Σάββατο 17 Μαΐου 2014


Εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Δομάν

Δύο τῶν αἰπόλων ἔσπευσαν νὰ φορτώσωσι τὰ ἱερά, ὡς καὶ τὰ καλάθια τῶν ποιμενίδων τὰ περικλείοντα ἑορτάσιμά τινα ἐφόδια, εἰς πέντε ἢ ἓξ ὀνάρια, ὁ ἱερεὺς ἐπέβη εἰς τὸ ἕβδομον, καὶ οἱ ἄλλοι πεζοί, οἱ μὲν κρατοῦντες τὰς λαμπάδας των ἀναμμένας, μὲ τὴν ἀριστεράν, προσπαθοῦντες, μὲ τὴν δεξιάν, νὰ σκεπάσωσι τὴν λαμπὴν ἀπὸ τῆς πνοῆς τῆς ἀπογείου αὔρας, οἱ δὲ ἀνάψαντες μικρὰ φαναράκια, χρήσιμα εἰς τοὺς αἰπόλους διὰ τοὺς νυκτερινοὺς ἐπαυλισμοὺς καὶ τοὺς ἀμολγοὺς τῶν αἰγῶν των, ἐξεκίνησαν κατερχόμενοι πρὸς βορρᾶν, εἶτα ἐστράφησαν ἀνατολικώτερον, βαίνοντες διὰ κακοτοπιᾶς ἐφ᾽ ἧς δὲν θ᾽ ἀντεῖχον ἄλλοι πόδες παρὰ τοὺς ἰδικούς των, ἐλαφρὰ πατοῦντες μὲ τὰ τσαρούχια τὰ περιβάλλοντα τοὺς εὐκινήτους πόδας των, βιάζοντες τὰ γαϊδουράκια νὰ τρέχωσι, σύροντες μᾶλλον αὐτὰ εἰς τὸν δρόμον, τοποθετούμενοι ἐξ ἀριστερῶν ὡς ἔμψυχα δίκρανα, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν φορτωμένων ὑποζυγίων εἰς τὰ κρημνωδέστερα μέρη.

Δύο ἢ τρεῖς αὐτῶν, μὲ τὰς κάπας των, ἤρχοντο τελευταῖοι, μετὰ συριγμῶν καὶ ἀκατανοήτων μονοσυλλάβων, ἄγοντες τὰ αἰπόλιά των, μὲ τὰ μικρὰ ἐρίφια διὰ χαριεστάτων σκιρτημάτων τρέχοντα παρὰ τὰς μητέρας των, βελάζοντα ἐρωτηματικῶς, εἰς ἃ αἱ αἶγες ἀπήντων ἀορίστως, μὴ ἔχουσαι πῶς νὰ ἐξηγήσωσι τὴν ἀσυνήθη νυκτοπορίαν.

Ἡ σελήνη εἶχεν ἀνατείλει πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, καὶ ὁ δίσκος της, ὑπέρυθρος ὀλίγον, πότε ἐφαίνετο ὄπισθεν τῶν κορυφῶν ὑψηλῶν δένδρων, πότε ἐκρύπτετο, κατὰ τοὺς ἑλιγμοὺς τῆς πορείας, ὄπισθεν τοῦ βουνοῦ. Καὶ οἱ θάμνοι ἐσείοντο πανταχοῦ ὅθεν διέβαινεν ἡ πομπή, καὶ τὰ ἔντομα ἐξεγείροντο παράωρα ἐκ τοῦ ὕπνου των, καί τινα μυιγάρια ἐξορμῶντα ἐπέτων φαιδρῶς περὶ τὰς ἀνημμένας λαμπάδας, ὑποβοΐζοντα, καίοντα τὰς μικκύλας πτέρυγάς των ἢ καταστρέφοντα μετὰ τελευταίου βόμβου τὴν ἐφήμερον ὕπαρξίν των εἰς τὴν πρόσψαυσιν τῆς φλογός. Καὶ τὰ νυκτοπούλια ἔφευγον φοβισμένα ἀπὸ σχοῖνον εἰς κόμαρον, ἀπὸ αἱμασιὰν εἰς δένδρον, προσθέτοντα τὸν ἐλαφρὸν θροῦν τῶν πτερύγων των εἰς τὸ ἁβρὸν ἐναρμόνιον φύσημα τῆς αὔρας τῆς ὀρθρίας. 

Καὶ ἡ ἀγραμπελιὰ ἡ χιονανθής, ἡ λευκάζουσα καὶ μυροβολοῦσα εἰς τοὺς φράκτας, λευχείμων μυροφόρος ἑορτάζουσα τὴν Ἀνάστασιν, καὶ ὁ κισσὸς καὶ τὸ ἁγιόκλημα, πλόκαμοι τῆς Ἀνοίξεως ἐξαπλούσης τὴν μυροβόλον κόμην της ἀνὰ τοὺς ἀγρούς, διέχυνον ζωηροτέραν ἐν τῇ νυκτὶ τὴν εὐωδίαν των εἰς τὸν ἀέρα. 

Καὶ ἡ ἀργυρᾶ ἀμμόκονις τῶν ἄστρων ὠλιγόστευεν ἐπάνω, καθ᾽ ὅσον ὑψοῦτο ἡ σελήνη, καὶ ἡ ἀηδὼν ἠκούετο μινυρίζουσα βαθιὰ εἰς τὸν μυχὸν τοῦ δάσους, καὶ ὁ γκιώνης μὴ δυνάμενος νὰ διαγωνισθῇ πρὸς τὴν λιγυρὰν ἀδελφήν του, ἔπαυσε πρὸς καιρὸν τὸ θρηνῶδες ᾆσμά του.

Εἶχαν κατέλθει ἤδη πολὺ βαθιά, κάτω εἰς τὸ ρεῦμα, καὶ ἀντικρύ των ἔβλεπον μακρὰν τὸ πέλαγος, κυανῆν ὀθόνην, ἀμυδρῶς ἐπαργυρουμένην ἀπὸ τὰς ἀκτῖνας  τῆς  σελήνης.

Ἠκούσθη δὲ μετ᾽ ὀλίγον βαθὺς παφλασμὸς ὡς χειμάρρου καταφερομένου μετὰ δούπου ἀπὸ τῶν βράχων, κρότος συνεχής, ἰσχυρός, μονότονος. Ἦτο τὸ ρεῦμα τῆς Παναγίας τῆς Δομάν, ἀπὸ τῶν ὑδάτων τοῦ ὁποίου εἴκοσι νερόμυλοι ὑδρεύοντο τὸ πάλαι καὶ πολλαὶ ἑκατοντάδες στρέμματα κήπων μὲ κλιμακωτὰς αἱμασιὰς ἐπιαίνοντο ἀπὸ τὸ δροσερὸν νᾶμά του. Ἐκεῖ ἀντικρύ, προέκυπτεν ἐπ᾽ ἄκρας τῆς θαλάσσης τὸ παλαιὸν φρούριον, τὸ ὁποῖον ἦτό ποτε κατοικία ἀνθρώπων, πρὶν γίνῃ γλαυκῶν φωλεὰ καὶ λάρων ὁρμητήριον. Εἰς τὸ ἀκένωτον ρεῦμα τῆς Παναγίας τῆς Δομὰν ὠφείλετο ἡ εὐδοκίμησις πάσης φυτείας καὶ πάσης βλαστήσεως κατὰ τοὺς παλαιοὺς ἐκείνους χρόνους.

Ἦτο ἤδη ὣς δύο μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ὅταν ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς καὶ οἱ αἰπόλοι του ἔφθασαν εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Δομάν. Τὸ μικρὸν ἐξωκκλήσιον ἦτο κτισμένον ὑπὸ συστάδα πελωρίων δένδρων, περιβαλλόμενον γραφικῶς ὑπ᾽ αὐτῶν, σκεπαζόμενον φιλοστόργως ἀπὸ τοὺς κλῶνάς των. Ὁ ναΐσκος ἦτο πενιχρός, ἀλλὰ διετηρεῖτο καὶ ἦτο λειτουργήσιμος.

Ἦτο δὲ ἓν τῶν ὀλίγων ναϊδίων, ὅσα ἐσώζοντο ὄρθια ἀπὸ τῆς παλαιᾶς ἐποχῆς. Γείτονες αὐτοῦ, χαμηλότερα πρὸς τὴν θάλασσαν, ἦσαν τὸ πάλαι, ἐντὸς τῆς κοιλάδος τῆς συνεχομένης μεταξὺ δύο ἀκτῶν, πάμπολλοι ναΐσκοι ἕως τέσσαρες δωδεκάδες. Οἱ πλεῖστοι ἦσαν σήμερον ἐρείπια. Ἡ Παναγία τοῦ Δομάν, ἁπλῆ ἀναπαράστασις τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς τοῦ Βυζαντίου καὶ περιβαλλομένη ὡς μὲ στέφανον ἀπὸ τὸν ἀειθαλῆ κόσμον τῶν πελωρίων δένδρων της, ἵστατο ἀκόμη ὀρθή, κ᾽ ἐφαίνετο λέγουσα πρὸς τοὺς ἀδελφούς της, ὅσοι εἶχαν γονατίσει, καταβληθέντες ἀπὸ τὸν κάματον τῆς διὰ τόσων αἰώνων πορείας: «Παρηγορηθῆτε, σᾶς ἀντιπροσωπεύω ἐγώ!»

Ἡ εὐσεβὴς τάσις τοῦ λαοῦ, ζητοῦντος, διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἐξωκκλησίων ἀνὰ τὰ ὄρη καὶ τὰς κοιλάδας, νὰ παρηγορηθῇ διὰ τὴν στέρησιν τῶν τόσων τὸ πάλαι ἱερῶν καὶ βωμῶν του, λησμονοῦντος τοὺς παλαιοὺς θεούς του χάριν τῶν νέων ἁγίων του, κατίσχυσε τῆς αὐστηροτέρας καὶ δογματικωτέρας θεωρίας, καθ᾽ ἣν ἀπηγορεύοντο εἰς τοὺς χριστιανοὺς οἱ ἀγροτικοί ναοί. Ἀκριβέστεροι δέ τινες ἑρμηνεῖς τοῦ γράμματος, ἱερομόναχοι καὶ ἀσκητικοὶ ἄνδρες, ἠρνοῦντο καὶ νὰ λειτουργῶσιν εἰς ἐξωκκλήσια.

Ἀλλὰ τὸ αἴσθημα εἶναι ἀνώτερον τῆς θεωρίας, καὶ ὁ λαός, δουλεύων, τυραννούμενος, πενόμενος, ἀγροδίαιτος, διασπειρόμενος κατὰ κώμας καὶ χωρία, μὴ ἔχων πόρους νὰ κτίσῃ μεγάλας καὶ λαμπρὰς ἐκκλησίας, ἔκτισε πολλὰς καὶ πενιχράς. Ὁ δὲ Σωτήρ, συγκαταβατικώτερος τῶν ἐπισήμων ἐπὶ γῆς διερμηνευτῶν του, «μνημονεύων τῶν ἐπὶ γῆς διατριβῶν», καθὼς εἶπεν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἐνθυμούμενος τὴν πενιχρὰν προσφορὰν τῆς χήρας, ἐδέχετο καὶ τοῦ πένητος λαοῦ του τὸν εὐσεβῆ φόρον, καθὼς ἐδέχθη ἐκείνης τὰ δύο λεπτά.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τετράδιο 145 * Ἀπρίλιος 2012

Παρασκευή 16 Μαΐου 2014


Ἐκκλησία καί θρησκεία
Ἡ ἀγάπη δέν μπαίνει μέσα στά καλούπια τῆς λογικῆς. Ἡ ἀγάπη εἶναι πάνω ἀπό τήν λογική. Ἔτσι εἶναι καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὑπερβαίνει τήν λογική τῶν ἀνθρώπων. Γι’ αὐτό τόν λόγο δέν μποροῦμε νά κρίνουμε μέ λογικά κριτήρια τούς ἀνθρώπους πού ἀγαποῦν τόν Θεό. Γι’ αὐτό τόν λόγο οἱ ἅγιοι κινοῦνταν μέ μιά δική τους λογική. Εἶχαν μιάν ἄλλη λογική, ὄχι τήν λογική τῶν ἀνθρώπων. Γιατί ἡ λογική ἡ δική τους ἦταν ἡ λογική τῆς ἀγάπης. Καί ἡ Ἐκκλησία δέν μᾶς μαθαίνει νά γίνουμε καλοί ἄνθρωποι, ὄχι, αὐτό εἶναι φυσικό, πρέπει νά γίνουμε, ἄν δέν γίνουμε καλοί ἄνθρωποι τί κάμαμε; Αὐτά εἶναι τοῦ νηπιαγωγείου πράγματα. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς μαθαίνει νά ἀγαποῦμε τόν Χριστό, δηλαδή νά ἀγαποῦμε αὐτό τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Μέσα στήν Ἐκκλησία ἀναπτύσσεται μία σχέση. Προσωπική σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Χριστό, ὄχι μέ τήν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ὄχι μέ τό Εὐαγγέλιο. Τό Εὐαγγέλιο εἶναι κάτι πού μᾶς βοηθᾶ νά φτάσουμε στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν φτάσουμε στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ δέν χρειάζεται τό Εὐαγγέλιο. Δέν χρειάζεται, τίποτα δέν χρειάζεται. Αὐτά σταματοῦν ὅλα. Μένει μόνο ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό. Αὐτή εἶναι ἡ διαφορά τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν θρησκεία.
Ἡ θρησκεία σέ μαθαίνει νά κάνεις τά καθήκοντά σου, ἔτσι ὅπως ἦταν οἱ εἰδωλολάτρες. Ἕνα παράδειγμα: ἐπήγαμε στά προσκυνήματα, ἐπροσκυνήσαμε, ἐβάλαμε τά λεφτά μας στό κουτί, ἀφήσαμε τίς λαμπάδες μας, τά λάδια μας, τίς παρακλήσεις μας, τά ὀνόματά μας, τά πρόσφορά μας, τά πάντα. Αὐτά εἶναι θρησκευτικά καθήκοντα. Ἀλλά ἡ καρδιά μας δέν ἄλλαξε καθόλου. Τέλειωσε ἡ ὥρα τοῦ καθήκοντος, εἴμαστε τό ἴδιο ὅπως προηγουμένως. Ἕτοιμοι νά ἐπιτεθοῦμε στόν ἄλλο, ἕτοιμοι νά διαμαρτυρηθοῦμε ἐναντίον τοῦ ἄλλου, ἕτοιμοι νά ΄μαστε ξινισμένοι πάλι ὅπως προηγουμένως. Δέν ἀλλάζει ἡ καρδιά μας. Δέν ἀποκτοῦμε τήν σχέση μέ τόν Χριστό. Γιατί ἁπλῶς ἀρκούμαστε στά καθήκοντα, στά θρησκευτικά καθήκοντα.
Καί αὐτοί οἱ ἄνθρωποι νά ξέρετε, αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, οἱ θρῆσκοι ἄνθρωποι εἶναι τό πιό ἐπικίνδυνο εἶδος μέσα στήν Ἐκκλησία. Αὐτοί οἱ θρῆσκοι ἄνθρωποι εἶναι ἐπικίνδυνοι. Ὁ Θεός νά μᾶς φυλάει ἀπ' αὐτούς. Ἔλεγε ἕνας ἁγιορείτης ὅταν ἔκαμνα μιά φορά λειτουργία καί λέγαμε «Κύριε σῶσον τούς εὐσεβεῖς», λέει ἀστειευόμενος «Κύριε σῶσον ἡμᾶς ἀπό τούς εὐσεβεῖς» δηλαδή ὁ Θεός νά σέ φυλάει ἀπό τούς θρήσκους ἀνθρώπους, διότι θρῆσκος ἄνθρωπος σημαίνει μιά προσωπικότης διεστραμμένη ἡ ὁποία οὐδέποτε εἶχε προσωπική σχέση μέ τόν Θεό. Ἁπλῶς μόνον κάμνει τά καθήκοντά της ἀπέναντί Του, ἀλλά καμιά σοβαρή σχέση δέν εἶχε, γι’ αὐτό καί ὁ Θεός δέν λέει σ΄ αὐτόν τόν ἄνθρωπο τίποτε. Καί σᾶς ὁμολογῶ καί ἐγώ ἀπό τήν πεῖρα μου ὅτι δέν εἶδα χειρότερους ἐχθρούς τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τούς θρήσκους ἀνθρώπους.

Πῶς εἶναι δυνατό νά προσεύχεσαι καί νά εἶσαι γεμάτος χολή ἐναντίον τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου; Πῶς εἶναι δυνατό νά διαβάζεις τό Εὐαγγέλιο καί νά μήν δέχεσαι τόν ἀδελφό σου; Πῶς εἶναι δυνατό νά λές ἔχω τόσα χρόνια στήν Ἐκκλησία, ἔχω τόσα χρόνια πού εἶμαι μοναχός, κληρικός ἤ ὁ,τιδήποτε, καί ὅμως μέ τό νά μήν δέχεσαι τό ἄλφα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, πού εἶναι ἡ ἀγάπη, πού εἶναι τό νά ὑπομένεις τόν ἀδελφό σου, νά κάνεις λίγο ὑπομονή, σημαίνει ὅτι τίποτα δέν ἔκαμες. Ἀπολύτως τίποτα. Ἐδῶ ὁ Χριστός ἔφτασε στό σημεῖο νά πεῖ γιά τίς παρθένες ἐκεῖνες ὅτι δέν εἶχε καμιά σχέση μαζί τους. Τίς πέταξε ἔξω ἀπό τόν νυμφώνα παρόλο πού εἶχαν ὅλες τίς ἀρετές, γιατί δέν εἶχαν τήν ἀγάπη. Διότι ἤθελε νά τούς πεῖ ὅτι, μπορεῖ νά ἔχετε ἀρετές ἐξωτερικές, μπορεῖ νά μείνατε παρθένες, μπορεῖ νά κάματε χίλια πράγματα, ἀλλά δέν κατορθώσατε αὐτό πού εἶχε σημασία. Ἐάν αὐτό δέν τό καταφέρεις, τί τά θέλεις τά ἄλλα ὅλα;
Τί τό θέλω ἐγώ τώρα ἄν τρώω λάδι σήμερα ἤ δέν τρώω λάδι; Μπορεῖ νά μήν τρώω λάδι, ἄς ποῦμε, καί νά τρώω τόν ἀδελφό μου ἀπό τό πρωί ὡς τή νύχτα. Ἔλεγαν στό Ἅγιο Ὄρος:  μήν ρωτᾶς ἄν τρώω ψάρι. Τόν ψαρά νά μήν φάεις καί ψάρι φάε. Ἤ τόν λαδά νά μήν φάεις καί φάε μιά σταξιά λάδι. Τό νά φάεις τόν ἄλλον μέ τή γλώσσα εἶναι πολύ χειρότερο ἀπό τό νά φᾶς μιά κουταλιά λάδι. Καί ὅμως στέκομε ἐκεῖ. Τρῶμε λάδι, δέν τρῶμε λάδι, τρῶμε ψάρι, δέν τρῶμε ψάρι. Καί μπορεῖ νά τσακωθοῦμε, νά σκοτωθοῦμε μέ τόν ἄλλον ἄνθρωπο γιατί ἐβούτηξε τό κουτάλι προηγουμένως σέ ἕνα ἄλλο φαΐ. Καταλαβαίνετε πόσο γελοία εἶναι ἐτοῦτα τά πράγματα καί μᾶς κοροϊδεύουν καί οἱ δαίμονες ἀλλά καί οἱ ἄνθρωποι πού εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας. Καί ὅταν μπαίνουν κοντά μας ἀντί νά βλέπουν τούς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας μεταμορφωμένους σέ Χριστό Ἰησοῦ, νά 'ναι γλυκεῖς ἄνθρωποι καί νά 'ναι ὥριμοι ἄνθρωποι, ἰσορροπημένοι, ὁλοκληρωμένοι ἄνθρωποι, ἄνθρωποι γεμάτοι ἁρμονία μέσα τους, μᾶς βλέπουν δυστυχῶς μέ ὅλα αὐτά τά πάθη μας καί ὅλες ἐκεῖνες τίς ξινίλες μας καί λένε: Ἔ, νά γίνω ἔτσι; Καλύτερα νά μοῦ λείπει.
Ἔλεγε ὁ γέρων Παΐσιος, ὅταν τόν ρωτοῦσα, Γέροντα, πόσα χρόνια ἔχεις ἐσύ στό Ἅγιο Ὄρος: «Ἐγώ ἦρθα τήν ἴδια χρονιά πού ἦρθε τό μουλάρι τοῦ γείτονα». Ὁ γείτονάς του, ὁ γερο-Ζῆτος, εἶχε ἕνα μουλάρι καί, ξέρετε, στό Ἅγιο Ὄρος κάθε κελί ἔχει καί ἕνα ζῶο, ἕνα μουλάρι, πού κουβαλοῦν τά πράγματά τους. Τό ζῶο αὐτό ζεῖ πολλά χρόνια, δέν ἀγοράζεις κάθε μέρα μουλάρια, εἶναι ἀκριβά. «Τή χρονιά πού ἦρθα ἐγώ», λέει, «στό Ἅγιο Ὄρος, ἀγόρασε καί ὁ γείτονας τό μουλάρι του. Ἔχομε τά ἴδια χρόνια στό Ἅγιο Ὄρος, ἀλλά τό καημένο ἐκεῖνο ἔμεινε μουλάρι καί ἐγώ τό ἴδιο ἔμεινα. Δέν ἄλλαξα».
Λοιπόν, λέμε πολλές φορές, καί τά λέμε ἐμεῖς οἱ παπάδες καί οἱ καλόγεροι αὐτά τά πράγματα, ἔχω σαράντα χρόνια στό μοναστήρι. Μά τά χρόνια εἶναι εἰς βάρος σου. Ὁ Θεός θά σοῦ πεῖ: Σαράντα χρόνια καί ἀκόμα δέν κατάφερες νά γίνεις τίποτα; Ἔχεις σαράντα χρόνια καί ἀκόμα θυμώνεις, ἀκόμα κατακρίνεις, ἀκόμα ἀντιλογεῖς, ἀκόμα δέν ὑποτάσσεσαι;  Ἔχεις σαράντα χρόνια καί δέν ἔμαθες τό ἄλφα, τό πρῶτο πράγμα τῆς μοναχικῆς ζωῆς, τῆς χριστιανικῆς ζωῆς; Τί νά κάμω τά χρόνια σου; Τί νά σέ κάμω ἄν ἔχεις πενήντα χρόνια καί δέν μπορεῖς νά ἀπαντήσεις στόν ἄλλον μέ ἕναν καλό σου λόγο;
Μητροπολίτης Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος

Τετράδιο 107 * Νοέμβριος 2008

Πέμπτη 15 Μαΐου 2014


Ἡ Παναγία ἡ Γλυκοφιλοῦσα
Ἐπάνω εἰς τὸν βράχον ἦτο κτισμένον τὸ παρεκκλήσιον, μαστιζόμενον ἀπὸ θυέλλας καὶ λαίλαπας, λικνιζόμενον ἀπὸ τὸ ἀειτάραχον καὶ πολύρροιβδον κῦμα, ναναριζόμενον ἀπὸ τὰ ᾄσματα τὰ ὁποῖα ὁ ἄνεμος ἔψαλλε δι᾿ αὐτὸ εἰς τοὺς σκληροὺς βράχους καὶ εἰς τὰ ἠχώδη ἄντρα. Οἱ τέσσαρες τοῖχοι ἵσταντο ἀκόμη ἀρραγεῖς, πετροθεμελιωμένοι, σῴζοντες μικρὸν ἐπίχρισμα ἀπὸ παλαιοῦ καιροῦ περὶ τὴν μεσημβρινοδυτικὴν γωνίαν, χορταριασμένοι καὶ μαυροπράσινοι περὶ τὴν βορειανατολικήν. Ἡ στέγη, φέρουσα ἀκόμη ὀλίγας κεράμους καὶ πλάκας, ἐστηρίζετο ἐπὶ δοκοῦ μὲ πολλὰς ἀκτῖνας ἐκ σκληρᾶς καστανέας.
Ὁλόγυρα εἰς τοὺς τοίχους, ὑψηλὰ ἄνω τῶν ὑπερθύρων καὶ ὑπὸ τὰ γεῖσα τῆς στέγης, ὡραία μικρὰ πινάκια παλαιῶν χρόνων ἦσαν ἐγκολλημένα, σχηματίζοντα μέγαν σταυρὸν ἐπὶ τῆς χιβάδος τοῦ ἱεροῦ Βήματος πρὸς ἀνατολάς, μετὰ ὑποποδίου εἰς σχῆμα ἀνεστραμμένου Τ ἐκ πέντε ἄλλων πινακίων, καὶ ἄλλους δυὸ σταυροὺς δεξιόθεν καὶ ἀριστερόθεν, ὕπερθεν τῶν δυὸ παραθύρων τοῦ χοροῦ, καὶ τέταρτον σταυρὸν ἄνωθεν τῆς φλιᾶς τῆς εἰσόδου, δυσμόθεν. Καὶ τὰ ὡραῖα παλαιὰ πιατάκια ἦσαν ὅλα χρωματιστά, γαλάζια καὶ ὑποπράσινα καὶ κιτρινωπὰ καὶ λευκά, μὲ κλαδάκια καὶ μὲ λούλουδα καὶ μὲ ἀνθρωπάκια καὶ μὲ πουλιά, φιλοκάλως καὶ κομψῶς διατεθειμένα, στίλβοντα εἰς τὸν ἥλιον, χάρμα τῶν ὀφθαλμῶν, κειμήλια ὑψηλὰ κείμενα, στερεὰ βαλμένα εἰς τὰς κόγχας των, ἀφελῆ ἀναθήματα, λείψανα παλαιῶν χρόνων, περισώσματα ἁρπαγῶν καὶ δηώσεων παντοίων.
Καὶ ὁ ἁπλοῦς οὖτος στολισμὸς παρεῖχε μεγάλην χάριν, μεμειγμένην μὲ ἄρρητον τρυφερὸν θέλγητρον, εἰς τὸ μικρὸν βραχοφυτευμένον παρεκκλήσιον, ἐμπνέων εἰς τὸν ἐπισκέπτην μεγάλην ἐπιθυμίαν νὰ διασκελίση τὸ κατώφλιον, νὰ εἰσέλθη εἰς τὸν πενιχρὸν ναΐσκον, ν᾿ ἀνάψη κηρίον, νὰ κάμῃ τὸν σταυρόν του, καὶ ν᾿ ἀσπασθῆ εὐλαβῶς τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσης, τῆς ζωγραφισμένης παρειὰν μὲ παρειὰν μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ ὑπερθέου καὶ ὑπερηγαπημένου Βρέφους της.
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Τετράδιο 107 * Νοέμβριος 2008

Τετάρτη 14 Μαΐου 2014


Ἀπό ποῦ προέρχεται ἡ σημερινή κρίση;
Μέ ρωτᾶς, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, ἀπό ποῦ προέρχεται ἡ σημερινή κρίση, καί τί ση­μαίνει αὐτή. Ποιός εἶμαι ἐγώ γιά νά μέ ρωτᾶς γιά ἕνα τόσο μεγάλο μυστικό; «Μίλα, ὅταν ἔχεις κάτι καλύτερο ἀπό τή σιωπή», λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ὅμως, παρό­λο πού θεωρῶ ὅτι ἡ σιωπή εἶναι τώρα κα­λύτερη ἀπό κάθε ὁμιλία, ὅμως, λόγω ἀγάπης πρός ἐσένα, θά σοῦ ἐκθέσω ἐκεῖνα πού σκέπτομαι περί αὐτοῦ πού ρώτησες.
Ἡ κρίση εἶναι ἑλληνική λέξη, καί σημαί­νει δίκη. Στήν Ἁγία Γραφή αὐτή ἡ λέξη χρησιμοποιεῖται πολλές φορές. Ἔτσι ὁ ψαλ­μωδός λέει: «διά τοῦτο οὐκ ἀναστήσονται ἀσεβεῖς ἐν κρίσει». Σέ ἄλλο μέ­ρος πάλι λέει: «ἔλεος καί κρίσιν ἄσομαί σοι, Κύριε». Ὁ σοφός Σολομώντας γράφει, ὅτι «παρά δέ Κυρίου πάντα τά δίκαια». Ὁ ἴδιος ὁ Σωτή­ρας εἶπε, «ἀλλά τήν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῶ υἱῶ», ἐνῶ λίγο πιό κάτω λέγει πάλι «νῦν κρίσις ἐστί τοῦ κόσμου τού­του». Ὁ ἀπόστολος Πέτρος γράφει «ὅτι ὁ καιρός τοῦ ἄρξασθαι τό κρίμα ἀπό τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ».
Ἀντικατάστησε τή λέξη «κρίση» μέ τή λέξη «δίκη» καί διάβασε: «Διά τοῦτο οὐκ ἀναστήσονται ἀσεβεῖς ἐν δίκη» ἤ «ἀλλά τήν δίκην πᾶσαν δέδωκε τῶ υἱῶ» ἤ «νῦν δίκη ἐστί τοῦ κόσμου τούτου» ἤ ὅτι «ἀποδώσουσι λόγον τῶ ἑτοίμως ἔχοντι δικάσαι ζώντας καί νεκρούς». Ἕως τώρα οἱ εὐρωπαϊκοί λαοί χρησιμο­ποιοῦσαν τήν λέξη «δίκη», ἀντί γιά τή λέ­ξη «κρίση», ὅποτε καά νά τούς ἔβρισκε κά­ποια συμφορά. Τώρα ἡ καινούργια λέξη ἀντικατέστησε τήν παλιά, καί τό κατανοη­τό ἔγινε ἀκατανόητο. Ὅταν γινόταν ξηρα­σία, πλημμύρα, πόλεμος ἤ ἔπεφτε ἐπιδημία, ὅταν ἔριχνε χαλάζι, γίνονταν σεισμοί, πνιγ­μοί καί ἄλλες συμφορές, λέγανε «Θεία δί­κη!».
Καί αὐτό σημαίνει: κρίση μέσα ἀπό ξη­ρασίες, κρίση μέσα ἀπό πλημμύρες, μέσα ἀπό πολέμους, μέσα ἀπό ἐπιδημίες κ.λπ. Καί τή σημερινή χρηματικοοικονομική δυ­σκολία ὁ λαός τήν θεωρεῖ ὡς Θεία δίκη, ὅμως δέν λέει ἡ δίκη ἀλλά ἡ κρίση. Ἔτσι ὥστε ἡ δυσκολία νά πολλαπλασιάζεται μέ τό νά γίνεται ἀκατανόητη! Ἐφόσον ὅσο ὀνομαζόταν μέ τήν κατανοητή λέξη «δίκη», ἦταν γνωστή καί ἡ αἰτία, λόγω τῆς ὁποίας ἦρθε ἡ δυσκολία, ἦταν γνωστός καί ὁ Δι­καστής, ὁ Ὁποῖος ἐπέτρεψε τήν δυσκολία, ἦταν γνωστός καί ὁ σκοπός τῆς ἐπιτρεπό­μενης δυσκολίας.
Μόλις ὅμως χρησιμοποι­ήθηκε ἡ λέξη «κρίση», λέξη ἀκαταλαβίστι­κη σέ ὅλους, κανείς δέν ξέρει πιά νά ἐξη­γήσει οὔτε γιά ποιό λόγο, οὔτε ἀπό Ποιόν, οὔτε ὡς πρός τί. Μόνο σ' αὐτό διαφέρει ἡ τωρινή κρίση ἀπό τίς κρίσεις πού προέρ­χονται ἀπό τήν ξηρασία ἤ τήν πλημμύρα ἤ τόν πόλεμο. ή την επιδημία ή τους πνιγμούς ή κάποιους άλλους πειρασμούς.
Μέ ρωτᾶς γιά τήν αἰτία τῆς τωρινῆς κρί­σης, ἤ τῆς τωρινῆς Θείας δίκης! Ἡ αἰτία εἶναι πάντα ἡ ἴδια. Ἡ αἰτία γιά τίς ξηρασίες, τίς πλημμύρες, τίς ἐπιδημίες καί ἄλλα μαστιγώματα τῆς γενιᾶς τῶν ἀνθρώπων εἶ­ναι ἡ αἰτία καί γιά τήν τωρινή κρίση. Ἡ ἀποστασία τῶν ἀνθρώπων ἀπό τόν Θεό. Μέ τήν ἁμαρτία τῆς Θεο-αποστασίας οἱ ἄνθρω­ποι προκάλεσαν αὐτή τήν κρίση, καί ὁ Θε­ός τήν ἐπέτρεψε, ὥστε νά ξυπνήσει τούς ἀνθρώπους, νά τούς κάνει ἐνσυνείδητους, πνευματικούς καί νά τούς γυρίσει πρός Ἐκεῖνον.
Στίς μοντέρνες ἁμαρτίες, μο­ντέρνα καί ἡ κρίση. Καί ὄντως ὁ Θεός χρη­σιμοποίησε μοντέρνα μέσα ὥστε νά τό συ­νειδητοποιήσουν οἱ μοντέρνοι ἄνθρωποι: χτύπησε τίς τράπεζες, τά χρηματιστήρια, τίς οἰκονομίες, τό συνάλλαγμα τῶν χρημά­των. Ἀνακάτωσε τά τραπέζια στίς συναλ­λαγές σ' ὅλον τόν κόσμο, ὅπως κάποτε στόν ναό τῶν Ἱεροσολύμων. Προξένησε πρωτό­γνωρο πανικό μεταξύ ἐμπόρων καί αὐτῶν πού ἀνταλλάσσουν τό χρῆμα. Προκάλεσε σύγχυση καί φόβο. Ὅλα αὐτά τά ἔκανε γιά νά ξυπνήσουν τά ὑπερήφανα κεφαλάκια τῶν σοφῶν τῆς Εὐρώπης καί τῆς Ἀμερικῆς, γιά νά ἔλθουν εἰς ἑαυτούς καί νά πνευματικοποιηθοῦν. Καί ἀπό τήν ἄνεση καί τό ἀγκυροβόλημα στά λιμάνια τῆς ὑλικῆς σι­γουριᾶς νά θυμηθοῦμε τίς ψυχές μας, νά ἀναγνωρίσουμε τίς ἀνομίες μας καί νά προ­σκυνήσουμε τόν ὕψιστο Θεό, τόν ζωντανό Θεό.
Μέχρι πότε θά διαρκέσει ἡ κρίση; Ὅσο τό πνεῦμα τῶν ἀνθρώπων παραμείνει δίχως ἀλλαγή. Ὥσπου οἱ ὑπερήφανοι ὑπαίτιοι αὐτῆς τῆς κρίσης νά παραιτηθοῦν μπροστά στόν Παντοδύναμο. Ὥσπου οἱ ἄνθρωποι καί οἱ λαοί νά θυμηθοῦν, τήν ἀκαταλαβί­στικη λέξη «κρίση», νά τή μεταφράσουν στή γλώσσα τους, ὥστε μέ ἀναστεναγμό καί με­τάνοια νά φωνάξουν: «ἡ Θεία δίκη»!
Πές καί ἐσύ, τίμιε πατέρα, ἡ Θεία δίκη, ἀντί ἡ κρίση, καί ὅλα θά σοῦ γίνουν ξεκά­θαρα.
Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (+1956)
(Τό κείμενο ἔχει γραφεῖ πρίν 80 χρόνια.  Τότε πού ἡ Ἀμερική καί ὁ κόσμος ὅλος συγκλονιζόταν ἀπό τό οἰκονομικό κράχ τοῦ 1929)


Τετράδιο 108 * Δεκέμβριος 2008

Τρίτη 13 Μαΐου 2014

Πολιτικός γάμος
Μπορεῖ ἕνας ὀρθόδοξος χριστιανός νά κάμει πολιτικό γάμο;
Ἄς ἰδοῦμε πῶς ἀπάντησε στό ἐρώτημα, ἕνας μεγάλος πολιτικός τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, τό 1930:
«… Ἠμπορεῖ κανείς νά εἶναι Χριστιανός καί νά μή θέλῃ νά κάμῃ ἱεροτελεστία, ἀλλά δέν ἠμπορεῖ νά εἶναι ὀρθόδοξος, διότι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεωρεῖ τόν γάμον μυστήριον. Δέν ἠμπορεῖς, κύριε, νά μοῦ λέγῃς ὅτι εἶσαι χριστιανός ὀρθόδοξος, ἐφ’ ὅσον δέν δέχεσαι τά δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Δέν λέγω, ὅτι εἶσαι ὑποχρεωμένος νά κάμῃς δήλωσιν ἐνώπιον τοῦ ληξιάρχου, ὅτι εἶσαι χριστιανός ὀρθόδοξος, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁμολογεῖς σαυτόν ὀρθόδοξον χριστιανόν, ὀφείλεις νά τελέσῃς τό μυστήριον τοῦ γάμου, διότι ἄλλως δέν ἀνήκεις πραγματικῶς εἰς τό ποίμνιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἀλλά νά μή μοῦ λέγῃ κανείς ὅτι θέλει καί ὀρθόδοξος χριστιανός νά εἶναι, ἀλλά νά μή κάμῃ τόν γάμον μέ ἱεροτελεστία…

Ἐνῶ εἶμαι πλήρως σύμφωνος ὑπέρ τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως, λέγω μόνον εἰς τόν πολίτην νά εἶναι καί αὐτός εἰλικρινής. Τοῦ λέγω: Θέλεις τήν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεώς σου; Τήν ἔχεις. Ἀλλά μή μοῦ λέγῃς ὅτι εἶσαι χριστιανός ὀρθόδοξος, ἐφ’ ὅσον δέν ἀναγνωρίζεις καί τά δόγματα καί τά μυστήρια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»!

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014


Ἕνα παράθυρο ἀνοιχτό

  Καθόντουσαν στό σαλόνι ἀπό ὥρα. Ἀμίλητοι.
 Ὁ ἄγγελος διέσχισε τή σιωπή,  κούρνιασε στόν πολυέλαιο καί τούς κοίταζε:  ὅπου κι ἄν τούς ἀκουμποῦσε θά πόναγαν.  Τούς κοίταζε ἐξεταστικά,  σάν χωράφια.  Οὔτε ἕνα τόσο δά μικρό κομματάκι τους 
δέν εἶχαν ἀφήσει ἀφύλαχτο,  νά φυτρώσει κάτι.  Τό δωμάτιο σάν ἔρημο παγόβουνο,  ἔπλεε στό πουθενά.  Ξημέρωνε ὁ καινούργιος χρόνος,  κι ὅλα ἦταν τόσο ἀβάσταχτα παλιά.  
    
Ξαφνικά,  ἐκείνη ἔβαλε τα κλάματα.  Μιά σταγόνα δάκρυ κύλησε στό πάτωμα,  στάθηκε ἀκριβῶς κάτω ἀπ΄ τόν πολυέλαιο.  Σχημάτισε μιά μικρή γουβίτσα νερό πού ἔγινε κάτοπτρο.  Πῆρε τήν ἀντανάκλαση ἀπʹ τά λευκά, στιλπνά φτερά 
τοῦ ἀγγέλου καί τή σκόρπισε στό δωμάτιο.  Οἱ τοῖχοι γέμισαν φωτοσκιάσεις,  γράμματα.  Μιά λαμπερή προσευχή ἔνωνε τώρα τίς σπασμένες λέξεις,  τίς σταματημένες χειρονομίες ἀγάπης,  
τά θαμπά,  κουρασμένα βλέμματα.   
Στό δωμάτιο φύσηξε ἕνα ἀεράκι κι ὅλα μετακινήθηκαν 
στιγμιαῖα καί ἀπαλά σάν νά ʹχε ἀλλάξει ἡ ὀπτική γωνία.   

Ἔτσι φεύγουν οἱ ἄγγελοι.  Ἀφήνουν πάντα ἕνα παράθυρο ἀνοιχτό.  


Ὄλια Λαζαρίδου 

Τετράδιο 108 * Δεκέμβριος 2008

Κυριακή 11 Μαΐου 2014


Θερινὸ Ἡλιοστάσι

Ἡ λεῦκα στὸ μικρὸ περιβόλι
ἡ ἀνάσα της μετρᾷ τὶς ὦρες σου
μέρα καὶ νύχτα·
κλεψύδρα ποὺ γεμίζει ὁ οὐρανός.
Στὴ δύναμη τοῦ φεγγαριοῦ τὰ φύλλα της
σέρνουν μαῦρα πατήματα στὸν ἄσπρο τοῖχο.
Στὸ σύνορο εἶναι λιγοστὰ τὰ πεῦκα
ἔπειτα μάρμαρα καὶ φωταψίες
κι ἄνθρωποι καθὼς εἶναι πλασμένοι οἱ ἄνθρωποι.
Ὁ κότσυφας ὅμως τιτιβίζει
σὰν ἔρχεται νὰ πιεῖ
κι ἀκοῦς καμιὰ φορὰ φωνὴ τῆς δεκοχτούρας.
Στὸ μικρὸ περιβόλι δέκα δρασκελιὲς
μπορεῖ νὰ ἰδεῖς τὸ φῶς τοῦ ἥλιου
νὰ πέφτει σὲ δυὸ κόκκινα γαρούφαλα
σὲ μίαν ἐλιὰ καὶ λίγο ἁγιόκλημα.
Δέξου ποιὸς εἶσαι.
Τὸ ποίημα
μὴν τὸ καταποντίζεις στὰ βαθιὰ πλατάνια
θρέψε το μὲ τὸ χῶμα καὶ τὸ βράχο ποὺ ἔχεις.
Τὰ περισσότερα -
σκάψε στὸν ἴδιο τόπο νὰ τὰ βρεῖς.


Γιῶργος Σεφέρης

Σάββατο 10 Μαΐου 2014


Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο
Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὸ Κάστρον καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ, τόσον θάλπος ἐθώπευσε τὴν ψυχὴν των, ὥστε, ἂν καὶ ἦσαν κατάκοποι, ἂν καὶ ἐνύσταζον τινὲς αὐτῶν, ἠσθάνθησαν τόσον τὴν χαράν τοῦ νὰ ζῶσι καὶ τοῦ νὰ ἔχωσι φθάσει αἰσίως εἰς τὸ τέρμα τῆς πορείας των, εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου, ὥστε τοὺς ἔφυγε πᾶσα νύστα καὶ πᾶσα κόπωσις. Οἱ αἰπόλοι, εὑρόντες ἐνασχόλησιν καὶ πρόφασιν ὅπως καπνίζωσι καθήμενοι, καὶ ἐνίοτε ὅπως ἐξαπλώνωνται καὶ κλέπτωσιν ἀπὸ κανέναν ὕπνον τυλιγμένοι μὲ τὲς κάππες των παρὰ τὸ πῦρ, εἶχον ἀνάψει ἔξω δύο πυρσούς, τὸν ἕνα ἔμπροσθεν τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, τὸν ἄλλον πρὸς τὸ βόρειον μέρος. Ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἡ θερμότης ἦτο λίαν εὐάρεστος, τῇ βοηθείᾳ τῶν ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν πυρῶν. Καὶ εἶχον σωρεύσει πάμπολλας δέσμας ξηρῶν ξύλων καὶ κλάδων οἱ ἐκεῖ καταφυγόντες αἰπόλοι, μὲ τὰς ὀλίγας αἶγας καὶ τὰ ἐρίφιά των, ὅσα δὲν εἶχον ψοφήσει ἀκόμη ἀπὸ τὸν βαρὺν χειμῶνα τοῦ ἔτους ἐκείνου, οἱ τραχεῖς αἰπόλοι, οἵτινες εἶχον σώσει καὶ τοὺς δύο ὑλοτόμους ἐκ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῆς χιόνος. Καὶ εἶτα ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητὸν καὶ ἐψάλη ἡ λιτή τῆς μεγαλοπρεποῦς ἑορτῆς, μεθ᾿ ὃ ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς ἤρχισε τὰς ἀναγνώσεις, καὶ ὅσοι ἦσαν νυστασμένοι, ἀπεκοιμήθησαν σιγὰ εἰς τὰ στασίδιά των (ἅ! ἔμελλον ἄρα τοῦ Προφητάνακτος οἱ θεσπέσιοι ὕμνοι ἀπὸ ψαλμῶν νὰ καταντήσωσιν ἀνάγνωσις νυστακτική, καὶ ὡς ἀνάγνωσις νὰ παραλείπωνται ὅλως, ὡς φορτικὸν τί καὶ παρέλκον!), βαυκαλιζόμενοι ἀπὸ τὴν ἔρρινον καὶ μονότονον ἀπαγγελίαν τοῦ κὺρ Ἀλεξανδρῆ. Ὁ ἀγαθὸς γέρων ἦτο ἐκ τοῦ ἀμιμήτου ἐκείνου τύπου τῶν ψαλτῶν, ὧν τὸ γένος ἐξέλιπε δυστυχῶς σήμερον. Ἔψαλλε κακῶς μέν, ἀλλ᾿ εὐλαβῶς καὶ μετ᾿ αἰσθήματος. Κανὲν σχεδὸν κῶλον δὲν ἔλεγεν ὀρθῶς, οὔτε μουσικῶς, οὔτε γραμματικῶς. Πότε ἕν καὶ ἥμισυ κῶλον τὰ ἥνου εἰς ἕν, πότε δύο καὶ ἥμισυ τὰ διήρει εἰς τέσσαρα. Ἀλλὰ προκριτωτέρα ἡ ἀμάθεια τῆς δοκησισοφίας...
Ἀλλ᾿ ὅτε ὁ ἱερεὺς ἐξελθών ἔψαλε τὸ «Δεῦτε ἴδωμεν, πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός», τότε αἱ μορφαὶ τῶν Ἅγίων ἐφάνησαν ὡς νὰ ἐφαιδρύνθησαν εἰς τοὺς τοίχους. «Ἀκολουθήσωμεν λοιπὸν ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ», καὶ ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς ἐνθουσιῶν ἔλαβε τὴν ὑψηλὴν καλάμην καὶ ἔσεισε τὸν πολυέλεον μὲ τὰς λαμπάδας ὅλας ἀνημμένας. «Ἄγγελοι ὑμνοῦσιν ἀκαταπαύστως ἐκεῖ», καὶ ἐσείσθη ὁ ναὸς ὅλος ἀπὸ τὴν βροντώδη φωνὴν τοῦ παπα-Φραγκούλη μετὰ πάθους ψάλλοντος: «Δόξα ἐν ὑψίστοις λέγοντες τῷ σήμερον ἐν σπηλαίῳ τεχθέντι», καὶ οἱ ἄγγελοι οἱ ζωγραφιστοί, οἱ περικυκλοῦντες τὸν Παντοκράτορα ἄνω εἰς τὸν θόλον, ἔτειναν τὸ οὖς, ἀναγνωρίσαντες οἰκεῖον αὐτοῖς τὸν ὕμνον.
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Τετράδιο 108 * Δεκέμβριος 2009

Παρασκευή 9 Μαΐου 2014


Ἐμεῖς καὶ οἱ «ἄθλιοι»
-Kι ἐσύ ποὺ λὲς ὅτι ἔχεις συντροφιά σου τὸν Θεό, τί θέλεις νὰ κάνει γιὰ σένα τοῦτες τὶς μέρες;
-Νὰ μὲ συγχωρέσει... εἶπε σχεδόν ψιθυριστά ἡ νεαρή γυναίκα, γιὰ νὰ σηκώσει στὴν συνέχεια τὸ βλέμμα της ψηλά. Kι ὕστερα, ἔτσι ὅπως ἦταν κουλουριασμένη μέσα στὰ συντρίμμια τοῦ ἑαυτοῦ της ποὺ τὴν πρόδωσε, ἀφέθηκε στὴν ἀγκαλιά τοῦ μορφέα... σφηνωμένη σχεδόν σὲ μιὰ ἐσοχὴ τοῦ τοίχου πολυκαταστήματος τῆς πλατείας Ὁμονοίας. Ὁ τηλεοπτικός φακός ζουμάρησε στὸ πρόσωπό της, ἀνηφόρισε πρὸς τὸν μαῦρο σκοῦφο ποὺ 'κρυβε τὰ μαλλιά της, κινήθηκε ἀργά γύρω ἀπό τὰ ἐκφραστικά της μάτια καὶ ξαφνικά τὴν περιφρόνησε, ὅπως ἄλλωστε τὴν περιφρονοῦμε κι ἐμεῖς οἱ εὐυπόληπτοι πολίτες τῆς Ἀθήνας ποὺ τὰ βράδια διασταυρωνόμαστε μὲ τὸ βλέμμα τῶν ἀστέγων, δεῖγμα τῆς ἀναβάθμισης τῆς χώρας μας ἀπό ἀναπτυσσόμενη σὲ ἀναπτυγμένη.
Λίγο νωρίτερα, ἡ ρεπόρτερ τοῦ ἰδιωτικοῦ τηλεοπτικοῦ καναλιοῦ ποὺ εἶχε ἐντοπίσει τὴ μαυροντυμένη γυναίκα, τὴν εἶχε ρωτήσει: «Kαλά, δὲν ἔχεις συγγενεῖς;». «Ἔχω μιὰ ἀδελφή στὴν ἐπαρχία». «Kαὶ γιατὶ δὲν σὲ παίρνει μαζί της;». «Αὐτή ξέρει», ἦλθε ἀφοπλιστική ἡ ἀπάντησή της κι ἔμοιαζε αὐτή ἡ ἀπάντηση σὰν ἕνα καινούργιο εἶδος στενογραφίας, ποὺ μόνον αὐτή μποροῦσε νὰ διαβάσει....
Ἦταν ἀκριβῶς ἡ στιγμή πού, μέσα ἀπό τὸ πρόσωπο τῆς ὡραιότερης Ἀθλίας τῶν Ἀθηνῶν, συνειδητοποίησαμε πόσο λίγο μᾶς πῆρε γιὰ νὰ μετατρέψουμε τὸ «ἐμεῖς» στὸ «ἐγώ», πόσο γρήγορα ἀποφασίσαμε νὰ θέσουμε πάνω ἀπ' ὅλα τὸ προσωπικό μας συμφέρον καὶ πόσο εὔκολα βολευτήκαμε στὴν ἀτομικότητα. Μιὰ ἀτομικότητα ποὺ εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ κατακερματισμοῦ τῶν δυτικῶν κοινωνιῶν σὲ ἑκατομμύρια ἰδιωτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπό καιρό τώρα ἔχουν πάψει νὰ εἶναι προετοιμασμένοι γι' αὐτό ποὺ τοὺς ἀναλογεῖ• ἀντιθέτως, ἁρπάζουν ὅ,τι θέλουν, τὴν ὥρα ποὺ τὸ θέλουν, λὲς καὶ ἡ ζωή τους εἶναι ἕνα σοῦπερ μάρκετ, ἀπό τὰ ράφια τοῦ ὁποίου κατεβάζουν ὅ,τι κατά τὴν γνώμη τους μπορεῖ νὰ τοὺς χαρίσει εὐτυχία. Ἄν τοὺς ἐνοχλεῖ ὁ γάμος, παίρνουν διαζύγιο. Ἄν ἔχουν κακή διάθεση, καταφεύγουν σὲ ἀντικαταθλιπτικά κι ἄν ἡ φάτσα τους δὲν εἶναι τέλεια, ἀναζητοῦν καταφύγιο στὴν πλαστική χειρουργική!
Ἴσως τοῦτος ὁ τρόπος τῆς ὑποδοχῆς τοῦ Νέου Ἔτους νὰ μὴ δένει μὲ τὸ lifestyle τῆς πρωτευουσιάνικης ζωῆς μας, τοὺς ξένους σὲφ, τὰ μπρὶκ καὶ τὰ φουά-γκρά μας ἤ τὰ ἐπί τῆς πίστας λικνίσματά μας. Ἀλλά ἔλα ποὺ τὰ λαμπιόνια ἐξακολουθοῦν νὰ φωτίζουν τὸ πρόσωπο τῆς κοπέλας τῆς Ὁμόνοιας, ἡ ὁποία ἀγνοώντας τὰ περί θριάμβου τῆς ἀτομικότητας, ἀναζητεῖ ἀπό τὸν μοναδικό σύντροφό της, τὸν Θεό, νὰ τὴν συγχωρέσει. Kι αὐτό εἶναι, ἴσως, τὸ ὀμορφότερο μήνυμα ἀγάπης καὶ ἐλπίδας γιὰ τὴ νέα χρονιά, μὲ τὴν ὑπενθύμιση ὅτι δὲν φτάνουμε στὴν κορυφή τοῦ ἑαυτοῦ μας παρά μέσω τῶν ἄλλων.
Ρίτσα Μασούρα
(ἐφημερίδα Καθημερινή)


Τετράδιο 109 * Ἰανουάριος 2009

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

           Ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Γέροντας

 Τό 2000 εἶχε πάει στὸ Μοναστήρι τοῦ Δαδιοῦ ὁ ἡγούμενος κάποιας Μονῆς μὲ μία συντροφιὰ νέων. Ὅλοι περίμεναν νὰ ἀκούσουν κάποιες καλὲς κουβέντες ἀπ΄ τὸν Γέροντα Ἀμβρόσιο. Ἔπειτα ἀπὸ τὶς συστάσεις, ρώτησε ὁ ἡγούμενος:
-Πῶς τὰ βλέπετε τὰ παιδιά, Γέροντα;
Ἐκεῖνος ἔμεινε λίγο σκεφτικός, σκυθρωπὸς ἴσως, κατόπιν σήκωσε τό βλέμμα, τοὺς κοίταξε καὶ εἶπε:
-Δὲν βλέπω ζέση!
Καὶ μετὰ τὴν σιωπὴ ποὺ ἔπεσε στὴν παρέα, συνέχισε:
-Δὲν μοῦ λέτε, ποιόν ἀγαπᾶτε, τὸν ἡγούμενο ἤ τὸν Χριστό; Μοῦ φαίνεται ὅτι τὸν ἡγούμενο ἀγαπᾶτε.
Ἐμμέσως πλήν σαφῶς καυτηρίασε τότε τὴν τάση ποὺ ἔχουν κάποιοι νὰ ἕλκονται πίσω ἀπό Γέροντες – ἐννοοῦσε καὶ τὸν ἑαυτό του βέβαια. Ἔτσι, μὲ τρόπο ἄμεσο καὶ ξεκάθαρο, ἦταν σὰν νὰ τοὺς ἅρπαξε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ νὰ εἶπε στὸν καθένα αὐτὸ ποὺ εἶχε πεῖ ἄλλη φορὰ μὲ παρόμοια λόγια:
«Ἕνας εἶναι αὐτὸς ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθεῖς. Ὄχι οἱ Γεροντάδες. Οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι, μὲ τὶς ἀδυναμίες τους καὶ μὲ ὅλα ὅσα ἀκολουθοῦν ἕναν ἄνθρωπο. Δὲν πρέπει νὰ θεοποιοῦμε τοὺς ἡγουμένους καὶ τοὺς στάρετς, ἀλλὰ ὁ στόχος νὰ εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτὸς εἶναι ποὺ σώζει. Οἱ ἄλλοι εἶναι ταὸ μέσον, δὲν εἶναι ὁ σκοπός».
Καὶ ἦταν ἀπόλυτος σ΄αὐτό.

*********

-Φοβᾶμαι, παππούλη μου, φοβᾶμαι ὅταν θὰ φύγεις.
-Ἄκου νὰ σοῦ πῶ… Ἄν ἀκούσεις στὴν τηλεόραση ὅτι πέθανε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, τότε νὰ φοβᾶσαι. Εἶναι δυνατὸν νὰ συμβεῖ αὐτό;
-Ὄχι, Γέροντα.
-Τότε νὰ μὴ φοβᾶσαι τίποτα. Ἅμα ἀκούσετε ὅτι πέθανε ὁ Ἀμβρόσιος, νὰ μὴν λυπηθεῖτε. Ἅμα ἀκούσετε ὅτι πέθανε ὁ Χριστός, τότε νὰ λυπηθεῖτε. Ἀλλὰ μπορεῖ νὰ γίνει αὐτό;


Γέρων Ἀμβρόσιος Λάζαρης (1912-2006)

Τετράδιο 109 * Ἰανουάριος 2009

Τετάρτη 7 Μαΐου 2014


Πάμπλουτος

Ἀγαπητοί Φίλοι τῶν Πολυτέκνων, σᾶς χαιρετῶ καί σᾶς εὔχομαι κάθε καλό ἀπό τόν Θεό!... Ἡ οἰκογένειά μου εἶναι ὅλη καλά. Κανένα οἰκονομικό πρόβλημα δέν ὑπάρχει. Ἔχω στό Βιβλιάριο 230 εὐρώ καί νοιώθω πάμπλουτος! Τέλος τοῦ μήνα περιμένω 805 εὐρώ καθυστερούμενα καί, ἄν ζήσω μέχρι τά Χριστούγεννα, θά πάρω δῶρο 1.100 εὐρώ περί­που.
Φοβοῦμαι μή γίνω φιλάργυρος. Μή γένοιτο! Τό τρίτο κατά σειράν θανάσιμο ἁμάρτημα εἶναι ἡ φιλαργυρία, «ἥτις ἐστίν εἰδωλολατρία». «Κλῖνον τήν καρδίαν μου εἰς τά Μαρτύριά Σου (=τίς Ἐντολές Σου) καί μή εἰς πλεονεξίαν». Ποῦ εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη μας στήν Πρόνοια τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ μας;
Μέ ἕναν μισθό συντηρούμεθα τόσα ἄτομα (8) καί ἔχω καί καταθέσεις! Δέν μᾶς λείπει τίπο­τε. Ἐκτός ἀπό τόν μισθό μου, κάνω καί μεροκάματα τά ἀπογεύματα καί τά Σάββατα. Κυ­ριακή δέν ἐργάζομαι ποτέ. Ἡ Κυριακή εἶναι ἀφιερωμένη στόν Κύριο.
Γι’ αὐτό, ἄν θέλετε, μήν ξαναστείλετε Ἐπιταγή. Δέν υπάρχει οἰκονομικό πρόβλη­μα, ὅπως σᾶς ἐξήγησα.  Ὑπάρχουν ἄλλοι ἐντελῶς ἄνεργοι, χῆρες, ἀνήμποροι γιά ἐργασία κ.λπ.. Εἶναι ἁμαρτία ἐγώ, πού ἔχω καί Βιβλιάριο, νά παίρνω Ἐπιταγή. Τί λόγο θά δώσω στόν Θεό; Ἄς κάμω καί καμμιά κατάθεση στόν Οὐρανό.
Ἀρκετά ὅμως σᾶς κούρασα. Εὔχομαι ὁ Ἅγιος Τριαδικός Θεός μας νά σᾶς ἔχει ὅλους πάντα καλά.
Μέ σεβασμό καί πολλή ἀγάπη ἐν Χριστῶ
Σ. Ζ.
Νομός Καρδίτσας, Αὔγουστος 2008 *



* Ἐπιστολή πρός τό περιοδικό τῆς «Πανελλήνιας Ἑνώσεως Φίλων τῶν Πολυτέκνων» τ. 120 / 2008

Τετράδιο 109 * Ἰανουάριος 2009

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Δευτέρα 5 Μαΐου 2014


Ὁ Κυβερνήτης
Ὅταν ἔφθασε στήν Ἑλλάδα ὡς Κυβερνήτης τοῦ ἑλληνικού κράτους προσφέρθηκαν νά τοῦ δώσουν ἀνάλογο οἴκημα ὡς κατοικία. Ὁ Καποδίστριας δέν τό δέχτηκε. Ἤθελε νά ζεῖ ἁπλά, συμμεριζόμενος τήν κατάσταση πού ἐπικρατοῦσε τότε στήν χώρα.
Μέ δικά του ἔξοδα διόρθωσαν ἁπλές οἰκίες στήν Αἴγινα καί τόν Πόρο, «χωρίς καμμιάν ἐπιβάρυνση ταῶν ἰδιοκτητῶν». Ἔδωσε ἐντολή νά μήν ἀνοίξουν τίς ἀποσκευές πού ἔφερε ἀπό τήν Γενεύη καί ἐπίπλωσε τό σπίτι πού ἔμενε μέ «σιδηράν κλίνην καί ξύλινον τραπέζιον».
Καί αὐτός ὁ ἀντικαποδιστριακός Γερμανός ἱστορικός Μέντελσον-Μπαρτόλντι, ὅταν ἐπισκέφθηκε τόν Καποδίστρια, ἔγραψε:
«Ὁ μόνος στολισμός τοῦ κυβερνητικοῦ μεγάρου εἶναι ὁ λαμπρός ἥλιος τῆς Ἑλλάδας καί ἡ λατρεία τῶν Ἑλλήνων μέ τήν ὁποία δικαίως τόν περιβάλλουν».
Ὅλα τά ἐπίσημα ἐνδύματα δέν τά φόρεσε ποτέ. Ὁ γραμματέας του, Νικόλαος Δραγούμης, διηγεῖται τό περιστατικό πού συνέβη κατά τήν πρώτη περιοδεία πού ἔκανε στήν Κόρινθο, ἀμέσως μετά τήν ἄφιξή του:
«Τῆς ὅλης κυβερνητικῆς πομπῆς προηγεῖτο ὁ ταχυδρομικός διανομέας Καρδαράς, πού ἦτον ἐνδεδυμένος μέ βελούδινον χρυσοκέντητον σεγκούνι. Ἀκολουθοῦσε ἔφιππος ὁ Κυβερνήτης, ντυμένος ἁπλούστατα καί κάτισχνος ἀπό τήν ταλαιπωρία καί τήν κακή διατροφή. Ὁ λαός πού εἶχε παραταχθεῖ αὐθόρμητα, νομίζοντας ὅτι ὁ Κυβερνήτης του ἦταν ὁ λαμπροφορεμένος διανομέας, τόν χειροκροτοῦσε μέ ἀμέτρητες ἐκδηλώσεις ἀγάπης.
Στήν ἀρχή ὅλοι διασκέδασαν. Ὁ Κολοκοτρώνης ὅμως δέν τό ἄντεξε. Πλησίασε τόν Καποδίστρια καί τοῦ εἶπε ὅτι ὁ λαός ἔπρεπε νά γνωρίσει τόν Κυβερνήτη του.
-Καί τί θέλεις νά κάμνω Θεοδωράκη; ἀπήντησεν ὁ Καποδίστριας.
-Ἡ ὑπερεξοχότης σου νά ἐνδυθεῖ τήν κυβερνητική του στολή.
Καί ὁ Δραγούμης προσθέτει:

«Ὁδήγησαν τόν Κυβερνήτην εἰς τι παρακείμενον χάνιον καί τόν ἠνάγκασαν νά ἐνδυθεῖ τήν στολήν ἥτις οὐδαμῶς διέφερεν τῆς τῶν δασονόμων τῆς Ἀντιβασιλείας…»

Τετράδιο 110 * Φεβρουάριος 2009

Κυριακή 4 Μαΐου 2014


Το καλύτερο μνημόσυνο
Τό καλύτερο ἀπό ὅλα τά μνημόσυνα πού μποροῦμε νά κάνουμε γιά τούς κεκοιμημένους εἶναι ἡ προσεκτική ζωή μας, ὁ ἀγώνας πού θά κάνουμε, γιά νά κόψουμε τά ἐλαττώματά μας καί νά λαμπικάρουμε τήν ψυχή μας. Γιατί ἡ δική μας ἐλευθερία ἀπό τά ὑλικά πράγματα καί ἀπό τά ψυχικά πάθη, ἐκτός ἀπό τήν δική μας ἀνακούφιση, ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα καί τήν ἀνακούφιση τῶν κεκοιμημένων προπάππων ὅλης ταῆς γενιᾶς μας.
Οἱ κεκοιμημένοι νιώθουν χαρά, ὅταν ἕνας ἀπόγονός τους εἶναι κοντά στόν Θεό. Ἄν ἐμεῖς δέν εἴμαστε σέ καλή πνευματική κατάσταση, τότε ὑποφέρουν οἱ κεκοιμημένοι γονεῖς μας, ὁ παππούς μας, ὁ προπάππος μας, ὅλες οἱ γενεές. «Δές τί ἀπογόνους κάναμε!», λένε καί στενοχωριοῦνται. Ἄν ὅμως εἴμαστε σέ καλή πνευματική κατάσταση, εὐφραίνονται, γιατί καί αὐτοί ἔγιναν συνεργοί νά γεννηθοῦμε καί ὁ Θεός κατά κάποιον τρόπο ὑποχρεώνεται νά τούς βοηθήση.
Αὐτό δηλαδή πού θά δώση χαρά στούς κεκοιμημένους εἶναι νά ἀγωνισθοῦμε νά εὐαρεστήσουμε στόν Θεό μέ τήν ζωή μας, ὥστε νά τούς συναντήσουμε στόν Παράδεισο καί νά ζήσουμε ὅλοι μαζί στήν αἰώνια ζωή.
Ἑπομένως, ἀξίζει τόν κόπο νά χτυπήσουμε τόν παλαιό μας ἄνθρωπο, γιά νά γίνη καινός καί νά μή βλάπτη πιά οὔτε τόν ἑαυτό του οὔτε τούς ἄλλους ἀνθρώπους, ἀλλά νά βοηθάη καί τόν ἑαυτό του καί τούς ἄλλους, εἴτε ζῶντες εἶναι εἴτε κεκοιμημένοι.
Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου γεγονότα πού μαρτυροῦν πόσο οἱ κεκοιμημένοι βοηθιοῦνται μέ τήν προσευχή πνευματικῶν ἀνθρώπων. Κάποιος ἦρθε στό Καλύβι καί μοῦ εἶπε μέ κλάματα: «Γέροντα, δέν ἔκανα προσευχή γιά κάποιον γνωστό μου κεκοιμημένο καί μοῦ παρουσιάστηκε στόν ὕπνο μου. ‘’Εἴκοσι μέρες, μοῦ εἶπε, ἔχεις νά μέ βοηθήσης· μέ ξέχασες καί ὑποφέρω’’. Πράγματι, μοῦ λέει, ἐδῶ καί εἴκοσι μέρες εἶχα ξεχασθῆ μέ διάφορες μέριμνες καί οὔτε γιά τόν ἑαυτό μου δέν προσευχόμουν».
Γέρων Παΐσιος Ἁγιορείτης


Τετράδιο 110 * Φεβρουάριος 2009

Παρασκευή 2 Μαΐου 2014


Ὁ π. Αὐξέντιος
Θυμᾶμαι τὸν γέροντα Αὐξέντιο, ὁ ὁποῖος ἐκοιμήθη σὲ ἡλικία 90 ἐτῶν, πρὸ εἰκοσαετίας περίπου, ὁ ὁποῖος ἦταν ἕνας πάρα πολὺ ἐνάρετος καὶ ἅγιος μοναχός. Κάποτε -ἦταν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα- ἐπρόκειτο νὰ προσέλθουν οἱ πατέρες καὶ οἱ λαϊκοὶ Χριστιανοί, ποὺ ἦταν ἀρκετοὶ, ὡς προσκυνηταί, στὸ μοναστήρι, νὰ κοινωνήσουν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας εἶπα ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη γιὰ τοὺς λαϊκοὺς ἀδελφούς: «Θὰ παρακαλέσω νὰ προσέλθουν ὅσοι ἔχουν ἐξομολογηθῆ καὶ προετοιμασθῆ. Ὅποιος δὲν ἔχει ἑτοιμασθῆ, νὰ ἐξομολογηθῆ πρῶτα καὶ μετὰ νὰ κοινωνήση».
Ὁ π. Αὐξέντιος ἐνόμιζε ὅτι τὸ ἔλεγα γιὰ τοὺς μοναχούς. Ἦταν τυφλός. Ἦταν ὁ πρῶτος στὴν σειρὰ ἀπὸ τοὺς πατέρες, ὁ ἀρχαιότερος -εἶχε ἔλθει στὸ μοναστήρι τὸ 1917. Περίμενε τὴν σειρά του νὰ κοινωνήση. Νόμισε λοιπὸν ὅτι ζητοῦσα καὶ ἀπὸ τοὺς πατέρες νὰ ἐξομολογηθοῦν. Ἐξομολογεῖται, λοιπόν, δημοσίᾳ. Καὶ ποιὰ ἦταν ἡ ἐξομολόγησίς του; «Πλέω σ᾿ ἕνα πέλαγος ματαιότητος. Δὲν ἔχω κάνει τίποτε στὴν ζωή μου. Δὲν ξέρω ποῦ βρίσκομαι, οὔτε ποῦ πηγαίνω». Καὶ ζητοῦσε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Αὐτὴ ἡ ταπείνωσις ἐχαρακτήριζε πάντοτε τὸν π. Αὐξέντιο. Γι᾿ αὐτὸ ὁσάκις τοῦ ζητούσαμε κάποια συμβουλή, ἀπέφευγε νὰ μᾶς πῆ, μόνον ἔλεγε: «Τὴν εὐχή. Τὴν εὐχή. Τὸ "Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ" νὰ λέτε». Καί: «Νὰ διαβάζετε τὸν Εὐεργετινό». Ἔκρυβε τὴν ἀρετή του καὶ τὴν πολλὴ πνευματικὴ γνῶσι καὶ σοφία τὴν ὁποία εἶχε. Ἔζησε ὅλη του τὴν ζωὴ πραγματικὰ κρυμμένος ἀπὸ τὰ μάτια τῶν πατέρων, οἱ ὁποῖοι, ἂν καὶ ζοῦσαν στὰ διπλανὰ κελλιά, δὲν ὑποψιάζοντο τὴν πολλὴ ἄσκησι καὶ τὸν πολὺ ἀγώνα τοῦ π. Αὐξεντίου.
Ἔχουμε πληροφορία ἀξιόπιστη ὅτι ὁ π. Αὐξέντιος ἠξιώνετο καθημερινῶς νὰ βλέπη τὸ ἄκτιστον Φῶς. Αὐτὸ βέβαια εἶναι κάτι συγκλονιστικό, συνέβαινε ὅμως, καὶ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι συνέβαινε διότι ὁ π. Αὐξέντιος εἶχε τὶς προϋποθέσεις γιὰ νὰ μπορέση νὰ φθάση στὴν θεοπτία.

π. Γεώργιος Καψάνης

Τετράδιο 110 * Φεβρουάριος 2009

Πέμπτη 1 Μαΐου 2014


Οἱ λίγοι καθυστερημένοι
Κυττάξετε γύρω μας, τί κάνουνε οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι στὶς τέχνες, ποὺ ἄλλη φορὰ χαροποιούσανε καὶ ξεκουράζανε τὸν ἄνθρωπο, γι᾿ αὐτὸ κι οἱ Ἕλληνες λέγανε «τέχνη ἐστὶ τέρψις» καὶ «ἀτυχήσασι τέχνη παρηγορία». Σ᾿ αὐτὸ τὸ χάος τῆς ἀπελπισίας ποὺ κατάφερε νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀπόμεινε τίποτα ποὺ νὰ μὴν ἔχει ἀπάνω του τὴ φριχτὴ σφραγίδα τῆς τρέλλας καὶ τῆς φρίκης. Ἡ πολιτικὴ κατάσταση εἶναι μαύρη καὶ σκοτεινή, ἡ γνώση, ἡ ἐπιστήμη κι οἱ διάφορες θεωρίες τους εἶναι κι αὐτὲς σὰν βραχνάδες, τὸ ἴδιο καὶ χειρότερο εἶναι καὶ ἡ τέχνη, ποὺ ἤτανε ἡ τελευταία ἐλπίδα καὶ παρηγοριὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο.
Καμαρώσετε τί «ἔργα» παρουσιάζουν οἱ «τέχνες» σήμερα. Εἶναι νὰ φράζει κανένας τὰ μάτια του. Ὅλα αὐτὰ τὰ πασαλείμματα ἀπάνω στοὺς μουσαμάδες, ποὺ λέγουνται «ἔργα ζωγραφικῆς», ὅλα αὐτὰ τὰ παλιοσίδερα ἢ τὰ νταμαροκοτρώνια ποὺ παρουσιάζουνται γιὰ «ἔργα γλυπτικῆς» σὲ κάνουν ὄχι μονάχα νὰ ἀηδιάσεις γιὰ τὸ κατάντημά μας, ἀλλὰ καὶ νὰ θυμώσεις γιὰ τὴν ἀδιαντροπιὰ ποὺ φανερώνουν αὐτὰ τὰ τερατουργήματα. Γιατί, ἕνα χαρακτηριστικό τοῦ καιροῦ μας, ποὺ ὑπάρχει μέσα σὲ ὅλα, εἶναι ἡ ἀδιαντροπιά. Μπορεῖ κανένας πολὺ σωστὰ νὰ πεῖ γιὰ τὴν ἐποχή μας πώς εἶναι ἡ ἐποχὴ τῆς τρέλλας καὶ τῆς ἀδιαντροπιᾶς. Γιατί, ἂν δὲν εἶναι κανένας ἀδιάντροπος, πῶς θὰ κάνει τέτοια «ἔργα», σὰν κι αὐτὰ πού εἴπαμε παραπάνω;
Οἱ ἄνθρωποι καταντήσανε σὰν ἄδεια κανάτια, καὶ προσπαθοῦν νὰ γεμίσουν τὸν ἑαυτό τους, ρίχνοντας μέσα ἕνα σωρὸ σκουπίδια, μπάλλες, ἐκθέσεις μὲ τερατουργήματα, ὁμιλίες καὶ ἀερολογίες, καλλιστεῖα, ποὺ μετριέται ἡ ἐμορφιὰ μὲ τὴ μεζούρα, καρνάβαλους ἠλίθιους, συλλόγους λογῆς - λογῆς μὲ γεύματα καὶ μὲ σοβαρὲς συζητήσεις γιὰ τὸν ἴσκιο τοῦ γαϊδάρου, συνδέσμους ἀφιερωμένους στοὺς ἀποθεωμένους ἄνδρας τῆς Εὐρώπης κι ἕνα σωρὸ ἄλλα τέτοια.
Ἐκείνους τοὺς λίγους ποὺ δὲν εἶναι ἐνθουσιασμένοι ἀπὸ «τὰ θαύματα τῆς ἐποχῆς μας», οἱ ἄλλοι, αὐτὴ ἡ μερμηγκιά ποὺ ἔκανε αὐτὸν τὸν παράδεισο καὶ ποὺ τὸν χαίρεται, τοὺς λέγει τρελλούς, ὅπως θὰ λέγανε παλαβοὺς κάποιους ἀνθρώπους μὲ σωστὰ μυαλὰ οἱ ἄρρωστοι τοῦ φρενοκομείου, βλέποντάς τους ἀνάμεσά τους.       
Φώτης Κόντογλου


Τετράδιο 111 * Μάρτιος 2009