Δευτέρα 21 Απριλίου 2014


Τὸ πλέον ἀπίστευτο πράγμα
Ἡ πίστη τοῦ χριστιανοῦ δοκιμάζεται μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ σὰν τὸ χρυσάφι  στὸ χωνευτήρι. Ἀπ᾿ ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ πλέον ἀπίστευτο πράγμα, ὁλότελα ἀπαράδεκτο ἀπὸ τὸ λογικό μας, ἀληθινὸ μαρτύριο γιὰ δαῦτο. Μὰ ἴσια-ἴσια, ἐπειδὴ εἶναι ἕνα πράγμα ὁλότελα ἀπίστευτο, γιὰ τοῦτο χρειάζεται ὁλόκληρη ἡ πίστη μας γιὰ νὰ τὸ πιστέψουμε. Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι λέμε συχνὰ πὼς ἔχουμε πίστη, ἀλλὰ τὴν ἔχουμε μονάχα γιὰ ὅσα εἶναι πιστευτὰ ἀπ᾿ τὸ μυαλό μας. Ἀλλὰ τότε δὲν χρειάζεται ἡ πίστη, ἀφοῦ φτάνει ἡ λογική. Ἡ πίστη χρειάζεται γιὰ τὰ ἀπίστευτα.
Οἱ πολλοὶ ἄνθρωποι εἶναι ἄπιστοι. Οἱ ἴδιοι οἱ μαθητάδες τοῦ Χριστοῦ δὲν δίνανε πίστη στὰ λόγια τοῦ δασκάλου τους ὅποτε τοὺς ἔλεγε πὼς θ᾿ ἀναστηθῆ, μ᾿ ὅλο τὸ σεβασμὸ καὶ τὴν ἀφοσίωση ποὺ εἶχαν σ᾿ Αὐτὸν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη στὰ λόγια του. Καὶ σὰν πήγανε οἱ Μυροφόρες τὴν αὐγὴ στὸ μνῆμα τοῦ Χριστοῦ, κ᾿ εἴδανε τοὺς δυὸ ἀγγέλους ποὺ τὶς μιλήσανε, λέγοντας σ᾿ αὐτὲς πὼς ἀναστήθηκε, τρέξανε νὰ ποῦμε τὴ χαροποιὰ τὴν εἴδηση στοὺς μαθητές, ἐκεῖνοι δὲν πιστέψανε τὰ λόγια τους, ἔχοντας τὴν ἰδέα πὼς ἤτανε φαντασίες: «Καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος (τρέλα) τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς»…
Βλέπεις καταπάνω σ
ὲ πόση ἀπιστία ἀγωνίσθηκε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός; Καὶ στοὺς ἴδιους τοὺς μαθητάδες του. Εἶδες μὲ πόση μακροθυμία τὰ ὑπόμεινε ὅλα;
Καὶ μ᾿ ὅλα αὐτὰ, ἴσαμε σήμερα οἱ περισσότεροι ἀπὸ μᾶς εἴμαστε χωρισμένοι ἀπὸ τὸν Χριστὸ μ᾿ ἕνα τοῖχο παγωμένον, τὸν τοῖχο τῆς ἀπιστίας. Ἐκεῖνος ἀνοίγει τὴν ἀγκάλη του καὶ μᾶς καλεῖ κ᾿ ἐμεῖς τὸν ἀρνιόμαστε. Μᾶς δείχνει τὰ τρυπημένα χέρια του καὶ τὰ πόδια του, κι ἐμεῖς λέμε πὼς δὲν τὰ βλέπουμε. Ἐμεῖς ψάχνουμε νὰ βροῦμε στηρίγματα στὴν ἀπιστία μας γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουμε τὸν ἐγωϊσμό μας, ποὺ τὸν λέμε Φιλοσοφία καὶ Ἐπιστήμη. Ἡ λέξη Ἀνάσταση δὲν χωρᾶ μέσα στὰ βιβλία τῆς γνώσης μας… Γιατὶ «ἡ γνώση τούτου τοῦ κόσμου, δὲ μπορεῖ νὰ γνωρίσει ἄλλο τίποτα, παρεκτὸς ἀπὸ ἕνα πλῆθος λογισμούς, ὄχι ὅμως ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζεται μὲ τὴν ἁπλότητα τῆς διάνοιας».
Ναί, ἐκείνους ποὺ ἔχουνε αὐτὴ τὴν εὐλογημένη ἁπλότητα τῆς διάνοιας, τοὺς μακάρισε ὁ Κύριος, λέγοντας: «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται». Καὶ στὸν Θωμᾶ, ποὺ γύρευε νὰ τὸν ψηλαφήσῃ γιὰ νὰ πιστέψῃ, εἶπε: «Γιατὶ μὲ εἶδες Θωμᾶ, γιὰ τοῦτο πίστεψες; Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν εἴδανε καὶ πιστέψανε».
Ἂς παρακαλέσουμε τὸν Κύριο νὰ μᾶς δώσει αὐτὴ τὴν πλούσια φτώχεια, καὶ τὴν καθαρὴ καρδιά, ὥστε νὰ τὸν δοῦμε ν᾿ ἀναστήνεται γιὰ νὰ ἀναστηθοῦμε κ᾿ ἐμεῖς μαζί του. Αὐτὴ ἡ ἀνηξεριὰ (ἡ ἄγνοια) εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴ γνώση: «Αὕτη ἐστὶν ἡ ἄγνοια ἡ ὑπερτέρα τῆς γνώσεως». Καλότυχοι καὶ τρισκαλότυχοι ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἔχουνε. Χριστὸς ἀνέστη!

Φώτης Κόντογλου

Τετράδιο 113 * Μάϊος 2009

Σάββατο 19 Απριλίου 2014


Ἐξοχικὴ Λαμπρή 
Εἶτα ἤρχισαν τὰ ἄσματα. Ἐν πρώτοις τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, ὕστερον τὰ θύραθεν. Ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς θελήσας νὰ ψάλῃ καὶ αὐτὸς τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, τὸ ἐγύριζε πότε εἰς τὸν ἀμανὲ καὶ πότε εἰς τὸ κλέφτικο.
Ἀλλ᾿ ὁ πλέον ἰδιόρρυθμος πάντων τῶν ψαλτῶν ἦτο ὁ μπάρμπα-Κίτσος, γηραιὸς χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιὸς τακτικός, λησμονημένος ἀπὸ τῆς βαυαρικῆς ἐποχῆς ἐν τῇ νήσῳ. Ἀμφέβαλλε καὶ αὐτὸς ἂν τὸν εἶχαν περασμένον εἰς τὰ μητρῶα· πότε τοῦ ἔστελναν μισθόν, πότε ὄχι. Ἐφόρει χιτώνα μὲ ἀνοικτὰς θυρίδας, βραχείαν περισκελίδα μέχρι τοῦ γόνατος καὶ τουζλούκια. Ὁ δήμαρχος τοῦ τόπου (διότι ὑπῆρχε, φεῦ! καὶ δήμαρχος) τὸν εἶχε στείλει νὰ κάμει Πάσχα εἰς τὰ Καλύβια, διὰ νὰ φυλάξῃ δῆθεν τὴν τάξιν, καίτοι οὐδεμιᾶς φυλάξεως ἦτο ἀνάγκη.
Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὸν ἔστειλε νὰ καλοπεράσῃ πλησίον τῶν ἀνοιχτόκαρδων ἐξωμεριτῶν, οἵτινες τοῦ ἤρεσκον τοῦ μπάρμπα-Κίτσου, ἂς τοὺς ἔλεγον καὶ «τσουπλακιές» ἢ «χαλκοδέρες». Ἐὰν ἔμενεν ἐν τῇ πόλει, ὁ δήμαρχος θὰ ἦτον ὑπόχρεως νὰ τὸν φιλεύσῃ τὸν μπάρμπα-Κίτσον, καθὼς τὸν εἶχαν κακομάθει οἱ προκάτοχοί του, ἔλεγε - νὰ τὸν φιλεύσῃ κουλούραν καὶ αὐγά. Τί ἔθιμα!  Ὁ μπάρμπα-Κίτσος, ἀφοῦ ἠσπάσθη τρὶς ἢ τετράκις τὴν τσότραν, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, κατ᾿ ἰδιάζοντα αὐτῷ τρόπον, ὡς ἑξῆς:
Κ᾿στὸ - μπρὲ – Κ᾿ στὸς Ἀνέστη
ἐκ νεκρῶν θανάτων θάνατον μπατήσας
κι ἔντοις ἔντοις μνήμασι
ζωήν, παμμακάριστε!
Καὶ ὅμως, μεθ᾿ ὅλην τὴν ἰδιορρυθμίαν ταύτην, οὐδεὶς ποτὲ ἔψαλλεν ἱερὸν ἄσμα μετὰ πλείονος χριστιανικοῦ αἰσθήματος καὶ ἐνθουσιασμοῦ, ἐξαιρουμένου ἴσως τοῦ γνωστοῦ ἐν Ἀθήναις γηραιοῦ καὶ σεβασμίου Κρητός, τοῦ ψάλλοντος τὸ «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν...» μὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην: «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν, τῶν μὴ προσκυνούντων, οἱ κερατάδες! τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν ...»
Ἀληθεῖς ὀρθόδοξοι Ἕλληνες!        


Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τετράδιο 112 * Ἀπρίλιος 2009

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Τα ἀγάλματα
«Εἶχα δυὸ ἀγάλματα» σημειώνει ὁ Μακρυγιάννης «περίφημα, μία γυναῖκα κι ἕνα βασιλόπουλο, ἀτόφια - φαίνονταν οἱ φλέβες, τόση ἐντέλειαν εἶχαν. Ὅταν χάλασαν τὸν Πόρο, τὰ ᾿χαν πάρει κάτι στρατιῶτες, καὶ στ᾿ Ἄργος θὰ τὰ πουλοῦσαν κάτι Εὐρωπαίων· χίλια τάλαρα γύρευαν [...]. Πῆρα τοὺς στρατιῶτες, τοὺς μίλησα: «Αὐτά, καὶ δέκα χιλιάδες τάλαρα νὰ σᾶς δώσουνε, νὰ μὴν τὸ καταδεχτεῖτε νὰ βγοῦν ἀπὸ τὴν πατρίδα μας. Γι᾿ αὐτὰ πολεμήσαμε».
Καταλαβαίνετε. Δὲ μιλᾷ ὁ Λόρδος Βύρων, μήτε ὁ λογιότατος, μήτε ὁ ἀρχαιολόγος· μιλᾷ ἕνας γιὸς τσοπάνηδων τῆς Ρούμελης μὲ τὸ σῶμα γεμάτο πληγές. «Γι᾿ αὐτὰ πολεμήσαμε». Δεκαπέντε χρυσοπίκιλτες ἀκαδημίες δὲν ἀξίζουν τὴν κουβέντα αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
«Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη» τραγουδοῦσε ὁ Σολωμός. Ἡ ἰδέα του ἦταν ἀληθινή. Ἡ ἑλληνικὴ ἐπανάσταση ἦταν βγαλμένη ἀπὸ τὸ μεδοῦλι τῶν κοκάλων τῶν ζωντανῶν Ἑλλήνων. Καὶ γι᾿ αὐτὸ πέτυχε, καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲ σταμάτησε καὶ πραγματοποιεῖται σ᾿ ὅλο τὸ ΙΘ´ αἰῶνα, καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν τελείωσε ἀκόμη ἡ πραγματοποίησή της.
Ὁ σημερινὸς πόλεμος τῆς πατρίδας μας -δὲν εἶναι ὑπερβολὴ νὰ τὸ ποῦμε- εἶναι μία συνέχεια τῆς ἐπανάστασης τοῦ ᾿21. Γιατί δὲν πρέπει νὰ τὸ ξεχνοῦμε: κάθε φορὰ ποὺ ἡ φυλή μας γυρίζει πρὸς τὸν λαό, ζητᾷ νὰ φωτιστεῖ ἀπὸ τὸν λαό, ἀναμορφώνεται ἀπὸ τὸν λαό, συνεχίζει τὴν παράδοση ποὺ μπῆκε θριαμβευτικὰ στὴ συνείδηση τοῦ ἔθνους μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἐπανάσταση.
Ὁ ἀγῶνας ἐκεῖνος ἦταν ἕνα κοινωνικό, πολεμικὸ καὶ πολιτικὸ γεγονός. Ἦταν συνάμα καὶ ἕνα πνευματικὸ γεγονός. Ἀπὸ τὴν τελευταία τούτη ἄποψη, τὴν πιὸ ἀγνοημένη, εἶναι σημαντικὸ νὰ ἔχουμε τεκμήρια σὰν αὐτὰ ποὺ μᾶς ἄφησε ὁ Μακρυγιάννης. Τὰ ἱστορικὰ γεγονότα δὲ σταματοῦν στὰ χρονολογικὰ ὁρόσημα ποὺ βλέπουμε στὶς φυλλάδες τῆς ἱστορίας.
Γιῶργος Σεφέρης
Μάρτιος 1942

Τετράδιο 114 * Ἰούνιος 2009

Τρίτη 15 Απριλίου 2014


Ἐσὺ ᾿σαι κρινολούλουδο
Ὄμορφη ποὺ εἶσαι, ἀγάπη μου! Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι!
Γλυκειὰ σὰν τοῦ περιστεριοῦ καὶ τρυφερὴ ἡ ματιά σου·
καμιὰ ἀπὸ τὶς ὄμορφες δὲν παραβγαίνει μπρός σου.
Ἐσὺ ᾿σαι κρινολούλουδο καὶ κεῖνες εἶναι ἀγκάθια,
ἴδια μὲ κόκκινη κλωστὴ τὰ κόκκινά σου χείλη.
Σὰ ρόδι ποὺ τὸ κόψανε στὴ μέση πίσω ἀπ᾿ τὸ πέπλο σου
μοῦ φαντάζει τὸ ροδομάγουλό σου.
Τὰ δυό σου στήθια μοιάζουνε δίδυμα ζαρκάδια,
ποὺ νὰ βοσκήσουν βγήκανε μὲς στ᾿ ἀνθισμένα κρίνα.
Φίλα με, μὲ ὅλα τὰ φιλιὰ ποὺ ἔχεις μὲς στὸ στόμα.
Μέθα με στῆς ἀγκάλης σου τὸ πιὸ γλυκὸ κρασί.
Καὶ τ᾿ ὄνομά σου, ἄρωμα, μύρο χυμένο κάτω.
Ὅλων τῶν μύρων τ᾿ ἄρωμα, κι ἡ εὐωδιὰ ἐσύ ᾿σαι.
Ναί, πιὸ πολὺ κι ἀπ᾿ τὸ κρασὶ μεθῶ ὅταν μ᾿ ἀγγίζεις.
Νὰ σ᾿ ἀγαπᾶνε, ἄντρα μου, αὐτὸ μονάχα ἀξίζεις.
Ὄμορφη κι ἀψεγάδιαστη, εἶσαι ἀγαπημένη.
Μοῦ ᾿χεις κλέψει τὴν καρδιὰ ἀγάπη μου, ἀδελφή μου.
Μ᾿ ἕνα σου βλέμμα μοναχά, μιὰ χάντρα στὸ λαιμό σου.
Μέλι κερήθρας στάζουνε τὰ δυὸ γλυκά σου χείλη.
Μέλι καὶ γάλα ἀργοκυλοῦν στὴ γλώσσα σου ἀπὸ κάτω.
Κῆπος κλειστός, ὁλάνθιστος εἶσαι ἀγαπημένη.
Πηγὴ μὲ γάργαρο νερό, παράδεισος ἀπὸ δροσιὲς τὸ κάθε σου αὐλάκι.
Κανέλα, μοσχοκάλαμο κι ὁ νάρδος μὲ τὸν κρόκο
καὶ ρίζες τοῦ Λιβάνου ἀρωματικὲς καὶ σμύρνα κι ἀλόη
κι ὅποιο μύρο πεῖς σὲ σένα εὐωδιάζουν.
Σήκω, βοριά, ἔλα, νοτιά, φυσῆξτε τὰ κλωνιά μου,
νὰ ξεχυθοῦν νὰ σκορπιστοῦν παντοῦ οἱ εὐωδιές μου.
Σήκω, βοριά, ἔλα νοτιά, φυσῆξτε τὰ κλωνιά μου,
νὰ ξεχυθοῦν νὰ σκορπιστοῦν παντοῦ τ᾿ ἀρώματά μου.
Κι ἂς κατέβει ὁ ἄνδρας μου στὸν κῆπο πού ᾿ ν᾿ δικός του,
γιὰ νὰ γευτεῖ ὅποιον καρπὸ ἀπ᾿ τὰ κλαδιά μου θέλει.

 Ἄσμα Ἄσμάτων  (ἀπόδοση:  Ἰάκωβος Καμπανέλλης)

Τετράδιο 115 * Ἰούλιος 2009

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014


Τί εἶναι ἡ Εὐρώπη;
Εἶναι ἡ ἐπιθυμία καί ὁ πόθος τῆς ἐξουσίας καί τῆς ἡδονῆς καί ἡ γνώση. Καί τά δύο ἀνθρώπινα: ἡ ἀνθρώπινη ἐπιθυμία καί ὁ πόθος καί ἡ ἀνθρώπινη γνώση. Καί τά δύο προσωποποιοῦνται στόν πάπα καί στόν Λούθηρο. Τί εἶναι λοιπόν ἡ Εὐρώπη; Ὁ πάπας και ὁ Λούθηρος. Χορτασμένες οἱ ἀνθρώπινες ἐπιθυμίες στό ἔπακρο, καί χορτασμένη ἡ ἀνθρώπινη γνώση στό ἔπακρο. Ὁ εὐρωπαϊκός πάπας εἶναι ἡ ἀνθρώπινη ἐπιθυμία τῆς ἐξουσίας. Ὁ εὐρωπαϊκός Λούθηρος εἶναι ἡ πεισματική ἀπόφαση τοῦ ἀνθρώπου νά ἐξηγηθοῦν τά πάντα μέ τόν νοῦ του. Ὁ πάπας ὡς κυβερνήτης τοῦ κόσμου καί ὁ ἐπιστήμονας ὡς κυρίαρχος τοῦ κόσμου.
Αὐτό εἶναι ἡ Εὐρώπη στόν πυρήνα της, ὀντολογικά καί ἱστορικά. Τό ἕνα σημαίνει παράδοση τῆς ἀνθρωπότητας στή φωτιά καί τό ἄλλο σημαίνει παράδοση τῆς ἀνθρωπότητας στό νερό. Καί τά δύο: χωρισμό τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό. Γιατί τό ἕνα σημαίνει τήν ἄρνηση τῆς πίστεως καί τό ἄλλο τήν ἄρνηση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Κατ᾿ αὐτόν τόν τρόπο ἐνεργεῖ τό πονηρό πνεῦμα στό σῶμα τῆς Εὐρώπης ἤδη ἐδῶ καί μερικούς αἰῶνες.
Ποιός μπορεῖ νά διώξει τό πονηρό τοῦτο πνεῦμα ἀπό τήν Εὐρώπη; Κανείς, ἐκτός ἀπό Ἐκεῖνον, πού τό Ὄνομά Του ἔχει σημειωθεῖ μέ κόκκινο χρῶμα στήν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπινου γένους, ὡς τοῦ μόνου διώκτη τῶν δαιμόνων ἀπό τούς ἀνθρώπους. Γνωρίζετε ἤδη ποιόν ἐννοῶ. Ἐννοῶ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τόν Μεσσία καί Σωτήρα τοῦ κόσμου, τόν ἐκ Παρθένου γεννηθέντα, ἀπό τούς Ἰουδαίους φονευθέντα, ἀπό τόν Θεό ἀναστηθέντα, ἀπό τόν οὐρανό δικαιωθέντα, ἀπό τούς Ἀγγέλους δοξασθέντα, διά τῶν Ἁγίων μαρτυρηθέντα καί ἀπό τούς προγόνους μας οἰκειωθέντα.
Ὅσο ἡ Εὐρώπη ἀκολουθοῦσε τόν Χριστό ὡς τόν «Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης», καί τούς Ἀποστόλους Του, τούς Μάρτυρες, τούς Ἁγίους καί τούς ἀναρίθμητους Δικαίους καί ἄλλους πού εὐαρέστησαν Αὐτόν, ἔμοιαζε μέ πλατεῖα φωτισμένη ἀπό ἐκατοντάδες καί χιλιάδες λαμπάδες, μικρές καί μεγάλες.
Ὅταν ὅμως ἡ ἀνθρώπινη ἐπιθυμία καί ἀνθρώπινη σοφία κτύπησαν τόν Χριστό σάν δύο φοβεροί ἄνεμοι, οἱ λαμπάδες ἔσβησαν μπροστά στά ἀνθρώπινα μάτια καί ἐπικράτησε τό σκοτάδι ὅπως στούς ὑπόγειους διαδρόμους πού ἔχουν οἱ τυφλοπόντικες.
Ὁ Παπισμός χρησιμοποιεῖ τήν πολιτική, ἐπειδή μόνο ἀπό αὐτή ἀποκτᾶ κανείς τήν ἐξουσία. Ὁ Λουθηρανισμός χρησιμοποιεῖ τή φιλοσοφία καί τήν ἐπιστήμη, ἐπειδή νομίζει ὅτι αὐτός εἶναι ὁ δρόμος γιά νά ἀποκτήσει κανείς τήν σοφία.
Ἔτσι, ἡ ἐπιθυμία κήρυξε τόν πόλεμο κατά τῆς γνώσης καί ἡ γνώση κατά τῆς ἐπιθυμίας. Αὐτό εἶναι ὁ νέος Πύργος τῆς Βαβέλ, αὐτό εἶναι ἡ Εὐρώπη. Στήν ἐποχή μας ὅμως ἦλθε μιά νέα γενιά Εὐρωπαίων, ἡ ὁποία «πάντρεψε» τήν ἐπιθυμία μέ τήν γνώση διά τοῦ ἀθεϊσμοῦ καί ἀπέρριψε καί τόν πάπα καί τόν Λούθηρο. Τώρα πλέον οὔτε κρύβεται ἡ ἐπιθυμία οὔτε ἐπαινεῖται ἡ σοφία. Ἡ ἀνθρώπινη ἐπιθυμία καί ἡ ἀνθρώπινη σοφία στεφανώθηκαν στίς ἡμέρες μας καί ἔτσι φθάσανε στόν γάμο, ὁ ὁποῖος δέν εἶναι οὔτε ρωμαιοκαθολικός οὔτε λουθηρανικός, ἀλλά ὀφθαλμοφανῶς καί δημοσίως σατανικός. Ἡ σημερινή Εὐρώπη δέν εἶναι πλέον οὔτε παπική οὔτε λουθηρανική. Εἶναι ὑπεράνω καί ἐκτός αὐτῶν.
Εἶναι ὁλοτελῶς ἐπίγεια, χωρίς ἔστω καί τόν πόθο νά ἀνεβαίνει στόν οὐρανό, εἴτε μέ τό διαβατήριο τοῦ ἀλαθήτου πάπα εἴτε πάλι μέ τήν κλίμακα τῆς προτεσταντικῆς σοφίας. Ἀρνεῖται ἐντελῶς τό ταξίδι ἀπό αὐτόν τόν κόσμο. Ἐπιθυμεῖ νά παραμείνει ἐδῶ. Ἐπιθυμεῖ νά εἶναι ὁ τάφος της ὅπου καί τό λίκνο της. Δέν γνωρίζει περί ἄλλου κόσμου. Δέν αἰσθάνεται τήν οὐράνια εὐωδία. Δέν βλέπει στόν ὕπνο της τούς Ἀγγέλους καί τούς Ἁγίους. Γιά τήν Θεοτόκο δέν θέλει ν᾿ ἀκούσει. Ἡ ἀκολασία τήν στερεώνει στό μίσος κατά τῆς παρθενίας. Ὁλόκληρη ἡ πλατεῖα βρίσκεται βυθισμένη στό σκότος. Ὅλες οἱ λαμπάδες εἶναι σβησμένες. Ὤ! τί φοβερό σκότος! Ὁ ἀδελφός βυθίζει τό μαχαίρι στό στῆθος τοῦ ἀδελφοῦ, νομίζοντας ὅτι εἶναι ἐχθρός. Ἀρνεῖται ὁ πατέρας τόν υἱό του καί ὁ υἱός τόν πατέρα. Ὁ λύκος εἶναι πιστότερος φίλος στόν λύκο παρά ὁ ἄνθρωπος στόν ἄνθρωπο!
Ὤ! ἀδελφοί μου! Δέν τό βλέπετε ὅλοι αὐτό; Δέν ἔχετε αἰσθανθεῖ τό σκοτάδι καί τό ἔγκλημα τῆς ἀντιχριστιανικῆς Εὐρώπης πάνω στό σῶμα σας; Προτιμᾶτε τήν Εὐρώπη ἤ τόν Χριστό; Τόν θάνατο ἤ τήν ζωή; Αὐτά τά δύο ἔθεσε τήν παλαιά ἐποχή ὁ Μωυσῆς μπροστά στόν λαό του. Κι ἐμεῖς αὐτά τά δύο θέτουμε μπροστά σας. Νά γνωρίζετε: ἡ Εὐρώπη εἶναι ὁ θάνατος, ὁ Χριστός εἶναι ἡ ζωή. Διαλέξτε τήν ζωή, γιά νά ζήσετε στούς αἰῶνες.

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


Τετράδιο 115 * Ἰούλιος 2009

Σάββατο 12 Απριλίου 2014


Ἥλιου βγάλσιμο
Tά χρόνια πού ὑπῆρχε στά παιδιά ὁ φόβος τῶν γονιῶν καί τό σέβας στόν πατέρα, τά παιδιά συντρόφευαν τόν πατέρα στόν μόχθο τῆς ἡμέρας. «Σέ εἶδα, Σωτήρη, στήν βάρκα μέ τόν πατέρα σου. Τόν βοηθοῦσες στό ψάρεμα;» «Ὄχι, συντροφιά τοῦ κρατοῦσα».
Ὑπάρχει μιά εἰκόνα - δέν γνωρίζω τόν ζωγράφο - πάντως ἐκφράζει τήν ἐποχή γιά τήν ὁποία λαλοῦμε. Παριστάνεται ὁ ἅγιος Ἰωσήφ ὁ μνήστορας στό ἐργαστήρι του νά ἱδρωκοπᾶ στό πριόνισμα τῶν ξύλων καί ὁ Χριστός μας πασιχαρής νά τόν συντροφεύει. Παιδί κι ἐγώ τῆς εὐλογημένης ἐκείνης ἐποχῆς, δέν ἄφηνα ποτέ τόν πατέρα μου μόνο στήν σπορά, στό θέρος, στό ἀλώνισμα καί τόν τρυγητό. Τώρα, πού τά πάνω ἤρθανε κάτω καί ποδοπατοῦνται σάν φθινοπωριάτικα φύλλα, ἄλλαξε ἡ τάξις καί οἱ γονεῖς συντροφεύουν τά παιδιά στίς ἀθλοπαιδιές. «Γιά ποῦ τέτοια ὥρα;» «Πάω τό παιδί στό Κολυμβητήριο». Τότε γράφαμε τά παιδιά γιά τόν πατέρα. Τώρα ὁ πατέρας γιά τά παιδιά.
Θά ἤτανε Μάιος τοῦ 1953. Ὁ πατέρας θέριζε σ' ἕνα καμποχώραφο τοῦ νησιοῦ. Κι ἐγώ μικρό παιδί, σάν τήν Ρούθ στόν ἀγρό τοῦ Βοόζ, μάζευα πίσω τίς σταροκεφαλές πού ξέφευγαν ἀπό τό χειρόβολο τοῦ πατέρα μου. Ἀφοῦ μεσουράνησε ὁ ἥλιος, ἕνας πατέρας ἀπό τό διπλανό χωράφι φώναξε μέ γιγαντιαία φωνή στό παιδί του: «Ἥλιου βγάλσιμο, ἥλιου βγάλσιμο, ἥλιου βγάλσιμο». Καί ἔτρεχε στό μαγγανοπήγαδο. «Πατέρα, τί συμβαίνει;» «Φαίνεται ἔστειλε τό παιδί γιά νερό καί κάποια δενδρογαλιά, πού φώλευε στοῦ πηγαδιοῦ τήν ἄκρη, ἄρχισε νά κτυπᾶ τό παιδί μέ τινάγματα στόν ἀέρα.» «Καί τί εἶναι τό «ἥλιου βγάλσιμο»; «Ἄν τό παιδί τρέξει πρός τόν ἥλιο, τό φίδι θαμπώνεται καί θά πάψει να τό κτυπᾶ.
Αὐτό τό μυστικό δέν τό ξεύρομε, δέν τό μάθαμε, δέν τό προσέξαμε στό Εὐαγγέλιο, καί μᾶς κτυπᾶ ὁ ὄφις ὁ ἀρχαῖος κατά πρόσωπον, καί προσπαθοῦμε νά τόν θαμπώσουμε μέ τίς ψευτοευλάβειές μας καί τίς φθηνές καλές μας πράξεις, καί ὄχι μέ τό φῶς τοῦ νοητοῦ ἥλιου τῆς δικαιοσύνης. Βάζουμε μπροστά στά μάτια τοῦ διαβόλου τόσο ἀστεῖα πράγματα, γιά νά τοῦ περιορίσουμε τήν ὁρμή, πού καί ὁ ἴδιος σκᾶ στά γέλια, μᾶς λυπᾶται καί μᾶς ἀφήνει γιά ἄλλη φορά. Δυστυχῶς οἱ ρασοφόροι ἀντλοῦμε δύναμη καί δικαιώματα ὄχι ἀπό τήν ἁγία ἄσκηση, ἀλλά ἀπό τά ἀξιώματα πού μᾶς ἔδωσε ἡ Ἐκκλησία.
Κάποιος Ἐπίσκοπος, εἰσερχόμενος στόν Ναό τοῦ ἁγίου Γερασίμου στήν Κεφαλονιά ἤκουσε τίς φωνές δαιμονισμένης κόρης. Πηγαίνοντας μπροστά της, εἶπε: «Ἐν ὀνόματι τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, ἔξελθε πνεῦμα ἀκάθαρτον». Καί ἐκεῖνο τοῦ ἀπήντησε: Σκάσε, βλάκα. Ἐσύ ποτέ δέν μ' ἔδιωξες ἀπό τήν καρδιά σου καί θά μέ βγάλεις ἀπό αὐτήν, στήν ὁποία εἴκοσι χρόνια κατοικῶ;
Στήν ἐποχή μας ἡ Ἐκκλησία προβάλλει κάποιους Μητροπολίτες γιά μεγάλους θεολόγους καί μάλιστα ἀπαιτεῖ νά στοιχοῦμε καί νά ἀναπαυόμαστε στήν διδασκαλία τους, ἐνῶ ἡ ζωή τους εἶναι  σάν  τήν  μούργα,  πού   κατακάθεται στο βαρέλι καί ἀνεβάζει τήν ὀξύτητα τοῦ λαδιοῦ. Οἱ Ἱεράρχες στήν Ἐκκλησία ἦταν πρῶτα Ἅγιοι καί μετά Πατέρες καί Διδάσκαλοι. Καί ἐμεῖς οἱ δύστυχοι μοναχοί γυρνᾶμε στόν κόσμο μ' ἕναν ντορβά στήν πλάτη καί πουλᾶμε τήν πιό φθηνή ἁγιότητα.
Ἀλλά -δόξα τῶ Θεῶ- φύσηξε λίβας ἐξ Ἀθηνῶν καί μᾶς σάρωσε, μᾶς καθάρισε, ὅπως ὁ ἄνεμος τό σιτάρι ἀπό τά ἄχυρα. Ἀναπάντεχο καλό μᾶς βρίσκει. Πίστεψαν οἱ δημοσιογράφοι πώς λερωθήκαμε ἀπό τόν φόβο μας. Τοὐναντίον πλυθήκαμε καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήκαμε. Φύσηξε ἄνεμος καί ἀπό τά τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος καί ἔσεισε τά δένδρα τοῦ Ἀθωνικοῦ δρυμοῦ, τά ὑψηλόκορμα καί ὑψηλόφρονα. Ὅσα ἦταν ἐπιπολαιόρριζα σκιάχτηκαν τήν δύναμη τοῦ ἀνέμου. Τά βαθύρριζα ἔμειναν ἀπτόητα. Οἱ ἐχθροί σήμερα τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι οὔτε οἱ ταλαίπωροι δημοσιογράφοι οὔτε οἱ ἄθεοι, ἀλλ' οἱ τάχατες εὐλαβεῖς, καί οἱ λεγόμενοι θρησκευτικοί.
Καί ἄς ἔρθουμε πιό κοντά στά δικά μας. Οἱ δυσκολίες μας στά Μοναστήρια εἶναι ἀπό τούς εὐλαβεῖς γονεῖς. Ἄν ἔρθη παιδί στό Μοναστήρι ἀπό εὐσεβή οἰκογένεια, τότε θά δεῖτε μπόρες καί καταιγίδες πού θά ἐπιπέσουν στόν ἡγούμενο καί τούς μοναχούς. Ὁ λαός λέγει «Πάρ' του ὅ,τι ἀγαπᾶ καί θά δεῖς ποιός εἶναι».
Αὐτό τό βιώνουμε πέρα γιά πέρα ἀληθινά στήν θυσία τοῦ Ἀβραάμ. Αὐτές τίς μέρες υἱός χριστιανικῆς οἰκογένειας, καί μάλιστα ἀγωνιζομένης δεινῶς γιά τήν κάθαρση τῆς Ἐκκλησίας, ἐξέφρασε τήν ἐπιθυμία νά ἐξέλθει τοῦ κόσμου καί νά στοιχηθεῖ στίς τάξεις τῶν μοναχῶν. Κυριολεκτικά μέ ἔστησαν στήν μπούκα τοῦ κανονιοῦ. Θεώρησαν τόν μοναχό κακό κατάντημα καί ὄχι καταξίωση καί εὐλογία Θεοῦ.
Ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, ἔχουμε ἀνάγκη ἀποτάξεως τοῦ σατανᾶ καί συντάξεως μέ τόν Ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ Χριστό. Ἐμεῖς, πού χάσαμε τήν ταπείνωση καί ζητοῦμε τήν ἀξιοπρέπεια. Ἐμεῖς, πού φτιάχνουμε ἁγίους ἐκεῖ πού οὔτε ἴχνος ἁγιότητος ὑπάρχει, γιά νά κρυφτοῦμε ἀπό πίσω τους ὅπως οἱ Πρωτόπλαστοι στόν Παράδεισο.
-Ἐγώ, καυχησιολογώντας λέγουμε, ἔχω Γέροντα τόν τάδε προορατικό πατέρα. Καί ἐπαναπαυόμαστε.
Θέλουμε Μοναστήρια καί ἅγιους κληρικούς, ἀλλ' ὄχι ἀπό τά παιδιά μας, ὄχι ἀπό τήν δική μας φυτεία. Ἡ κρίσις τοῦ κόσμου καί τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀπό τούς εὐλαβεῖς καί ἀπό μᾶς τούς κληρικούς καί μοναχούς. Εἶναι ἀνάγκη νά ἀνασυνταχθοῦμε οἱ Χριστιανοί, ἀλλιῶς τό κακό ἀπό μᾶς θά προέλθει στόν κόσμο.
Ὄχι ἄλλο πίσω ἀπό ψευδοπροφῆτες καί ψευδοδιδασκάλους, ἀλλά μετάνοια καί προσανατολισμό στό βγάλσιμο τοῦ ἥλιου, νά θαμπώσει τήν δενδρογαλιά πού κονεύει στά καντούνια τοῦ κόσμου.
Ἀρχ. Γρηγόριος,  Ἡγούμενος τῆς Ἱ. Μονῆς Δοχειαρίου Ἁγ. Ὅρους


Τετράδιο 116 * Αὔγουστος 2009

Παρασκευή 11 Απριλίου 2014


Δέν τελείωσε ἱστορικά ὁ Ἑλληνισμός
Ὁ καθηγητής κ. Χρ. Γιανναρᾶς προσφέρει στούς ἀναγνῶστες κάθε Κυριακή στοχασμούς γνώσης σημαντικότατους, ἔστω καί μέ κάποιες ἐκφραστικές ὀξύτητες μέχρι ἀμετροέπειας κάποτε. Οἱ ἐπιφυλλίδες του ἀποτελοῦν ὑπόμνημα τῆς ἐφημερίδας «Καθημερινή».
Στήν ἐπιφυλλίδα, ὅμως, τῆς 19ης Ἰουλίου 2009, μέ τόν τίτλο ἤδη «Πότε τέλειωσε ἱστορικά ὁ Ἑλληνισμός», ὑπερέβη ὁ κ. Γιανναρᾶς τά ἐσκαμμένα τῆς στοχαστικῆς εὐτολμίας καί τά ὅρια τῆς θεμιτῆς δημόσιας προβολῆς προσωπικῆς του γνώμης, ἀρνητικῆς τῆς ἐθνικῆς τοῦ λαοῦ του ἰδιότητας. Δέν ἀποδοκιμάζω τήν ὑπεραυστηρή ἔκφρασή του «βλάσφημη αἰσχρολογία τοῦ νέου Μουσείου τῆς Ἀκρόπολης» ἔκγονη τοῦ ζήλου του γιά ἑλληνικότητα. Δέν μοῦ ἐπιτρέπεται ὅμως νά ἀνεχθῶ ἀφορισμούς, ὅπως «συνεχίζουμε νά ὑπάρχουμε χωρίς πιά νά εἴμαστε Ἕλληνες» ἤ «ὁ Ἑλληνισμός τελείωσε ἱστορικά μέ ἀργό καί βασανιστικό (ταπεινωτικό) ψυχορράγημα πού ξεκίνησε τό 1833» καί «Σέ κάθε παραμικρή πτυχή του τό σημερινό ἑλληνώνυμο κρατίδιο εἶναι μιά ὕβρις τῆς ἑλληνικότητας».
Ἀνήκω στή γενεά τῶν Ἑλλήνων, πού τό ἑπτάμηνο 1940 - 1941 ἔσωσαν τήν ἐλευθερία τῶν λαῶν τῆς Εὐρώπης καί τήν τιμή τῆς ἀνθρωπότητας. Ἡ εὐλαβική μνήμη, λοιπόν, τῶν ἡρώων νεκρῶν τῆς γενεᾶς ἐκείνης μοῦ ὑπαγορεύει νά διαμαρτυρηθῶ ἔντονα γιά τόν θλιβερό ἰσχυρισμό τοῦ κ. Γιανναρᾶ ὅτι ὁ Ἑλληνισμός «τελείωσε ἱστορικά». Εὐπρόσδεκτος μοῦ εἶναι ἡ νηφάλια κριτική γιά κάποιες σφαλερές τάσεις πολιτικῶν εἴτε διανοουμένων στήν ἀποτίμηση τῶν σημερινῶν ἀναγκῶν ἤ στήν ἑρμηνεία τῶν ἱστορικῶν ἀξιῶν τοῦ ἔθνους. Ὄχι, ὅμως, καί ἡ ἀπογύμνωση τῆς σημερινῆς γενεᾶς τῶν Ἑλλήνων ἀπό τήν ἐθνική τους ὑπόσταση, μέ τό κήρυγμα ὅτι «ὁ Ἑλληνισμός τελείωσε ἱστορικά».
Ἄς κρατήσουμε ἀπό τήν ἐπιφυλλίδα τοῦ κ. Γιανναρᾶ τήν ὑπόμνηση τῆς ἱστορικῆς μεγαλουργίας τῶν Ἑλλήνων τῆς κλασικῆς ἐποχῆς καί ἰδιαίτερα τήν ἔξαρση τῶν πνευματικά ἐξαίσιων ἐπιτεύξεων τοῦ Μεσαιωνικοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλά καί τοῦ ἔξοχου κοινωνικοῦ πολιτισμοῦ τῶν Ἑλλήνων στήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας. Καί ἄς ἀπορρίψουμε τό προϊόν μέθης μυκτηρισμοῦ, ὑβριστικό γιά τούς σημερινούς Ἕλληνες δόγμα, ὅτι ὁ Ἑλληνισμός «τελείωσε ἱστορικά», μέ ὑπεύθυνο τό ἀπό τό 1833 «νεωτερικό ἑλλαδικό κρατίδιο» διασκεύασμα τῶν Βαυαρῶν καί τῶν ὀπαδῶν τοῦ Κοραῆ.
Ἄς μοῦ συγχωρηθεῖ νά διαμαρτυρηθῶ καί γιά τήν ἄδικη αὐτή καταδίκη τῆς ἀπό τό 1833 ἑλληνικῆς πολιτείας, μικρῆς ἔστω κοιτίδας τοῦ ἀνά τήν οἰκουμένη Ἑλληνισμοῦ.
Ἄς ἀναλογισθοῦμε σήμερα πῶς ξεκίνησε τό ἑλλαδικό αὐτό κρατίδιο τό 1833: μέ τή χώρα ἐρειπωμένη σέ μέγα βαθμό στή διάρκεια τῆς ἐννεάχρονης Ἐπαναστάσεως (τό ἕν τρίτο τοῦ ἐνεργοῦ πληθυσμοῦ καί τά δύο τρίτα τοῦ παγίου κεφαλαίου ἦταν οἱ ἀπώλειες τοῦ ἔνδοξου Ἀγώνα) μέ πληθυσμό ἀναλφάβητο σέ ὑψηλό ποσοστό· μέ τίς ἀντιθέσεις ὡς πρός τή γλώσσα μεταξύ ὀπαδῶν τῆς καθαρεύουσας καί ὀπαδῶν τῆς δημοτικῆς ἀλλά καί ὡς πρός τήν ἀναδοχή τῶν ἀξιῶν πολιτισμοῦ ἀπό τή σύγχρονη Εὐρώπη ἤ ἀπό τήν ἀρχαία Ἑλλάδα ἤ τό ἐγγύτερο Βυζάντιο ἤ τή λαϊκή παράδοση· καί προπάντων μέ τό βάρος τῆς ἀλυτρωτικῆς πολιτικῆς, δηλαδή τοῦ χρέους πρός ἀπελευθέρωση τῶν ὑπό τήν ὀθωμανική ἀκόμη ἐξουσία Ἑλλήνων, πολυπληθέστερων κατά πολύ ἀπό τούς Ἕλληνες τοῦ μικροῦ ἐλεύθερου κράτους. Ἄς μήν λησμονοῦμε τίς ἀπελευθερωτικές Ἐπαναστάσεις: τῆς Νότιας Θεσσαλίας τό 1841, τῆς Κρήτης τό 1841, τό 1866, τό 1896. Ἦταν ὅλες ἐνισχυμένες ἤ καί ὑποκινημένες ἀπό τό ἐλεύθερο κρατίδιο.
Καί ὅμως, τό μικρό ἐλεύθερο κράτος, μέ τήν πολύτιμη ἐξάλλου συμπαράσταση τῶν πέραν τῶν συνόρων του Ἑλλήνων, κατόρθωσε πολλά καί σπουδαῖα. Καί παράγων κύριος ὑπῆρξε ὁ βαθύβλυστος πατριωτισμός τῶν ὅπου γῆς Ἑλλήνων (παράδειγμα ἐντυπωσιακό, τό 1912: τό ἥμισυ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἦταν Ἕλληνες τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐθελοντές).
Στά βιβλία μου «Θεμέλια Ἱστορίας καί Πολιτικῆς» (1977) καί «Ἑλληνικά» (1994) παρουσιάζω τόν, ἀρκετά θετικό, ἀπολογισμό τῶν πεπραγμένων τοῦ ἑλληνικοῦ ἐλεύθερου κράτους, καθώς καί τούς σημερινούς κινδύνους γιά τό ἑλληνικό ἔθνος. Δέν λησμονῶ ἄλλωστε καί τίς μαῦρες σελίδες τῆς ἀρχαίας καί τῆς μεσαιωνικῆς ἱστορίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καί δέν παρασύρομαι νά πρεσβεύω ἱστορικό τέλος τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
Παρά τή γεωπολιτική οὐτοπία καί τήν ἀντιδρομή τῶν καιρῶν, ὁ Ἑλληνισμός, πιστεύω ἀκράδαντα, συνεχίζει τήν Ἱστορία του, καί μάλιστα μέ τά ἴδια ἐλαττώματα, ὅπως καί στό ἔνδοξο παρελθόν, καί μέ ἱκανά χαρίσματα δημιουργικότητας καί ἠθικότητας, ἔστω καί ὄχι ἐφάμιλλα πρός ἐκεῖνα τῶν μεγάλων στιγμῶν τῆς ἱστορίας του.
Ἐμεῖς οἱ πρεσβύτεροι ὀφείλομε νά μήν ἀποθαρρύνομε τή νέα γενιά τῶν Ἑλλήνων, ἀλλά νά τήν παροτρύνομε πρός ἠθική ἔξαρση καί πνευματική μεγαλουργία καί πρός τούς ἄλλους τρόπους τοῦ εὖ ζῆν. *
Κ. Ἰ. Δεσποτόπουλος
* Καθημερινή 5.8.2009


Τετράδιο 117 * Σεπτέμβριος 2009

Πέμπτη 10 Απριλίου 2014


Ἡ χαρά καί ἡ ἐλπίδα μας
Ἡ Θεοτόκος δέν παρέδωσε στή Γραφή οὔτε τίς σκέψεις Της οὔτε τήν ἀγάπη Της γιά τόν Υἱό καί Θεό Της οὔτε τίς θλίψεις τῆς ψυχῆς Της, κατά τήν ὥρα τῆς σταυρώσεως, γιατί οὔτε καί τότε θά μπορούσαμε νά τά συλλάβομε. Ἡ ἀγάπη Της γιά τόν Θεό ἦταν ἰσχυρότερη καί φλογερότερη ἀπό τήν ἀγάπη τῶν Χερουβείμ καί τῶν Σεραφείμ κι ὅλες οἱ Δυνάμεις τῶν Ἀγγέλων καί Ἀρχαγγέλων ἐκπλήσσονται μ’ Αὐτήν.
Παρ’ ὅλο ὅμως πού ἡ ζωή τῆς Θεοτόκου σκεπαζόταν, θά λέγαμε, ἀπό τήν ἁγία σιγή, ὁ Κύριος ὅμως φανέρωσε στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας πώς ἡ Παναγία μας ἀγκαλιάζει μέ τήν ἀγάπη Της ὅλο τόν κόσμο καί βλέπει μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα ὅλους τούς λαούς τῆς γῆς καί, ὅπως καί ὁ Υἱός Της, ἔτσι κι Ἐκείνη σπλαχνίζεται καί ἐλεεῖ τούς πάντες.
Ὤ, καί νά γνωρίζαμε πόσο ἀγαπᾶ ἡ Παναγία ὅλους ὅσους τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί πόσο λυπᾶται καί στενοχωριέται γιά κείνους πού δέν μετανοοῦν! Αὐτό τό δοκίμασα μέ τήν πείρα μου. Δέν ψεύδομαι, λέω τήν ἀλήθεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πώς γνωρίζω πνευματικά τήν Ἄχραντη Παρθένο. Δέν Τήν εἶδα, ἀλλά τό Ἅγιο Πνεῦμα μοῦ ἔδωσε νά γνωρίσω Αὐτήν καί τήν ἀγάπη Της γιά μᾶς. Χωρίς τήν εὐσπλαχνία Της ἡ ψυχή θά εἶχε χαθεῖ ἀπό πολύν καιρό.
Ἐκείνη ὅμως εὐδόκησε νά μ’ ἐπισκεφθεῖ καί νά μέ νουθετήσει, γιά νά μήν ἁμαρτάνω. Μοῦ εἶπε: «Δέν μ’ ἀρέσει νά βλέπω τά ἔργα σου». Τά λόγια Της ἦταν εὐχάριστα, ἤρεμα, μέ πραότητα καί συγκίνησαν τήν ψυχή. Πέρασαν πάνω ἀπό σαράντα χρόνια, μά ἡ ψυχή μου δέν μπορεῖ νά λησμονήσει ἐκείνη τή γλυκειά φωνή καί δέν ξέρω πῶς νά εὐχαριστήσω τήν ἀγαθή καί σπλαγχνική Μητέρα τοῦ Θεοῦ.
Ἀληθινά, Αὐτή εἶναι ἡ βοήθειά μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί μόνο τ’ ὄνομά Της χαροποιεῖ  τήν  ψυχή. Ἀλλά κι ὅλος ὁ οὐρανός κι ὅλη ἡ γῆ χαίρονται μέ τήν ἀγάπη Της. Ἀξιοθαύμαστο κι ἀκατανόητο πράγμα. Ζεῖ στούς οὐρανούς καί βλέπει ἀδιάκοπα τή δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά δέν λησμονεῖ κι ἐμᾶς τούς φτωχούς κι ἀγκαλιάζει μέ τήν εὐσπλαχνία Της ὅλη τή γῆ κι ὅλους τούς λαούς.
Κι Αὐτή τήν Ἄχραντη Μητέρα Του ὁ Κύριος τήν ἔδωσε σ’ ἐμᾶς. Αὐτή εἶναι ἡ χαρά καί ἡ ἐλπίδα μας. Αὐτή εἶναι ἡ πνευματική μας Μητέρα καί βρίσκεται κοντά μας κατά τή φύση σάν ἄνθρωπος καί κάθε χριστιανική ψυχή ἑλκύεται ἀπό τήν ἀγάπη πρός Αὐτήν.
Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης 


Τετράδιο 116 * Αὔγουστος 2009

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014


Ἀμοργός

Ἕνα καράβι μπαίνει στὸ γιαλὸ
ἕνα μαγγανοπήγαδο σκουριασμένο βογγάει
Μιὰ τούφα γαλανὸς καπνὸς μὲς στὸ τριανταφυλλὶ τοῦ ὁρίζοντα
Ἴδιος μὲ τὴ φτερούγα τοῦ γερανοῦ ποὺ σπαράζει
Στρατιὲς χελιδονιῶν περιμένουνε νὰ ποῦν
στοὺς ἀντρειωμένους τὸ καλωσόρισες
Μπράτσα σηκώνουνται γυμνὰ μὲ χαραγμένες ἄγκυρες στὴ μασχάλη
Μπερδεύουνται κραυγὲς παιδιῶν μὲ τὸ κελάδημα τοῦ πουνέντε
Μέλισσες μπαινοβγαίνουνε μὲς στὰ ρουθούνια τῶν ἀγελάδων
Μαντήλια καλαματιανὰ κυματίζουνε
Καὶ μία καμπάνα μακρινὴ βάφει τὸν οὐρανὸ μὲ λουλάκι
Σὰν τὴ φωνὴ κάποιου σήμαντρου ποὺ ταξιδεύει μέσα στ᾿ ἀστέρια
Τόσους αἰῶνες φευγάτο
Ἀπὸ τῶν Γότθων τὴν ψυχὴ κι ἀπὸ τοὺς τρούλλους τῆς Βαλτιμόρης
Κι ἀπ᾿ τὴ χαμένη Ἁγια-Σοφιὰ τὸ μέγα μοναστήρι.
Μὰ πάνω στ᾿ ἀψηλὰ βουνὰ ποιοὶ νά ᾿ναι αὐτοὶ ποὺ κοιτᾶνε
Μὲ τὴν ἀκύμαντη ματιὰ καὶ τὸ γαλήνιο πρόσωπο;
Ποιᾶς πυρκαγιᾶς νά ᾿ναι ἀντίλαλος αὐτὸς ὁ κουρνιαχτὸς στὸν ἀγέρα;
Μήνα ὁ Καλύβας πολεμάει μήνα ὁ Λεβεντογιάννης;
Μήπως ἀμάχη ἐπιάσανεν οἱ Γερμανοὶ μὲ τοὺς Μανιάτες;
Οὐδ᾿ ὁ Καλύβας πολεμάει κι οὐδ᾿ ὁ Λεβεντογιάννης
Οὔτε κι ἀμάχη ἐπιάσανεν οἱ Γερμανοὶ μὲ τοὺς Μανιάτες.
Πύργοι φυλᾶνε σιωπηλοὶ μία στοιχειωμένη πριγκίπισσα
Κορφὲς κυπαρισσιῶν συντροφεύουνε μία πεθαμένη ἀνεμώνη
Τσοπαναρέοι ἀτάραχοι μ᾿ ἕνα καλάμι φλαμουριᾶς
λένε τὸ πρωινό τους τραγούδι
Ἕνας ἀνόητος κυνηγὸς ρίχνει μία ντουφεκιὰ στὰ τρυγόνια
Κι ἕνας παλιὸς ἀνεμόμυλος λησμονημένος ἀπ᾿ ὅλους
Μὲ μία βελόνα δελφινιοῦ ράβει τὰ σάπια του πανιὰ μοναχός του
Καὶ κατεβαίνει ἀπ᾿ τὶς πλαγιὲς μὲ τὸν καράγιαλη πρίμα
Ὅπως κατέβαινε ὁ Ἄδωνις στὰ μονοπάτια τοῦ Χελμοῦ
νὰ πεῖ μία καλησπέρα τῆς Γκόλφως.


Νίκος Γκάτσος 

Τετράδιο 116 * Αὔγουστος 2009

Τρίτη 8 Απριλίου 2014


Μονόγραμμα

Ἔτσι μιλῶ γιά σένα καί γιά μένα

Ἐπειδή σ΄ ἀγαπῶ καί στήν ἀγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Ἀπό παντοῦ, γιά τό μικρό τό πόδι σου μές στ’ ἀχανῆ σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά - κι ἔχω τή δύναμη
Ἀποκοιμισμένη, νά φυσῶ νά σέ πηγαίνω
Μές ἀπό φεγγερά περάσματα καί κρυφές τῆς θάλασσας στοές
Ὑπνωτισμένα δέντρα μέ ἀράχνες πού ἀσημίζουνε

Ἀκουστά σ’ ἔχουν τά κύματα
Πῶς χαϊδεύεις, πῶς φιλᾶς
Πῶς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "ἔ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν ὅρμο
Πάντα ἐμεῖς τό φῶς κι ἡ σκιά

Πάντα ἐσύ τ’ ἀστεράκι καί πάντα ἐγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα ἐσύ τό λιμάνι κι ἐγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί ἡ λάμψη ἐπάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα, καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα ἐσύ τό πέτρινο ἄγαλμα καί πάντα ἐγώ ἡ σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι ἐσύ, ὁ ἀέρας πού τό ἀνοίγει ἐγώ
Ἐπειδή σ’ἀγαπῶ καί σ’ἀγαπῶ
Πάντα ἐσύ τό νόμισμα καί ἐγώ ἡ λατρεία πού τό ἐξαργυρώνει

Τόσο ἡ νύχτα, τόσο ἡ βοή στόν ἄνεμο
Τόσο ἡ στάλα στόν ἀέρα, τόσο ἡ σιγαλιά
Τριγύρω ἡ θάλασσα ἡ δεσποτική
Καμάρα τ’οὐρανοῦ μέ τ’ἄστρα
Τόσο ἡ ἐλάχιστή σου ἀναπνοή

Πού πιά δέν ἔχω τίποτε ἄλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους, τό ταβάνι, τό πάτωμα
Νά φωνάζω ἀπό σένα καί νά μέ χτυπᾶ ἡ φωνή μου
Νά μυρίζω ἀπό σένα καί ν’ἀγριεύουν οἱ ἄνθρωποι
Ἐπειδή τό ἀδοκίμαστο καί τό ἀπ’ἀλλοῦ φερμένο
Δέν τ’ἀντέχουν οἱ ἄνθρωποι κι εἶναι νωρίς, μ’ἀκοῦς
Εἶναι νωρίς ἀκόμη μές στόν κόσμο αὐτόν ἀγάπη μου

Νά μιλῶ γιά σένα καί γιά μένα.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης


Τετράδιο 117 * Σεπτέμβριος 2009

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014


Ἄφησε τόν κόσμο καί κοίταξε τόν παπα-Δημήτρη
Κατουνάκια Ἁγίου Ὄρους
Ἐν Χριστῶ ἀγαπητέ ἀδελφέ παπα-Δημήτριε, Χριστός Ἀνέστη!

…Οἱ ἅγιοι δέν παρακαλοῦσαν τόν Θεόν νά τούς ἀφαιρέση τά βάσανα καί τάς θλίψεις, ἀλλά νά τούς δίδη ὑπομονήν νά τά ὑπομένουν ἀγογγύστως.
…Αἱ θλίψεις ἀδελφέ μου καί τά βάσανα εἶναι τά μέσα, τά αὐτοκίνητα πού θά μᾶς πᾶνε στόν Παράδεισον. Σέ αὐτόν τόν κόσμον, ἄλλο μήν περιμένης. Ἡ χαρά καί ἡ ἀγαλλίασις ἐπιφυλάσσεται γιά τήν ἄλλην ζωήν. Ὁ Χριστός δέν λέγει στό Εὐαγγέλιον «ἐν τῶ κόσμω θλίψιν ἔξετε; Πολλαί αἱ θλίψεις τῶν δικαίων; Στενή καί τεθλιμμένη ἡ ὁδός»; Κάθε μέρα τά διαβάζουμε αὐτά. Ἄν δέν ὑπῆρχαν οἱ τύραννοι οὔτε μάρτυρας θά εἴχαμεν. Ἡ θλίψις γεννᾶ τήν χαράν. Θάρρος, λοιπόν, καί μή ἀπελπίζεσαι εὔκολα.
Καλά, πολύ καλά κάνεις καί προσεύχεσαι συχνά καί ζητᾶς βοήθεια ἀπό τόν Θεόν. Πάντα ἔτσι νά κάνης. Καλόν ὅμως θεωρῶ νά σοῦ πῶ, πώς πρέπει νά λές τήν εὐχήν, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Μεγάλη παρηγορία θά βρῆς. Νά κρατᾶς στό χέρι σου τό ἀριστερό κομποσκοίνι καί νά λές αὐτήν τήν εὐχήν. Παπᾶς εἶσαι καί νά τήν λές, καί κανείς δέν θά σέ παρεξηγήση. Μᾶλλον καί τούς ἐνορίτας σου νά πῆς νά τήν λένε καί αὐτοί. Καί θά δῆς πόση χαρά, σύν τῶ χρόνω, θά σοῦ φέρη. Νά τήν λές παντοῦ, ὅπου καί νά βρίσκεσαι, ὅ,τι δουλειά καί νά κάνης, νά μήν τήν ἀφήσης ποτέ. Πότε μέ τήν γλῶσσαν σου ἐκφώνως καί πότε μέ τόν νοῦ σου μυστικά (χωρίς νά σέ ἀκούει κανείς).
…Μοῦ γράφεις ὅτι ὁ κόσμος πῆρε κατήφορο. Ἄφησε τόν κόσμο καί κοίταξε τόν παπα- Δημήτρη. Ἔσχατοι καί κακοί καιροί. Ὁ Θεός νά μᾶς σκεπάζη.
Μετά τῆς ἐν Χριστῶ ἀγάπης
Ἐφραίμ ἱερομόναχος τοῦ παπα-Νικηφόρου *

*Ἐπιστολή τοῦ Γέροντος Ἐφραίμ Κατουνακιώτη πρός τόν παπα-Δημήτρη Γκαγκαστάθη

Τετράδιο 117 * Σεπτέμβριος 2009

Σάββατο 5 Απριλίου 2014


Στὸ Μέγα Γιαλὸ
Κάτω ἡπλώνετο ὁ Μέγας Γιαλός, μὲ τὴν μακρὰν ἀτελείωτον πλατεῖαν λωρίδα τῆς ἄμμου καὶ τῶν χαλίκων του, μὲ τὴν βαθεῖαν γαλανὴν καὶ πρασινίζουσαν θάλασσάν του. Ἐδῶθεν κ᾿ ἐκεῖθεν δύο μικροὶ κάβοι μὲ κρημνώδεις καὶ ἀποτόμους προεξοχὰς τῶν βράχων ὡροθετοῦσαν τὸν Μέγαν Γιαλόν, χωρὶς νὰ τὸν φράττωσι, χωρὶς νὰ σχηματίζωσι μικρὰν καμπύλην, χωρὶς ν᾿ ἀποτελῶσιν ὅρμον ἢ μικρὰν ἀγκάλην. 
Ὁ Μέγας Γιαλὸς ἦτο ὅλος ἀνοικτὸς εἰς τὸν κὺρ Βορηᾶν, τὸν αὐθέντην του. Ὅσον καὶ ἂν παρακαλέσῃ τις μὲ τραγούδια τὸν κὺρ Βορηᾶν νὰ μετριάσῃ τὸ ἄγριον φύσημά του, ὁ σκληρὸς δὲν εἶναι φιλόμουσος, καὶ δὲν συγκινεῖται ἀπὸ τραγούδια. Καὶ ὅσον καὶ ἂν ἐπεθύμει τις νὰ ὀνομάσῃ τὸν Μέγα Γιαλὸν ὅρμον, ὁ Μέγας Γιαλὸς ἦτο ἀναπεπταμένη θάλασσα, ἦτο ἀδελφὸς τοῦ πελάγους, καὶ ἦτο ἁπλοῦς σταθμὸς τοῦ σκληροῦ Βορηᾶ, τοῦ αὐθέντου του.
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Οὔτε ψύχα πνευματική οὔτε φλοιό

Ἐν Ἁγίω Ὄρει τῆ 23η Ἰανουαρίου 1969

Σεβαστέ Πάτερ Χαράλαμπε,
Μετά λύπης μου, ἀπό ὅσους φιλενωτικούς ἔχω γνωρίσει, δέν εἶδα νά ἔχουν οὔτε ψύχα πνευματική οὔτε φλοιό. Ξέρουν ὅμως νά ὁμιλοῦν γιά ἀγάπη καί ἑνότητα, ἐνῶ οἱ ἴδιοι δέν εἶναι ἑνωμένοι μέ τόν Θεόν, διότι δέν Τόν ἔχουν ἀγαπήσει. Θά ἤθελα νά παρακαλέσω θερμά ὅλους τούς φιλενωτικούς ἀδελφούς μας:
Ἐπειδή τό θέμα τῆς ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν εἶναι κάτι τό πνευματικόν -καί ἀνάγκην ἔχουμε πνευματικῆς ἀγάπης- ἄς τό ἀφήσουμε σέ αὐτούς πού ἀγαπήσανε πολύ τόν Θεόν καί εἶναι θεολόγοι σάν τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι νομολόγοι, πού προσφέρανε καί προσφέρουν ὁλόκληρο τόν ἑαυτόν τους εἰς τήν διακονίαν τῆς Ἐκκλησίας (ἀντί μεγάλης λαμπάδας) τούς ὁποίους ἄναψε τό πῦρ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί ὄχι ὁ ἀναπτήρας τοῦ νεωκόρου.
Ἄς γνωρίζωμεν ὅτι δέν ὑπάρχουν μόνον φυσικοί νόμοι ἀλλά καί πνευματικοί. Ἑπομένως, ἡ μέλλουσα ὀργή τοῦ Θεοῦ δέν μπορεῖ ν’ ἀντιμετωπισθῆ μέ συνεταιρισμόν ἁμαρτωλῶν (διότι διπλή ὀργή θά λάβωμε), ἀλλά μέ μετάνοιαν καί τήρησιν τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου.

Γέρων Παΐσιος Ἁγιορείτης
Τετράδιο 118 * Όκτώβριος 2009

Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

Έπιστολή στόν πατέρα


Ἐν Πειραιεῖ τῇ αʹ Ἰανουαρίου 1870.

Σεβαστέ μοι πάτερ!


Ἔλαβον τὴν ἀπὸ τῆς 20 τοῦ ἄρτι λήξαντος μηνὸς τοῦ ἔτους ἐπιστολὴν ὑμῶν, ὡς καὶ τὸ δεκάδραχμον καὶ τὰ ζητηθέντα βιβλία. Ἡ ἐπιστολή σας μ᾿ ἐβύθισεν εἰς λύπην, διότι ἴδον ἐναργέστερον τὰ καθ᾿ ἡμᾶς. 

Βεβαίως γνωρίζω ὅτι εἶμαι ἄχθος σπουδαῖον διὰ τὰ ἡμέτερα, ἅτινα εἶναι μικρὰ καὶ ἀπαιτοῦσι ταχεῖαν ἐπικουρίαν. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ πράξω ἄλλο ἢ νὰ περιμένω (ἐπὶ τοῦ παρόντος) παρ᾿ ὑμῶν τὰ πάντα. Ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις εἶναι ὑπέρποτε δυσάρεστος, δὲν δύναμαι καὶ πάλιν νὰ πράξω ἄλλο, ἢ νὰ... διακόψω τὰς σπουδάς μου καὶ εἰσέλθω εἰς τὸν πρακτικὸν βίον. Δὲν εἶναι οὔτε ἐπιεικὲς οὔτε συμβιβάζεται μὲ τὰς ἕξεις καὶ τὰ ἤθη καὶ τὴν δειλίαν μου τὸ νὰ ζητῶ χρήματα ἀπὸ τὸν τυχόντα πατριώτην. Ἀρκεταὶς ἐντροπαὶς ἔφαγα ἕως τώρα... 

Ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν χρημάτων, ἅτινα μοὶ ἀπεστείλατε ἐσχάτως δεικνύει ὅτι δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψις τῆς καταλλήλου εὐκαιρίας πρὸς ἀποστολὴν χρημάτων, ἀλλ᾿ ἡ ἔλλειψις αὐτῶν δὴ τῶν χρημάτων, ἥτις μᾶς ἐνδιαφέρει. Μὴ μοὶ τὸ κρύπτετε. Ὤ, ἐὰν εἶχον σήμερον, αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἕως πεντήκοντα δραχμὰς ἤθελον κάμει τὸν σταυρόν μου, ἀλλὰ δὲν τὰς ἔχω. 

Σᾶς ἀσπάζομαι, παρακαλῶ τὸν Ὕψιστον νὰ χαρίσῃ ὑμῖν τὸ νέον ἔτος εὐτυχές.
Ὁ υἱός Σας

Ἀλέξανδρος


(Ἐπιστολή Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη στόν πατέρα του)

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Ἀγαπητέ Θεέ

Ἀγαπητέ Θεέ, ἄν ζοῦµε µετά τόν θάνατό µας, τότε γιατί νά πεθάνουµε;
Τό ἀντρόγυνο στό διπλανό διαµέρισµα τσακώνεται γιά τά καλά ὅλη τήν ὥρα. Θά ἔπρεπε ν' ἀφήνεις νά παντρεύονται µόνο οἱ πολύ καλοί φίλοι.
Ἀγαπητέ Θεέ, πῶς ἔγινε καί δέν ἐφεῦρες κανένα καινούργιο ζῶο τελευταῖα; Ἔχουµε πάντα τά ἴδια τά παλιά.
Ξέρω πού λέει νά γυρίζεις καί τό ἄλλο σου µάγουλο, τί γίνεται ὅµως ἄν ἡ ἀδερφή σου σέ χτυπήσει στό µάτι;
Ἀγαπητέ Θεέ, ἤθελες πράγµατι ἡ καµηλοπάρδαλη νά εἶναι ἔτσι ἤ µήπως ἔκανες λάθος;
Ἀγαπητέ Θεέ, θά µποροῦσες νά γράψεις µερικές ἀκόµα ἱστορίες;
Τίς διαßάσαµε ὅλες αὐτές πού ἔγραψες καί τίς ξαναρχίσαµε.
Διαßάσαµε ὅτι ὁ Θωµᾶς Ἔντισον ἀνακάλυψε τό φῶς. Ἐγώ νόµιζα ὅτι τό εἶχες ἀνακαλύψει ἐσύ.
Ἀγαπητέ Θεέ, εἶσαι πλούσιος ἤ µόνο διάσηµος;
Ἀγαπητέ Θεέ, πῶς ἤξερες ὅτι ἤσουνα Θεός;
Ἀγαπητέ Θεέ, στίς ἀπόκριες θά ντυθῶ διάßολος. Σέ πειράζει;
Ἀγαπητέ Θεέ, ἡ δασκάλα λέει ὅτι οἱ µέρες ἄλλοτε µικραίνουν κι ἄλλοτε µεγαλώνουν. Δέν µπορεῖς νά καταλήξεις σέ µιά ἀπόφαση;
Ἀντί ν' ἀφήνεις τούς ἀνθρώπους νά πεθαίνουν καί νά φτιάχνεις ἄλλους, γιατί δέν κρατᾶς αὐτούς πού ἔχεις τώρα;
Ἀγαπητέ Θεέ, ἐλπίζω νά µήν ἔχουν καµιά ἰδιαίτερη ἀξία τά µυρµήγκια, γιατί τά πατάω ὅλη τήν ὥρα.
Ἀφοῦ δέν θέλεις οἱ ἄνθρωποι νά λένε κακά λόγια, γιατί τά ἐφεῦρες;
Ἀγαπητέ Θεέ, γιατί πρέπει νά προσεύχοµαι ἀφοῦ ἔτσι κι ἀλλιῶς
ξέρεις τί θέλω; Ἄν ὅµως σ' εὐχαριστεῖ αὐτό, θά προσεύχοµαι.
Ἀγαπητέ Θεέ, εἶναι καλύτερα τ' ἀγόρια ἀπό τά κορίτσια; Ξέρω πώς εἶσαι ἀγόρι, ἀλλά προσπάθησε νά εἶσαι δίκαιος.
 (Γράµµατα πού ἔγραψαν µικρά παιδιά στόν Θεό)

Τρίτη 1 Απριλίου 2014


Φευγαλέο ὄνειρο
Ἐάν δέν προσκολληθῆς στά γήινα πράγματα, θά μείνης ἐλεύθερος καί ἀπό τά δεσμά τῶν θλίψεων. Ἄς μή σαγηνεύεται ἡ καρδιά σου ἀπό τά ὑλικά, γιά νά μή γίνη αἰχμάλωτή τους. Μήν ἀναζητᾶς ἀνάπαυσι καί παρηγοριά στίς σαρκικές ἀπολαύσεις, γιατί δέν θ' ἀναπαυθῆς ποτέ σ' αὐτές. Ἀναζήτησε τόν Κύριο, τόν πλάστη καί εὐεργέτη σου. Ὅλα τά ἐπίγεια εἶναι πρόσκαιρα καί ἀπατηλά, μόνο ὁ Θεός καί ἡ ἀγάπη Του μένουν στόν αἰώνα.
Σέ ὧρες μεγάλης θλίψεως καί ἀφόρητου πόνου, ἡ ψυχή, ἐπιζητώντας διέξοδο, στρέφεται, πολλές φορές μέ μανία ἀληθινή, σέ ἐπίγειες παρηγοριές. Ἀναζητᾶ σ' αὐτές τό ἀντίδοτο τοῦ πόνου. Ξεγελασμένη ἔτσι ἀπό τόν διάβολο, ἀφοῦ ἱκανοποιηθῆ γιά λίγο, πέφτει μετά σέ βαθύτερη θλίψη καί ἀπόγνωση. Γιατί ἡ παρηγοριά πού δίνουν τά φθαρτά πράγματα στόν ἄνθρωπο εἶναι κι αὐτή φθαρτή. Γι' αὐτό καί πολλοί πού ἔζησαν ὅλη τους τή ζωή μέσα στίς ἡδονές, φθάνοντας στό τέλος τῆς ζωῆς τους συνειδητοποίησαν πώς τίποτα δέν ἀπόλαυσαν, πώς ὅλα ἦταν φευγαλέο ὄνειρο πού ἄφησε πίσω του μόνο πίκρα.
Ἀδιάκοπα ἡ ψυχή πάσχει καί ὑποφέρει καί βασανίζεται καί παλεύει. Ἀπό τή μιά μεριά οἱ ἐξωτερικές πιέσεις καί τά προβλήματα, πού δέν τήν ἀφήνουν σέ ἡσυχία. Τό ἕνα κακό φεύγει, τό ἄλλο ἔρχεται, τό ἕνα πρόβλημα λύνεται, ἄλλο ἐμφανίζεται. Ἀπό τήν ἄλλη πάλι ἡ ψυχή ταλαιπωρεῖται ἐσωτερικά ἀπό τά πάθη καί τίς συγκρούσεις τους, πού τῆς δημιουργοῦν τύψεις, ἀθυμία, πόνο, θυμό, ταραχή, ἀνησυχία. Ποῦ λοιπόν θά μπορέση ν' ἀκουμπήση λυτρωτικά ἡ ψυχή μέ ὅλα αὐτά; Ποιός θά τῆς δώση εἰρήνη καί ἀνάπαυσι; Ποιός ἔχει τή δυνατότητα νά τῆς ἐμπνεύση ἡρωισμό καί καρτερία γιά τά ἐξωτερικά προβλήματα, ἀλλά καί νά τήν λυτρώση ἀπό τίς ἐσωτερικές συγκρούσεις τῶν παθῶν καί τίς τύψεις; Ποιός;... Ξέρεις ἄλλον ἀπό τόν Κύριό μας, τόν Ἰησοῦ;
Γι' αὐτό λοιπόν νύχτα καί μέρα ἀναζήτα μέ πόνο καί πόθο τόν Κύριο. Ἀναζήτησέ Τον μέχρι νά Τόν βρῆς καί νά Τόν ἀποκτήσης. Ποῦ θά τόν ἀναζητήσης ὅμως; Ψάξε σ' ὅλα τά σημεῖα τῆς γῆς- ζήτησέ Τον στά πέρατα τοῦ κόσμου- ζήτησέ Τον στά πλούτη, στή δόξα, στό σωματικό κάλλος, στίς ἀπολαύσεις καί τίς ἡδονές...  Πουθενά δέν θά Τόν βρῆς. Γιατί Ἐκεῖνος σέ κρατᾶ ὁλόκληρο μέσα στά χέρια Του, κι ἐσύ δέν τό γνωρίζεις. Βρίσκεται ὅλος μέσα σου, κι οὔτε αὐτό τό νιώθεις. Ἡ Βασιλεία τοῦ οὐρανοῦ μέσα σου εἶναι, μήν τήν ψάχνης σ' ἄλλους τόπους.

Ἅγιος Δημήτριος τοῦ Ροστώφ 

Τετράδιο 119 * Νοέμβριος 2009