Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέρων Ἐφραίμ Κατουνακιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέρων Ἐφραίμ Κατουνακιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2025



Νά, λοιπὸν, ἡ ὑπομονὴ τί τὴν ἀξίωσε
Κατουνάκια 4-2-1993
Ἐν Χριστῷ ἀγαπητὲ ἀδελφὲ π. Ἱερεμία
Μὲ πολλὴν ἀγάπη σὲ ἀσπάζομαι ἀδελφικὰ, εὐχόμενος ὅπως Κύριος ὁ Θεὸς ἐξαποστείλη τὸν Ἄγγελον Ἀὐτοῦ καὶ σοῦ χαρίση πνεῦμα ὑπομονῆς, πνεῦμα πίστεως καὶ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν Θεόν.
Χθὲς ἔλαβα τὸ γράμμα σου καὶ σήμερα πρωΐ ἔρχομαι νὰ σοῦ ἀπαντήσω. Πρὸ τριῶν μηνῶν κατέβηκα στὴν Ἀθήνα καὶ ἔκανα ἐγχείρηση καταρράκτου στὰ μάτια καὶ δὲν ἔχει ἀποκτασταθῆ ἀκόμα ἡ ὅρασίς μου καὶ δὲν βλέπω καλὰ, καὶ βάζω τὸν Ν. νὰ σοῦ γράψη ὅ,τι ὑπαγορεύω ἐγώ. Γενοῦ ἄξιος τῆς κλήσεώς σου τῆς «Θεοκλήτου». Μετὰ ἁγίων ἡ κλῆσις σου, μετὰ μαρτύρων ἡ μερίς σου.
Νὰ σοῦ πῶ καὶ τὴν ἀλήθεια, καὶ σὲ μακαρίζω καὶ σὲ ζηλεύω, ἀποβλέποντας τὸν καρπὸν αὐτῆς σου τῆς δοκιμασίας. Ἡ πολλὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐσένα ἐκεῖ σὲ ὁδήγησε, εἰς αὐτὸ τὸν Γολγοθά. Ὁ ἅγιος Χρυσόστομος πλέκει δύο ἐγκωμιαστικοὺς λόγους πρὸς τὸν πολύαθλο Ἰώβ. Δὲν τὸν ἐπαινεῖ εἰς τὸ πρότερόν του βίον, πρὸ τῆς δοκιμασίας ποὺ ἦτο θεοσεβὴς-φιλόξενος-ἀπεχόμενος παντὸς κακοῦ, ἀλλὰ τὸν ἐγκωμιάζει εἰς τὴν ὑπομονὴν ὅπου ἔκαμε εἰς αὐτὴ τὴν δοκιμασίαν ὅπου τοῦ ἔστειλε ὁ Θεός.
Στὸν καιρὸ τῆς κατοχῆς ἕνας πατέρας πτωχός, παπουτσής, ἔκανε πολλὰ παπούτσια, καὶ τὰ ἔδινε στὴν κόρη του νὰ τὰ πουλήση στὰ γύρω χωριά. Τὸ κοριτσάκι μὲ διαφόρους καιροὺς καὶ ξυπόλυτο πήγαινε στὰ χωριὰ καὶ τὰ πωλοῦσε. Πότε πεινασμένο, πότε ξυπόλυτο, πότε ἡμέρα καὶ πότε νύκτα, μὲ ἀποτέλεσμα τὸ κοριτσάκι νὰ χτικιάση (νὰ πάρη φυματίωσιν).
Προτοῦ νὰ πεθάνη πρόλαβαν καὶ τὸ ἔκαμαν καλογριούλα καὶ τὸ ὀνόμασαν Ἀνυσία μοναχή.
Ὅταν τῆς ἔκαμαν ἀνακομιδὴ, εὐωδίαζαν τὰ λείψανά της. Νὰ, λοιπόν, τί ἀποτέλεσμα ἔφερε ἡ ὑπομονὴ εἰς τὰς θλίψεις.
Στὸ χωριό μου μία ὅμοια ψυχή, Βασιλικὴ τὴν ὀνόμαζαν, ἐπειδὴ ἦταν γερὸ κοριτσάκι, τὴν ἔπαιρνε ὁ πατέρας της στὶς ἐξωτερικὲς δουλειὲς μαζί του. Ἀπὸ τὶς πολλὲς κακουχίες κλονίστηκε σοβαρὰ ἡ ὑγεία της καὶ στὸ τέλος ἀπέθανε. Ἕνας γείτονάς της, πολὺ εὐλαβὴς ἄνθρωπος, προσευχόμενος μία φορὰ εἶδε πέντε ἕξι ἀγγέλους καὶ ὑμνολογοῦσαν τὸν Θεόν. Καὶ μέσα στὴ μέση ἦταν καὶ αὐτὴ ἡ ψυχή. Νά, λοιπὸν, ἡ ὑπομονὴ τί τὴν ἀξίωσε.
Καὶ ὁ Γέροντάς μας, ὁ παππούς σας, ὁ γέροντας Ἰωσήφ, μᾶς ἔλεγε συχνὰ ὅτι ὅλος ὁ βίος του ἕνα μαρτύριο ἦταν καὶ νὰ τί τὸν ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ εὐωδιάσουν τὰ λείψανά του.
Σοῦ εὐχόμεθα δι’ εὐχῶν τοῦ ἁγίου Γέροντός μας καὶ σ΄ ἐσένα «τὰ ἴδια».
Μὲ ἀδελφικὴ ἀγάπη
παπα Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης
Ἡ ἐπιστολὴ ἀπευθύνεται σὲ ἑτοιμοθάνατο καρκινοπαθὴ μοναχό.

Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2024



Προσευχὴ
Τὸ κομποσχοινάκι εἶναι θαυματουργό!
Ἡ καλυτέρα προσευχὴ εἶναι ὅ,τι ἐσὺ ἐπινοεῖς ἐκείνην τὴν ὥρα. Δὲν εἶναι μόνον, θέλω νὰ διαβάσουμε Μετάληψη νὰ μεταλάβουμε, τρόπον τινά, αὔριο. Ἄ, «ἀπὸ ρυπαρῶν χειλέων, ἀπὸ βδελυρᾶς καρδίας...»· διαβάζουμε, οὔτε καταλαμβάνουμε τί λέμε. Ἐσὺ ὁ ἴδιος νὰ βρεῖς προσευχή, ἐσὺ ὁ ἴδιος· ὁπότε καταλαμβάνεις τί λὲς εἰς τὸν Θεό. Αὐτὸ ἔχει μεγάλη δύναμη, νὰ ποῦμε, μεγάλη δύναμη!
Ἔ, ἂς ὑποθέσουμε ὅτι αὔριο θὰ μεταλάβουμε. Θὰ μεταλάβουμε. Θά ᾿ρθει οὐσιωδῶς ὁ Παράκλητος ν᾿ ἁγιάσει τὰ Δῶρα· πῶς θὰ τὸν ὑποδεχθεῖς; «Στὸ ἔλεός Σου, στὴν εὐσπλαχνία Σου, συγχώρεσέ με». Ἔχει δύναμη διότι τὸ λὲς καὶ τὸ καταλαμβάνεις, ἀπὸ μέσα ἀπ᾿ τὴν ψυχή σου βγαίνει αὐτὴ ἡ εὐχή, νὰ ποῦμε. Διότι πολλὲς φορὲς διαβάζουμε, ἀλλοῦ τρέχει ὁ νοῦς, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ βγαίνει ἀπὸ μέσα σου, τὸ καταλαμβάνεις τί λές.
Ἡ εὐχὴ (προσευχὴ) εἶναι ὁ καθρέφτης τοῦ Μοναχοῦ.
Ὁ ἅγιος Χρυσόστομος λέει: Μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ ἀνάγκη δὲν πηγαίνει στὴν ἐκκλησία, νὰ κάνει τὸν ἑαυτό του Θυσιαστήριο, λέει, προσευχόμενος.
Οἱ ἄνθρωποι στὸν κόσμο εἶναι καὶ ἐπιστήμονες, οὔτε τὸ Σάββατο δὲν μποροῦν νὰ πᾶνε στὴν ἐκκλησία, τὴν Κυριακή, ἔχουν τὴν ὑπηρεσία αὐτὴ τὴν ὥρα. Μπορεῖς αὐτὴ τὴν ὥρα νὰ κάνεις τὸν ἑαυτό σου Θυσιαστήριο λέγοντας τὴν προσευχή.
Γέρων Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης

Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2023



Τότες εἶσαι ἐν τάξει. Εἰδάλλως...
Γι᾿ αὐτὸ πολλὲς φορές, νὰ σᾶς πῶ, πατέρες, ἐφοβήθηκα τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ. Εἶναι σύμφωνος ὁ Θεὸς μὲ μένανε ἢ μήπως ἀλλάζει ὁ Θεός; «Ἐμνήσθην τῶν κριμάτων Σου καὶ παρεκλήθην». Ἔτσι εἶναι.
Ὁ Σταυρὸς δὲν λείπει. Γιατί; Γιατὶ ἐφ᾿ ὅσον κι ὁ ἀρχηγός μας ἀνέβηκε στὸ Σταυρό, κι ἐμεῖς θ᾿ ἀνεβοῦμε, νὰ ποῦμε. Ἀλλὰ ἀπ᾿ τὴ μία πλευρὰ εἶναι γλυκὺς καὶ ἐλαφρός, ἀπ᾿ τὴν ἄλλη μεριὰ εἶναι πικρὸς καὶ βαρύς. Κατὰ τὴν προαίρεσή μας. Ἂν πάρεις μὲ ἀγάπη τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, εἶναι πολὺ ἐλαφρός, εἶναι σφουγγάρι, φελλός. Ἂν τὸ πάρεις, δηλαδή, ἀπ᾿ τὴν ἄλλη πλευρά, τότες εἶναι βαρὺς καὶ ἀσήκωτος.
Γι᾿ αὐτό, καὶ μένα ἡ πείρα αὐτὸ μὲ δίδαξε. Τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ νὰ γίνει. Ἦταν ἀπ᾿ τὸ Θεὸ ἔτσι. Καὶ εἰρηνεύεις, νὰ ποῦμε. Ἂν πεῖς μὰ γιατί ἐτοῦτο, ἐκεῖνο, δὲν εἰρηνεύεις, δὲν εἰρηνεύεις. Δὲν ἦταν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ νὰ φύγω τὴν Κυριακή, ἦταν τὴ Δευτέρα· δὲν ἤθελε ὁ Θεὸς τὴν Τρίτη, ἤθελε νὰ φύγω τὴν Τετάρτη· ἔ, ὁ Θεὸς ἔτσι τά ῾φερε. Ἂν τὰ πάρεις ἀπ᾿ τὴν ἄλλη πλευρὰ μὲ τὴν κρίση τὴ δική σου, θὰ σφάλεις καὶ μισθὸν δὲν ἔχεις. Μισθὸν δὲν ἔχεις!
Μέσα σου νὰ βράζει ἡ χαρά, νὰ μὴ φαίνεται· μέσα σου νὰ βράζει ἡ λύπη, ἡ κόλαση, ἀλλὰ μὴν τὸ ἐξωτερικεύεις. Αὐτὸς εἶναι ὁ καλόγηρος.
Εἰδάλλως, ἐσὺ κι ἐγὼ ἐδῶ, καὶ νὰ προσευχώμεθα· νὰ μὴν ἀκούει ὁ ἕνας τὸν ἄλλονε. Αὐτὸ εἶναι κατὰ Θεόν. Ἅμα τὸ ἐξωτερικεύεις, εἴτε ὑπερηφάνεια θὰ σὲ πιάσει, ἢ... θὰ τὸ χάσεις.
Γι᾿ αὐτὸ λέω ὅτι, ὅπου κι ἂν εὑρεθεῖ ὁ ἄνθρωπος, νὰ μὴν ἀπελπίζεται. Νὰ μὴν τὰ χάνει, νὰ μὴν τὰ σαστίζει. Γιὰ τὸν ἄλφα καὶ τὸν βῆτα λόγο, ὁ Θεὸς γνωρίζει, σὲ δοκιμάζει. Σὲ δοκιμάζει: Μπορεῖς νὰ κρατήσεις αὐτὴν τὴ θλίψη; Μπορῶ. Θὰ σοῦ δώσω χάρισμα. Δὲν μπορεῖς; Κι αὐτὸ ποὺ σοῦ ῾δωσα, θὰ τὸ ἀφαιρέσω. Ἐγὼ δὲν θέλω δειλοὺς ἀνθρώπους. Ὄχι ὅπως ἔστειλε ὁ Μωϋσῆς τοὺς κατασκόπους, λέει: «Ἐωράκαμεν υἱοὺς γιγάντων καὶ ἦμεν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ ἀκρίδες». Ἔτσι; Ναί, ἀλλὰ ποιὸς τὸ λέει αὐτό; Ποιὸς τὸ λέει; «Δειλὸς ἀποσταλεὶς εἰς ὑπακοήν, λέγει· λέων κατὰ τὴν ὁδὸν καὶ φονεῖς κατὰ τὰς πλατείας». Δειλὸς ἄνθρωπος δὲν ἀξίζει τίποτες. Ἐνῶ τολμηρὸς πάντα βγαίνει νικητής. Βλέπεις;
Ἡ δικαιολογία δὲν εἶναι γραμμένη στὴ Γραφή. Οἱ ἅγιοι ὄχι μόνο δὲν δικαιολογοῦνται, ἀλλὰ ὑποφέρουν ἑκουσίως γιὰ τοὺς ἄλλους.
Πάτερ, ὄχι ἔτσι. Ἐσὺ νὰ διορθώσεις τὸν ἑαυτό σου, ὄχι νὰ περιμένεις τοὺς ἄλλους. Ἐσὺ νὰ σταθεῖς ἀπὸ κάτω, νὰ σὲ πατᾶν ὅλοι. Τότες εἶσαι ἐν τάξει. Εἰδάλλως...
Ἐσὺ νὰ ἁρματωθεῖς στὴν ὑπομονή. Ὁ δρόμος ὁ τοῦ Σταυροῦ αὐτὸς εἶναι.
Ὁ ἄνθρωπος, ὅσο καὶ σοφὸς νὰ εἶναι, νὰ συμβουλεύεται καὶ λιγάκι. Δὲν εἴμαστε ἐμεῖς θεοδίδακτοι. Οὔτε ὁ Θεὸς καὶ σύ· μπορεῖς νὰ πάρεις πληροφορίαν ἀπὸ τὸ Θεό; Δὲν εἴμαστε σ᾿ αὐτὴ τὴν κατάσταση. Ά, νὰ ρωτήσουμε καὶ κάναν ἄλλονε. Νὰ ρωτήσουμε, νὰ συμβουλευτοῦμε. Ἔ, δὲν ἔχεις κανέναν ἄνθρωπο καλύτερό σου;
Θὰ κάνεις ὑπομονὴ στὰ δικά σου τὰ πάθη, θὰ κάνεις καὶ στὰ δικά μου. Ἔτσι θὰ γίνεις ἅγιος.
Γέρων Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης

Παρασκευή 7 Ιουλίου 2023


Δοξολογία Θεοῦ
Λέει ὁ Γέροντας στὸν ὑποτακτικό: «Ἐξεγερθέντες τοῦ ὕπνου προσπίπτομέν σοι, ἀγαθέ, καὶ τῶν ἀγγέλων τὸν ὕμνον βοῶμέν σοι, δυνατέ· ἅγιος, ἅγιος» κτλ. «Κουά, κουά, κουά, κουὰ» τὰ βατράχια, κοάζουν, πῶς λέγεται, ξεχάσαμε καὶ τὰ ἑλληνικὰ τώρα.
- Βρὲ παιδί μου, λέει, πήγαινε στὰ βατράχια καὶ πές τα: Ἄ, νὰ σᾶς πῶ, ὁ Γέροντας λέει, σταματῆστε τώρα γιατὶ θέλουμε νὰ διαβάσουμε ἐμεῖς τὴν ἀκολουθία.
- Νά ῾ναι εὐλογημένο, Γέροντα.
Αὐτὸς ἦταν ὑποτακτικός! Βλέπεις; Δὲν εἶπε, «ἔ, Γέροντα, τὰ βατράχια θὰ πάω νὰ πῶ ἐγώ;» Ὄχι, ὑπακοή.
- Ἀκοῦστε ἐδῶ, βατράχια, εἶπε ὁ Γέροντας νὰ σταματήσετε τώρα, γιατὶ θέλουμε νὰ διαβάσουμε ἐμεῖς τὴν ἀκολουθία.
Μίλησε τὸ βατράχι ἐκεῖ! Λέει:
- Πὲς τοῦ Γέροντα, τώρα τελειώνουμε κι ἐμεῖς τὴν δοξολογία τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ πᾶμε κι ἐμεῖς νὰ ξεκουραστοῦμε.
Καὶ τὰ βατράχια ὑμνολογοῦν τὸ Θεό! Ὅλη ἡ φύση, νὰ ποῦμε, ὑμνολογεῖ, δοξολογεῖ τὸν Θεό, καὶ κατὰ τὴν καθαρότητά μας ἀκοῦμε κι ἐμεῖς αὐτὴν τὴ μυστικὴ δοξολογία, τὴ μυστική, τὴν ἄφωνο ὑμνολογία ποὺ κάνουνε καὶ οἱ πέτρες ἀκόμη. Αὐτὸ πῶς τὸ λένε, κάτι στίχους ποὺ ἔχει ἡ μεγάλη δοξολογία, δὲν ξέρω πῶς τὰ λένε, γιατὶ ἐγὼ ἔχω χρόνια νὰ πάω πάνω στὴν ἀκολουθία.
Μοναχοί: Πῦρ, χάλαζα, χιών, πνεῦμα καταιγίδος...
Γέροντας: Πῦρ, χάλαζα, πῦρ καταιγίδος κτλ., ὅλα, τότε ἀρχίζει ἡ μεγάλη δοξολογία. Βλέπετε; Καὶ τὰ ὄρη καὶ τὰ βουνὰ καὶ τὰ δέντρα καὶ ἡ θάλασσα καὶ τὰ ψάρια, ὅλα ὑμνολογοῦν τὸν Θεό. Ἀλλὰ ἐμεῖς, ἐπειδὴ ἔχουμε ἀμαυρώσει, δηλαδή, τὸ νοερὸν τῆς ψυχῆς μας, γι᾿ αὐτὸ λίγο τὸ καταλαμβάνουμε, λίγο. Ὅσο καθαρίζεσαι μέσα σου, τόσο καὶ περισσότερο λαμβάνεις ἕναν φωτισμό, λαμβάνεις μίαν αἴσθηση ὅτι κανένα κτίσμα τοῦ Θεοῦ δὲν μένει ἀργό, ἀλλὰ ὅλα δοξολογοῦν τὸν Θεό. Καὶ ἡ μύγα καὶ τὸ κουνούπι, καὶ τὸ βόδι καὶ τὸ ζῶο, ὅλα δοξολογοῦν τὸν Θεό. Ὅταν καθαριστεῖς μέσα σου, θὰ τὴν δεῖς αὐτὴν τὴ μυστικὴ δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ὅσο καθαρίζεσαι μέσα σου, θὰ τὸ δεῖς καὶ λές: Ταλαίπωρε ἄνθρωπε, ἐσὺ μόνο δὲν δοξολογεῖς τὸν Θεό. Ὅλα δοξολογοῦν τὸν Θεό!
Γέρων Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2020


Καὶ στὸ τέλος εἰρήνευσα
Ἄλλη φορὰ ἦρθε κάποιος ἐδῶ πέρα καὶ μὲ τὴν ὁμιλία προβήκαμε σὲ κατάκριση. Ἔπειτα πάω νὰ λειτουργήσω καὶ δὲν μπορῶ νὰ πῶ τὶς εὐχές. Βρέ, τί ἔκανα; λέω. Μπρός! Ἦρθε ὁ τάδε γείτονας καὶ κατακρίναμε κάτι δεσποτάδες καὶ τὸ αὐτό. Ἀπάνω στὴ Λειτουργία, λειτουργώντας, λέω: «Θεέ μου, συγχώρεσέ με. Συγχώρεσέ με, Θεέ μου. Ἔσφαλα, Θεέ μου. Γιὰ ποιὸν εἶναι τὸ "ἔσφαλα", Θεέ μου; Ὑπάρχει καὶ γιὰ μένα συγχωρητικὴ εὐχή», λέω. «Ἔ, καλά, Θεέ μου, εὐλόγησον». Καὶ στὸ τέλος εἰρήνευσα καὶ λέω: «Ἅμα θέλεις ἄλλη φορά, κατάκρινε!»
Μεγάλο πράγμα εἶναι, μεγάλο κακὸ εἶναι ἡ κατάκρισις. Ἔ, ὡς ἄνθρωποι θὰ σφάλλουμε, παιδί μου. Ἀλλὰ τί; Καὶ ἡ ἐξομολόγησις εἶναι μυστήριο, παιδί μου.
***
Ἐγὼ μόνο τὸ Γυμνάσιο ἔβγαλα, δὲν πῆγα παραπάνω. Κι ἔγραψα ὅλους τοὺς συμμαθητάς μου, ὅλους τους καθηγητάς μου, τοὺς δασκάλους ἀπὸ τὴν πρώτη Δημοτικοῦ μέχρι τὴν τελευταία τάξη τοῦ Γυμνασίου. Καὶ ὅταν τὰ μνημονεύω, πόση χαρὰ λαμβάνω! Ξέρεις πόση χαρὰ λαμβάνω; Διότι μνημονεύω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔκαναν ἄνθρωπο καλό. Τώρα, ἐπειδὴ ἔχω ἕνα χρόνο ποὺ δὲν πάω στὴ Λειτουργία, γιατί δὲν ἀκούω, καὶ θέλω νὰ μνημονεύσω πάλι ἐκεῖνα τὰ ὀνόματα, καὶ λίγο-λίγο πάλι τὰ θυμᾶμαι, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ὠφελοῦνται. Γι' αὐτό, παιδάκι μου, θέλεις νὰ σωθεῖ ἡ ψυχή σου δωρεάν; Ὅσα μπορεῖς περισσότερα ὀνόματα νὰ μνημονεύεις.
Γέρων Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2020


Μετὰ τὴν προσευχὴ
Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν προσεύχεται εἰς τὸν Θεό, ἀπορροφᾶ τρόπον τινά, τὶς ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγαθός, δὲν ὀργίζεται, μακροθυμεῖ. Καὶ ἐσὺ μετὰ τὴν προσευχή, σοῦ ἔρχεται ἕνα τέτοιο πράγμα, γίνεσαι μακρόθυμος, ὅ,τι καὶ νὰ σοῦ κάνει κάποιος.
Γέρων Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2019

Δοξολογία Θεοῦ
Λέει ὁ Γέροντας στὸν ὑποτακτικό: «Ἐξεγερθέντες τοῦ ὕπνου προσπίπτομέν σοι, ἀγαθέ, καὶ τῶν ἀγγέλων τὸν ὕμνον βοῶμέν σοι, δυνατέ· ἅγιος, ἅγιος» κτλ.
«Κουά, κουά, κουά, κουὰ» τὰ βατράχια, κοάζουν, πῶς λέγεται, ξεχάσαμε καὶ τὰ ἑλληνικὰ τώρα.
- Βρὲ παιδί μου, λέει, πήγαινε στὰ βατράχια καὶ πές τα: Ἄ, νὰ σᾶς πῶ, ὁ Γέροντας λέει, σταματῆστε τώρα γιατὶ θέλουμε νὰ διαβάσουμε ἐμεῖς τὴν ἀκολουθία.
- Νά ῾ναι εὐλογημένο, Γέροντα.
Αὐτὸς ἦταν ὑποτακτικός! Βλέπεις; Δὲν εἶπε, «ἔ, Γέροντα, τὰ βατράχια θὰ πάω νὰ πῶ ἐγώ;» Ὄχι, ὑπακοή.
- Ἀκοῦστε ἐδῶ, βατράχια, εἶπε ὁ Γέροντας νὰ σταματήσετε τώρα, γιατὶ θέλουμε νὰ διαβάσουμε ἐμεῖς τὴν ἀκολουθία.
Μίλησε τὸ βατράχι ἐκεῖ! Λέει:
- Πὲς τοῦ Γέροντα, τώρα τελειώνουμε κι ἐμεῖς τὴν δοξολογία τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ πᾶμε κι ἐμεῖς νὰ ξεκουραστοῦμε.
Καὶ τὰ βατράχια ὑμνολογοῦν τὸν Θεό! Ὅλη ἡ φύση, νὰ ποῦμε, ὑμνολογεῖ, δοξολογεῖ τὸν Θεό, καὶ κατὰ τὴν καθαρότητά μας ἀκοῦμε κι ἐμεῖς αὐτὴν τὴ μυστικὴ δοξολογία, τὴ μυστική, τὴν ἄφωνο ὑμνολογία ποὺ κάνουνε καὶ οἱ πέτρες ἀκόμη. Αὐτὸ πῶς τὸ λένε, κάτι στίχους ποὺ ἔχει ἡ μεγάλη δοξολογία, δὲν ξέρω πῶς τὰ λένε, γιατὶ ἐγὼ ἔχω χρόνια νὰ πάω πάνω στὴν ἀκολουθία.
Μοναχοί: Πῦρ, χάλαζα, χιών, πνεῦμα καταιγίδος...
Γέροντας: Πῦρ, χάλαζα, πῦρ καταιγίδος κτλ., ὅλα, τότε ἀρχίζει ἡ μεγάλη δοξολογία. Βλέπετε; Καὶ τὰ ὄρη καὶ τὰ βουνὰ καὶ τὰ δέντρα καὶ ἡ θάλασσα καὶ τὰ ψάρια, ὅλα ὑμνολογοῦν τὸν Θεό. Ἀλλὰ ἐμεῖς, ἐπειδὴ ἔχουμε ἀμαυρώσει, δηλαδή, τὸ νοερὸν τῆς ψυχῆς μας, γι᾿ αὐτὸ λίγο τὸ καταλαμβάνουμε, λίγο. Ὅσο καθαρίζεσαι μέσα σου, τόσο καὶ περισσότερο λαμβάνεις ἕναν φωτισμό, λαμβάνεις μίαν αἴσθηση ὅτι κανένα κτίσμα τοῦ Θεοῦ δὲν μένει ἀργό, ἀλλὰ ὅλα δοξολογοῦν τὸν Θεό. Καὶ ἡ μύγα καὶ τὸ κουνούπι, καὶ τὸ βόδι καὶ τὸ ζῶο, ὅλα δοξολογοῦν τὸν Θεό. Ὅταν καθαριστεῖς μέσα σου, θὰ τὴν δεῖς αὐτὴν τὴ μυστικὴ δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ὅσο καθαρίζεσαι μέσα σου, θὰ τὸ δεῖς καὶ λές: Ταλαίπωρε ἄνθρωπε, ἐσὺ μόνο δὲν δοξολογεῖς τὸν Θεό. Ὅλα δοξολογοῦν τὸν Θεό!
Γέρων Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019



Μεγάλη δύναμη ἔχει τὸ πετραχήλι
Ὅταν λειτουργᾶς, νά ῾χεις ὑπόψη σου ὅτι εἶσαι μεσίτης. Παραλαμβάνεις ἀπὸ τὸν κόσμο πόνο, δάκρυα, ἀσθένειες, παρακλήσεις καὶ τ᾿ ἀναφέρεις ἐπάνω εἰς τὸ θρόνο τῆς θεότητος. Καὶ μεταφέρεις κατόπιν στὸν κόσμο παρηγοριά, θεραπεία, ὅ,τι ἔχει ἀνάγκη ὁ καθένας. Μεγάλο ἀξίωμα σ᾿ ἔχει ἀξιώσει, παιδί μου, ὁ Θεός. Νὰ τὸ καλλιεργήσεις. Τὸ αὐτὶ τοῦ Θεοῦ εἶναι στὸ στόμα τοῦ ἱερέως.
Μεγάλη δύναμη ἔχει τὸ πετραχήλι. Τὸ πετραχήλι εἶναι ὁ διαλλάκτης τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου μὲ τὸν Πατέρα, μὲ τὸν Δημιουργό του. Γι᾿ αὐτὸ ὅσο μπορεῖς περισσότερα ὀνόματα νὰ μνημονεύεις. Ὅσο μπορεῖς περισσότερα.
Στὸν καιρὸ τῆς Τουρκοκρατίας γύριζαν πολλοὶ παπάδες, ἄλλα ἕνας παπὰς γύριζε καὶ μάζευε ὀνόματα καὶ τὰ μνημόνευε στὴ Λειτουργία. Καὶ εἶπε ὁ καϊμακάμης, ὁ Τοῦρκος ἀστυνομικός: «Βρέ, αὐτὸς ἐγείρει τὸν κόσμο σὲ ἐπανάσταση». Τὸν πιάνει καὶ τὸν βάζει μέσα. Καὶ στὸν ὕπνο τοῦ φανερώνονται ὅλοι αὐτοὶ ποὺ μνημόνευε καὶ λένε: «Ἄκουσε, ἢ βγάζεις τὸν παπὰ ἔξω, διότι αὐτὸς μᾶς μνημονεύει καὶ μᾶς παρηγορεῖ, ἢ θὰ σοῦ πάρουμε τὸ πρῶτο παιδί». Κι ὁ Τοῦρκος φοβήθηκε. Ἐπὶ Τουρκοκρατίας. «Ἄντε, παπά, πᾶνε στὸ καλό», λέει, «πᾶνε, ἐγὼ θὰ χάσω τὸ παιδί μου;»
Μεγάλη δύναμη ἔχει τὸ πετραχήλι, παιδί μου, μεγάλη δύναμη. Ὅσο μπορεῖς περισσότερα ὀνόματα νὰ μνημονεύεις.
Ναί, ἐμένα παλιά μοῦ ῾δωσε ὁ π. Ἀρσένιος, ὁ παραδερφὸς τοῦ γερο-Ἰωσήφ, κάτι ὀνόματα ἀπ᾿ ὅταν ἦταν μετανάστης ἀπ᾿ τὴ Ρωσία καὶ ἦρθε στὴν Ἑλλάδα. Κι ἐγὼ τὰ μνημόνευα. Κι ἔπειτα μοῦ λέει: «Ξέρεις, Γέροντα, τί εἶδα; Εἶδα στὸν ὕπνο μου ὅτι αὐτὰ τὰ ὀνόματα ποὺ μοῦ ῾δωσα, πῆγα στὸ ἕνα σπίτι. Λέω, πῶς τὰ περνᾶς ἐδῶ; Ἔ, λέει, λιγάκι, καλά, ἀλλὰ ἔρχεται ὁ παπα-Ἐφραὶμ καὶ μᾶς παρηγορεῖ». Εἶναι ποὺ τοῦ μνημόνευα τὰ ὀνόματα. Ναί. Ἔπειτα ὁ ἄλλος: «Ἐσὺ πῶς τὰ περνᾶς;» «Ναί, ἔτσι κι ἔτσι, ἀλλὰ πέφτει λιγάκι βροχὴ καὶ κρυώνω, ἀλλὰ ἔρχεται ὁ παπα-Ἐφραίμ, λέει, καὶ μᾶς παρηγορεῖ». Λέω: «Εἶναι, ἀδερφέ μου, τὰ ὀνόματα ποὺ μνημονεύω».
Ὁ παπα-Πλανᾶς γιατί ἁγίασε; Ἐμνημόνευε ὁλόκληρα χαρτιά, ἐμνημόνευε. Κι ἐγὼ θυμήθηκα κάτι ὀνόματα καὶ τὰ τοιχοκόλλησα στὴν Προσκομιδή. Ἐκεῖ ἐκ τοῦ προχείρου. Καὶ στὸν ὕπνο μου βλέπω, λοιπόν, ὅτι ἦρθαν κάτι γέροι παλαιοί, μὲ παλαιϊκὰ ροῦχα, ὅπως ἄκουγα ἐγὼ ἀπὸ τὴν μητέρα τοῦ πατέρα μου. Λένε: «Ἐσύ, παιδί μου, μᾶς ἔγραψες, ἀλλὰ ὁ Γέροντας, παιδί μου, δὲν μᾶς μνημονεύει».
- Ἔλα, λέω τοῦ Γέροντα, γιατί δὲν τὰ μνημονεύεις;
- Δὲν τὰ ἔβλεπα καθαρά, λέει.
- Γέροντα, αὐτὸ κι αὐτὸ εἶδα: ὅτι ὁ Γέροντας δὲν μᾶς μνημονεύει, λέει.
Κι ἀπὸ τότες ἔλαβα προθυμία νὰ μνημονεύω ὅσα ὀνόματα περισσότερα. Ὅσα ὀνόματα περισσότερα, περισσότερο μισθὸ λαμβάνεις. Ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐλεημοσύνη: νὰ ἑνώσεις τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐλεημοσύνη. Καὶ μπορεῖς νὰ τὸ κάνεις. Ὅσα, παιδί μου, περισσότερα ὀνόματα μνημονεύεις, τόσο περισσότερο μισθὸ λαμβάνεις. Ναί.
Γέρων Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης

Κυριακή 5 Αυγούστου 2018


Δοξολογία Θεοῦ
Λέει ὁ Γέροντας στὸν ὑποτακτικό: «Ἐξεγερθέντες τοῦ ὕπνου προσπίπτομέν σοι, ἀγαθέ, καὶ τῶν ἀγγέλων τὸν ὕμνον βοῶμέν σοι, δυνατέ· ἅγιος, ἅγιος» κτλ.
«Κουά, κουά, κουά, κουὰ» τὰ βατράχια, κοάζουν, πῶς λέγεται, ξεχάσαμε καὶ τὰ ἑλληνικὰ τώρα.
- Βρὲ παιδί μου, λέει, πήγαινε στὰ βατράχια καὶ πές τα: Ἄ, νὰ σᾶς πῶ, ὁ Γέροντας λέει, σταματῆστε τώρα γιατὶ θέλουμε νὰ διαβάσουμε ἐμεῖς τὴν ἀκολουθία.
- Νά ῾ναι εὐλογημένο, Γέροντα.
Αὐτὸς ἦταν ὑποτακτικός! Βλέπεις; Δὲν εἶπε, «ἔ, Γέροντα, τὰ βατράχια θὰ πάω νὰ πῶ ἐγώ;» Ὄχι, ὑπακοή.
- Ἀκοῦστε ἐδῶ, βατράχια, εἶπε ὁ Γέροντας νὰ σταματήσετε τώρα, γιατὶ θέλουμε νὰ διαβάσουμε ἐμεῖς τὴν ἀκολουθία.
Μίλησε τὸ βατράχι ἐκεῖ! Λέει:
- Πὲς τοῦ Γέροντα, τώρα τελειώνουμε κι ἐμεῖς τὴν δοξολογία τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ πᾶμε κι ἐμεῖς νὰ ξεκουραστοῦμε.
Καὶ τὰ βατράχια ὑμνολογοῦν τὸ Θεό! Ὅλη ἡ φύση, νὰ ποῦμε, ὑμνολογεῖ, δοξολογεῖ τὸν Θεό, καὶ κατὰ τὴν καθαρότητά μας ἀκοῦμε κι ἐμεῖς αὐτὴν τὴ μυστικὴ δοξολογία, τὴ μυστική, τὴν ἄφωνο ὑμνολογία ποὺ κάνουνε καὶ οἱ πέτρες ἀκόμη. Αὐτὸ πῶς τὸ λένε, κάτι στίχους ποὺ ἔχει ἡ μεγάλη δοξολογία, δὲν ξέρω πῶς τὰ λένε, γιατὶ ἐγὼ ἔχω χρόνια νὰ πάω πάνω στὴν ἀκολουθία.
Μοναχοί: Πῦρ, χάλαζα, χιών, πνεῦμα καταιγίδος...
Γέροντας: Πῦρ, χάλαζα, πῦρ καταιγίδος κτλ., ὅλα, τότε ἀρχίζει ἡ μεγάλη δοξολογία. Βλέπετε; Καὶ τὰ ὄρη καὶ τὰ βουνὰ καὶ τὰ δέντρα καὶ ἡ θάλασσα καὶ τὰ ψάρια, ὅλα ὑμνολογοῦν τὸν Θεό. Ἀλλὰ ἐμεῖς, ἐπειδὴ ἔχουμε ἀμαυρώσει, δηλαδή, τὸ νοερὸν τῆς ψυχῆς μας, γι᾿ αὐτὸ λίγο τὸ καταλαμβάνουμε, λίγο. Ὅσο καθαρίζεσαι μέσα σου, τόσο καὶ περισσότερο λαμβάνεις ἕναν φωτισμό, λαμβάνεις μίαν αἴσθηση ὅτι κανένα κτίσμα τοῦ Θεοῦ δὲν μένει ἀργό, ἀλλὰ ὅλα δοξολογοῦν τὸν Θεό. Καὶ ἡ μύγα καὶ τὸ κουνούπι, καὶ τὸ βόδι καὶ τὸ ζῶο, ὅλα δοξολογοῦν τὸν Θεό. Ὅταν καθαριστεῖς μέσα σου, θὰ τὴν δεῖς αὐτὴν τὴ μυστικὴ δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ὅσο καθαρίζεσαι μέσα σου, θὰ τὸ δεῖς καὶ λές: Ταλαίπωρε ἄνθρωπε, ἐσὺ μόνο δὲν δοξολογεῖς τὸν Θεό. Ὅλα δοξολογοῦν τὸν Θεό!
Γέρων Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης

Δευτέρα 30 Ιουλίου 2018


Ὅταν ὁ ἄνθρωπος νικήσει τὸν ἑαυτό του
Ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἐπαινεῖ τὸν πλησίον του καὶ κατακρίνει τὸν ἑαυτό του, φθάνει σὲ μέτρα ἁγιότητος. Ἂν ζητᾶς ἐσὺ ἀπὸ τὸν ἄλλονε, ἐπειδὴ σὲ λύπησε, νὰ σοῦ βάλει μετάνοια, δὲν εἶσαι καλά, δὲν εἶσαι ἐντάξει, δὲν βαδίζεις στὸ δρόμο τῆς καλογερικῆς.
Φθάσαμε, πατέρες, σ᾿ ἕνα τέτοιο σημεῖο, ποὺ μπορῶ νὰ πῶ ὅτι, ὅταν ἤμασταν κοσμικοί, ἤμασταν καλύτεροι. Τώρα δὲν σηκώνουμε λόγο, δὲν σηκώνουμε λόγο.
Τὰ πατερικὰ βιβλία λένε ὅτι ὁ ἀββὰς Νισθερὼ ἀπέκτησε φήμη ἁγίου ἀνδρός. Καὶ πῆγε ἄλλος καὶ τοῦ λέει: «Τί ἀρετὴ ἔκανες, πάτερ, κι ἔφθασες σ᾿ αὐτὰ τὰ μέτρα;» Λέει: «Ἀφότου μπῆκα στὸ μοναστήρι, εἶπα, ἐγὼ καὶ τὸ γαϊδούρι ἕνα εἴμαστε. Ὅσο μιλάει τὸ γαϊδούρι, ὅταν τὸ δέρνεις, τόσο θὰ μιλήσω κι ἐγώ». Αὐτὸ ἦταν τὸ θεμέλιο, ὅτι καὶ νὰ τὸν δείρουνε, «εὐλόγησον». Τώρα ἐμεῖς φθάσαμε στὸ σημεῖο, δὲν σηκώνουμε λόγο.
Ὁ ἄνθρωπος, ἐφόσον ζεῖ, πρέπει πάντοτε νὰ ἀγωνίζεται. Καὶ ὁ πρῶτος ἀγώνας εἶναι νὰ νικήσει τὸν ἑαυτό του. Ὁ πρῶτος καὶ ὁ κυριότερος ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ὁ διάβολος, ὄχι. Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸν ἑαυτό του ἐπίβουλος. Καὶ τοῦτο διότι δὲν ἀκούει τὸν ἄλλον, ἀκούει τί τὸν λέει ὁ λογισμός του. Ἐνῶ ἔχουμε τόσους ἁγίους Πατέρες νὰ τοὺς μιμηθοῦμε διαβάζοντας τὰ συγγράματά τους, ἐντούτοις ὅμως τὸ ἐγὼ μᾶς κυριεύει πολλὲς φορές. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος νικήσει τὸν ἑαυτό του, εἶναι ὁ μεγαλύτερος μεγαλομάρτυρας καὶ τροπαιοφόρος καὶ νικηφόρος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ!
Γέρων Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης

Τρίτη 22 Μαΐου 2018


Δὲν σὲ εἶδα στὸ στασίδι
Σ᾿ ἕνα μοναστήρι, δὲν θέλω νὰ τὸ ὀνομάσω, ὁ παπὰς θυμίαζε. Κι ὅταν ἔφτασε σ᾿ ἕναν προϊσταμένο, δὲν τὸν ἐθυμίασε. Ὁ προϊστάμενος, ὅταν προχώρησε παραπέρα:
- Παπά, γιατί δὲν μὲ θυμιάζεις;
- Γέροντα, εὐλόγησον, δὲν σὲ εἶδα στὸ στασίδι.
- Στὸ στασίδι ἤμουνα, πάτερ, λέει.
- Ὄχι, δὲν σὲ εἶδα στὸ στασίδι.
Οἱ ἄλλοι ποὺ ἄκουσαν αὐτὴ τὴ φιλονικία τοῦ προϊσταμένου καὶ τοῦ ἱερέως, λένε:
- Γέροντα, ὁ παπὰς εἶναι διορατικός, ξέρει τί σοῦ λέει.
Σκέφθηκε, σκέφθηκε...
- Ἔχει δίκιο ὁ παπάς, λέει, διότι δὲν ἤμουνα ἐδῶ, ἤμουνα σ᾿ ἕνα μετόχι.
Ὁ λογισμός του. Βλέπετε;

Ὁ ἅγιος Νεκτάριος στὴν Αἴγινα, ὅταν πῆγε μία νὰ γίνει καλόγρια, ἦταν δόκιμη, λέει: «Παιδί μου, νὰ βοσκήσεις, ἔχουμε πέντε-δέκα προβατάκια, νὰ τὰ βοσκήσεις».
- Ἔ, νά ῾ναι εὐλογημένο.
Μία μέρα, δύο, «Γέροντα», λέει, «μὲ πιάνουν καὶ μένα οἱ λογισμοί, ἐγὼ ἦρθα νὰ γίνω καλόγρια, δὲν ἦρθα νὰ γίνω τσοπάνης».
- Παιδάκι μου, λέει, ὅταν θυμιάζω σὲ βλέπω στὸ στασίδι.
Ἡ καλόγρια, καίτοι ἦταν τσοπάνης, ἀλλὰ ὁ λογισμός της ἤτανε στὴν εὐχούλα, μέσα στὴν ἐκκλησία ἦταν ὁ λογισμός της, ὁπότε καὶ ὁ ὁ ἅγιος τὴν ἔβλεπε μέσα.
Ὁ λογισμὸς κρίνεται. Ἀπὸ τὸν λογισμὸ ἀχρειούμεθα καὶ ἀπὸ τὸ λογισμὸ βελτιούμεθα.Ὁ καλόγηρος δὲν ἔχει πράξη, ἔχει λογισμό. Ὁ λογισμός σου πῆγε στὸ ὄχι καλό; Εἶσαι ὑπεύθυνος, εἶσαι ὑπεύθυνος. Θὰ πεῖς: Μὰ καὶ ὁ λογισμὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν μαζεύεται. Καλά, ἀλλὰ ὅταν φεύγει, μάζεψέ τον πάλι, μάζεψέ τον πάλι.
Γέρων Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης

Σάββατο 5 Μαΐου 2018



Μεγάλη δύναμη ἔχει τὸ πετραχήλι
Ὅταν λειτουργᾶς, νὰ 'χεις ὑπόψη σου ὅτι εἶσαι μεσίτης. Παραλαμβάνεις ἀπὸ τὸν κόσμο πόνο, δάκρυα, ἀσθένειες, παρακλήσεις καὶ τ' ἀναφέρεις ἐπάνω εἰς τὸ θρόνο τῆς θεότητος. Καὶ μεταφέρεις κατόπιν στὸν κόσμο παρηγοριά, θεραπεία, ὅ,τι ἔχει ἀνάγκη ὁ καθένας. Μεγάλο ἀξίωμα σ' ἔχει ἀξιώσει, παιδί μου, ὁ Θεός. Νὰ τὸ καλλιεργήσεις. Τὸ αὐτὶ τοῦ Θεοῦ εἶναι στὸ στόμα τοῦ ἱερέως.
Μεγάλη δύναμη ἔχει τὸ πετραχήλι. Το πετραχήλι εἶναι ὁ διαλλάκτης τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου μὲ τὸν Πατέρα, μὲ τὸν Δημιουργό του. Γι' αὐτὸ ὅσο μπορεῖς περισσότερα ὀνόματα νὰ μνημονεύεις.΄Ὅσο μπορεῖς περισσότερα.
Στὸν καιρὸ τῆς Τουρκοκρατίας γύριζαν πολλοὶ παπάδες, ἀλλὰ ἕνας παπὰς γύριζε καὶ μάζευε ὀνόματα καὶ τὰ μνημόνευε στὴ Λειτουργία. Καὶ εἶπε ὁ Τοῦρκος ἀστυνομικός: «Βρέ, αὐτὸς ἐγείρει τὸν κόσμο σὲ ἐπανάσταση». Τὸν πιάνει καὶ τὸν βάζει μέσα. Καὶ στὸν ὕπνο τοῦ φανερώνονται ὅλοι αὐτοὶ ποὺ μνημόνευε καὶ λένε: «Ἄκουσε, ἢ βγάζεις τὸν παπὰ ἔξω, διότι αὐτός μας μνημονεύει καὶ μᾶς παρηγορεῖ, ἢ θὰ σού πάρουμε τὸ πρῶτο παιδί». Κι ὁ Τοῦρκος φοβήθηκε. Ἐπὶ Τουρκοκρατίας. «Ἄντε, παπά, πᾶνε στὸ καλό», λέει, «πᾶνε, ἐγὼ θὰ χάσω τὸ παιδί μου;»
Μεγάλη δύναμη ἔχει τὸ πετραχήλι, παιδί μου, μεγάλη δύναμη. Ὅσο μπορεῖς περισσότερα ὀνόματα νὰ μνημονεύεις.
Ναί, ἐμένα παλιά μου 'δωσε ὁ π. Ἀρσένιος, ὁ παραδερφὸς τοῦ γερό-Ἰωσήφ, κάτι ὀνόματα ἀπ' ὅταν ἦταν μετανάστης ἀπ' τὴ Ρωσία καὶ ἦρθε στὴν Ἑλλάδα. Κι ἐγὼ τὰ μνημόνευα. Κι ἔπειτά μου λέει: «Ξέρεις, Γέροντα, τί εἶδα; Εἶδα στὸν ὕπνο μου ὅτι αὐτὰ τὰ ὀνόματα πού σου 'δωσα, πῆγα στὸ ἕνα σπίτι. Λέω, πῶς τὰ περνᾶς ἐδῶ; Ε, λέει, λιγάκι , καλά, ἀλλὰ ἔρχεται ὁ πάπα-Ἐφραὶμ καὶ μᾶς παρηγορεῖ». Εἶναι ποὺ τοῦ μνημόνευα τὰ ὀνόματα. Ναί. Ἔπειτα ὁ ἄλλος: «Ἐσὺ πῶς τὰ περνᾶς;» «Ναί, ἔτσι κι ἔτσι, ἀλλὰ πέφτει λιγάκι βροχὴ καὶ κρυώνω, ἀλλὰ ἔρχεται ὁ πάπα-Ἐφραίμ, λέει, καὶ μᾶς παρηγορεῖ». Λέω: «Εἶναι, ἀδερφέ μου, τὰ ὀνόματα ποὺ μνημονεύω».
Ὁ πάπα-Πλανᾶς γιατί ἁγίασε; Ἐμνημόνευε ὁλόκληρα χαρτιά, ἐμνημόνευε. Κι ἐγὼ θυμήθηκα κάτι ὀνόματα καὶ τὰ τοιχοκόλλησα στὴν Προσκομιδή. Ἐκεῖ ἐκ τοῦ προχείρου. Καὶ στὸν ὕπνο μου βλέπω, λοιπόν, ὅτι ἦρθαν κάτι γέροι παλαιοί, μὲ παλαιϊκὰ ροῦχα, ὅπως ἄκουγα ἐγὼ ἀπὸ τὴν μητέρα τοῦ πατέρα μου. Λένε: «Ἐσύ, παιδί μου, μᾶς ἔγραψες, ἀλλὰ ὁ Γέροντας, παιδί μου, δὲν μᾶς μνημονεύει».
-Ἔλα, λέω τοῦ Γέροντα, γιατί δὲν τὰ μνημονεύεις;
-Δὲν τὰ ἔβλεπα καθαρά, λέει.
-Γέροντα, αὐτὸ κι αὐτὸ εἶδα: ὅτι ὁ Γέροντας δὲν μᾶς μνημονεύει, λέει.
Κι ἀπὸ τότες ἔλαβα προθυμία νὰ μνημονεύω ὅσα ὀνόματα περισσότερα. Ὅσα ὀνόματα περισσότερα, περισσότερο μισθὸ λαμβάνεις. Ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐλεημοσύνη: νὰ ἑνώσεις τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐλεημοσύνη. Καὶ μπορεῖς νὰ τὸ κάνεις. Ὅσα, παιδί μου, περισσότερα ὀνόματα μνημονεύεις, τόσο περισσότερο μισθὸ λαμβάνεις. Ναί.
Γέρων Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης

Τρίτη 3 Απριλίου 2018



Νὰ τὴν λέτε μία - μία λέξι
Εὔχομαι ἡ Παναγία μας πάντοτε νὰ σᾶς σκεπάζῃ. Νὰ βιάσετε τὸν ἑαυτόν σας. Νὰ κάθεσθε ἔστω τώρα στὴν ἀρχή, ἕνα τέταρτο τῆς ὥρας, καὶ κατόπιν νὰ τὸ αὐξήσετε σὲ μισὴ ὥρα, κοκ. Νὰ κάθεσθε σὲ ἕνα κάθισμα, καὶ νὰ λέτε τὴν εὐχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με».
Νὰ τὴν λέτε μία - μία λέξι, κατανοητά, καταληπτά. Νὰ μὴ προχωρῆτε στὴν δεύτερη λέξι, ἂν δὲν καταλάβετε τὴν πρώτην. Νὰ τονίζετε περισσότερον τὸ τελευταῖο, δηλαδὴ τὸ «ἐλέησόν με».
Θὰ σᾶς ἔρθῃ τώρα στὴν ἀρχὴ ὕπνος καὶ ῥᾳθυμία καὶ μετεωρισμὸς καὶ ἀμέλεια, ἀλλὰ ἐσεῖς γρήγορα νὰ συνέρχεσθε.
Ὅταν λέτε τὴν εὐχήν, νὰ θεωρῆτε τὸν ἑαυτόν σας τώρα στὴν ἀρχήν, ὅτι εἶσθε στὴν κόλασι, καὶ νὰ φωνάζετε κλαίοντας ζητώντας τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Μακρυὰ ἀπὸ τὴν ἀπόγνωσιν, ἀπὸ τὴν ἀπελπισίαν, καὶ τὰ ὅμοια τούτων.
Ὅσον σᾶς εἶναι δυνατὸν βιάσατε τὸν ἑαυτόν σας στὰ δάκρυα. Μὴ φοβηθῆτε, ὅταν ἀκούσετε κρότους – κτύπους.
Αὐτὸ τὸ σύστημα, αὐτὴν τὴν τάξιν θὰ τὴν κάνετε τρεῖς φορὲς τὴν ἡμέρα. Πρωὶ – μεσημέρι – βράδυ. Ἐὰν δὲν μπορεῖτε τρεῖς φορές, τουλάχιστον δυὸ φορὲς πρωὶ καὶ βράδυ, ἢ ἔστω μόνον τὸ βράδυ.
Κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς, νὰ μὴ δέχεσθε οὔτε φαντασία οὔτε μορφή, οὔτε εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Χριστοῦ, ἢ ἄλλου τινος Ἁγίου, οὔτε καὶ τὶς λέξεις τῆς εὐχῆς νὰ βλέπετε νοερῶς.
Αὐτὰ τὰ ὀλίγα τώρα στὴν ἀρχήν, τὰ δὲ ἄλλα σὺν τῷ χρόνῳ.
Μὲ ἀδελφικὴ ἀγάπη
Γέρων Ἐφραίμ Κατουνακιώτης

Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2018



Ἐμεῖς θ' ἀγωνιζόμαστε
-Γέροντα, κανεὶς προσπαθεῖ νὰ προετοιμάζεται ὅσο μπορεῖ γιὰ τὴν Θεία Λειτουργία, ὅμως βλέπει ὅτι ὁ ἐχθρὸς δὲν κάθεται, δηλαδὴ φέρνει λογισμοὺς πολλὲς φορὲς αἰσχρούς, βλασφήμους, ρυπαρούς, Τότε τί κάνει, τί πρέπει, πῶς νὰ τοὺς ἀντιμετωπίσει;
- Ἄκουσε νὰ δεῖς, ἄνθρωποι εἴμεθα. Ἔ, ἄνθρωποι εἴμεθα, δὲν εἴμεθα ἄγγελοι. Φέρνει καὶ λογισμοὺς αἰσχρούς, φέρνει καὶ λογισμοὺς ὑπερηφανείας, φέρνει καὶ λογισμοὺς κατακρίσεως, ὅλα. Ἐμεῖς θ' ἀγωνιζόμαστε.
Ἄλλη φορὰ ἦρθε κάποιος ἐδῶ πέρα καὶ μὲ τὴν ὁμιλία προβήκαμε σὲ κατάκριση. Ἔπειτα πάω νὰ λειτουργήσω καὶ δὲν μπορῶ νὰ πῶ τὶς εὐχές. Βρέ, τί ἔκανα; λέω. Μπρός! Ἦρθε ὁ τάδε γείτονας καὶ κατακρίναμε κάτι δεσποτάδες καὶ τὸ αὐτό. Ἀπάνω στὴ Λειτουργία, λειτουργώντας, λέω: «Θεέ μου, συγχώρεσέ με. Συγχώρεσέ με, Θεέ μου. Ἔσφαλα, Θεέ μου. Γιὰ ποιὸν εἶναι τὸ "ἔσφαλα", Θεέ μου; Ὑπάρχει καὶ γιὰ μένα συγχωρητικὴ εὐχή», λέω. «Ἔ, καλά, Θεέ μου, εὐλόγησον». Καὶ στὸ τέλος εἰρήνευσα καὶ λέω: «Ἅμα θέλεις ἄλλη φορά, κατάκρινε!»
Μεγάλο πράγμα εἶναι, μεγάλο κακὸ εἶναι ἡ κατάκρισις. Ἔ, ὡς ἄνθρωποι θὰ σφάλλουμε, παιδί μου. Ἀλλὰ τί; Καὶ ἡ ἐξομολόγησις εἶναι μυστήριο, παιδί μου.
Γέρων Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014


Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με
Κατουνάκια 22-7-74
Ἐν Χριστῷ ἀγαπημένες μου ψυχές. Εὔχομαι ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος νὰ κυματίζῃ μέσα σας. Δὲν γνωρίζω τί ἀκριβῶς σας ἔχει πῇ ὁ ἀγαπητός μου ἀδελφὸς καὶ σεβαστὸς Γέροντάς σας γιὰ μένα. Πάντως ὡς συμπεραίνω, ἡ ἀγάπη του γιὰ μένα ὑπερβαίνει τὸ ὅριον τῆς ἀληθείας καὶ ἀκριβείας. Δὲν θὰ τολμοῦσα οὔτε κατὰ διάνοιαν νὰ σᾶς ὁμιλήσω, διότι γνωρίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει κενόν τι εἰς τὰς ὁμιλίας του πρὸς ἐσᾶς, γιὰ νὰ ἔλθω τώρα ἐγὼ νὰ τὸ συμπληρώσω, ἢ καὶ νὰ τὸ πληρώσω, ἀλλὰ ἀφοῦ μὲ παρακαλεῖτε, ἢ μᾶλλον μὲ πιέζετε νὰ σᾶς γράψω κάτι, ὄχι τί καινὸν εἰς τὰ τοῦ Γέροντός σας, ἀλλὰ τὸ ἴδιον μὲ ἄλλους λόγους, ἅς σας ἀκούσω, ἶνα μὴ φανῶ παρήκοος.
Γνωρίζω, ὅτι γράφω πρὸς ψυχάς, αἱ ὁποῖαι ἀπαρνήθηκαν τὸν κόσμον καὶ τὰ τοῦ κόσμου, καὶ ἀφιέρωσαν τὸν ἑαυτὸν τοὺς ἓξ ὁλοκλήρου γιὰ τὴν ἄλλην ζωὴν στὸν ἐπουράνιον Νυμφίον, τὸν γλυκύτατον Ἰησοῦν. Ἐνεδύθησαν τὸ ἔνδυμα, τὸ μοναχικόν. Τὸ ἔνδυμα τῆς ἀγαμίας, τῆς παρθενίας, τῆς σωφροσύνης, τῆς ὑπακοῆς, τῆς προσευχῆς. Ἔφυγαν μακρυὰ ἀπὸ τὸν κόσμον, οὐχὶ μόνον μὲ τὸ σῶμα, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον μὲ τὸ πνεῦμα. Συναγωνίζονται νύκτα καὶ ἡμέρα μὲ τοὺς ἀσάρκους ἀγγέλους, ἐν σαρκὶ οὖσαι, εἰς τὴν δοξολογίαν τοῦ Θεοῦ. Μέρα τὴν ἡμέρα προκόπτουν (αὐτοπαρατηρώσαι ἑαυτάς) εἰς τὴν ἐξομολόγησι, εἰς τὴν ὑπακοήν, εἰς τὴν προσευχήν, καὶ γενικῶς εἰς τὴν αὐτοσυγκέντρωσιν. Τᾶς περιλούει ἡ σιωπή, ἢ μᾶλλον ἡ σμικρολογία, τὸ πένθος, τὰ ἀείρροα δάκρυα, ὁ Θεῖος ἔρως. Ὁ παρθενικὸς Θεῖος ἔρως τοῦ γλυκυτάτου καὶ ὡραιοτάτου Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ δὲν παύουν οὔτε στιγμήν, ποὺ νὰ μὴ προφέρουν τὸ γλυκύτατον Αὐτοῦ ὄνομα. Ἰησοῦ μου γλυκύτατε ἐλέησόν με. Ἰησοῦ μου γλυκειὰ ἀγάπη ἐλέησόν με. Ἰησοῦ μου Νυμφίε μου ἐλέησόν με.
Βεβαίως αὐτὴ ἡ εὐχὴ δὲν εἶναι ἡ ἴδια γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, δηλαδὴ γιὰ ὅλες τὶς καταστάσεις. Ὁ ἕνας τὴν λέγει: Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με. Ὁ ἄλλος τὴν λέγει: Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με. Ὁ ἄλλος: Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με. Ὁ ἄλλος: Ἰησοῦ μου ἐλέησόν με. Ὁ ἄλλος: Ἰησοῦ μου, καὶ ὁ τελευταῖος δὲν προφέρει τίποτε, ἀλλὰ κάθεται σιωπώντας καὶ ἐντρυφώντας τὴ Θείαν γλυκύτητα! Εὔχομαι νὰ φθάσετε στὴν τελευταία κατάστασιν. Ὅλα ἔρχονται διὰ μέσου τῆς ὑπακοῆς. Ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τῆς μοναχῆς, ἡ ὑπακοὴ εἶναι. Ὅλα τὰ χαρίσματα διαμέσου τῆς ὑπακοῆς χορηγοῦνται. Ὑπακοὴ = ζωή. Παρακοὴ = Θάνατος.
Συγχωρήσατε μοὶ διὰ τὴν φλυαρίαν μου.
Μὲ ἀδελφικὴν ἀγάπη καὶ ψυχικὸν σύνδεσμον.
Ἐφραίμ

Γέρων Ἐφραίμ Κατουνακιώτης

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014


Βιάσου σὲ αὐτὴν τὴν εὐχούλα
Ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες φωνάζουν. Τὴν πρώτην θέσιν τοῦ κάθε Χριστιανοῦ τὴν κατέχει ἡ προσευχή. Θέλεις νὰ κάνῃς κατάστασιν; Προσεύχου. Θέλεις νὰ σωθῆς; Προσεύχου.
Ὅλες αἱ προσευχὲς καλὲς καὶ ἅγιες εἶναι, ἀλλὰ ἡ νοερὰ προσευχή, εἶναι ἡ βασίλισσα αὐτῶν: Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν μικρούλαν, ἀλλὰ παντοδύναμιν προσευχήν, ξεκίνησαν οἱ ἅγιοι πατέρες, καὶ ἔγιναν φωστῆρες τῆς ἐκκλησίας.
Λέγε συνεχῶς, ὅσο μπορεῖς περισσότερες φορὲς τὴν ἡμέρα καὶ τὴν νύχτα αὐτὴν τὴν εὐχούλα, καὶ αὐτὴ θὰ σὲ διδάξῃ αὐτὰ ποὺ θέλεις, αὐτὰ ποὺ δὲν γνωρίζεις. Βιάσου σὲ αὐτὴν τὴν εὐχούλα.

Γέρων Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014


Νὰ βάλῃς μίαν καλὴν ἀρχήν

Σὲ συμβουλεύω λοιπὸν νὰ προσεύχεσαι συχνά. Νὰ λέγῃς τὴν εὐχή: Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με. Ὅσο μπορεῖς συχνότερα. Νὰ βάλῃς μίαν καλὴν ἀρχήν, καὶ μὲ τὸν καιρὸν θὰ αἰσθανθῆς τὸν γλυκὸ καρπὸ – χαρά, γλυκύτητα καὶ εὐφροσύνη.
Ὅσο μπορεῖς, νὰ φυλάττῃς καθαρότητα σώματος καὶ ψυχῇς. Συστολὴ τῶν αἰσθήσεων καὶ σμικρολογία. Ἰδίως νὰ φυλάζεσαι ἀπὸ τὶς κακὲς συναναστροφές.
Καμία ἄλλη ἀρετὴ δὲν ἑνώνει τὸν ἄνθρωπον μὲ τὸν Θεόν, ὅσον ἡ προσευχή. Ὅσο γιὰ τὰ σκιρτήματα τοῦ Πνεύματος, δὲν εἶναι καιρὸς ἀκόμη, εἶναι νωρίς. Ἐσὺ βάδιζε τὸν δρόμον ποὺ σοῦ ὑποδεικνύω, λέγοντας αὐτὴν τὴν μικρούλα εὐχούλα, τό: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με» ἢ «Ἰησοῦ γλυκύτατε ἐλέησόν με», καὶ θὰ τὰ εὕρης μόνη σου. Καὶ ὅταν ὁ πανάγαθος Θεὸς εὐδοκήση νὰ σὲ χαριτώσῃ, νὰ γνωρίσῃς τὴν γλυκύτητά του, τότε θὰ γίνῃς ἔξαλλος ἀπὸ χαράν. Τότε θὰ γνωρίσης, τί θὰ πῇ σκίρτημα, ἢ μᾶλλον, πῶς ἡ ψυχή σου θὰ φεύγῃ ἀπὸ τὸ σῶμα, θὰ διαπερνᾷ τοὺς οὐρανούς, θὰ σχίζῃ τὰ τάγματα τῶν Ἀγγέλων καὶ Ἀρχαγγέλων, ἵνα συναντήσῃ τὸν γλυκύτατόν της Νυμφίον… Καὶ ἄλλα πολλά, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν πρέπει νὰ σοῦ τὰ προλέγω.
Προχώρα ὅπως βαδίζῃς, καὶ τότε θὰ ἰδῇς μὲ τὴν πεῖρά σου, τί εἶναι αὐτὸς ὁ κόσμος, δηλαδὴ οἱ δόξες καὶ τὰ μεγαλεῖα του. Ὅτι ὅλα αὐτὰ μᾶς γίνονται ἐμπόδια εἰς τὸ νὰ ἀρέσωμε εἰς τὸν Θεόν. Πολλὰ εἶναι τὰ ἐμπόδια γιὰ νὰ εὐαρεστήσωμε τὸν Θεόν. Τὸ μεγαλύτερον ἀπὸ ὅλα εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἔπειτα ἔρχεται ὁ διάβολος.
Ὅπου κι ἂν εὑρίσκεσαι, νὰ προσεύχεσαι. Ὄχι μόνον μέσα στὴν ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ, νὰ λέγῃς αὐτὴν τὴν χαριτόβρυτο εὐχούλα. Καὶ ἐκκλησία καὶ θρόνος Θεοῦ καὶ παράδεισος εἶναι αὐτὴ ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου. Καθὼς καὶ τὸ ἀντίθετον. Καὶ κόλασις καὶ θρόνος τοῦ διαβόλου πάλιν εἶναι ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου. Στὴν θέλησιν λοιπὸν τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νὰ κάνῃ τὴν καρδίαν του Παράδεισον καὶ θρόνον Θεοῦ, προσευχόμενος, καὶ ποιώντας ἔργα καλά καὶ οὐχὶ τοῦ διαβόλου.
Ὁ Γέροντάς μου, ὁ μακαρίτης ὁ Γ. Ἰωσήφ, εἶχε γράψει ὁλόκληρο βιβλίον περὶ ἡσυχίας καὶ προσευχῆς. Στὸ κεφάλαιον περὶ θείου ἔρωτος ἔγραφε:
Στοὺς οὐρανοὺς σ᾿ ἀναζητῶ,
ψάχνω γιὰ νὰ σὲ εὕρω,
κι ὅταν σκιρτᾷς κατανοῶ,
ὅτι μέσα μου σὲ ἔχω.
Δηλαδὴ τὸν Ἰησοῦ Χριστόν. Ὁ Χριστὸς διαρκῶς φωνάζει στὸ Εὐαγγέλιό του «Ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἐντὸς ἡμῶν ἐστι».

Γέρων Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης 

Τετράδιο 138 * Σεπτέμβριος 2011

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014


Ἄφησε τόν κόσμο καί κοίταξε τόν παπα-Δημήτρη
Κατουνάκια Ἁγίου Ὄρους
Ἐν Χριστῶ ἀγαπητέ ἀδελφέ παπα-Δημήτριε, Χριστός Ἀνέστη!

…Οἱ ἅγιοι δέν παρακαλοῦσαν τόν Θεόν νά τούς ἀφαιρέση τά βάσανα καί τάς θλίψεις, ἀλλά νά τούς δίδη ὑπομονήν νά τά ὑπομένουν ἀγογγύστως.
…Αἱ θλίψεις ἀδελφέ μου καί τά βάσανα εἶναι τά μέσα, τά αὐτοκίνητα πού θά μᾶς πᾶνε στόν Παράδεισον. Σέ αὐτόν τόν κόσμον, ἄλλο μήν περιμένης. Ἡ χαρά καί ἡ ἀγαλλίασις ἐπιφυλάσσεται γιά τήν ἄλλην ζωήν. Ὁ Χριστός δέν λέγει στό Εὐαγγέλιον «ἐν τῶ κόσμω θλίψιν ἔξετε; Πολλαί αἱ θλίψεις τῶν δικαίων; Στενή καί τεθλιμμένη ἡ ὁδός»; Κάθε μέρα τά διαβάζουμε αὐτά. Ἄν δέν ὑπῆρχαν οἱ τύραννοι οὔτε μάρτυρας θά εἴχαμεν. Ἡ θλίψις γεννᾶ τήν χαράν. Θάρρος, λοιπόν, καί μή ἀπελπίζεσαι εὔκολα.
Καλά, πολύ καλά κάνεις καί προσεύχεσαι συχνά καί ζητᾶς βοήθεια ἀπό τόν Θεόν. Πάντα ἔτσι νά κάνης. Καλόν ὅμως θεωρῶ νά σοῦ πῶ, πώς πρέπει νά λές τήν εὐχήν, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Μεγάλη παρηγορία θά βρῆς. Νά κρατᾶς στό χέρι σου τό ἀριστερό κομποσκοίνι καί νά λές αὐτήν τήν εὐχήν. Παπᾶς εἶσαι καί νά τήν λές, καί κανείς δέν θά σέ παρεξηγήση. Μᾶλλον καί τούς ἐνορίτας σου νά πῆς νά τήν λένε καί αὐτοί. Καί θά δῆς πόση χαρά, σύν τῶ χρόνω, θά σοῦ φέρη. Νά τήν λές παντοῦ, ὅπου καί νά βρίσκεσαι, ὅ,τι δουλειά καί νά κάνης, νά μήν τήν ἀφήσης ποτέ. Πότε μέ τήν γλῶσσαν σου ἐκφώνως καί πότε μέ τόν νοῦ σου μυστικά (χωρίς νά σέ ἀκούει κανείς).
…Μοῦ γράφεις ὅτι ὁ κόσμος πῆρε κατήφορο. Ἄφησε τόν κόσμο καί κοίταξε τόν παπα- Δημήτρη. Ἔσχατοι καί κακοί καιροί. Ὁ Θεός νά μᾶς σκεπάζη.
Μετά τῆς ἐν Χριστῶ ἀγάπης
Ἐφραίμ ἱερομόναχος τοῦ παπα-Νικηφόρου *

*Ἐπιστολή τοῦ Γέροντος Ἐφραίμ Κατουνακιώτη πρός τόν παπα-Δημήτρη Γκαγκαστάθη

Τετράδιο 117 * Σεπτέμβριος 2009