Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2024
Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2024
Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2024
Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2024
Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2024
Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2024
κι ἀρχίζει τίς μανοῦβρες «βίρα-μάϊνα»
Τήν ἄγκυρα φουντάρει στίς κουκουναριές
φορτώνει φρέσκο ἀέρα κι ἀπ᾿ τίς δυό μεριές
Εἶναι ἀπό μαύρη πέτρα κι εἶναι ἀπ᾿ ὄνειρο
κι ἔχει λοστρόμο ἀθῶο ναύτη πονηρό
Ἀπό τά βάθη φτάνει τούς παλιούς καιρούς
βάσανα ξεφορτώνει κι ἀναστεναγμούς
Ἔλα Χριστέ καί Κύριε λέω κι ἀπορῶ
τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο
Χρόνους μᾶς ταξιδεύει δέ βουλιάξαμε
χίλιους καπεταναίους τούς ἀλλάξαμε
Κατακλυσμούς ποτέ δέ λογαριάσαμε
μπήκαμε μές στά ὅλα καί περάσαμε
Κι ἔχουμε στό κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινό τόν Ἥλιο τόν Ἡλιάτορα!
Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2024
Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2024
Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2024
Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2024
Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2024
στὰ παραθύρια κάθεται, τοὺς κάμπους ἀγναντεύει
κι᾿ ἀναστενάζει ἀπ᾿ τὴν καρδιὰ καὶ μὲ τὸ νοῦ της λέει:
- Μάνα μὲ κακοπάντρεψες καὶ μ᾿ ἔδωκες σὲ κλέφτη,
ποὺ βρίσκεται στὸν πόλεμο ἀπ᾿ τὴν αὐγὴ ὡς τὸ βράδυ,
κι᾿ ἀπὸ τὸ βράδυ ὡς τὴν αὐγὴ φυλάει στὸ καραοῦλι,
καὶ δὲν τὸν εἶδα μιὰ φορὰ νὰ κοιμηθῇ σιμά μου.
Ἐγὼ τουφέκια σκιάζουμαι, τ᾿ ἄρματα ἐγὼ τὰ τρέμω.,
γιὰ νὰ τὰ ζώσω στὸ κορμὶ νὰ πάω ἀπὸ κοντά του,
κ᾿ ἐχτίκιασαν τὰ στήθια μου, ἐμάλλιασε ἡ καρδιά μου,
μαράθηκαν τὰ νειᾶτα μου κ᾿ ἡ ἐμορφιά μου ἐχάθη.
σὰν τί τὰ θέλω τὰ φλουριὰ καὶ τὰ βαρειὰ γιουρντάνια,
σὰν τί τὰ θέλω τὰ χρυσᾶ κι᾿ ἀσημωμένα ροῦχα,
σὰν δὲν κοιμοῦμαι μιὰ φορὰ στὸ πλάϊ τοῦ καλοῦ μου;
Νἄμουνα κάλλια πιστικιά, κάλλια θερίστρα νἄμουν,
παρὰ ἡ καπετάνισσα τοῦ Γέρω-Δήμου ἡ νύφη.
Γιὰ ἰδὲς θερίστρες, πιστικιές, ὁλημερὶς γυρνᾶνε
στὰ ρέματα στὶς λαγκαδιές, στοὺς κάμπους καὶ στὰ πλάγια
μὲ τὸν καλό τους στὸ πλευρὸ καὶ μὲ μικρὰ στὰ χέρια·
κ᾿ ἐγὼ κλεισμένη μοναχὴ ψηλὰ στὰ κορφοβούνια,
τὰ λερωμένα του σκουτιὰ μπεζέρισα νὰ πλένω,
κι᾿ ὥρα τὴν ὥρα μὲ καρδιὰ καταλαχταρισμένη
τὸν καπετάνο καρτερῶ τόσες βραδειὲς κι᾿ αὐγοῦλες,
πότε νὰ τὸν ἰδῶ γερὸς ν᾿ ἀφήσῃ τὰ λημέρια,
νἀρθῇ στὸ σπίτι μιὰ φορά, νὰ κοιμηθοῦμε ἀντάμα!
Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2024
Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2024
Ἡ μητέρα του εἶχε φροντίσει
Μοῦ τὸ διηγήθηκε μιὰ
γυναίκα μὲ πανεπιστημιακὴ μόρφωση:
Στὶς δώδεκα τὰ
μεσάνυχτα, χτύπησαν τὴν πόρτα στὴν Ἐκκλησία. Ἦταν μία γριούλα. Καὶ ζητοῦσε παπᾶ,
νὰ πάει νὰ κοινωνήσει ἕναν ἄρρωστο.
Ὁ παπᾶς ἑτοιμάστηκε
καὶ βγῆκε ἀμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σὲ ἕνα φτωχὸ σπιτάκι, τύπου παράγκας. Ἡ
γριούλα ἀνοίγει τὴν πόρτα καὶ μπάζει τὸν ἱερέα σὲ ἕνα δωμάτιο.
Καὶ νὰ, ξαφνικὰ, ὁ
παπᾶς εὑρίσκεται ἐκεῖ μόνος μὲ μόνο τὸν ἄρρωστο.
Ὁ ἄρρωστος τοῦ
δείχνει μὲ χειρονομίες τὴν πόρτα καὶ σκούζει.
- Φύγε ἀπὸ ἐδῶ! Ποιὸς
σὲ ἐκάλεσε; Ἐγὼ εἶμαι ἄθεος. Καὶ ἄθεος θὰ πεθάνω.
Ὁ παπᾶς τὰ ἔχασε.
- Μὰ δὲν ἦλθα ἀπὸ
μόνος μου! Μὲ ἔκαλεσε ἡ γριά!
- Ποιὰ γριά; Ἐγὼ δὲν
ξέρω καμμιὰ γριά!
Ὀ παπᾶς, καθὼς
στέκει ἀπέναντί του, βλέπει ἐπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι τοῦ ἄρρωστου, μία φωτογραφία μὲ
τὴν γυναίκα ποὺ τὸν ἐκάλεσε.
Τοῦ λέει, ἐνῶ τοῦ
δείχνει τὸ πορτραῖτο.
- Νὰ αὐτή!
- Ποιὰ αὐτή,
Ξέρεις, τί λές, παπᾶ; Αὐτὴ εἶναι ἡ μάνα μου. Καὶ ἔχει πεθάνει χρόνια τώρα!
Γιὰ μιὰ στιγμὴ
πάγωσαν καὶ οἱ δύο. Αἰσθάνθηκαν δέος. Ὁ ἄρρωστος ἄρχισε νὰ κλαίει. Καὶ ἀφοῦ ἔκλαψε,
ζήτησε νὰ ἐξομολογηθῆ. Καὶ μετά, ἐκοινώνησε.
Ἡ μητέρα του εἶχε
φροντίσει ἀπὸ τὸν οὐρανό, νὰ τοῦ δείξει τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας.
Πρωτ. Δημήτριος Ντοῦτκο











