Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Γεώργιος Καψάνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Γεώργιος Καψάνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Απριλίου 2026


Τέκνα φωτός καί υἱοί τῆς Ἀναστάσεως
Μέ τήν Χάρι τοῦ Σταυρωθέντος καί Ἀναστάντος Κυρίου μας ἑορτάσαμε καί ἐφέτος τά ἁγία Πάθη καί τήν ἔνδοξο Ἀνάστασή Του.
Μᾶς δόθηκε γιά μία ἀκόμη φορὰ στό διάστημα τῆς προσκαίρου ἐπιγείου ζωῆς μας ἡ δυνατότητα νά γίνουμε θεατές τῆς ἄκρας ταπεινώσεως καί εὐσπλαχνίας Του, ποὺ ὑπερβαίνουν τήν ἱκανότητα τῆς λογικῆς μας κατανοήσεως.
Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ παραδίδεται εἰς τό σταυρωθῆναι. Σέ κάθε φάση τοῦ ἁγίου Του Πάθους βλέπουμε νά ἐγκαταλείπεται, ταπεινώνεται καί ἐξουδενώνεται ὅλο καί περισσότερο ἀπό τούς ἀνθρώπους. Στόν Σταυρό κορυφώνεται ἡ ἀτίμωσις καί ἐξουδένωσίς Του. Τελικά ἄπνους παραδίδεται στόν παγερό Τάφο.
Δέν ὑπάρχει κατώτερο σημεῖο ταπεινώσεως νά κατεβεῖ ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας. Κατέρχεται στά κατώτερα μέρη τῆς γῆς. Ὅλα αὐτά τά πάσχει ἀπό ἀγάπη γιά μᾶς τούς σταυρωτές του καί ἀπό ἀγάπη καί ὑπακοή στόν Πατέρα Του, «γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ».
Κανείς ἄνθρωπος δέν ταπεινώθηκε καί ἐξευτελίστηκε ποτέ ὅσο ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Γιατί κανείς, ὅσο καί ἐάν ταπεινώθηκε, δέν ἦταν οὔτε ἀναμάρτητος οὔτε Υἱός τοῦ Θεοῦ.
Σ' αὐτή τήν ἐσχάτη ταπείνωση τοῦ Τάφου ἀνατέλλει ἡ Ζωή.
«Προσκυνοῦμεν Σου τά Πάθη Χριστέ, δεῖξον ἡμῖν καί τήν ἔνδοξόν Σου Ἀνάστασιν».
Θέλουμε νά ἀναστηθοῦμε μαζί Σου. Θέλουμε νά συμμερισθοῦμε τήν καινή καί ἄφθαρτο ἀναστημένη ζωή Σου. Θέλουμε μέ τό Φῶς τῆς Ἀναστάσεώς Σου νά διαποτίσης καί τήν ἰδική μας ὕπαρξη καί νά διαλύσης κάθε σκοτάδι πού ἐμφωλεύει μέσα μας. Θέλουμε νά γίνουμε τέκνα φωτός καί υἱοί τῆς Ἀναστάσεως.
Σέ εὐχαριστοῦμε, γιατί στό Ἅγιο Βάπτισμα μᾶς ἔδωσες τήν χάρι νά συνταφοῦμε καί νά συναναστηθοῦμε μαζί Σου. Σέ εὐχαριστοῦμε, γιατί μέ τά Ἅγιά Σου Μυστήρια συνεχῶς μᾶς μεταδίδεις τήν θεία Ζωή Σου.
Σέ εὐχαριστοῦμε, γιατί μέσα μας ἐγκαινίασες ἤδη τά σπέρματα τῆς ἀθανασίας καί ἀφθαρσίας.
Δῶσε μας τήν Χάρι Σου κάθε ἡμέρα νά σταυρώνουμε διά τῆς μετανοίας τόν παλαιό ἄνθρωπο (μέ τά πάθη καί τίς κακές ἐπιθυμίες του) καί νά σηκωνόμαστε σέ μιὰ ἀναστημένη ζωή.
Ἐλευθέρωσέ μας ἀπό τά θανατηφόρα ἔργα τῆς ἁμαρτίας καί ἔνδυσέ μας μέ τόν φωτεινό Σου χιτῶνα.
«Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν Ἅγιον, Κυρίον Ἰησοῦν, τόν μόνον ἀναμάρτητον».
Αὐτῷ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.
Ἅγιον Πάσχα 1987
Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026



Ὁ πόνος στὴ ζωή μας
Εἶναι εὔκολο κάποιος νὰ φιλοσοφεῖ ἢ νὰ θεολογεῖ γιὰ τὸν πόνο. Ἀλλὰ εἶναι δύσκολο νὰ ἀντιμετωπίζει σωστὰ τὸν πόνο, ὅταν ὁ ἴδιος περνᾶ ἕνα δυνατὸ πόνο στὴν ζωή του. Θεωρῶ πολὺ τολμηρὸ νὰ μιλᾶ κανεὶς γιὰ τὸν πόνο, ὅταν ὁ ἴδιος δὲν πονᾶ. Σκέπτομαι ὅλους τοὺς ἀδελφούς μας ἁπανταχοῦ τῆς γῆς, ποὺ πονοῦν σωματικὰ ἢ ψυχολογικὰ ἢ πνευματικά.
Σωματικὰ πονοῦν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ ἀρρώστιες, κακουχίες, πείνα. Ψυχολογικὰ πονοῦν ἀπὸ κατατρεγμούς, συκοφαντίες, ἔλλειψη ἀγάπης καὶ μὴ ἀνταπόκριση στὴν προσφερόμενη σὲ ἄλλα προσφιλῆ πρόσωπα ἀγάπη, ἀνεκπλήρωτες ἐπιθυμίες, ἀσθένειες καὶ θανάτους προσφιλῶν ἀνθρώπων καὶ ἄλλα αἴτια. Πνευματικὰ πονοῦν ὅσοι ἀγαποῦν τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο καὶ ὅμως βλέπουν ὅτι μὲ τὶς ἁμαρτίες τους λυποῦν τὸν Θεὸ καὶ προσβάλλουν τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τὸν ἄνθρωπο.
Δὲν εἰσῆλθε ἀσφαλῶς κατ᾿ εὐδοκία Θεοῦ. Μπῆκε κατὰ παραχώρηση Θεοῦ, ὅταν ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν ἐγωιστικὴ παρακοή του ἔχασε τὴν Πηγὴ τῆς Ζωῆς, τὸν Πλάστη του. Ἀπὸ τὴν ἄπονο κατάσταση τῆς Θείας Βασιλείας, βρέθηκε σὲ μία ἄλλη κατάσταση, στὴν ὁποία ἀφοῦ δὲν βασίλευε ἡ ἀληθινὴ Ζωή, κυριαρχοῦσε μία ζωὴ φθαρμένη, συνυφασμένη μὲ τὸν θάνατο, τὰ πάθη καὶ τὴν ἁμαρτία.
Σ᾿ αὐτὴν τὴν νέα κατάσταση, ὁ θάνατος καὶ ὁ πόνος φαίνονταν νὰ ἔχουν ἕνα θετικὸ νόημα, ὅπως ἄλλωστε καὶ οἱ ἄλλοι δερμάτινοι χιτῶνες μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς ἔνδυσε τοὺς πρωτοπλάστους, ὅταν ἐκεῖνοι ἔφευγαν ἀπὸ τὸν Παράδεισο, γιὰ νὰ τοὺς παρηγορήσει στὴν ἐξορία τους. Ὁ θάνατος θέτει τέρμα στὸ κακό, ποὺ ἀλλιῶς θὰ ἦταν ἀθάνατο ἐπὶ τῆς γῆς.
Ὁ σωματικὸς πόνος εἰδοποιεῖ γιὰ τὴν ἀσθένεια, ὥστε νὰ ὑπάρχει ἡ κατάλληλη θεραπεία. Οἱ ἰατροὶ γνωρίζουν πόσο εὐεργετικὸς εἶναι ὁ πόνος. Ἐπίσης, ὅλων τῶν εἰδῶν οἱ πόνοι μᾶς βοηθοῦν νὰ λάβουμε αἴσθηση τῆς φθαρτότητάς μας καὶ ἔτσι νὰ γνωρίσουμε τὰ πεπερασμένα μας ὅρια γλιτώνοντας ἀπὸ κάθε μορφὴ αὐτοθεοποιήσεως.
Ὁ πόνος μᾶς βοηθᾶ νὰ ἀναθεωρήσουμε τὴν πορεία τῆς ζωῆς μας καὶ νὰ τὴν ἐπαναπροσανατολίσουμε στὸ σωστὸ κέντρο της, ποὺ εἶναι ὁ Τριαδικὸς Θεός.
Ὁ πόνος μᾶς βοηθᾶ νὰ λαμπικάρουμε τὴν ἀγάπη μας πρὸς τὸν Θεό, ὥστε νὰ ἀγαποῦμε τὸν Θεὸ ὄχι γιατί μας δίνει τὰ δῶρα Του (ὅπως ἡ ὑγεία, ἡ οἰκογενειακὴ εὐτυχία κ.λπ.), ἀλλὰ γι᾿ Αὐτὸν τὸν Ἴδιο.
Ἔτσι ὁ πολύαθλος Ἰώβ, μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἀντιμετώπισε τὶς ἀσθένειες καὶ τὶς ἄλλες ἀβάστακτες δοκιμασίες, ἀπέδειξε ὅτι ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ὄχι τὸν Θεὸ γιὰ τὰ δῶρα Του. Ἀγαποῦσε τὸν Θεὸ τόσο δυνατά, ὅταν βρισκόταν ριγμένος, πάνω στὶς κοπριές, γεμάτος πληγὲς καὶ μὲ σκοτωμένα τὰ δέκα παιδιά του τόσο δυνατά, ὅσο καὶ ὅταν εὐτυχοῦσε.
Ὁ πόνος μᾶς βοηθᾶ ἀκόμη νὰ τοποθετηθοῦμε σωστὰ ἀπέναντι στοὺς συνανθρώπους μας, τοὺς ὁποίους πολλὲς φορὲς ὅταν δὲν πονᾶμε, τοὺς καταφρονοῦμε, τοὺς ἀδικοῦμε τοὺς κάνουμε νὰ πονοῦν μὲ τὴν ἐγωιστική μας στάση. Ὅταν ἡ ἡδονὴ μὲ τὴν ὁποία ἀπομυζοῦμε τοὺς συνανθρώπους μας γίνεται ὀδύνη, καταλαβαίνουμε ὅτι οἱ παράνομες ἡδονὲς μᾶς καταστρέφουν.
Πολλὲς φορὲς ἄνθρωποι ποὺ πόνεσαν δυνατὰ βρῆκαν διὰ τοῦ πόνου τὸ ἀληθινό τους πρόσωπο ξεπερνώντας τὰ προσωπεῖα, καὶ γι᾿ αὐτὸ εὐχαρίστησαν τὸν Θεὸ γιὰ τὸ δῶρο τοῦ πόνου, ἔστω καὶ ἂν αὐτὸ ἦταν μία ἀνίατος καὶ ὀδυνηρὰ ἀσθένεια.
Ἄλλοτε πάλι ὁ πόνος βοηθᾶ καὶ τοὺς ὡρίμους πνευματικὰ ἀνθρώπους νὰ φθάσουν σὲ ὑψηλότερες μορφὲς πνευματικῆς τελειώσεως, νὰ στηρίξουν καὶ νὰ παρηγορήσουν πολλὲς ψυχές.
Ὡς παράδειγμα ἀναφέρω τὸν μακαριστὸ γέροντα Παΐσιο, ποὺ δέχθηκε τὴν λεγόμενη «ἐπάρατη» νόσο μὲ χαρά, κάνοντας τὸν λογισμὸ ὅτι οἱ κοσμικοὶ ποὺ πάσχουν παρηγοροῦνται, ὅταν μαθαίνουν, ὅτι πάσχουν καὶ οἱ μοναχοί. Ἔτσι ἡ ἐπάρατη νόσος ἔγινε γιὰ τὸν π. Παΐσιο εὐλογημένη νόσος.
Γέρων Γεώργιος Καψάνης

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026



Τὶ μᾶς διδάσκει ὁ Τίμιος Πρόδρομος
Τὸ κήρυγμα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου μπορεῖ νὰ συνοψισθεῖ στὴν φράση: «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Ὁ Χριστὸς ἦταν ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, διότι ὁ Χριστὸς ἦταν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἐγκαινίαζε στὸν κόσμο τὴν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Διότι, ὅπου εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἐκεῖ εἶναι καὶ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἀλλὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ ὁ ἄνθρωπος χωρὶς μετάνοια. Ἡ μετάνοια εἶναι ἡ ἀναγκαία προϋπόθεση, γιὰ νὰ δεχθεῖ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Θεάνθρωπο καὶ νὰ δεχθεῖ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ζεῖ ἀμετανόητος, σκληρημένος μέσα στὸν ἐγωισμό του, στὴν αὐτάρκειά του, στὴν φιλαυτία του καὶ στὰ πάθη του, δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ οὔτε τὸν Χριστὸ ὡς Θεάνθρωπο οὔτε τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Τίμιος Πρόδρομος, προκειμένου νὰ ἀνοιχθοῦν οἱ καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ δεχθοῦν τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἐδίδασκε «μετανοεῖτε».
Ἀλλὰ ἡ φωνὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου φθάνει μέχρις ἡμῶν καὶ τὸ κήρυγμά του εἶναι αἰώνιο κήρυγμα. Καὶ ἐμᾶς μᾶς καλεῖ ὁ Τίμιος Πρόδρομος σήμερα νὰ εἴμαστε ἄνθρωποι τῆς μετανοίας, ἐὰν θέλουμε νὰ ἔχουμε τὸν Χριστὸ στὴν καρδιά μας καὶ ἐὰν θέλουμε νὰ ἔχουμε τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅπως καὶ ἄλλοτε τονίσαμε, ἡ μετάνοια δὲν εἶναι κάτι ποὺ γίνεται μία φορὰ καὶ τελειώνει. Εἶναι μία διαρκὴς στάση ζωῆς. Συνεχῶς πρέπει νὰ μετανοοῦμε, γιὰ νὰ μὴ φεύγει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ἐμᾶς.
Ὅταν πιστέψουμε ὅτι εἴμαστε τέλειοι, ὅτι δὲν ἔχουμε ἀνάγκη μετανοίας, ἤδη βρισκόμαστε σὲ μία ὑπερηφάνεια, ἡ ὁποία ἐμποδίζει τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ ἐνεργήσει σέ μᾶς. Ἡ εἰλικρινὴς μετάνοια δὲν εἶναι μόνο πόνος, γιατὶ δὲν ἐκπληρώνουμε στὴν ζωή μας τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἀπόφαση ἀγῶνος γιὰ τὴν ἀπαλλαγή μας ἀπ’ ὅ,τι λυπεῖ τὸν Θεό.
Καὶ μία σκέψη νὰ κάνη ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ –ἄπρεπη σκέψη– ἡ ὁποία τὸν χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό, πονάει καὶ λυπεῖται, διότι λύπησε τὸν Θεό, καὶ μετανοεῖ. Αἰσθάνεται ὅτι ἀκόμα καὶ ἀπὸ ἕνα λογισμὸ κακὸ καὶ ἀπρεπῆ, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ἕνας ψιλὸς λογισμός, χάνει τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, καὶ πρέπει πάλι νὰ μετανοήσει, νὰ ζητήσει συγχώρηση ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ ἔλθει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα του.
Ἐκπληρώνεται στὸν προφήτη Ἰωάννη καὶ ἡ προφητεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «πάσα φάραγξ πληρωθήσεται καὶ πᾶν ὅρος καὶ βουνὸς ταπεινωθήσεται». Οἱ φάραγγες ποὺ πρέπει νὰ πληρωθοῦν, γιὰ νὰ ἔλθει ὁ Μεσσίας στὴν ζωή μας, εἶναι οἱ ἐλλείψεις οἱ πνευματικὲς ποὺ ἔχουμε, καὶ τὰ βουνὰ ποὺ πρέπει νὰ ταπεινωθοῦν, γιὰ νὰ γίνει εὐθεία ἡ ὁδὸς τοῦ Κυρίου καὶ νὰ περπατήσει ὁ Κύριος καὶ νὰ ἔλθει σ’ ἐμᾶς, εἶναι τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα ὡς ἄλλα βουνὰ μᾶς πλακώνουν καὶ δὲν μᾶς ἀφήνουν νὰ ζήσουμε ζωὴ ἀπαθείας καὶ ἁγιότητος.
Γι’ αὐτὸ λοιπόν, πρέπει νὰ ἔχουμε μία συνεχὴ μέριμνα στὸν ἑαυτό μας· τί κενὰ ἔχουμε, τί ἐλλείψεις ἔχουμε, τί φαράγγια ἔχουμε μέσα μας καὶ τί βουνὰ ἔχουμε μέσα μας, δηλαδὴ τὰ πάθη ποὺ μᾶς ἐμποδίζουν νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Θεό. Καὶ ὅλη μας ἡ ζωὴ νὰ εἶναι ζωὴ μετανοίας, ζωὴ ἀγῶνος, ὥστε τὶς μὲν ἐλλείψεις νὰ καλύψουμε, τὰ δὲ πάθη νὰ ταπεινώσουμε, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὡς Μεσσία, Λυτρωτή μας καὶ Σωτήρα μας.
Εὐχαῖς τοῦ Τιμίου Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, ἂς ἀξιωθοῦμε ὅλοι νὰ ἀγωνισθοῦμε τὸν καλὸ αὐτὸν ἀγώνα τῆς μετανοίας μέχρι τῆς τελευταίας μας ἀναπνοῆς.
Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2025

Στὴν Ἐκκλησία αἰσθάνομαι ἐλευθερία
Ὁ μωσαϊκὸς νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπρόσταζε νὰ προσφέρεται κάθε πρωτότοκο ἀρσενικὸ βρέφος στὸν Ναὸ τοῦ Σολομῶντος τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα ἀπὸ τῆς γεννήσεώς του, ἀπέβλεπε στὸ νὰ προετοιμάση τὸν Ἰσραηλιτικὸ λαό, ὅπως καὶ ἄλλες διατάξεις τοῦ Νόμου, γιὰ τὴν ἔλευσι τοῦ Μεσσίου. Γιὰ ἐκεῖνον τὸν μοναδικὸ πρωτότοκο Υἱὸ τῆς Παρθένου, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο ὁλοκληρωτικὰ ἀφιερωμένος εἰς τὸν Θεόν, δηλαδὴ τὸν Μεσσίαν. Εἶχε λοιπὸν μεσσιανικὸ χαρακτήρα αὐτὴ ἡ ἐντολή. Καὶ μὲ παρόμοιες ἐντολὲς διατηρήθηκε στὸν Ἰσραηλιτικὸ λαὸ ἡ συνείδησις τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ Νόμου γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων καί τῆς προσδοκίας τοῦ ἐρχομένου Μεσσίου, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπλήρωνε τὸν Νόμο καὶ θὰ ἔφερε τὸ πλήρωμα τῆς σωτηρίας καὶ τῆς αἰωνίου ζωῆς στοὺς ἀνθρώπους.
Ἀφοροῦσε λοιπὸν τὸν Χριστὸν ἡ διάταξις αὐτή, καὶ ὁ Κύριος, πρὸς τὸν ὁποῖον κατέτεινε αὐτὴ ἡ ἐντολή, δὲν ἐχρειάζετο νὰ προσφερθῆ εἰς τὸν Ναόν, διότι ἦτο ὁ ἴδιος ὁ Ναὸς τῆς Θεότητος. Ἠθέλησε ὅμως αὐτὸς ὁ Ποιητὴς τοῦ Νόμου νὰ πληρώση τὸν Νόμον, τιθέμενος ὑπὸ τὸν Νόμον. Καὶ ὡς δοῦλος καὶ αὐτὸς νὰ προσφερθῆ εἰς τὸν Ναὸν ἀπὸ τὴν Μητέρα Του καὶ τὸν θετὸ πατέρα Του καὶ νὰ γίνουν τὰ εἰθισμένα καὶ ὑπὸ τοῦ Νόμου προβλεπόμενα, οἱ τελετουργίες καὶ οἱ προσφορὲς ζεύγους τρυγόνων ἢ δύο νεοσσῶν περιστερῶν.
Ἔτσι ὁ Κύριος, ὅπως καὶ μὲ τὴν Περιτομὴ καὶ μὲ τὸ Βάπτισμά Του στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ καὶ μὲ ἄλλες πράξεις Του, κατέστησε τὸν ἑαυτὸ Του ὑπὸ τὸν Νόμον, ὥστε να ὑπερβῆ τὸν Νόμον διὰ τῆς ὑπακοῆς Του εἰς τὸν Νόμον, νὰ πληρώση τὸν Νόμον καὶ νὰ χαρίση εἰς τοὺς ἀνθρώπους, δι’ αὐτῆς τῆς ὑποταγῆς Του εἰς τὸν Νόμον, τὴν ἀληθινὴ ἐλευθερία. Δὲν εἶχε ἀνάγκη Ἐκεῖνος νὰ κερδίση τὴν ἐλευθερία ὑποτασσόμενος εἰς τὸν Νόμον, διότι ἦτο ὁ Ἴδιος ὁ χορηγὸς τῆς ἐλευθερίας, ἡ ὄντως Ἐλευθερία. Ἀλλὰ γιὰ νὰ δώση σὲ μᾶς ἐλευθερία, ἐμπῆκε ὑπὸ τὸν Νόμον. Συγχρόνως δέ, γιὰ νὰ δώση καὶ σὲ μᾶς παράδειγμα ὅτι, ἐὰν θέλουμε νὰ ἀποκτήσουμε τὴν ἀληθινὴ ἐλευθερία, πρέπει νὰ μποῦμε καὶ ἐμεῖς ἑκουσίως ὑπὸ τὸν Νόμον τοῦ Χριστοῦ. Ὄχι βέβαια τώρα ὑπὸ τὸν Νόμον τοῦ γράμματος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν Νόμον τῆς Χάριτος τῆς Καινῆς Διαθήκης.
Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ Μοναχοῦ. Ὁ Μοναχὸς ἑκουσίως θέτει τὸν ἑαυτό του ὑπὸ τὸν νόμον τῆς ὑπακοῆς, γιὰ νὰ ἀποκτήση τὴν ἀληθινὴ ἐλευθερία. Καὶ ὅσο καλυτέρα ὑπακοὴ κάνει, τόσο πιὸ ἐλεύθερος γίνεται. Ἐλεύθερος ἀπὸ τὰ πάθη, ἐλεύθερος ἀπὸ τὸν ἐγωισμό, ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε δουλεία, ἐλεύθερος τελικὰ καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν θάνατον.
Θυμάστε τὸν μακαριστὸ πατέρα Αὐξέντιο, ὁ ὁποῖος εἶχε φθάσει σὲ ὑψηλὰ μέτρα ἀρετῆς; Ὅταν τοῦ λέγαμε ὅτι εἶναι πιὰ γεροντάκι καὶ νὰ μὴ πηγαίνη στὴν Ἐκκλησία, διότι τὰ πόδια του δὲν τὸν βαστοῦσαν, αὐτὸς ἀπαντοῦσε: «δὲν εἶναι κατὰ Θεόν, στὴν Ἐκκλησία αἰσθάνομαι ἐλευθερία». Αὐτὴ τὴν ἐλευθερία αἰσθάνεται ὁ Μοναχός, ὅταν κάνη τὴν ἀδιάκριτο ὑπακοή, ὅπως τὴν θέλει ὁ Θεός. Ἐὰν ταλαιπωρούμεθα ἀπὸ λογισμοὺς ἢ ἀπὸ ἀκαταστασίες πνευματικές, αὐτὸ συμβαίνει διότι δὲν κάνουμε τὴν ὑπακοὴ ποὺ πρέπει. Καὶ γνωρίζετε καὶ ἐσεῖς ἐκ πείρας, ὅτι, ὁσάκις κάνετε ὑπακοὴ ὅπως τὴν θέλει Θεός, τότε αἰσθάνεσθε ἐλευθερία. Ἂς τὸ ὑποσημειώσωμε λοιπὸν αὐτὸ σήμερα ἐπ’ εὐκαιρία τῆς ὑπακοῆς ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος -καὶ ποὺ δὲν ἐχρειάζετο νὰ τὴν κάνη γιὰ τὸν ἑαυτό Του, ἀλλὰ τὴν ἔκανε γιὰ μᾶς- στὸν Νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, γιὰ νὰ πορευώμεθα καὶ ἐμεῖς διὰ τῆς πιστῆς ὑπακοῆς στὴν ἀληθινὴ ἐλευθερία των τέκνων τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς ἐχάρισε.
Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης

Ὁμιλία τοῦ Γέροντα στὴν τράπεζα τῆς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου τὸ 1991.

Δευτέρα 20 Νοεμβρίου 2023


Ἡ Παναγία, Μητέρα καὶ δούλη Κυρίου
Αὐτὴ τὴν περίοδο τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς λέμε πολὺ συχνὰ στὶς Ἀκολουθίες τὴν εὐχὴ τοῦ ἁγίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου: «Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας μὴ μοὶ δῷς». Μὴ μοῦ δώσεις τέτοιο πνεῦμα ἀργολογίας, φιλαρχίας καὶ περιεργείας, κι ἀμέσως κάνουμε μία μετάνοια.
«Πνεῦμα δὲ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ». Κάνουμε ἀμέσως ἄλλη μία μετάνοια.
«Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν». Κάνουμε πάλι μία μετάνοια.
Καὶ μετὰ κάνουμε 12 μὲ σταυρὸ μικρὲς μετάνοιες λέγοντας «Ὁ Θεὸς ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» καὶ μετὰ μία μεγάλη μετάνοια λέγοντας: «Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου».
Αὐτὴ εἶναι πολὺ ὡραία προσευχή. Καλὰ θὰ εἶναι νὰ τὴν μάθετε ἀπέξω καὶ νὰ τὴν λέτε καὶ στὸ σπίτι σας, διότι ἔχει ὅλες τὶς χριστιανικὲς ἀρετές. Τὶς ἀρετὲς ποὺ πρέπει νὰ ἔχει ἕνας Χριστιανός, αὐτὲς τὶς ἀρετὲς τὶς ἀναφέρει μέσα.
Κι ἂν παρατηρήσουμε, θὰ δοῦμε ὅτι ἡ Παναγία μας αὐτὲς τὶς ἀρετὲς τὶς εἶχε ὅλες. Καὶ δὲν θὰ πῶ γιὰ ὅλες τὶς ἀρετές, ὅπως εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ ταπείνωση, ἀλλὰ θὰ πῶ μόνο γιὰ μία ἀρετή, ἐπειδὴ ὅλοι τὴν παθαίνουμε ἐδῶ, ὅτι η Παναγία μας δὲν ἔλεγε πολλὰ λόγια. Ἔκανε μεγάλα ἔργα, ὅσο κανένας ἄνθρωπος. Αὐτὸ ποὺ ἔκανε ἡ Παναγία μας, κανένας ἄνθρωπος δὲν τὸ ἔκανε, ὅσο σοφός, ὅσο μεγάλος, ὅσο ἅγιος καὶ νὰ ἦταν, νὰ γεννήσει τὸν Θεό. Μόνο ἡ Παναγία μας. Ἀλλὰ ἦταν πολὺ ταπεινὴ καὶ ἔλεγε λίγα λόγια.
Στὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο, ἂν θυμᾶμαι καλά, σὲ τέσσερεις περιπτώσεις ἀναφέρεται ὅτι ἡ Παναγία μας μίλησε. Ἐνῶ ἦταν δίπλα στὸν Χριστό, τὸν βοηθοῦσε καὶ ὡς Μητέρα Του καὶ ὡς Μαθήτριά Του, ἐντούτοις ἀπὸ λόγια σχεδὸν τίποτε.
Πρώτη φορὰ ποὺ μίλησε ἡ Παναγία ἦταν στὸν Εὐαγγελισμό της, ὅταν τῆς εἶπε ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ ὅτι θὰ γεννήσει τὸν Χριστὸ καὶ Θεό, τὸν ἐρώτησε: «Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω». Πῶς θὰ γίνει ἀφοῦ δὲν ἔχω ἄνδρα; Καὶ τῆς εἶπε ὁ Ἄγγελος: «Ἐκ Πνεύματος ἁγίου» καὶ ἡ Παναγία τοῦ ἀπάντησε: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου. Γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου».
Δὲν εἶχε ἀντιρρήσεις καὶ ἀμφιβολίες. «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου…» δείχνει τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ὑπακοὴ ποὺ εἶχε ἡ Παναγία. Ἐκεῖνο τό: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου», διόρθωσε τὴν ἀνυπακοὴ τῆς Εὔας. Καὶ ἡ Παναγία μας εἶναι πλέον ἡ Δευτέρα Εὔα.
Μία ἄλλη φορὰ ποὺ μίλησε ἡ Παναγία μας εἶναι ὅταν πῆγε στὴν πόλη Ὀρεινή, ἐκεῖ ποὺ ζοῦσε ἡ συγγενής της, ἡ Ἐλισάβετ, ἡ μητέρα τοῦ ἁγίου Προδρόμου. Μόλις τὴν εἶδε ἡ Ἐλισάβετ, τὴν ἐρώτησε καὶ τῆς εἶπε: «Πῶς ἦταν δυνατὸν νὰ ἔλθει σὲ μένα ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου μου;» καὶ σκίρτησε τὸ βρέφος στὴν κοιλιά της.
Χάρηκε μέσα στὴν κοιλιά της ὁ Πρόδρομος. Ἀπὸ τότε ἔδειξε ὅτι ἦταν προφήτης. Χοροπήδησε ἀπὸ τὴ χαρά του. Κατάλαβε ὅτι ἀπέναντί του εἶναι ἡ Παναγία, ἡ ὁποία ἔχει στὴν κοιλιά της τὸν Θεό. Καὶ τρόπον τινὰ μὲ ἐκεῖνο τὸ σκίρτημα ἔδειξε σὰν νὰ προσκύνησε τὸν Θεό, τὸν Χριστό.
Καὶ τότε ἡ Παναγία μας εἶπε ἐκεῖνον τὸν ὡραῖο ὕμνο: «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμα μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ Σωτήρι μου. Ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ» κλπ., τὸν ὁποῖο ψάλλουμε κάθε πρωὶ στὸν ὄρθρο στὴν ἐνάτη Ὠδή, ὅταν λέγει ὁ ἱερεύς: «Τὴν Θεοτόκον καὶ Μητέρα τοῦ φωτὸς ἐν ὕμνοις τιμῶντες μεγαλύνομεν». Καὶ ἀρχίζει ὁ ψάλτης λέγοντας τοὺς στίχους αὐτούς, μὲ τοὺς ὁποίους ἡ Παναγία μας δόξαζε τὸν Θεὸ γιὰ τὰ μεγαλεῖα Του καὶ ὅτι ἀξίωσε Αὐτήν, μία ταπεινὴ καὶ ἄσημη χωριατοπούλα, νὰ γεννήσει τὸν Θεό.
Ἦταν λοιπὸν ἡ δεύτερη φορὰ ποὺ μίλησε ἡ Παναγία καὶ ἦταν ὕμνος καὶ δοξολογία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Τρίτη φορὰ ποὺ μίλησε ἡ Παναγία ἦταν, ὅταν ἔχασε τὸν Χριστὸ δωδεκαετή. Θυμάστε ποὺ πῆγαν στὸν ναὸ νὰ προσκυνήσουν καὶ ὁ Χριστὸς ἔμεινε πίσω καὶ τὸν ἔχασε. Μετὰ τὸν βρῆκαν καὶ τὸν μάλωσε λίγο, μὲ πολλὴ βέβαια ἀγάπη καὶ διάκριση, καὶ ὁ Χριστὸς τῆς εἶπε: «Δὲν ἤξερες ὅτι πρέπει νὰ εἶμαι στὸ σπίτι τοῦ Πατέρα μου;» Ξεκαθάρισε τὰ πράγματα ὅτι Πατέρας Του εἶναι ὁ Θεὸς καὶ ὅτι ἐκεῖ εἶναι ἡ θέση Του.
Καὶ ἡ τέταρτη φορὰ ποὺ μίλησε ἡ Παναγία μας ἦταν στὸν ἐν Κανᾷ γάμο. Εἶχαν πάει μαζὶ μὲ τὸν Χριστό. Καὶ τότε, ὅταν τελείωσε τὸ κρασί, εἶπε στὸν Κύριο: «Τὸ κρασὶ τοὺς τελείωσε» καὶ ὁ Κύριος τὴν ἀποπῆρε ἐπίτηδες, γιὰ νὰ δείξει ὅτι δὲν ἔχει σαρκικὴ σχέση μαζί της, ἀλλὰ μόνο πνευματική, καὶ ὅτι Αὐτὸς εἶναι Θεός.
Τῆς εἶπε: «Τί ἐμοὶ καὶ σύ, γύναι;» Τί σχέση ἔχω ἐγὼ μὲ σένα, γυναίκα; Ἐγὼ εἶμαι Θεός, καὶ ἐσὺ εἶσαι ἄνθρωπος. Ἀλλὰ μετὰ ὅμως τῆς ἔκανε ὑπακοή. Καὶ τότε εἶπε ἡ Παναγία: «Ὅ,τι σᾶς λέγει κάνετε». Ἡ Παναγία δὲν ἀπογοητεύθηκε. Ἤξερε ὅτι θὰ κάνει θαῦμα ὁ Χριστὸς καὶ ἂς τῆς εἶπε ἔτσι. Καὶ τότε εὐλόγησε ὁ Κύριος καὶ τὸ νερὸ ἔγινε κρασί. Καὶ συνεχίσθηκε ἡ χαρὰ τοῦ γάμου.
Αὐτὴ ἡ φράση εἶναι πολὺ ὡραία. Νομίζω ὅτι τὴν εἶπε ἡ Παναγία μας γιὰ ὅλο τὸν κόσμο: «Ὅ,τι καὶ νὰ σᾶς λέγει, νὰ τὸ κάνετε». Ὡραῖο δὲν εἶναι αὐτό; Ὅ,τι σᾶς λέγει ὁ Υἱός μου νὰ τὸ κάνετε. Αὐτὸ τὸ λέγει τώρα καὶ σ’ ἐμᾶς: «Ὅ,τι σᾶς λέγει νὰ τὸ κάνετε». Τέσσερεις λεξοῦλες, ἀλλὰ τί μεγάλη σημασία ἔχουν! Καὶ νὰ τὰ ἔχουμε αὐτὰ τὰ λόγια βαθιὰ στὴν καρδιά μας. Μᾶς λέγει λοιπὸν ἡ Παναγία: «Κάνετε τὸ θέλημα τοῦ Υἱοῦ μου καὶ ἔτσι θὰ ἔχετε σωτηρία».
Ἔτσι λοιπόν, ἂς προσπαθήσουμε αὐτὴ τὴν περίοδο νὰ μιμηθοῦμε τὴν Παναγία μας, ἰδιαίτερα σ’ αὐτὴν τὴν ἀρετή, τὴν ὁποία ὅλοι μας πολλὲς φορὲς τὴν ἀθετοῦμε. Λέμε πολλὰ λόγια καὶ μερικὰ ἀπ’ αὐτὰ εἶναι κατάκριση. Πολὺ μεγάλη ἁμαρτία ἡ κατάκριση. Ἤ ἀργολογία… Καὶ δὲν βγαίνει ὠφέλεια ἀπὸ τὰ πολλὰ λόγια. Ὅταν λέγει κανεὶς πολλὰ λόγια, θὰ γλιστρήσει σίγουρα καὶ σὲ κάποια ἁμαρτία.
Ὅσο λιγότερα λέμε, τόσο καλύτερα. Τώρα λοιπὸν στὴν περίοδο αὐτὴ ἂς προσέχουμε νὰ περιορίσουμε τὴν ἀργολογία, τὴν πολυλογία καὶ νὰ λέμε κι ἐμεῖς λόγια πνευματικὰ καὶ ἅγια, ὅπως ἔλεγε ἡ Παναγία μας.
Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης

Τρίτη 5 Μαΐου 2020


Ὁ πόνος στὴ ζωή μας
Εἶναι εὔκολο κάποιος νὰ φιλοσοφεῖ ἢ νὰ θεολογεῖ γιὰ τὸν πόνο. Ἀλλὰ εἶναι δύσκολο νὰ ἀντιμετωπίζει σωστὰ τὸν πόνο, ὅταν ὁ ἴδιος περνᾶ ἕνα δυνατὸ πόνο στὴν ζωή του. Θεωρῶ πολὺ τολμηρὸ νὰ μιλᾶ κανεὶς γιὰ τὸν πόνο, ὅταν ὁ ἴδιος δὲν πονᾶ. Σκέπτομαι ὅλους τοὺς ἀδελφούς μας ἁπανταχοῦ τῆς γῆς, ποὺ πονοῦν σωματικὰ ἢ ψυχολογικὰ ἢ πνευματικά.
Σωματικὰ πονοῦν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ ἀρρώστιες, κακουχίες, πείνα. Ψυχολογικὰ πονοῦν ἀπὸ κατατρεγμούς, συκοφαντίες, ἔλλειψη ἀγάπης καὶ μὴ ἀνταπόκριση στὴν προσφερόμενη σὲ ἄλλα προσφιλῆ πρόσωπα ἀγάπη, ἀνεκπλήρωτες ἐπιθυμίες, ἀσθένειες καὶ θανάτους προσφιλῶν ἀνθρώπων καὶ ἄλλα αἴτια. Πνευματικὰ πονοῦν ὅσοι ἀγαποῦν τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο καὶ ὅμως βλέπουν ὅτι μὲ τὶς ἁμαρτίες τους λυποῦν τὸν Θεὸ καὶ προσβάλλουν τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τὸν ἄνθρωπο.
Δὲν εἰσῆλθε ἀσφαλῶς κατ᾿ εὐδοκία Θεοῦ. Μπῆκε κατὰ παραχώρηση Θεοῦ, ὅταν ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν ἐγωιστικὴ παρακοή του ἔχασε τὴν Πηγὴ τῆς Ζωῆς, τὸν Πλάστη του. Ἀπὸ τὴν ἄπονο κατάσταση τῆς Θείας Βασιλείας, βρέθηκε σὲ μία ἄλλη κατάσταση, στὴν ὁποία ἀφοῦ δὲν βασίλευε ἡ ἀληθινὴ Ζωή, κυριαρχοῦσε μία ζωὴ φθαρμένη, συνυφασμένη μὲ τὸν θάνατο, τὰ πάθη καὶ τὴν ἁμαρτία.
Σ᾿ αὐτὴν τὴν νέα κατάσταση, ὁ θάνατος καὶ ὁ πόνος φαίνονταν νὰ ἔχουν ἕνα θετικὸ νόημα, ὅπως ἄλλωστε καὶ οἱ ἄλλοι δερμάτινοι χιτῶνες μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς ἔνδυσε τοὺς πρωτοπλάστους, ὅταν ἐκεῖνοι ἔφευγαν ἀπὸ τὸν Παράδεισο, γιὰ νὰ τοὺς παρηγορήσει στὴν ἐξορία τους. Ὁ θάνατος θέτει τέρμα στὸ κακό, ποὺ ἀλλιῶς θὰ ἦταν ἀθάνατο ἐπὶ τῆς γῆς.
Ὁ σωματικὸς πόνος εἰδοποιεῖ γιὰ τὴν ἀσθένεια, ὥστε νὰ ὑπάρχει ἡ κατάλληλη θεραπεία. Οἱ ἰατροὶ γνωρίζουν πόσο εὐεργετικὸς εἶναι ὁ πόνος. Ἐπίσης, ὅλων τῶν εἰδῶν οἱ πόνοι μᾶς βοηθοῦν νὰ λάβουμε αἴσθηση τῆς φθαρτότητάς μας καὶ ἔτσι νὰ γνωρίσουμε τὰ πεπερασμένα μας ὅρια γλιτώνοντας ἀπὸ κάθε μορφὴ αὐτοθεοποιήσεως.
Ὁ πόνος μᾶς βοηθᾶ νὰ ἀναθεωρήσουμε τὴν πορεία τῆς ζωῆς μας καὶ νὰ τὴν ἐπαναπροσανατολίσουμε στὸ σωστὸ κέντρο της, ποὺ εἶναι ὁ Τριαδικὸς Θεός.
Ὁ πόνος μᾶς βοηθᾶ νὰ λαμπικάρουμε τὴν ἀγάπη μας πρὸς τὸν Θεό, ὥστε νὰ ἀγαποῦμε τὸν Θεὸ ὄχι γιατί μας δίνει τὰ δῶρα Του (ὅπως ἡ ὑγεία, ἡ οἰκογενειακὴ εὐτυχία κ.λπ.), ἀλλὰ γι᾿ Αὐτὸν τὸν Ἴδιο.
Ἔτσι ὁ πολύαθλος Ἰώβ, μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἀντιμετώπισε τὶς ἀσθένειες καὶ τὶς ἄλλες ἀβάστακτες δοκιμασίες, ἀπέδειξε ὅτι ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ὄχι τὸν Θεὸ γιὰ τὰ δῶρα Του. Ἀγαποῦσε τὸν Θεὸ τόσο δυνατά, ὅταν βρισκόταν ριγμένος, πάνω στὶς κοπριές, γεμάτος πληγὲς καὶ μὲ σκοτωμένα τὰ δέκα παιδιά του τόσο δυνατά, ὅσο καὶ ὅταν εὐτυχοῦσε.
Ὁ πόνος μᾶς βοηθᾶ ἀκόμη νὰ τοποθετηθοῦμε σωστὰ ἀπέναντι στοὺς συνανθρώπους μας, τοὺς ὁποίους πολλὲς φορὲς ὅταν δὲν πονᾶμε, τοὺς καταφρονοῦμε, τοὺς ἀδικοῦμε τοὺς κάνουμε νὰ πονοῦν μὲ τὴν ἐγωιστική μας στάση. Ὅταν ἡ ἡδονὴ μὲ τὴν ὁποία ἀπομυζοῦμε τοὺς συνανθρώπους μας γίνεται ὀδύνη, καταλαβαίνουμε ὅτι οἱ παράνομες ἡδονὲς μᾶς καταστρέφουν.
Πολλὲς φορὲς ἄνθρωποι ποὺ πόνεσαν δυνατὰ βρῆκαν διὰ τοῦ πόνου τὸ ἀληθινό τους πρόσωπο ξεπερνώντας τὰ προσωπεῖα, καὶ γι᾿ αὐτὸ εὐχαρίστησαν τὸν Θεὸ γιὰ τὸ δῶρο τοῦ πόνου, ἔστω καὶ ἂν αὐτὸ ἦταν μία ἀνίατος καὶ ὀδυνηρὰ ἀσθένεια.
Ἄλλοτε πάλι ὁ πόνος βοηθᾶ καὶ τοὺς ὡρίμους πνευματικὰ ἀνθρώπους νὰ φθάσουν σὲ ὑψηλότερες μορφὲς πνευματικῆς τελειώσεως, νὰ στηρίξουν καὶ νὰ παρηγορήσουν πολλὲς ψυχές.
Ὡς παράδειγμα ἀναφέρω τὸν μακαριστὸ γέροντα Παΐσιο, ποὺ δέχθηκε τὴν λεγόμενη «ἐπάρατη» νόσο μὲ χαρά, κάνοντας τὸν λογισμὸ ὅτι οἱ κοσμικοὶ ποὺ πάσχουν παρηγοροῦνται, ὅταν μαθαίνουν, ὅτι πάσχουν καὶ οἱ μοναχοί. Ἔτσι ἡ ἐπάρατη νόσος ἔγινε γιὰ τὸν π. Παΐσιο εὐλογημένη νόσος.
Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2020



Παναγία, ἡ ἀληθινή μας Μητέρα
Μέσα στὶς εὐλογημένες καὶ ἅγιες παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι καὶ αὐτὸ τὸ ὡραῖο τυπικὸ ποὺ ἔχουμε: Νὰ διαβάζουμε τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας κάθε Παρασκευὴ βράδυ τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης καὶ ἁγίας Τεσσαρακοστῆς καὶ νὰ μαζευόμαστε ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι στὶς ἐκκλησίες καὶ νὰ λέμε τὰ «Χαῖρε» στὴν Παναγία μας, τὰ ὁποία «Χαῖρε» δὲν εἶναι μόνον «ποιητικῇ ἀδείᾳ», ἀλλὰ ἐκφράζουν κυρίως τὴ βαθύτερη εὐγνωμοσύνη τῆς ψυχῆς μας πρὸς τὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ Μητέρα ὅλων μας, πρὸς τὴν Ὁποία ὀφείλουμε τόσα πολλά.
Καὶ ἂν δὲν εἴχαμε τὴν ἁγία καὶ εὐλογημένη Θεοτόκο, δὲν θὰ εἴχαμε τὸν Κύριο καὶ Θεὸ καὶ Σωτήρα μας. Γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας, ὅπως ξέρετε, ἀποδίδει πολὺ μεγάλη τιμὴ στὴν Παναγία μας, καὶ ὅπου συγκεντρώνονται οἱ Χριστιανοὶ νὰ ὑμνήσουν τὸν Σωτήρα Χριστό, ὑμνοῦν μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία μας.
Σ’ ὅλες τὶς Ἀκολουθίες, σ’ ὅλα τὰ Μυστήρια ἡ Παναγία εἶναι πάντοτε στὰ δεξιὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ ὑμνεῖται καὶ ἐγκωμιάζεται ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴ ἀκόμη ἐποχὴ μέχρι σήμερα. Δὲν εἶναι κάτι καινούργιο αὐτό. Εἶναι παράδοση τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τὴν Παναγία ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν.
Καὶ ὅταν ὁ Κύριος ζοῦσε ἐπὶ τῆς γῆς, πρὶν ἀναληφθεῖ στοὺς οὐρανούς, εἶχε κοντὰ Του τὴν Παναγία μας. Καὶ στὸν Σταυρό, ὅπως ἐνθυμεῖσθε, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν εἰς οὐρανοὺς Ἀνάληψή Του, ἡ Παναγία ἦταν ἡ Μητέρα τῶν Ἀποστόλων. Ἦταν ἐκείνη ποὺ τοὺς στήριζε, τοὺς δίδασκε, τοὺς παρηγοροῦσε καὶ τοὺς κατηύθυνε καὶ στὸ ἀποστολικό τους ἔργο.
Καὶ αὐτὸ ποὺ γινόταν μὲ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους γίνεται μέσα στοὺς αἰῶνες μέχρι σήμερα. Στὴν ἁγία μας Ἐκκλησία ἔχουμε τὸν Λυτρωτὴ ποὺ εἶναι ὁ Χριστός μας, ἔχουμε τὴ Μητέρα τοῦ Λυτρωτῆ, κι ἔχουμε καὶ τοὺς Φίλους καὶ τὶς Φίλες του Λυτρωτῆ ποὺ εἶναι οἱ Ἅγιοι.
Ἐρώτησαν κάποτε ἕναν θεολόγο τῆς Ἐκκλησίας μας: «Τί εἶναι Ἐκκλησία;» Καὶ ἀπάντησε ὅτι «Ἐκκλησία εἶναι ὁ Λυτρωτής, ἡ Μητέρα τοῦ Λυτρωτῆ καὶ οἱ Φίλοι του Λυτρωτῆ». Αὐτὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ἔχουμε λοιπὸν ἀπὸ τὴν Ἀρχαία Ἐκκλησία ἐν τῷ μέσω ἡμῶν τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο.
Ἡ Παναγία μας προΐσταται τῆς Ἐκκλησίας τῶν λελυτρωμένων. Ἡ Παναγία μας εἶναι, μετὰ τὸν Χριστό, τὸ ἁγιότερο καὶ ἱερότερο Πρόσωπο τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἡ πρώτη ἀπὸ τοὺς σεσωσμένους. Ἡ πρώτη ποὺ σώθηκε εἶναι ἡ Παναγία μας.
Εἶναι ἡ πρώτη, ὅπως μᾶς διδάσκουν οἱ ἅγιοι Πατέρες, ἡ ὁποία πέθανε, ἀναστήθηκε, ἀνῆλθε στοὺς οὐρανούς, εἶναι στὰ δεξιὰ τοῦ Χριστοῦ, πρεσβεύει γιὰ ὅλους μας, γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, καὶ στὴ Δευτέρα Παρουσία, ὅταν θὰ ἀναστηθοῦν ὅλοι, ἡ Παναγία δὲν θὰ ἀναστηθεῖ, διότι ἔχει ἤδη ἀναστηθεῖ. Εἶναι ὁ πρῶτος ἤδη ἄνθρωπος ποὺ ἀναστήθηκε μετὰ τὸν Χριστό. Καὶ ἁπλῶς θὰ πρεσβεύει γιὰ ἐμᾶς. Θὰ εἶναι πάντα στὰ δεξιὰ τοῦ Χριστοῦ νὰ πρεσβεύει γιὰ ἐμᾶς.
Εἶναι λοιπὸν μεγάλη ἡ εὐλογία, ἡ χάρη, ἡ δόξα τῆς Παναγίας μας. Καὶ πῶς μπορεῖ νὰ εἶναι διαφορετικά, ἀφοῦ μέσα στὰ ἅγια σπλάγχνα της βάσταξε τὸν Θεό; Ἔγινε ἡ Χώρα τοῦ Ἀχωρήτου. Κι ἔτσι ἔγινε ἡ Μητέρα τῆς ζωῆς.
Εὔα στὰ ἑβραϊκὰ σημαίνει μητέρα τῆς ζωῆς, ἀλλὰ ἡ καημένη ἡ Εὔα παρασύρθηκε ἀπὸ τὸν διάβολο καὶ ἔγινε μητέρα τοῦ θανάτου. Μᾶς κληροδότησε τὸν θάνατο. Ἐνῶ ἡ Παναγία μας ἔκανε τὴν ἀντίθετη κίνηση ἀπὸ τὴν Εὔα . Ἡ Εὔα ἔκανε ἀνυπακοὴ στὸν Θεὸ καὶ ἔχασε τὸν Θεό, ἐνῶ ἡ Παναγία μας ἔκανε τελεία ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ κέρδισε τὸν Θεό.
Καὶ ὄχι μόνο τὸν κέρδισε, ἀλλὰ τὸν πῆρε μέσα στὰ ἅγια σπλάχνα της, τὸν κυοφόρησε, τὸν γέννησε, τὸν ἀνέθρεψε, κατὰ τὸ ἀνθρώπινο, καὶ τὸν παρέδωσε στὸν κόσμο, ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Κύριος εἶναι ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάσταση, ἡ Παναγία εἶναι ἡ Μητέρα τῆς Ζωῆς. Εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία γέννησε τὴ Ζωή. Εἶναι Ἐκείνη ἡ ὁποία μέχρι σήμερα μᾶς ὁδηγεῖ στὴ ζωὴ ποὺ εἶναι ὁ Χριστός, καὶ γι’ αὐτὸ εἶναι ἡ ἀληθινὴ Μητέρα τῆς Ζωῆς.
Ἡ ἀληθινὴ Εὔα εἶναι ἡ Παναγία μας, ἡ ὁποία διόρθωσε τὸ λάθος τῆς παλαιᾶς Εὔας καὶ ἔγινε ἡ ἴδια ἡ ἀληθινὴ Εὔα , ἡ ἀληθινή μας Μητέρα.
Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2020



Διὰ νὰ γίνωμεν ἀρεστοὶ εἰς τοὺς ἀνθρώπους
Εἶναι χαρακτηριστικὸν ὅτι, ἐνῶ οἱ Πατέρες καὶ αἱ Σύνοδοι μίαν εἶχον ἀγωνίαν, νὰ ὁμιλοῦν συμφώνως πρὸς τὴν ἀποστολικὴν καὶ πατερικὴν πίστιν διὰ νὰ μὴ παρεκκλίνουν αὐτῆς οὔτε κατὰ ἕν ἰῶτα, οἱ σύγχρονοι θεολόγοι ἐνδιαφερόμεθα περισσότερον διὰ τὴν προσαρμογὴν καὶ συμφωνίαν τῶν λεγομένων πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ κόσμου, διὰ νὰ γίνωμεν ἀρεστοὶ εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἢ διὰ νὰ σώσωμεν δῆθεν τὸν κόσμον. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τραγικόν. Ἀντὶ νὰ μεταμορφωθῆ ὁ κόσμος εἰς Ἐκκλησίαν διὰ νὰ σωθῆ, μεταμορφούμεθα ἡμεῖς εἰς κόσμον.
Ἡ τακτικὴ ποὺ ἀκολουθοῦν ὑπεύθυνοι ἐκπρόσωποι τῆς Ὀρθοδοξίας δίδει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι τὸ ὅλον θέμα δὲν ἀντιμετωπίζεται «συνοδικῶς» ἀλλὰ κατὰ τρόπον ὁλοκληρωτικὸν καὶ συγκεντρωτικόν. Ὑπάρχουν πολλαὶ ἐνδείξεις ὅτι δὲν ἐπιζητεῖται ἡ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι συνοδικὴ διάσκεψις διὰ τὴν χάραξιν τῆς ἐνδεδειγμένης ἔναντι τῶν ἑτεροδόξων γραμμῆς, ἀλλὰ καταβάλλεται προσπάθεια νὰ «ρυμουλκηθῆ» ἡ Ἐκκλησία εἰς προκαθωρισμένας θέσεις.
Εἶναι χαρακτηριστικὰ τὰ ὅσα γράφει ὁ Καθηγητὴς Ἰω. Καρμίρης διὰ τὸν τρόπον καθ’ ὅν ἐλαμβάνοντο αἱ ἀποφάσεις εἰς τὴν Πανορθόδοξον διάσκεψιν τῆς Γενεύης τοῦ 1968: «Ἀλλ’ ὁ Σεβ. Πρόεδρος, ἐπειγόμενος ἵνα ἐπιτύχη ὁπωσδήποτε τὴν ταχείαν ἐπιψήφισιν τῶν σχεδίων ἀποφάσεων ἀμεταβλήτων, διέκοψεν ἀντικανονικῶς τὴν ἀρξαμένην συζήτησιν… Δυστυχῶς ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ὁ Σεβ. Πρόεδρος, κατὰ τρόπον ὅλως ἀνεπίτρεπτον, διέκοψεν ὁμιλοῦντα Καθηγητήν, ἵνα μὴ δῆθεν ἡ παρέμβασίς του ὑπερβῆ πεντάλεπτον χρονικὴν διάρκειαν, τὸ ἥμισυ περίπου τῆς ὁποίας εἶχε διατεθῆ διὰ τὴν μετάφρασιν, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἀπῆντα ἀπεριορίστως καὶ ἐν μονολόγῳ σχεδὸν πρὸς ἕκαστον ὁμιλητὴν κεχωρισμένως, ἀποφεύγων ἐκ συστήματος πᾶσαν προτεινομένην μεταβολὴν καὶ βελτίωσιν τῶν κειμένων».
Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Οἱ μὴ συμφωνοῦντες πρὸς τὴν γραμμὴν αὐτὴν δὲν καλοῦνται νὰ συμμετάσχουν εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῆς οἰκουμενικῆς πολιτικῆς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ αἱ ἀπόψεις των δὲν ἐμφανίζονται εἰς ἐπίσημα ἐκκλησιαστικὰ περιοδικά.
Βοηθεῖ ἄραγε ἡ τακτικὴ αὐτὴ διὰ νὰ ἐκφράση ἡ Ὀρθοδοξία τὸ φρόνημά της; Διατί, ἔπειτα, παρατηρεῖται τόση σπουδή (ἐνίοτε πεισματώδης) πρὸς τὴν ἕνωσιν, χωρὶς νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν σκανδαλιζομένων Ὀρθοδόξων καὶ ὁ κίνδυνος τοῦ σχίσματος; Διατὶ ἐν ὀνόματι τῆς ἑνώσεως μετὰ τῶν ἑτεροδόξων ὁδηγοῦμεν τοὺς Ὀρθοδόξους εἰς σχίσμα;
Καὶ εἶναι δυνατὸν ὁ Θεὸς νὰ εὐλογήση τὴν ἕνωσιν ἡ ὁποία προετοιμάζεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον;
Εἰς τὸν ἀντορθόδοξον τρόπον ἐπιβολῆς τῆς γραμμῆς αὐτῆς ἐπὶ τῆς συνόλου Ἐκκλησίας ὑπάρχει μία ἐνστικτώδης ἀντίδρασις ἐκ μέρους ζηλωτῶν Ὀρθοδόξων. Ἡ ἀντίδρασις δὲν εἶναι δυστυχῶς πάντοτε θεολογικὴ καὶ δι’ αὐτὸ πειστική. Αἱ ἀκρότητες τῶν οἰκουμενιστῶν καὶ ἡ μὴ θεολογικὴ ἀντίδρασις πολλῶν ἀντιφρονούντων δημιουργεῖ ἐπικίνδυνον πόλωσιν, φυγαδεύει τὴν ἀγάπην, σχίζει τὴν Ἐκκλησίαν καὶ δὲν βοηθεῖ εἰς τὴν ψύχραιμον συζήτησιν τοῦ σοβαρωτάτου αὐτοῦ θέματος. Ὅσοι ζῶμεν ἐκ τοῦ πλησίον τὴν κατάστασιν, αἰσθανόμεθα ὅτι δὲν ὑπάρχουν περιθώρια περαιτέρω ὀξύνσεώς της χωρὶς κίνδυνον μίας φοβερᾶς καταστροφῆς διὰ τὴν Ἐκκλησίαν. Ἐκτὸς τούτου, τὸ δυναμικὸν τῆς Ἐκκλησίας ἀπασχολεῖται εἰς ἀντεγκλήσεις καὶ δὲν ἀξιοποιεῖται διὰ τὸν εὐαγγελισμὸν τοῦ ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου εὑρισκομένου λαοῦ μας.
Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης

Κυριακή 8 Μαρτίου 2020



Αὐτὴν τὴν ἁγίαν πίστιν παρελάβομεν
Ὁμολογοῦμεν ὅτι μόνον ἡ καθ’ ἡμᾶς Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως. Αἱ δὲ λοιπαὶ ἑτερόδοξοι «ἐκκλησίαι» εὑρίσκονται ἐν τῇ αἱρέσει καὶ πλάνῃ.
Ὁμολογοῦμεν ὅτι μόνον τὰ Μυστήρια τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἁγίας Ἐκκλησίας εἶναι ἔγκυρα, σωστικὰ καὶ ἁγιαστικά.
Ἀποδεχόμεθα ὡς ἀδελφὰς Ἐκκλησίας μόνον τὰς ὁμοδόξους καὶ ὁμοπίστους τοπικὰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας.
Ὁμολογοῦμεν ὅτι τὰ κανονικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας συμπίπτουν μὲ τὴν Ἀλήθειαν αὐτῆς, ἥτις εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, καὶ ὅτι ἐκτὸς Αὐτῆς τῆς Ἀλήθειας καὶ πέραν τῆς Ἀλήθειας τὰ ὑπάρχοντα ἐκκλησιαστικοφανῆ σχήματα δὲν δύνανται νὰ διεκδικήσουν δι’ ἑαυτὰ τὴν πληρότητα τῆς Ἀλήθειας καὶ τῆς Χάριτος, τὴν ἀποστολικὴν διαδοχήν, ἢ καὶ τὴν γνησιότητα καὶ ἀκεραιότητα τῆς ἀποστολικῆς Παραδόσεως.
Ὡς ἐκ τούτου δὲν ἀποδεχόμεθα τὸν Πάπαν τῆς Ρώμης ὡς ἀδελφὸν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἢ ἄλλου τινὸς Ὀρθοδόξου Πατριάρχου καὶ ἐπισκόπου, ἐφ’ ὅσον ἐμμένει εἰσέτι, ὡς ἐκ τῶν προσφάτων ἰδικῶν του κειμένων βεβαιοῦται, εἰς τὰ ἀντιευαγγελικὰ δόγματα καὶ αἱρέσεις, ἅτινα μεταθέτουν τὴν ἐν ἡμῖν ἐλπίδα ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπον Χριστὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον.
Αὐτὴν τὴν ἁγίαν πίστιν παρελάβομεν παρὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων μας, αὐτὴν ὁμολογοῦμεν καὶ κηρύσσομεν, ὅση ἡμῖν δύναμις, καὶ μὲ αὐτὴν ἰκετεύομεν τὸν Κύριον Ἰησοῦν νὰ μᾶς ἀξιώση νὰ ἀποθάνωμεν.
(Ἐπιστολὴ πρὸς τὴν Ἱερὰ Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὅρους, 23.9.1995)
Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2020


Εἰς τὴν Περιτομὴν τοῦ Κυρίου καὶ τὸ νέο ἔτος (β)
Καὶ αὐτὰ ὅλα τὰ ζοῦμε σήμερα, ποὺ εἶναι καὶ ἡ πρώτη τοῦ ἔτους. Καὶ παρακαλοῦμε τὸν Κύριο νὰ μᾶς συγχωρήση, πρῶτα-πρῶτα διότι ὡς ἄνθρωποι ποὺ εἴμεθα ἁμαρτωλοὶ καὶ ἀδύνατοι πολλὲς φορὲς τὸν πικράναμε στὴν ζωή μας ἀλλὰ καὶ στὸν χρόνο ποὺ πέρασε. Καὶ δὲν εἶναι μόνον οἱ μεγάλες ἁμαρτίες, μὲ τὶς ὁποῖες πικραίνουμε τὸν Ἅγιο Θεό, τὸν Πλάστη μας καὶ Δημιουργό μας καὶ Κύριό μας. Σκεφτόμουν σήμερα ποὺ λειτουργοῦσα καὶ τὸ ἑξῆς: Κάθε φορὰ ποὺ ὁ νοῦς μας φεύγει ἀπὸ τὸν Θεό, δὲν πικραίνουμε τὸν Θεό; Γιατί μᾶς ἔπλασε ὁ Θεός; Μᾶς ἔπλασε γιὰ νὰ εἴμεθα ἑνωμένοι μαζί Του. Γιὰ νὰ εἴμεθα σὲ συνεχῆ κοινωνία μαζί Του. Καὶ ὅταν ἐμεῖς ἀφήνουμε τὸν νοῦ μας νὰ περισπᾶται ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, ἀκόμη καὶ σὲ καλὰ πράγματα ἀλλὰ πράγματα ποὺ δὲν εἶναι ὁ Θεός, ὁ Θεὸς δὲν πικραίνεται; Ὅταν μᾶς βλέπη ὅτι ἐμεῖς δὲν ἔχουμε τὸν πόθο νὰ εἴμαστε πάντοτε ἑνωμένοι μαζί Του; Καὶ γιὰ ὅλους τους Χριστιανούς, ἀλλὰ καὶ γιὰ μᾶς τοὺς Μοναχοὺς ποὺ ἀναζητοῦμε τὴν τελειότητα, ποὺ ἀναζητοῦμε τὴν τελεία εὐαρέστησι τοῦ Θεοῦ, νὰ εὐαρεστήσουμε τελείως τὸν Θεό, δὲν εἶναι ἕνας πόνος στὴν ψυχή μας, ὅτι πέρασε πολὺς χρόνος τῆς ζωῆς μας -καὶ αὐτὸς ὁ χρόνος ποὺ πέρασε- χωρὶς νὰ ἔχουμε συνεχῆ τὴν μνήμη τοῦ Θεοῦ;
Καὶ γι’ αὐτὸ θερμὴ ἀνεβαίνει ἡ ἱκεσία μας πρὸς τὸν Κύριο: Πρῶτα-πρῶτα νὰ συγχωρήση τὶς ἁμαρτίες μας ὅλες. Καὶ δεύτερον νὰ μᾶς δώση τὴν Χάρι Του, τὴν εὐλογία Του, τὸν φωτισμό Του καὶ τὴν δική Του θεία δύναμι, ὥστε μὲ τὸν νέο χρόνο νὰ ἀγωνιστοῦμε νὰ μὴ τὸν πικράνουμε σὲ τίποτα ἢ τουλάχιστον νὰ τὸν πικράνουμε πολὺ λιγώτερο ἀπ’ ὅ,τι τὸν πικράναμε στὸν χρόνο ποὺ πέρασε. Καὶ μακάρι νὰ μᾶς ἀξιώση ἡ ἀγαθότης Του καὶ ἡ ἀγάπη Του ὄχι μόνον νὰ μὴ τὸν πικράνουμε, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν εὐαρεστήσουμε, καὶ νὰ εἶναι τέτοια ἡ ζωή μας καὶ ὁ ἀγώνας μας καὶ ἡ προσευχή μας καὶ ἡ ἄσκησίς μας καὶ ἡ ὑπακοή μας καὶ ἡ συμμετοχή μας στὰ ἄχραντα Μυστήρια καὶ ἡ παρακολούθησις τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν, ὥστε νὰ εὐαρεστοῦμε τὸν Κύριο καὶ Θεό μας. Καὶ ὅταν θὰ περάση αὐτὸς ὁ χρόνος, ἂν θέλη ὁ Θεὸς καὶ ζήσουμε καὶ φθάσουμε στὸ ἑπόμενο ἔτος, νὰ ἀνασκοποῦμε τὸν χρόνο ποὺ πέρασε καὶ νὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε· “σὲ εὐχαριστοῦμε Κύριε, διότι μὲ τὴν δική σου Χάρι λιγώτερες φορὲς σὲ πικράναμε ἐφέτος ἀπ’ ὅ,τι πέρυσι”.
Αὐτὴ εἶναι ἡ ταπεινή μου εὐχὴ σὲ ὅλους τους ἀδελφοὺς καὶ στοὺς ἀγαπητούς μας Χριστιανοὺς ἀδελφούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι φίλοι μας καὶ ἀδελφοί μας καὶ συνεργάτες μας, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλους τοὺς πατέρες τῆς Μονῆς, νὰ μᾶς ἀξιώση ὁ Κύριος ἐφέτος νὰ μὴ τὸν πικράνουμε. Μόνο νὰ τὸν εὐαρεστήσουμε. Καὶ ἀκόμη, αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ εὐχή μου γιὰ τὸ Ἔθνος μας, τὸ Ἑλληνικὸ καὶ Ὀρθόδοξο Ἔθνος: Νὰ φωτίση ὁ Κύριος ὅλους τους ἄρχοντας τοῦ Ἔθνους, τοὺς κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, στὸν χρόνο ποὺ ἔρχεται νὰ μὴ τὸν πικράνουμε, ὅπως τὸν πικράναμε τὸν προηγούμενο χρόνο, ὄχι μόνο μὲ πολλὲς ἁμαρτίες -ἐνεργητικὲς ἁμαρτίες- ἀλλὰ καὶ μὲ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἦσαν ὅλως ἀντίθετα μὲ τὸ ἅγιο θέλημα τοῦ Κυρίου, ὅπως τὸ νομοσχέδιο τῆς νομιμοποιήσεως τῶν ἀμβλώσεων, τὸ ὁποῖο δυστυχῶς ἐξακολουθεῖ ἀκόμη νὰ ὑφίσταται, καὶ ὅσο ὑφίσταται, εἶναι μία αἰτία μεγάλης πικρίας τοῦ Ἁγίου Θεοῦ πρὸς τὸν λαό μας, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ὁ Κύριος ἄλλα ζητεῖ καὶ ἄλλα περιμένει.
Εὔχομαι σὲ ὅλους τους πατέρες τῆς Μονῆς πλουσίαν τὴν εὐλογίαν τοῦ Κυρίου, καὶ σὲ ὅλους τους λαϊκοὺς ἀδελφοὺς ἔτη πολλὰ πρὸς δόξαν Θεοῦ, ἐν μετανοίᾳ, ἐν ἁγιασμῷ καὶ ἐν προετοιμασίᾳ γιὰ τὴν ἔξοδον ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, ἡ ὁποία εἴθε νὰ μᾶς βρῆ ὅλους στὴν καλύτερη ὥρα τῆς ζωῆς μας.
Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης,
Προηγούμενος Ι. Μ. Γρηγορίου Ἁγίου Ὅρους
Ὁμιλία τοῦ γέροντα στὴν τράπεζα τῆς Μονῆς τὸ 1990

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2019



Εἰς τὴν Περιτομὴν τοῦ Κυρίου καὶ τὸ νέο ἔτος (α)
Οἱ ἱεροὶ ὕμνοι ποὺ ψάλαμε ἀπόψε μᾶς ἀπεκάλυψαν καὶ τὸ βαθὺ θεολογικὸ νόημα τῆς σημερινῆς ἑορτῆς, τῆς Περιτομῆς τοῦ Κυρίου. Ἔλεγαν: «Συγκαταβαίνων ὁ Σωτὴρ τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων κατεδέξατο σπαργάνων περιβολήν, οὐκ ἐβδελύξατο σαρκὸς τὴν περιτομήν», δὲν ἐπαισχύνθη οὔτε καὶ αὐτὴ τὴν ἴδια τὴν περιτομὴ τῆς σαρκός. Εἶναι ἕνα ἀνεξιχνίαστο μυστήριο αὐτό, αὐτὴ ἡ μεγάλη συγκατάβασις, ἡ ἄκρα ταπείνωσις τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου μας, ὁ ὁποῖος κατεδέχθη ὅλη τὴν ἀνθρώπινη ζωὴ νὰ ἀρχίση, ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς τοὺς τύπους τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου νὰ ἐκπληρώση καὶ αὐτὴ τὴν περιτομὴ νὰ ὑποστῆ. Γι’ αὐτὸ ὁ ἱερὸς ὑμνωδὸς ἐξίσταται βλέπων τὸν Κύριο, ὄχι μόνο νὰ περιτυλίγεται μὲ τὰ σπάργανα τοῦ βρέφους, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ τὴν περιτομή, τὸ κόψιμο δηλαδὴ τῆς ἁγίας Του σαρκός, νὰ ὑπομένη. Καὶ ὅλα αὐτὰ γιὰ τὴν σωτηρία μας.
Ἦταν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη οἱ Ἰσραηλίτες νὰ περιτέμνωνται· καὶ αὐτὸ ἦταν σημεῖο τῆς Διαθήκης τοῦ Θεοῦ. Ὅτι αὐτὸς ὁ ὁποῖος περιετέμνετο ἀνῆκε στὸν λαὸ τῆς Διαθήκης, στὸν λαὸ ποὺ εἶχε τὶς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ, τὶς ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ. Ἦταν σημεῖο συμφωνίας μεταξὺ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν πιστῶν Ἰσραηλιτῶν. Γι’ αὐτὸ δὲν ἐννοεῖτο Ἰσραηλίτης πιστὸς ποὺ νὰ μὴ ἔχη δεχθῆ τὴν περιτομή. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ περιτομή -ἡ σαρκικὴ περιτομή- ἐνομοθετήθη ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ προετοιμάση τὸν λαὸ καὶ νὰ τὸν προσανατολίση πρὸς μία ἄλλη περιτομή, ἡ ὁποία θὰ ἦταν καὶ ἡ ἀληθινὴ περιτομή, τὴν περιτομὴ ὄχι πλέον τῆς σαρκός, ἀλλὰ τὴν περιτομὴ τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, τὴν περιτομὴ τῶν παθῶν καὶ τὴν ἔνδυσι μὲ τὸν νέο ἄνθρωπο τῆς Χάριτος. Γι’ αὐτὸ λέγουν ὁ ἀπόστολος Παῦλος καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅτι ἡ περιτομὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν τὸ σύμβολο τῆς ἀληθινῆς περιτομῆς, τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος.
Τώρα ὁ νέος Ἰσραὴλ τῆς Χάριτος πάλι ἔχει ἕνα σημεῖο τῆς Διαθήκης, τῆς Νέας Διαθήκης. Τὸ σημεῖο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν ἡ περιτομή. Τὸ σημεῖο τῆς Νέας Διαθήκης εἶναι τὸ ἅγιο Βάπτισμα. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη περιετέμνοντο τὰ ἀρσενικὰ παιδιά. Τώρα καὶ τὰ θηλυκὰ παιδιά, ὅλοι, ἄνδρες καὶ γυναῖκες δέχονται τὴν νέα περιτομὴ τῆς Χάριτος, τὸ Βάπτισμα τῆς Χάριτος, καὶ γίνονται μέλη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ νέου Ἰσραήλ, τοῦ Ἰσραὴλ τῆς Χάριτος. Καὶ ἡ περιτομὴ αὐτὴ γίνεται μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, μὲ τὸ ὁποῖο περιτέμνεται, κόβεται, ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος καὶ ἐγκαινίζεται ὁ νέος ἄνθρωπος. Τότε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη εἶχαν μόνο περιτομή. Τώρα στὴν Νέα Διαθήκη ἔχουμε καὶ περιτομὴ τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου ἀλλὰ ἔχουμε καὶ ἐγκαινισμὸ μέσα στὸν ἄνθρωπο τοῦ νέου ἀνθρώπου, τοῦ ἀνθρώπου τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τότε ἔκοβαν, ἀλλὰ δὲν ἐλάμβαναν Πνεῦμα Ἅγιον. Τώρα κόβεται ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ λαμβάνουμε Πνεῦμα Ἅγιο.
Γι’ αὐτὸ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθινὴ περιτομή, τὸ ἅγιο Βάπτισμα τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ νέο σημεῖο τῆς Χάριτος, τὸ σημεῖο τῆς Καινῆς Διαθήκης, ποὺ ἔχουν ὅλοι οἱ σφραγισμένοι Χριστιανοί. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστιανὸς διὰ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος σφραγίζεται μὲ τὸν τύπο τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, καὶ ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ εἴμεθα, ὅπως λένε οἱ εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ἐσφραγισμένοι μὲ «τὸν τύπο τοῦ σημείου τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου», δηλαδὴ μὲ τὸν Τίμιο καὶ Ζωοποιὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Δὲν εἴμαστε σφραγισμένοι μὲ μία περιτομὴ σαρκική, ἀλλὰ εἴμαστε σφραγισμένοι μὲ ἕνα σφράγισμα πνευματικὸ καὶ αἰώνιο. Μὲ ἕνα σφράγισμα τὸ ὁποῖο δὲν περνάει μὲ τὸ πέρασμα τῆς σαρκός. Ὅταν ὁ Ἰσραηλίτης πέθαινε καὶ ἔλιωνε τὸ σῶμα του, ἔλιωνε καὶ τὸ σφράγισμα τῆς περιτομῆς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τώρα ὁ Χριστιανὸς καὶ νὰ πεθάνη, ἔχοντας τὸ πνευματικὸ σφράγισμα τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, αὐτὸ τὸ σφράγισμα εἶναι αἰώνιο καὶ ἀνεξίτηλο ἐπάνω του. Καὶ δὲν τὸ χάνει, ἐκτὸς ἐὰν ὁ ἴδιος ἀρνηθῆ τὴν πίστι καὶ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ πέση στὴν ἀθεΐα ἢ στὶς ἄλλες θρησκεῖες καὶ τὶς αἱρέσεις.
Μᾶς συνοδεύει λοιπὸν ἡ νέα περιβολὴ τῆς Χάριτος τῆς Καινῆς Διαθήκης, τὸ νέο σημεῖο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὸ εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο μᾶς γεμίζει μὲ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Θεόν, ὅτι εἴμεθα ὅλοι μὲ τὸ δικό Του ἅγιο σφράγισμα, μὲ τὸ δικό Του ἀνεξίτηλο πνευματικὸ σφράγισμα. Δὲν εἴμαστε ὅπως τὰ Ἔθνη, ὅπως οἱ ἐκτὸς Χριστοῦ ἀσφράγιστοι, καὶ γι’ αὐτὸ ἕρμαια τῶν δαιμόνων. Ὅταν ὁ διάβολος δῆ τὸν ἀσφράγιστο, εὔκολα τὸν κάνει δικό του. Ὅταν ὅμως δῆ τὸν ἐσφραγισμένο μὲ τὸ Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, δὲν μπορεῖ νὰ τὸν κάνη δικό του, παρὰ μόνον ἂν αὐτὸς δώση τὴν καρδιά του στὸν διάβολο. Δὲν ἔχει ἐξουσία ὁ διάβολος οὔτε ὁ ἀντίχριστος εἰς τοὺς ἐσφραγισμένους ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης,
Προηγούμενος Ι. Μ. Γρηγορίου Ἁγίου Ὅρους

Πέμπτη 18 Απριλίου 2019



Ἡ ἐκκοσμίκευση
Σήμερα ἔχουμε ν᾿ ἀντιμετωπίσουμε μία ἄλλη Εἰκονομαχία, τὴν πίεση ποὺ ἀσκεῖ ἡ ἐκκοσμικευμένη κοινωνία στὴν Ἐκκλησία νὰ προσαρμοστεῖ στὰ ἰδικά της μέτρα καὶ ἰδεώδη, ὥστε καὶ ἡ Ἐκκλησία νὰ ἐκκοσμικευθεῖ. 
Ὁ κίνδυνος γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν ἐκκοσμίκευση εἶναι μεγάλος. Ἀντὶ ἡ Ἐκκλησία νὰ βοηθεῖ τὸν κόσμο νὰ ἐκκλησιοποιηθεῖ, ὁ κόσμος προσπαθεῖ νὰ ἐπηρεάσει τὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ τὴ μεταβάλλει σὲ κόσμο. Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία θὰ κρατεῖ τὰ τυπικά της, ἀλλὰ θὰ χάσει τὴν πίστη της. Θὰ πάθει ὅ,τι ἔπαθε ὁ Παπισμός, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἔγραφε:
«Διὰ τοῦ δόγματος τοῦ ἀλαθήτου ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία ἀπώλεσε τὴν πνευματικήν της ἐλευθερίαν, ἀπώλεσε τὸν στολισμὸν αὐτῆς, ἐκλονίσθη ἐκ βάθρων, ἐστερήθη τοῦ πλούτου τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ· ἀπὸ πνεύματος δὲ καὶ ψυχῆς κατέστη ἄναυδον σῶμα».
Ἡ οὐσία τῆς ἐκκοσμικεύσεως εἶναι ὁ ἀνθρωποκεντρισμός. Ἀντιθέτως, ἡ οὐσία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Θεανθρωποκεντρισμός. Ἐὰν ἡ Ἐκκλησία χάσει ἢ ἐλαττώσει τὸ θεανθρωποκεντρικό της χαρακτῆρα, ἐκπίπτει σὲ ἕνα θρησκευτικὸ ἵδρυμα ἢ σὲ μία ἀπὸ τὶς θρησκεῖες τοῦ κόσμου.
Ὁ ἐκκοσμικευμένος ἄνθρωπος δέχεται τὴν Ἐκκλησία ὡς μία ἀπὸ τὶς θρησκεῖες τοῦ κόσμου, ἀλλὰ ὄχι ὡς τὴ μόνη Ἀλήθεια ποὺ σῴζει τὸν ἄνθρωπο ἐν Χριστῷ. Πρὸς τὸ σκοπὸ αὐτὸ προσπαθεῖ νὰ ἐξισώσει καὶ τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μας μὲ τὶς ἄλλες θρησκεῖες. Ὁδηγεῖ πρὸς μία πανθρησκεία διὰ τῆς συνεργασίας ὅλων τῶν θρησκειῶν. Σκοπὸς δὲν εἶναι ἡ Ἀλήθεια ποὺ σῴζει, ἀλλὰ ἡ ἐνδοκόσμια εἰρήνη. Φυσικά, αὐτὴ ἡ ἐπιδίωξη συμφέρει τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ αἰῶνος τούτου, ποὺ θέλουν τοὺς λαοὺς ὑποταγμένους στὴν κυριαρχία τους καὶ διὰ τῆς συνεργασίας τῶν θρησκειῶν εἰρηνικοὺς (κατεσταλμένους).
Χάριν τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως, οἱ Ὀρθόδοξοι στὶς διαθρησκευτικὲς συναντήσεις δὲν ὁμολογοῦν τὸ Χριστό. Ἀνέχονται, ἔτσι, νὰ κατατάσσεται ἡ Ἐκκλησία στὶς μονοθεϊστικὲς θρησκεῖες μαζὶ μὲ τὸν Ἰουδαϊσμὸ καὶ τὸ Μωαμεθανισμό. Ἀλλὰ εἶναι θεμελιώδης διδασκαλία τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων ὅτι εἶναι ἄθεος ὁ μὴ πιστεύων εἰς Θεὸν Τρισυπόστατον καὶ εἰς τὸν σαρκωθέντα Λόγον τοῦ Θεοῦ. «Ὁ μὴ τιμῶν τοῦ υἱὸν οὐ τιμᾷ τὸν πατέρα τὸν πέμψαντα αὐτόν». «Ὁ δὲ ἀπειθῶν τῷ υἱῷ οὐκ ὄψεται ζωήν, ἀλλὰ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ μένει ἐπ᾿ αὐτόν». Κατὰ δὲ τὸ Μέγα Βασίλειο: «οὐ πιστεύει δὲ εἰς Πατέρα ὁ μὴ πιστεύσας τῷ Υἱῷ».
Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2018



Πάτερ ἡμῶν (2)
Τὴν πατρικὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: “Καὶ πρῶτον ἔχομεν χρέος νὰ ἀγαποῦμεν τὸν Θεόν μας, διατὶ μᾶς ἐχάρισε τόσην γῆν μεγάλην, εὐρύχωρον, ἐδῶ πρόσκαιρα νὰ κατοικοῦμεν, τόσες χιλιάδες-μυριάδες χόρτα, φυτά, βρύσες, ποταμούς, πηγάδια, θάλασσα, ψάρια, ἀέρα, ἡμέρα, νύκτα, φωτιά, οὐρανόν, ἄστρα, ἥλιον, φεγγάρι. Ὅλα αὐτὰ διὰ ποιὸν τὰ ἔκαμε; διά τ’ ἐμᾶς. Τί μᾶς ἐχρεωστοῦσε; τίποτε. Ὅλα χάρισμα. Μᾶς ἔκαμεν ἀνθρώπους καὶ δὲν μᾶς ἔκανε ζῶα, μᾶς ἔκαμεν εὐσεβεῖς καὶ ὀρθοδόξους χριστιανοὺς καὶ ὄχι ἀσεβεῖς καὶ αἱρετικούς. Καὶ μὲ ὅλον ὁπού ἁμαρτάνομεν χιλιάδες φορὲς τὴν ὥραν, μᾶς εὐσπλαχνίζεται χιλιάδες φορὲς τὴν ὥραν, μᾶς εὐσπλαχνίζεται ὡσὰν πατέρας καὶ δὲν μᾶς θανατώνει νὰ μᾶς βάλη εἰς τὴν Κόλασιν, ἀλλὰ καρτερεῖ τὴν μετάνοιάν μας μὲ τὰς ἀγκάλας του ἀνοικτάς, πότε νὰ μετανοήσωμεν, νὰ παύσωμεν ἀπὸ τὰ κακὰ καὶ νὰ κάνωμεν τὰ καλά, νὰ ἐξομολογηθοῦμεν, νὰ διορθωθοῦμεν, νὰ μᾶς ἀγκαλιάση, νὰ μᾶς φιλήση, νὰ μᾶς βάλη εἰς τὸν Παράδεισον νὰ χαιρώμασθε πάντοτε. Τώρα τέτοιον γλυκύτατον Θεὸν καὶ τέτοιον γλυκύτατον αὐθέντην καὶ δεσπότην δὲν πρέπει καὶ ἐμεῖς νὰ τὸν ἀγαποῦμεν καί, ἂν τύχη ἀνάγκη, νὰ χύσωμεν καὶ τὸ αἷμα μας χιλιάδες φορὲς διὰ τὴν ἀγάπην του, καθὼς τὸ ἔχυσεν καὶ ἐκεῖνος διὰ τὴν ἀγάπη μας;.
Συναίσθημα λοιπὸν ἀσφαλείας, ποὺ διώχνει κάθε ἀνασφάλεια καὶ ἄγχος, πηγάζει ἀπὸ τὴν ἐν πίστει ἐπίκλησι τοῦ Θεοῦ ὡς Πατέρα μας.
Μεγάλη ἡ τιμὴ νὰ ὀνομάζουμε τὸν Θεὸ Πατέρα μας, ἀλλὰ καὶ μεγάλη ἡ εὐθύνη ποὺ προκύπτει γιά μᾶς, ποὺ πρέπει νὰ ζοῦμε ζωὴ ἀντάξια τοῦ οὐράνιου Πατέρα μας. Ἂς θυμηθοῦμε τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου μας: “Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες καθὼς καὶ ὁ Πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστὶ”. “Έσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειος ἐστιν”.
Γράφει σχετικὰ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: “Διὰ τοῦτο ὁ Κύριός μας παραγγέλλει τί λογῆς νὰ προσευχώμεθα πρὸς τὸν κατὰ χάριν Πατέρα μας, διὰ νὰ φυλαττώμεθα πάντοτε ὑποκάτω εἰς τὴν χάριν τῆς υἱοθεσίας ἕως τέλους· εἰς τὸ νὰ εἴμεθα δηλαδὴ τέκνα Θεοῦ ὄχι μόνον κατὰ τὴν ἀναγέννησιν καὶ τὸ Βάπτισμα, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἐργασίαν καὶ πράξιν. Ἐπειδὴ ἐκεῖνος ὁπού δὲν κάμνει ἔργα πνευματικὰ ἄξια τῆς ἄνωθεν ἀναγεννήσεως, ἀλλὰ σατανικά, ὁ τοιοῦτος δὲν εἶναι ἄξιος νὰ ὀνομάζη Πατέρα τὸν Θεόν, ἀλλὰ τὸν ἐναντίον Διάβολον κατὰ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου μας: “Ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρὸς τοῦ Διαβόλου ἐστέ, καὶ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ πατρὸς ὑμῶν θέλετε ποιεῖν”· ἤγουν, ἐσεῖς εἶσθε γεννημένοι κατὰ τὴν κακίαν ἀπὸ τὸν πατέρα σας τὸν Διάβολον, καὶ τὰς κακάς ἐπιθυμίας τοῦ πατρὸς σας ἀγαπᾶτε νὰ κάμνετε. Μᾶς προστάζει δὲ νὰ τὸν ὀνομάζωμεν Πατέρα μας, ἕνα μέν, διὰ νὰ μᾶς πληροφορήση πὼς ἐγεννήθημεν κατὰ ἀλήθειαν τέκνα Θεοῦ μὲ τὴν ἀναγέννησιν τοῦ θείου Βαπτίσματος· ἄλλο δέ, ὅτι πρέπει νὰ φυλάττωμεν καὶ τὰ σημάδια, ἤγουν τὰς ἀρετάς τοῦ Πατρός μας, ἐντρεπόμενοι τρόπον τινὰ τὴν συγγένειαν ὁπού ἔχομεν μὲ αὐτόν”.
Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ Κύριός μας διδάσκει νὰ προσφωνοῦμε τὸν Θεὸ ὄχι μόνο Πατέρα, ἀλλὰ Πάτερ ἡμῶν. Πατέρα μας. Ὄχι Πατέρα μου. Ἔτσι μᾶς ἀποτρέπει ἀπὸ μία ἐγωιστικὴ σχέσι μὲ τὸν Θεό. Ὑπάρχει ὁ Θεὸς καὶ ἐμεῖς, ὄχι ὁ Θεὸς καὶ ἐγώ. Ἔτσι ἡ καρδιὰ μας ἀνοίγει γιὰ ὅλους τούς συνανθρώπους μας ποὺ εἶναι, λόγω τῆς κοινῆς καταγωγῆς μας ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα, κατὰ φύσιν ἀδελφοί μας. Καὶ πρὸς ὅλους τούς ὀρθοδόξους χριστιανοὺς πού, λόγω τῆς κοινῆς πίστεώς μας καὶ κοινῆς γεννήσεώς μας ἀπὸ τὴν ἴδια πνευματικὴ κοιλία τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ἁγία κολυμβήθρα, εἶναι ἐπιπλέον καὶ κατὰ χάριν καὶ κατὰ πνεῦμα ἀδελφοί μας.
Πῶς μπορεῖς νὰ ἔχης τὸν Θεὸ Πατέρα χωρὶς νὰ δέχεσαι τοὺς συνανθρώπους σου καὶ μάλιστα τοὺς ὁμοπίστους σου ὡς ἀδελφούς;
«Μᾶς διδάσκει ὁ Κύριος, γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, νὰ προσευχώμεθα γιὰ ὅλους, νὰ ἀναφέρουμε τὶς δεήσεις γιὰ τὸ κοινὸ σῶμα καὶ καθόλου νὰ μὴ ἐπιδιώκουμε τὸ ἀτομικό μας συμφέρον, ἀλλὰ σὲ κάθε περίπτωσι τὸ τοῦ πλησίον. Ἔτσι καὶ τὴν ἔχθρα ἀφαιρεῖ καὶ τὴν ἀφροσύνη καταστέλλει, καὶ τὸν φθόνο ἐκβάλλει, καὶ τὴν μητέρα ὅλων τῶν ἀγαθῶν τὴν ἀγάπη εἰσάγει, καὶ τὴν ἀνωμαλία ἐξορίζει τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων καὶ δείχνει ὅτι εἶναι πολὺ μεγάλη ἡ ὁμοτιμία τοῦ βασιλέως πρὸς τὸν πτωχό, ἀφοῦ στὰ μέγιστα καὶ ἀναγκαιότατα μετέχουμε ὅλοι.
Μὲ τὸ νὰ δεχθῆ νὰ κληθῆ πατέρας ὅλων ἐχάρισε σὲ ὅλους τὴν ἴδια εὐγενικὴ καταγωγὴ καὶ ἄρα καὶ ὁμοτιμία. Ἔτσι ὅλοι εἴμαστε ἑνωμένοι καὶ κανεὶς δὲν ἔχει περισσότερο ἀπὸ τὸν ἄλλο, οὔτε ὁ πλούσιος ἀπὸ τὸν πτωχό, οὔτε ὁ κύριος ἀπὸ τὸν δοῦλο, οὔτε ὁ ἄρχων ἀπὸ τὸν ἀρχόμενο, οὔτε ὁ βασιλεὺς ἀπὸ τὸν στρατιώτη, οὔτε ὁ φιλόσοφος ἀπὸ τὸν βάρβαρο, οὔτε ὁ σοφὸς ἀπὸ τὸν ἀγράμματο».
 Ὅπως θὰ ἰδοῦμε περαιτέρω, καὶ τὰ λοιπὰ αἰτήματα τῆς Κυριακῆς προσευχῆς μᾶς βοηθοῦν νὰ ξεπεράσουμε τὸν νοσηρὸ ἀτομικισμὸ καὶ ἐγωκεντρισμό μας, τὴν φιλαυτία, καὶ νὰ ἀνοιχθοῦμε καὶ προσφερθοῦμε στὸν Θεὸ Πατέρα καὶ στοὺς ἀδελφούς μας. Νὰ ἀποκτήσουμε δηλαδὴ τὴν φιλοθεΐα, ποὺ εἶναι ἀναπόσπαστα συνδεδεμένη μὲ τὴν φιλανθρωπία-φιλαδελφία.
Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης

Τρίτη 12 Ιουνίου 2018


Πάτερ ἡμῶν (1)
Ἡ Κυριακὴ προσευχὴ ἀρχίζει μὲ αὐτὴ τὴν ἐπίκλησι. Μᾶς διδάσκει ὁ Κύριος νὰ ὀνομάζουμε τὸν Θεὸ Πατέρα.
Πατέρα, γιατί εἶναι ὁ δημιουργὸς καὶ πλάστης μας. Ὁ χορηγός τοῦ εἶναι, τῆς ζωῆς.
Πατέρα, γιατί γιὰ μᾶς τούς χριστιανοὺς εἶναι καὶ ὁ χορηγός τοῦ εὖ εἶναι, τῆς υἱοθεσίας, τὴν ὁποία μᾶς ἐχάρισε διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πρὸ Χριστοῦ, λόγω τῆς ἀποστασίας μας ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα μας, εἴμεθα ὄχι μόνο χωρισμένοι ἀπὸ αὐτόν, ἀλλὰ καὶ ἐχθροί Του. Ὁ κατὰ φύσιν Υἱὸς τοῦ Θεοῦ Πατρὸς μὲ τὴν ἐνανθρώπησί του καὶ τὸν σταυρικό Του θάνατο μᾶς συμφιλίωσε μὲ τὸν Θεὸ-Πατέρα καὶ μᾶς ἔκανε κατὰ χάριν παιδιά Του. Τὴν χάρι τῆς υἱοθεσίας ἐλάβαμε μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα. Ἔτσι ἐγίναμε καὶ ἀδελφοί τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ὁ «πρωτότοκος ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς».
Εἶναι λοιπὸν Πατέρας, γιατί μᾶς δίδει τὴν ζωὴ· καὶ ὄχι μόνο τὴν ζωή, ἀλλὰ ἐν Χριστῷ τὴν ζωή Του.
Καὶ ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: “Ὁ γὰρ Πατέρα εἰπών τὸν Θεόν, καὶ ἁμαρτημάτων ἄφεσιν καὶ κολάσεως ἀναίρεσιν καὶ υἱοθεσίαν καὶ κληρονομίαν καὶ ἀδελφότητα τὴν πρὸς τὸν Μονογενῆ καὶ Πνεύματος χορηγίαν, διὰ τῆς μίας ταύτης ὡμολόγησε προσηγορίας”. Προσφωνοῦντες τὸν πανάγιον Θεὸν καὶ παντοδύναμον Δημιουργόν τοῦ παντὸς “Πατέρα”, ὁμολογοῦμε ὅσα ἔκανε γιὰ μᾶς τὰ ἀνάξια παιδιά Του, καὶ μάλιστα διὰ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ἔτσι ἡ ἐπίκλησις “Πάτερ” μᾶς ἀνάγει στὸ τριαδικό τοῦ Θεοῦ.
Γράφει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής: “Πρεπόντως ὁ Κύριος διδάσκει ἀμέσως ν’ ἀρχίσουν (οἱ προσευχόμενοι) ἀπὸ τὴν θεολογία· ἐπίσης εἰσάγει τὰ ὄντα, Αὐτὸς ποὺ εἶναι κατὰ τὴν οὐσία αἴτιος τῶν ὄντων. Γιατί τὰ λόγια τῆς προσευχῆς περιέχουν φανέρωση τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ Πατέρα, καὶ τῆς βασιλείας τοῦ Πατέρα, γιὰ νὰ μάθομε εὐθὺς ἐξαρχῆς νὰ σεβόμαστε τὴν ἐν Μονάδι Τριάδα καὶ νὰ τὴν προσκυνοῦμε. Ἐπειδὴ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ Πατέρα, μὲ οὐσιώδη ὑπόσταση, εἶναι ὁ Μονογενὴς Υἱός. Καὶ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ Πατέρα, μὲ οὐσιώδη ὑπόσταση, εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα”.
Ἡ ἄπειρη ἀγάπη καὶ φιλανθρωπία Του μᾶς ἐπιτρέπει καὶ προτρέπει νὰ τὸν ὀνομάζουμε πατέρα μας.
Ἰλιγγιᾶ ὁ νοῦς τοῦ εὐσεβοῦς ἀνθρώπου.
«Ποιὸς θὰ μοῦ δώσει πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς κατὰ τὸ ψαλμικό, γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, γιὰ νὰ μπορέσω νὰ ὑψωθῶ ἐπάνω ἀπὸ ὅλα τὰ αἰσθητά, τὰ ἀλλοιούμενα καὶ μεταβαλλόμενα, στὸν Ἀμετάβλητο καὶ Ἀναλλοίωτο καὶ μὲ κατάσταση τῆς ψυχῆς ἄτρεπτη καὶ ἀκλινῆ νὰ Τὸν οἰκειωθῶ πρῶτα μὲ τὴν προαίρεσί μου καὶ ἔπειτα νὰ Τὸν ἐπικαλεσθῶ μὲ τὴν πολὺ οἰκεία ἐπίκλησι καὶ νὰ εἰπῶ: «Πατέρα». Τί ψυχὴ πρέπει νὰ ἔχει αὐτὸς πού ἔτσι θὰ ὁμιλήση στὸν Θεό; Πόση παρρησία; Ποιὰ συνείδησι;”. Μεγάλο καὶ ἀνεκτίμητο τὸ δῶρο. Ὅσες φορὲς θελήσουμε, μποροῦμε νὰ ἀπευθυνθοῦμε στὸν Θεὸ καὶ νὰ τὸν ὀνομάσουμε Πατέρα μας. Καὶ ἀκόμη, ὅταν ὁ χριστιανὸς ἀξιωθῆ καὶ λάβη αἰσθητῶς τὴν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τότε καὶ αἰσθάνεται καρδιακὰ τὴν πατρότητα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν υἱότητα τὴν ἰδική του. Αἰσθάνεται υἱικὴ καὶ τρυφερὴ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ Πατέρα. Αἰσθάνεται ὡς φιλοπάτωρ υἱὸς φιλοστόργου Πατρός.
Τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κράζει στὴν καρδιὰ μας ἀββᾶ ὁ Πατήρ, δηλαδὴ Πατερούλη, Πατερούλη, δημιουργώντας αὐτὴ τὴν τρυφερὴ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό. “Ὅτι δὲ ἐστὲ υἱοί, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ εἰς τὰς καρδίας ὑμῶν, κρᾶζον: ἀββᾶ ὁ πατήρ”.
Κατ’ εἰκόνα τοῦ οὐρανίου Πατρὸς μποροῦμε καὶ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι νὰ γινώμεθα ἀληθινοὶ πατέρες, πνευματικοὶ ἢ σαρκικοί. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς διδάσκει ὅτι δὲν ὀνομάζουμε τὸν Θεὸν Πατέρα κατ’ ἀναλογίαν τῶν ἀνθρώπων πατέρων, ἀλλὰ τοὺς ἀνθρώπους πατέρας κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ Πατρός, “ἐξ οὗ, κατὰ τὸν μέγαν Παῦλον, πᾶσα πατριὰ ἐν οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ γῆς ὀνομάζεται”. Ἂν οἱ ἐπίγειοι πατέρες ἀντανακλοῦν τὴν χάρι καὶ τὴν εὐλογία τοῦ οὐρανίου Πατρός, τότε εἶναι καὶ ἀληθινοὶ πατέρες. Χωρὶς αὐτὴ τὴν χάρι δὲν εἶναι ἀληθινοὶ καὶ γνήσιοι πατέρες καὶ δὲν μποροῦν νὰ προσφέρουν κάτι οὐσιαστικὸ στὰ παιδιά τους. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα, δὲν μποροῦν νὰ γίνουν γνήσιοι καὶ σωστοὶ πατέρες.
Πόσοι ἄνθρωποι δὲν ὑποφέρουν σήμερα γιατί δὲν γνώρισαν ἕνα ἀληθινὸ καὶ στοργικὸ πατέρα;
Ἑτερόδοξος χριστιανός, ποὺ προσῆλθε στὴν Ὀρθοδοξία, εἶπε ὅτι ἔγινε ὀρθόδοξος γιατί μόνο στὴν Ὀρθοδοξία βρῆκε πνευματικοὺς πατέρας, χάρισμα ποὺ χάθηκε στὸν δυτικὸ χριστιανισμό.
Θυμοῦμαι τὴν περίπτωση τοῦ Ρουμάνου συγγραφέως Βιργκὶλ Γκεωργκίου πού, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἴδιος, στὸ πρόσωπο τοῦ πτωχοῦ ἀλλὰ ἁγίου ἱερέως πατέρα του εἶδε τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ τὸ ὅραμα δὲν τὸν ἄφησε ποτὲ νὰ ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸ διάστημα τῆς πολυκυμάντου ζωῆς του.
Προσφωνώντας τὸν Θεό, Πατέρα, ἀναγνωρίζουμε τὴν πατρική Του πρόνοια γιά μᾶς. Δὲν εἴμαστε ὀρφανοί. Δὲν βρισκόμαστε στὴν ζωὴ γιατί ἔτσι τὸ θέλει κάποια τύχη ἢ τυφλὴ εἱμαρμένη. Εἴμαστε πλάσματα τῆς ἀγάπης Του καὶ βρισκόμαστε συνεχῶς κάτω ἀπὸ τὴν πατρική Του παρακολούθησι καὶ φροντίδα. Ἀκόμη καὶ πίσω ἀπὸ τὶς δοκιμασίες τῆς ζωῆς βρίσκεται ἡ παιδαγωγοῦσα καὶ θεραπεύουσα ἀγάπη Του.
Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης