Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μητροπολίτης Κοζάνης Διονύσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μητροπολίτης Κοζάνης Διονύσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Ιουλίου 2023


Καὶ τί καταλαβαίνει πολλὲς φορὲς ὁ κόσμος;
Ἐμεῖς πρέπει νὰ προσέξουμε στὴν πράξη τοῦ Ἰωσήφ. Ὁ Ἰωσὴφ ἦταν ἄνθρωπος μὲ ἀξίωμα καὶ μὲ ὑπόληψη. Ἦταν ὅμως κι ἄνθρωπος εὐσεβής. Ἡ εὐσέβειά του λοιπὸν τοῦ ἔδωσε τὸ θάρρος νὰ παρουσιαστεῖ στὸν Πιλάτο καὶ νὰ ζητήσει γιὰ νὰ ἐνταφιάσει τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅταν ὅλοι, ἄρχοντες καὶ λαός, ξεσηκώθηκαν καὶ ζήτησαν τὸ θάνατο τοῦ ἀναμάρτητου, καὶ μάλιστα ἕνα θάνατο ἐπώδυνο καὶ ἀτιμωτικό, χρειαζότανε πραγματικὰ θάρρος καὶ τόλμη γιὰ νὰ φροντίσει κανεὶς γιὰ τὸν νεκρὸ αὐτοῦ τοῦ κατάδικου. Ἡ πράξη τοῦ Ἰωσὴφ μᾶς λέγει πώς, ὅταν εἶναι νὰ ἐκτελέσουμε ἕνα ἱερὸ χρέος, δὲν πρέπει νὰ ὑπολογίζουμε τί μπορεῖ νὰ πεῖ καὶ τί μπορεῖ νὰ μᾶς κάνει ὁ κόσμος. Καὶ τί καταλαβαίνει δὰ πολλὲς φορὲς ὁ κόσμος; Ὅταν οἱ δημαγωγοὶ κατεβάζουν τὸν λαὸ καὶ τὸν κάνουν ὄχλο, τότε τί καταλαβαίνουν οἱ ἄνθρωποι; Ὅ,τι καταλάβαιναν ἐκεῖνοι, ποὺ ἄφηναν ἐλεύθερο τὸν Βαραββὰ καὶ φώναζαν γιὰ τὸν Χριστό «Ἆρον, ἆρον, σταύρωσον αὐτόν»!. Καὶ συμβαίνει πολλὲς φορές, γιὰ δυστυχία τῶν ἀνθρώπων, νὰ μένει ἕνας μόνος του μάρτυρας τῆς ἀλήθειας μέσα σ’ ἕναν ὄχλο φανατισμένο καὶ τυφλό. Ἔτσι μόνος ἔμεινε ὁ Χριστὸς ἀπέναντι στὸν μαινόμενο ὄχλο, κι ὅταν οἱ ἄλλοι πῆγαν ἥσυχοι νὰ κοιμηθοῦν, μόνοι βρέθηκαν δύο ἄνδρες, γιὰ νὰ θάψουν τὸ θεῖο σῶμα τοῦ Λυτρωτῆ καὶ νὰ σώσουν τὴν τιμὴ τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Ἀλλοίμονο στὸν κόσμο, ἀδελφοί μου, ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ ὄχλου! Καὶ χαρὰ σ’ ἐκείνους, ποὺ δὲν φοβήθηκαν τὴν κατακραυγὴ τοῦ λαοῦ, τοῦ λαοῦ ποὺ τὸν διέφθειραν οἱ δημαγωγοὶ καὶ τὸν ἔκαναν ὄχλο! Αὐτοὶ εἶναι πράγματι θαρραλέοι καὶ ἡρωικοί. Μπορεῖ νὰ τοὺς ἀνατρέψει καὶ νὰ τοὺς πατήσει ὁ ὄχλος, μὰ αὐτοὶ δὲν τοῦ κάνουν τόπο νὰ περάσει. Κι ἀκόμα τρὶς χαρὰ σ’ ἐκείνους, ποὺ ὅταν ὁ ὄχλος τοὺς καταριέται αὐτοὶ εὐλογοῦν.
Ἔπειτα τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ τὴν τολμηρὴ πράξη τῶν τριῶν μυροφόρων γυναικῶν. Εἶναι κι αὐτὴ μία πράξη, ποὺ τὴν ἐμπνέει ἡ ἀγάπη κι ἡ ἀφοσίωση στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πολλὲς δυσκολίες εἴχανε νὰ ὑπερνικήσουν οἱ τρεῖς γυναῖκες· τοὺς ἄρχοντες, τὸν λαό, τὴ στρατιωτικὴ φρουρὰ καὶ τὴν πέτρα τοῦ μνημείου. Δὲν λογάριασαν τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτὰ καὶ μόνο τὴν τελευταία στιγμὴ θυμήθηκαν τὴν πέτρα. Ποιὸς θὰ τραβοῦσε τὴ μεγάλη πέτρα ἀπὸ τὴ θύρα τοῦ μνημείου; Μὰ ἡ πέτρα βρέθηκε τραβηγμένη καὶ Ἄγγελος Κυρίου καθότανε στὰ δεξιὰ μέσα στὸ μνημεῖο. Αὐτὸς ἀνάγγειλε στὶς μυροφόρες γυναῖκες τὴν Ἀνάσταση. Εἶναι τάχα μία τυχαία σύμπτωση, ὅτι δηλαδὴ γυναῖκες ἄκουσαν πρῶτες τὸ μήνυμα τῆς Ἀνάστασης κι ἐκεῖνες τὸ μετέφεραν στοὺς Ἀποστόλους; Ὅμως σύμπτωση καὶ τύχη δὲν ὑπάρχει ἔξω ἀπὸ τὴ βουλὴ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ θέληση τοῦ ἀνθρώπου. Ὅ,τι γίνεται στὸν κόσμο γίνεται κατὰ ἕνα λόγο πνευματικό, ποὺ ἔχει τὴ ρίζα του μέσα στὴ βουλὴ τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν ἐλεύθερη θέληση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ πνευματικὸς αὐτὸς λόγος δὲν εἶναι βέβαια ἐκεῖνο ποὺ μάθαμε νὰ λέμε φυσικὸ νόμο. Ὁ φυσικὸς νόμος εἶναι δουλεία, ἡ δουλεία τοῦ αἰτίου καὶ τοῦ ἀποτελέσματος. Ὁ πνευματικὸς λόγος εἶναι ἔξω ἀπὸ κάθε ἔννοια καταναγκασμοῦ, εἶναι ὁ χῶρος τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς προσωπικῆς εὐθύνης. Πίσω ἀπὸ τοὺς λεγόμενους φυσικοὺς νόμους πρέπει πάντα νὰ ἀναζητοῦμε τοὺς πνευματικοὺς λόγους, τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Σύμπτωση καὶ τύχη δὲν εἶναι ποὺ μὲ τὴ βουλὴ τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὴ θέληση τοῦ ἀνθρώπου στέκει ὁ κόσμος καὶ κινεῖται στὴν ἱστορική του πορεία. Πῶς θὰ μποροῦσαν τώρα νὰ μὴν εἶναι γυναῖκες οἱ Ἄγγελοι τῆς Ἀνάστασης; Αὐτὲς κινήθηκαν ἀπὸ κάποια δική τους προαίρεση καὶ δύναμη καὶ πῆγαν στὸ μνημεῖο. Ἔπειτα ἡ γυναίκα, ποὺ πρωτοστάτησε στὴν πτώση, πρωτοστατεῖ καὶ τώρα στὸ μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας, ἀπὸ τὴ Γέννηση μέχρι τὴν Ἀνάσταση.
Μητροπολίτης Κοζάνης Διονύσιος Ψαριανὸς

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020

Εἰς τὴν 25ην Μαρτίου (β)
Ἀλλὰ μετὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν ὁ πολιτικὸς καὶ δημόσιος βίος μας ἤρχισε νὰ θεμελιώνεται ἔξω ἀπὸ τὴν παράδοσιν τοῦ Γένους, ἡ ὁποία τὸ ἐκράτησεν ὀρθὸν εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν του καὶ τὸ ὡδήγησεν εἰς τὸν μεγάλον ξεσηκωμόν. Ἠκολούθησαν βέβαια τὰ νεώτερα κατορθώματα τῆς φυλῆς, ἀκόμη δὲ καὶ αἱ ἐθνικαὶ συμφοραί, καὶ ὅλα αὐτὰ ὡς μία συνέχεια καὶ προέκτασις πρὸς ὁλοκλήρωσιν τοῦ ἔργου τῆς μεγάλης Ἐπαναστάσεως· ἐν τούτοις αἰσθανόμεθα ὅτι εἴμεθα ἔξω ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ ἱεροῦ Ἀγῶνος.
Αὐτὸ τὸ πνεῦμα, ὡς τεκμήριον τῶν ἠθικῶν δυνάμεων αἵτινες ἐκίνουν τὸν ἱερὸν Ἀγώνα, τὸ βλέπομεν εἰς τὸν λόγον αὐτῶν τούτων τῶν ἀγωνιστῶν, ὅστις εἶναι λόγος ζωῆς. Τὰ Ἀπομνημονεύματα τῶν ἀγωνιστῶν εἶναι μία πρώτη πηγὴ ζωντανοῦ λόγου καὶ καθαρᾶς ἱστορικῆς ἀληθείας, ὅσον καὶ ἂν δὲν θὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς ἀνθρώπους, ποὺ γράφουν πάντοτε μὲ κέντρον τὸ πρόσωπόν των καὶ τὴν ἰδικὴν των δρᾶσιν.
Ἀναγινώσκομεν ἐπὶ παραδείγματος εἰς τὰ Στρατιωτικὰ Ἐνθυμήματα τοῦ Κοζανίτου Νικολάου Κασομούλη·
«Ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα, ὁ χαρακτὴρ καὶ τὰ ἔθιμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ βασιλείου μας, ἐδιατηρήθησαν ὑπὸ τὴν ἐπαγρύπνησιν τοῦ κλήρου μας... καὶ διὰ τῆς κοινῆς εὐλαβείας πρὸς τὴν ἁγίαν ἡμῶν θρησκείαν».
Πόση πράγματι ἀμφισβήτησις καὶ πόση ἀνίερος πολεμικὴ δὲν ἔγινε περὶ τὸ σημεῖον τοῦτο, ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς ξένους, ποὺ δὲν ἐνόησαν ποτὲ τὴν Ὀρθοδοξίαν καὶ τὸ ἔργον τοῦ κλήρου μας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἰδικούς μας, ποὺ ποτὲ δὲν ἐπίστευσαν ὡς ὀρθόδοξοι καὶ δὲν ἔζησαν ὡς Ἕλληνες.
Τὸ ποιὸς ἄνεμος ἤρχισε νὰ πνέη καὶ εἰς στὸν τόπον μας, ἀμέσως μόλις ἡ Ἑλλὰς ἔγινεν ἕνα μικρὸν ἐλεύθερον κράτος, τὸ βλέπομεν εἰς τὰ Ἀπομνημονεύματα τοῦ ἄλλου ἐκείνου ἀγωνιστοῦ, τοῦ Μακρυγιάννη, ποὺ εἰς μεγάλην ἡλικίαν ἐκάθησε καὶ ἔμαθεν ὀλίγα γράμματα, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ γράψη καὶ νὰ μᾶς ἀφήση τὴν πείρα του· «Ὅ,τι τοὺς λές. Ἡ θρησκεία δὲν εἶναι τίποτας», γράφει μὲ τὸ ἐπιγραμματικόν του ὕφος, τὸ μοναδικὸν καὶ ἀνεπανάληπτον εἰς τὴν νεοελληνικὴν λογοτεχνίαν. «Ἡ θρησκεία δὲν εἶναι τίποτας» εἶναι ἡ ἀπάντησις τῶν ἐλευθέρων λεγομένων πνευμάτων καὶ τῶν ξεριζωμένων ἀνθρώπων, ποὺ δὲν καταδέχονται νὰ ἔχουν τὴν πίστιν τοῦ λαοῦ. Ὁ ἀγωνιστὴς Μακρυγιάννης μὲ τὴν πείραν του καὶ μὲ τὰ πέντε τραύματά του εἰς τὸν ἀγώνα τοῦ Ἔθνους εἶχεν ἄλλην γνώμην, ποὺ δὲν εἶναι ἁπλῶς γνώμη, ἀλλὰ πίστις καὶ βίωμα καὶ πραγματικότης. «Ἡ πατρίδα τοῦ κάθε ἀνθρώπου καὶ ἡ θρησκεία εἶναι τὸ πᾶν», γράφει καὶ ὁμιλεῖ δι’ αὐτοῦ ἡ ἱστορία καὶ ἡ παράδοσις τοῦ Ἔθνους ἀπὸ τὴν πανάρχαιον ἐποχήν, ὡς μαρτυρία ὅτι «χωρὶς ἀρετὴ καὶ πόνο εἰς τὴν πατρίδα καὶ πίστη εἰς τὴν θρησκείαν ἔθνη δὲν ὑπάρχουν».
Οἱ Τοῦρκοι ἀντελήφθησαν καλύτερον ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας τὴν θέσιν καὶ τὴν σημασίαν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν ἐθνικήν μας ὑπόθεσιν. Ἤξευραν οἱ Τοῦρκοι διατὶ ὡδήγησαν εἰς τὴν ἀγχόνην ἤ ἔπνιξαν εἰς τὴν θάλασσαν ἤ ἀπεκεφάλισαν ἕνδεκα Πατριάρχας. Ἤξευραν διατὶ ἐθανάτωσαν ἑκατὸν περίπου ἐπισκόπους· τοὺς ἐξέδειραν, τοὺς ἀνεσκολόπισαν, τοὺς ἀπηγχόνισαν, τοὺς ἀπεκεφάλισαν, τοὺς διεμέλισαν, σύροντες αὐτοὺς εἰς τὸν δρόμον. Εἰς ἕξ χιλιάδας ἀναβιβάζει ξένος περιηγητὴς τοὺς θανατωθέντας λειτουργούς τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, ἄλλοι δὲ ὑπολογίζουν αὐτοὺς εἰς ἔτι περισσοτέρους.
Ἕνας ποὺ ἀντελήφθη τὴν θέσιν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν σημασίαν της εἰς τὸν ἐθνικόν μας βίον, «πολὺ βαθύτερον παρ’ ὅσον οἱ παρ’ ἡμῖν τὰ ξένα ἀνοήτως πιθηκίζοντες ἀντιπρόσωποι τοῦ ἀντικληρικοῦ πνεύματος», ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος Ἰωάννης Καποδίστριας. Ὅ,τι πράγματι ἐχαρακτήριζε τὸν Κυβερνήτην ἦτο «ἡ πεφωτισμένη πίστις εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἡ ἀκλόνητος αὐτοῦ εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἀφοσίωσις». Ὅθεν, πρὶν ἀκόμη καταβῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἔγραφεν εἰς ἐπιστολήν του ὅτι «τὸ πρώτιστον καὶ οὐσιωδέστατον τῶν καθηκόντων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ παράσχη εἰς τὸ Ἔθνος τὴν διδασκαλίαν τῆς πίστεως». Τῶν δὲ ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας τὸ ἔργον ἔβλεπεν ἤδη, μετὰ τὰς ἡμέρας τοῦ πολέμου, ὡς ἔργον πνευματικῆς διοικήσεως καὶ οἰκοδομῆς τῶν χριστιανῶν, οἵτινες ἔπρεπε νὰ στηριχθοῦν «μὲ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τῆς Ὀρθοδοξίας τὴν ἀληθῆ ἄγκυραν». Ἡ ἐγκύκλιός του πρὸς τὸν ἱερὸν Κλῆρον εἶναι κείμενον προφητικῆς πνοῆς καὶ ἀποστολικοῦ ὕφους. «Λαλήσατε», γράφει, «εἰς τὰς καρδίας τοῦ λαοῦ τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, ὀρθοτομοῦντες τὸν λόγον τῆς ἀληθείας· κηρύξατε τὴν εἰρήνην εὐαγγελίσασθε τὴν ὁμόνοιαν διδάξατε τὴν φιλαδελφίαν, τὴν πρὸς ἀλλήλους ἀγάπην, ἵνα ὦσιν οἱ πάντες ἕν ἐν Χριστῷ· στηρίξατε τὰς καρδίας τῶν πιστῶν εἰς τὰ θεία δόγματα· ἐμπνεύσατε εἰς αὐτοὺς τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀγάπην πρὸς τὸν πλησίον καὶ τὴν ὑποταγὴν εἰς τὰς Ἀρχάς...».
Ἀλλὰ τὸ ἔργον τοῦ μεγάλου ἐκείνου Κυβερνήτου τῆς Ἑλλάδος, ὅστις ἠθέλησε νὰ θεμελίωση τὸν κοινωνικὸν καὶ πολιτικὸν βίον τοῦ νέου Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐπὶ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως τοῦ Ἔθνους, διεκόπη ἀποτόμως, ὅτε τὴν 27ην Σεπτεμβρίου τοῦ 1831 ἐδολοφονειτο εἰς τὸ Ναύπλιον πρὸ τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος, καθ’ ἥν ὥραν μετέβαινεν εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν.
Μετέπειτα ἄλλοι ἄνθρωποι, ξένοι καὶ ἰδικοί μας, ἔδωκαν ἄλλην γραμμὴν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν πολιτικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων τοῦ τόπου μας, ὥστε ἐπὶ ἑκατὸν πενήντα χρόνια νὰ εἴμεθα σχεδὸν ἀποκεκομμένοι ἀπὸ τὴν πνευματικὴν καὶ ἐθνικήν μας παράδοσιν. Ἡ παράδοσις αὐτὴ ἀναμφιβόλως εἶναι παράδοσις ἐκκλησιαστική, εἶναι μνήμη καὶ ζωὴ τῆς ἀνατολικῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ στηρίζει φυλετικὰ τὴν τελευταίαν φάσιν τῆς σημερινῆς ἐθνικῆς μας συγκροτήσεως. Ἐὰν δὲν ἀνατρέχωμεν εἰς αὐτὴν διαρκῶς καὶ ἂν δὲν τὴν διατηροῦμεν ἄσβεστον, μετατοπιζόμεθα καὶ γινόμεθα κοσμοπολιται οὑμανισταί, θύματα τοῦ περίφημου Διαφωτισμοῦ, ἀφελληνιζόμεθα καὶ ἀποδιώκομεν κατὰ τρόπον ἀγνώμονα τὰς ἡρωϊκὰς καὶ ζωντανὰς πηγὰς τῆς ὑποστάσεώς μας.
Εἰς τὰς 5 Ἀπριλίου τοῦ 1920, Κυριακήν τοῦ Θωμᾶ, ἕνας διαπρεπὴς ὀρθόδοξος ἱεράρχης καὶ θεολόγος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἀντώνιος Μητροπολίτης Κιέβου, βαστάζων ἐν τῷ σώματι αὐτοῦ τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐλειτούργησε καὶ ἐκήρυξεν εἰς τὸν Μητροπολιτικὸν ναὸν τῶν Ἀθηνῶν, καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶπε τὰ ἑξῆς· «Εἴθε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ αὐτοῦ... νὰ διατήρησῃ πάντας τοὺς θησαυροὺς τοῦ πνεύματος, τοὺς ὁποίους δὲν κατεδαπάνησεν, ἀλλ’ ἐπηύξησεν ἐν ταῖς ἡμέραις τῶν θλίψεων καὶ κατὰ τοὺς αἰῶνας τῆς δουλείας...».
Εἴθε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί. Αὐτὴν τὴν εὐχὴν ἐπαναλαμβάνομεν καὶ ἡμεῖς σήμερον, ὅτε Ἐκκλησία καὶ Ἔθνος ἑορτάζομεν τὴν ἐπέτειον τῆς μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως. Ἀμήν.
† ὁ Σερβίων καὶ Κοζάνης Διονύσιος
Ἐλέχθη στὸν Μητροπολιτικὸ Ἱ. Ν. τοῦ ἁγίου Νικολάου Κοζάνης στὶς 25 Μαρτίου 1982

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020



Εἰς τὴν 25ην Μαρτίου (α)
Μαζὶ μὲ τὰς ἄλλας ὁμιλίας, ποὺ θὰ γίνουν σήμερον καὶ θὰ ἀκουσθοῦν ἐντὸς τῶν ἱερῶν ναῶν, ἂς ἀκουσθῆ παρακαλῶ καὶ ἡ ὁμιλία αὐτή, ἀφοῦ ἄλλως τε μᾶς παρέχεται ὁ χρόνος μέχρι τῆς ὥρας τῆς Δοξολογίας κατὰ τὸ ἐπίσημον πρόγραμμα. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὁμιλητὰς εἶναι μᾶλλον βέβαιον ὅτι θὰ ἀγνοήσουν καὶ τὸν χῶρον τῆς Ἐκκλησίας ἐντός τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσουν καὶ τὴν συμβολὴν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἑορτάζομεν. Διὰ τοῦτο ἔτι μᾶλλον θὰ πρέπει νὰ ἀκουσθῆ σήμερον ἐντός τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ χώρου, μία ὁμιλία ἡ ὁποία, ἔξω ἀπὸ ἰδεολογικὰς προκαταλήψεις, θὰ ἐκθέση μὲ συντομίαν τὴν θέσιν καὶ τὸ ἔργον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τὴν ζωὴν τοῦ νέου Ἑλληνισμοῦ, πρὸ καὶ μετὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν, κυρίως δὲ κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῆς.
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διεδραμάτισε πράγματι σπουδαῖον πρόσωπον ὄχι μόνο εἰς τὴν διάσωσιν τῆς πίστεως τοῦ λαοῦ, τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως καὶ τῆς γλώσσης, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν προετοιμασίαν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνεργῶς συμμετέσχε μὲ πολλὰς καὶ μεγάλας θυσίας. Ἀλλὰ ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις εἶχε τὸ ἀτύχημα διὰ τὸ Ἔθνος νὰ συμπέση εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος αἰῶνος καὶ μετὰ τὴν Γαλλικὴν Ἐπανάστασιν, εἰς τοὺς χρόνους δηλαδὴ τοῦ διαφωτισμοῦ καὶ τῆς ἀρνήσεως, αἱ ἰδέαι τῶν ὁποίων δυσμενῶς ἐπέδρασαν ἐπὶ τοῦ ἀναγεννωμένου Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Τὴν ἑπομένην τῆς μεγάλης Ἐπαναστάσεως ἡ Ἐκκλησία ὡς θεσμὸς καὶ ὁ ἱερὸς Κλῆρος, ὡς πνευματικὸς ὁδηγὸς τοῦ λαοῦ, ὄχι μόνον ἠγνοήθησαν, ἀλλὰ καὶ θετικῶς ἀπεκλείσθησαν ἀπὸ τὴν ζωὴν τοῦ νέου Κράτους.
Οἱ ἐχθροί του Ἔθνους καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἐδυσφήμησαν καὶ ἐσυκοφάντησαν τὸν ἱερὸν Κλῆρον, πολλοὶ δὲ καὶ ἐκ τῶν διανοουμένων μας μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν ἐπὶ ἑκατὸν πενήντα τώρα χρόνια, προσκατειλημμένοι καὶ αὐτοὶ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ποτισμένοι μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἀρνήσεως, ἔφθειραν ὄχι ὀλίγον τὸ αἴσθημα τοῦ ὀρθοδόξου Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἐζήτησαν νὰ ἀποκόψουν ἀπὸ τὴν παράδοσίν του καὶ τὴν πατρώαν εὐσέβειαν.
Ἀλλ’ ἂν θὰ εἶχε κανεὶς νὰ κατηγορήση τὴν Ἐκκλησίαν, θὰ ἔλεγεν ὅτι πολλάκις τὸν τελείως δευτερογενῆ δι’ αὐτὴν ἐθνικὸν σκοπὸν ἔθεσεν ὑπεράνω τῶν καθαρῶς θρησκευτικῶν καὶ πνευματικῶν της ἔργων καὶ τοῦ ἰδίου της συμφέροντος. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ὄχι νὰ κατηγορήσωμεν τὴν Ἐκκλησίαν δὲν ἔχομεν, ἀλλὰ καὶ oἱ Ἕλληνες καὶ ὅλοι οἱ βαλκανικοὶ λαοὶ αἰώνιον ὀφείλομεν εἰς αὐτὴν εὐγνωμοσύνην διὰ τὴν κένωσιν αὐτῆς καὶ τὰς θυσίας της ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους. Συνήθως ὁμιλοῦμε περὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ὀρθοδόξου Κλήρου καὶ τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸ Ἔθνος ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῆς ἁλώσεως μέχρι τῆς Ἐπαναστάσεως, καὶ ἐννοοῦμεν τί προσέφερεν αὐτὴ εἰς πρόσωπα καὶ εἰς ἄψυχον ὑλικὸν ἀλλ’ εἶναι μεγαλυτέρας ἄξιας, ἠθικῆς καὶ πνευματικῆς ἡ ζημία τὴν ὁποίαν αὕτη ὑπέστη, κενώσασα ἑαυτὴν καὶ ἄρασα τὸν βαρὺν σταυρόν, ὄχι πλέον τοῦ σωματικοῦ, ἀλλὰ τοῦ ψυχικοῦ μαρτυρίου.
Θὰ ἦτο βεβαίως ὑπερβολὴ καὶ ἄγνοια τῆς Ἱστορίας, ἐὰν ἐλέγομεν ὅτι ὁ ἱερὸς ἀγὼν τῶν Ἑλλήνων πρὸς ἀνάκτησιν τῆς ἐλευθερίας ὑπῆρξεν ἔργον μόνον τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἱεροῦ Κλήρου. Σύσσωμον τὸ Ἔθνος ἐξεσηκώθη πρὸς ἀποτίναξιν τοῦ βαρβαρικοῦ ζυγοῦ τῆς δουλείας· οἱ Πατριάρχαι, οἱ ἐπίσκοποι, οἱ παπάδες, οἱ καλόγηροι, οἱ διδάσκαλοι, οἱ ἔμποροι, οἱ ἁρματολοί, οἱ ὁπλαρχηγοί, οἱ καραβοκύρηδες, οἱ πυρποληταί, ὅλοι αὐτοὶ ἦσαν ἡ Ἐκκλησία, ὅλοι ἦσαν ἄνδρες πίστεως, καὶ ἦτο αὐτὴ ἡ πίστις ποὺ τοὺς ὥπλιζε μὲ ὑπομονήν, μὲ ἐλπίδα, μὲ εὐψυχίαν, μὲ πνεῦμα θυσίας. Κέντρον καὶ συνισταμένη τοῦ ἐθνικοῦ βίου ὑπὸ τὸν ζυγὸν τῆς δουλείας ὑπῆρξε πάντοτε ἡ Ἐκκλησία, ὄχι τόσον ὡς μία ἐξουσία ἐπὶ τοῦ λαοῦ καὶ ὀργάνωσις, ὅσο ὡς μία ἐσωτερικὴ πνοὴ καὶ δύναμις, ζωοποιοῦσα τὸ ἐθνικὸν σῶμα, ἑνοῦσα τὰ μέλη αὐτοῦ διὰ τῆς κοινῆς πίστεως καὶ συντονίζουσα τὰς ἐνεργείας του. Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι δὲ αὐτὸ ἀκριβῶς ἡ ἱστορικὴ νεοελληνικὴ πραγματικότης, ἥτις ἀγνοεῖται κατ’ ἐπηρεασμὸν ξένων ἰδεολογικῶν σχημάτων τῆς νεωτέρας ἐποχῆς. Ἀλλ’ ὁ ἐθνικὸς βίος τῶν Ἑλλήνων καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις δὲν εἶναι ἔκφρασις κάποιας ἰδεολογίας, ἀλλὰ ἡ συνέχεια καὶ διατήρησις τῆς παραδόσεως τῆς φυλῆς, ἡ ὁποία παράδοσις εἶναι ἀδιάσπαστος, ἑνιαία καὶ κοινή, παράδοσις ἐθνικὴ καὶ ἐκκλησιαστική. Κάποιοι, ποὺ ἐπαναλαμβάνουν κοινοὺς τόπους, εἶδαν τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν ὡς μίαν λεπτομέρειαν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Εὐρώπης κατ’ ἐπίδρασιν καὶ ὡς προέκτασιν τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως. Ἀλλὰ ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανὰστασις τοῦ 1821 δὲν εἶναι ἡ πρώτη μετὰ τὸ 1453, ἡ ὁποία ἐπερίμενε τὴν Γαλλικὴν Ἐπανάστασιν διὰ νὰ τὴν μιμηθῆ. Ἔπειτα δὲ ὁ χαρακτὴρ τῶν δύο ἐπαναστάσεων εἶναι ὁλωσδιόλου διάφορος καὶ ἀντίθετος. Ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάστασις εἶναι ἐπανάστασις κοινωνική, ἀντιεκκλησιαστικὴ καὶ ἀντιχριστιανικὴ· ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις εἶναι ἐπανάστασις ἐθνική, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπρωτοστάτησεν ἡ Ἐκκλησία καὶ ὁ Κλῆρος. Δὲν εἶναι βέβαια δυνατὸν νὰ ἀναπτύξωμεν ἐδῶ ὅσον πρέπει τὸ θέμα τοῦτο, νὰ ἀνασκευάσωμεν θέσεις καὶ νὰ διαλύσωμεν προκαταλήψεις, ἀλλὰ τοῦτο μόνον εἶναι ἀνάγκη νὰ λεχθῆ, ὅτι ἡ νεοελληνικὴ ἱστορικὴ πραγματικότης ἔχει ἕνα ἰδικὸν της πραγματικὸν καὶ οὐσιαστικὸν περιεχόμενον, ἔξω ἀπὸ σχήματα καὶ ἰδεολογίας, αἱ ὁποῖαι συνετάραξαν τὴν Εὐρώπην καὶ συνταράσσουν ἤδη ὅλον τὸν κόσμον. Ἡ ρωμιοσύνη, μετὰ τὴν διάλυσιν τοῦ κράτους καὶ τὴν ἅλωσιν τῆς πόλεως, συνεσπειρώθη ὡς Ἐκκλησία καὶ ὡς Ἔθνος καὶ ἔζησε μὲ τὸ ὅραμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Γένους. Ὁ ἥρως καὶ μάρτυς βασιλεύς, ποὺ ἔπεσε τελευταῖος ὑπερασπιστὴς τῆς βασιλευούσης, εἶναι ὁ ὑπνώσας διὰ νὰ ἀναστῆ, καθὼς ἀκριβῶς ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη.
† ὁ Σερβίων καὶ Κοζάνης Διονύσιος

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2020



Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος
Σήμερα, 27 τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, ἑορτάζομε τὴν ἱερὴ μνήμη τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου. Πρέπει νὰ ξερωμε ὅτι ὁ Ἅγιος κοιμήθηκε στὶς 14 Σεπτεμβρίου, ἀλλὰ γιὰ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῆς ὑψώσεως τοῦ τιμίου Σταυροῦ, ἡ μνήμη του μετατίθεται στὶς 13 Νοεμβρίου. Ἡ σημερινὴ δεύτερη ἑορτὴ τῆς μνήμης τοῦ ἁγίου Ἱεράρχη γίνεται σὲ ἀνάμνηση τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων του στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὸν τόπο τῆς ἐξορίας, ὅπου ἀπέθανε. Αὐτὴ ἡ ἀνακομιδὴ ἔγινε τριάντα χρόνια μετὰ τὸ θάνατό του, ἀπὸ τὸ διάκονο καὶ διάδοχο τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου, ἀρχιεπίσκοπο Πρόκλο στὰ 438 ἔτη μετὰ τὸ Χριστό, ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν Θεοδόσιος ὁ Μικρός.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος εἶναι ἀπὸ τοὺς μεγάλους Ἱεράρχες καὶ οἰκουμενικοὺς Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας. Γεννήθηκε στὴν Ἀντιόχεια τὸ 344 μετὰ τὸ Χριστό. Ὁ πατέρας του, ἀνώτατος ἀξιωματικός τοῦ στρατοῦ, ὠνομαζότανε Σεκοῦνδος καὶ ἡ μητέρα του Ἀνθοῦσα. Ὠρφάνεψε ἀπὸ πατέρα πολὺ μικρός, καὶ ἡ μητέρα του, σὲ ἡλικία 23 ἐτῶν, δὲν ἔκαμε δεύτερο γάμο, ἀλλὰ ἔμεινε χήρα, γιὰ νὰ ἀφοσιωθῆ στὴν ἀνατροφὴ τοῦ παιδιοῦ της. Ἡ Ἀνθοῦσα ἦταν μία ἀληθινὴ χριστιανὴ μητέρα, ποὺ ἔμεινε τὸ ὄνομά της στὴν Ἐκκλησία. Ὁ περίφημος στὴν ἐποχὴ του ρήτορας Λιβάνιος, διδάσκαλος τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου, εἶπε μία μέρα γιὰ τὴν Ἀνθοῦσα· «Βαβαί, οἷαι παρὰ τοῖς χριστιανοῖς γυναῖκες εἰσιν!». Τί θαυμάσιες, ποὺ εἶναι οἱ γυναῖκες τῶν χριστιανῶν!
Στὰ 370, δηλαδὴ σὲ ἡλικία 26 ἐτῶν, ὁ ἅγιος Ἰωάννης βαπτίσθηκε, στὰ 381 χειροτονήθηκε διάκονος, καὶ στὰ 386 πρεσβύτερος. Εἶχε τέτοια ἐπίδοση στὶς σπουδές του, ὥστε ὁ διδάσκαλός του Λιβάνιος, ὅταν τὸν ρώτησαν ποιὸν θὰ ἄφηνε διάδοχό του, εἶπε· «Τὸν Ἰωάννην, εἰ μὴ τοῦτον χριστιανοὶ ἐσύλησαν»· τὸν Ἰωάννη, ἂν δὲν τὸν εἶχαν κλέψει οἱ χριστιανοί. Στὴν ἀρχὴ ὁ ἅγιος Ἰωάννης, γιὰ νὰ μὴν ἀφήση τὴ χήρα μητέρα του, ἐργάσθηκε ὡς συνήγορος στὰ δικαστήρια, κι ὅταν ἐκείνη πέθανε, ἔγινε μοναχὸς κι ἔφυγε στὴν ἔρημο, ὅπου ἔζησε ἀσκητικὰ τέσσερα χρόνια. Ὅταν χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, ἔμεινε στὴν Ἀντιόχεια ἕνδεκα χρόνια, κοντὰ στὸν ἐπίσκοπο Φλαβιανό, ποὺ τὸν ὑπηρέτησε πιστὰ καὶ τοῦ συμπαραστάθηκε μὲ ἀφοσίωση. Εὐνοημένος ἀπὸ τὸ Θεὸ ἦταν ὁ γέροντας Φλαβιανός, ἔχοντας κοντὰ του τὸν πρεσβύτερο Ἰωάννη.
Ἡ φήμη τοῦ ἁγίου Ἰωάννη εἶχε ξεπεράσει τὰ ὅρια τῆς Ἀντιόχειας κι εἶχε διαδοθῆ παντοῦ. Γιατί ἦταν προικισμένος ἀπὸ τὸ Θεὸ μὲ ἐξαίρετα χαρίσματα, τὰ ὁποῖα καλλιέργησε καὶ αὔξησε μὲ λαμπρὲς σπουδές. Τὸ μεγάλο χάρισμα τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου καὶ τὸ κύριο γνώρισμά του ἦταν ἡ εὐγλωττία του. Ἡ χάρη καὶ ἡ δύναμη τῶν λόγων του εἶναι πραγματικὰ δῶρο οὐράνιο, καθὼς τὸ λέγει καὶ ὁ ἱερὸς ὕμνος· «Ἐκ τῶν οὐρανῶν ἐδέξω τὴν θείαν χάριν». Στὴν Ἀντιόχεια, ὡς συνήγορος πρῶτα καὶ ὡς διάκονος ὕστερα καὶ πρεσβύτερος, ἔγινε γνωστὸς σὲ ὅλους γιὰ τὴ ρητορική του δεινότητα. Περίφημοι εἶναι οἱ εἰκοσιένας λόγοι του «Εἰς ἀνδριάντας», ποὺ εἶπε τότε, σὲ μία πολὺ κρίσιμη πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ στιγμή, στὴν ὁποία βρέθηκε ἡ πόλη τῆς Ἀντιόχειας.
Τὸ 398, ὅταν χήρεψε ὁ πατριαρχικὸς θρόνος, κρυφὰ τὸν πῆραν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια, γιὰ νὰ μὴν τὸ μάθη ὁ λαός, καὶ τὸν πῆγαν στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐξελέγη καὶ χειροτονήθηκε Ἀρχιεπίσκοπος. Ἐκεῖ ἔμεινε ἕξη χρόνια κι ἐργάσθηκε μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις, διδάσκοντας τὸ λαὸ καὶ ποιμαίνοντας τὴν Ἐκκλησία. Ἀλλὰ ὁ ἅγιος Ἰωάννης δὲν ἦταν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ συμβιβάζονται μὲ τὸ κακό, κι εἶχε νὰ παλέψη τότε μὲ πολλὰ κακά, ἐκκλησιαστικὰ καὶ πολιτικά. Δυστυχῶς ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι πάντα ἐκεῖνοι ποὺ πρέπει νὰ εἶναι· καὶ οἱ ἄνθρωποι πάλι τῆς Πολιτείας, μὲ διάφορες προφάσεις ἐπεμβαίνουν στὰ ἐκκλησιαστικά, καὶ τότε ἡ Ἐκκλησία καὶ οἱ καλοὶ ποιμένες πληρώνουν ξένες ἁμαρτίες. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τὸ 404 καθαιρέθηκε κι ἐξωρίστηκε στὴν Ἀρμενία, ὅπου καὶ πέθανε τὸ 407.
Ἀλλὰ γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τοὺς Ἁγίους τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχουν καμμιὰ σημασία οἱ χρονολογίες. Ἡ Ἐκκλησία ζῆ στὸν αἰώνα καὶ οἱ Ἅγιοι εἶναι πάντα μαζί μας. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης, λίγα χρόνια μετὰ τὸ θάνατό του, ὠνομάσθηκε Χρυσόστομος. Ἑρμήνεψε σχεδὸν ὅλη τὴ θεία Γραφή, καὶ τὰ ἔργα ποὺ ἀφῆκε στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους πνευματικοὺς θησαυροὺς τοῦ κόσμου. Εἶναι ὁ μεγάλος Ἱεράρχης, ὁ οἰκουμενικὸς Διδάσκαλος καὶ ὁ Μάρτυρας τῆς Ἐκκλησίας. Ἔδωκε ὅλο τὸν ἑαυτό του στὴν Ἐκκλησία καὶ συγκρούσθηκε μὲ τὸ κακό, ὅπου κι ἂν τὸ βρῆκε μπροστά του. Καθαιρεμένος κι ἐξόριστος, ἄρρωστος καὶ σωματικὰ ἐξαντλημένος, πέθανε, μᾶλλον δὲ κοιμήθηκε σ’ ἕνα χωριὸ τῆς Ἀρμενίας, μὲ τὰ τελευταῖα αὐτὰ λόγια στὸ στόμα του· «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν». Ἀμήν.
Μητρ. Σερβίων καὶ Κοζάνης Διονύσιος Ψαριανός

Σάββατο 11 Αυγούστου 2018


Αὕτη ἐστὶν ἡ ἰσότης, ἡ ἀδελφότης καὶ ἡ ἐλευθερία
Ἡ Εὐχαριστιακὴ σύναξις, ἐν πίστει ὀρθοδόξῳ γινομένη καὶ ἐν ἀγάπῃ ἀμωμήτῳ τελουμένη, αὕτη ἐστὶν ἡ μαρτυρία καὶ ἡ ἔκφρασις τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἡ ἐλπὶς καὶ σωτηρία τοῦ κόσμου. Ἐν τῷ ἁγίῳ Ποτηρίῳ τῆς θείας Κοινωνίας οἱ πολλοὶ ἑνούμεθα εἰς ἕν. Ἕν διὰ τῆς μεταλήψεως μετὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἓν διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μετ' ἀλλήλων. Αὕτη ἐστὶν ἡ ἐν τῷ κόσμῳ διαθρυλουμένη ἰσότης, αὕτη ἡ ἀδελφότης, αὕτη καὶ ἡ ἐλευθερία. Αὕτη ἐστι καὶ ἡ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ζητούμενη ἑνότης, ἑνότης ἐν τῇ πίστει καὶ ἑνότης ἐν τῇ τάξει.
Τῇ ἀλήθειᾳ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, καὶ ἡμεῖς γινόμεθα κοινωνοὶ τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ, ἵνα διεσκορπισμένοι τὸ πρότερον συναχθῶμεν εἰς ἕν, συγκροτοῦντες τὴν Ἐκκλησίαν. Οὐχὶ τὴν ἀορίστως οὕτω πως καλουμένην ἀνθρωπίνην κοινωνίαν, ἀλλὰ τὴν θείαν κοινωνίαν, τὴν ἐν τῇ ἑνότητι τῶν τριῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος βιουμένην. 
Μητροπολίτης Σερβίων καὶ Κοζάνης Διονύσιος