὺς σφυγµοµετρήσεις.
Ἡ διατήρηση τοῦ συντάγµατος, ὡς ἔχει, στὰ ἄρθρα 3 καὶ 13, διακρατεῖ µὲν τὴν ἐθνικὴ ταυτότητά µας, ἀλλὰ καὶ λύει τὸ πρόβληµα τῶν ἀληθινῶν (καὶ ὄχι κατασκευαζοµένων) θρησκευτικῶν µειονοτήτων τῆς Χώρας µας. Ἡ παρουσία δὲ τῆς ἑλληνορθόδοξης παραδόσεως στὰ ὅρια τῆς Ἑνωµένης Εὐρώπης, ὡς µόνιµη ὑπόµνηση τοῦ εὐρωπαϊκοῦ παρελθόντος, θὰ βοηθεῖ τὴν ἀξιολόγηση καὶ ἀξιοποίηση τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας–Πολιτείας καὶ στὸν εὐρωπαϊκὸ χῶρο, στὰ ὅρια τῆς πλουραλιστικῆς ἀντιδόσεως καὶ ὄχι µιᾶς (ἐπιδιωκόµενης ἀπὸ κάποιους) µονοδροµικῆς «µετακενώσεως».
Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνὸς

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2019



Χριστιανισμὸς καὶ ἐξουσία (β)
Ὁ ρόλος τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας εἶναι ὄχι τιµωρητικός, ἀλλὰ θεραπευτικὸς (ἀπὸ τὴ νόσο τῆς ἁµαρτίας), προληπτικός, φιλάνθρωπος καὶ διακονητικός. Σὲ τελευταία ἀνάλυση καὶ αὐτὴ ἡ πολιτικὴ ἐξουσία, στὴν αὐθεντικὴ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ἔχει διακονικό– ὑπηρετικό χαραχτήρα (ὑπουργὸς =διάκονος). Ἡ ἐνεργός, ἐξ ἄλλου, παρουσία τῆς Ἐκκλησίας στὸν κοινωνικὸ χῶρο, κατὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση, δὲν συν ιστᾶ ὑπέρβαση ὁρίων, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία δὲν νοεῖται ὡς «ἱερατεῖο», ἀλλὰ ὡς σῶµα καὶ πλήρωµα ζωῆς, ἐνῷ ἡ κοινωνία σύνολη εἶναι ὁ χῶρος τῆς µαρτυρίας τοῦ εὐαγγελισµοῦ της. Καὶ σ᾽ αὐτὸ ἀνταποκρίνεται, ἤδη ἀπὸ τοὺς πρώτους αἰῶνες, ὁ λαός, ποὺ ἀποδέχεται θετικὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ διακονία. Εἶναι σαφὴς ἐδῶ ἡ διαπίστωση τοῦ Στ. Ράνσιµαν, ὅτι στὸ Βυζάντιο καὶ τὸ Μεταβυζάντιο, οὐδέποτε ὑπῆρξε χάσµα ἀνάµεσα στὸ λαὸ καὶ τὸν παπά του.
∆ίκαια, βέβαια, ὁ µακαρίτης καθηγητὴς Σ. Ἀγουρίδης ἔχει ἐπισηµάνει («Ὀρθόδοξη Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία καὶ κοινωνία σήµερα») ὅτι πάντα ἐλλοχεύει ὁ κίνδυνος «ἀπὸ τάσεις πρὸς ἀπόκτηση ὑπερ-εξουσιῶν καὶ ἀπὸ ψευδοπνευµατικὲς φαντασιώσεις». Γι᾽ αὐτὸ µαζὶ µὲ τὴν αὐθεντικότητα συµπορεύεται καὶ µία παθολογία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας, ποὺ καταντᾶ κακέκτυπη ἀντιγραφὴ τῆς κοσµικῆς ἐξουσίας. Ἐδῶ ἐντοπίζεται τὸ πρόβληµα τῆς ἐκκοσµικεύσεως καὶ θεσµοποιήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ συµπορεύονται ἱστορικά. Σὲ κάποιες ἐκφράσεις καὶ πραγµατώσεις του ὁ Χριστιανισµός, στὰ πρόσωπα τῶν φορέων του φυσικά, ἰδεολογικοποιεῖται καὶ θρησκειοποιεῖται. Μὲ τὴν ἐπικράτηση τῆς «µυστηριολογικῆς εὐσεβείας» ὁ ἐπίσκοπος γίνεται ἕνα εἶδος ἀρχιερέα τῆς κρατικῆς θρησκείας, ἡ συγκεντρούµενη δὲ στὰ χέρια τῶν ἐπισκόπων δύναµη γίνεται συχνὰ ἐξουσιαστικὴ καὶ ἀνταγωνιστικὴ πρὸς ἐκείνη τῆς Πολιτείας.
Βέβαια, πρέπει νὰ λεχθεῖ, ὅτι τὸ πρόβληµα ἐδῶ δὲν εἶναι ἡ πολιτικὴ θεσµοποίηση τῆς στρατευοµένης Ἐκκλησίας, ἀλλ᾽ ἡ ἀπώλεια τοῦ σκοποῦ ὑπάρξεώς της. Τότε ἡ προτεραιότητα τῶν ἐπιλογῶν µετατοπίζεται ἀπὸ τὸ ὑπερβατικὸ στὶς ἐνδοκοσµικὲς σκοπιµότητες, γιὰ τὶς ὁποῖες χρησιµοποιεῖται ἡ κοσµικὴ ἐξουσία. Ἡ θεσµοποίηση τῆς ἐκκοσµικεύσεως συνέβη καθολικὰ στὴ ∆ύση καὶ µερικὰ στὴν Ἀνατολή, κυρίως ἀπὸ τὸν 19ο αἰώνα. Στὴν «καθ᾽ ἡµᾶς ἀνατολὴ» οἱ ἱστορικὲς συνθῆκες δὲν ἐπέτρεψαν ποτὲ τὴν κρατικοποίηση τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ᾽ ἀντίθετα τὴν πολιτειοκρατία προτεσταντικοῦ τύπου διὰ τῶν Βαυαρῶν καὶ τοῦ πραξικοπηµατικοῦ αὐτοκεφάλου τοῦ 1833. Ὅπου, µάλιστα, ἡ Ἐκκλησία ὡς ἱεραρχία, ἀποβαίνει ἐξουσιαστικὴ δύναµη, ὅπως στὸν Παπισµό, βρίσκεται συνεχῶς σὲ µιάν ἀντιπαλότητα πρὸς τὴν πολιτικὴ ἐξουσία. Ὀρθὰ δὲ ἐπισηµαίνει ὁ καθηγ. Χρ. Γιανναρᾶς, ὅτι ἡ ἐπιδίωξη ἐπιβολῆς τῶν «χριστιανικῶν ἀρχῶν» γιὰ τὴν ἠθικοποίηση τῆς κοινωνίας εἶναι ἡ πρώτη ἱστορικὰ ἔκφραση ὁλοκληρωτισµοῦ, ποὺ ὁδηγεῖ νοµοτελειακὰ στὴ δογµατοποίηση (προσοχή: αὐτὸ σηµαίνει ἀπόδοση σωτηριολογικοῦ χαραχτήρα) τῆς «Plenitudo Potestatis» καὶ τῆς ἀλάθητης ἡγεσίας. Παρόµοιες τάσεις δὲν λείπουν, βέβαια, καὶ στὴν Ἀνατολή, ἀλλὰ ἔµειναν εὐτυχῶς «τάσεις», ἀπορριπτόµενες ὡς πλάνη καὶ ἀντιχριστιανικότητα. Ὁ µοναχισµός, µάλιστα, ἤδη ἀπὸ τὸν 4° αἰώνα, παραµένει ἰδιαίτερα στὴν Ἀνατολὴ ἔµπρακτη δυναµικὴ διαµαρτυρία στὴν ἐκκοσµίκευση καὶ ἀγώνας µόνιµος γιὰ τὴ συνέχεια τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τρόπου ὑπάρξεως, τῆς διακονικῆς δηλαδὴ µαρτυρίας τῆς Ἐκκλησίας στὸν κόσµο. Οἱ κανόνες, ἐπίσης, τῆς συνοδικῆς παραδόσεως ἀναδιαγράφουν συν εχῶς τὰ ὅρια καὶ τὴν ποιότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς µαρτυρίας, ὥστε κάθε παρέκβαση νὰ κρίνεται αὐτόµατα ὡς ἀντιεκκλησιαστική, δηλαδὴ ἀντιχριστιανική.
3. Ὀξὺ ὅµως εἶναι καὶ τὸ πρόβληµα τῆς ἀντιµετωπίσεως ἐκκλησιαστικά τῆς δαιµονικῆς ἐπάρσεως τῆς κοσµικῆς ἐξουσίας, µὲ τὸν ἀπόλυτό της µάλιστα συχνὰ χαρακτήρα. Ὁ χριστιανὸς ἔχει συνείδηση, ὅτι δὲν εἶναι ἁπλὰ πολίτης τοῦ κόσµου, ἀλλὰ τῆς οὐράνιας βασιλείας. Τὸ «πολίτευµά» του εἶναι «ἐν οὐρανοῖς». Ἡ διαχρονικὴ ἐπιβίωση αὐτῆς τῆς συνειδήσεως διακριβώνεται στὸν Ἅγιο Κοσµᾶ τὸν Αἰτωλὸ (18ος αἰ.) στὴν ἀναφορά του στὴν «διπλὴ πατρίδα» τὴ «γήϊνη καὶ µαταία» ἐδῶ στὴ γῆ καὶ τὴν αἰώνια «ἐν οὐρανοῖς». Ἤδη τὸν β´ αἰ. ὁµολογεῖται (Πρὸς ∆ιόγνητον), ὅτι «οἱ χριστιανοὶ πείθονται τοῖς κειµένοις νόµοις καὶ (=ἀλλὰ) τοῖς ἰδίοις βίοις νικῶσι τοὺς νόµους». Ἡ νοµιµοφροσύνη, συνεπῶς, τοῦ Χριστιανοῦ δὲν εἶναι καρπὸς τῆς ἐπιβολῆς τῆς πολιτειακῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ τῆς ἐνοικούσης σ’ αὐτὸν χάριτος. Ὡς πολίτης τῆς οὐράνιας βασιλείας ὁ Χριστιανὸς εἶναι ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν κοσµικὴ ἐξουσία, διότι ἡ ὑποταγὴ του σ’ αὐτήν, «ἐν οἷς ἐντολῇ Θεοῦ µὴ ἐµποδίζηται» (Μ. Βασίλειος), εἶναι σχετικὴ καὶ πρόσκαιρη, ὅπως ἀποδεικνύει διαιώνια τὸ µαρτύριο, ὡς ἀντίσταση στὴν πολιτικὴ τυραννία.
Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνὸς

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2019



Χριστιανισμὸς καὶ ἐξουσία (α)
Ἡ στάση τῶν Τριῶν Μάγων ἔναντι τοῦ ἀσεβεστάτου Βασιλέως Ἡρώδου («δεινὸν παιδοκτόνον ἐγκατέλιπον παιζόµενον») θέτει τὸ πρόβληµα τῆς στάσεως τοῦ Χριστιανισµοῦ ὡς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στὴν κάθε µορφὴ Ἐξουσίας.
1. Οἱ σχέσεις ἐξουσίας κάθε µορφῆς εἶναι πάντα κεντρικὸ πρόβληµα τῆς κοινωνίας, στὸ ὁποῖο ἐµπλέκεται ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ πράγµατα ὁ χῶρος τῆς Θρησκείας. Μολονότι ὁ Χριστιανισµὸς στὴν αὐθεντική του ἔκφραση δὲν εἶναι θρήσκευµα –ἁπλὴ δηλαδὴ Ἱστορικὴ πραγµάτωση τοῦ φαινοµένου τῆς θρησκείας, ἀλλὰ «ὁδὸς», τρόπος δηλαδὴ ὑπάρξεως, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ «θέωση», ὅπως νοεῖται χριστιανικὰ ἡ σωτηρία, ἡ διαπλοκή του µὲ τὶς δοµὲς τοῦ κόσµου εἰσήγαγε στὴν ὀργάνωσή του καὶ τὴν ἔννοια τῆς ἐξουσίας.
Στὴν Ἐκκλησία, ὡς Σῶµα Χριστοῦ, ἀναγνωρίζεται ὁ θεόσδοτος χαραχτήρας τῆς ἐξουσίας, «ἵνα µὴ ὁ κόσµος εἰς ἀκοσµίαν ἐµπέσῃ», ἐλέγχεται ὅµως συχνὰ ἡ πτωτικὴ κατανόηση καὶ χρήση της. Γι᾽ αὐτὸ ὑπογραµµίζεται ἡ σχετικότητα καὶ ὁ πνευµατικός της χαραχτήρας γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Στὴν Κ.∆. φανερώνεται ἐξ ἄλλου ἡ δαιµονικότητα τῆς ἐξουσίας τοῦ κόσµου (πρβλ. τὸ διάλογο τοῦ Χριστοῦ µὲ τὸν Πιλάτο καὶ προβάλλεται ὁ διακονικὸς καὶ ἀπελευθερωτικὸς χαρακτήρας τῆς «ἐξουσίας» τοῦ Χριστοῦ. Παράλληλα, γίνεται δεκτὸς ὁ πρωτογενὴς χαρακτήρας τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, ὅµως διὰ τοῦ Χριστοῦ καθορίζεται καὶ ἡ στάση ἀπέναντί της µὲ τὸ γνωστὸ λόγιο «ἀπόδοτε τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ», ποὺ δείχνει τὴν ἱεράρχηση τῶν δύο ἐξουσιῶν καὶ τὴ διαφοροποίησή τους, ἀφοῦ, ἂν τὸ νόµιµο ἀνήκει στὸν καίσαρα, ὁ ἄνθρωπος ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἀνήκει ὁλόκληρος στὸ Θεό, ὡς νόµισµα ὄχι αὐτοκρατορικό, ἀλλὰ θεῖο. Ἡ ἀποστολικὴ πράξη –τέλος– ἐγκαινιάζει καὶ τὴ δυνατότητα ἀντιστάσεως (ἤ ἔστω ἀρνήσεως ὑποταγῆς) στὴ δαιµονοποιηµένη ἐξουσία («πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ µᾶλλον ἤ ἀνθρώποις»).
2. Ἡ πατερικὴ ποιµαντικὴ ἀντιµετωπίζει τὸ πρόβληµα τῆς ἱερατικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ὡς «ἰατρείου πνευµατικοῦ» –θεραπευτηρίου δηλαδὴ τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως– γιὰ τὴν ὑπέρβαση τῶν θρησκευτικῶν σχέσεων καὶ τὴ µεταµόρφωση τοῦ ἀνθρώπου σὲ «ναὸ Θεοῦ», κάτι πού διακονεῖ ἡ Ποιµαντικὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Μόνο πατερικὰ ἡ Ἐκκλησία διασῴζει τὸ σκοπό της, ποὺ εἶναι ἡ πρόσληψη σύνολης τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσµου γιὰ τὴ µεταµόρφωσή της σὲ εὐχαριστία καὶ κοινωνία. Ἡ Ἐκκλησία ὡς «σαγήνη» ἤ «ἀγρὸς» προσλαµβάνει ὅλο τὸ φάσµα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς (θεσµούς, ὀργάνωση τῆς κοινωνίας, πολιτική, γιὰ νὰ τὰ «ἐκκλησιοποιήσει», νὰ τὰ νοηµατοδοτήσει ἐν Χριστῷ, ἐκκεντρίζοντάς τα στὸ κυριακὸ σῶµα. Αὐτὸ ἐκφράζει πανηγυρικὰ ὁ µεγάλος ἐκκλησιαστικὸς ποιητὴς Ρωµανὸς ὁ Μελῳδὸς (6ος αἰ.), µεταπλάθοντας τὸ «µαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» τοῦ Ματθαίου σέ: «µαθητεύσατε ἔθνη καὶ βασιλέας», ποὺ σηµαίνει: «ἐκκλησιοποιήσατε» τὰ ἔθνη µὲ ὅλη τὴν πολιτειακὴ δοµή τους.
Στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶµα ἐνεργοποιεῖται µιά ἰδιότυπη ἐξουσία, διαµορφούµενη στὰ ὅρια τῆς εὐχαριστιακῆς σύναξης καὶ ἀσκούµενη µέσω τοῦ µυστηρίου τῆς ἱερωσύνης. Ἡ «ἱεραρχηµένη πολλαπλότητα», τῆς ἐν Χριστῷ κοινωνίας ἀποτρέπει τὴν ἀπολυτοποίησή της, ἀφοῦ ὅλων τῶν δοµῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώµατος ὑπέρκειται ἡ σύνοδος. (Γι’ αὐτὸ ἀπορρίπτεται ὀρθόδοξα ὁ παπικὸς θεσµός). Ὅπως ἐπεσήµανε δὲ ἤδη ὁ µεγάλος ἱστορικὸς Henry Gregoire, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διετήρησε τὸν δηµοκρατικότερο τρόπο ὑπάρξεως, ἐπιτυγχάνοντας µέσω τοῦ ἐπισκοπικοῦ συστήµατος τὴ µεγαλύτερη δυνατὴ ἀποκέντρωση καὶ µέσω τῆς συνοδικότητας τὴ δυνατότητα συλλογικῆς ἐκφράσεως. Ὅταν σῴζεται ἡ πατερικότητα, ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐξουσία παραµένει πνευµατικὴ καὶ αὐτὸ ἐκφράζει ἕνας λόγος τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόµου, γιὰ νὰ ἐλέγξει ἀσφαλῶς ὑπερβάσεις καὶ καταχρήσεις, ὄχι ἀσυνήθεις στὴν πτωτικότητά µας: «Οὐκ ἔστιν (στὴν Ἐκκλησία) ἀρχόντων τύφος, οὐδὲ ἀρχοµένων δουλοπρέπεια, ἀλλ’ ἀρχὴ πνευµατική, τούτῳ µάλιστα πλεονεκτοῦσα, τῷ τὸ πλέον τῶν πόνων, οὐ τῷ τὰς τιµάς πλείους ἐπιζητεῖν». Καὶ αὐτό, διότι «…πρόβατα καὶ ποιµένες πρὸς τὴν ἀνθρωπίνην εἰσὶ διαίρεσιν, πρὸς δὲ τὸν Χριστὸν πάντες πρόβατα». Ὅλο τὸ σῶµα (κληρικοί καί λαϊκοί), δὲν εἴµεθα παρὰ πρόβατα τοῦ µόνου ἀληθινοῦ Ποιµένος, τοῦ Χριστοῦ, καὶ «σύνδουλοι» ἐνώπιόν Του.
Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνὸς

Τετάρτη 22 Μαΐου 2019



Ἐκκλησία τῆς Ἀναστάσεως
Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δικαιώνει τῇ μοναδικότητα καὶ ἀποκλειστικότητά του ὡς Σωτῆρα, ἱκανοῦ νὰ ζωοποιήσει ἀληθινά, νὰ μεταγγίσει τὴν καταλύτρια τοῦ θανάτου ζωή του στὴ φθαρτὴ ζωή μας. Ἕνας ὁ Χριστός, μία ἡ Ἀνάσταση, μία –καὶ μοναδικὴ– καὶ ἡ δυνατότητα σωτηρίας - θεώσεως. Γι᾿ αὐτὸ καὶ προσανατολίζεται στὸν Χριστὸ ἡ προσδοκία γιὰ τὴν ὑπέρβαση τῶν ἀδιεξόδων, ποὺ συμπνίγουν τῇ ζωή μας. Στὸν ἕναν ὅμως Χριστό, τὸν Χριστὸ τῶν Ἁγίων, τὸν Χριστὸ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ ἀλλοιωμένος «Χριστὸς» τῶν αἱρέσεων, ἢ ὁ σχετικοποιημένος «Χριστὸς» τοῦ θρησκειακοῦ συγκρητισμοῦ τῆς νεοεποχικῆς πανθρησκείας, συνιστᾶ ἀπόρριψη τοῦ ἀληθινοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς προσφερόμενης ἀπὸ Αὐτὸν δυνατότητας σωτηρίας. Ὁ Χριστὸς τῆς Πίστεως τῶν Ἁγίων μας εἶναι ὁ Χριστὸς τῆς Ἱστορίας καὶ ἀποκλείει κάθε σύγχυσή του μὲ ὁποιαδήποτε λυτρωτικὰ ὑποκατάστατα, ποὺ ἐπινοοῦνται γιὰ τὴν παραπλάνηση τοῦ κόσμου. Διότι μόνο ἔτσι μπορεῖ ἡ πλάνη νὰ συντηρεῖ τὴν ἀπάτη, διευκολύνοντας τὴν κυριαρχία ἀντιχρίστων δυνάμεων, ποὺ μολονότι σκορπίζουν τὸν θάνατο ἐμφανίζονται ὡς «ἄγγελοι φωτὸς» καὶ «διάκονοι Δικαιοσύνης». Δὲν ξέρω γιατί στὸν λόγο αὐτὸ τοῦ Ἀπ. Παύλου τρέχει ἡ σκέψη μου, ὅταν γίνεται λόγος γιὰ «ἀνθρωπιστικὴ βοήθεια» ἢ «εἰρηνευτικὴ δύναμη» στοὺς καιρούς μας...
Μέσα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῶν Ἁγίων μας συνειδητοποιοῦμε πῶς δὲν ὑπάρχουν τραγικότερες ὑπάρξεις ἀπὸ τοὺς «μὴ ἔχοντας ἐλπίδα» – ἐλπίδα δηλαδὴ ἀναστάσεως. Διότι βλέπουν τὸν βιολογικὸ θάνατο ὡς τέλος καὶ καταστροφή τους. Σ᾿ αὐτὴ τὴν τραγικότητα ὑποκύπτει, δυστυχῶς, καὶ ἡ ἐπιστήμη, ἀναζητώντας ἀπεγνωσμένα μεθόδους γιὰ παράταση τῆς ζωῆς, μεταγγίζοντας τὴν ψευδαίσθηση ὑπερνίκησης κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο τοῦ φυσικοῦ θανάτου. Ἐξίσου ὅμως τραγικοὶ εἶναι καὶ ὅσοι –ἀκόμη καὶ χριστιανοὶ– παγιδεύονται στὰ στεγανὰ χιλιαστικῶν ὁραμάτων καθολικῆς εὐημερίας καὶ ἐνδοκοσμικῆς ἐσχατολογίας, χάνοντας τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς Ἀναστάσεως καὶ θυσιάζοντας τὸ ὑπερκόσμιο στὸ ἐνδοκοσμικὸ καὶ τὸ αἰώνιο στὸ καιρικό.
Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου καὶ συνόλης τῆς κτίσεως ἀποκτᾶ νόημα μόνο στὸ πλαίσιο τῆς ἁγιοπατερικῆς σωτηριολογίας. Στὴ συσταύρωση, δηλαδή, καὶ συνανάσταση μὲ τὸν Χριστό. Ἔτσι ζεῖ τὴν Ἀνάσταση καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς στὴν ἱστορική του πορεία. Πιστὴ στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἡ Ὀρθοδοξία ἔχει χαρακτηριστεῖ, ὅπως ἐλέχθη, «Ἐκκλησία τῆς Ἀναστάσεως», διότι στὴν Ἀνάσταση οἰκοδομεῖ ὅλη τὴν ἱστορική της παρουσία, ἐμβολιάζοντας στὴ συνείδηση τῶν λαῶν τῆς τὴν ἀναστάσιμη ἐλπίδα, κάτι ποὺ φαίνεται στὴν πολιτισμική τους συνέχεια. Ἕνας ἀπὸ τοὺς ὀρθοδόξους λαοὺς καὶ ὁ ἑλληνικὸς ἔμαθε νὰ διαλύει στὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως τὰ σκοτάδια τῆς δουλείας του, ὅπως στὴν Τουρκοκρατία, ποὺ στὸ «Χριστὸς ἀνέστη» δὲν κουραζόταν νὰ προσθέτει: «Καὶ ἡ Ἑλλὰς ἀνέστη»!
Σ᾿ αὐτὸ τὸ νοηματικὸ πλαίσιο κινεῖται ἡ ἐλπιδοφόρα ἐκείνη πρόσκληση: «Δεῦτε λάβετε φῶς»! Εἶναι πρόσκληση στὸ ἀναστάσιμο ἄκτιστο φῶς τῆς θεότητος, ποὺ τὸ δέχονται μόνο ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουν καθαρίσει τὴν καρδιά τους. «Ἀθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις καὶ ὀψόμεθα τῷ ἀπροσίτῳ φωτὶ τῆς ἀναστάσεως Χριστὸν ἐξαστράπτοντα...». Χωρὶς μετάνοια δὲν μπορεῖ νὰ κοινωνήσει κανεὶς τὸ ἀναστάσιμο φῶς. Μετάνοια εἶναι ὑπέρβαση τῆς ἁμαρτίας, τῆς αἰτίας κάθε θανάτου. Ἡ Ὀρθοδοξία διασώζει στὰ πρόσωπα τῶν Ἁγίων της τὸν τρόπο τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας, ποὺ ὁδηγεῖ στὸν θάνατο τοῦ «παλαιοῦ ἀνθρώπου» καὶ στὴν προσωπικὴ ἀνάστασή μας. Αὐτὸ μας ὑπενθυμίζει διαρκῶς ὁ περίεργος στὰ ὦτα τῶν ἀμυήτων μοναστηριακὸς ἐκεῖνος λόγος: «Ἐὰν πεθάνεις, πρὶν πεθάνεις, δὲν θὰ πεθάνεις, ὅταν πεθάνεις»! Χριστὸς Ἀνέστη!
Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνὸς

Δευτέρα 4 Μαΐου 2015


Καποδίστριας
Πολλοί ἔχουν πεῖ πώς ὁ Καποδίστριας ἦταν ἕνας Εὐρωπαϊστής, ἕνας ἄνθρωπος πού «ἤθελε νά μετατρέψει τούς Ρωμηούς σέ Ἕλληνες», ἰσχύει ὅμως κάτι τέτοιο;
Τό 1819 γράφει στόν πατέρα του: «Εἶναι ἔργον μοναδικόν τῆς προστασίας τοῦ Θεοῦ καί τῶν θαυματουργῶν Ἁγίων πού ἀναξίως ἐπεκαλέσθην μέ δάκρυα εἰλικρινοῦς καρδίας καί ἀφοσιωμένης», προσθέτοντας τήν φράση: «Πίπτων εἰς τούς πόδας τοῦ Θαυματουργοῦ Ἁγίου μας καί τῆς Ἀειπαρθένου Πλατυτέρας (=Θεοτόκου)». Εἶναι ἔκδηλη ἡ ἡσυχαστική του συνείδηση σέ ἕνα ἰδιωτικό γράμμα πού τοῦ ἐπιτρέπει νά ἀποκαλύψει τά μύχια της καρδιᾶς του. Εἶναι δέ γεγονός ὅτι ἔβλεπε τήν ἱστορική ὕπαρξη τοῦ Γένους ζυμωμένη μέ τήν πίστη.
Γράφει σέ ἄλλη περίπτωση: «Ἡ Χριστιανική Θρησκεία ἐσυντήρησεν εἰς τούς Ἕλληνας καί γλώσσα καί πατρίδα καί ἀρχαίας ἐνδόξους ἀναμνήσεις καί ἐξαναχάρισεν εἰς αὐτούς τήν πολιτικήν ὕπαρξιν τῆς ὁποίας εἶναι στύλος καί ἑδραίωμα». Συνδύαζε δηλαδή ὁ Καποδίστριας τήν ἀνάσταση καί τήν ἱστορική συνέχεια τοῦ Ἔθνους, ὄχι μέ τήν Εὐρώπη καί τήν ὁποιαδήποτε βοήθειά της, ἀλλά μέ τήν παράδοση τοῦ γένους καί τά πνευματικά ἀποθέματά του. Ἀνάλογα θά δηλώσει καί στόν J. B. Georges Bory de Saint Vincent: «Πρῶτα εἶμαι Ἕλληνας... γιατί γεννήθηκα σέ αὐτή τήν χώρα... Εἶμαι Ἕλληνας ἀπό πατέρα καί μητέρα. Εἶμαι μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ πού μοῦ ἀνέθεσε τήν κυβέρνησιν αὐτοῦ τοῦ πτωχοῦ λαοῦ... Εἶμαι Ἕλληνας ἐκ γενετῆς, ἀπό καθαρή ἀγάπη, ἀπό αἴσθημα, ἀπό καθῆκον καί ἀπό Θρησκεία».
Ἡ ἀποστασιοποίησή του ἀπό τό φράγκικο περιβάλλον τῆς γενέτειράς του εἶναι τόσο ἐμφανής τό 1815 ὥστε νά δικαιώνεται ὁ χαρακτηρισμός του ἀπό τόν Π. Χριστόπουλο ὡς «ταξικοῦ ἀποστάτου». Παρατηρεῖ ὁ Καποδίστριας: «Ἡ ἑνετική πολιτεία ἐκυβέρνα τάς Ἰονίους νήσους μέ τό σύστημα τῆς διαφθορᾶς. Οἱ Ἀντιπρόσωποι ἐκλέγοντο ἐκ τῆς κλάσεως (=τάξεως) τῶν εὐγενῶν ἀρχόντων ἥτις ἦτο ἡ εὐκαταφρονεστέρα καί ἡ μᾶλλον διεφθαρμένη δί’ ἀνηθικότητα καί ἐλεεινότητα... Ἡ πολιτεία τῆς Βενετίας ἐφοβεῖτο τό ἔξοχον τῆς φυσικῆς μεγαλοφυΐας τῶν Ἑλλήνων καί ἐπροσπάθει νά τό καταβάλη μέ τήν ἀμάθειαν». Ἦταν εὐγενής στήν καταγωγή, ἀλλά Ρωμηός στήν καρδιά!
Ὁ Καποδίστριας γνώριζε καί τίς ἀρρώστιες τῆς Εὐρώπης, κάτι πού θά τό ἐκφράσει σαφέστερα καί συχνότερα κατά τήν πολιτική του δράση στήν Ἑλλάδα. Στό πρόσωπο τοῦ Μεττερνιχ ἀντιμετώπισε τήν μεσαιωνική Εὐρωπαϊκή τυραννία, πού προσπαθοῦσε νά ἐπιβιώσει. Στό πρόσωπο τοῦ Βοναπάρτη καί τῆς μετεπαναστατικῆς Γαλλίας πολέμησε τήν ἀλλοτριωμένη δημοκρατία πού ὡς ἀστισμός ὑποκατέστησε τήν κληρονομική ὀλιγαρχία μέ τήν οἰκονομική. Αὐτό ἐκφράζει τό 1815: «ἔχομεν ἤδη τήν ἀπόδειξιν τούτου εἰς τάς ταχείας ἐπιτυχίας τῆς κακοηθείας καί τῆς δολιότητος τῶν Γάλλων. Δέν εἶναι εἷς μόνον ἀνήρ, τόν ὁποῖον ἡ Εὐρώπη εἶναι ἀποφασισμένη νά πολεμήσει. Εἶναι μία γενεά ἀνθρώπων χωρίς θρησκείαν, χωρίς τιμήν, χωρίς πατρίδα, χωρίς ἀρχάς, μία γενεά τήν ὁποία πρέπει νά τιμωρήσωμεν καί νά διορθώσωμεν». Διατηρώντας τήν ἀρχαία Ἑλληνική ἀρετή πού διατυπώνει ὁ Πλάτων στήν Ἐπινομίδα του «ὅ,τι περ ἄν Ἕλληνες Βαρβάρων παραλάβωσι, κάλλιον τοῦτο εἰς τέλος ἀπεργάζονται», προσέλαβε ἐπιλεκτικά στοιχεῖα ἀπό τήν εὐρωπαϊκή πραγματικότητα, ἀλλ’ ὄχι τήν Εὐρώπη στό σύνολό της.
Γι’ αὐτό θά ἐπιδιώκει ἡ νεολαία, πού μέ τήν συνδρομή του σπούδαζε στήν Ἐλβετία, «νά σχηματισθῆ πρῶτον ἑλληνιστί καί ὄχι ἐλβετιστί ἤ γαλλιστί. Ἡ Ἑλλάς πρέπει πρῶτον νά μορφώνη Ἑλληνικῶς τήν ἁπαλήν ψυχήν τῶν τέκνων της. Ἡ δέ Εὐρώπη νά τελειοποιῆ ὕστερον τούς ἤδη ἐσχηματισμένους νέους». Ἡ αἰτία δηλώνεται στήν ἑπόμενη φράση: «Οὕτω τό Ἔθνος φυλάττει τόν ἐθνικόν χαρακτήρα του, δέν νοθεύεται».
Ἄν δέν γνωρίζαμε πώς τό γράμμα ἀνήκει στόν Καποδίστρια, θά μποροῦσε ἀβίαστα νά ἀποδοθεῖ σέ κάποιον ἀπό τούς Κολλυβάδες Πατέρες!

π. Γεώργιος Μεταλληνὸς

Παρασκευή 24 Απριλίου 2015


Ἐκκλησία καὶ Ἔθνος
Ἡ συμμετοχὴ τοῦ Ῥάσου στοὺς ἐθνικούς μας ἀγῶνες δὲν εἶναι ἀσφαλῶς ὁ μοναδικὸς λόγος τῆς παρουσίας τοῦ Κλήρου στὴν κοινωνία μας. Κύρια ἀποστολὴ τοῦ Ῥάσου εἶναι τὸ ἔργο τοῦ ἰατροῦ στὸ «Πνευματικὸν Ἰατρεῖον» τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν πνευματικὴ καὶ ὑπαρκτικὴ ἀποκατάσταση τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ θεωρεῖται ὡς ἕνας συμβατικὸς θεσμός, κοινωνικοῦ χαρακτήρα, μέσα στὸν ὑπόλοιπο κρατικὸ καὶ ἐθνικὸ βίο, μὲ σκοπὸ νὰ σῴζει ἁπλῶς τὴν ἱστορικὴ διάσταση.
Ἐν τούτοις ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ μάλιστα ἡ Ἑλλαδική, πρωτοστατεῖ σ᾿ ὅλους τοὺς ἀπελευθερωτικούς μας ἀγῶνες. Γιατί; Διότι τοῦτο ἀπορρέει ἀπὸ τὴν πίστη της γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο. Ἡ Ὀρθοδοξία βλέπει τὴν ἐλευθερία ὡς τὸ φυσικὸ κλίμα ἀναπτύξεως καὶ πραγματώσεως, τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Πραγματικὴ δὲ ἐλευθερία εἶναι ἡ δυνατότητα κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους του, σὲ βαθμὸ γνησιότητας, πληρότητας καὶ αὐθεντικότητας, ἔξω δηλαδὴ ἀπὸ κάθε ἀναγκαστικότητα. Ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία ἐντάσσεται στὰ πλαίσια τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καὶ εἶναι (καὶ ὡς ἐθνική-κοινωνική) ἔννοια καθαρὰ θεολογικὴ-ἐκκλησιαστική.
Ὁ Ὀρθόδοξος Κλῆρος δὲν μπορεῖ νὰ μὴ συμμετάσχει στοὺς ἐθνικοὺς-ἀπελευθερωτικοὺς ἀγῶνες, διότι τὸ ἔργο του καὶ στὴν περίοδο τῆς εἰρήνης εἶναι ἀπελευθερωτικό. Ἀγώνας γιὰ τὴν καταξίωση τοῦ Ῥωμηοῦ, ὡς ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἐσωτερικῆς δουλείας, τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἐσωτερικὴ δὲ δουλεία κατὰ κύριο λόγο ἐπιφέρει καὶ τὴν ἐξωτερική. Διότι δουλεία δὲν εἶναι, κυρίως, ἡ ἀναγκαστικὴ ὑποταγή, ἀλλὰ ἡ ἐσωτερικὴ ὑποταγὴ καὶ ταύτιση μὲ τὸν κατακτητή, ἡ νέκρωση τοῦ πνεύματος ἀντιστάσεως καὶ τοῦ ψυχικοῦ δυναμισμοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ πιστεύουμε, ὅτι ἡ σημαντικότερη προσφορὰ τοῦ Ῥάσου στὸ Ἔθνος μας δὲν ἦταν τόσο ἡ συμμετοχὴ τοῦ Κλήρου στὶς ἔνοπλες ἐξεγέρσεις καὶ συγκρούσεις, ὅσο ἡ συμβολὴ τοῦ Ῥάσου στὴ συντήρηση τοῦ ἑλληνορθοδόξου φρονήματος τοῦ Γένους καὶ τῆς ἀγάπης του πρὸς τὴν ἐλευθερία. Χωρὶς αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει Εἰκοσιένα.

π. Γεώργιος Μεταλληνὸς

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015


Αὐτὴ εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία
α) Ἡ Ἐκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ, λειτουργεῖ ὡς θεραπευτήριο-Νοσοκομεῖο. Διαφορετικὰ δὲν εἶναι Ἐκκλησία ἀλλὰ θρησκεία. Οἱ κληρικοί, ἐκλεγόταν ἀρχικὰ ἀπὸ τοὺς θεραπευμένους, γιὰ νὰ λειτουργοῦν ὡς θεραπευτές. Ἡ θεραπευτικὴ λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας σῴζεται σήμερα κυρίως στὶς Μονές, ποὺ ἀντέχοντας ἀκόμη στὴν ἐκκοσμίκευση (secularism) συνεχίζουν τὴν Ἐκκλησία τῶν Ἀποστολικῶν χρόνων.
β) Οἱ ἐπιστήμονες τῆς Ἐκκλησιαστικῆς θεραπείας εἶναι ἤδη θεραπευμένοι. Ὅποιος δὲν ἔχει ἐμπειρία τῆς θεραπείας δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι θεραπευτής. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ διαφορὰ μεταξὺ ποιμαντικῆς θεραπευτικῆς καὶ ἰατρικῆς ἐπιστήμης. Οἱ ἐπιστήμονες τῆς ἰατρικῆς θεραπευτικῆς (Πατέρες καὶ Μητέρες) ἀναδεικνύουν ἄλλους θεραπευτές, ὅπως οἱ Καθηγητὲς τῆς Ἰατρικῆς ἀναδεικνύουν τοὺς διαδόχους τους.
γ) Ὁ περιορισμὸς της Ἐκκλησίας στὴν ἁπλὴ συγχώρηση ἁμαρτιῶν γιὰ τὴν εἴσοδο μετὰ θάνατον στον παράδεισο συνιστᾷ ἀλλοτρίωση καὶ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ νὰ συγχωρεῖ ἡ ἰατρικὴ ἐπιστήμη τὸν ἀσθενῆ, γιὰ νὰ θεραπευθεῖ μετὰ θάνατον! Ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ στείλει κάποιον στὸν παράδεισο ἢ στὴν κόλαση. Παράδεισος καὶ κόλαση, ἄλλωστε, δὲν εἶναι τόποι, ἀλλὰ τρόποι ὑπάρξεως. Ἡ Ἐκκλησία, θεραπεύοντας τὸν ἄνθρωπο, τὸν προετοιμάζει νὰ βλέπει τὸν Χριστὸ αἰώνια μέσα στὸ ἄκτιστο Φῶς Του ὡς παράδεισος καὶ ὄχι ὡς κόλαση, δηλαδὴ «πῦρ καταναλίσκον». Καὶ αὐτό, φυσικά, ἀφορᾷ σὲ κάθε ἄνθρωπο, διότι ΟΛΟΙ οἱ ἄνθρωποι θὰ βλέπουν αἰώνια τὸν Χριστό, ὡς «Κριτή» τοῦ κόσμου.
δ) Ἡ ἐγκυρότητα τῆς ἐπιστήμης τεκμηριώνεται ἀπὸ τὴν ἐπίτευξη τῶν στόχων της (π.χ. στὴν ἰατρική, ἀπὸ τὴ θεραπεία τοῦ ἀσθενοῦς). Ἔτσι, διαφοροποιεῖται ἡ αὐθεντικὴ ἐπιστημονικὴ ἰατρικὴ ἀπὸ τὸν κομπογιαννιτισμό. Κριτήριο τῆς ποιμαντικῆς θεραπευτικῆς της Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἐπίτευξη τῆς πνευματικῆς θεραπείας, μὲ τὸ ἄνοιγμα τῆς πορείας πρὸς τὴν θέωση. Ἡ θεραπεία δὲν μετατίθεται στὴν μεταθανάτια ζωή, ἀλλὰ συντελεῖται στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου σ᾿ αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμο (hinc et nunc). Αὐτὸ διαπιστώνεται ἀπὸ τὰ ἄφθαρτα λείψανα τῶν Ἁγίων, ποὺ νικοῦν τὴν βιολογικὴ φθορά, ὅπως αὐτὰ τῶν Ἁγίων τῆς Ἑπτανήσου: Σπυρίδωνος, Γερασίμου, Διονυσίου καὶ Θεοδώρας τῆς Αὐγούστας. Τὰ ἄφθαρτα ἱερὰ λείψανα εἶναι στὴ παράδοσή μας οἱ ἀδιαφιλονείκητες τεκμηριώσεις τῆς θεώσεως, τῆς ὁλοκληρώσεως δηλαδὴ τῆς ἀσκητικῆς θεραπευτικῆς τῆς Ἐκκλησίας. Θὰ παρακαλοῦσα δὲ τὸν ἰατρικὸ κόσμο τῆς Χώρας μας νὰ προσέξει ἰδιαίτερα τὴν περίπτωση τῶν ἀκεραίων ἱερῶν λειψάνων, διότι ὄχι μόνο δὲν ἔχουν δεχτεῖ ἐπιστημονικὴ ἐπέμβαση, ἀλλὰ φανερώνεται σ᾿ αὐτὰ ἡ ἐνέργεια τῆς θεϊκῆς Χάρης, διότι τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ἀρχίζει ἡ διάλυση τοῦ κυτταρικοῦ συστήματος, σταματᾷ αὐτόματα καὶ ἀντὶ δυσοσμίας ἐκπέμπεται εὐωδία. Περιορίζομαι στὰ ἰατρικὰ συμπτώματα, καὶ δὲν ἐπεκτείνομαι στὰ θαύματα ὡς ἀποδείξεις τῆς θεώσεως διότι ἀνήκουν σὲ ἄλλη σφαῖρα.
ε) Τὰ ἱερὰ κείμενα τῆς Ἐκκλησίας (Γραφή, συνοδικὰ καὶ πατερικὰ κείμενα) δὲν κωδικοποιοῦν κάποια Χριστιανικὴ ἰδεολογία, ἀλλὰ ἔχουν θεραπευτικὸ χαρακτῆρα λειτουργώντας ὅπως τὰ πανεπιστημιακὰ συγγράμματα στὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη. Αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τὰ λειτουργικὰ κείμενα, λ.χ. τὶς Εὐχές. Ἡ ἁπλὴ ἀνάγνωση μιᾶς Εὐχῆς (προσευχῆς), χωρὶς παράλληλη ἔνταξη τοῦ πιστοῦ στὴ θεραπευτικὴ διαδικασία τῆς Ἐκκλησίας, δὲν θὰ διέφερε ἀπὸ τὴν περίπτωση ποὺ ὁ ἀσθενὴς καταφεύγει στὸν γιατρὸ μὲ ἰσχυροὺς πόνους, καὶ ἐκεῖνος ἀντὶ νὰ ἐπέμβει δραστικά, περιορίζεται στὸ νὰ τὸν ξαπλώσει στὸ χειρουργικὸ κρεβάτι καὶ νὰ τοῦ διαβάσει τὸ σχετικὸ μὲ τὴ νόσο του κεφάλαιο.
Αὐτὴ μὲ λίγα λόγια εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Δὲν ἔχει σημασία ἂν τὴν ἀποδέχεται κανεὶς ἢ ὄχι. Ἀναφερόμενος ὅμως σὲ ἐπιστήμονες προσπάθησα, ὡς ἐν ἐπιστήμῃ συνάδελφος, νὰ ἀπαντήσω ἐπιστημονικὰ στὸ ἐρώτημα «τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία». Κάθε ἄλλη ἐκδοχὴ γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ συνιστᾷ παραποίηση καὶ διαστροφή του, ἔστω καὶ ἂν θέλει νὰ προβάλλεται σὰν Ὀρθοδοξία.

π. Γεώργιος Μεταλληνός

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2015


Τόσο ἐνοχλητικὸς
Ὁ Καποδίστριας, ὡς πολιτικὸς σπουδασμένος στὴ Δύση (Παντοβα), ἀσκημένος στὰ δυτικὰ ἀνακτοβούλια, καὶ συνεπῶς εὐρωπαῖος, ἔγινε δεκτὸς ἀρχικὰ ἀπὸ τὶς μεγάλες δυνάμεις, μολονότι συγκρατημένα ἀπὸ μερικές, ὅπως ἡ Ἀγγλία. Παρακολουθοῦσαν ὅμως τὴν ἐκδίπλωση τοῦ προγράμματός του γιὰ νὰ διαπιστώσουν τοὺς ἄδηλους στόχους του.
Ὅταν, ἔτσι, διαπιστώθηκε ἡ ῥωμαίικη -ἑλληνορθόδοξη δηλαδὴ- γραμμὴ πλεύσεώς του, ἐπιστρατεύθηκαν ὅλα τὰ διατιθέμενα ἀπὸ τὴ διπλωματία μέσα γιὰ τὴν ἐξόντωσή του. Ἡ Ἀγγλία, κυρίως, ὀργάνωσε μυστικὴ ἐκστρατεία ἐναντίον του, χρησιμοποιώντας τὰ ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος ὄργανά της. Τὰ Ἀρχεῖα τοῦ Foreign Office καὶ τοῦ Colonial Office (στὸ Kew Gardens τοῦ Λονδίνου) προσφέρουν πληθώρα στοιχείων, ποὺ ἀποκαλύπτουν τὴν κίνηση τῶν νημάτων τῆς ἀντικαποδιστριακῆς δημαγωγίας ἀπὸ τὰ ἀγγλοκρατούμενα Ἑπτάνησα.
Ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, τόσο ἐνοχλητικὸς γινόταν ὁ Καποδίστριας γιὰ τὴν φράγκικη καὶ μόνιμα ἀντιστρατευόμενη τὴν Ὀρθοδοξία Εὐρώπη. Θρεμμένος μὲ τὶς ἑλληνορθόδοξες παραδόσεις τῆς ἠπειρώτισσας μητέρας του (Ἀδαμαντίας), ἦταν δεμένος μὲ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα, βλέποντάς το ὡς κιβωτὸ σύνολης τῆς ζωῆς καί, συνεπῶς, ὡς «περιέχον» καὶ τὴν πνευματικὴ καὶ τὴν πολιτικὴ ζωὴ τοῦ Ἔθνους/Γένους. Τὸ γεγονὸς μάλιστα, ὅτι δύο ἀπὸ τὶς ἀδελφές του ἔγιναν ὀρθόδοξες μοναχές, τί ἄλλο φανερώνει ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικότητα τῆς οἰκογενείας του;
Ἔτσι, καὶ ἂν ἀκόμη κατὰ τὴν παραμονή του στὴν Εὐρώπη, ὡς εὐφυὴς καὶ ἱκανὸς διπλωμάτης, κατόρθωνε νὰ συγκαλύπτει τὸ ἀληθινὸ φρόνημά του, ὅταν ἀνέλαβε τὰ ἡνία τῆς ἀνοργάνωτης ἑλληνικῆς πολιτείας, δὲν εἶχε λόγο νὰ ἀποκρύψει τοὺς ἀληθινοὺς στόχους του. Ἤδη ἡ πρώτη προκήρυξή του πρὸς τὸν ἑλληνικὸ λαὸ ἄρχιζε μὲ τὴ φράση: «Ἐὰν ὁ Θεὸς μεθ᾿ ἡμῶν, οὐδεὶς καθ᾿ ἡμῶν».
Ἦταν γνωστή, ἄλλωστε, ἡ ἀντίθεση τοῦ Καποδίστρια πρὸς τὴν Γαλλικὴ Ἐπανάσταση (1789) καὶ κυρίως τὶς ἀντιθρησκευτικὲς ἀρχές της. Καὶ αὐτὸ δὲν φαίνεται νὰ τὸ λαμβάνουν σοβαρὰ ὑπ᾿ ὄψιν ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἐπιμένουν, ὅτι ὑπῆρξε «τέκτων κανονικὸς», χωρὶς βέβαια ἐπάρκεια στοιχείων, λησμονώντας, ὅτι ὡς διπλωμάτης ὁ Καποδίστριας συνανατρεφόταν τοὺς πάντας, ἀλλὰ δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ ἀνήκει ὁλόκληρος στὴν Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία διεκδικεῖ «μοναδικότητα» καὶ «ἀποκλειστικότητα» στὴ συνείδηση καὶ ζωὴ τοῦ ἄνθρωπου. Ὅπως ἐπίσης δὲν λαμβάνεται ὑπ᾿ ὄψιν καὶ ἡ ἀρνητικὴ στάση του ἀπέναντι στὴ Μασονία καὶ κάθε μυστικὴ ὀργάνωση κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀσκήσεως τῆς ἐξουσίας του.
Ὁ Καποδίστριας ἔβλεπε ζυμωμένη τὴν ὕπαρξη τοῦ Ἔθνους μὲ τὴν Ὀρθοδοξία, τὴν ζωτικὴ πνοὴ καὶ ἀναστάσιμη δύναμή του: «Ἡ χριστιανικὴ θρησκεία (ὡς Ὀρθοδοξία), ἔλεγε, ἐσυντήρησεν εἰς τοὺς Ἕλληνας καὶ γλώσσαν καὶ πατρίδα καὶ ἀρχαίας ἔνδοξους ἀναμνήσεις καὶ ἐξαναχάρισεν εἰς αὐτοὺς τὴν πολιτικὴν ὕπαρξιν, τῆς ὁποίας εἶναι στύλος καὶ ἑδραίωμα».

π. Γεώργιος Μεταλληνός

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014


Ὁ Κυβερνήτης 
Ὁ Καποδίστριας, ὡς πολιτικὸς σπουδασμένος στὴ Δύση (Πάντοβα), ἀσκημένος στὰ δυτικὰ ἀνακτοβούλια, καὶ συνεπῶς εὐρωπαῖος, ἔγινε δεκτὸς ἀρχικὰ ἀπὸ τὶς μεγάλες δυνάμεις, μολονότι συγκρατημένα ἀπὸ μερικές, ὅπως ἡ Ἀγγλία. Παρακολουθοῦσαν ὅμως τὴν ἐκδίπλωση τοῦ προγράμματός του γιὰ νὰ διαπιστώσουν τοὺς ἂδηλους στόχους του. Ὅταν, ἔτσι, διαπιστώθηκε ἡ ρωμαίικη -ἑλληνορθόδοξη δηλαδὴ- γραμμὴ πλεύσεώς του, ἐπιστρατεύθηκαν ὅλα τὰ διατιθέμενα ἀπὸ τὴ διπλωματία μέσα γιὰ τὴν ἐξόντωσή του. Ἡ Ἀγγλία, κυρίως, ὀργάνωσε μυστικὴ ἐκστρατεία ἐναντίον του, χρησιμοποιώντας τὰ ἐντός τῆς Ἑλλάδος ὄργανά της. Τὰ Ἀρχεῖα τοῦ Foreign Office καὶ τοῦ Colonial Office (στὸ Kew Gardens τοῦ Λονδίνου) προσφέρουν πληθώρα στοιχείων, ποὺ ἀποκαλύπτουν τὴν κίνηση τῶν νημάτων τῆς ἀντικαποδιστριακῆς δημαγωγίας ἀπὸ τὰ ἀγγλοκρατούμενα Ἑπτάνησα.
Ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, τόσο ἐνοχλητικὸς γινόταν ὁ Καποδίστριας γιὰ τὴν φράγκικη καὶ μόνιμα ἀντιστρατευόμενη τὴν Ὀρθοδοξία Εὐρώπη. Θρεμμένος μὲ τὶς ἑλληνορθόδοξες παραδόσεις τῆς ἠπειρώτισσας μητέρας του (Ἀδαμαντίας), ἦταν δεμένος μὲ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα, βλέποντάς το ὡς κιβωτὸ συνόλης τῆς ζωῆς καί, συνεπῶς, ὡς «περιέχον» καὶ τὴν πνευματικὴ καὶ τὴν πολιτικὴ ζωὴ τοῦ Ἔθνους/Γένους. Τὸ γεγονὸς μάλιστα, ὅτι δύο ἀπὸ τὶς ἀδελφές του ἔγιναν ὀρθόδοξες μοναχές, τί ἄλλο φανερώνει ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικότητα τῆς οἰκογενείας του; Ἔτσι, καὶ ἂν ἀκόμη κατὰ τὴν παραμονή του στὴν Εὐρώπη, ὡς εὐφυὴς καὶ ἱκανὸς διπλωμάτης, κατόρθωνε νὰ συγκαλύπτει τὸ ἀληθινὸ φρόνημά του, ὅταν ἀνέλαβε τὰ ἡνία τῆς ἀνοργάνωτης ἑλληνικῆς πολιτείας, δὲν εἶχε λόγο νὰ ἀποκρύψει τοὺς ἀληθινοὺς στόχους του. Ἤδη ἡ πρώτη προκήρυξή του πρὸς τὸν ἑλληνικὸ λαὸ ἄρχιζε μὲ τὴ φράση: «Ἐὰν ὁ Θεὸς μεθ' ἠμῶν, οὐδεὶς καθ' ἡμῶν».
Ἦταν γνωστή, ἄλλωστε, ἡ ἀντίθεση τοῦ Καποδίστρια πρὸς τὴν Γαλλικὴ Ἐπανάσταση (1789) καὶ κυρίως τὶς ἀντιθρησκευτικὲς ἀρχές της. Καὶ αὐτὸ δὲν φαίνεται νὰ τὸ λαμβάνουν σοβαρὰ ὑπ' ὄψιν ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἐπιμένουν, ὅτι ὑπῆρξε «τέκτων κανονικὸς», χωρὶς βέβαια ἐπάρκεια στοιχείων, λησμονώντας, ὅτι ὡς διπλωμάτης ὁ Καποδίστριας συνανατρεφόταν τοὺς πάντας, ἀλλὰ δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ ἀνήκει ὁλόκληρος στὴν Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία διεκδικεῖ «μοναδικότητα» καὶ «ἀποκλειστικότητα» στὴ συνείδηση καὶ ζωὴ τοῦ ἄνθρωπου. Ὅπως ἐπίσης δὲν λαμβάνεται ὑπ' ὄψιν καὶ ἡ ἀρνητικὴ στάση του ἀπέναντι στὴ Μασονία καὶ κάθε μυστικὴ ὀργάνωση κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀσκήσεως τῆς ἐξουσίας του. Ὁ Καποδίστριας ἔβλεπε ζυμωμένη τὴν ὕπαρξη τοῦ Ἔθνους μὲ τὴν Ὀρθοδοξία, τὴν ζωτικὴ πνοὴ καὶ ἀναστάσιμη δύναμή του: «Ἡ χριστιανικὴ θρησκεία (ὡς Ὀρθοδοξία) ἔλεγε ἐσυντήρησεν εἰς τοὺς Ἕλληνας καὶ γλῶσσαν καὶ πατρίδα καὶ ἀρχαίας ἐνδόξους ἀναμνήσεις καὶ ἐξαναχάρισεν εἰς αὐτοὺς τὴν πολιτικὴν ὕπαρξιν, τῆς ὁποίας εἶναι στύλος καὶ ἑδραίωμα».

π.  Γεώργιος Μεταλληνός