Τετάρτη 30 Απριλίου 2014


Εἰς τόπον ἥσυχον
Καθώς ἡ ὑψηλοφροσύνη διά τῶν λογισμῶν τῆς φαντασίας μετεωρίζει τήν ψυχήν, καί περιπλανᾶ εἰς πᾶσαν τήν κτίσιν, οὕτω καί ἡ ταπείνωσις περιορίζει αὐτήν διά τῆς ἡσυχίας καί συνάγεται ἐντός ἑαυτῆς ἡ ψυχή. Ὁ ἀληθής ταπεινόφρων οὐ μόνον δέν θέλει νά βλέπηται καί νά γνωρίζηται ὑπό τῶν ἀνθρώπων, ἀλλ’ ἐάν ὑπῆρχε δυνατόν ὁ ἴδιος νά μηδενίση ἑαυτόν καί νά ἀπέλθη νά κατοικήση εἰς ἥσυχον τόπον. Kαί ὅσον κρύπτεται καί ἀποχωρεῖ ἐκ τοῦ κόσμου, τοσοῦτον πλησιάζει πρός τόν δεσπότην αὐτοῦ καί Κύριον.
Ὁ ταπεινόφρων δέν ἀναπαύεται ποτέ νά βλέπη τάς συναθροίσεις καί τήν ταραχήν τῶν ἀνθρώπων, οὔτε τάς κινήσεις καί τάς φωνάς αὐτῶν καί τάς φροντίδας καί τήν ἡδονήν τῆς τρυφῆς, οὔτε ἀναπαύεται εἰς τάς συνομιλίας καί εἰς τόν διασκορπισμόν τῶν αἰσθήσεων, ἀλλά προκρίνει νά εἶναι περιφρονημένος καί μεμονωμένος εἰς τήν ἡσυχίαν καί χωρισμένος ἀπό ὅλην τήν κτίσιν, φροντίζων περί ἑαυτοῦ εἰς τόπον ἥσυχον.
Καί ἐξ ὅλων εἶναι ἐπιθυμητά εἰς αὐτόν ἡ σμικρότης καί ἡ ἀκτημοσύνη καί ἡ ἀνέχεια καί ἡ πτωχεία, παρά τά πολλά πράγματα. Καί προτιμᾶ πάντοτε νά εὑρίσκηται εὔκαιρος καί ἀμέριμνος, ἵνα μή οἱ λογισμοί αὐτοῦ περιπλανῶνται τῆδε κακεῖσε. Διότι ὑπάρχει πληροφορημένος ὅτι ἐάν δοθῆ εἰς πολλά πράγματα δέν θέλει μείνει ἄνευ ταραχῆς καί συγχύσεως τῶν λογισμῶν, ἐπειδή τά πολλά πράγματα ἀπαιτοῦσι καί πολλάς φροντίδας.
Φροντίζει δέ μόνον διά τά ἀπολύτως ἀναγκαῖα τοῦ σώματος καί διά τήν σωτηρίαν τῆς ἑαυτοῦ ψυχῆς. Προφυλάσσηται ἐκ τῶν πολλῶν πραγμάτων καί οὕτω πράττων εὑρίσκει διά παντός εἰς ἑαυτόν ἀταραξίαν καί ἀνάπαυσιν καί εἰρήνην καί ἐπιείκειαν καί εὐλάβειαν.
Εἰς τόν ταπεινόφρονα δέν ὑπάρχει ποτέ βία ἤ ταχύτης ἤ σύγχυσις.
Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος


Τετράδιο 112 * Ἀπρίλιος 2009

Τρίτη 29 Απριλίου 2014


Ὁ Παράδεισος καί ἡ κόλαση
Κάποτε ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος παρακαλοῦσε τόν Θεό νά τοῦ δείξει πῶς εἶναι ὁ Παράδεισος καί ἡ κόλαση. Ἕνα βράδυ λοιπόν στόν ὕπνο του ἄκουσε μιά φωνή νά τοῦ λέει: «Ἔλα νά σοῦ δείξω τήν κόλαση».
Βρέθηκε τότε σέ ἕνα δωμάτιο, ὅπου πολλοί ἄνθρωποι κάθονταν γύρω ἀπὸ ἕνα τραπέζι καί στήν μέση ἦταν μιά κατσαρόλα γεμάτη φαγητό. Ὅλοι ὅμως οἱ ἄνθρωποι ἦταν πεινασμένοι, γιατί δέν μποροῦσαν νά φᾶνε. Στά χέρια τους κρατοῦσαν ἀπὸ μία πολύ μακριά κουτάλα. Ἔπαιρναν ἀπὸ τήν κατσαρόλα τό φαγητό, ἀλλά δέν μποροῦσαν νά φέρουν τήν κουτάλα στό στόμα τους. Γι’ αὐτό ἄλλοι γκρίνιαζαν, ἄλλοι φώναζαν, ἄλλοι ἔκλαιγαν…
Μετά ἄκουσε τήν ἴδια φωνή νά τοῦ λέει: «Ἔλα τώρα νά σοῦ δείξω καί τόν Παράδεισο».
Βρέθηκε τότε σέ ἕνα ἄλλο δωμάτιο ὅπου πολλοί ἄνθρωποι κάθονταν γύρω ἀπὸ ἕνα τραπέζι ἴδιο μέ τό προηγούμενο καί στήν μέση ἦταν πάλι μιά κατσαρόλα μέ φαγητό καί εἶχαν τίς ἴδιες μακριές κουτάλες. Ὅλοι ὅμως ἦταν χορτάτοι καί χαρούμενοι, γιατί ὁ καθένας ἔπαιρνε μέ τήν κουτάλα του φαγητό ἀπὸ τήν κατσαρόλα καί τάϊζε τόν ἄλλον.
Κατάλαβες τώρα κι ἐσύ πῶς μπορεῖς νά ζεῖς ἀπὸ αὐτήν τήν ζωή τόν Παράδεισο;
Ὅποιος κάνει τό καλό ἀγάλλεται, διότι ἀμείβεται μέ θεϊκή παρηγοριά. Ὅποιος κάνει τό κακό ὑποφέρει καί κάνει τόν ἐπίγειο παράδεισο ἐπίγεια κόλαση.
Ἔχεις ἀγάπη, καλωσύνη; Εἶσαι ἄγγελος καί, ὅπου πᾶς ἢ σταθεῖς, μεταφέρεις τόν Παράδεισο. Ἔχεις πάθη, κακία; Ἔχεις μέσα σου τόν διάβολο καί, ὅπου πᾶς ἢ σταθεῖς, μεταφέρεις τήν κόλαση.
Ἀπό ἐδῶ ἀρχίζουμε νά ζοῦμε τόν Παράδεισο ἢ τήν κόλαση.
Γέρων Παΐσιος Ἁγιορείτης


Τετράδιο 112 * Ἀπρίλιος 2009

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014


Ἡ Ξανθούλα
Τὴν εἶδα τὴν Ξανθούλα,
τὴν εἶδα ψὲς ἀργά,
ποὺ μπῆκε στὴ βαρκούλα,
νὰ πάει στὴν ξενητιά.
Ἐφούσκωνε τ᾿ ἀέρι
λευκότατα πανιά,
ὡσὰν τὸ περιστέρι
ποὺ ἁπλώνει τὰ φτερά.
Ἐστέκονταν οἱ φίλοι
μὲ λύπη, μὲ χαρά,
καὶ αὐτὴ μὲ τὸ μαντήλι
τοὺς ἀποχαιρετᾶ.
Καὶ τὸ χαιρετισμό της
ἐστάθηκα νὰ ἰδῶ,
ὥσπου ἡ πολλὴ μακρότης
μοῦ τὄκρυψε κι αὐτό.
Σ᾿ ὀλίγο σ᾿ ὀλιγάκι
δὲν ἤξερα νὰ πῶ,
ἂν ἔβλεπα πανάκι,
ἢ τοῦ πελάγου ἀφρό.
Καὶ ἀφοῦ πανί, μαντήλι,
ἐχάθη στὸ νερό,
ἐδάκρυσαν οἱ φίλοι,
ἐδάκρυσα κι ἐγώ.
  

Διονύσιος Σολωμός

Παρασκευή 25 Απριλίου 2014


Ἡ σταθερότητα
Ἐάν κάποιος πηγαίνει ἀπό τό ἕνα μέρος στό ἄλλο, βλάπτει τή δυνατότητά του νά σταθεροποιηθεῖ κάπου.
Ἐάν ἡ ζωή κάποιου στό μοναστήρι δέν εἶναι τόσο ἀσκητική ὅσο σέ ἕνα ἄλλο μοναστήρι, εἶναι καλύτερα νά μείνει ἐκεῖ ἀπό τό νά τριγυρνᾶ.
Κατά τόν ἴδιο τρόπο, ἐάν στήν ἐνορία κάποιου τό πνευματικό ἐπίπεδο φαίνεται νά μήν εἶναι τόσο πολύ ὑψηλό, οἱ ἐξομολογήσεις νά εἶναι ἐπιπόλαιες, ἡ χορωδία νά ψάλλει ἄμουσα κ.λπ., εἶναι καλύτερα νά παραμείνει ἐκεῖ, ἀπό τό νά μεταπηδήσει σέ μιά ἐνορία ὅπου ὅλα φαίνονται νά βρίσκονται σέ ἕνα ὑψηλότερο ἐπίπεδο.
Ὁπουδήποτε καί ἄν εἶστε, σημαίνει πώς πρέπει νά ἐργαστεῖτε γιά τή σωτηρία σας ἐκεῖ, ἀντί νά περιπλανιέστε, ψάχνοντας τήν τέλεια ἔκφραση τῆς ὀρθοδοξίας, τήν ὑψηλότερη πνευματικότητα, τούς τέλειους γεροντάδες κ.λπ..
Ἡ σταθερότητα καί ἡ πίστη εἶναι μεγάλες ἀρετές.
Αὐτό πού εὐχαριστεῖ περισσότερο τόν Θεό εἶναι ἡ ἐμμονή σας, ἡ ταπείνωσή σας σέ σχέση μέ τήν ἐργασία τῆς σωτηρίας σας, ἐκεῖ πού Αὐτός σᾶς ἔχει τοποθετήσει.
π. Σεραφείμ Ρόουζ


Τετράδιο 113 * Μάϊος 2009

Πέμπτη 24 Απριλίου 2014


Διότι, τί εἶναι νηστεία;
Γιά τή νηστεία νά μή στενοχωριέσαι, ὅπως ἤδη σοῦ εἶπα, γιατί δέν ἀπαιτεῖ ὁ Θεός ἀπό κανέναν τίποτε παραπάνω ἀπό τή δύναμή του.
Διότι, τί εἶναι νηστεία; Δέν εἶναι ἡ παιδεία πού γίνεται στό σῶμα, γιά νά ὑποταχθεῖ, ἄν εἶναι ὑγιές καί νά ἐξασθενήσει ὡς πρός τά πάθη;
Διότι λέει, «ὅταν ἀσθενῶ, τότε εἶμαι δυνατός» .
 Πράγματι, ἡ ἀσθένεια εἶναι πιό καρποφόρα καί ἀπό τήν παιδεία πού γίνεται μέ τή νηστεία καί ὑπολογίζεται περισσότερο καί ἀπό τήν ἄσκηση σ᾿ αὐτόν πού τή σηκώνει μέ ὑπομονή καί εὐχαριστεῖ τόν Θεό.
Διότι ὁ ἀσθενής τρυγᾶ καρπούς σωτηρίας, κάνοντας ὑπομονή στήν ἀρρώστια του.
Ἀντί λοιπόν νά ἀγωνίζεσαι νά ἐξασθενήσεις τό σῶμα σου μέ τή νηστεία, μόνο του μέ τήν ἀρρώστια ἐξασθενεῖ.
Εὐχαρίστησε τόν Θεό πού ἀπαλλάχθηκες ἀπό τόν κόπο τῆς ἀσκήσεως.
Γι᾿ αὐτό, ἄν φᾶς καί δέκα φορές τήν ἡμέρα μή λυπηθεῖς.
Δέν θά κατακριθεῖς, διότι δέν γίνεται ἀπό ἐνέργεια τῶν δαιμόνων, οὔτε ἀπό ἀκηδία, ἀλλά γίνεται πρός δοκιμασία καί ὠφέλεια ψυχῆς.

Ἀπόκριση τοῦ Μεγάλου Γέροντα ἀββᾶ Βαρσανουφίου πρός τόν ἄρρωστο Γέροντα Ἀνδρέα

Τετράδιο 114 * Ἰούνιος 2009

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014


Χελιδονάκια καὶ πουλιὰ

Ὢ Παναγία Δέσποινα
μὲ τὸν Μονογενῆ Σου
στ᾿ ἀντρόγυνο ποὺ γίνεται
νὰ δώσεις τὴν εὐχή Σου.
Ἀπόψε λάμπει ὁ οὐρανός,
ἀπόψε λάμπει ἡ σφαῖρα,
ἀπόψε στεφανώνεται
ἀητὸς τὴν περιστέρα.
Γειτόνοι καὶ γειτόνισσες
προβάλετε νὰ δεῖτε,
τ᾿ ἀντρόγυνο ποὺ γίνεται,
νὰ τὸ ὑποδεχθεῖτε.
Παντρεύεται ὁ αὐγερινὸς
καὶ παίρνει τὸ φεγγάρι,
ἂς εἶναι καλορίζικοι
μὲ τοῦ Θεοῦ τὴ χάρη.
Χελιδονάκια καὶ πουλιὰ
λαλοῦν στὰ δώματά σας
καὶ λένε καλορίζικα
στὰ στεφανώματά σας.
Ἐγύρανε τὰ στέφανα
σὲ ἀσημένιο τάσι,
τ᾿ ἀντρόγυνο ποὺ γίνεται
νὰ ζήσει νὰ γεράσει.
Ὅσ᾿ ἄστρα ἔχει ὁ οὐρανὸς
καὶ ὁ χειμώνας χιόνια,
τόσα σᾶς εὔχομαι νὰ ζήσετε
εὐτυχισμένα χρόνια.

Ἅγια νὰ εἶναι ἡ στιγμή,
κάνουμε τὸ σταυρό μας
καὶ στέλνουμε τὶς προσευχὲς
γιὰ νύφη καὶ γαμπρό μας.

Τετράδιο 114 * Ἰούνιος 2009

Τρίτη 22 Απριλίου 2014


Τά μαγνητόφωνα καί τά μοσχάρια

Σήμερα οἱ ἄνθρωποι καταλήγουν ἀπό τήν πολλή μελέτη νά εἶναι μαγνητόφωνα καί νά γεμίζουν τίς κασσέττες τους μέ περιττά  πράγματα. «Ἡ ἄνευ πράξεως» ὅμως διδασκαλία εἶναι κατά τόν Ἀββᾶ Ἰσαάκ «παρακαταθήκη ἐντροπῆς».

Βλέπεις, πολλοί πού ἐνδιαφέρονται γιά τόν ἀθλητισμό διαβάζουν ἀθλητικά περιοδικά ἤ ἐφημερίδες καί κάθονται. Μπορεῖ νά εἶναι σάν τά μοσχάρια, ἀλλά θαυμάζουν τούς ἀθλητές: « Ἄ, καταπληκτικός αὐτός, λένε, μπράβο!  Ὤ !... ». Δέν χύνουν ὅμως λίγο ἱδρώτα οὔτε χάνουν κανένα κιλό βάρος. Διαβάζουν - διαβάζουν ἀθλητικά καί ξαπλώνουν. Ἔτσι δέν ὠφελοῦνται. Μένουν μέ τήν εὐχαρίστηση τοῦ διαβάσματος. Οἱ κοσμικοί, ἄλλοι διαβάζουν ἐφημερίδα, ἄλλοι διαβάζουν ἕνα ρομάντζο, μιά περιπέτεια, ἄλλοι παρακολουθοῦν στό γήπεδο πῶς παίζουν, καί περνᾶνε τήν ὥρα τους.

Τό ἴδιο κάνουν καί μερικοί πού διαβάζουν πνευματικά. Μπορεῖ νά ξενυχτοῦν καί νά διαβάζουν πνευματικά βιβλία μέ μανία καί νά εὐχαριστιοῦνται. Παίρνουν ἕνα πνευματικό βιβλίο, κάθονται καί λίγο ἀναπαυτικά καί διαβάζουν.  « Ὠφελήθηκα », λέει ὁ ἄλλος. Καλύτερα πές ὅτι εὐχαριστήθηκες, ὅτι πέρασες εὐχάριστα τήν ὥρα σου. Γιατί αὐτό δέν εἶναι ὠφέλεια. Ὠφελεῖσαι, μόνον ὅταν δῆς τί λέει αὐτό πού διαβάζεις, ἐλέγχης τόν ἑαυτόν σου καί προσπαθῆς νά τόν ζορίζης στήν ἐφαρμογή: «Τί λέει αὐτό πού διάβασα; Ἐγώ ποῦ βρίσκομαι πνευματικά; Τί πρέπει νά κάνω; ».

Ὕστερα, ὅσο περισσότερα μαθαίνη κανείς, τόσο περισσότερη εὐθύνη ἔχει. Δέν λέω νά μή διαβάζη, γιά νά μήν ξέρη πολλά καί νά μήν ἔχη εὐθύνη, γιατί αὐτό εἶναι πονηριά, ἀλλά νά μή  διαβάζη μόνο για νά εὐχαριστιέται. Τό κακό εἶναι ὅτι, ἄν διαβάζη καί ἔχη δυνατή μνήμη, θυμᾶται πολλά, μπορεῖ καί νά λέη καί πολλά καί νά ξεγελάη τόν ἑαυτό του, νά νομίζη δηλαδή ὅτι τά ἐφαρμόζει κιόλας. Ἔτσι δημιουργεῖ ψευδαίσθηση καί στόν ἑαυτό του καί στούς ἄλλους. Γι᾿ αὐτό μήν ἀναπαύετε τόν λογισμό σας στά πολλά διαβάσματα. Νά στραφῆτε στήν ἐφαρμογή. Τά πολλά διαβάσματα μορφώνουν ἐγκυκλοπαιδικά. Σκοπός ὅμως εἶναι πῶς θά μορφωθῶ θεοκεντρικά.


Γέρων Παΐσιος Ἁγιορείτης

Τετράδιο 114 * Ἰούνιος 2009

Δευτέρα 21 Απριλίου 2014


Τὸ πλέον ἀπίστευτο πράγμα
Ἡ πίστη τοῦ χριστιανοῦ δοκιμάζεται μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ σὰν τὸ χρυσάφι  στὸ χωνευτήρι. Ἀπ᾿ ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ πλέον ἀπίστευτο πράγμα, ὁλότελα ἀπαράδεκτο ἀπὸ τὸ λογικό μας, ἀληθινὸ μαρτύριο γιὰ δαῦτο. Μὰ ἴσια-ἴσια, ἐπειδὴ εἶναι ἕνα πράγμα ὁλότελα ἀπίστευτο, γιὰ τοῦτο χρειάζεται ὁλόκληρη ἡ πίστη μας γιὰ νὰ τὸ πιστέψουμε. Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι λέμε συχνὰ πὼς ἔχουμε πίστη, ἀλλὰ τὴν ἔχουμε μονάχα γιὰ ὅσα εἶναι πιστευτὰ ἀπ᾿ τὸ μυαλό μας. Ἀλλὰ τότε δὲν χρειάζεται ἡ πίστη, ἀφοῦ φτάνει ἡ λογική. Ἡ πίστη χρειάζεται γιὰ τὰ ἀπίστευτα.
Οἱ πολλοὶ ἄνθρωποι εἶναι ἄπιστοι. Οἱ ἴδιοι οἱ μαθητάδες τοῦ Χριστοῦ δὲν δίνανε πίστη στὰ λόγια τοῦ δασκάλου τους ὅποτε τοὺς ἔλεγε πὼς θ᾿ ἀναστηθῆ, μ᾿ ὅλο τὸ σεβασμὸ καὶ τὴν ἀφοσίωση ποὺ εἶχαν σ᾿ Αὐτὸν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη στὰ λόγια του. Καὶ σὰν πήγανε οἱ Μυροφόρες τὴν αὐγὴ στὸ μνῆμα τοῦ Χριστοῦ, κ᾿ εἴδανε τοὺς δυὸ ἀγγέλους ποὺ τὶς μιλήσανε, λέγοντας σ᾿ αὐτὲς πὼς ἀναστήθηκε, τρέξανε νὰ ποῦμε τὴ χαροποιὰ τὴν εἴδηση στοὺς μαθητές, ἐκεῖνοι δὲν πιστέψανε τὰ λόγια τους, ἔχοντας τὴν ἰδέα πὼς ἤτανε φαντασίες: «Καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος (τρέλα) τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς»…
Βλέπεις καταπάνω σ
ὲ πόση ἀπιστία ἀγωνίσθηκε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός; Καὶ στοὺς ἴδιους τοὺς μαθητάδες του. Εἶδες μὲ πόση μακροθυμία τὰ ὑπόμεινε ὅλα;
Καὶ μ᾿ ὅλα αὐτὰ, ἴσαμε σήμερα οἱ περισσότεροι ἀπὸ μᾶς εἴμαστε χωρισμένοι ἀπὸ τὸν Χριστὸ μ᾿ ἕνα τοῖχο παγωμένον, τὸν τοῖχο τῆς ἀπιστίας. Ἐκεῖνος ἀνοίγει τὴν ἀγκάλη του καὶ μᾶς καλεῖ κ᾿ ἐμεῖς τὸν ἀρνιόμαστε. Μᾶς δείχνει τὰ τρυπημένα χέρια του καὶ τὰ πόδια του, κι ἐμεῖς λέμε πὼς δὲν τὰ βλέπουμε. Ἐμεῖς ψάχνουμε νὰ βροῦμε στηρίγματα στὴν ἀπιστία μας γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουμε τὸν ἐγωϊσμό μας, ποὺ τὸν λέμε Φιλοσοφία καὶ Ἐπιστήμη. Ἡ λέξη Ἀνάσταση δὲν χωρᾶ μέσα στὰ βιβλία τῆς γνώσης μας… Γιατὶ «ἡ γνώση τούτου τοῦ κόσμου, δὲ μπορεῖ νὰ γνωρίσει ἄλλο τίποτα, παρεκτὸς ἀπὸ ἕνα πλῆθος λογισμούς, ὄχι ὅμως ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζεται μὲ τὴν ἁπλότητα τῆς διάνοιας».
Ναί, ἐκείνους ποὺ ἔχουνε αὐτὴ τὴν εὐλογημένη ἁπλότητα τῆς διάνοιας, τοὺς μακάρισε ὁ Κύριος, λέγοντας: «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται». Καὶ στὸν Θωμᾶ, ποὺ γύρευε νὰ τὸν ψηλαφήσῃ γιὰ νὰ πιστέψῃ, εἶπε: «Γιατὶ μὲ εἶδες Θωμᾶ, γιὰ τοῦτο πίστεψες; Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν εἴδανε καὶ πιστέψανε».
Ἂς παρακαλέσουμε τὸν Κύριο νὰ μᾶς δώσει αὐτὴ τὴν πλούσια φτώχεια, καὶ τὴν καθαρὴ καρδιά, ὥστε νὰ τὸν δοῦμε ν᾿ ἀναστήνεται γιὰ νὰ ἀναστηθοῦμε κ᾿ ἐμεῖς μαζί του. Αὐτὴ ἡ ἀνηξεριὰ (ἡ ἄγνοια) εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴ γνώση: «Αὕτη ἐστὶν ἡ ἄγνοια ἡ ὑπερτέρα τῆς γνώσεως». Καλότυχοι καὶ τρισκαλότυχοι ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἔχουνε. Χριστὸς ἀνέστη!

Φώτης Κόντογλου

Τετράδιο 113 * Μάϊος 2009

Σάββατο 19 Απριλίου 2014


Ἐξοχικὴ Λαμπρή 
Εἶτα ἤρχισαν τὰ ἄσματα. Ἐν πρώτοις τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, ὕστερον τὰ θύραθεν. Ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς θελήσας νὰ ψάλῃ καὶ αὐτὸς τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, τὸ ἐγύριζε πότε εἰς τὸν ἀμανὲ καὶ πότε εἰς τὸ κλέφτικο.
Ἀλλ᾿ ὁ πλέον ἰδιόρρυθμος πάντων τῶν ψαλτῶν ἦτο ὁ μπάρμπα-Κίτσος, γηραιὸς χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιὸς τακτικός, λησμονημένος ἀπὸ τῆς βαυαρικῆς ἐποχῆς ἐν τῇ νήσῳ. Ἀμφέβαλλε καὶ αὐτὸς ἂν τὸν εἶχαν περασμένον εἰς τὰ μητρῶα· πότε τοῦ ἔστελναν μισθόν, πότε ὄχι. Ἐφόρει χιτώνα μὲ ἀνοικτὰς θυρίδας, βραχείαν περισκελίδα μέχρι τοῦ γόνατος καὶ τουζλούκια. Ὁ δήμαρχος τοῦ τόπου (διότι ὑπῆρχε, φεῦ! καὶ δήμαρχος) τὸν εἶχε στείλει νὰ κάμει Πάσχα εἰς τὰ Καλύβια, διὰ νὰ φυλάξῃ δῆθεν τὴν τάξιν, καίτοι οὐδεμιᾶς φυλάξεως ἦτο ἀνάγκη.
Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὸν ἔστειλε νὰ καλοπεράσῃ πλησίον τῶν ἀνοιχτόκαρδων ἐξωμεριτῶν, οἵτινες τοῦ ἤρεσκον τοῦ μπάρμπα-Κίτσου, ἂς τοὺς ἔλεγον καὶ «τσουπλακιές» ἢ «χαλκοδέρες». Ἐὰν ἔμενεν ἐν τῇ πόλει, ὁ δήμαρχος θὰ ἦτον ὑπόχρεως νὰ τὸν φιλεύσῃ τὸν μπάρμπα-Κίτσον, καθὼς τὸν εἶχαν κακομάθει οἱ προκάτοχοί του, ἔλεγε - νὰ τὸν φιλεύσῃ κουλούραν καὶ αὐγά. Τί ἔθιμα!  Ὁ μπάρμπα-Κίτσος, ἀφοῦ ἠσπάσθη τρὶς ἢ τετράκις τὴν τσότραν, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, κατ᾿ ἰδιάζοντα αὐτῷ τρόπον, ὡς ἑξῆς:
Κ᾿στὸ - μπρὲ – Κ᾿ στὸς Ἀνέστη
ἐκ νεκρῶν θανάτων θάνατον μπατήσας
κι ἔντοις ἔντοις μνήμασι
ζωήν, παμμακάριστε!
Καὶ ὅμως, μεθ᾿ ὅλην τὴν ἰδιορρυθμίαν ταύτην, οὐδεὶς ποτὲ ἔψαλλεν ἱερὸν ἄσμα μετὰ πλείονος χριστιανικοῦ αἰσθήματος καὶ ἐνθουσιασμοῦ, ἐξαιρουμένου ἴσως τοῦ γνωστοῦ ἐν Ἀθήναις γηραιοῦ καὶ σεβασμίου Κρητός, τοῦ ψάλλοντος τὸ «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν...» μὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην: «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν, τῶν μὴ προσκυνούντων, οἱ κερατάδες! τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν ...»
Ἀληθεῖς ὀρθόδοξοι Ἕλληνες!        


Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τετράδιο 112 * Ἀπρίλιος 2009

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Τα ἀγάλματα
«Εἶχα δυὸ ἀγάλματα» σημειώνει ὁ Μακρυγιάννης «περίφημα, μία γυναῖκα κι ἕνα βασιλόπουλο, ἀτόφια - φαίνονταν οἱ φλέβες, τόση ἐντέλειαν εἶχαν. Ὅταν χάλασαν τὸν Πόρο, τὰ ᾿χαν πάρει κάτι στρατιῶτες, καὶ στ᾿ Ἄργος θὰ τὰ πουλοῦσαν κάτι Εὐρωπαίων· χίλια τάλαρα γύρευαν [...]. Πῆρα τοὺς στρατιῶτες, τοὺς μίλησα: «Αὐτά, καὶ δέκα χιλιάδες τάλαρα νὰ σᾶς δώσουνε, νὰ μὴν τὸ καταδεχτεῖτε νὰ βγοῦν ἀπὸ τὴν πατρίδα μας. Γι᾿ αὐτὰ πολεμήσαμε».
Καταλαβαίνετε. Δὲ μιλᾷ ὁ Λόρδος Βύρων, μήτε ὁ λογιότατος, μήτε ὁ ἀρχαιολόγος· μιλᾷ ἕνας γιὸς τσοπάνηδων τῆς Ρούμελης μὲ τὸ σῶμα γεμάτο πληγές. «Γι᾿ αὐτὰ πολεμήσαμε». Δεκαπέντε χρυσοπίκιλτες ἀκαδημίες δὲν ἀξίζουν τὴν κουβέντα αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
«Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη» τραγουδοῦσε ὁ Σολωμός. Ἡ ἰδέα του ἦταν ἀληθινή. Ἡ ἑλληνικὴ ἐπανάσταση ἦταν βγαλμένη ἀπὸ τὸ μεδοῦλι τῶν κοκάλων τῶν ζωντανῶν Ἑλλήνων. Καὶ γι᾿ αὐτὸ πέτυχε, καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲ σταμάτησε καὶ πραγματοποιεῖται σ᾿ ὅλο τὸ ΙΘ´ αἰῶνα, καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν τελείωσε ἀκόμη ἡ πραγματοποίησή της.
Ὁ σημερινὸς πόλεμος τῆς πατρίδας μας -δὲν εἶναι ὑπερβολὴ νὰ τὸ ποῦμε- εἶναι μία συνέχεια τῆς ἐπανάστασης τοῦ ᾿21. Γιατί δὲν πρέπει νὰ τὸ ξεχνοῦμε: κάθε φορὰ ποὺ ἡ φυλή μας γυρίζει πρὸς τὸν λαό, ζητᾷ νὰ φωτιστεῖ ἀπὸ τὸν λαό, ἀναμορφώνεται ἀπὸ τὸν λαό, συνεχίζει τὴν παράδοση ποὺ μπῆκε θριαμβευτικὰ στὴ συνείδηση τοῦ ἔθνους μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἐπανάσταση.
Ὁ ἀγῶνας ἐκεῖνος ἦταν ἕνα κοινωνικό, πολεμικὸ καὶ πολιτικὸ γεγονός. Ἦταν συνάμα καὶ ἕνα πνευματικὸ γεγονός. Ἀπὸ τὴν τελευταία τούτη ἄποψη, τὴν πιὸ ἀγνοημένη, εἶναι σημαντικὸ νὰ ἔχουμε τεκμήρια σὰν αὐτὰ ποὺ μᾶς ἄφησε ὁ Μακρυγιάννης. Τὰ ἱστορικὰ γεγονότα δὲ σταματοῦν στὰ χρονολογικὰ ὁρόσημα ποὺ βλέπουμε στὶς φυλλάδες τῆς ἱστορίας.
Γιῶργος Σεφέρης
Μάρτιος 1942

Τετράδιο 114 * Ἰούνιος 2009