Πέμπτη 23 Απριλίου 2020
Κυριακή 19 Απριλίου 2020
Ἀνάστασις εἰς τὰ
χωρία
Τὴν πρωίαν τοῦ Μ. Σαββάτου ἐσήμανεν ὁ κώδων τὴν λειτουργίαν. Μεταξὺ τοῦ ἱερέως,
τοῦ φιλοτίμου χωρικοῦ κὺρ Γιάννη, καὶ τοῦ φιλοξενουμένου ὑπ᾿ αὐτοῦ, εἶχε
συμφωνηθῆ, ὅτι ἡ λειτουργία θὰ ἐγίνετο βραδύτερον, κατὰ τὴν ὀγδόην ὥραν, ἀλλ᾿ ἐναντίον
τῆς συμφωνίας ἔγινε ταχύτερον μάλιστα καὶ τῆς ἑβδόμης. Ἐπωφελούμενος ὁ ἀγαθὸς
χωρικὸς κὺρ Γιάννης τὸ φίλυπνον καὶ ὀκνηρὸν τοῦ ξένου του, ἐσκέφθη νὰ τὸν ἀφήσῃ
νὰ κοιμηθῇ μέχρι τῆς ὀγδόης, καὶ ἀπελθὼν εἰς τὸν ναὸν ἀνέγνω μὲν αὐτὸς τὰς
Προφητείας, συνέψαλε δὲ μετὰ τοῦ ἱερέως καὶ τὸ «Ἀνάστα ὁ Θεός», καὶ ὁ ξένος του
ἔμεινε κοιμώμενος νήδυμον.
Ἡ νυκτερινὴ ἀκολουθία διὰ τὴν Ἀνάστασιν ἔμελλε νὰ σημάνῃ ἐνωρίς, τὴν
δεκάτην ὥραν, τοῦτο δὲ διὰ νὰ λάβωσιν εἴδησιν καὶ οἱ πόρρω κατοικοῦντες
ποιμένες καὶ βοσκοί, νὰ προλάβωσι τὴν Ἀνάστασιν. Ὁ Εὐλογητὸς δὲν θὰ ἐλέγετο ἀμέσως,
ἀλλὰ τὴν ἑνδεκάτην ὥραν, ἡ δὲ πρώτη κροῦσις τοῦ κώδωνος ἦτο ἁπλῶς μήνυμα πρὸς
τοὺς «τηλοῦ τῶν ἀγρῶν οἰκοῦντας», βοσκοὺς καὶ κολλήγους. Ἀλλ᾿ ὁ εὐλαβὴς ἱερεύς,
ὅστις, δὲν ἐνόει νὰ παραλίπῃ ἐκ τοῦ Τυπικοῦ οὐδὲ κεραίαν, εἰσελθὼν μόνος εἰς τὸν
ναὸν ἀπὸ τῆς ὀγδόης καὶ ἡμισείας, ἔμεινεν ἀναγινώσκων τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων.
Μόλις ὅμως ἀντήχησεν ἡ πρώτη τοῦ κώδωνος δόνησις, καὶ ὁ φιλόξενος ἀγρονόμος κὺρ
Γιάννης, λαβὼν τὴν ὑπερμεγέθη λαμπάδα του, ἣν εἶχε παραγγείλει ἐξ Ἀθηνῶν, ὅλην ἐκ
καθαροῦ κηροῦ, λησμονήσας τὰς ἑσπερινὰς συνθήκας, καθ᾿ ἃς ὁ πρῶτος κώδων θὰ ἦτο
διὰ τοὺς ἀπωτέρω οἰκοῦντας ἀγροδιαίτους πιστούς, ἔσπευσε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν.
Τὸ παράδειγμά του ἐμιμήθησαν καὶ ἄλλοι τῶν συγχωρικῶν, καὶ τότε ὁ ἀγαθὸς ἐφημέριος
ἠναγκάσθη νὰ βάλῃ Εὐλογητὸν πρὸ τῆς ὥρας. Ἐψάλησαν ὅμως ἀργὰ τὰ τροπάρια τοῦ
Κανόνος «Κύματι θαλάσσης», ἐψάλησαν τριπλᾶ καὶ τετραπλᾶ, καὶ οὕτω τὴν δωδεκάτην
ὥραν τοῦ μεσονυκτίου ἀκριβῶς ἐτελέσθη ἡ Ἀνάστασις.
Ἀλλ᾿ ὅσον καὶ ἂν φεύγῃ τις τὰς Ἀθήνας καὶ τὴν τύρβην των, ὅσον ἀμιγῶς καὶ
ἂν ἐπιθυμῇ νὰ ἑορτάσῃ τὰς ἡμέρας ταύτας, τὸ φάσμα τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ τὸν ἀκολουθεῖ
παντοῦ βῆμα πρὸς βῆμα, τὰ προϊόντα τῶν νεωτέρων ἐφευρέσεων τὸν καταδιώκουσιν, ἀδύνατον
δὲ νὰ μείνῃ τις ἥσυχος οὐδὲ στιγμήν. Βεγγαλικὰ φῶτα καὶ ἄλλα βέβηλα πράγματα ἐκάησαν
προκλητικῶς ἔξω τοῦ ναοῦ, εὐθὺς ὡς ἐξήλθομεν νὰ κάμωμεν Ἀνάστασιν, ὁ δὲ ἀνεκτικώτατος
ἱερεὺς δὲν ἐνόμισεν φρόνιμον νὰ τὰ ἀπαγορεύσῃ. Ὁ καπνὸς αὐτῶν συνεφύρθη ἀνευλαβῶς
μὲ τὴν ἱερὰν εὐωδίαν τοῦ θυμιάματος, ὁ κρότος τῶν πυραύλων ἀνεμίγη μὲ τὸν ἦχον
τοῦ κώδωνος. Τέλος ἐπανήλθομεν εἰς τὸν ναόν, καὶ ἤρξατο ψαλλόμενον τὸ «Ἀναστάσεως
ἡμέρα, λαμπρυνθῶμεν λαοί». Οἱ καλοὶ χωρικοὶ μετὰ μεγίστης εὐλαβείας ἠκροῶντο τὰ
ἱερὰ ᾄσματα, ὁ δὲ ἀξιόλογος ποιμὴν Ν. Σκοῦφος, προσενεγκὼν εὐσεβῶς ἀνήρτησεν ἐπὶ
τοῦ δεξιοῦ μανουαλίου, ἐνώπιον τῆς εἰκόνος τοῦ δεσπότου Χριστοῦ, τσαντίλαν νωποῦ
τυροῦ, ἄλλο πασχάλιον ἔθιμον τῶν ἀγροτῶν τῆς Ἑλλάδος.
Μεγίστη τάξις καὶ θρησκευτικὴ προσήλωσις ἐπεκράτει καθ᾿ ὅλην τὴν ἀκολουθίαν.
Μόνον δύο ἢ τρεῖς κύριοι καὶ ἄλλαι τόσαι κυρίαι εὑρίσκοντο ἀπ᾿ ἀρχῆς ἐν τῷ ναῷ,
ἀλλὰ μετὰ τὴν Ἀνάστασιν ἀπῆλθον νὰ κοιμηθῶσι, καλῶς πράξαντες, διότι τὸ
παρεκκλήσιον ἦτο στενόχωρον, καὶ ἀποχωρήσαντες ἀφῆκαν τόπον διὰ τοὺς λοιπούς.
Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐκκλησιαζομένων διέπρεπεν ὁ ἀξιοσέβαστος μπαρμπα - Τσάμης, ἀπόστρατος
ἐνωμοτάρχης τῆς χωροφυλακῆς, διακριθεὶς εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας, καὶ
δυνάμενος νὰ διηγηθῇ ἐν εἴδει ἐποποιίας ὅλην τὴν μακρὰν ἱστορίαν τῶν
κατορθωμάτων της. Ὁμοίως ὁ Νικόλας, ὅστις διέπρεψεν εἰς ὅλας τὰς ἐπαναστάσεις τῆς
Θεσσαλίας καὶ τῆς Κρήτης, καὶ ἠξεύρει ἐκ στήθους ὅλην τὴν ἱστορίαν τούτων, καὶ ὁ
Ἀντώνης, ὁ ἐπιλεγόμενος βουλγαρομάστιξ, ὅστις εἶναι ἱστορία μόνος του.
Γενομένου τοῦ ἀσπασμοῦ, ἤρξατο ἡ λειτουργία μέχρι τῆς 2ας ὥρας πρὸς ὄρθρον.
Ὅτε ἐλάβομεν τὸ ἀντίδωρον καὶ ἐξηρχόμεθα ἐκ τοῦ ναοῦ, ἄλλο γνήσιον ἑλληνικὸν ἔθιμον
ἐφείλκυσε τὴν προσοχήν μου περὶ τὴν θύραν τῆς ἐκκλησίας. Εἷς τῶν χωρικῶν, ὅστις
ἐκτελεῖ χρέη ἐπιτρόπου ἐν τῷ παρεκκλησίῳ, διένειμεν εἰς τοὺς ἐξερχομένους ᾠὰ
κόκκινα, προσφωνῶν ἑνὶ ἑκάστῳ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη. Ἔλαβον τὸ δοθέν μοι ᾠόν, καὶ ἐγκαρδίως
ηὐχήθην εἰς τὸν ἀγαθὸν χωρικὸν πᾶν καταθύμιον.
Τότε ἕκαστος τῶν χωρικῶν, φέρων ἀνημμένην τὴν λαμπάδα, ἀπῆλθεν οἴκαδε. Τὸ
κατ᾿ ἐμέ, ἀφοῦ ἐπεσκέφθην διὰ βραχέων τὸν φιλόξενον χωρικὸν κὺρ Γιάννην,
μετέβην εἰς τὸ μικρὸν μαγαζίον τοῦ χωρίου, καὶ ἐκεῖ ἀπήλαυσα ἐπὶ μακρὸν χρόνον
τὴν ἡδονὴν τῆς συνδιαλέξεως μετὰ τῶν χωρικῶν, ἀνθρώπων μὲ ἀνοικτὴν καρδίαν. Εἷς
αὐτῶν εἶχε φέρει ἐκ τῆς οἰκίας του σούπαν καὶ βραστόν, τυρὸν καὶ αὐγὰ κόκκινα,
καὶ ἐγεύθημεν ὁμοῦ τὸ πασχάλιον. Ἐν τῷ μεταξὺ εἶχεν ἀρχίσει νὰ γλυκοχαράζῃ, καὶ
ἐπειδὴ δὲν ἐνύσταζον, ἐσκέφθην, ὅτι τὸ καλύτερον ἦτο νὰ περιμείνω τὴν ἀνατολὴν
τοῦ ἡλίου, καὶ τὴν διάβασιν τῆς ἁμαξοστοιχίας τοῦ σιδηροδρόμου Λαυρίου. Παρῆλθον
δὲ ἀνεπαισθήτως αἱ ὧραι ἐν τῷ μέσῳ τῆς φαιδρᾶς συνδιαλέξεως, τοῦ Χριστὸς Ἀνέστη,
τῆς συγκρούσεως τῶν ποτηρίων, τῆς μαρμαρυγῆς τοῦ ρητινίτου, καὶ τοῦ ἐαρινοῦ τῶν
στρουθίων κελαδήματος.
Μεταβαίνων εἰς τὸν σταθμόν, μίαν ὥραν μετὰ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου,
συνήντησα δύο ἢ τρεῖς ὁμίλους ἑορταζόντων, καὶ οἱ ὀβελοὶ τῶν ἀμνῶν
περιεστρέφοντο ἤδη ἐπὶ τοῦ πυρός. Ἀλλὰ μοὶ ἔκαμαν ἐντύπωσιν δύο ὡραῖοι νέοι
Λιδωρικιῶται, οἵτινες ἔψηνον τὸ ἀρνίον κατὰ τὸν τελειότερον ἐκ τῶν γνωστῶν καὶ
παραδεδεγμένων τρόπων. Οἱ πρόσθιοι πόδες τοῦ ἀμνοῦ δὲν ἐφαίνοντο, χωμένοι ἐντὸς
τῆς σαρκός, τὸ ἔντερον περιέβαλλεν ἑπτάκις ἢ ὀκτάκις ὡς ζώνη ἔξωθεν τὸν ἀμνόν,
οἱ νεφροί, χωρὶς ν᾿ ἀποσπασθῶσιν ἐκ τῶν σπλάγχνων, εὑρίσκοντο ἑκατέρωθεν
προσκεκολλημένοι ἔξωθεν, ὁμοίως καὶ τὰ δίδυμα, μετὰ τῶν ριζῶν τανυσμένων, εὑρίσκοντο
ἐπὶ τοῦ ἰσχίου. Τὴν πυρὰν δὲν εἶχον ἀνάψει μὲ κλήματα, ἀλλὰ μὲ κορμὸν ἀγρίου
δένδρου. Μοὶ εἶπον, ὅτι τὰ κλήματα εἶναι ὁ εὐκολώτερος τρόπος, ἀλλὰ «διὰ τοὺς ἀτζαμῆδες».
Τοὺς ἠρώτησα ἂν ἀληθεύῃ, ὅτι οἱ παλαιοὶ κλέπται ἤξευρον μίαν ἄλλην
τέχνην, νὰ ψήνωσι τὸ ἀρνίον χωρὶς νὰ φαίνεται οὐδαμόθεν καπνός. Μοὶ ἀπήντησαν
μειδιῶντες, ὅτι τοῦτο δὲν ἀληθεύει, ἢ τοὐλάχιστον δὲν ἐφαρμόζεται σήμερον,
διότι δὲν εἶναι ἀνάγκη, ὑποθέτω, ἀλλὰ τὸ μόνον σωστὸν εἶναι, ὅτι ἔσκαπτον
λάκκον, ἔθετον ἐντὸς τὸ ἀρνίον «μὲς στὸ ἴδιο τὸ ἀρνιακό», τὸ ἔχωνον, ἤναπτον πῦρ
ἄνωθεν «ὅσο νὰ τυφλοκαίγῃ» καὶ οὕτω τὸ ἀρνίον ἀντὶ νὰ ψηθῇ ἔβραζεν, ἤρκει νὰ μὴ
εἰσήρχετο ἀὴρ μηδαμόθεν. Τοὺς εὐχαρίστησα διὰ τὰς πληροφορίας ταύτας, ὡς καὶ διὰ
τὸ σπληνάντερον καὶ τὴν πλόσκαν, δι᾿ ὧν μ᾿ ἐτίμησαν, ἐσύριξεν ἡ ἀτμάμαξα, ἔφθασε
τὸ τραῖνον καὶ ἐπεβιβάσθην διὰ τὸ Ἄστυ.
Ἀλέξανδρος
Παπαδιαμάντης
Παρασκευή 17 Απριλίου 2020
Ἡ ἐλευθερία εἶναι
μεγάλο δῶρο
Δύο μοναχοί συνομιλοῦσαν γιά τή σωτηρία.
Ὁ ἕνας ἔλεγε:
‐ Ἡ ψυχή μου δέν μπορεῖ νά συμβιβαστεῖ μέ τή σκέψη ὅτι κάποιος θά χαθεῖ αἰώνια.
Νομίζω πώς ὁ Κύριος θά βρεῖ τρόπο νά τούς σώσει ὅλους.
Ὁ ἄλλος ἀπάντησε:
‐ Οἱ ἅγιοι Πατέρες λένε ὅτι ὁ Θεός μποροῦσε νά δημιουργήσει τόν ἄνθρωπο
χωρίς τή συνέργεια του, ἀλλά νά τόν σώσει χωρίς τή συμφωνία καί τή συνέργεια τοῦ
ἰδίου τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀδύνατον. Ἡ σωτηρία καί ἡ ἀπώλεια βρίσκονται στήν ἐλευθερία
τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ πρῶτος:
‐ Νομίζω ὅτι ὁ Θεός μέ τό πλῆθος τῆς ἀγάπης Του θά ὑπερβεῖ τήν ἀντίσταση
τοῦ κτίσματος, χωρίς νά καταλύσει τήν ἐλευθερία του.
Ὁ δεύτερος:
‐ Μοῦ φαίνεται πώς δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι
δυνητικά τόσο μεγάλη, πού και στο ἐπίπεδο τοῦ αἰωνίου Εἶναι μπορεῖ νά προσδιοριστεῖ
ἀρνητικά ἀπέναντι στόν Θεό. Ὅσοι δεν τό γνωρίζουν αὐτό ἤ τό λησμονοῦν, τρέφονται
με «ὡριγενικό» γάλα.
‐ Ἀλλά πραγματικά, αὐτό εἶναι μωρία!
‐ Ναί, μωρία.
‐ Τί λοιπόν νά κάνουμε;
‐ Ὁ Θεός θέλει να σωθοῦν ὅλοι, και ἐμεῖς πρέπει νά σκεφτόμαστε τή σωτηρία
ὅλων καί νά προσευχόμαστε γιά ὅλους. Ἀλλά οὔτε ἡ ἀποκάλυψη οὔτε ἡ πείρα μας μᾶς
δίνουν βάση νά ἰσχυριστοῦμε ὅτι ὅλοι θά σωθοῦν. Ἡ ἐλευθερία εἶναι μεγάλο δῶρο, ἀλλά
φρικτό.
Γέρων Σωφρόνιος Σαχάρωφ
Πέμπτη 16 Απριλίου 2020
Χριστῷ τῷ Θεῶ παραθώμεθα
– Γέροντα, εἶναι διαπίστωσις πολλῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ὅτι ὁ κόσμος
συνεχῶς χειροτερεύει. Αὐτό τό ἀπότομο κατρακύλισμα κάπου μᾶς φοβίζει. Ἐμεῖς τί
μποροῦμε νά κάνουμε;
– Νά παραμένουμε κοντά στόν Θεό. Ὅσο εἴμεθα κοντά Του, ἰσχύει τό: «Παρεμβαλεῖ
ἄγγελος Κυρίου κύκλῳ τῶν φοβούμενων αὐτόν καί ρύσεται αὐτούς».
Ὅταν ὁ βασιλιᾶς τῆς Συρίας εἶχε στείλει στρατό νά συλλάβουν τόν προφήτη Ἐλισσαῖο,
ὁ προφήτης βρισκόταν μέ τόν ὑποτακτικό του. Μόλις ὁ ὑποτακτικός του εἶδε νά ἀνεβαίνουν
οἱ στρατιῶτες γιά νά τούς συλλάβουν, τρομοκρατήθηκε, τόν ἔπιασε πανικός. Καί
στράφηκε στόν Ἐλισσαῖο καί τοῦ λέγει: «Γιά κοίτα κύριε, τί γίνεται. Πόσοι ἔρχονται
νά μᾶς συλλάβουν, πῶς θά γλιτώσουμε;». Ὁ προφήτης τοῦ ἀπάντησε νά μήν φοβᾶται,
διότι «πλείους οἱ μεθ` ἡμῶν ὑπέρ τούς μετ’ αὐτῶν». Εἶναι πολύ περισσότεροι
ἐκεῖνοι πού εἶναι μαζί μας, παρά οἱ ἐχθροί μας πού ἔρχονται νά μᾶς συλλάβουν.
Καί προσευχήθηκε ὁ προφήτης Ἐλισσαῖος στό Θεό καί εἶπε:
«Κύριε, ἄνοιξε τούς ὀφθαλμούς τοῦ παιδιοῦ γιά νά δεῖ πῶς Ἐσύ μέ ὑπερασπίζεις».
Καί πράγματι ὁ Θεός ἄνοιξε τούς ὀφθαλμούς τοῦ ὑποτακτικοῦ καί εἶδε γύρω ἀπό τόν
προφήτη νά εἶναι μιὰ στρατιά ὁλόκληρη ἀγγέλων, πού κρατοῦσαν πύρινα σπαθιά στά
χέρια τους. Ἀμέσως ἡ ψυχή του γέμισε ἀπό ἱκανοποίηση, ἀπό ἀγαλλίαση, καί τοῦ ἔφυγε
ὁ φόβος. Καί φυσικά δέν κατώρθωσαν νά συλλάβουν καί νά θανατώσουν τόν προφήτη Ἐλισσαῖο.
Πύρινα τάγματα ἀγγέλων, στρατιές ἀγγέλων εἶχαν σταλῆ ἀπό τόν Θεό γιά νά ὑπερασπιστοῦν
τόν προφήτη Του.
Αὐτά δέν ἐγίνοντο μόνο τότε. Γίνονται στή ζωή κάθε ἀνθρώπου, ὅταν εἴμεθα ἄνθρωποι
τοῦ Θεοῦ. Ἡ πίστις μας εἶναι στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Δέν ἦταν μόνο γιά ἐκείνη
τήν ἐποχή. Οὔτε γιά τήν ἐποχή τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων. Ἀρκεῖ ἐμεῖς νά εἴμεθα
σάν αὐτούς. Ὁ Θεός εἶναι ὁ ἴδιος «Χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰώνας».
Ἡ ζωή μας, ἡ ὕπαρξίς μας στά χέρια Του. Μέ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη ὄχι μόνον νά ἀναφωνοῦμε,
ἀλλά καί νά ζοῦμε τό, «Ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ
Θεῶ παραθώμεθα».
Γέρων Ἐπιφάνιος
Θεοδωρόπουλος
Τετάρτη 15 Απριλίου 2020
Θέλω νὰ χτίσω ἕνα
σπιτάκι
Θέλω νὰ
χτίσω ἕνα σπιτάκι
στὴ μοναξιὰ καὶ στὴ σιωπή.
Ξέρω μιὰ πράσινη ραχούλα...
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.
στὴ μοναξιὰ καὶ στὴ σιωπή.
Ξέρω μιὰ πράσινη ραχούλα...
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.
Ξέρω στὴ
χώρα τὴ μεγάλη
τὸν πλούσιο δρόμο τὸν πλατύ,
μὲ τὰ παλάτια καὶ τοὺς κήπους...
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.
τὸν πλούσιο δρόμο τὸν πλατύ,
μὲ τὰ παλάτια καὶ τοὺς κήπους...
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.
Ξέρω τὸ
πρόσχαρο ἀκρογιάλι,
ὅλο τὸ κῦμα τὸ φιλεῖ,
κρινόσπαρτη εἶναι ἡ ἀμμουδιά του...
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.
ὅλο τὸ κῦμα τὸ φιλεῖ,
κρινόσπαρτη εἶναι ἡ ἀμμουδιά του...
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.
Ἀτέλειωτη
τραβάει μιὰ στράτα,
σκίζει μιὰ χέρσα ἁπλοχωριά,
σκληρὰ τὴ δέρνει τὸ ἀγριοκαίρι
κι ὁ λίβας τὴ χτυπᾶ.
σκίζει μιὰ χέρσα ἁπλοχωριά,
σκληρὰ τὴ δέρνει τὸ ἀγριοκαίρι
κι ὁ λίβας τὴ χτυπᾶ.
Μιὰ στράτα
χιλιοπατημένη,
τὸν καβαλλάρη νηστικό,
τὸν πεζοδρόμο διψασμένο
θάφτει στὸν κουρνιαχτό.
τὸν καβαλλάρη νηστικό,
τὸν πεζοδρόμο διψασμένο
θάφτει στὸν κουρνιαχτό.
Ἐκεῖ τὸ
σπίτι μου θὰ χτίσω
μὲ μιὰ βρυσούλα στὴν αὐλή,
πάντα ἡ γωνιά του θὰ καπνίζει
κι ἡ θύρα του θἆναι ἀνοιχτή.
μὲ μιὰ βρυσούλα στὴν αὐλή,
πάντα ἡ γωνιά του θὰ καπνίζει
κι ἡ θύρα του θἆναι ἀνοιχτή.
Κωστὴς Παλαμᾶς
Κυριακή 12 Απριλίου 2020
Τό ὀρθόδοξο πνεῦμα
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία
πάντα λειτουργοῦσε μέ Συνόδους. Τό ὀρθόδοξο πνεῦμα εἶναι νά λειτουργῆ ἡ Σύνοδος
στήν Ἐκκλησία καί ἡ Γεροντική Σύναξη στά Μοναστήρια. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος καί ἡ
Σύνοδος νά ἀποφασίζουν μαζί. Ὁ ἡγούμενος ἤ ἡ ἡγουμένη καί τό ἡγουμενοσυμβούλιο
νά ἀποφασίζουν μαζί. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος εἶναι πρῶτος μεταξύ ἴσων. Καί ὁ πατριάρχης
δέν εἶναι πάπας· ἔχει τόν ἴδιο βαθμό μέ τούς ὑπόλοιπους ἱεράρχες. Ἐνῶ ὁ πάπας ἔχει
ἄλλο βαθμό —κάθεται ψηλά καί τοῦ φιλοῦν τό πόδι!— ὁ πατριάρχης κάθεται μαζί μέ
τούς ἄλλους ἱεράρχες καί συντονίζει. Καί ἕνας ἡγούμενος ἤ μία ἡγουμένη σέ σχέση
μέ τούς προϊσταμένους εἶναι πάλι πρῶτοι μεταξύ ἴσων.
Δέν μπορεῖ ὁ ἀρχιεπίσκοπος
ἤ ἕνας ἡγούμενος νά κάνη ὅ,τι θέλει. Φωτίζει ὁ Θεός τόν ἕναν ἱεράρχη ἤ
προϊστάμενο γιά τό ἕνα θέμα, τόν ἄλλον γιά τό ἄλλο. Βλέπεις, καί οἱ τέσσερις Εὐαγγελιστές
συμπληρώνουν ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Ἔτσι καί ἐδῶ λέει τήν γνώμη του ὁ καθένας, καί ὅταν
ὑπάρχη ἀντίθετη γνώμη, καταχωρίζεται στά πρακτικά. Γιατί, ὅταν πρόκειται γιά
μιά ἀπόφαση ἀντίθετη μέ τίς ἐντολές τοῦ Εὐαγγελίου καί ἕνας δέν συμφωνῆ, ἄν δέν
ζητήση νά καταχωριστῆ ἡ γνώμη του, θά φαίνεται ὅτι συμφωνεῖ.
Ἄν δέν συμφωνῆ καί ὑπογράψη,
χωρίς νά καταχωριστῆ ἡ γνώμη του, κάνει κακό καί φέρει εὐθύνη· εἶναι ἔνοχος. Ἐνῶ,
ἄν πῆ τήν γνώμη του, καί ἡ πλειοψηφία νά εἶναι ἀντίθετη, αὐτός εἶναι ἐντάξει ἀπέναντι
στόν Θεό. Ἄν στήν Ἐκκλησία δέν λειτουργῆ σωστά ἡ Σύνοδος ἤ στά Μοναστήρια ἡ
Σύναξη, τότε, ἐνῶ μιλοῦμε γιά ὀρθόδοξο πνεῦμα, ἔχουμε παπικό. Τό ὀρθόδοξο πνεῦμα
εἶναι νά λέη καί νά καταχωρίζη ὁ καθένας τήν γνώμη του, ὄχι νά μή μιλάη, γιατί
φοβᾶται, ἤ νά κολακεύη, γιά νά τά ἔχη καλά μέ τόν ἀρχιεπίσκοπο ἤ μέ τόν ἡγούμενο.
Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης
Παρασκευή 10 Απριλίου 2020
Πέτρες! Δηλαδή,
τίποτα!
Πέτρες! Τί εἶναι οἱ
πέτρες; Πέτρες! Δηλαδή, τίποτα! Ποιὸς δίνει σημασία σ᾿ αὐτές; Ποιὸς χάνει τὸν
καιρό του μὲ τὶς πέτρες; Δὲν ἀξίζει τὸν κόπο μηδὲ νὰ μιλήσει κανένας γι᾿ αὐτές.
Εἶναι τὰ πιὸ καταφρονεμένα πράγματα τῆς πλάσης.
Ὡστόσο, μοῦ
φαίνεται, πὼς αὐτὲς οἱ τιποτένιες πέτρες θ᾿ ἀπομείνουνε μονάχα, ὅποτε χαλάσει ὁ
κόσμος καὶ λείψει κάθε ζωὴ ἀπάνω στὴ γῆ. Αὐτὲς εἶναι ἡ πρώτη σύσταση τοῦ
κόσμου, κι αὐτὲς θά ῾ναι τὸ τελευταῖο ἀπομεινάρι του. Δὲν κουνιοῦνται ἀπὸ τὸν
τόπο τους, δὲν μιλᾶνε. Μὰ θαρρῶ πὼς ἀκοῦνε καὶ πὼς βλέπουνε. Μᾶς βλέπουνε ἐμᾶς
τοὺς ἀνθρώπους κι ὅσα κάνουμε, ἀκοῦνε ὅσα λέμε ἐμεῖς οἱ λιγόζωοι, οἱ
ψευτο-κανωμένοι, καὶ μᾶς ἐλεεινολογᾶνε γιὰ τὴν ἀνοησία μας, πὼς τάχα θὰ
κυριέψουμε τὸν κόσμο! Οἱ πέτρες ποὺ πατοῦσε ἀπάνω τους ὁ Ἀχιλλέας κι ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος
θὰ κρυφογελούσανε μὲ τὴ ματαιοδοξία τους, γιατὶ ξέρανε πὼς θὰ σβήσουνε πολὺ
γρήγορα, σὰν καπνός, κι αὐτοί, κι οἱ αὐτοκρατορίες τους, κ᾿ οἱ δόξες τους, σὲ
καιρὸ ποὺ αὐτὲς θὰ στεκόντανε ἀκατάλυτες, ὅπως καὶ θὰ βρίσκουνται ὡς τὰ σήμερα
σὲ κάποια μεριά. Ἀπὸ τότε τὶς πατήσανε χιλιάδες ἄνθρωποι, δίχως νὰ τὶς δώσουνε
καμμιὰ προσοχή, κι ὅλοι τους γινήκανε κουρνιαχτός, σὰν νὰ μὴν ᾔρθανε ποτὲς στὸν
κόσμο.
Πολλὲς φορὲς
κάθουμαι καὶ κοιτάζω τὶς πέτρες ποὺ τυχαίνει νὰ βρίσκουνται μπροστά μου, καὶ μοῦ
φαίνεται πὼς μὲ κοιτάζουνε καὶ κεῖνες μὲ κάποια μυστηριώδη μάτια ποὺ δὲν
φαίνονται, καὶ πὼς κρυφοκουβεντιάζουνε μεταξύ τους καὶ πὼς κρυφογελοῦνε γιὰ τὴν
κουταμάρα μας νὰ φανταζόμαστε μεγάλα καὶ τρανὰ πράγματα, νὰ βγάζουμε ὁ ἕνας τ᾿ ἀλλουνοῦ
τὰ μάτια καὶ νὰ τὶς στοιβιάζουμε, αὐτὲς τὶς πέτρες ποὺ μᾶς περιγελᾶνε, τὴ μιὰ ἀπάνω
στὴν ἄλλη, ἢ νὰ τὶς πελεκᾶμε γιὰ νὰ κάνουμε ἀγάλματα καὶ ταφόπετρες, γιὰ νὰ τὶς
βάλουμε ἀπάνω στὴν κοιλιά μας ἅμα πεθάνουμε! Ἀνατριχιάζω ὧρες-ὧρες, γιατὶ
νοιώθω καθαρὰ τὰ γέλια ποὺ κάνουνε κρυφὰ οἱ πέτρες γιὰ τὴν κουταμάρα μας.
Ἀπὸ μικρὸς ἀγαποῦσα
νὰ μαζεύω βότσαλα στὴν ἀκροθαλασσιά. Αὐτὴ τὴν ἀγάπη τὴν ἔχω ἀκόμα. Πρὶν ἀπὸ
λίγες μέρες ἕνα βράδυ, βρέθηκα κοντὰ στὴν ἀγαπημένη μου τὴ θάλασσα, σὲ μιὰ
βορεινὴ ἀκρογιαλιά. Ὁ ἥλιος ἔγερνε στὸ βασίλεμα. Φυσοῦσε λίγο βοριαδάκι, καὶ τὰ
κύματα ἔρχονταν ἥμερα ἀπὸ τὸ πέλαγο κι ἀφρίζανε ἀπάνω στὰ χαλίκια. Ἔγινα ἄλλος ἄνθρωπος
ἄμα ἄκουσα τὸ ροχαλητὸ τοῦ νεροῦ, ποὺ μὲ νανούρισε ἀπὸ τὴν κούνια μου. Πῆρα τὸ
γιαλό-γιαλό, καὶ τράβηξα κατὰ κεῖ ποὺ ἔβγαινε ἕνας κάβος κ᾿ ἔκλεινε ὁ κόρφος.
Ἀντίκρυ
θαμποφαινόντανε, μέσα στὴ ἄχνα της θάλασσας, τὰ βουνὰ τῆς Εὔβοιας. Κατὰ τὸν γραῖγο,
ξεχώριζε καθαρὰ ἡ στεριά, μ᾿ ἕναν ἄλλο κάβο, πέρα ἀπὸ τὸν Μαραθῶνα. Παραμέσα στὴ
στεριά, βορεινότερα ἀπὸ κεῖ ποὺ στεκόμουνα, μαυρίζανε τὰ ἄγρια μυτερὰ βουνά, ποὺ
ξεπετιοῦνται ἀπὸ τὴν Πεντέλη σὰν δυναμάρια. Ὅσο ἥμερο εἶναι αὐτὸ τὸ βουνὸ ἀπὸ τὴν
ἄλλη μπάντα, ποὺ κοιτάζει κατὰ τὴν Ἀθήνα, τόσο ἄγριο καὶ θυμωμένο εἶναι ἀπὸ
τούτη τὴ μεριά, ἀπὸ τὰ βορεινά, σὰν νὰ φοβερίζει τὸ μπουγάζι ποὺ ἔβγαλε τοὺς
Πέρσες γιὰ νὰ τὸ πατήσουν, πρὶν ἀπὸ χιλιάδες χρόνια.
Περπατοῦσα, λοιπόν,
γιαλὸ-γιαλὸ καὶ μάζευα πέτρες. Εἶχε χρωματιστὰ χαλίκια λογῆς-λογῆς, μὰ ἡ
θάλασσα τὰ ξέπλυνε κι ἀνάβανε τὰ γλυκὰ χρώματα ποὺ εἴχανε. Τὰ κύματα ἀφρίζανε
δίπλα μου, βγάζοντας τὴ μυστικὴ βουή τους, ποὺ εἶναι ἡ αἰώνια ἀνασαμιὰ τῆς
θάλασσας, κι ἐγὼ ἔσκυβα κάθε τόσο κι ἔπαιρνα ἕνα χρωματιστὸ λιθάρι, κι ἀφοῦ τὸ
κοίταζα καλά, τὸ ἔχωνα στὴν τσέπη μου, σὰ νά ῾τανε κανένα ρουμπίνι ἢ
ζουμπρούτι. Κάθε τόσο, κάθιζα χάμω καὶ κοίταζα, μιὰ κατὰ τὰ πέλαγο, μιὰ τὸν
θησαυρὸ ποὺ πατοῦσα, τὶς δροσερόχρωμες κεῖνες πέτρες ποὺ στολίζανε τὸ σύνορο τῆς
θάλασσας. Ὅπως μὲ χώριζε ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς πολιτείας κι ἀπὸ τὶς ἔγνοιες της τὸ
βογγητὸ τῆς θάλασσας, γεμίζοντας τ᾿ αὐτιά μου μὲ τὰ μυστικὸ καὶ βαρὺ ἴσο του, τὸ
ἴδιο καὶ τὰ χαλίκια μὲ κάνανε νὰ ξεχάσω κάθε τι πολύπλοκο καὶ μάταιο ποὺ κάνει ὁ
ἄνθρωπος.
Μάζεψα κάμποσα
βότσαλα καὶ τὰ πῆγα σ᾿ ἕνα μέρος καὶ τὰ φύλαξα. Ὕστερα ξαναγύρισα καὶ μάζεψα κι
ἄλλα. Τί ἔμορφα κ᾿ ἐκφραστικὰ χρώματα ποὺ εἴχανε τὰ χαλίκια! «Οὐδὲ Σολομὼν ἐν
πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλλετο ὡς ἓν τούτων». Τί παράξενα κόκκινα,
κεραμιδιά, βυσσινιά, τριανταφυλλιά, σταχτιὰ λογιῶν-λογιῶν, κίτρινα, ἀσπροκίτρινα,
πορτοκαλλιά, μελιά, πρασινογάλαζα, λαδιά, μαῦρα, πρασινόμαυρα!
Ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσα,
ἔφερνα στὸν νοῦ μου τὰ μικρά μου χρόνια, κι ὅσα ἔγραψα τὸν καιρὸ ποὺ ζοῦσα
μοναχὸς στὸ νησί μου; «Μάζευα ὅ,τι εὕρισκα στὴν ἀκροθαλασσιά, ἕναν κόσμο
κοχύλια καὶ τσόφλια, εἴτε χρωματιστὲς πέτρες. Ὅλα αὐτὰ τὰ στόλιζα ἐκεῖ μέσα. Μοῦ
῾καναν μιὰ βαθειὰ ἐντύπωση, ὅσο τίποτα στὸν κόσμο… Ἔστεκα ὧρες καὶ τὰ κοίταζα,
σηκωνόμουν κ᾿ ἔβλεπα ἀπὸ τὸ παραθυράκι τὰ βουνὰ καὶ τὴ θάλασσα». Κι ἀλλοῦ ἔγραφα:
«Μιὰ ἄσπρη πέτρα ἀπάνω στὸν ἄμμο, ἕνα κομμάτι ξύλο ποὺ κείτεται στ᾿ ἀκρογιάλι,
τραβοῦν τὴν προσοχή μου. Τὰ πιὸ ἀσήμαντα πράγματα, ἐδῶ μοῦ φαίνονται γεμάτα ἀπὸ
ἐνδιαφέρον… Βλέπω τὰ πράγματα ἴσια, χωρὶς ἡ ἐντύπωση νὰ βλαφτεῖ ἀπ᾿ ὅ,τι ἔμαθα
νὰ καταλαβαίνω ὡς τώρα, λέγοντας αὐτὰ τὰ δυὸ λόγια: Νερὰ καὶ γῆς. Ἐδῶ κἂν δὲν ὑπάρχουν
πλέον ὀνόματα, παρὰ τὰ ἴδια τὰ πράγματα πέφτουν ἀπάνω στὴν ψυχή μου ἀπ᾿ τὸ
βάρος τους, ἄγρια κι ἀδιάφορα…».
Καὶ ὅμως, πόσο ἀγαπημένες
μοῦ εἶναι αὐτὲς οἱ πέτρες ποὺ μάζεψα! Κείτουνται ἐκεῖ χάμω, σωρός, καὶ κανένας
δὲν τὶς βλέπει, κανένας δὲν καταδέχεται νὰ τὶς δεῖ. Κ᾿ ἐγώ, σὰν νὰ εἶμαι ὁ
μόνος πό ῾χει μάτια γιὰ νὰ δεῖ τὴ μυστηριώδη ἐμορφιά τους.
Σάν γύρισα στὸ
σπίτι μου, τὶς ἔβαλα μέσα σ᾿ ἕνα τάσι, μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες ποὺ εἶχα μαζέψει ἄλλη
φορά, κι ἔχυσα μέσα νερὸ γιὰ νὰ μὴν ξεραθοῦνε καὶ ξεθωριάσουν.
«Ἄχ! Τίποτα μέσα στὴν
κάμαρα δὲν ἤτανε τόσο ἔμορφο, σὰν καὶ κεῖνες τὶς πέτρες, μήτε οἱ ζωγραφιές,
μήτε τὰ κανάτια, μήτε τὸ παλιὸ κιλίμι ποὺ εἶναι στρωμένο χάμω. Ἀληθινὰ τὰ λόγια
τοῦ Χριστοῦ εἶναι εἰπωμένα ὄχι μονάχα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ γιὰ ὅλα τὰ
κτίσματα: «Ὁ ταπεινῶν ἑαυτόν, ὑψωθήσεται».
Φώτης Κόντογλου
Τετάρτη 8 Απριλίου 2020
Τί θὰ ἔλεγε σήμερα ὁ
Ἅγιος Πορφύριος;
(Συνομιλία Ἁγίου
Πορφυρίου μὲ τὸν Ἱερομόναχο Ἀθανάσιο Σιμωνοπετρίτη)
- Πατέρα Ἀθανάσιε
(μὲ πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι ἔτσι σφικτά), ἐγὼ εἶμαι τυφλὸς τώρα, τὰ μάτια μου τὰ
σωματικὰ δὲν λειτουργοῦν, γιατὶ ἔχω καρκίνο στὴν ὑπόφυση, ἔχω ὅμως τὰ πνευματικὰ
μάτια καὶ βλέπω. Πρὶν φύγεις, θέλω νὰ μοῦ πεῖς, τί εἶπε ὁ Γέροντας Αἰμιλιανὸς
γιὰ τὸ 666 καὶ τὸν ἀντίχριστο;
Ἦταν ἐκεῖνες τὶς
μέρες μετὰ τὸ Τσερνομπίλ. Ὁ κόσμος ἦταν ἀναστατωμένος καὶ πήγαινε κατὰ δεκάδες
κάθε μέρα, ἰδιαιτέρως στὸν πατέρα Πορφύριο ποὺ ἦταν κοντὰ στὴν Ἀθήνα, καὶ ἀναστατωμένοι
τὸν ρωτοῦσαν: «Τί θὰ γίνει; Θὰ ἔρθει ὁ ἀντίχριστος νὰ μᾶς σφραγίσει μὲ τὸ 666;»
- Γέροντα, μᾶς εἶπε
σὲ μία σύναξη προχθὲς νὰ μὴν ἀνησυχοῦμε. Ἐμεῖς νὰ ἐνδιαφερόμαστε νὰ ἔχουμε μία
ζωντανὴ σχέση μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τοῦ ἀντιχρίστου νὰ μὴν τοῦ δίνουμε πολλὴ
σημασία, γιατί θὰ γίνει ἐκεῖνος τὸ κέντρο τῆς ζωῆς μας καὶ ὄχι ὁ Χριστός.
Ἀμέσως χτύπησε τὰ
χεράκια του στὸ κρεβάτι.
-Τί λὲς παιδί μου,
τί λὲς παιδί μου, δόξα Σοι ὁ Θεὸς ποὺ βρῆκα κι ἕναν πνευματικὸ νὰ συμφωνεῖ μαζί
μου. Γιὰ μᾶς τοὺς χριστιανούς, γιὰ μᾶς ὅταν βιώνουμε τὸν Χριστὸ δὲν ὑπάρχει ἀντίχριστος.
Δὲν μοῦ λές; Ἐδῶ ποὺ κάθομαι στὸ κρεβάτι μπορεῖς νὰ καθίσεις ἐσύ;
- Ὄχι, Γέροντα.
- Γιατί;
- Διότι, ἐὰν καθίσω
πάνω σας, θὰ σᾶς πλακώσω.
- Πότε μπορεῖς νὰ
καθίσεις;
- Ὅταν φύγετε ἐσεῖς,
Γέροντα, μπορῶ νὰ καθίσω ἐγώ.
- Ἀκριβῶς, παιδί
μου, ἔτσι συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ψυχή μας. Ὅταν ἔχουμε μέσα μας τὸν Χριστό μας,
μπορεῖ νὰ ἔρθει ὁ ἀντίχριστος; Μπορεῖ νὰ μπεῖ καμιὰ ἄλλη ἀντίθετη ὕπαρξη μέσα
στὴν ψυχή μας;
Γι’ αὐτὸ σήμερα,
παιδί μου, δὲν ἔχουμε τὸν Χριστὸ μέσα μας καὶ γι’ αὐτὸ ἀνησυχοῦμε γιὰ τὸν ἀντίχριστο.
Ὅταν βάλουμε τὸν
Χριστὸ μέσα μας, τὰ πάντα γίνονται Παράδεισος.
Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ
πᾶν κι ἔτσι πάντοτε, παιδί μου, νὰ λὲς στοὺς ἀνθρώπους, καὶ τὸν ἀντίθετο δὲν τὸν
φοβόμαστε...
Δευτέρα 6 Απριλίου 2020
Δὲν μελέτησαν, δὲν ἄκουσαν
Ἐνόμισαν οἱ μάταιοι
σαρκικοὶ ἄνθρωποι ὅτι μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπὸ τὰ καλὰ ἤθη καὶ τὶς ἀρετές, μόνο
μὲ τὶς ἐξωτερικὲς ἐπιδείξεις, μὲ τὶς ἀνωφελεῖς τελετὲς στὶς ὁποῖες γίνεται κακὴ
σπατάλη ἑκατομμυρίων, καὶ μὲ κούφια λόγια, πὼς θὰ ἀνώρθωναν τὸ ἔθνος, ἀλλὰ
πλανήθηκαν.
Δὲν μελέτησαν, δὲν ἄκουσαν
ὅτι·οἱ μακρύνοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀπολοῦνται. Ξεριζώθηκαν διότι δὲν ἦταν
φυτεία τοῦ Θεοῦ.
Τὸ Ἔθνος γιὰ νὰ ἀνορθωθεῖ
πρέπει νὰ ἀναγεννηθεῖ ἠθικά, νὰ παύση ἡ διαφθορὰ καὶ ἡ παραλυσία τῶν ἠθῶν, νὰ
παύση ἡ κακοήθεια καὶ ἡ ἁμαρτία, νὰ παύση ἡ ἀδικία, ἡ πλεονεξία, ἡ ἀσέβεια καὶ ἡ
βλασφημία.
Ἀνοίξατε τὶς ἐκκλησιαστικὲς
ἱστορίες καὶ θὰ ἰδεῖτε ὅτι, ἀφ' ὅτου ἔγινε ὁ κόσμος, ἀληθῶς πάσα παράβασις καὶ
παρακοὴ ἔλαβε τὴν δικαία τιμωρία...
Γέρων Φιλόθεος Ζερβᾶκος
Πέμπτη 2 Απριλίου 2020
Τὸ δύσκολο
Ὁ Ρουμάνος πρώην Ἑβραῖος
ἀντικαθεστωτικὸς καὶ μετέπειτα μοναχὸς Νικόλαος Στάινχαρντ γράφει πῶς ἀνακάλυψε
στὶς κομμουνιστικὲς φυλακὲς τὴν ἀληθινὴ ἐν Χριστῷ ἀγάπη:
Εἶναι εὔκολο νὰ μιλᾶς
γιὰ τὸ δίκαιο τῆς ἐργατικῆς τάξης! Τὸ δύσκολο εἶναι νὰ μεταφέρεις τὸν παράλυτο
συγκρατούμενό σου, νὰ δώσεις στὸν ἰδιότροπο ἄρρωστο συγκρατούμενό σου αὐτὸ ποὺ ζητᾶ
ἤ νὰ ἀκοῦς ὑπομονετικὰ τὸν ἀνυπόφορο ποὺ δὲν σταματάει νὰ διηγεῖται τὶς δυστυχίες
του.
Τρίτη 31 Μαρτίου 2020
Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος
Ἂν θυμηθεῖ κανεὶς
ποτὲ αὐτὸν ποὺ τὸν λύπησε ἢ τὸν πρόσβαλε ἢ τὸν ἀδίκησε ἢ τοῦ ἔκανε ἕνα ὁποιοδήποτε
ἄλλο κακό, ὀφείλει νὰ τὸν θυμηθεῖ καὶ νὰ τὸν θεωρήσει ὡς γιατρὸ τῆς ψυχῆς του καὶ
ἐκ βάθους ψυχῆς νὰ προσεύχεται γι’ αὐτόν.
Ἂν ὅμως κάνει
σκέψεις ἐναντίον του, πρέπει νὰ γνωρίζει ὅτι κάνει κακὸ ἐναντίον τῆς ἴδιας της
ψυχῆς του, ὅπως οἱ δαίμονες.
Μᾶλλον δέ, γίνεται ὁ
ἴδιος στὸν ἑαυτό του δαίμονας καὶ ἐχθρός, διότι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν
κακία, ἀλλὰ θέλει νὰ ὑποφέρει ἀπὸ ἀσθένεια ἀθεράπευτη. Διότι, ἂν δὲν ἦταν πραγματικὰ
ἄρρωστος, δὲν θὰ σκεφτόταν ἄσχημα γιὰ ἐκεῖνον ποὺ τὸν λύπησε ἢ ζημίωσε καὶ ὁ ὁποῖος
στάλθηκε σὲ αὐτὸν ἀπὸ τὸν Χριστὸ ὡς γιατρὸς καὶ μὲ τὴν ὕβρη ἢ τὴ ζημία ποὺ τοῦ
προξένησε τὸν ὠφέλησε, διότι ἔτσι φανερώθηκε τὸ πάθος ποὺ κρυβόταν μέσα του.
Ἂν πράγματι ἐπιθυμεῖ
νὰ θεραπευθεῖ, ὀφείλει νὰ τὸν θεωρεῖ ὡς εὐεργέτη καὶ νὰ δέχεται ὁ,τιδήποτε τοῦ
κάνει αὐτός, ὡς φάρμακο ἰαματικὸ ποὺ τοῦ στέλνει ὁ Χριστός, καὶ νὰ εὐχαριστεῖ γιὰ
ὅλα αὐτά, ἂν καὶ πρὸς τὸ παρὸν τοῦ δημιουργοῦν πικρία καὶ πόνο. Διότι ὁ ἀσθενὴς
οὐδέποτε δέχεται εὐχαρίστως τὴν ἐγχείρηση ἢ τὴν καυτηρίαση ἢ τὸ νὰ πιεῖ καθαρτικὰ
φάρμακα, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀηδία τὰ σκέφτεται. Ὅταν ὅμως πείσει τὸν ἑαυτό του ὅτι χωρὶς
αὐτὰ εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν ἀσθένεια, ἐγκαταλείπει τὸν ἑαυτό του στὸν
γιατρό, γνωρίζοντας ὅτι μὲ μικρὴ ἀηδία θὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ πολυχρόνια ἀσθένεια.
Καυτήρας τοῦ Ἰησοῦ
εἶναι ἐκεῖνος ποὺ σοῦ προξενεῖ ζημίες καὶ ὕβρεις, ἀλλὰ σὲ ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν
πληγὴ τῆς πλεονεξίας καὶ τῆς ὑπερηφάνειας. Ἂν ὅμως δὲν ἀνέχεσαι νὰ ὑποφέρεις ὅλα
αὐτὰ καὶ ὄχι μόνο δὲν εὐχαριστεῖς, ἀλλὰ καὶ σκέφτεσαι νὰ ἐκδικηθεῖς τὸν ἐχθρό
σου, τότε μοιάζει σὰν νὰ λὲς στὸν Χριστό: «Δὲν θέλω νὰ μὲ θεραπεύσεις, δὲν δέχομαι
τὰ φάρμακά σου· προτιμῶ νὰ σαπίσει τὸ σῶμα μου ἀπὸ τὰ τραύματά μου». Καὶ τότε
τί θὰ κάνει γιὰ σένα ὁ ἀγαθὸς Κύριος; Γνώριζε, ἀδελφέ, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ ἀποφεύγει
τὸν πειρασμό, τὸν ὁποῖο ἂν ὑπέμενε θὰ ὠφελοῦνταν ἡ ψυχή του, ἀποφεύγει καὶ χάνει
τὴν αἰώνια ζωή.
Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος,
καθετὶ λυπηρὸ ποὺ θὰ ἀκούσει ἢ ποὺ θὰ πάθει ἐξαιτίας τῆς κακίας τῶν ἄλλων, τὸ χρησιμοποιεῖ
ὡς ἀφορμὴ γιὰ νὰ προσβάλει καὶ νὰ ἐξυβρίσει τὸν ἑαυτό του. Ἂν πάλι συμβεῖ νὰ ταραχθεῖ
ποτὲ ὁ ταπεινὸς ἀπὸ τὴν ὕβρη καὶ τὴν ἀδικία ποὺ παθαίνει, εὐθὺς σπεύδει νὰ προσευχηθεῖ,
καὶ μὲ τὴν προσευχὴ καταπραΰνεται ἡ ταραχὴ τῆς καρδιᾶς του. Καὶ δὲν κάνει μόνο
αὐτό, ἀλλὰ καὶ ὅταν ταράζεται, μὲ αὐστηρότητα ἐπιπλήττει καὶ ἐλέγχει τὸν ἑαυτό
του, λέγοντας στὴν ψυχή του: «Τί θυμώνεις, ἄθλια ψυχή; Τί ταράζεσαι ὅπως αὐτοὶ ποὺ
ἀφρίζουν; Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ταραχὴ ἀποδεικνύει ὅτι εἶσαι ἄρρωστη· διότι, ἂν δὲν ἤσουν
ἄρρωστη, δὲν θὰ ὑπέφερες. Γιατί, ταλαίπωρη ψυχή, σταμάτησες νὰ κατηγορεῖς τὸν ἑαυτό
σου καὶ κατηγορεῖς τὸν ἀδελφὸ διότι σοῦ φανέρωσε τὴν ἀσθένεια ποὺ ἦταν κρυμμένη
μέσα σου καὶ ἄγνωστη ὡς τώρα; Μιμήσου τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος «λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει,
πάσχων οὐκ ἠπείλει»».
Ὁ ἀββὰς Ἀρσένιος
διηγήθηκε κάποτε τὸ ἑξῆς:
Ἐνῶ ἕνας γέροντας ἀσκητὴς
καθόταν στὸ κελλί του, ἄκουσε μία φωνὴ ἡ ὁποία τοῦ ἔλεγε: «Ἔλα νὰ σοῦ δείξω τὰ ἔργα
τῶν ἀνθρώπων». Σηκώθηκε καὶ βγῆκε ἔξω καὶ τὸν ὁδήγησε σὲ κάποιο τόπο καὶ ἐκεῖ
τοῦ ἔδειξε ἕναν Αἰθίοπα, ὁ ὁποῖος ἔκοβε ξύλα καὶ μὲ αὐτὰ ἔκανε ἕνα μεγάλο
φορτίο. Προσπάθησε κατόπιν νὰ σηκώσει τὸ φορτίο καὶ δὲν μποροῦσε· καὶ ἀντὶ νὰ ἀφαιρέσει
ἀπ’ αὐτὸ ξύλα γιὰ νὰ γίνει ἐλαφρότερο, ἔκοβε καὶ πρόσθετε καὶ ἄλλα. Αὐτὸ δὲ τὸ ἔκανε
γιὰ πολλὴ ὥρα.
Ἀφοῦ προχώρησε
λίγο, τοῦ ἔδειξε ἄλλον ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος στεκόταν πάνω ἀπὸ ἕναν λάκκο μὲ νερό, ἔβγαζε
ἀπ’ αὐτὸν τὸ νερὸ καὶ τὸ μετέφερε μέσα σὲ μία δεξαμενὴ ποὺ εἶχε τρύπα· ἀπὸ τὴν τρύπα
αὐτὴ τὸ νερὸ ἐπανερχόταν στὸν ἴδιο λάκκο μέσα.
Ἔπειτα τοῦ λέει: «Ἔλα
νὰ σοῦ δείξω καὶ ἄλλο ἔργο τῶν ἀνθρώπων». Καὶ βλέπει τότε ἕναν Ναὸ καὶ δύο ἄνδρες
ἔφιππους, οἱ ὁποῖοι κρατοῦσαν στὸ χέρι τους ἕνα ξύλο πλαγίως, ὁ ἕνας ἀπέναντι
τοῦ ἄλλου· ἤθελαν δὲ νὰ μποῦν μέσα στὸν Ναὸ ἀπὸ τὴν πύλη καὶ δὲν μποροῦσαν,
διότι κρατοῦσαν τὸ ξύλο πλαγίως. Καὶ δὲν ταπείνωσε κανεὶς ἀπὸ τοὺς δύο τὸν ἑαυτό
του, ὥστε νὰ πάει πίσω ἀπὸ τὸν ἄλλο καὶ νὰ βάλει τὸ ξύλο σὲ εὐθεία γραμμὴ γιὰ νὰ
μπορέσει ἔτσι νὰ περάσει. Ἔτσι ἔμειναν καὶ οἱ δύο ἔξω τῆς πύλης.
«Αὐτοί», τοῦ λέει,
«εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ζύγιζαν τὸ καθετὶ καὶ τὸ μετροῦσαν μὲ ἀκρίβεια καὶ ὑπερηφάνεια
καὶ τὸ ἀνταπέδιδαν καὶ ποτὲ δὲν ἔσκυψαν γιὰ νὰ ταπεινωθοῦν καὶ νὰ διορθώσουν τὸν
ἑαυτό τους καὶ νὰ πορευθοῦν στὴν ταπεινὴ ὁδὸ τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ μένουν ἔξω
ἀπὸ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ δὲ ἄνθρωπος ποὺ ἔκοβε τὰ ξύλα εἶναι ἄνθρωπος μὲ
πολλὲς ἁμαρτίες, καὶ ἀντὶ ταπεινὰ νὰ τὶς ὁμολογήσει καὶ νὰ μετανοήσει,
προσθέτει ἄλλες ἀνομίες πάνω σ’ αὐτὲς τὶς ἁμαρτίες του. Ἐκεῖνος ποὺ ἀντλοῦσε τὸ
νερό, ἦταν ἄνθρωπος ποὺ ἔκανε μὲν καλὰ ἔργα, ἀλλὰ τοῦ ἔλειπε ἡ ταπείνωση, ἡ ὁποία
ἂν ὑπῆρχε θὰ εἶχε ἀφαιρέσει ἀπὸ μέσα του κάθε ἴχνος πικρίας, γι’ αὐτὸ ἔχασε καὶ
τὰ καλά του ἔργα. Πρέπει, λοιπόν, νὰ προσέχει ὁ ἄνθρωπος σὲ ὅ,τι κάνει, ὥστε νὰ
μὴν κοπιάσει μάταια καὶ ἄδικα».
Δημήτριος Παναγόπουλος
Κυριακή 29 Μαρτίου 2020
Κατανάλωση τώρα!
(β)
Ἡ συναυλία σὲ
δίσκο, ἡ θεατρικὴ παράσταση σὲ βιντεοκασέτα, οἱ κονσερβοποιημένες τροφὲς “σὰν τὶς
σπιτικές”, τὸ γάλα σὲ πλαστικὴ συσκευασία “σὰν τὸ μητρικό”, ἕτοιμα κάθε στιγμὴ
γιὰ τὸν καθένα, συνθέτουν τὸν κόσμο τῆς ἐξυπηρέτησης, ἕναν κόσμο ἀπὸ ὑποκατάστατα,
τὸν κόσμο τῶν παρομοιώσεων, τὸν κόσμο τοῦ “σάν” (“σὰν στὸ σπίτι σας”), τὸν
κόσμο μας. Στὸ κυνήγι τῆς «μέσης» ἀπόλαυσης σκοτώνουμε τὴ χαρὰ τῆς
προετοιμασίας γιὰ ἀπόλαυση, χάνουμε τὸ “ὡραῖο ταξίδι”, γιὰ νὰ φθάσουμε ὅσο
γίνεται πιὸ γρήγορα στὴν “Ἰθάκη”, ποὺ καὶ γι’ αὐτὸ δὲ μᾶς ἱκανοποιεῖ, ποὺ καὶ
γι’ αὐτὸ τὴ βρίσκουμε ἀπελπιστικὰ μικρή. Κι ὅμως, «εἶναι προτιμότερη ἡ εὐτυχία
ποὺ περιμένεις, παρὰ ἡ εὐτυχία ποὺ ἦλθε», διαπιστώνει ἡ Φρανσουὰζ Σαγκάν.
Ὁ πολιτισμός μας
διαμορφώνει ἕνα νέο εἶδος ἀνθρώπου, ποὺ στὴ ζωὴ προετοιμάζεται γιὰ ἐλαφρὸ
φορτίο κι ὄχι γιὰ γερὴ πλάτη. Ἑτοιμάζεται ν’ ἀνέβει τὴ σκάλα τῆς ἐπιτυχίας μὲ τὰ
χέρια στὶς τσέπες, ἀποθηκεύει καὶ ὑποθηκεύει τὴν εὐτυχία του σὲ χάπια. Μία
γαλλικὴ παροιμία λέει ὅτι «χαιρόμαστε λίγο γιὰ τὰ πολλὰ ποὺ ἔχουμε καὶ ὑποφέρουμε
πολὺ γιὰ τὰ λίγα ποὺ μᾶς λείπουν». Ἀλλ’ ἡ ἀρρώστια αὐτὴ δὲ θεραπεύεται μὲ
φάρμακα κι αὐτὸ δὲν τὸ ἔχει καταλάβει ὁ σύγχρονος κόσμος. Κάθε ἄλλο μάλιστα.
Χαρακτηρίζεται, λοιπόν, “φαρμακοθηρικὴ κοινωνία” κι ὁ ὅρος αὐτὸς ἀσφαλῶς ἀντιδιαστέλλεται
πρὸς τὸν ὅρο ὑγιὴς κοινωνία. Ἡ κοινωνία μας πάσχει ἀπὸ ἐπίκτητη ἠθικὴ ἀνοσοποιητικὴ
ἀνεπάρκεια. Χωρὶς κίνητρα γι’ ἀγώνα καὶ δράση, ποὺ ὁδηγοῦν στὴν πραγματικὴ ἠθικὴ
ἱκανοποίηση, ἐθισμένη στὴν ἠθικὴ νωχέλεια, ποὺ τῆς ἐξασφαλίζει μία κατάσταση
τεχνητῆς Νιρβάνας, ἀναζητᾶ τὴν εὔκολη εὐτυχία, ποὺ ὅμως ταυτίζεται μὲ τὴ μόνιμη
δυστυχία. Ψάχνει γιὰ ἕνα μυθικὸ κόσμο μέσα στὴν ἐποχὴ τῆς ἀπομύθευσης, γιατί ὁ
πραγματικὸς δὲν ἔχει ἀξία, ἐπειδὴ ἔχασε τὶς ἀξίες του. Ἔχασε τὴν πίστη σὲ
κάποια εὐγενῆ ἰδανικά. Καὶ ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ ἔχει περισσότερη ἀνάγκη ἀπὸ τὸ ἰδανικὸ
παρὰ ἀπὸ τὸ φτηνὰ πραγματικό. Ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Οὐγκώ: «Μὲ τὸ πραγματικὸ ὑπάρχεις-
μὲ τὸ ἰδανικὸ ζεῖς. Τὰ ζῶα ὑπάρχουν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ».
Ὅλοι στὴ σύγχυση καὶ
τὴν ταραχὴ τῶν καιρῶν ζητᾶμε κάποιο “γιατρικό”. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲ βρίσκεται στὰ φαρμακεία,
ἀλλὰ στὴν ἀναπροσαρμογὴ καὶ ἀναβάθμιση τῶν κοινωνικῶν ἀξιῶν. Ἂν πετυχαίναμε, ὥστε
αὐτὸς ποὺ ἔγραψε τὸ καλύτερο βιβλίο ἢ ποὺ ἔκανε τὴν καλύτερη πράξη νὰ ἔχει
προτεραιότητα ἔναντι ἐκείνου ποὺ διαθέτει “τζάγκουαρ”, ἡ κοινωνία θὰ ἦταν
διαφορετική. Ἡ πολυτέλεια ἔχει γίνει πάθος καὶ μπορεῖ νὰ ὀνομασθεῖ σημειολογία
τῶν νέων καιρῶν καὶ ἠθῶν. Πολυτελὴς διαβίωση, πολυτελῆ γραφεῖα, πολυτελῆ αὐτοκίνητα,
πολυτελεῖς διακοπές, πολυδάπανες διασκεδάσεις. Ὅλα αὐτὰ εἶναι προμηνύματα
σήψης. Γι’ αὐτὸ οἱ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι ἐπέκριναν σφοδρότατα ἰδιῶτες καὶ πολιτικοὺς
ποὺ κατασκεύαζαν πολυτελεῖς ἐπαύλεις. Ὁ Πλάτων ἀποκαλοῦσε τὶς πόλεις πολυτελοῦς
διαβίωσης «φλεγμαίνουσες πόλεις». Ἡ Σύβαρις [ἀρχαία ἑλληνικὴ πόλη, ἀποικία τῶν Ἀχαιῶν
στὸν κόλπο τοῦ Τάραντα. Οἱ κάτοικοι τῆς ἔγιναν διάσημοι γιὰ τὴν πολυτέλεια καὶ
τὴ μαλθακότητά τους. Εἶχαν σκοτώσει ὅλους τους πετεινοὺς γιὰ νὰ μὴν τοὺς χαλοῦν
τὸν πρωινὸ ὕπνο!], παρ’ ὅλο ποὺ καταστράφηκε ἀπὸ τοὺς Κροτωνιάτες, ἀναβιώνει στὴ
σύγχρονη Ἑλλάδα. Ὁ Συβαριτισμὸς δίνει τὸ στίγμα τῆς σύγχρονης ζωῆς. Ἂν οἱ γυναῖκες
τῶν Συβαριτῶν ἔπρεπε νὰ εἰδοποιηθοῦν —γιὰ νὰ μετάσχουν σὲ δεξίωση — , ἕνα χρόνο
πρίν, γιὰ νὰ ἑτοιμάσουν τὴ φορεσιά τους, ἡ σημερινὴ Ἑλληνίδα, πετυχαίνει νὰ ἔχει
πρῶτα τὶς φορεσιὲς καὶ μετὰ τὶς προσκλήσεις γιὰ δεξιώσεις!
Τὸ ἐξωτερικό μας
χρέος ὑπερβαίνει τὰ 20 δισ. δολλάρια. Κι ὅμως, ἐξακολουθοῦμε νὰ εἰσάγουμε σὲ
τεράστιες ποσότητες καλλυντικά, κοσμήματα καὶ ἄλλα εἴδη πολυτελείας. Δὲν ὑπάρχει
εἶδος ἠλεκτρικῆς συσκευῆς ποὺ νὰ μὴν εἰσάγεται ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό. Ἀκόμη καὶ ἠλεκτρικὲς
ὀδοντόβουρτσες! Κάποιος ἔχει πεῖ ὅτι γίναμε πίθηκοι, ποὺ τρέχουμε πίσω ἀπὸ τίς…
ἠλεκτρικὲς μπανάνες!
Ἡ σπατάλη μας ἐπεκτείνεται
καὶ στὴ σπατάλη τοῦ χρόνου. Στὴ χώρα μας τὸ πιὸ φθηνὸ ἀγαθὸ εἶναι ὁ χρόνος, γιὰ
τὸν ὁποῖο ὑπάρχει μία ἑλληνικῆς ἐφεύρεσης διατύπωση: “σκοτώνω τὸ χρόνο μου”.
Δείγματα τέτοιων φονικῶν διαθέσεων παρέχει ἡ ἑλληνικὴ γραφειοκρατία, ποὺ
κάποιος τὴν ὀνόμασε ἐγγραφοκρατία. Κύριο στοιχεῖο τῶν ἐγγράφων ἡ φλυαρία. Ὁ
πρόσφατα ἀποθανῶν Βαυαρὸς πολιτικὸς Στράους ἔκανε τὸν ἀκόλουθο ὑπολογισμό: Τὸ
«Πάτερ ἡμῶν» ἔχει 57 λέξεις. Οἱ Δέκα Ἐντολὲς ἔχουν 297 λέξεις καὶ μία ἐγκύκλιος
τῆς Ε.Ο.Κ. ἔχει 26.911 λέξεις. Εἴμαστε μία κοινωνία σπατάλης. Βέβαια ἡ ἔννοια τῆς
σπατάλης μπορεῖ νὰ ποικίλλει ἀνάλογα μὲ τὶς ἀνθρώπινες ἀντιλήψεις: Γιὰ ἕναν
κανίβαλο σπατάλη θὰ πεῖ νὰ χαρακτηρίσεις ἕναν ἄνθρωπο ὡς μὴ φαγώσιμο σῶμα. Καὶ
γιὰ ἕνα σύγχρονο πολίτη τὸ νὰ μὴν καταναλώνει σήμερα αὐτὰ ποὺ μπορεῖ νὰ
καταναλώσει αὔριο καὶ μεθαύριο.
Μπαίνουμε σὲ
κάποιον φαῦλο κύκλο κι ἀναζητοῦμε τὴν εὐτυχία κάπου ἀλλοῦ κι ὄχι στὸν ἑαυτό
μας. Δυστυχῶς οἱ τεχνητοὶ παράδεισοι, στοὺς ὁποίους καταφεύγει ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος,
δὲν ἀντικαθιστοῦν τὸ ἰδανικό, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ εἶναι πραγματικό. Ὁ τεχνητὸς
παράδεισος εἶναι ἕνα ὑποκατάστατο γιὰ μία κοινωνία παρακμῆς. Μία κοινωνία, ποὺ ἀρκεῖ
“νὰ πατήσει ἕνα κουμπὶ” γιὰ νὰ πετύχει τὴν αὐτοκαταστροφή της.
5 Ἰουνίου 1988
Σαράντος Καργάκος
Σάββατο 28 Μαρτίου 2020
Κατανάλωση τώρα!
(α)
Ἡ κοινωνία τῆς Ἀφθονίας
ἀποτελεῖ ἕνα ἄλλο πείραμα τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν τελείωση. Ἄλλη μία φιλοσοφικὴ
λίθο, ποὺ θὰ τοῦ δώσει τὴ δυνατότητα ἀπὸ ἀτελὴς νὰ γίνει τέλειος· ἀπὸ τὴ
στέρηση νὰ περάσει στὴν ἐπάρκεια. Ὅμως τὸ πείραμα δὲ φαίνεται ν’ ἀποδίδει τ’ ἀναμενόμενα.
Τὸ ἐλιξήριο [Ἐλιξήριο (ἀραβ. al iksir = πέτρα τῆς γνώσης): Θαυματουργὴ
συσκευασία τῶν ἀλχημιστῶν, ποὺ μπορεῖ νὰ ξαναδίνει τὴ νεότητα καὶ νὰ παρατείνει
τὴ ζωή] τοῦ καταναλωτισμοῦ δὲν τὸν ἐλευθερώνει ἀπὸ ἀνάγκες· ἀπεναντίας τὸν δεσμεύει
σὲ νέες.
Ὁ ἄνθρωπος πάντα ζεῖ
μὲ τὴ νοσταλγία τοῦ “ἀπωλεσθέντος παραδείσου”. Ἀφοῦ τὸν ἔχασε στὸν οὐρανό,
προσπαθεῖ ἀενάως νὰ τὸν φτιάξει στὴ γῆ. Τὸ δράμα του εἶναι πὼς συχνὰ οἱ
παράδεισοί του δὲ διαφέρουν πολὺ ἀπὸ τὴν κόλαση. Ὁ παράδεισος τῆς καταναλωτικῆς
κοινωνίας βεβαιώνει τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές. Κι αὐτὸ εἶναι εὔκολο νὰ τὸ καταλάβει
κανείς, ἂν ὑπολογίσει ὄχι τὸ τί κερδίζει ἀλλὰ τὸ τί χάνει. Σύγχρονος διανοητὴς
σκιαγραφεῖ τὸν πολιτισμό μας μὲ τὸν ἀκόλουθο τρόπο: στὴν κοινωνία μας ἔχουν
δοθεῖ πολλοὶ χαρακτηρισμοί, ὅπως καταναλωτικὴ κοινωνία, κοινωνία τῆς ἀφθονίας, ὅμως
ὁ πιὸ προσφυὴς χαρακτηρισμὸς εἶναι «κοινωνία τοῦ pret a zeter» ἢ κοινωνία τοῦ
«πατᾶς ἕνα κουμπί». Ἡ ὀνομασία αὐτὴ χαρακτηρίζει τὸν πολιτισμὸ τῆς κονσέρβας ἢ
τοῦ ψυγείου, τὴν εὔκολη κάλυψη τῶν ἀναγκῶν, τὴν ἀντικατάσταση τῆς συναυλίας ἀπὸ
τὸ δίσκο, τὴν κατάργηση κάθε προετοιμασίας γι’ ἀπόλαυση, τὴν ἀναζήτηση τοῦ ὑλικοῦ
εὐδαιμονισμοῦ, τὴν εὔκολη ἀναρρίχηση, τὴν ἐπιτυχία χωρὶς κόπο, τὴν εὐτυχία μὲ τὸ
χάπι. Τὸ ψυχοφάρμακο καὶ ὁ ψυχαναλυτὴς γίνονται τώρα τὸ ἐλιξήριο τῆς εὔκολης εὐτυχίας.
Θὰ μποροῦσε, λοιπόν, κανεὶς γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ νὰ ὀνομάσει τὸν πολιτισμὸ τῶν
φαρμάκων «φαρμακοθηρικὴ κοινωνία», ἡ ὁποία προσδοκᾶ τὸ ἰδιοσκεύασμα καὶ ἀπαγγέλλει
καθημερινὰ τὸ «σουσάμι ἄνοιξε» ἑνὸς μυθικοῦ κόσμου. Ἑνὸς κόσμου ποὺ δὲν ἔχει ἀξία,
ἐπειδὴ ἔχασε τὶς ἀξίες του, τὴν πίστη του σὲ κάποια εὐγενῆ ἰδανικὰ κι ἐπιδίδεται
μὲ πάθος στὴ «θεολογία» τῶν τεχνητῶν παραδείσων.
Ἡ χριστιανικὴ
παράδοση ἀναφέρει ὅτι ὁ Χριστός, πρὶν ἀναστήσει τὸν Λάζαρο, κάλεσε τοὺς συγγενεῖς
του νὰ σηκώσουν πρῶτα τὴν πέτρα, ποὺ σκέπαζε τὸν τάφο του. Ὁ ἀνθρώπινος
παράγοντας ἔπρεπε νὰ ἐξαντλήσει τὶς δυνατότητές του, πρὶν ἐπέμβει ὁ ὑπερφυσικός,
γιὰ νὰ συντελεστεῖ τὸ θαῦμα. Ὡστόσο στὸ σύγχρονο κόσμο, στὴν κοινωνία τῆς ἀφθονίας
καὶ τῆς κατανάλωσης, πραγματοποιοῦνται καθημερινὰ πολλὰ μικρὰ “θαύματα” γιὰ τὸν
ἄνθρωπο. Χωρὶς πολὺ κόπο “πατώντας ἕνα κουμπὶ” ἢ κάτι τέτοιο, ἱκανοποιεῖ πολλὲς
πρωταρχικὲς καὶ δευτερεύουσες ἀνάγκες του. Ἡ ἐκπληκτικὴ πρόοδος τῆς τεχνολογίας
προσφέρει ἀμέτρητες ἀνέσεις, ἀμέτρητα “κουμπιά”, ποὺ παρέχουν ἐργασία, ἐξυπηρέτηση,
ψυχαγωγία. Ὑποκαθιστοῦν τὶς σωματικὲς ἀλλ’ ἀκόμη καὶ τὶς πνευματικὲς δυνάμεις
τοῦ ἀνθρώπου.
Πέτυχε, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος
νὰ ὑλοποιήσει τὸ μόνιμο ὄνειρό του γιὰ ἕναν κόσμο ποὺ μπορεῖ νὰ χαρίζει “αὐτόματα”
τὴν εὐτυχία. Ξεγελάστηκε, ὅμως, ὅπως ὁ βασιλιὰς Μίδας. Ξέχασε σὰν κι ἐκεῖνον πὼς
ὅ,τι γίνεται χρυσό, συγχρόνως γίνεται ἄψυχο, παγώνει. Ἔτσι διαμορφώνεται ἕνας
κόσμος παγωμένος, ὁ «πολιτισμὸς τοῦ ψυγείου». Μέσα σ’ αὐτὸ τὸν πολιτισμὸ ἡ ἴδια
ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ βρίσκεται ἤδη στὴ φάση τῆς κατάψυξης. Οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις, εἶναι
σχέσεις τῶν ἀνθρώπων τῆς «κονσέρβας» καὶ τοῦ «συντηρητικοῦ». Εἶναι ἐπιφανειακὲς
καὶ ἀνάπηρες, ἄοσμες, χάρη σὲ εἰδικὰ ἀποσμητικὰ κι ἀναπτύσσονται στριμωγμένες ἀπὸ
τὴν ταχύτητα τῆς σύγχρονης ζωῆς, ποὺ καταδικάζει τὸ ἄτομο σὲ πνευματικὴ ἀπονεύρωση
καὶ ψυχικὴ ἀποστείρωση.
Πραγματικά, στὸν
κόσμο μας παρατηρεῖται τὸ παράδοξο ὅτι, ἐνῶ οἱ ἐξυπηρετήσεις γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὁλοένα
αὐξάνονται, ταυτόχρονα ὁ χρόνος του, ἀντὶ νὰ αὐξάνεται, περιορίζεται ἀσφυκτικά.
Ἡ ἐμφάνιση τῶν «fast food» καὶ τόσων ἄλλων «fast» δείχνει τὴν πιεστικὴ ἀνάγκη
τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου νὰ κερδίσει χρόνο, ἄγχος, ἀγωνία, ἀνησυχία. Βουτηγμένος
στὴν ὑλικὴ ἀφθονία καὶ τὴν πλεονεξία, ὁ ἄνθρωπος τῶν «μοντέρνων καιρῶν»,
σαστισμένος ἀνάμεσα στὰ μαγικὰ «κουμπιὰ» ποὺ τὸν περιβάλλουν, μπλέκεται τελικὰ
καὶ ἀναστατώνει τὸν ἑαυτό του σὰν τὸν “Μαθητευόμενο Μάγο” τοῦ Γκαῖτε. “Λυπάμαι
τὸν ἄνθρωπο ποὺ τὸν συντρίβει τὸ βάρος τῆς καλοπέρασης”, θὰ ἔλεγε πολὺ πιὸ πικρὰ
σήμερα ὁ Βολταῖρος.
Σαράντος Καργάκος
Παρασκευή 27 Μαρτίου 2020
Παναγία, ἡ ἀληθινή μας Μητέρα
Μέσα στὶς εὐλογημένες
καὶ ἅγιες παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι καὶ αὐτὸ τὸ ὡραῖο τυπικὸ ποὺ ἔχουμε:
Νὰ διαβάζουμε τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας κάθε Παρασκευὴ βράδυ τὴν περίοδο τῆς
Μεγάλης καὶ ἁγίας Τεσσαρακοστῆς καὶ νὰ μαζευόμαστε ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι στὶς ἐκκλησίες
καὶ νὰ λέμε τὰ «Χαῖρε» στὴν Παναγία μας, τὰ ὁποία «Χαῖρε» δὲν εἶναι μόνον
«ποιητικῇ ἀδείᾳ», ἀλλὰ ἐκφράζουν κυρίως τὴ βαθύτερη εὐγνωμοσύνη τῆς ψυχῆς μας
πρὸς τὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ Μητέρα ὅλων μας, πρὸς τὴν Ὁποία ὀφείλουμε τόσα
πολλά.
Καὶ ἂν δὲν εἴχαμε τὴν
ἁγία καὶ εὐλογημένη Θεοτόκο, δὲν θὰ εἴχαμε τὸν Κύριο καὶ Θεὸ καὶ Σωτήρα μας.
Γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας, ὅπως ξέρετε, ἀποδίδει πολὺ μεγάλη τιμὴ στὴν Παναγία
μας, καὶ ὅπου συγκεντρώνονται οἱ Χριστιανοὶ νὰ ὑμνήσουν τὸν Σωτήρα Χριστό, ὑμνοῦν
μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία μας.
Σ’ ὅλες τὶς Ἀκολουθίες,
σ’ ὅλα τὰ Μυστήρια ἡ Παναγία εἶναι πάντοτε στὰ δεξιὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ ὑμνεῖται
καὶ ἐγκωμιάζεται ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴ ἀκόμη ἐποχὴ μέχρι σήμερα. Δὲν εἶναι κάτι καινούργιο
αὐτό. Εἶναι παράδοση τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τὴν Παναγία ἐν τῷ μέσῳ
αὐτῶν.
Καὶ ὅταν ὁ Κύριος
ζοῦσε ἐπὶ τῆς γῆς, πρὶν ἀναληφθεῖ στοὺς οὐρανούς, εἶχε κοντὰ Του τὴν Παναγία
μας. Καὶ στὸν Σταυρό, ὅπως ἐνθυμεῖσθε, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν εἰς οὐρανοὺς Ἀνάληψή
Του, ἡ Παναγία ἦταν ἡ Μητέρα τῶν Ἀποστόλων. Ἦταν ἐκείνη ποὺ τοὺς στήριζε, τοὺς
δίδασκε, τοὺς παρηγοροῦσε καὶ τοὺς κατηύθυνε καὶ στὸ ἀποστολικό τους ἔργο.
Καὶ αὐτὸ ποὺ
γινόταν μὲ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους γίνεται μέσα στοὺς αἰῶνες μέχρι σήμερα. Στὴν ἁγία
μας Ἐκκλησία ἔχουμε τὸν Λυτρωτὴ ποὺ εἶναι ὁ Χριστός μας, ἔχουμε τὴ Μητέρα τοῦ
Λυτρωτῆ, κι ἔχουμε καὶ τοὺς Φίλους καὶ τὶς Φίλες του Λυτρωτῆ ποὺ εἶναι οἱ Ἅγιοι.
Ἐρώτησαν κάποτε ἕναν
θεολόγο τῆς Ἐκκλησίας μας: «Τί εἶναι Ἐκκλησία;» Καὶ ἀπάντησε ὅτι «Ἐκκλησία εἶναι
ὁ Λυτρωτής, ἡ Μητέρα τοῦ Λυτρωτῆ καὶ οἱ Φίλοι του Λυτρωτῆ». Αὐτὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία.
Ἔχουμε λοιπὸν ἀπὸ τὴν Ἀρχαία Ἐκκλησία ἐν τῷ μέσω ἡμῶν τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο.
Ἡ Παναγία μας
προΐσταται τῆς Ἐκκλησίας τῶν λελυτρωμένων. Ἡ Παναγία μας εἶναι, μετὰ τὸν
Χριστό, τὸ ἁγιότερο καὶ ἱερότερο Πρόσωπο τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἡ πρώτη ἀπὸ τοὺς
σεσωσμένους. Ἡ πρώτη ποὺ σώθηκε εἶναι ἡ Παναγία μας.
Εἶναι ἡ πρώτη, ὅπως
μᾶς διδάσκουν οἱ ἅγιοι Πατέρες, ἡ ὁποία πέθανε, ἀναστήθηκε, ἀνῆλθε στοὺς οὐρανούς,
εἶναι στὰ δεξιὰ τοῦ Χριστοῦ, πρεσβεύει γιὰ ὅλους μας, γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, καὶ στὴ
Δευτέρα Παρουσία, ὅταν θὰ ἀναστηθοῦν ὅλοι, ἡ Παναγία δὲν θὰ ἀναστηθεῖ, διότι ἔχει
ἤδη ἀναστηθεῖ. Εἶναι ὁ πρῶτος ἤδη ἄνθρωπος ποὺ ἀναστήθηκε μετὰ τὸν Χριστό. Καὶ ἁπλῶς
θὰ πρεσβεύει γιὰ ἐμᾶς. Θὰ εἶναι πάντα στὰ δεξιὰ τοῦ Χριστοῦ νὰ πρεσβεύει γιὰ ἐμᾶς.
Εἶναι λοιπὸν μεγάλη
ἡ εὐλογία, ἡ χάρη, ἡ δόξα τῆς Παναγίας μας. Καὶ πῶς μπορεῖ νὰ εἶναι
διαφορετικά, ἀφοῦ μέσα στὰ ἅγια σπλάγχνα της βάσταξε τὸν Θεό; Ἔγινε ἡ Χώρα τοῦ Ἀχωρήτου.
Κι ἔτσι ἔγινε ἡ Μητέρα τῆς ζωῆς.
Εὔα στὰ ἑβραϊκὰ
σημαίνει μητέρα τῆς ζωῆς, ἀλλὰ ἡ καημένη ἡ Εὔα παρασύρθηκε ἀπὸ τὸν διάβολο καὶ ἔγινε
μητέρα τοῦ θανάτου. Μᾶς κληροδότησε τὸν θάνατο. Ἐνῶ ἡ Παναγία μας ἔκανε τὴν ἀντίθετη
κίνηση ἀπὸ τὴν Εὔα . Ἡ Εὔα ἔκανε ἀνυπακοὴ στὸν Θεὸ καὶ ἔχασε τὸν Θεό, ἐνῶ ἡ
Παναγία μας ἔκανε τελεία ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ κέρδισε τὸν Θεό.
Καὶ ὄχι μόνο τὸν
κέρδισε, ἀλλὰ τὸν πῆρε μέσα στὰ ἅγια σπλάχνα της, τὸν κυοφόρησε, τὸν γέννησε, τὸν
ἀνέθρεψε, κατὰ τὸ ἀνθρώπινο, καὶ τὸν παρέδωσε στὸν κόσμο, ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ.
Καὶ ἐπειδὴ ὁ Κύριος εἶναι ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάσταση, ἡ Παναγία εἶναι ἡ Μητέρα τῆς Ζωῆς.
Εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία γέννησε τὴ Ζωή. Εἶναι Ἐκείνη ἡ ὁποία μέχρι σήμερα μᾶς ὁδηγεῖ
στὴ ζωὴ ποὺ εἶναι ὁ Χριστός, καὶ γι’ αὐτὸ εἶναι ἡ ἀληθινὴ Μητέρα τῆς Ζωῆς.
Ἡ ἀληθινὴ Εὔα εἶναι
ἡ Παναγία μας, ἡ ὁποία διόρθωσε τὸ λάθος τῆς παλαιᾶς Εὔας καὶ ἔγινε ἡ ἴδια ἡ ἀληθινὴ
Εὔα , ἡ ἀληθινή μας Μητέρα.
Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης
Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020
Εἰς τὴν 25ην Μαρτίου (β)
Ἀλλὰ μετὰ τὴν Ἑλληνικὴν
Ἐπανάστασιν ὁ πολιτικὸς καὶ δημόσιος βίος μας ἤρχισε νὰ θεμελιώνεται ἔξω ἀπὸ τὴν
παράδοσιν τοῦ Γένους, ἡ ὁποία τὸ ἐκράτησεν ὀρθὸν εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν του καὶ τὸ
ὡδήγησεν εἰς τὸν μεγάλον ξεσηκωμόν. Ἠκολούθησαν βέβαια τὰ νεώτερα κατορθώματα τῆς
φυλῆς, ἀκόμη δὲ καὶ αἱ ἐθνικαὶ συμφοραί, καὶ ὅλα αὐτὰ ὡς μία συνέχεια καὶ
προέκτασις πρὸς ὁλοκλήρωσιν τοῦ ἔργου τῆς μεγάλης Ἐπαναστάσεως· ἐν τούτοις αἰσθανόμεθα
ὅτι εἴμεθα ἔξω ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ ἱεροῦ Ἀγῶνος.
Αὐτὸ τὸ πνεῦμα, ὡς τεκμήριον τῶν ἠθικῶν δυνάμεων αἵτινες ἐκίνουν τὸν ἱερὸν Ἀγώνα, τὸ βλέπομεν εἰς τὸν λόγον αὐτῶν τούτων τῶν ἀγωνιστῶν, ὅστις εἶναι λόγος ζωῆς. Τὰ Ἀπομνημονεύματα τῶν ἀγωνιστῶν εἶναι μία πρώτη πηγὴ ζωντανοῦ λόγου καὶ καθαρᾶς ἱστορικῆς ἀληθείας, ὅσον καὶ ἂν δὲν θὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς ἀνθρώπους, ποὺ γράφουν πάντοτε μὲ κέντρον τὸ πρόσωπόν των καὶ τὴν ἰδικὴν των δρᾶσιν.
Αὐτὸ τὸ πνεῦμα, ὡς τεκμήριον τῶν ἠθικῶν δυνάμεων αἵτινες ἐκίνουν τὸν ἱερὸν Ἀγώνα, τὸ βλέπομεν εἰς τὸν λόγον αὐτῶν τούτων τῶν ἀγωνιστῶν, ὅστις εἶναι λόγος ζωῆς. Τὰ Ἀπομνημονεύματα τῶν ἀγωνιστῶν εἶναι μία πρώτη πηγὴ ζωντανοῦ λόγου καὶ καθαρᾶς ἱστορικῆς ἀληθείας, ὅσον καὶ ἂν δὲν θὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς ἀνθρώπους, ποὺ γράφουν πάντοτε μὲ κέντρον τὸ πρόσωπόν των καὶ τὴν ἰδικὴν των δρᾶσιν.
Ἀναγινώσκομεν ἐπὶ
παραδείγματος εἰς τὰ Στρατιωτικὰ Ἐνθυμήματα τοῦ Κοζανίτου Νικολάου Κασομούλη·
«Ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα,
ὁ χαρακτὴρ καὶ τὰ ἔθιμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ βασιλείου μας, ἐδιατηρήθησαν
ὑπὸ τὴν ἐπαγρύπνησιν τοῦ κλήρου μας... καὶ διὰ τῆς κοινῆς εὐλαβείας πρὸς τὴν ἁγίαν
ἡμῶν θρησκείαν».
Πόση πράγματι ἀμφισβήτησις
καὶ πόση ἀνίερος πολεμικὴ δὲν ἔγινε περὶ τὸ σημεῖον τοῦτο, ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς
ξένους, ποὺ δὲν ἐνόησαν ποτὲ τὴν Ὀρθοδοξίαν καὶ τὸ ἔργον τοῦ κλήρου μας, ἀλλὰ
καὶ ἀπὸ τοὺς ἰδικούς μας, ποὺ ποτὲ δὲν ἐπίστευσαν ὡς ὀρθόδοξοι καὶ δὲν ἔζησαν ὡς
Ἕλληνες.
Τὸ ποιὸς ἄνεμος ἤρχισε
νὰ πνέη καὶ εἰς στὸν τόπον μας, ἀμέσως μόλις ἡ Ἑλλὰς ἔγινεν ἕνα μικρὸν ἐλεύθερον
κράτος, τὸ βλέπομεν εἰς τὰ Ἀπομνημονεύματα τοῦ ἄλλου ἐκείνου ἀγωνιστοῦ, τοῦ
Μακρυγιάννη, ποὺ εἰς μεγάλην ἡλικίαν ἐκάθησε καὶ ἔμαθεν ὀλίγα γράμματα, μόνον
καὶ μόνον διὰ νὰ γράψη καὶ νὰ μᾶς ἀφήση τὴν πείρα του· «Ὅ,τι τοὺς λές. Ἡ
θρησκεία δὲν εἶναι τίποτας», γράφει μὲ τὸ ἐπιγραμματικόν του ὕφος, τὸ μοναδικὸν
καὶ ἀνεπανάληπτον εἰς τὴν νεοελληνικὴν λογοτεχνίαν. «Ἡ θρησκεία δὲν εἶναι
τίποτας» εἶναι ἡ ἀπάντησις τῶν ἐλευθέρων λεγομένων πνευμάτων καὶ τῶν
ξεριζωμένων ἀνθρώπων, ποὺ δὲν καταδέχονται νὰ ἔχουν τὴν πίστιν τοῦ λαοῦ. Ὁ ἀγωνιστὴς
Μακρυγιάννης μὲ τὴν πείραν του καὶ μὲ τὰ πέντε τραύματά του εἰς τὸν ἀγώνα τοῦ Ἔθνους
εἶχεν ἄλλην γνώμην, ποὺ δὲν εἶναι ἁπλῶς γνώμη, ἀλλὰ πίστις καὶ βίωμα καὶ
πραγματικότης. «Ἡ πατρίδα τοῦ κάθε ἀνθρώπου καὶ ἡ θρησκεία εἶναι τὸ πᾶν»,
γράφει καὶ ὁμιλεῖ δι’ αὐτοῦ ἡ ἱστορία καὶ ἡ παράδοσις τοῦ Ἔθνους ἀπὸ τὴν
πανάρχαιον ἐποχήν, ὡς μαρτυρία ὅτι «χωρὶς ἀρετὴ καὶ πόνο εἰς τὴν πατρίδα καὶ
πίστη εἰς τὴν θρησκείαν ἔθνη δὲν ὑπάρχουν».
Οἱ Τοῦρκοι ἀντελήφθησαν
καλύτερον ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας τὴν θέσιν καὶ τὴν σημασίαν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν ἐθνικήν
μας ὑπόθεσιν. Ἤξευραν οἱ Τοῦρκοι διατὶ ὡδήγησαν εἰς τὴν ἀγχόνην ἤ ἔπνιξαν εἰς τὴν
θάλασσαν ἤ ἀπεκεφάλισαν ἕνδεκα Πατριάρχας. Ἤξευραν διατὶ ἐθανάτωσαν ἑκατὸν
περίπου ἐπισκόπους· τοὺς ἐξέδειραν, τοὺς ἀνεσκολόπισαν, τοὺς ἀπηγχόνισαν, τοὺς ἀπεκεφάλισαν,
τοὺς διεμέλισαν, σύροντες αὐτοὺς εἰς τὸν δρόμον. Εἰς ἕξ χιλιάδας ἀναβιβάζει
ξένος περιηγητὴς τοὺς θανατωθέντας λειτουργούς τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὸ χρονικὸν
διάστημα τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, ἄλλοι δὲ ὑπολογίζουν αὐτοὺς εἰς ἔτι περισσοτέρους.
Ἕνας ποὺ ἀντελήφθη
τὴν θέσιν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν σημασίαν της εἰς τὸν ἐθνικόν μας βίον, «πολὺ
βαθύτερον παρ’ ὅσον οἱ παρ’ ἡμῖν τὰ ξένα ἀνοήτως πιθηκίζοντες ἀντιπρόσωποι τοῦ ἀντικληρικοῦ
πνεύματος», ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος Ἰωάννης Καποδίστριας. Ὅ,τι
πράγματι ἐχαρακτήριζε τὸν Κυβερνήτην ἦτο «ἡ πεφωτισμένη πίστις εἰς τὸν Θεὸν καὶ
ἡ ἀκλόνητος αὐτοῦ εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἀφοσίωσις». Ὅθεν, πρὶν ἀκόμη
καταβῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἔγραφεν εἰς ἐπιστολήν του ὅτι «τὸ πρώτιστον καὶ οὐσιωδέστατον
τῶν καθηκόντων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ παράσχη εἰς τὸ Ἔθνος τὴν
διδασκαλίαν τῆς πίστεως». Τῶν δὲ ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας τὸ ἔργον ἔβλεπεν ἤδη,
μετὰ τὰς ἡμέρας τοῦ πολέμου, ὡς ἔργον πνευματικῆς διοικήσεως καὶ οἰκοδομῆς τῶν
χριστιανῶν, οἵτινες ἔπρεπε νὰ στηριχθοῦν «μὲ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τῆς Ὀρθοδοξίας
τὴν ἀληθῆ ἄγκυραν». Ἡ ἐγκύκλιός του πρὸς τὸν ἱερὸν Κλῆρον εἶναι κείμενον
προφητικῆς πνοῆς καὶ ἀποστολικοῦ ὕφους. «Λαλήσατε», γράφει, «εἰς τὰς καρδίας τοῦ
λαοῦ τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, ὀρθοτομοῦντες τὸν λόγον τῆς ἀληθείας· κηρύξατε τὴν εἰρήνην
εὐαγγελίσασθε τὴν ὁμόνοιαν διδάξατε τὴν φιλαδελφίαν, τὴν πρὸς ἀλλήλους ἀγάπην, ἵνα
ὦσιν οἱ πάντες ἕν ἐν Χριστῷ· στηρίξατε τὰς καρδίας τῶν πιστῶν εἰς τὰ θεία
δόγματα· ἐμπνεύσατε εἰς αὐτοὺς τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀγάπην πρὸς τὸν πλησίον
καὶ τὴν ὑποταγὴν εἰς τὰς Ἀρχάς...».
Ἀλλὰ τὸ ἔργον τοῦ
μεγάλου ἐκείνου Κυβερνήτου τῆς Ἑλλάδος, ὅστις ἠθέλησε νὰ θεμελίωση τὸν κοινωνικὸν
καὶ πολιτικὸν βίον τοῦ νέου Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐπὶ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικῆς
παραδόσεως τοῦ Ἔθνους, διεκόπη ἀποτόμως, ὅτε τὴν 27ην Σεπτεμβρίου τοῦ 1831 ἐδολοφονειτο
εἰς τὸ Ναύπλιον πρὸ τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος, καθ’ ἥν ὥραν μετέβαινεν εἰς
τὴν θείαν Λειτουργίαν.
Μετέπειτα ἄλλοι ἄνθρωποι,
ξένοι καὶ ἰδικοί μας, ἔδωκαν ἄλλην γραμμὴν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν πολιτικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν
πραγμάτων τοῦ τόπου μας, ὥστε ἐπὶ ἑκατὸν πενήντα χρόνια νὰ εἴμεθα σχεδὸν ἀποκεκομμένοι
ἀπὸ τὴν πνευματικὴν καὶ ἐθνικήν μας παράδοσιν. Ἡ παράδοσις αὐτὴ ἀναμφιβόλως εἶναι
παράδοσις ἐκκλησιαστική, εἶναι μνήμη καὶ ζωὴ τῆς ἀνατολικῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ
στηρίζει φυλετικὰ τὴν τελευταίαν φάσιν τῆς σημερινῆς ἐθνικῆς μας συγκροτήσεως. Ἐὰν
δὲν ἀνατρέχωμεν εἰς αὐτὴν διαρκῶς καὶ ἂν δὲν τὴν διατηροῦμεν ἄσβεστον,
μετατοπιζόμεθα καὶ γινόμεθα κοσμοπολιται οὑμανισταί, θύματα τοῦ περίφημου
Διαφωτισμοῦ, ἀφελληνιζόμεθα καὶ ἀποδιώκομεν κατὰ τρόπον ἀγνώμονα τὰς ἡρωϊκὰς καὶ
ζωντανὰς πηγὰς τῆς ὑποστάσεώς μας.
Εἰς τὰς 5 Ἀπριλίου
τοῦ 1920, Κυριακήν τοῦ Θωμᾶ, ἕνας διαπρεπὴς ὀρθόδοξος ἱεράρχης καὶ θεολόγος τῆς
Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἀντώνιος Μητροπολίτης Κιέβου, βαστάζων ἐν τῷ σώματι αὐτοῦ
τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐλειτούργησε καὶ ἐκήρυξεν εἰς τὸν Μητροπολιτικὸν
ναὸν τῶν Ἀθηνῶν, καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶπε τὰ ἑξῆς· «Εἴθε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐν τῇ
ἐλευθερίᾳ αὐτοῦ... νὰ διατήρησῃ πάντας τοὺς θησαυροὺς τοῦ πνεύματος, τοὺς ὁποίους
δὲν κατεδαπάνησεν, ἀλλ’ ἐπηύξησεν ἐν ταῖς ἡμέραις τῶν θλίψεων καὶ κατὰ τοὺς αἰῶνας
τῆς δουλείας...».
Εἴθε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί.
Αὐτὴν τὴν εὐχὴν ἐπαναλαμβάνομεν καὶ ἡμεῖς σήμερον, ὅτε Ἐκκλησία καὶ Ἔθνος ἑορτάζομεν
τὴν ἐπέτειον τῆς μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως. Ἀμήν.
† ὁ Σερβίων καὶ Κοζάνης Διονύσιος
Ἐλέχθη στὸν Μητροπολιτικὸ Ἱ.
Ν. τοῦ ἁγίου Νικολάου Κοζάνης στὶς 25 Μαρτίου 1982Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020
Εἰς τὴν 25ην Μαρτίου (α)
Μαζὶ μὲ τὰς ἄλλας ὁμιλίας,
ποὺ θὰ γίνουν σήμερον καὶ θὰ ἀκουσθοῦν ἐντὸς τῶν ἱερῶν ναῶν, ἂς ἀκουσθῆ παρακαλῶ
καὶ ἡ ὁμιλία αὐτή, ἀφοῦ ἄλλως τε μᾶς παρέχεται ὁ χρόνος μέχρι τῆς ὥρας τῆς
Δοξολογίας κατὰ τὸ ἐπίσημον πρόγραμμα. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὁμιλητὰς εἶναι
μᾶλλον βέβαιον ὅτι θὰ ἀγνοήσουν καὶ τὸν χῶρον τῆς Ἐκκλησίας ἐντός τοῦ ὁποίου θὰ
ὁμιλήσουν καὶ τὴν συμβολὴν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἑορτάζομεν.
Διὰ τοῦτο ἔτι μᾶλλον θὰ πρέπει νὰ ἀκουσθῆ σήμερον ἐντός τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ χώρου,
μία ὁμιλία ἡ ὁποία, ἔξω ἀπὸ ἰδεολογικὰς προκαταλήψεις, θὰ ἐκθέση μὲ συντομίαν τὴν
θέσιν καὶ τὸ ἔργον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τὴν ζωὴν τοῦ νέου Ἑλληνισμοῦ, πρὸ
καὶ μετὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν, κυρίως δὲ κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῆς.
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία
διεδραμάτισε πράγματι σπουδαῖον πρόσωπον ὄχι μόνο εἰς τὴν διάσωσιν τῆς πίστεως
τοῦ λαοῦ, τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως καὶ τῆς γλώσσης, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν
προετοιμασίαν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνεργῶς συμμετέσχε μὲ
πολλὰς καὶ μεγάλας θυσίας. Ἀλλὰ ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις εἶχε τὸ ἀτύχημα διὰ τὸ Ἔθνος
νὰ συμπέση εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος αἰῶνος καὶ μετὰ τὴν Γαλλικὴν Ἐπανάστασιν,
εἰς τοὺς χρόνους δηλαδὴ τοῦ διαφωτισμοῦ καὶ τῆς ἀρνήσεως, αἱ ἰδέαι τῶν ὁποίων
δυσμενῶς ἐπέδρασαν ἐπὶ τοῦ ἀναγεννωμένου Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Τὴν ἑπομένην τῆς
μεγάλης Ἐπαναστάσεως ἡ Ἐκκλησία ὡς θεσμὸς καὶ ὁ ἱερὸς Κλῆρος, ὡς πνευματικὸς ὁδηγὸς
τοῦ λαοῦ, ὄχι μόνον ἠγνοήθησαν, ἀλλὰ καὶ θετικῶς ἀπεκλείσθησαν ἀπὸ τὴν ζωὴν τοῦ
νέου Κράτους.
Οἱ ἐχθροί του Ἔθνους
καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἐδυσφήμησαν καὶ ἐσυκοφάντησαν τὸν ἱερὸν Κλῆρον, πολλοὶ δὲ καὶ
ἐκ τῶν διανοουμένων μας μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν ἐπὶ ἑκατὸν πενήντα τώρα χρόνια,
προσκατειλημμένοι καὶ αὐτοὶ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ποτισμένοι μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἀρνήσεως,
ἔφθειραν ὄχι ὀλίγον τὸ αἴσθημα τοῦ ὀρθοδόξου Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἐζήτησαν
νὰ ἀποκόψουν ἀπὸ τὴν παράδοσίν του καὶ τὴν πατρώαν εὐσέβειαν.
Ἀλλ’ ἂν θὰ εἶχε
κανεὶς νὰ κατηγορήση τὴν Ἐκκλησίαν, θὰ ἔλεγεν ὅτι πολλάκις τὸν τελείως
δευτερογενῆ δι’ αὐτὴν ἐθνικὸν σκοπὸν ἔθεσεν ὑπεράνω τῶν καθαρῶς θρησκευτικῶν καὶ
πνευματικῶν της ἔργων καὶ τοῦ ἰδίου της συμφέροντος. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ὄχι
νὰ κατηγορήσωμεν τὴν Ἐκκλησίαν δὲν ἔχομεν, ἀλλὰ καὶ oἱ Ἕλληνες καὶ ὅλοι οἱ
βαλκανικοὶ λαοὶ αἰώνιον ὀφείλομεν εἰς αὐτὴν εὐγνωμοσύνην διὰ τὴν κένωσιν αὐτῆς
καὶ τὰς θυσίας της ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους. Συνήθως ὁμιλοῦμε περὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ὀρθοδόξου
Κλήρου καὶ τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸ Ἔθνος ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῆς ἁλώσεως μέχρι τῆς Ἐπαναστάσεως,
καὶ ἐννοοῦμεν τί προσέφερεν αὐτὴ εἰς πρόσωπα καὶ εἰς ἄψυχον ὑλικὸν ἀλλ’ εἶναι
μεγαλυτέρας ἄξιας, ἠθικῆς καὶ πνευματικῆς ἡ ζημία τὴν ὁποίαν αὕτη ὑπέστη,
κενώσασα ἑαυτὴν καὶ ἄρασα τὸν βαρὺν σταυρόν, ὄχι πλέον τοῦ σωματικοῦ, ἀλλὰ τοῦ
ψυχικοῦ μαρτυρίου.
Θὰ ἦτο βεβαίως ὑπερβολὴ
καὶ ἄγνοια τῆς Ἱστορίας, ἐὰν ἐλέγομεν ὅτι ὁ ἱερὸς ἀγὼν τῶν Ἑλλήνων πρὸς ἀνάκτησιν
τῆς ἐλευθερίας ὑπῆρξεν ἔργον μόνον τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἱεροῦ Κλήρου. Σύσσωμον
τὸ Ἔθνος ἐξεσηκώθη πρὸς ἀποτίναξιν τοῦ βαρβαρικοῦ ζυγοῦ τῆς δουλείας· οἱ
Πατριάρχαι, οἱ ἐπίσκοποι, οἱ παπάδες, οἱ καλόγηροι, οἱ διδάσκαλοι, οἱ ἔμποροι,
οἱ ἁρματολοί, οἱ ὁπλαρχηγοί, οἱ καραβοκύρηδες, οἱ πυρποληταί, ὅλοι αὐτοὶ ἦσαν ἡ
Ἐκκλησία, ὅλοι ἦσαν ἄνδρες πίστεως, καὶ ἦτο αὐτὴ ἡ πίστις ποὺ τοὺς ὥπλιζε μὲ ὑπομονήν,
μὲ ἐλπίδα, μὲ εὐψυχίαν, μὲ πνεῦμα θυσίας. Κέντρον καὶ συνισταμένη τοῦ ἐθνικοῦ
βίου ὑπὸ τὸν ζυγὸν τῆς δουλείας ὑπῆρξε πάντοτε ἡ Ἐκκλησία, ὄχι τόσον ὡς μία ἐξουσία
ἐπὶ τοῦ λαοῦ καὶ ὀργάνωσις, ὅσο ὡς μία ἐσωτερικὴ πνοὴ καὶ δύναμις, ζωοποιοῦσα τὸ
ἐθνικὸν σῶμα, ἑνοῦσα τὰ μέλη αὐτοῦ διὰ τῆς κοινῆς πίστεως καὶ συντονίζουσα τὰς ἐνεργείας
του. Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι δὲ αὐτὸ ἀκριβῶς
ἡ ἱστορικὴ νεοελληνικὴ πραγματικότης, ἥτις ἀγνοεῖται κατ’ ἐπηρεασμὸν ξένων ἰδεολογικῶν
σχημάτων τῆς νεωτέρας ἐποχῆς. Ἀλλ’ ὁ ἐθνικὸς βίος τῶν Ἑλλήνων καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις
δὲν εἶναι ἔκφρασις κάποιας ἰδεολογίας, ἀλλὰ ἡ συνέχεια καὶ διατήρησις τῆς
παραδόσεως τῆς φυλῆς, ἡ ὁποία παράδοσις εἶναι ἀδιάσπαστος, ἑνιαία καὶ κοινή,
παράδοσις ἐθνικὴ καὶ ἐκκλησιαστική. Κάποιοι, ποὺ ἐπαναλαμβάνουν κοινοὺς τόπους,
εἶδαν τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν ὡς μίαν λεπτομέρειαν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Εὐρώπης
κατ’ ἐπίδρασιν καὶ ὡς προέκτασιν τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως. Ἀλλὰ ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανὰστασις
τοῦ 1821 δὲν εἶναι ἡ πρώτη μετὰ τὸ 1453, ἡ ὁποία ἐπερίμενε τὴν Γαλλικὴν Ἐπανάστασιν
διὰ νὰ τὴν μιμηθῆ. Ἔπειτα δὲ ὁ χαρακτὴρ τῶν δύο ἐπαναστάσεων εἶναι ὁλωσδιόλου
διάφορος καὶ ἀντίθετος. Ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάστασις εἶναι ἐπανάστασις κοινωνική, ἀντιεκκλησιαστικὴ
καὶ ἀντιχριστιανικὴ· ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις εἶναι ἐπανάστασις ἐθνική, εἰς τὴν ὁποίαν
ἐπρωτοστάτησεν ἡ Ἐκκλησία καὶ ὁ Κλῆρος. Δὲν εἶναι βέβαια δυνατὸν νὰ ἀναπτύξωμεν
ἐδῶ ὅσον πρέπει τὸ θέμα τοῦτο, νὰ ἀνασκευάσωμεν θέσεις καὶ νὰ διαλύσωμεν
προκαταλήψεις, ἀλλὰ τοῦτο μόνον εἶναι ἀνάγκη νὰ λεχθῆ, ὅτι ἡ νεοελληνικὴ ἱστορικὴ
πραγματικότης ἔχει ἕνα ἰδικὸν της πραγματικὸν καὶ οὐσιαστικὸν περιεχόμενον, ἔξω
ἀπὸ σχήματα καὶ ἰδεολογίας, αἱ ὁποῖαι συνετάραξαν τὴν Εὐρώπην καὶ συνταράσσουν ἤδη
ὅλον τὸν κόσμον. Ἡ ρωμιοσύνη, μετὰ τὴν διάλυσιν τοῦ κράτους καὶ τὴν ἅλωσιν τῆς
πόλεως, συνεσπειρώθη ὡς Ἐκκλησία καὶ ὡς Ἔθνος καὶ ἔζησε μὲ τὸ ὅραμα τῆς ἀναστάσεως
τοῦ Γένους. Ὁ ἥρως καὶ μάρτυς βασιλεύς, ποὺ ἔπεσε τελευταῖος ὑπερασπιστὴς τῆς
βασιλευούσης, εἶναι ὁ ὑπνώσας διὰ νὰ ἀναστῆ, καθὼς ἀκριβῶς ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀπέθανε
καὶ ἀνέστη.
† ὁ Σερβίων καὶ Κοζάνης Διονύσιος
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
















