Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026


Ὁ φοῦρνος τοῦ Χότζα
—Γέροντα, ἀφοῦ οἱ ἰαμβικοὶ κανόνες εἶναι δύσκολοι καὶ δὲν εἶναι κατανοητοὶ στὸν κόσμο, γιατί ἡ Ἐκκλησία τοὺς διατηρεῖ καὶ δὲν κρατάει μόνο τοὺς πεζούς;
—Η Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάζη σὰν τὸν φοῦρνο τοῦ Χότζα ἢ σὰν τοὺς ἀνεμόμυλους καὶ νὰ γυρίζη κάθε φορὰ κατὰ ποὺ φυσάει ὁ ἄνεμος. Ὀφείλει νὰ κρατήση ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τοὺς ἀνεκτίμητους θησαυροὺς ποὺ παρέλαβε μέσα στὴν λατρεία της. Δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀπεμπολήση. Σήμερα καταργοῦμε τοὺς ἰαμβικοὺς κανόνες ἐπειδὴ δὲν τοὺς καταλαβαίνουμε. Αὔριο τοὺς πεζούς. Μεθαύριο θὰ πετάξουμε καὶ τοὺς αἴνους. Διότι σὲ λίγα χρόνια, μὲ τὴν γλώσσα ποὺ διδάσκεται σήμερα στὰ σχολεῖα, δὲν θὰ εἶναι κατανοητοὶ οὔτε οἱ αἶνοι, ποὺ εἶναι ἁπλούστερα τροπάρια.
Μὲ τὴν ἴδια λογική, λοιπόν, θὰ καταργήσουμε καὶ τὴν ὑπόλοιπη λατρεία τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ τότε τί θὰ βάλουμε στὴ θέσι αὐτῶν; Ἀντὶ νὰ λέμε: «Τὰς κεφαλὰς ἡμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνωμεν», θὰ λέμε: «Σκύψτε στὸν ἀφέντη τὶς κοῦτρες σας»; Ἢ «Σκύψτε στὸν ἀφέντη τὰ κεφάλια σας»; Τί εἴδους λατρεία θὰ γίνη, ἂν τὴ γράψουμε στὴ δημοτική;
Κάποιοι μετέφρασαν τὴν Καινὴ Διαθήκη σὲ τελείως σύγχρονη γλώσσα. Χρησιμοποίησαν μάλιστα καὶ μονοτονικό. Ἐκεῖ μέσα μεταφράζουν τὸ «Λάβετε, φάγετε» = «Πάρτε καὶ φᾶτε». Συγχωρήσατέ με, ἀλλὰ ἔτσι ἐκχυδαΐζονται τελείως καὶ χάνουν τὴν ἱερότητά τους τὰ λόγια τοῦ Κυρίου. Λὲς καὶ δίνουμε νὰ φᾶνε μπριζόλες ἢ τυρόπιττες! Αὐτὰ τὰ λόγια θὰ μείνουν ὅπως τὰ ἔγραψαν οἱ Εὐαγγελισταί. «Λάβετε φάγετε. Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες». Αὐτὰ δὲν μεταβάλλονται.
Δὲν θὰ μεταφράσουμε τὰ λόγια της λατρείας σ’ αὐτὸ τὸ γλωσσικὸ ἐξάμβλωμα, τὸ ὁποῖο ἀκοῦμε ἀπὸ τὰ μέσα τῆς λεγομένης μαζικῆς ἐνημερώσεως. Θὰ καταντήσουν νὰ μὴν ἔχουν «εἶδος οὐδὲ κάλλος». Τὰ κείμενα αὐτὰ εἶναι κλασσικὰ καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἀποδοθοῦν, δὲν μποροῦν νὰ μεταφρασθοῦν. Καὶ οἱ ἐργασίες οἱ μεταφραστικὲς ποὺ γίνονται, ὑστεροῦν ἀπείρως ἀπὸ τὸ κάλλος τοῦ πρωτοτύπου. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ μὴ τὸ καταλαβαίνη κανείς, τί νὰ κάνουμε; Δὲν θὰ ἔχη τὸ προνόμιο κάποιος νὰ τὸ χαρῆ στὸ πρωτότυπο, ἐφ’ ὅσον δὲν ξέρει ἀρχαῖα ἑλληνικά, τουλάχιστον ἂς τὸ κατανοήση. Ἂς πάρη μία ἰδέα μὲ τὴ βοήθεια τῆς μεταφράσεως. Ἀλλὰ τὰ κείμενα αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ ἂς μείνουν, διότι ἐπαναλαμβάνω, εἶναι κλασσικά. Δὲν μποροῦμε νὰ εἰσαγάγουμε στὴν λατρεία τὴν γλώσσα στὴν ὁποία ὁμιλοῦμε.
Ἀρχιμ. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2024


Θαυμαστὴ παρρησία
Κάποιος Μητροπολίτης συνήθιζε κάθε χρόνο νὰ καλῆ σὲ γεῦμα τοὺς Ἐφημέριους μαζὶ μὲ τὰ μέλη τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Συμβουλίων τῆς ἕδρας τῆς Μητροπόλεως. Κατὰ τὰ γεύματα αὐτὰ γινόταν ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο «Ἔκθεση τῶν Πεπραγμένων» ἀπὸ αὐτὸν «ἐν τῇ Ἱερᾷ Μητροπόλει» καὶ ἀκολουθοῦσε ἄφθονο «λιβάνισμα» ἀπὸ τοὺς παρισταμένους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους κάποιοι, σημειωτέον, ἀποχωρώντας ἐλεεινολογοῦσαν τοὺς ἑαυτούς των —γιὰ τὰ ἐγκώμια— καὶ τὸν Ἐπίσκοπο — γιὰ τὶς ἀφόρητες περιαυτολογίες. Τὸ σωτήριο λοιπὸν ἔτος ..., ὁ π. Ἰωὴλ Γιαννακόπουλος βρέθηκε στὴν ἕδρα τῆς Μητροπόλεως ἐκείνης καὶ κλήθηκε ἐγγράφως ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο, μὲ τὸν ὁποῖο γνωριζόταν ἀπὸ χρόνια, στὸ ἐν λόγῳ γεῦμα. Ὁ π. Ἰωήλ, ἀφοῦ πληροφορήθηκε ἀπὸ κάποιον Ἱερέα τί ἀκριβῶς συνέβαινε κάθε χρόνο σ' αὐτὰ τὰ γεύματα, ἀπάντησε ἐγγράφως: «Σεβασμιότατε· εὐχαριστῶ θερμὰ γιὰ τὴν πρόσκλησή Σας νὰ παραστῶ στὸ γεῦμα Σας καὶ νὰ ἀκούσω τὴν «Ἔκθεση τῶν Πεπραγμένων» Σας. Ἐπιτρέψτε μου ὅμως νὰ μὴν ἔλθω, διότι σὲ γεύματα τέτοιας φύσεως πλήττω»!!! (Καὶ «ὁ ἀκηκοὼς μεμαρτύρηκε καὶ ἀληθινὴ ἐστὶν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ...»). Δικαιολογώντας δὲ σὲ κάποιο φίλο του αὐτὴ τὴν ἀπάντηση, ἔλεγε: «Νὰ ἐπρόκειτο, κατὰ τὸ γεῦμα, νὰ ποῦμε δύο ὠφέλιμες σκέψεις ἀπὸ τὴ Γραφὴ ἢ τοὺς Πατέρες, νὰ πάω μὲ ὅλη μου τὴν ψυχή. Ἀλλὰ νὰ πάω γιὰ νὰ ἀκούω ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ὧρες ἐπαίνους καὶ κολακεῖες, ἔ, ὄχι!»
Ἀρχιμ. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος
Ἀνέκδοτα π. Ἰωὴλ Γιαννακοπούλου

Παρασκευή 29 Μαΐου 2020


Πιὸ πολὺ
-Νὰ μιλᾶτε πιὸ πολὺ στὸν Θεὸ γιὰ τὰ παιδιά σας, παρὰ στὰ παιδιά σας γιὰ τὸν Θεό.
-Ὅσα προγράμματα ἔκανα ἐγὼ ὅλα ἀπέτυχαν, γι’αὐτὸ ἀφήνω πλέον τὸ πρόγραμμα τῆς ζωῆς μου νὰ τὸ κάνει ὁ Θεός.
-Ὅλα τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς μας πρέπει νὰ τὰ βλέπουμε ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς αἰωνιότητος. Τότε μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὶς πραγματικές τους διαστάσεις.
π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Πέμπτη 16 Απριλίου 2020


Χριστῷ τῷ Θεῶ παραθώμεθα
– Γέροντα, εἶναι διαπίστωσις πολλῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ὅτι ὁ κόσμος συνεχῶς χειροτερεύει. Αὐτό τό ἀπότομο κατρακύλισμα κάπου μᾶς φοβίζει. Ἐμεῖς τί μποροῦμε νά κάνουμε;
– Νά παραμένουμε κοντά στόν Θεό. Ὅσο εἴμεθα κοντά Του, ἰσχύει τό: «Παρεμβαλεῖ ἄγγελος Κυρίου κύκλῳ τῶν φοβούμενων αὐτόν καί ρύσεται αὐτούς».
Ὅταν ὁ βασιλιᾶς τῆς Συρίας εἶχε στείλει στρατό νά συλλάβουν τόν προφήτη Ἐλισσαῖο, ὁ προφήτης βρισκόταν μέ τόν ὑποτακτικό του. Μόλις ὁ ὑποτακτικός του εἶδε νά ἀνεβαίνουν οἱ στρατιῶτες γιά νά τούς συλλάβουν, τρομοκρατήθηκε, τόν ἔπιασε πανικός. Καί στράφηκε στόν Ἐλισσαῖο καί τοῦ λέγει: «Γιά κοίτα κύριε, τί γίνεται. Πόσοι ἔρχονται νά μᾶς συλλάβουν, πῶς θά γλιτώσουμε;». Ὁ προφήτης τοῦ ἀπάντησε νά μήν φοβᾶται, διότι «πλείους οἱ μεθ` ἡμῶν ὑπέρ τούς μετ’ αὐτῶν». Εἶναι πολύ περισσότεροι ἐκεῖνοι πού εἶναι μαζί μας, παρά οἱ ἐχθροί μας πού ἔρχονται νά μᾶς συλλάβουν. Καί προσευχήθηκε ὁ προφήτης Ἐλισσαῖος στό Θεό καί εἶπε:
«Κύριε, ἄνοιξε τούς ὀφθαλμούς τοῦ παιδιοῦ γιά νά δεῖ πῶς Ἐσύ μέ ὑπερασπίζεις». Καί πράγματι ὁ Θεός ἄνοιξε τούς ὀφθαλμούς τοῦ ὑποτακτικοῦ καί εἶδε γύρω ἀπό τόν προφήτη νά εἶναι μιὰ στρατιά ὁλόκληρη ἀγγέλων, πού κρατοῦσαν πύρινα σπαθιά στά χέρια τους. Ἀμέσως ἡ ψυχή του γέμισε ἀπό ἱκανοποίηση, ἀπό ἀγαλλίαση, καί τοῦ ἔφυγε ὁ φόβος. Καί φυσικά δέν κατώρθωσαν νά συλλάβουν καί νά θανατώσουν τόν προφήτη Ἐλισσαῖο. Πύρινα τάγματα ἀγγέλων, στρατιές ἀγγέλων εἶχαν σταλῆ ἀπό τόν Θεό γιά νά ὑπερασπιστοῦν τόν προφήτη Του.
Αὐτά δέν ἐγίνοντο μόνο τότε. Γίνονται στή ζωή κάθε ἀνθρώπου, ὅταν εἴμεθα ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ. Ἡ πίστις μας εἶναι στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Δέν ἦταν μόνο γιά ἐκείνη τήν ἐποχή. Οὔτε γιά τήν ἐποχή τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων. Ἀρκεῖ ἐμεῖς νά εἴμεθα σάν αὐτούς. Ὁ Θεός εἶναι ὁ ἴδιος «Χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰώνας». Ἡ ζωή μας, ἡ ὕπαρξίς μας στά χέρια Του. Μέ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη ὄχι μόνον νά ἀναφωνοῦμε, ἀλλά καί νά ζοῦμε τό, «Ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῶ παραθώμεθα».
Γέρων Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Τρίτη 17 Μαρτίου 2020


Τοῦ Θεοῦ εἶναι!
Κάποια φορὰ στὴν ἐξομολόγηση μία μητέρα τοῦ εἶπε:
–Ἀνησυχῶ πολὺ γιὰ τὰ παιδιά μου, μήπως πάθουν τίποτε, μήπως τοὺς συμβεῖ κάτι κακό. Βάζω χίλια δυὸ μὲ τὸ μυαλό μου.
Ἡ ἀπάντηση τοῦ π. Ἐπιφανίου ἦλθε ταχύτατα, σὲ ἔντονο ὕφος καὶ συγχρόνως συγκλονιστική:
– Καὶ ποιός σοῦ εἶπε ὅτι τὰ παιδιὰ εἶναι δικά σου; Τοῦ Θεοῦ εἶναι! Προβατάκια Του εἶναι καὶ σὲ ἔχει βάλει νὰ τὰ φυλᾶς.
π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Κυριακή 1 Μαρτίου 2020


Ἄπιστοι εἴμαστε;
Λίγες ἑβδομάδες πρὶν ἀναχωρήσει ὁ Γέροντας ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό, ἦταν καθισμένος στὴν καρέκλα μὲ τοὺς ὀροὺς στὰ χέρια. Μπαίνει κάποιος ἐπισκέπτης, τοῦ φιλάει τὸ χέρι καὶ τὸν ρωτᾶ:
-Τί γίνεσθε, Γέροντα;
-Γίνομαι, παιδί μου.
Καὶ ἐπειδὴ ὁ ἐπισκέπτης δὲν κατάλαβε, συνέχισε:
-Ὡριμάζω!
Καὶ λίγες μέρες πρὶν κοιμηθεῖ, ἀπευθυνόμενος σὲ παρευρισκόμενο πνευματικοπαίδι του, τόνισε:
-Νὰξερες, Δ., πόσο λειαίνει τὸν ἀκατέργαστο Ἐπιφάνιο ὅλη αὐτὴ ἡ ταλαιπωρία!
Οἱ πόνοι του ἦσαν φρικτοὶ κατὰ τὸ τέλος τῆς ἐπιγείου ζωῆς του. Γι’ αὐτὸ εἶπε κάποτε:
- Ἄν νιώθατε ὅπως ἐγὼ τώρα ἔστω καὶ γιὰ 2 λεπτά, θὰ παρακαλούσατε τὸν Θεὸ νὰ σᾶς πάρει ἀμέσως! Καὶ στρεφόμενος πρὸς τὸν Κύριο: «Πτωχὸς καὶ ἀλγῶν εἰμὶ ἐγώ· ἡ σωτηρία σου, ὁ Θεός, ἀντιλάβοιτό μου».
Τὶς τελευταῖες ἑβδομάδες, λόγω τῶν φρικτῶν πόνων, τὶς πέρασε ἀνάσκελα στὸ κρεβάτι. Δὲν μποροῦσε σὲ καμία ἄλλη θέση νὰ ἀνακουφισθεῖ.
-Παρακάλεσα, μᾶς εἶπε, τὸν Θεὸ νὰ μοῦ δώσει ἄλλη μία θέση. Ἐκεῖνος ὅμως δὲν μοῦ ἔδωσε. Ἂς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομά Του!
Τοῦ εἶπε κάποτε ἕνα πνευματικοπαίδι του -γιατρὸς- ποὺ προσπαθοῦσε ἐπὶ ὥρα νὰ τοῦ βρεῖ φλέβα:
—Νὰ μὲ συγχωρεῖτε, Γέροντα, ποὺ σᾶς πονῶ, ἀλλὰ τὸ κάνω γιὰ τὸ καλό σας.
—Τὸ καταλαβαίνω, παιδί μου. Ἐμένα νὰ μὲ συγχωρεῖς ποὺ σὲ παιδεύω. Νὰ ξέρης ὅτι δὲν στενοχωροῦμαι γιὰ τὶς φλεβοκεντήσεις, ἀλλὰ ἐπειδὴ στενοχωρεῖσαι ἐσὺ ποὺ δὲν βρίσκεις φλέβες.
Λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμησή του ρώτησε ἕνα πνευματικοπαίδι του:
—Παιδί μου, ἔχεις ἐξοικειωθεῖ μὲ τὸ ἐνδεχόμενο τῆς ἀναχωρήσεώς μου;
—Γέροντα, δὲν ξέρω ἂν ἔχω ἐξοικειωθεῖ. Τὸ μόνο τὸ ὁποῖο ξέρω εἶναι ὅτι ἡ ἀγάπη σας θὰ μᾶς συνοδεύει πάντοτε. Ἄλλωστε κι ἂν σᾶς καλέσει ὁ Θεός, σὲ σᾶς θὰ προστρέχουμε διὰ τῆς προσευχῆς.
—Αὐτό, παιδί μου, γίνεται μόνο μὲ τοὺς Ἁγίους.
—Γέροντα, κάποτε σᾶς εἶχα ρωτήσει ἂν μποροῦμε στὴν προσευχή μας νὰ ἐπικαλούμεθα τὶς πρεσβεῖες κάποιου γιὰ τὸν ὁποῖο ἡ συνείδησή μας μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἔχει βρεῖ παρρησία στὸν Θεὸ καὶ μοῦ εἴχατε ἀπαντήσει πὼς μπορεῖ νὰ γίνει αὐτὸ ὑπὸ τὸν ὄρο ὅτι στὴν παράκλησή μας θὰ προτάσσουμε τὴ φράση «ἂν ἔχεις παρρησία στὸν Θεό».
—Ναί, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀπὸ αὐτούς.
—Γέροντα, ἄν.
—Σοῦ εἶπα δὲν εἶμαι ἀπὸ αὐτούς.
—Μά, Γέροντα, οὔτε μὲ τὸ ἄν;
—Καλά… Ἂν εἶναι μὲ τὸ ἄν…
—Καλά, Γέροντα, δὲν φοβάσθε τὸ θάνατο; τὸν ρώτησε ἀπορημένο κάποιο πνευματικοπαίδι του, ὅταν λίγες μέρες πρὸ τῆς κοιμήσεως του καθόριζε ὁ ἴδιος τὰ τῆς κηδείας του (ἀγγελτήρια, νεκρώσιμο ἀκολουθία κ.λπ.) τόσο ἀπαθῶς σὰν νὰ ἐπρόκειτο γιὰ τὴν κηδεία κάποιου ἄλλου.
—Ὄχι, δὲν τὸν φοβᾶμαι καθόλου τὸν θάνατο. (Μικρὴ παύση.) Καὶ δὲν τὸν φοβᾶμαι, ὄχι βέβαια ἕνεκα τῶν ἔργων μου, ἀλλὰ ἐπειδὴ πιστεύω στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
—Γέροντα, μὴ λέτε τέτοια πράγματα τώρα!, τοῦ εἶπε κάποιο πνευματικοπαίδι του, ὅταν τὸν ἄκουσε νὰ καθορίζει τὰ τῆς κηδείας του.
Καὶ αὐτὸς μὲ ἑτοιμότητα:
—Γιατί, παιδί μου; Ἄπιστοι εἴμαστε;
Ἀρχιμ. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2020


Περὶ οἰκουμενισμοῦ
Οἰκουμενιστὲς εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι καὶ ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ὁ παπισμὸς καὶ οἱ προτεστάντες, ὅλοι ἔχουν μέρη τῆς ἀληθείας. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἕνα εἶδος καθρέφτη, ὁ ὁποῖος ἔσπασε καὶ ἔχει γίνει διάφορα κομμάτια. Κι ἕνα κομμάτι ἢ δύο ἢ τρία ἔχουν οἱ καθολικοί, ἄλλα τόσα οἱ προτεστάντες. Πρέπει ὅλα αὐτὰ τὰ κομμάτια νὰ τὰ μαζέψουμε, γιὰ νὰ ἀπαρτίσουμε πάλι τὸν καθρέφτη.
Αὐτὸς εἶναι οἱ οἰκουμενισμός. Ἕνα εἶδος συγκρητισμοῦ (ἀνάμειξη διαφορετικῶν στοιχείων). Εἶναι ἕνα εἶδος αἱρέσεως ὁ οἰκουμενισμός. Θὰ ἔλεγα βαρυτάτης αἱρέσεως. Ἐμεῖς πιστεύουμε ὅτι ἡ ἀλήθεια δὲν θρυμματίστηκε ποτέ. Ἡ ἀλήθεια σῴζεται ἀκεραία στὴν Ἐκκλησία… Ἡ ἀλήθεια εἶναι στὴν Ἐκκλησία καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ὑπάρχει πλάνη. Σπέρματα ἀληθείας μπορεῖ νά ὑπάρχουν, ἀλλὰ ὄχι ἡ ἀλήθεια καθολική, ὁλόκληρη, ἀκεραία.
Ἀρχιμ. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2019


Γιατί, παιδί μου; Ἄπιστοι εἴμαστε;
Λίγες ἑβδομάδες πρὶν ἀναχωρήσει ὁ Γέροντας ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό, ἦταν καθισμένος στὴν καρέκλα μὲ τοὺς ὀροὺς στὰ χέρια. Μπαίνει κάποιος ἐπισκέπτης, τοῦ φιλάει τὸ χέρι καὶ τὸν ρωτᾶ:
-Τί γίνεσθε, Γέροντα;
-Γίνομαι, παιδί μου.
Καὶ ἐπειδὴ ὁ ἐπισκέπτης δὲν κατάλαβε, συνέχισε:
-Ὡριμάζω!
Καὶ λίγες μέρες πρὶν κοιμηθεῖ, ἀπευθυνόμενος σὲ παρευρισκόμενο πνευματικοπαίδι του, τόνισε:
-Νὰξερες, Δ., πόσο λειαίνει τὸν ἀκατέργαστο Ἐπιφάνιο ὅλη αὐτὴ ἡ ταλαιπωρία!
Οἱ πόνοι του ἦσαν φρικτοὶ κατὰ τὸ τέλος τῆς ἐπιγείου ζωῆς του. Γι’ αὐτὸ εἶπε κάποτε:
- Ἄν νιώθατε ὅπως ἐγὼ τώρα ἔστω καὶ γιὰ 2 λεπτά, θὰ παρακαλούσατε τὸν Θεὸ νὰ σᾶς πάρει ἀμέσως! Καὶ στρεφόμενος πρὸς τὸν Κύριο: «Πτωχὸς καὶ ἀλγῶν εἰμὶ ἐγώ· ἡ σωτηρία σου, ὁ Θεός, ἀντιλάβοιτό μου».
Τὶς τελευταῖες ἑβδομάδες, λόγω τῶν φρικτῶν πόνων, τὶς πέρασε ἀνάσκελα στὸ κρεβάτι. Δὲν μποροῦσε σὲ καμία ἄλλη θέση νὰ ἀνακουφισθεῖ.
-Παρακάλεσα, μᾶς εἶπε, τὸν Θεὸ νὰ μοῦ δώσει ἄλλη μία θέση. Ἐκεῖνος ὅμως δὲν μοῦ ἔδωσε. Ἂς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομά Του!
Τοῦ εἶπε κάποτε ἕνα πνευματικοπαίδι του -γιατρὸς- ποὺ προσπαθοῦσε ἐπὶ ὥρα νὰ τοῦ βρεῖ φλέβα:
—Νὰ μὲ συγχωρεῖτε, Γέροντα, ποὺ σᾶς πονῶ, ἀλλὰ τὸ κάνω γιὰ τὸ καλό σας.
—Τὸ καταλαβαίνω, παιδί μου. Ἐμένα νὰ μὲ συγχωρεῖς ποὺ σὲ παιδεύω. Νὰ ξέρης ὅτι δὲν στενοχωροῦμαι γιὰ τὶς φλεβοκεντήσεις, ἀλλὰ ἐπειδὴ στενοχωρεῖσαι ἐσὺ ποὺ δὲν βρίσκεις φλέβες.
Λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμησή του ρώτησε ἕνα πνευματικοπαίδι του:
—Παιδί μου, ἔχεις ἐξοικειωθεῖ μὲ τὸ ἐνδεχόμενο τῆς ἀναχωρήσεώς μου;
—Γέροντα, δὲν ξέρω ἂν ἔχω ἐξοικειωθεῖ. Τὸ μόνο τὸ ὁποῖο ξέρω εἶναι ὅτι ἡ ἀγάπη σας θὰ μᾶς συνοδεύει πάντοτε. Ἄλλωστε κι ἂν σᾶς καλέσει ὁ Θεός, σὲ σᾶς θὰ προστρέχουμε διὰ τῆς προσευχῆς.
—Αὐτό, παιδί μου, γίνεται μόνο μὲ τοὺς Ἁγίους.
—Γέροντα, κάποτε σᾶς εἶχα ρωτήσει ἂν μποροῦμε στὴν προσευχή μας νὰ ἐπικαλούμεθα τὶς πρεσβεῖες κάποιου γιὰ τὸν ὁποῖο ἡ συνείδησή μας μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἔχει βρεῖ παρρησία στὸν Θεὸ καὶ μοῦ εἴχατε ἀπαντήσει πὼς μπορεῖ νὰ γίνει αὐτὸ ὑπὸ τὸν ὄρο ὅτι στὴν παράκλησή μας θὰ προτάσσουμε τὴ φράση «ἂν ἔχεις παρρησία στὸν Θεό».
—Ναί, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀπὸ αὐτούς.
—Γέροντα, ἄν.
—Σοῦ εἶπα δὲν εἶμαι ἀπὸ αὐτούς.
—Μά, Γέροντα, οὔτε μὲ τὸ ἄν;
—Καλά… Ἂν εἶναι μὲ τὸ ἄν…
—Καλά, Γέροντα, δὲν φοβάσθε τὸ θάνατο; τὸν ρώτησε ἀπορημένο κάποιο πνευματικοπαίδι του, ὅταν λίγες μέρες πρὸ τῆς κοιμήσεως του καθόριζε ὁ ἴδιος τὰ τῆς κηδείας του (ἀγγελτήρια, νεκρώσιμο ἀκολουθία κ.λπ.) τόσο ἀπαθῶς σὰν νὰ ἐπρόκειτο γιὰ τὴν κηδεία κάποιου ἄλλου.
—Ὄχι, δὲν τὸν φοβᾶμαι καθόλου τὸν θάνατο. (Μικρὴ παύση.) Καὶ δὲν τὸν φοβᾶμαι, ὄχι βέβαια ἕνεκα τῶν ἔργων μου, ἀλλὰ ἐπειδὴ πιστεύω στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
—Γέροντα, μὴ λέτε τέτοια πράγματα τώρα!, τοῦ εἶπε κάποιο πνευματικοπαίδι του, ὅταν τὸν ἄκουσε νὰ καθορίζει τὰ τῆς κηδείας του.
Καὶ αὐτὸς μὲ ἑτοιμότητα:
—Γιατί, παιδί μου; Ἄπιστοι εἴμαστε;
Ἀρχιμ. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2019


Αἱ ἐννέα βιβλικαὶ ᾨδαί
α) Ὅπως εἶνε γνωστόν, οἱ Ἰσραηλῖται εἶχον γίνει δοῦλοι εἰς τὴν Αἴγυπτον. Ὅταν ὁ Θεὸς ἀπεφάσισε νὰ τοὺς ἐλευθερώσῃ, ἔστειλε τὰς δέκα «πληγὰς» (συμφορὰς) εἰς τοὺς Φαραώ, ἤτοι τὸν βασιλέα τῆς Αἰγύπτου, καὶ οὕτως ἐκεῖνος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τοὺς ἀφήσῃ νὰ φύγουν. Τότε οἱ Ἰσραηλῖται, μὲ τὸν ἡγέτην των Μωϋσῆν, ἤρχισαν τὴν πορείαν τῶν πρὸς τὴν «Γῆν τῆς Ἐπαγγελίας», τὴν εὔφορον Χαναάν, ποὺ τοὺς εἶχεν ὑποσχεθεῖ ὁ Θεός. Εὐθὺς ὅμως μετὰ τὴν ἀναχώρισίν των ὁ Φαραὼ μετενόησε, διότι τοὺς ἄφησε νὰ φύγουν καὶ ἔχασε τόσας ἐργατικὰς χεῖρας, καὶ ἔσπευσε, μὲ στατὸν πολὺν καὶ ἅρματα φοβερά, νὰ τοὺς προλάβῃ καὶ νὰ τοὺς ἀναγκάσῃ νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὴν Αἴγυπτον. Τοὺς ἔφθασεν εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης. Ἡ θέσις τῶν Ἰσραηλιτῶν κατέστη τραγική. Ἐμπρός των ἐξετείνετο, ἀδεαπέραστος καὶ κυματώδης, ἡ Ἐρυθρὰ Θάλασσα καὶ ὀπίσω των ἤρχετο ἡ ἐμπνέουσα τρόμον στρατιὰ τοῦ Φαραώ. Τότε ὁ Μωϋσῆς ὑψώνει, κατ᾿ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, τὴν ῥάβδον του ὑπεράνω τῶν ὑδάτων καί, ὢ τοῦ θαύματος! Τὰ ὕδατα χωρίζονται δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ ὁ βυθὸς τῆς θαλάσσης γίνεται πέρασμα στερεόν. Οἱ Ἰσραηλῖται εἰσέρχονται εἰς τὸν πρωτοφανῆ αὐτὸν διάδρομον καὶ σπεύδουν νὰ περάσουν ἀπέναντι. Ὀπίσω των εἰσέρχονται καὶ τὰ στρατεύματα τοῦ Φαραώ. Ἀλλ᾿ ὅταν ἐπέρασε καὶ ὁ τελευταῖος Ἰσραηλίτης, ὁ Μωϋσῆς ὕψωσε πάλιν τὴν ῥάβδον του ὑπεράνω τῶν ὑδάτων καὶ τὰ ὕδατα ἡνώθησαν καὶ ἔπνιξαν τὰ στρατεύματα τῶν Αἰγυπτίων. Τότε ὁ Μωϋσῆς καὶ οἱ Ἰσραηλῖται, βαθύτατα εὐγνώμονες πρὸς τὸν Σωτῆρα Θεὸν ἔψαλλαν ἐνθουσιώδη ὕμνον πρὸς Αὐτόν. Ὁ ὕμνος αὐτὸς ἀπετέλεσε τὴν πρώτην βιβλικὴν ᾨδὴν τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ ἀρχὴ τοῦ ὕμνου εἶνε: «ᾌσωμεν τῷ Κυρίῳ, ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται». Τὴν ᾨδὴν αὐτὴν περιέχει τὸ βιβλίον τῆς Ἐξόδου (ἐν κεφαλαίῳ ιε´).
β) Ἡ Δευτέρα ᾨδὴ συνετέθη καὶ αὐτὴ ὑπὸ τοῦ Μωϋσέως, κατ᾿ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, ἐν εἴδει διαμαρτυρίας πρὸς τοὺς Ἰσραηλίτας διὰ τὴν ἀχαριστίαν των ἔναντι τοῦ συνεχῶς εὐεργετοῦντος αὐτοὺς Θεοῦ. Ἡ ᾨδὴ αὕτη δὲν ἔχει χαρακτῆρα πανηγυρικὸν καὶ χαρμόσυνον, ἀλλὰ πένθιμον καὶ ἐλεγκτικόν, συνετέθη δὲ ὀλίγον πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατον τοῦ Μωϋσέως. Ἡ ἀρχὴ αὐτῆς εἶνε: «Πρόσεχε, οὐρανέ, καὶ λαλήσω καὶ ἀκουέτω ἡ γῆ ῥήματα ἐκ τοῦ στόματός μου». Τὴν ᾨδὴν ταύτην περιέχει τὸ βιβλίον τοῦ Δευτερονομίου (ἐν κεφ. λβ´).
γ) Ἡ Τρίτη ᾨδὴ συνετέθη ὑπὸ τῆς προφήτιδος Ἄννης μητρὸς τοῦ Σαμουήλ, καὶ ἀποτελεῖ εὐχαριστήριον ὕμνον πρὸς τὸν Θεόν, διότι εἰσήκουσε τὰς προσευχάς της καὶ ἔλυσε τὴν ἀτεκνίαν της, χαρίσας εἰς αὐτὴν τὸν Σαμουήλ. Ἡ ἀρχὴ αὐτῆς εἶνε: «Ἐστερεώθη ἡ καρδία μου ἐν Κυρίῳ, ὑψώθη κέρας μου ἐν Θεῷ μου ἐπλατύνθη ἐπ᾿ ἐχθρούς μου τὸ στόμα μου, εὐφράνθην ἐν σωτηρίᾳ σου». Τὴν ᾨδὴν αὐτὴν περιέχει ἡ βίβλος Α´ Βασιλειῶν (ἐν κεφ. β´).
δ) Ἡ Τετάρτη ᾨδὴ εἶνε ὕμνος τοῦ προφήτου Ἀββακούμ. Διά του ὕμνου αὐτοῦ ἐξαίρει ὁ προφήτης τὸ μεγαλεῖον τοῦ Θεοῦ καὶ ταυτοχρόνως ἐκφράζει ἔντρομος τὴν κατάπληξίν του, προβλέπων τὸ μυστηριῶδες σχέδιον τῆς θείας οἰκονομίας, διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἀρχὴ τοῦ ὕμνου εἶνε: «Κύριε, κατενόησα τὰ ἔργα σου καὶ ἐξέστην». Τὴν ᾨδὴν αὐτὴν περιέχει τὸ βιβλίον τοῦ Ἀββακοὺμ (ἐν κεφ. γ´).
ε´) Ἡ Πέμπτη ᾨδὴ εἶνε ὕμνος τοῦ προφήτου Ἡσαΐου πρὸς τὸν Θεὸν καὶ προφητεία περὶ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶνε ἡ ἀληθινὴ εἰρήνη. Ἡ ἀρχὴ αὐτῆς εἶνε: «Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμά μου πρὸς σέ, ὁ Θεός, διότι φῶς τὰ προστάγματά σου ἐπὶ τῆς γῆς». Τὴν ᾨδὴν αὐτὴν περιέχει τὸ βιβλίον τοῦ Ἡσαΐου (ἐν κεφ. κστ´).
στ´) Ἡ ἕκτη ᾨδὴ εἶνε εὐχαριστήριος πρὸς τὸν Θεὸν ὕμνος τοῦ προφήτου Ἰωνᾶ, τὸν ὁποῖον ἔψαλεν ἐκ τῆς κοιλίας τοῦ κήτους. Ὡς γνωστόν, ὁ προφήτης Ἰωνᾶς διετάχθη ὑπὸ τοῦ Θεοῦ νὰ μεταβὴ εἰς τὴν πόλιν Νινευΐ, διὰ νὰ κηρύξῃ εἰς αὐτὴν μετάνοιαν. Ὁ Ἰωνᾶς ὅμως παρήκουσε τὸν Θεὸν καὶ εἰσῆλθεν εἰς πλοῖον, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς ἄλλην πόλιν. Τότε ὁ Θεὸς ἑξαπέλυσε μεγάλην τρικυμίαν καὶ τὸ πλοῖον ἐκινδύνευσε νὰ συντριβῇ. Οἱ ναῦται, διαισθανθέντες ὅτι ὁ Θεὸς εἶχεν ἑξαπολύσει τὴν τρικυμίαν, ἔῤῥιψαν κλήρους, διὰ νὰ εὕρουν τὸν αἴτιον. Ὁ κλῆρος ἔπεσεν εἰς τὸν Ἰωνᾶν, ὁ ὁποῖος ἀναγνωρίζει τὴν ἐνοχήν του καὶ ζητεῖ νὰ ῥιφθῇ εἰς τὴν θάλασσαν ὑπὸ τῶν ναυτῶν. Τοῦτο ἔγινε καὶ εὐθὺς ἐκόπασεν ἡ ταραχὴ τῆς θαλάσσης. Ὁ Θεὸς ὅμως δὲν ἄφησε τὸν Ἰωνᾶν νὰ πνιγῇ, ἀλλὰ διέταξεν ἕνα πελώριον ἰχθὺν (κῆτος) νὰ τὸν καταπίῃ καὶ διετήρησε ζῶντα αὐτὸν εἰς τὴν κοιλίαν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἰχθύος τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας. Εὑρισκόμενος δὲ ἐντὸς τῆς κοιλίας τοῦ κήτους ὁ Ἰωνᾶς, προσηυχήθη πρὸς τὸν Θεὸν καὶ ἡ προσευχή του ἀπετέλεσε τὴν ἕκτην βιβλικὴν ᾨδὴν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀρχὴ αὐτῆς εἶνε: «Ἐβόησα ἐν θλίψει μου πρὸς Κύριον τὸν Θεόν μου καὶ εἰσήκουσέ μου». Τὴν ᾨδὴν ταύτην περιέχει τὸ βιβλίον τοῦ Ἰωνᾶ (ἐν κεφ. β´).
ζ´) Ἡ ἑβδόμη ᾨδὴ εἶνε ὕμνος τῶν τριῶν εὐσεβῶν Ἰσραηλιτῶν νέων Ἀνανίου, Ἀζαρίου καὶ Μισαὴλ (ἡ Σεδράχ, Μισάχ, Ἀβδεναγώ), οἱ ὁποῖοι ἠρνήθησαν νὰ προσκυνήσουν τὴν χρυσῆν εἰκόνα τοῦ βασιλέως τῆς Βαβυλῶνος Ναβουχοδονόσορος καὶ πρὸς τιμωρίαν των ἐῤῥίφθησαν εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρός, ἀφοῦ προηγουμένως ἐπιρακτώθη αὕτη εἰς μέγιστον βαθμόν. Ὁ Θεὸς ὅμως ἐφύλαξε τοὺς πιστοὺς νέους καὶ τὸ φοβερὸν πῦρ δὲν ἔβλαψεν οὔτε τρίχα τῆς κεφαλῆς τῶν. Τότε αὐτοί, εὑρισκόμενοι ἐν μέσῳ τοῦ πυρὸς καὶ θαυματουργικῶς δροσιζόμενοι, ἀνέπεμψαν, διὰ στόματος τοῦ πρώτου, ὕμνον εὐχαριστίας, ἐξομολογήσεως καὶ δοξολογίας πρὸς τὸν Εὐεργέτην τῶν Θεόν. Ἡ ἀρχὴ τῆς ᾨδῆς αὐτῆς εἶνε: «Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν, καὶ αἰνετός, καὶ δεδοξασμένον τὸ ὄνομά σου εἰς τοὺς αἰῶνας». Τὴν ᾨδὴν ταύτην περιέχει τὸ βιβλίον τοῦ προφήτου Δανιὴλ (ἐν κεφ.γ´).
η´) Ἡ ὀγδόη ᾨδὴ εἶνε πάλιν ὕμνος τῶν τριῶν αὐτῶν νέων, ποὺ ἐψάλη καὶ αὐτὸς ὑπ᾿ ἐκείνων ἀπὸ τὸ μέσον τῆς καιομένης καμίνου. Διὰ τοῦ ὕμνου αὐτοῦ ἐξαίρεται τὸ μεγαλεῖον τοῦ Θεοῦ καὶ καλοῦνται ὅλα τὰ δημιουργήματα, ἔμψυχα καὶ ἄψυχα, νὰ δοξολογήσουν τὸ Θεόν. Ἡ ἀρχὴ τῆς ᾨδῆς αὐτῆς εἶνε: «Εὐλογεῖτε, πάντα τὰ ἔργα Κυρίου, τὸν Κύριον ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας». Ἡ ᾨδὴ αὕτη εὑρίσκεται ὅπου καὶ ἡ ἀνωτέρω.
θ´) Ἡ ἐνάτη ᾨδὴ εἶνε ὕμνος τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, τὸν ὁποῖον αὕτη ἀνέπεμψεν ὀλίγον μετὰ τὸν Εὐαγγελισμὸν καὶ τὴν ἐν τῇ κοιλίᾳ της σύλληψιν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κατ᾿ ἐκείνας τὰς ἡμέρας εἶχεν ἐπισκεφθῇ ἡ Μήτηρ τοῦ Κυρίου μας τὴν συγγενῆ της Ἐλισάβετ, τὴν μητέρα τοῦ Προδρόμου, ἡ ὁποία τὴν ὕμνησε καὶ τὴν ἐμακάρισε, φωτισθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τότε ἡ Ἀειπάρθενος Κόρη, ἡ φέρουσα εἰς τὴν κοιλίαν τῆς τὸν Αἰώνιον, ἀνεβόησε: «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῳ Σωτῆρί μου...» Ἡ ᾨδὴ αὕτη εὑρίσκεται εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Λουκᾶ (ἐν κεφ. α´). Μὲ αὐτὴν δὲ τὴν ᾨδὴν εἶνε ἡνωμένος καὶ ὁ εὐχαριστήριος ὕμνος τοῦ προφήτου Ζαχαρίου διὰ τὴν γέννησιν τοῦ υἱοῦ του Ἰωάννου, τοῦ μετέπειτα Βαπτιστοῦ τοῦ Κυρίου. Ὡς γνωστόν, ὁ Ζαχαρίας δὲν εἶχε πιστεύσει εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Ἀγγέλου ὅτι ἡ στείρα καὶ γραία σύζυγός του Ἐλισάβετ θὰ συλλάβῃ υἱόν, καὶ δι᾿ αὐτὸ ἐτιμωρήθη μὲ στέρησιν τῆς λαλιᾶς του. Κατὰ τὴν ὀγδόην ὅμως ἡμέραν ἀπὸ τὴν γέννησιν τοῦ Ἰωάννου, ἐλύθη ἡ γλῶσσα του καὶ τότε ὕμνησε μὲ ὅλην τὴν καρδίαν τοῦ τὸν Θεόν. Ὁ ὕμνος αὐτὸς περιέχει καὶ προφητείας, εὑρίσκεται δὲ ὅπου καὶ ὁ ἀνωτέρω ὕμνος τῆς Θεοτόκου.
Ἀρχιμ. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2019



Τί σημαίνει «Κανών»
Ὡς εἴπομεν, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος ἔχει καὶ «Κανόνα». Ἡ λέξις «Κανὼν» σημαίνει τὴν εὐθεῖαν ῥάβδον, ἡ ὁποία χρησιμεύει εἰς μέτρησιν καὶ καθορισμὸν ἄλλων πραγμάτων, καὶ γενικῶς τὸ μέτρον, τὸ ὑπόδειγμα, τὸν ῥυθμιστήν. Εἰδικῶς δὲ εἰς τὴν ὑμνολογίαν, «Κανὼν» λέγεται μακρὸς ὕμνος, ἀποτελούμενος ἐξ «ᾨδῶν», τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς ποικίλλει, ἀλλ᾿ οὐδέποτε εἶνε μεγαλύτερος τοῦ ἐννέα. Ἑκάστη ᾨδὴ (ἡ λέξις σημαίνει ὕμνον, ᾆσμα, ἐκ τοῦ ῥήματος ᾄδω παραγομένη), ἀποτελεῖται ἐκ τοῦ «εἱρμοῦ» καὶ τῶν ἀκολουθούντων τριῶν-τεσσάρων συνήθως «τροπαρίων». Εἱρμὸς λέγεται ἡ πρώτη στροφὴ ἑκάστης ᾨδῆς, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν ῥυθμίζονται αἱ ὑπόλοιποι στροφαὶ (τροπάρια). Ὁ εἱρμὸς δηλαδὴ χρησιμεύει ὡς ὑπόδειγμα καὶ βάσις. Ἡ λέξις παράγεται ἐκ τοῦ ῥήματος εἴρω, ποὺ σημαίνει συνάπτω, συνδέω, συμπλέκω. Αἱ ὑπόλοιποι στροφαί, ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν πρώτην, τὸν εἱρμὸν δηλαδή, ὀνομάζονται τροπάρια, προφανῶς διότι, ὡς εἴπομεν ἀνωτέρω, τρέπονται συμφώνως πρὸς τὸν εἱρμόν, ἤτοι ἀκολουθοῦν τονικῶς, ἐνίοτε δὲ καὶ μετρικῶς καὶ μουσικῶς, τὸν εἱρμόν. (Ὑπάρχουν πάντως καὶ ἄλλαι ἑρμηνεῖαι τῆς λέξεως τροπάριον.)
Οἱ Κανόνες (ὅπως καὶ τὰ Κοντάκια,) πολλάκις ἔχουν «ἀκροστιχίδα». Τὸ πρῶτον γράμμα δηλαδὴ τῶν εἱρμῶν καὶ τῶν τροπαρίων, λαμβανόμενον κατὰ σειρὰν καὶ ἐν ἀδιασπάστῳ συνεχείᾳ, μᾶς δίδει μίαν φράσιν. Ἡ φράσις αὕτη λέγεται «ἀκροστιχὶς» καὶ ἀναφέρεται ἄλλοτε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ ποιητοῦ τοῦ Κανόνος, ἄλλοτε εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἑορτῆς κ.τ.λ.. Πολλάκις ἡ ἀκροστιχὶς εἶνε ἀλφαβητική, δηλαδὴ ἀκολουθεῖ τὴν σειρὰν τῶν γραμμάτων Α, Β, Γ, Δ, κ.τ.λ..
Ἕκαστος Κανὼν ἀποτελεῖται ἐκ διαφόρου, ὡς προελέχθη, ἀριθμοῦ ᾨδῶν, κατ᾿ ἀνώτατον δὲ ὅριον ἐννέα. Τοῦτο συμβαίνει, διότι ἐννέα εἶνε αἱ βιβλικαὶ ᾨδαί, ἤτοι αἱ ᾨδαὶ περιεχόμεναι εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφήν, τὰς ὁποίας ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία ἐχρησιμοποίει εἰς τὴν λατρείαν της μαζὶ μὲ τοὺς Ψαλμούς. Διὰ τὰς ἐννέα αὐτὰς ᾨδάς, δηλαδὴ διὰ τοὺς ἐννέα αὐτοὺς θρησκευτικοὺς ὕμνους ποὺ εὑρίσκονται εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφήν, πρέπει νὰ εἴπωμεν ὀλίγα τινὰ πρὸς διαφώτισιν τῶν ἀναγνωστῶν.
Ἀρχιμ. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2019



Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος
Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος εἶνε «Κοντάκιον». «Κοντάκια» παλαιότερον ἐλέγοντο ὁλόκληροι ὕμνοι, ἀνάλογοι πρὸς τοὺς «Κανόνας». Ἡ ὀνομασία ὀφείλεται μᾶλλον εἰς τὸ κοντὸν ξύλον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐτυλίσσετο ἡ μεμβράνα ποὺ περιεῖχε τὸν ὕμνον. Τὸ πρῶτον τροπάριον ἐλέγετο «προοίμιον» ἢ «κουκούλιον» καὶ τὰ ἀκολουθοῦντα ἐλέγοντο «οἶκοι», ἴσως διότι ὁ ὅλος ὕμνος ἐθεωρεῖτο ὡς σύνολον οἰκοδομημάτων ἀφιερωμένων εἰς μνήμην ἁγίου τινός. Κοντάκιον λέγεται συνήθως σήμερον τὸ πρῶτον τροπάριον ἑνὸς τοιούτου ὕμνου (Κοντακίου).
Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος περιέχει προοίμιον καὶ 24 «οἴκους». Τὸ προοίμιόν του παλαιότερον δὲν ἧτο τὸ «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῶ» ποὺ εἶνε σήμερον, ἀλλ᾿ ἕτερον. («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει».) Ἡ «ἀκροστιχὶς» τοῦ ὕμνου εἶνε ἀλφαβητική. (Βραδύτερον θὰ εἴπωμεν τί σημαίνει ἡ λέξις «ἀκροστιχίς».) «Ἐφύμνια» ἔχει δύο: Τὸ «Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε» καὶ τὸ «Ἀλληλούϊα». Τὸ πρῶτον ἀπαντᾷ εἰς τὸ προοίμιον καὶ εἰς τοὺς περιττοὺς «οἴκους» (1, 3, 5, 7, κ.τ.λ.), τὸ δὲ δεύτερον εἰς τοὺς ἀρτίους «οἴκους» (2, 4, 6, 8, κ.τ.λ.). «Ἐφύμνιον» λέγεται ἡ τελευταία λέξις ἡ φράσις τοῦ ὕμνου, τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς ἐπανελάμβανεν, ἀφοῦ βεβαίως οἱ ψάλται ἔψαλλον ὁλόκληρον τὸν ὕμνον.
Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος ἀρχίζει μὲ τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Παρθένου, καὶ ἔπειτα ἀναφέρεται εἰς τὰ ἐν συνεχείᾳ γεγονότα. Ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐπισκέψεως τῆς Παρθένου πρὸς τὴν Ἐλισάβετ, περὶ τῶν ὑποψιῶν τοῦ προστάτου τῆς Παρθένου Ἰωσήφ, περὶ τῆς προσκυνήσεως τοῦ Κυρίου ὑπὸ τῶν ποιμένων καὶ τῶν μάγων, περὶ τῆς φυγῆς τοῦ Χριστοῦ εἰς Αἴγυπτον καὶ περὶ τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου. Αὐτὰ εἰς τὸ πρῶτον ἥμισυ. Εἰς τὸ δεύτερον ἥμισυ τοῦ ὕμνου γίνεται λόγος περὶ τῆς σαρκώσεως τοῦ Κυρίου, τῆς θεώσεως τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς θεομητορικῆς ἀξίας τῆς Παναγίας.
Ποῖος ὁ ποιητὴς τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου; Εἰς τὸ ἐρώτημα αὐτὸ δὲν ἐδόθη μέχρι σήμερον ἀπάντησις ποὺ νὰ μὴ ἐπιδέχεται ἀντιῤῥήσεις. Παρ᾿ ὅλας τὰς ἐρεύνας καὶ τὰς συζητήσεις, τὸ πρόβλημα παραμένει ἀκόμη πρόβλημα. Ἄλλοι -καὶ εἶνε οἱ περισσότεροι- θεωροῦν τὸν Ὕμνον ὡς ἔργον τοῦ Ῥωμανοῦ τοῦ Μελῳδοῦ. Ἄλλοι θεωροῦν αὐτὸν ὡς ἔργον τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Σεργίου. Ἄλλοι τὸν ἀποδίδουν εἰς τὸν Γεώργιον Πισίδην. Ἄλλοι εἰς τὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Γερμανὸν τὸν Α´ καὶ ἄλλοι εἰς ἄλλους.
Ἱστορικά
Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ Ὕμνος ὠνομάσθη «Ἀκάθιστος», εἶνε ὁ ἑξῆς, συμφώνως πρὸς τὴν παράδοσιν:
Κατὰ τὸ ἔτος 626 ἡ Κωνσταντινούπολις ἐπολιορκήθη ὑπὸ τῶν Περσῶν καὶ τῶν Ἀβάρων ἐπὶ τινὰς μῆνας. Ὁ βασιλεὺς Ἡράκλειος ἀπουσίαζεν εἰς Μικρὰν Ἀσίαν, πολεμῶν ἐκεῖ τοὺς Πέρσας. Ὅταν ἔμαθεν ὅτι ἡ πόλις πολιορκεῖται, ἔστειλεν ἐκ τοῦ στρατοῦ του δώδεκα χιλιάδας ἄνδρας εἰς τὸν φρούραρχον τῆς Κωνσταντινουπόλεως Βῶνον διὰ νὰ ὑπερασπίσουν, μαζὶ μὲ τὴν φρουράν, τὴν πρωτεύουσαν τῆς αὐτοκρατορίας. Ὁ Βῶνος μετὰ τοῦ Πατριάρχου Σεργίου ἐξώπλισαν καὶ ὅσους ἐκ τῶν πολιτῶν ἠδύναντο νὰ φέρουν ὅπλα. Ὅλοι ἀπεφάσισαν νὰ ἀντισταθοῦν μέχρις ἐσχάτων. Ὁ Πατριάρχης περιέτρεχε τὴν πόλιν καὶ ἐνεθάῤῥυνε τὰ πλήθη καὶ τοὺς μαχητάς. Ἡ πόλις ὁλόκληρος εἶχεν ἐναποθέσει τὰς ἐλπίδας της εἰς τὴν Προστάτριάν της, τὴν «Ὑπέρμαχον Στρατηγόν», τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον. Ἡ πολιορκία ἧτο στενὴ καὶ ἰσχυρά. Παρὰ ταῦτα ἡ πόλις ἀνθίστατο εἰς τὰς ἐπιθέσεις τῶν πολιορκητῶν. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἐπέμενον εἰς τὴν πολιορκίαν. Αἰφνιδίως ὅμως φοβερὸς ἀνεμοστρόβιλος καταστρέφει τὸν στόλον των καὶ τοιουτορόπως ἀναγκάζονται κατὰ τὴν νύκτα τῆς 7ης πρὸς τὴν 8ην Αὐγούστου νὰ λύσουν τὴν πολιορκίαν καὶ νὰ φύγουν ἄπρακτοι. Ἡ βασιλεύουσα ἐσώθη! Ὁ λαὸς τῆς πόλεως, πανηγυρίζων τὴν σωτηρίαν του, τὴν ὁποίαν ὤφειλεν εἰς τὴν προστασίαν τῆς Θεομήτορος, συνηθροίσθη εἰς τὸν ἐν Βλαχέρναις Ναὸν τῆς Παναγίας, ὅπου ἐτελέσθη, προεξάρχοντος τοῦ Πατριάρχου Σεργίου, ὁλονύκτιος εὐχαριστήριος Ἀκολουθία. Τότε «ὀρθοστάδην ἅπας ὁ λαὸς ἔψαλε» τὸν Ὕμνον, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦτο ἔκτοτε ὠνομάσθη «Ἀκάθιστος». Βεβαίως ὁ Ὕμνος προϋπῆρχε καὶ ἐψάλλετο πρὸς τιμὴν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἀλλὰ κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην καθιερώθη πλέον κατὰ τρόπον ἐπίσημον καὶ πανηγυρικὸν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μας. Τὸ τροπάριον «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ» (τὸ ὁποῖον ἀντικατέστησε τὸ προϋπάρχον «Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς») συνετέθη ἀναμφιβόλως κατ᾿ ἐκείνας τὰς ὥρας.
Δι᾿ αὐτοῦ ὁλόκληρος ἡ λυτρωθεῖσα ἐκ τῆς συμφορᾶς πόλις «ἀνέγραψε τὰ νικητήρια», ἀπέδωσε δηλαδὴ εὐγνωμόνως τὴν νίκην, εἰς τὴν Προστάτριαν αὐτῆς Θεοτόκον.
Ἀρχιμ. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2019


Εἰκόνες ποὺ κάμνουν θαύματα;
Ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι δὲν λατρεύομεν τὰς Εἰκόνας, οὔτε τοὺς Ἁγίους, οὔτε τοὺς Ἀγγέλους, οὔτε αὐτὴν τὴν Παναγίαν Μητέρα τοῦ Κυρίου. Μόνον τὸν ἐν Τριάδι Θεὸν λατρεύομεν. Τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸν καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.
Τιμῶμεν καὶ δοξάζομεν τοὺς Ἁγίους, τοὺς Ἀγγέλους, καὶ περισσότερον πάντων τὴν «Τιμιωτέραν τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ», τὴν Ἀειπάρθενον καὶ Παναγίαν Μητέρα τοῦ Σωτῆρος μας, ἀλλὰ λατρείαν δὲν ἀπονέμομεν οὔτε εἰς τὰ πρόσωπά των οὔτε εἰς τὰς Εἰκόνας των. Ἄλλο ἡ τιμὴ καὶ ὁ σεβασμὸς καὶ ἄλλο ἡ λατρεία.
Ὁ λαός μας, καθὼς καὶ ἄλλοι Ὀρθόδοξοι λαοί, θεωροῦν μερικὰς Εἰκόνας ὡς θαυματουργούς. Εἶναι αὐτὸ ἀλήθεια; Ὑπάρχουν ὅμως θαυματουργοὶ Εἰκόνες; Ἤ μᾶλλον: Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν Εἰκόνες θαυματουργοί, Εἰκόνες ποὺ κάμνουν θαύματα;
Πολλοὶ Ὀρθόδοξοι Θεολόγοι ἀποδίδουν τὰ θαύματα μερικῶν Εἰκόνων ὄχι εἰς τὰς Εἰκόνας αὐτὰς καθ’ ἑαυτάς, ἀλλ’ εἰς τὴν Πίστιν τῶν ἀνθρώπων ποὺ προσεύχονται ἐνώπιον αὐτῶν. Ὅτι ἡ Πίστις θαυματουργεῖ, ὅτι ἡ θερμὴ προσευχὴ θαυματουργεῖ, εἴτε γίνεται αὐτὴ ἐνώπιον Εἰκόνος εἴτε ὄχι, αὐτὸ εἶναι ἔξω πάσης ἀμφιβολίας.
Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι λόγος νὰ ἀρνηθῶμεν ὅτι μερικαὶ Εἰκόνες δύνανται νὰ ἔχουν αὐταὶ αἱ ἴδιοι θαυματουργικὴν χάριν. Θὰ φανῆ παράδοξον τοῦτο, ἀλλὰ δὲν εἶναι καθόλου παράδοξον. Εἶναι πολὺ φυσικόν. (Διὰ τοὺς πιστοὺς ἐννοεῖται. Διὰ τοὺς ἀπίστους ὅλα εἶναι ὄχι μόνον παράδοξα, ἀλλ’ ἀνύπαρκτα...).
Εἰς τοὺς Ἀποστόλους Του ὁ Κύριος εἶχε δώσει τὸ θαυματουργικὸν χάρισμα. Βλέπομεν ὅμως ὅτι τὸ χάρισμα αὐτὸ δὲν περιωρίζετο εἰς τοὺς ἰδίους τοὺς Ἀποστόλους, ἀλλ’ ἐπεξετείνετο καὶ εἰς τὴν σκιὰν των! Τὸ Εὐαγγέλιον ρητῶς μᾶς λέγει ὄχι μόνον ὅτι «διὰ τῶν χειρῶν τῶν ἀποστόλων ἐγίνετο σημεῖα καὶ τέρατα ἐν τῷ λαῷ πολλά», ἀλλὰ καὶ ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι ἔφερον ἐπὶ φορείων τοὺς ἀσθενεῖς των εἰς τὰς πλατείας, ἀναμένοντες τὸ πέρασμα τοῦ Πέτρου, ὥστε ἔστω καὶ ἡ σκιά του νὰ πέσῃ εἰς αὐτοὺς διὰ νὰ τοὺς θεραπεύσῃ! Καὶ κάτι περισσότερον: Καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ μανδήλια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ριπτόμενα ἐπάνω εἰς τοὺς ἀσθενεῖς ἤ τοὺς δαιμονιζομένους, τοὺς ἐθεράπευον! 
Ὥστε ὄχι μόνον οἱ ἴδιοι οἱ Ἀπόστολοι εἶχον χάρισμα θαυματουργικόν, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ ἀντικείμενα τῆς προσωπικῆς των χρήσεως! Τοῦτο βεβαίως ἀπετέλει μίαν εὔνοιαν τοῦ Θεοῦ ὄχι πρὸς αὐτὰ ταῦτα τὰ μανδήλια, ἀλλὰ πρὸς τοὺς Ἀποστόλους Του. Χάριν αὐτῶν ἡ θαυματουργικὴ δύναμις ἔφθανε μέχρι τῶν μανδηλίων των.
Διατὶ λοιπὸν ἀποκλείεται νὰ ὑπάρχουν Εἰκόνες ἔχουσαι χάρισμα θαυματουργικόν; Ὄχι σπανίως ἐκεῖνοι ποὺ ἔκαμαν τὰς Εἰκόνας, καὶ μάλιστα τὰς παλαιάς, ἦσαν ἄνθρωποι ἅγιοι, ἄνθρωποι βαθείας ταπεινώσεως, ἄνθρωποι νηστείας καὶ προσευχῆς, ἄνθρωποι πυρπολούμενοι ἀπὸ θεῖον ἔρωτα.
Τί τὸ παράδοξον νὰ εὐλογήσῃ Θεὸς καὶ τοὺς ἰδίους καὶ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν των; Καὶ τί τὸ ἀφύσικον, ἂν μέσα εἰς αὐτὰς τὰς εὐλογίας ὑπῆρξε καὶ τὸ θαυματουργικὸν χάρισμα;
Ἀρχιμ. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2018

Κατὰ τὰ ἄλλα, εἴμαστε ἐλεύθεροι!
Ἡ δυσκολία στοὺς ἀνθρώπους εἶναι νὰ βάλουν ἄλλο κυβερνήτη στὴ ζωή τους. «Ἀπόστα ἀπ' ἐμοῦ, ὁδούς σου εἰδέναι οὐ βούλομαι». Φύγε ἀπὸ κοντά μου, δὲν θέλω νὰ ξέρω τό νόμο Σου. Θέλω ἐγὼ νὰ ρυθμίζω τὴ ζωή μου. Ὁ ἐγωιστὴς ἄνθρωπος θέλει νὰ εἶναι αὐτόνομος, ἀνεξάρτητος, αὐτάρκης· νομίζει ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκη τοῦ Θεοῦ. Τώρα, τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ὑποδουλώνεται σὲ ὅλα τὰ πάθη του, αὐτὸ εἶναι ἄλλη ἱστορία. Νομίζει ὅτι εἶναι ἐλεύθερος ὁ καημένος καὶ εἶναι δοῦλος σὲ ὅλα τὰ πάθη του. Ἐνῶ ἄν ὑποταχθῆ στὸν Θεό, θὰ ἀπελευθερωθῆ ἀπὸ ὅλα τὰ πάθη του καὶ θὰ εἶναι ἀληθινὰ ἐλεύθερος.
Μιὰ ἐλευθερία ἔχουμε· μὴν ἀπατώμαστε: νὰ ἐκλέξουμε ἀφεντικό. Ἤ θὰ ἔχουμε ἀφεντικὸ τὸν Θεὸ καὶ θὰ εἴμαστε ἀπελεύθεροι ἀπὸ τὰ πάθη μας ἤ θὰ ἐκλέξουμε ἀφεντικὸ τὰ πάθη μας καὶ τὸν ἐγωισμό μας καὶ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν διάβολο καὶ στὸ τέλος θὰ εἴμαστε ὑποδουλωμένοι σὲ ὅλα αὐτά. Ἐλεύθερος πραγματικὰ εἶναι μόνο ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, διότι αὐτὸς δὲν δουλεύει στὰ πάθη. Κάνει ὑπακοὴ στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ εἶναι ἀπελεύθερος ἀπὸ ὅλα τὰ πάθη του. Αὐτὸ χρειάζεται νὰ τὸ καταλάβουμε. Εἶμαι ἐλεύθερος, λέει. Μαύρη ἐλευθερία! Βλέπετε τί θραύση κάνουνε σήμερα καὶ τὰ ναρκωτικὰ καὶ οἱ μυστικισμοὶ τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν καὶ τὰ μάγια καὶ τὰ μέντιουμ καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο. Οἱ ἄνθρωποι ἀπέρριψαν τὸν Θεὸ καὶ ἔγιναν δοῦλοι σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα. «'Ελάτρευσαν τῇ κτίσει παρὰ τὸν κτίσαντα».
Καὶ ἄλλα πράγματα ἔχουν γίνει εἴδωλα σήμερα. Ἡ καλοπέραση, ἡ εὐμάρεια, ὁ καταναλωτισμός. Ἀπορρίψαμε τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ λατρεύουμε ἕνα σωρὸ εἴδωλα. Καὶ κατὰ τὰ ἄλλα, εἴμαστε ἐλεύθεροι!

Ἀρχιμανδρίτης Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Τρίτη 19 Μαΐου 2015


Περὶ ὑπακοῆς
Γνωστός θεολόγος εἶπε στόν π. Ἐπιφάνιο Θεοδωρόπουλο ὅτι δυσκολευόταν νά βρῆ κατάλληλο Γέροντα.
Τότε ὁ π. Ἐπιφάνιος ἀπάντησε:

—Ἀγαπητέ μου, δέν ἔχεις πρόβλημα Γέροντα. Πρόβλημα μέ τόν ἑαυτό σου ἔχεις. Ἄν εἶχες πρόβλημα Γέροντα, θά ἔβγαινες στό δρόμο, θά ἔστριβες δεξιά, θά περπατοῦσες ἑκατό μέτρα, θά ἔστριβες ἀριστερά, θά βάδιζες ἄλλα πενῆντα μέτρα, θά σταματοῦσες καί θά περίμενες ἐκεῖ μέχρι πού νά περνοῦσε ὁ πρῶτος Πνευματικός. Θά τοῦ ἔκανες ἀδιάκριτη ὑπακοή καί δέν θά εἶχες οὔτε πρόβλημα Γέροντα οὔτε πρόβλημα σωτηρίας. Δέν εἶναι τόσο ἀπό ἁγίους Γεροντάδες πού ἔχουμε ἀνάγκη, ὅσο ἀπό ἁγία ὑπακοή. Αὐτή μᾶς λείπει. Μήπως ὅλοι οἱ μεγάλοι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας εἶχαν κάποιον ἅγιο Γέροντα; Ὄχι! Αὐτό τό ὁποῖο εἶχαν ἦταν ἡ ἁγία ταπείνωσι καί ἡ ἁγία ὑπακοή. Γι᾽ αὐτό καί ἁγίασαν.

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014


Π. Ἰωὴλ Γιαννακόπουλος
Συζητώντας γιὰ τοὺς Πατέρες μὲ κάποιον νεωτερίζοντα θεολόγο, ἔλεγε:
—Κοιτάζουμε τί εἶπαν καὶ τί ἔγραψαν οἱ Πατέρες καὶ ὄχι πῶς ἔζησαν. Ἀντὶ νὰ κάνουμε σχόλια στὰ κείμενα τῶν Πατέρων, θὰ ἔπρεπε καλύτερα νὰ ἀντιγράφουμε τὴ ζωή τους. Οἱ Πατέρες προσεύχονταν πολύ, ἀγρυπνοῦσαν πολύ, νήστευαν πολύ, ἀγαποῦσαν τὴν πτωχεία καὶ τὴν ἁπλότητα, μισοῦσαν τὸ κοσμικὸ φρόνημα, πολεμοῦσαν τὶς πλάνες, ἀποστρέφονταν τὶς ἀνέσεις τοῦ βίου, ἀπέφευγαν τὰ ἀξιώματα, τὴ δόξα, τὶς τιμὲς, ἀγαποῦσαν τὸ μαρτύριο. Τὰ κάνουμε ἐμεῖς αὐτά; Κρατοῦμε στὰ χέρια τὰ βιβλία τῶν Πατέρων καὶ ἡ ζωή μας εἶναι ἄρνησι τῆς δικῆς τους ζωῆς. Οἱ Πατέρες εἶναι ζωή, δὲν εἶναι φιλολογία.
Εἶναι τὸ πρῶτο αἴτημα τῆς Κυριακῆς προσευχῆς. Τὸ «ἁγιασθήτω» σημαίνει «δοξασθήτω», κατὰ τὸν ἅγιο Χρυσόστομο.
Δὲν ἔχει ἀσφαλῶς ὁ ἄκτιστος Θεὸς τὴν ἀνάγκη νὰ δοξάζεται ἀπὸ τὰ κτιστά του πλάσματα. Θέλει ὅμως νὰ τὸν δοξάζουμε, γιατὶ αὐτὸ ὠφελεῖ ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους.

π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014


Διάλογος μέ ἕναν ἄπιστο

ΑΠΙΣΤΟΣ: Κοιτάξτε. Κι ἐγώ παραδέχομαι ὅτι ὁ Χριστός ἦταν σπουδαῖος φιλόσοφος καί μεγάλος ἐπαναστάτης, ἀλλά μήν τόν κάνουμε καί Θεό τώρα.
ΓΕΡΟΝΤΑΣ: Ἄχ παιδί μου, ὅλοι οἱ μεγάλοι ἄπιστοι τῆς ἱστορίας ἐκεῖ σκάλωσαν. Τό ψαροκόκκαλο πού τούς κάθισε στό λαιμό καί δέν μποροῦσαν νά τό καταπιοῦν ἦταν αὐτό ἀκριβῶς. Τό ὅτι ὁ Χριστός εἶναι καί Θεός. Ἀλλά ἄν ὁ Χριστός δέν εἶναι Θεός, τότε πρόκειται γιά τήν ἀπαισιωτέρα μορφή τῆς ἱστορίας.
ΑΠ.: Τί εἴπατε;
ΓΕΡ.: Αὐτό πού ἄκουσες. Γιά σκέψου πόσα ἑκατομμύρια ἀνθρώπων θυσίασαν τά πάντα γιά χάρι Του, ἀκόμα κι’ αὐτή τή ζωή τους. Ποιός ἄνθρωπος, ὅσο μεγάλος, ὅσο σπουδαῖος, ὅσο σοφός κι ἄν ἦταν, θά ἄξιζε αὐτή τήν μεγάλη προσφορά καί θυσία; Ποιός; Πές μου. Αὐτός τήν ἄξιζε, γιατί εἶναι Θεός.
ΑΠ.: Καί ποιός μπορεῖ νά τό βεβαιώση αὐτό;
ΓΕΡ.: Σοῦ εἶπα καί προηγουμένως ὅτι τά πειστήρια τῆς Θεότητός Του εἶναι τά ὑπερφυσικά γεγονότα πού συνέβησαν, ὅσον καιρό ἦταν ἐδῶ στήν γῆ. Ἀλλά, πρίν ἀναφερθῶ  σ’ αὐτά, πρέπει νά παραδεχθῆς ὅτι ὁ Χριστός ἔταμε τήν Ἱστορία. Πές μου. Ποιός τόλμησε ποτέ νά εἰσχωρήση στίς ἱερώτερες σχέσεις τῶν ἀνθρώπων καί νά πῆ «ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα ἤ τέκνα ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος, καί ὁ φιλῶν υἱόν ἤ θυγατέρα ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος»;. Τόλμησε ποτέ κανείς νά διεκδικήσει ὑπέρ αὐτοῦ τήν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων πάνω καί ἀπό τήν ἴδια τήν ζωή τους; Κανείς καί πουθενά. Μόνο ἕνας Θεός θά μποροῦσε νά τό κάνη αὐτό. Φαντάζεσαι τόν δικό σας τόν Μάρξ νά ἔλεγε κάτι τέτοιο; Ἤ θά τόν περνοῦσαν γιά τρελλό ἤ δέν θά βρισκόταν κανείς νά τόν ἀκολουθήση.
Πές μου ἀκόμη. Ποιός τόλμησε ποτέ νά πῆ ὅτι «ΕΓΩ εἶμαι ἡ ἀλήθεια καί ΕΓΩ εἶμαι ἡ ζωή;» Καί δέν ἠρκέσθη μόνον νά πῆ αὐτά πού εἶπε, ἀλλά ἐπεκύρωσε τούς λόγους Του μέ πλῆθος θαυμάτων: Ἔκανε τυφλούς νά βλέπουν, παράλυτους νά περπατοῦν, ἔθρεψε μέ δύο ψάρια καί πέντε ψωμιά πέντε χιλιάδες ἄνδρες καί πολλαπλάσιες γυναῖκες καί παιδιά, διέτασσε τά στοιχεῖα τῆς φύσεως καί αὐτά ὑπήκουαν, ἀνέστησε νεκρούς, ὅπως τόν Λάζαρο, πού ἤδη εἶχε ἀρχίσει νά μυρίζη. Μείζων δέ πάντων τῶν γεγονότων τούτων, ἡ Ἀνάστασίς Του. Ὅλο τό οἰκοδόμημα τοῦ Χριστιανισμοῦ στηρίζεται στό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτό δέν τό λέω ἐγώ. Τό λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Εἰ Χριστός οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ἡμῶν». Ἄν ὁ Χριστός δέν ἀναστήθηκε, ὅλα καταρρέουν. Ὁ Χριστός ὅμως ἀνέστη, πού σημαίνει ὅτι εἶναι Κύριος της Ζωῆς καί τοῦ Θανάτου, ἄρα Θεός.
ΑΠ.: Ἐσεῖς τά εἴδατε ὅλα αὐτά; Πῶς τά πιστεύτετε;
ΓΕΡ.: Ὄχι, ἐγώ δέν τά εἶδα. Ἀλλ’ αὐτοί πού τά εἶδαν, δηλαδή οἱ Ἀπόστολοι, τά ἐβεβαίωσαν καί προσυπέγραψαν αὐτήν τήν μαρτυρία τους μέ τό αἷμα τους. Ἡ μαρτυρία τῆς θυσίας τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ὕψιστη μαρτυρία. Φέρε μου καί σύ κάποιον, πού νά μοῦ πῆ ὅτι ὁ Μάρξ πέθανε καί ἀνέστη καί νά πεθάνη γι’ αὐτό πού λέει καί ἐγώ θά τόν πιστέψω, ὡς τίμιος ἄνθρωπος.

ΑΠ.: Νά σᾶς πῶ. Χιλιάδες μαρξιστές βασανίσθηκαν καί πέθαναν γιά τήν ἰδεολογία τους. Γιατί δέν ἀσπάζεσθε καί σεῖς τόν μαρξισμό;
ΓΕΡ.: Τό εἶπες καί μόνος σου. Οἱ μαρξιστές πέθαναν γιά τήν ἰδεολογία τους. Δέν πέθαναν γιά γεγονότα. Σέ μία ἰδεολογία ὅμως εἶναι πολύ εὔκολο νά ὑπεισέλθη πλάνη. Ἐπειδή δέ εἶναι ἴδιον της ἀνθρώπινης ψυχῆς νά θυσιάζεται γιά κάτι πού πιστεύει, ἐξηγεῖται γιατί πολλοί μαρξιστές πέθαναν γιά τήν ἰδεολογία τους. Αὐτό δέν μᾶς ὑποχρεώνει νά τήν δεχθοῦμε σάν σωστή. Ἄλλο νά πεθαίνης γιά ἰδέες καί ἄλλο νά πεθαίνης γιά γεγονότα.
Οἱ Ἀπόστολοι ὅμως δέν πέθαναν γιά ἰδέες. Οὔτε γιά τό «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους», οὔτε γιά τίς ἄλλες ἠθικές διδασκαλίες τοῦ Χριστιανισμοῦ. Οἱ Ἀπόστολοι πέθαναν μαρτυροῦντες ὑπερφυσικά γεγονότα. Καί ὅταν λέμε γεγονός, ἐννοοῦμε ὅ,τι ὑποπίπτει στίς αἰσθήσεις μας καί γίνεται ἀντιληπτό ἀπ’ αὐτές. Οἱ Ἀπόστολοι ἐμαρτύρησαν «δι’ ἅ ἀκηκόασι καί ἐθεάσαντο καί αἱ χεῖρες αὐτῶν ἐψηλάφησαν». Καί ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης αὐτό ἀκριβῶς λέγει: «ὁ ἐωρακώς μεμαρτύρηκε», δηλαδή ἐγώ ὁ ἴδιος πού γράφω αὐτά, ἐγώ ὁ ἴδιος εἶδα τόν ἑκατόνταρχο νά λογχίζη τήν πλευράν Του καί νά ἐξέρχεται αἷμα καί νερό ἀπό αὐτήν.
Ὁ Πασκάλ κάμνει ἕναν πολύ ὡραῖο συλλογισμό. Λέγει, λοιπόν, ὅτι μέ τούς Ἀποστόλους συνέβη ἕν ἐκ τῶν τριῶν: Ἤ ἠπατήθησαν ἤ μᾶς ἐξηπάτησαν ἤ μᾶς εἶπαν τήν ἀλήθεια. Ἄς πάρουμε τήν πρώτη ἐκδοχή. Δέν εἶναι δυνατόν νά ἠπατήθησαν οἱ Ἀπόστολοι, διότι δέν τά ἔμαθαν ἀπό ἄλλους. Αὐτοί οἱ ἴδιοι ἦσαν αὐτήκοοι καί αὐτόπται μάρτυρες τῶν θαυμάτων τοῦ Χριστοῦ. Ἡ δεύτερη ἐκδοχή. Μήπως μᾶς ἐξηπάτησαν; Μήπως μᾶς εἶπαν ψέμματα; Ἀλλά γιατί νά μᾶς ἐξαπατήσουν; Τί θά κέρδιζαν λέγοντας ἕνα τέτοιο ψέμμα; Μήπως χρήματα; Μήπως ἀξιώματα; Μήπως δόξα; Γιά νά πῆ κάποιος ἕνα ψέμμα, περιμένει κάποιο ὄφελος. Ἀντιθέτως οἱ Ἀπόστολοι κηρύσσοντες Χριστόν καί τοῦτον ἐσταυρωμένον καί ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν, τά μόνα πού ἐξησφάλισαν ἦσαν ταλαιπωρίες, κόπους, μαστιγώσεις, λιθοβολισμούς, ναυάγια, πείνα, δίψα, γυμνότητα, κινδύνους ἀπό ληστές, ραβδισμούς, φυλακίσεις καί τέλος τόν θάνατον. Κι’ ὅλα αὐτά γιά ἕνα ψέμμα;
Καί κάτι ἄλλο. Τί ἦσαν οἱ Ἀπόστολοι πρίν τούς καλέσει ὁ Χριστός; Μήπως ἦσαν φιλόδοξοι πολιτικοί ἤ ὁραματιστές φιλοσοφικῶν καί κοινωνικῶν συστημάτων, πού περίμεναν τήν εὐκαιρία νά κατακτήσουν τήν ἀνθρωπότητα καί νά ἱκανοποιήσουν ἔτσι τήν φιλοδοξία τους; Κάθε ἄλλο. Ἀγράμματοι ψαράδες ἦσαν καί τό μόνο πού τούς ἐνδιέφερε ἦταν νά πιάσουν κανένα ψάρι, γιά νά θρέψουν τίς οἰκογένειές τους. Γι’ αὐτό καί μετά τήν σταύρωση τοῦ Κυρίου, παρά τά ὅσα εἶχαν ἀκούσει καί ἰδῆ, ἐπέστρεψαν στά πλοιάριά τους καί στά δίκτυα τους. Δέν ὑπῆρχε σ’ αὐτούς οὔτε ἴχνος προδιαθέσεως γιά ὅσα ἀργότερα ἐπρόκειτο νά γίνουν. Καί μόνον μετά τήν Πεντηκοστή, «ὅτε ἔλαβον δύναμιν ἐξ ὕψους», ἔγιναν οἱ δάσκαλοι τῆς οἰκουμένης. Ἄρα δέν εἶχαν λόγο νά μᾶς ἐξαπατήσουν οἱ Ἀπόστολοι. Μένει ἑπομένως ἡ τρίτη ἐκδοχή. Ὅτι μᾶς εἶπαν τήν ἀλήθεια.
Γέρων Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Τετράδιο 147 * Ἰούνιος 2012

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014


Ὁ φοῦρνος τοῦ Χότζα
—  Γέροντα, ἀφο ο αμβικοί κανόνες εναι δύσκολοι καί δέν εναι κατανοητοί στόν κόσμο, γιατί κκλησία τούς διατηρε καί δέν κρατάει μόνο τούς πεζούς;
—  Ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά ἀλλάζη σάν τόν φοῦρνο τοῦ Χότζα ἤ σάν τούς ἀνεμόμυλους καί νά γυρίζη κάθε φορά κατά πού φυσάει ὁ ἄνεμος. Ὀφείλει νά κρατήση ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τούς ἀνεκτίμητους θησαυρούς πού παρέλαβε μέσα στήν λατρεία της. Δέν πρέπει νά τούς ἀπεμπολήση. Σήμερα καταργοῦμε τούς ἰαμβικούς κανόνες ἐπειδή δέν τούς καταλαβαίνουμε. Αὔριο τούς πεζούς. Μεθαύριο θά πετάξουμε καί τούς αἴνους. Διότι σέ λίγα χρόνια, μέ τήν γλώσσα πού διδάσκεται σήμερα στά σχολεῖα, δέν θά εἶναι κατανοητοί οὔτε οἱ αἶνοι, πού εἶναι ἁπλούστερα τροπάρια.
Μέ τήν ἴδια λογική, λοιπόν, θά καταργήσουμε καί τήν ὑπόλοιπη λατρεία τῆς Ἐκκλησίας. Καί τότε τί θά βάλουμε στή θέσι αὐτῶν; Ἀντί νά λέμε: «Τάς κεφαλάς ἡμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνωμεν», θά λέμε: «Σκύψτε στόν ἀφέντη τίς κοῦτρες σας»; Ἤ «Σκύψτε στόν ἀφέντη τά κεφάλια σας»; Τί εἴδους λατρεία θά γίνη, ἄν τή γράψουμε στή δημοτική;
—  Εἶναι λοιπόν καλύτερο νά πηγαίνουμε στήν Ἐκκλησία καί νά μή καταλαβαίνουμε τί λέει ὁ ἱερεύς ἤ ὁ ψάλτης;
—  Αὐτά εἶναι προφάσεις. Ὑπάρχουν ἀρκετές ἀξιόλογες ἑρμηνευτικές ἐργασίες, τίς ὁποῖες ὁ ἐνδιαφερόμενος πιστός μπορεῖ νά ἔχη στό σπίτι του καί νά τίς διαβάζη. Ὑπάρχουν βιβλία, πού μέ ὄμορφο καί ἁπλό τρόπο μιλοῦν γιά τά Μυστήρια: τήν Θεία Εὐχαριστία, τό Βάπτισμα κ.λπ. Τόσες ὧρες χάνουμε χαζεύοντας στήν τηλεόρασι, ἤ ξεφυλλίζοντας περιοδικά καί ἐφημερίδες. Ἄς ἀφιερώσουμε, λοιπόν, ὄχι πολύ, ἀλλά μία ὥρα κάθε ἑβδομάδα, τό βράδυ π.χ. τοῦ Σαββάτου, νά διαβάσουμε τά βιβλία τά ὁποῖα ἑρμηνεύουν τά δύσκολα τουλάχιστον κείμενα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἤ ἀκόμη τόν Ἀπόστολο καί τό Εὐαγγέλιο. Τήν ἄλλη ἡμέρα, πού θά πᾶμε στόν ναό, θά κατανοοῦμε πολλά ἀπό αὐτά πού θά ἀκοῦμε. Ὑπάρχουν ἄλλωστε καί ἱερεῖς πού κάνουν λειτουργικά κηρύγματα. Ἐξηγοῦν τή θεία Λειτουργία, ἐξηγοῦν τά Μυστήρια.
Ἑπομένως μποροῦμε νά ἀναπληρώσουμε τίς ἐλλείψεις μας μέ ἑρμηνευτικές ἐργασίες, μέ ἑρμηνευτικά βιβλία. Ὅσοι θέλουν, μποροῦν νά μάθουν τά τῆς Ἐκκλησίας. Λίγο ἐνδιαφέρον χρειάζεται καί κάποια συνέπεια στή χριστιανική μας ζωή. Γι’ αὐτό βλέπει κανείς ἀνθρώπους ὀλιγογράμματους νά καταλαβαίνουν πάρα πολλά ἀπ' ὅσα τελοῦνται, νά ἀπολαμβάνουν κυριολεκτικά τή λατρεία. Ἀλλά δυστυχῶς ὁ περισσότερος κόσμος δέν ἐνδιαφέρεται.
Ἀρχιμ. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος


Τετράδιο 160 * Αὔγουστος 2013