Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014


Ἀρκεῖ
Γιὰ νὰ ἔρθει ἕνα ἄγαλμα μαζί σου
ἀρκεῖ νὰ τοῦ πεῖς "Ἔλα", μὲ τὴ φωνὴ
τῆς πίστης καὶ τῆς ἀγάπης.
Ὅλα συμβαίνουν
ὅλα εἶναι δυνατὸν νὰ συμβοῦν
σ' αὐτὸν τὸν κόσμο:
νὰ πετάξει
ἡ ἔρημος ἀρτεσιανὸ
ν' ἀνοίξουν τὰ κλειστὰ οὐράνια
νὰ περπατήσουνε τὰ δέντρα.
Ἀρκεῖ νὰ εἶσαι ἀνοιχτὸς
στὸ θαῦμα
καὶ νὰ πιστεύεις
μὲ τὴν παράλογη λογικὴ τῶν παιδιῶν
πὼς ὅλα μὰ ὅλα
καὶ τὰ πέτρινα καὶ τὰ περίκλειστα
καὶ τὰ ἐρημικὰ
κατοικοῦνται ἀπὸ μιὰν ἀκοὴ
μυστική, μοναδικὴ
καὶ τόσο εὐαίσθητη
στὴ βαθιὰ φωνὴ τῆς ἀλήθειας σου.

Λένα Παππᾶ

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014


Τὰ μοναχικά κοινόβια πρότυπα τῶν ἐνοριῶν
Τὸν κοινοβιακό τρόπο ζωῆς ποὺ ἐγκαινίασε ὁ Κύριος μὲ τοὺς μαθητάς Του καὶ ἐφήρμοσε ἡ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, συνεχίζουν σήμερα τὰ Ὀρθόδοξα κοινόβια.
Κοινόβιο καὶ Ἐνορία ἔχουν πολλά κοινά σημεῖα. Κέντρο ἀμφοτέρων εἶναι τὸ θυσιαστήριο τοῦ Ναοῦ. Πηγή τῆς ἑνότητος τῶν μελῶν ὁ θυσιαζόμενος καὶ προσφερόμενος Χριστός. "Τὸ συναγαγὸν τοὺς μοναχοὺς ὄνομα (εἶναι) τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ" κατὰ τὸν Μ. Βασίλειον.
Χειραγωγὸς στὴν ἐν Χριστῷ ἑνότητα τῶν προσώπων ὁ Ποιμὴν (ὁ Ἡγούμενος στὴ Μονή, ὁ Ἐφημέριος στὴν Ἐνορία).
Κύριος σκοπὸς τῶν μοναχῶν ἑνὸς κοινοβίου εἶναι νὰ προάγονται καθημερινὰ στὴν ἐν Χριστῷ ἑνότητα καθαριζόμενοι ἀπὸ τὰ πάθη, ποὺ τραυματίζουν αὐτὴν τὴν ἑνότητα, καὶ ἀσκούμενοι στὴν ἐκκοπὴ τοῦ νοσηροῦ καὶ ἐγωκεντρικοῦ θελήματος, ποὺ ἐπίσης χωρίζει τοὺς ἀνθρώπους.
Σκοπὸς τῶν μοναχῶν εἶναι νὰ μὴ ζοῦν γιὰ τὸν ἑαυτό τους, ἀλλὰ γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους τους. Νὰ εἶναι ἀνοικτοὶ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀδελφούς των. Νὰ ἀναπαύουν τὸν συνάνθρωπο βλέποντες στὸν κάθε ἄνθρωπο τὸν Ἴδιο τὸν Χριστό.
Ἕνα σωστό Ὀρθόδοξο κοινόβιο εἶναι ἐπέκτασις τοῦ χοροῦ τῶν Ἀποστόλων μὲ κέντρο τὸν Χριστό.
Οἱ μοναχοί παρά τὴν διαφορετική ἡλικία, προέλευσι, ψυχοσύνθεσι, παιδεία τοῦ κάθε ἑνός ἀγωνίζονται νὰ ζοῦν ὡς μία πνευματική οἰκογένεια, ὅπου ὅλοι ζοῦν γιὰ τὸν ἕνα καὶ ὁ ἕνας γιὰ ὅλους. Σ' αὐτό βέβαια βοηθεῖ ἡ ὕπαρξις κοινοῦ πνευματικοῦ πατρός, ἡ ἀκτημοσύνη καὶ ἡ μὴ ἐπιδίωξις ἀτομικῶν συμφερόντων καὶ δικαιωμάτων. Βοηθεῖ ἀκόμη ἡ κοινή ζωή καὶ κοινή συμμετοχή στὰ ὑλικά καὶ πνευματικά ἀγαθά (ὅπως ἡ κοινή τράπεζα), ἡ κοινή λατρεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐπί τὸ αὐτό συγκατοίκησις καὶ συνοίκησις.
Στὰ Ὀρθόδοξα κοινόβια, ποὺ καλλιεργεῖται ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὁ μοναχός προγεύεται τὸν Παράδεισο καὶ χαίρεται τὴν ἐν Χριστῷ ἀγάπη καὶ κοινωνία.
Δὲν εἶναι εὔκολο οἱ ἐνορίες νὰ γίνουν κοινόβια, ὅπως δὲν εἶναι εὔκολο καὶ οἱ μοναχοί νὰ γίνουν ἄγγελοι. Ὅσο ὅμως οἱ ἐνορίες θὰ παραδειγματίζωνται ἀπό τὴν κοινή ἐν Χριστῷ ζωή τῶν κοινοβίων καὶ θὰ προσπαθοῦν νὰ πολιτεύωνται κατά τὸ πνεῦμα τους, τόσο θὰ πλησιάζουν πρὸς ὑψηλότερες μορφές ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
Γιὰ τοὺς ἐνορίτας ἡ ἀκτημοσύνη καὶ κοινοκτημοσύνη τῶν μοναχῶν γίνεται συμπάσχουσα ἀγάπη καὶ συμμετοχή στὶς ὑλικές καὶ πνευματικές ἀνάγκες τῶν πασχόντων ἀδελφῶν. Ἡ φιλαδελφία τῶν μοναχῶν γίνεται συγχώρησις, ἀνοχή καὶ ἐπιείκεια πρὸς τὸν πταίοντα συνάνθρωπο. Ἡ συχνή συμμετοχή στὴν θεία Λατρεία συντελεῖ στὴν ἐν Χριστῷ ἕνωσι τῶν ἐνοριτῶν.
Ἔχει παρατηρηθεῖ ὅτι σὲ ἐνορίες ποὺ ζηλωταί Ἱερεῖς τελοῦν μὲ εὐλάβεια καθημερινά καὶ σὲ τακτές ὧρες τὸν ὄρθρο, τὸν ἑσπερινό καὶ τὴ θεία Λειτουργία, πολλοί ἐνορίται συμμετέχουν καθημερινά σ' αὐτές. Γνωρίζω ἐνορία τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, ὁ εὐλαβής ἱερεύς τῆς ὁποίας τελεῖ καθημερινῶς τὴν θεία Λειτουργία λίαν πρωί. Ὥστε ὅσοι ἐνορίται ἐπιθυμοῦν νὰ λειτουργοῦνται πρὶν μεταβοῦν στὶς ἐργασίες των, νὰ τοὺς εἶναι δυνατόν. Καθώς πληροφοροῦμαι περί τοὺς πενήντα Χριστιανούς εἶναι παρόντες στὴ θεία Λειτουργία καὶ ὅσοι ἔχουν τὴν εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ των μεταλαμβάνουν καὶ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Ἡ ἐνορία αὐτή πλησιάζει ἀρκετά στὸ μοναστηριακό τυπικό, κατά τὸ ὁποῖο ἡ θεία Λειτουργία τελεῖται καθημερινά. Δὲν ἐκκλησιάζεται βέβαια ὅλη ἡ ἐνορία. Αὐτοί ὅμως ποὺ μὲ πόθο Χριστοῦ καθημερινά ἐκκλησιάζονται, ἀποτελοῦν τὸν ἐσώτερο κύκλο τῆς ἑνότητος τῆς ἐνορίας. Ἔτσι ἡ ἀνάπτυξις τῆς λειτουργικῆς ζωῆς συντελεῖ ὁπωσδήποτε στὴν ἀνάπτυξη τῆς ἐνοριακῆς ζωῆς.
Ὑπάρχουν περιπτώσεις ποὺ καὶ κοινή τράπεζα παρετίθετο σὲ ἐνορίες (ὁρισμένες φορές τὸν χρόνο), ὅπως στὶς πανηγύρεις τῶν Ναῶν. Καὶ αὐτό βοηθεῖ στὴν ἐν Χριστῷ κοινωνία. Ἡ ἀναβίωσις καὶ ἐξάπλωσις τοῦ θεσμοῦ τῶν συνεστιάσεων τῶν ἐνοριτῶν, ὡς συνεχείας τῶν Ἀγαπῶν (πρωτοχριστιανικῶν κοινῶν δείπνων) καὶ κατά μίμησι τῶν μοναστηριακῶν τραπεζῶν, θὰ συντελέση στὴν καλλιέργεια τῆς ἐν Χριστῷ ἑνότητος τῶν ἐνοριτῶν.
Ἔργο τοῦ Χριστοῦ εἶναι νὰ συνάγη καὶ νὰ ἑνώνη τοὺς χωρισμένους καὶ διηρημένους ἀπό τὴν ἁμαρτία ἀνθρώπους στὴν μοναδική στὸν κόσμο θεανθρώπινη ἑνότητα τοῦ Σώματός Του, τὴν Ἐκκλησία. Γι' αὐτό ἔγινε ἄνθρωπος, γι' αὐτό σταυρώθηκε "ἵνα τοὺς δύο κτίσῃ ἐν ἑαυτῷ εἰς ἕνα καινόν ἄνθρωπον ποιῶν εἰρήνην".
Ὁ διάβολος ἀντιστρατεύεται τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ καὶ προσπαθεῖ, ὅπου βρίσκει τὸ κατάλληλο ἔδαφος, νὰ διαιρῆ τοὺς ἀνθρώπους, νὰ τοὺς χωρίζη ἀπό τὸν Θεό καὶ μεταξύ τους. Νὰ τοὺς ὁδηγῆ σὲ ἔριδες, πολέμους, μίση.
Τὸ ἑνωτικό καὶ εἰρηνοποιό ἔργο τοῦ Χριστοῦ συνεχίζει ἡ Ἐκκλησία Του. Ἰδιαίτερα στὶς ἐνοριακές εὐχαριστιακές συνάξεις.
Οἱ ποιμένες τῆς ἐνορίας καὶ οἱ ἐνορίται καλοῦνται νὰ συνεργοῦν στὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ ἀγωνιζόμενοι γιὰ τὴν ἐν Χριστῷ ἑνότητα "ἵνα πάντες ἕν ὧσιν" καθὼς καὶ ὁ Υἱὸς μὲ τὸν Πατέρα εἶναι ἕν.
Κέντρο τῆς ἑνότητός μας στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἑνότης τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Γι' αὐτήν τὴν ἑνότητα προσευχόμεθα καὶ σὲ κάθε Θεία Λειτουργία: "Τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος αἰτησάμενοι ἑαυτούς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα".
Τὸ νὰ ἀνήκουμε σὲ μία ἐνορία τῆς ὁποίας ὁ Ναός τιμᾶται ἐπ' ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ ἤ τῆς Παναγίας ἤ κάποιου Ἁγίου εἶναι εὐλογία. Εὐλογία γιατὶ σ' αὐτήν τὴν συγκεκριμένη ἐνορία ζοῦμε τὸ Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας σὺν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις.
Ἀλλὰ εἶναι καὶ εὐθύνη, γιατί στὴν ἐνορία καλούμεθα νὰ εἴμεθα ἐνεργά καὶ ἅγια μέλη συνεχῶς μετανοοῦντες, προσευχόμενοι. Λατρεύοντες τὸν Θεό "ἐν Πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ", προσφέροντες τὰ χαρίσματα ποὺ ἐλάβαμε ἀπό τὸν Θεό πρὸς οἰκοδομήν τοῦ ὅλου σώματος, ἐκφράζοντες τὴν ἐν Χριστῷ ἀγάπη μας πρὸς τοὺς ἀδελφούς μας.
Ὅσοι ἐνορίται μυστικά ἀγωνίζονται καὶ ἁγιάζονται, συνεργοῦν ἀποφασιστικά στὴν πνευματική εὐεξία καὶ ἄνθησι τῆς ἐνορίας.
Ἡ ἐνορία ὡς τοπική εὐχαριστιακή σύναξις εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ σὲ μᾶς.
Ἀπὸ μᾶς ἐξαρτᾶται ἄν θὰ ἐκτιμήσουμε καὶ ἀξιοποιήσουμε τὸ δῶρο γιὰ τὴν σωτηρία μας, τὴν σωτηρία τῶν ἀδελφῶν μας καὶ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ.

Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014


εὐτυχία νὰ εἶσαι γονιὸς
Ὅταν εἶδε Θεός, τὸν κόσμο, ποὺ δημιούργησε, εἶδε ὅτι εἶναι καλὸς καὶ μάλιστα, ὅταν τὸν εἶδε μετὰ τὴ δημουργία τοῦ ἄνθρωπου, κόσμος ἦταν "καλὸς λίαν", πολὺ ὡραῖος. Μέσα στὰ "λίαν καλά" τῆς δημιουργίας, ἀσφαλῶς καὶ ἡ γονικὴ λειτουργία τῶν ἀνθρώπων. Κι ἐπειδὴ ἡ θέα τοῦ καλοῦ κόσμου τοῦ Θεοῦ κινεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἡ δωρεὰ αὐτὴ τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο νὰ γίνεται γονιὸς εἶναι αἰτία χαρᾶς, ἰσόβιας χαρᾶς, δηλαδὴ εὐτυχίας.
Ὅπως ὅλες ὅμως οἱ δωρεὲς τοῦ Θεοῦ, κρατοῦν τὴν ἀλήθειά τους καὶ κάνουν τὴ ζωὴ μας ὡραία, ὅταν λειτουργοῦν μέσα στὰ πλαίσια τοῦ θείου νόμου, ἔτσι καὶ ἡ γενικὴ λειτουργία μπορεῖ νὰ εἶναι ἀληθινὴ καὶ χαροποιός, μπορεῖ ὅμως καὶ νὰ διαστραφεῖ καὶ νὰ γίνει δαιμονική.
Ὅταν ὁ γονιὸς ζεῖ ἀληθινὴ χριστιανικὴ ζωή, αἰσθάνεται καὶ τὴ δική του εὐτυχία νὰ εἶναι μέσα στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν εὐτυχία νὰ ἀνατρέφει τὰ τέκνα του μέσα στὴν χαρὰ καὶ στὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.
Ὅσοι νέοι ἀποφεύγουν τὸ γάμο προβάλλουν τὸ ἐπιχείρημα τῆς πεζότητας ποὺ ἔχουν οἱ ἀσχολίες τῶν ἐγγάμων καὶ ἰδιαίτερα τῶν γονέων. Βέβαια σχεδὸν κανεὶς ἀπ’ αὐτοὺς δὲν θυσιάζει οὔτε ἀπαξιώνει τὴ σεξουαλικότητα.
Ἔτσι ἀπομονώνουν ἀπ' ὅλη τὴ λειτουργία τῆς συζυγίας τὴν ἐπιδερμικὴ ἡδονὴ καὶ παίρνουν μόνον αὐτή. Δὲν μποροῦν ὅμως νὰ ἐξηγήσουν γιατί σ’ αὐτὲς τὶς σχέσεις τῆς ἀποκλειστικῆς σεξουαλικότητας παρατηροῦνται οἱ περισσότερες ἀποτυχίες, τὰ περισσότερα καὶ ἀγριότερα δράματα. Ἐμεῖς ξέρομε ὅτι ὅλες αὐτὲς οἱ δραματικὲς ἀποτυχίες ὀφείλονται στὴν ἔξοδο ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ Θεοῦ, στὸ σπάσιμο τῆς φυσικότητας.
Ἡ οἰκογένεια μὲ τὸ συζυγικὸ καὶ γονικὸ λειτούργημα ὄχι μόνο ἔχει τὴν ἀξιοπρέπεια καὶ τὴ χαρὰ τῆς αὐθεντικῆς ἀλήθειας, ἀλλὰ καὶ τὸν ἔρωτα τὸν καταξιώνει, τὸν ὡριμάζει καὶ τὸν συντηρεῖ ὥς τὰ βαθιὰ γεράματα.
Βέβαια ἡ περιπέτεια, στὴν ὁποία πέφτει ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ νὰ γίνει γονιός, ἔχει τὸ χαρακτήρα τοῦ μαρτυρίου· πονάει σωματικὰ καὶ ψυχικά, στερεῖται ὁρισμένες ἀπολαύσεις τῶν μοναχικῶν ἀνθρώπων, ἀγωνιᾶ, φοβᾶται, τελικὰ θυσιάζεται γιὰ τὴν εὐτυχία τῶν παιδιῶν του. Ἡ γονικὴ ἰδιότητα ἔχει τὰ στοιχεῖα τοῦ μαρτυρίου. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ Ἐκκλησία μας βάζει στὸ ψηλότερο βάθρο τοὺς μάρτυρες, οἱ γονεῖς ἔχουν καὶ τὴν ἀξία μαρτύρων ἀλλὰ καὶ τὴ χαρὰ τῶν μαρτύρων, αὐτὴ τὴ χαρά, ποὺ εἶπε γι' αὐτὴν ὁ Χριστός μας: "καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν, οὐδεὶς αἴρει ἀφ ὑμῶν".
Ἐκεῖνο ποὺ φέρνει περισσότερο πόνο ἀπὸ τὴ λειτουργία τοῦ γονιοῦ, εἶναι ἡ ἀποτυχία του νὰ παίξει τὸ ρόλο του σωστά, ἡ διαπίστωση τῆς ἀνωριμότητάς του μπροστᾶ στὰ σύγχρονα προβλήματα. Ὅταν εἶναι ταπεινὸς ὅμως καὶ ὁμολογεῖ τὴν ἀνεπάρκειά του, αὐτὸ διασώζει τὴ γλυκιὰ σχέση τοῦ γονιοῦ μὲ τὰ παιδιά του. Ἔτσι ὁ γονιὸς ἀφίνει χῶρο μέσα στὴν οἰκογένειά του, ἀνάμεσα σ' αὐτὸν καὶ στὰ παιδιά του νὰ παρουσιαστεῖ μυστικὰ ὁ Χριστὸς καὶ νὰ ἀρωματίσει τὴν οἰκογενειακὴ ἀτμόσφαιρα.
Ὅταν ὁ γονιὸς μὲ τὴ συμπεριφορὰ του ἀφίνει νὰ φανεῖ στὰ παιδιὰ πὼς εἶναι ὁ Χριστὸς κι ὄχι πὼς εἶναι ὁ ἴδιος, ὅτι προβάλλει τὸ κῦρος τοῦ Χριστοῦ κι ὄχι τὸ δικό του, ὅταν κατανοηθεῖ τελικὰ ὅτι ἐνδιαφέρεται γιὰ τὰ παιδιὰ κι ὄχι γιὰ τὴ δική του προβολή, τότε καὶ τὰ παιδιὰ μερώνουν καὶ ὡριμάζουν καὶ ὁ γονιὸς ἄθελά του στολίζεται μὲ τὰ διάσημα τῆς ἁγιότητος.
Τὰ παιδιὰ ὅμως εἶναι ἐλεύθεροι ἄνθρωποι καὶ μποροῦν νὰ ἀθετήσουν καὶ τὴν καλύτερη ἀγωγή. Καὶ τότε ὁ γονιὸς θὰ ἀντλήσει ἀπ' αὐτὸ τὴ μεγαλύτερη δυστυχία. Ὅταν μοῦ προβάλλουν αὐτὴ τὴ δύσκολη ἀντίρρηση, ἀπαντῶ ὅτι σ' αὐτὴ τὴ θέση βρέθηκε καὶ ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἀνταρσία τῶν ἀγγέλων καὶ τὴν παρακοὴ τῶν πρωτοπλάστων. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ ὅμως ἦταν ὁ Σταυρὸς τοῦ Υἱοῦ του καὶ ὁ Σταυρὸς εἶναι ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ, ὅσο κι ἂν στὰ μάτια τοῦ κόσμου (τὰ κοσμικὰ) φαίνεται σὰν ὀνειδισμός.
Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη εὐτυχία στὸ κόσμο ἀπὸ τὴν εὐτυχία τοῦ γονιοῦ, ποὺ βλέπει τὰ παιδιά του νὰ ἀντιγράφουν τὶς ἀρετές του. Ἔτσι αἰσθάνεται ὅτι παραδίδει μία κληρονομιὰ ὄχι μόνο στὰ παιδιὰ του ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα καὶ γιὰ τώρα καὶ γιὰ τοὺς αἰῶνες, ποὺ ἔρχονται.
Πάντως δὲν μπορεῖ νὰ εὐτυχήσει οὔτε ἡ οἰκογένεια οὔτε ὁ γονιός, ἂν δὲν καλλιεργηθεῖ μέσα στὴν οἰκογένεια ἡ ἄσκηση τῆς ὀλιγάρκειας, τῆς φιλαλληλίας, τοῦ φιλότιμου. Αὐτὰ ὅλα εἶναι σχετικὰ εὔκολα στὴν πολύτεκνη οἰκογένεια. Ἔτσι καὶ ὁ πολύτεκνος γονιὸς ἀντίθετα μὲ τὴν κοσμικὴ λογικὴ εἶναι ὁ εὐκολότερα εὐτυχισμένος γονιός. Γιατί ξέροντας ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς οἱ δικές του δυνάμεις, καταφεύγει στὴν προσευχὴ καὶ τότε γίνεται δυνατός.

Κωνσταντῖνος Γανωτῆς

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014


. Σολζενίτσιν καὶ τὸ ψέμα
Πρὶν ἀπὸ 50 ἡμέρες ἀπεβίωσε στὴ Μόσχα ὁ Ἀλέξανδρος Σολζενίτσιν σὲ ἡλικία 90 ἐτῶν. Εἶχε γεννηθεῖ στὸν Καύκασο καὶ εἶχε σπουδάσει φυσικομαθηματικὰ. Εἶχε ὑπηρετήσει ὡς ἀξιωματικὸς στὸν Κόκκινο Στρατὸ κατὰ τὸ Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τὸ 1945 καταδικάστηκε σὲ ὀκταετῆ φυλάκιση, ἐπειδὴ σὲ ἰδιωτικὴ ἐπιστολὴ του εἶχε ἀμφισβητήσει τὶς ἱκανότητες τοῦ Στάλιν στὸν πόλεμο. Κατόπιν ἐξορίστηκε στὴν Κεντρικὴ Ἀσία. Ἀπὸ τὸ 1963 ἄρχισε νὰ δημοσιεύει τὰ λογοτεχνικὰ του ἔργα. Τὸ 1970 τιμήθηκε μὲ τὸ βραβεῖο Νόμπελ Λογοτεχνίας, τὸ ὁποῖο δὲν παρέλαβε φοβούμενος τὸ καθεστώς. Τὸ 1974 τοῦ ἀφαιρέθηκε ἡ σοβιετικὴ ὑπηκοότητα καὶ ὑποχρεώθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἀγαπητή του Ρωσία. Ἔζησε στὴν Εὐρώπη καὶ τὴν Ἀμερική. Τὸ 1994 ἐπέστρεψε στὴν πατρίδα του.
Στὶς 12 Φεβρουαρίου 1974 ὑπέγραψε ἕνα κείμενό του μὲ τὸν τίτλο “Νὰ μὴ ζοῦμε μὲ ψέματα”. Γράφει: “Ἔχουμε χάσει τόσο ἀπελπιστικὰ τὴν ἀνθρωπιά μας, ὥστε γιὰ τὶς σημερινὲς ὑλικὲς ἀξίες παραδίνουμε ὅλες τὶς ἀρχές μας, τὴν ψυχή μας, ὅλες τὶς προσπάθειες τῶν προγόνων μας, ὅλες τὶς δυνατότητες γιὰ τοὺς ἀπογόνους μας, φτάνει μόνο νὰ μὴ χαλάσουμε τὴν κακομοιριασμένη μας ζωή”. Συνεχίζει: “Εἶναι ὡραῖα λοιπὸν νὰ ζεῖς βολικὰ σ’ ὅλη σου τὴ ζωή”. “Αραδιάζουμε ψέματα στὸν ἑαυτό μας, γιὰ νὰ τὸν καθησυχάσουμε”. “Μποροῦμε ν’ ἀρνηθοῦμε νὰ λέμε αὐτὸ ποὺ δὲν σκεφτόμαστε”! Ὅποιος θέλει νὰ εἶναι εἰλικρινὴς καὶ τίμιος “δὲν θὰ γράψει ποτέ, δὲν θὰ ὑπογράψει ποτέ, δὲν θὰ δημοσιεύσει ποτέ, μὲ κανέναν τρόπο, μήτε μιά φράση ποὺ διαστρεβλώνει τὴν ἀλήθεια. Δὲν θὰ προφέρει καμιὰ τέτοια φράση οὔτε σὲ ἰδιαίτερη συζήτηση... Δὲν θὰ ψηφίσει μήτε φανερά, μήτε κρυφά, πρόσωπα ποὺ τὰ θεωρεῖ ἀνάξια ἢ ὕποπτα... Μὲ μιά λέξη, δὲν θὰ δεχτεῖ ν’ ἀρκεστεῖ σὲ ἡμίμετρα... Πρέπει νὰ κάνει ἕνα τουλάχιστον βῆμα ἀπ’ αὐτὰ ποὺ προαναφέραμε πρὸς ὄφελος τῆς ἀλήθειας ἢ πρὸς τὸ ψέμα, πρὸς τὸ μέρος τῆς πνευματικῆς ἀνεξαρτησίας ἢ τῆς πνευματικῆς δουλοπρέπειας. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν θὰ ’χει τὸ θάρρος νὰ ὑπερασπιστεῖ τὴν ψυχή του, ἂς μὴν ὑπερηφανεύεται γιὰ τὶς προοδευτικές του ἰδέες”.
Ὁ γέροντάς του Θεόδωρος Ντοστογιέφσκι, ἄλλος μεγάλος συγγραφέας, κάνει μιά ἄλλη λεπτὴ παρατήρηση: “Μερικοὶ ἄνθρωποι, μὲ τὸ νὰ λένε συνέχεια ψέματα καὶ νὰ τὰ ἐπαναλαμβάνουν, κάποτε τὰ πιστεύουν ὡς ἀλήθειες”. Καὶ ὁ δικός μας μεγάλος Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης δὲν ἐπέτρεπε στὸν ἑαυτό του νὰ πεῖ ποτὲ ψέματα. Οἱ ἥρωές τους εἶναι μεγάλοι ἁμαρτωλοὶ ποὺ μετανοοῦν εἰλικρινά.
Ὁ Α. Σολτζενίτσιν μίλησε μὲ πολὺ πόνο καὶ πολλὴ ἀγάπη γιὰ μεγάλες καὶ πικρὲς ἀλήθειες. Λίγο καιρὸ πρὶν πεθάνει εἶχε πεῖ πὼς ἡ Ρωσία βρῆκε τὸ ρόλο της στὴν παγκόσμια σκηνή, “ἐσωτερικὰ ὅμως, ἠθικά, ἀπέχουμε πολὺ ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμοῦμε καὶ ποὺ ἔχουμε ἀνάγκη νὰ εἴμαστε”. Λαμβάνοντας τὸ μεγάλο κρατικὸ βραβεῖο ἀπὸ τὸν πρόεδρο Πούτιν εἶπε: “Χρειάζεται ἀκόμη βαθιὰ καὶ δύσκολη πρόοδος, πολυσύνθετη, θὰ τὴν ἔλεγα κυρίως πνευματική”.
Ὁ Σολζενίτσιν ὑπῆρξε γνήσιος συνεχιστὴς τῆς πλούσιας ρωσικῆς πνευματικότητας, τῆς βαθιᾶς εὐσέβειας ἑνὸς ὀρθόδοξου λαοῦ μὲ γερὲς ρίζες. Ἐξόριστος στὴν Ἀμερικὴ κατήγγειλε τὸν ἀτομικιστικό, δυτικὸ τρόπο ζωῆς, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τὸν ἀφήσουν μόνο του. Εἶχε συνηθίσει στὰ γκούλαγκ, τὴ μοναξιὰ καὶ τὴ σιωπή. Ἡ ἔκφρασή του εἶχε πάντα μιά σοβαρότητα, σκεφτικότητα, πόνο καὶ λύπη. Παρατηροῦσε πὼς στὶς ἡμέρες του τὰ πρόσωπα εἶχαν χάσει τὴν εἰλικρίνεια, τὴ φιλικότητα, τὴ γαλήνη, τὴν ἠπιότητα καὶ εἶχαν γίνει σκληρὰ καὶ ἐπιθετικά.
Εὔστοχα παρατηρεῖ ὁ Ὀλιβιὲ Κλεμάν: “Καταλαβαίνουμε τώρα γιατί οἱ σημερινοὶ ρῶσοι διανοούμενοι, ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὴ μνήμη καὶ τὴν ἐλευθερία, ἀφήνουν γένια, ὁ Σολζενίτσιν ἀπὸ τοὺς πρώτους. Προσπαθοῦν νὰ ξαναβροῦν τὴν πνευματικὴ συνέχεια τῆς ρωσικῆς ἱστορίας, μιάν ἀρρενωπότητα χωρὶς σκληρότητα, ἀδιαχώριστη ἀπὸ τὸ σεβασμὸ καὶ τὴν καλοσύνη”.
Ὁ Σολζενίτσιν θέλησε μὲ τὸ ἔργο του νὰ διδάξει, γιὰ μιά ἀκόμη φορά, τὰ παθήματα νὰ γίνουν μαθήματα. Ἡ τότε σιωπὴ τοῦ κόσμου στὰ φοβερὰ ἐγκλήματα τῶν γκούλαγκ νὰ μὴ γίνει σήμερα ἔνοχη σιωπὴ λήθης καὶ ἀδιαφορίας στὴν ἱστορία. Χρειάζεται ἠθικὴ καταδίκη κάθε ψέματος. Χρειάζεται μετάνοια. Τὸ ἄσχημο εἶναι νὰ μὴν ὑποψιάζεται κανεὶς τὴ μετάνοια. Μάλιστα τὰ ἀνομήματα νὰ τὰ θεωρεῖ καὶ ἀνδραγαθήματα. Ὁ ἴδιος ὁ Σολζενίτσιν μετανόησε εἰλικρινά, γιατί ὡς ἀξιωματικὸς κάποτε φέρθηκε ἀμείλικτα στοὺς ἄνδρες του. Χρειάζεται προσωπικὴ καὶ συλλογικὴ μετάνοια.
Νομίζω πὼς τὰ λόγια του Σολζενίτσιν δὲν εἶναι μόνο γιὰ τὴ Ρωσία. Κάθε μεγάλος συγγραφέας εἶναι οἰκουμενικὸς ἄνδρας. Ξέρει τί λέει ὁ Ντοστογιέφσκι καὶ ξέρει καλὰ τί κάνει ὁ ἔξοχος Παπαδιαμάντης μας.
Μὴν ἐπιτρέπουμε ψέματα στὸν ἑαυτό μας, ἐπ’ οὐδενί, ἀγαπητοί μου φίλοι. Εἶναι ὡραῖο αὐτὸ τὸ κόστος. Κοιμᾶσαι ἥσυχα, γλυκά...
Ἐφημ. Μακεδονία 28 Σεπ. 2008


Μοναχὸς Μωϋσῆς Ἁγιορείτης

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2014


(Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς γράφει στὸν ἀδελφό του καὶ ἀπαριθμεῖ μὲ ὑπερήφανη ἁπλότητα τὰ κατορθώματά του γιὰ τὸν φωτισμὸ τοῦ Γένους. Ὀλίγους μῆνες ἀργότερα ἔβρισκε μαρτυρικὸ θάνατο, στὰ μέρη ἀκριβῶς ἐκεῖνα ὁποὺ εἶχε ἀσκήσει τὴν πιὸ εὐεργετική του δράση.)

2 Μαρτίου 1779
«Πανοσιώτατε ἀγαπητέ μοι ἀδελφέ, Κὺρ Χρύσανθε ἀσπαζόμενος προσκυνῶ σε καὶ παρακαλῶ τὸν Ἅγιον Θεόν, διὰ τὴν ψυχικήν σου καὶ σωματικὴν ὑγείαν. Χάριτι θείᾳ ἀδελφὲ ὑγιαίνω ὁπωσοῦν, ψυχικὰ δὲ Κύριος οἶδε.
Τὰ κατ' ἐμὲ δὲ καὶ περὶ ἐμὲ φαίνονται πολλὰ καὶ ἀπίστευτα εἰς τοὺς πολλοὺς καὶ μήτε ἐγὼ δύναμαι νὰ τὰ καταλάβω. Τόσον δὲ μόνον λέγω σοι διὰ νὰ δοξάσῃς τὸν Κύριον καὶ νὰ χαρῇς, ὅτι γίνεται ἀρκετὴ μετάνοια εἰς τοὺς ἀδελφούς. Ἕως τριάκοντα ἐπαρχίας περιῆλθον, δέκα σχολεῖα Ἑλληνικὰ ἐποίησα, διακόσια διὰ κοινὰ γράμματα, τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος καὶ τὸν λόγον μου βεβαιοῦντος διὰ τινων ἐπακολουθησάντων σημείων. Πλὴν δόξα τῷ λέγοντι, ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται.
Περιέρχομαι δὲ κατὰ τὸ παρὸν τὴν Παραμυθίαν καὶ Μαργαρίτην, ἐλπίζω δὲ εἰς ὀλίγον καιρὸν νὰ σᾶς ἀπολαύσω, ἂν ὁ Θεὸς θέλῃ. Περιῆλθον δὲ καὶ τὴν πατρίδα καὶ πάντες οἱ συγγενεῖς σὲ προσκυνοῦσι καὶ οἱ φίλοι. Ἀσπάζομαι σὲ καὶ τὸν Πανιερώτατον Δεσπότην καὶ εὔχομαι πάντας τοὺς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς.
Ὑγίαινε ψυχικὰ καὶ σωματικά».
Δέκα χιλιάδες Χριστιανοὶ μὲ ἀγαπῶσι καὶ ἕνας μὲ μισεῖ.
Χίλιοι Τοῦρκοι μὲ ἀγαπῶσι καὶ ἕνας ὄχι τόσον.
Χιλιάδες Ἑβραῖοι θέλουν τὸν θάνατόν μου καὶ ἕνας ὄχι.

Ὁ σὸς ἀδελφός.

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014


Ἑσπερινὸς
Στὸ ρημαγμένο παρακκλήσι
τῆς Ἄνοιξης τὸ θεῖο κοντύλι
εἰκόνες ἔχει ζωγραφίσει
μὲ τ' ἀγριολούλουδα τ’ Ἀπρίλη.

Ὁ ἥλιος, γέρνοντας στὴ δύση,
μπροστὰ στοῦ ἱεροῦ τὴν πύλη
μπαίνει δειλὰ νὰ προσκυνήση
κι ἀνάφτει ὑπέρλαμπρο καντίλι.

Σκορπάει γλυκειὰ μοσκοβολιὰ
δάφνη στὸν τοῖχο ριζωμένη -
θυμίαμα ποὺ καίει ἡ Πίστις -

καὶ μία χελιδονοφωλιά,
ψηλὰ στὸ νάρθηκα χτισμένη,
ψάλλει τὸ Δόξα ἐν Ὑψίστοις...

Γεώργιος Δροσίνης

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014


Φεγγαράκι μου λαμπρὸ

Φεγγαράκι μου λαμπρὸ
φέγγε μου νὰ περπατῶ
νὰ πηγαίνω στὸ σχολειό,
νὰ μαθαίνω γράμματα,
γράμματα, σπουδάγματα,
τοῦ Θεοῦ τὰ πράγματα.
Φεγγαράκι μου γεμάτο
σὰ φλουρὶ κωσταντινάτο,
Φέγγε μου τώρα στὴ στράτα,
στὸ σχολειὸ νὰ κατεβῶ,
νὰ μαθαίνω γράμματα,
γράμματα, σπουδάγματα.
τοῦ Θεοῦ τὰ πράγματα.
Tοὺς γονεῖς μου ν’ ἀγαπῶ
καὶ τρανὸ νά ’χω σκοπό.

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014


Ἀποφθέγματα καὶ νουθεσίες
* Καλεῖται ὁ ἄνθρωπος τακτικά νά πλησιάζει τὸ Ποτήριο τῆς Ζωῆς. Ἡ καλύτερη καὶ ἁγιώτερη πρόσκληση… «Μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε» λέει ὁ ἱερεύς, ὄχι «ἀπέλθετε»!.. Παίρνουμε Χριστό Ἐσταυρωμένο καί Ἀναστημένο. Καὶ τότε ὅλα τὰ δύσκολα σημεῖα δὲν ἔχουν καμιά θέση στὴ ζωή μας… Ἀκτινοβολοῦμε καὶ μοσχοβολᾶμε ἀπό ζωή Χριστοῦ. Καὶ ἀπολαμβάνουμε τὴ χαρά τοῦ Οὐρανοῦ ἀπό ἐδῶ, γιατί «ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ἡμῶν ἐστίν».
«Εἶμαι πολύ ἄρρωστος, Κύριε, νά λέει, δέξαι με, ὡς βαρειά ἄρρωστο, ὡς ἑτοιμοθάνατο». “Ἔτσι πρέπει νά πιστεύει ὅταν πλησιάζει τὸ Ποτήριον τῆς Ζωῆς. Καὶ ἔχει ἀνάγκη, πολλή ἀνάγκη, νὰ πάρει Σῶμα καὶ Αἷμα Κυρίου γιὰ νὰ δυναμώσει τὸν ἑαυτόν του. Γιὰ νὰ νικήσει τὸν ἑαυτόν του. Γιὰ νὰ ἀγωνισθεῖ καλύτερα.
* «Νῆφε ἐν πᾶσι». Ἄγρυπνος σὲ ὅλα. Ἄνθρωποι πού τοὺς ἐπισκέφθηκε ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν πρόσεξαν ἔγιναν κοσμικότεροι ἀπό τοὺς κοσμικούς. Ὁ χειρότερος ἄνθρωπος στὴν κοινωνία μπορεῖ νὰ γίνει αὐτός πού δοκίμασε τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ καὶ μετά δὲν πρόσεξε.
* Καὶ μόνος του νὰ εἶναι κανείς ἀνάμεσα στοὺς κοσμικούς, ἄν εἶναι σωστός χριστιανός, μεταβάλλει τὸ κοσμικό αὐτό περιβάλλον σ΄ ἕνα κομμάτι τοῦ Παραδείσου.
* Νὰ ἀναγκάζουμε τὸν ἑαυτό μας στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
* Ὅταν βρισκόμαστε σὲ δίλημμα τί νὰ κάνουμε, καὶ μικρό παιδί νὰ ρωτᾶμε.
* Νὰ ἐνταφιάσουμε τὸν κακό ἑαυτό μας γιὰ νὰ ἀναστηθοῦμε. Διαφορετικά θὰ ζοῦμε στὸ αἰώνιο σκοτάδι.
* Θέλει πολλή δύναμη νὰ μὴν εἴμαστε φίλοι μὲ τὸν ἑαυτούλη μας.
* Στὰ Μοναστήρια ἀφιερώνουν τὴ μία ἡμέρα γιὰ τοὺς ἄρρωστους, τὴν ἄλλη γιὰ τὴ νεολαία, τὴν ἄλλη γιὰ τὴν κατάσταση ποὺ ἐπικρατεῖ σήμερα. Προσεύχονται καὶ κάνουν κομποσχοίνια… Ἄς ἀφιερώσουμε κι ἐμεῖς μία ἡμέρα τὴν ἑβδομάδα, τὴν Τετάρτη ἤ τὴν Παρασκευή· νὰ μὴ μιλᾶμε, ἀλλὰ νὰ κάνουμε προσευχὴ γιὰ τὴν κατάσταση τὴ σημερινή. Νὰ μὴ μιλᾶμε καθόλου, μόνο τὰ ἀναγκαῖα, τὰ ἐπαγγελματικὰ νὰ λέμε. Νὰ γονατίσουμε, νὰ προσευχηθοῦμε, νὰ κάνουμε κομποσχοίνι. Νὰ δεῖτε, θαῦμα θὰ γίνει, ἀδελφοί μου…

Γέρων Εὐσέβιος Γιαννακάκης (1910 – 1995)

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014


Οἱ καλοὶ ντρέπονται γιατὶ εἶναι καλοὶ
Σήμερα νομίζεται καλὸς σὲ ὅλα ὅποιος εἶναι ἀδιάφορος, ὅποιος δὲν νοιάζεται γιὰ τίποτα, ὅποιος δὲν νιώθει καμιὰ εὐθύνη. Ἀλλιῶς τὸν λένε σωβινιστή, τοπικιστή, μισαλλόδοξο, φανατικό. Ὅποιος ἀγαπᾶ τὴν χώρα μας, τὰ ἤθη καὶ ἔθιμά μας, τὴν παράδοσή μας, τὴν γλώσσα μας θεωρεῖται ὀπισθοδρομικός.
Οἱ ἀδιάφοροι περνοῦν γιὰ φιλελεύθεροι ἄνθρωποι, γιὰ ἄνθρωποι ποὺ ζοῦνε μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μας, ποὺ ἔχουν γιὰ "πιστεύω" τὴν καλοπέραση, τὸ εὔκολο κέρδος, τὶς εὐκολίες, τὶς ἀναπαύσεις, κι ἂς μὴν ἀπομείνῃ τίποτα ποὺ νὰ θυμίζῃ σὲ ποιὸ μέρος βρισκόμαστε, ἀπὸ ποῦ κρατᾶμε, ποιοὶ ζήσανε πρὶν ἀπὸ μᾶς στὴν χώρα μας.
Ἡ ξενομανία μᾶς ἔγινε τώρα σωστὴ ξενοδουλεία, σήμερα περνᾶ γιὰ ἀρετή, κι ὅποιος ἔχῃ τούτη τὴν ἀρρώστεια πιὸ βαρειὰ παρμένη, λογαριάζεται γιὰ σπουδαῖος ἄνθρωπος.
Ἡ Ἑλλάδα ἔγινε ἕνα παζάρι ποὺ πουλιοῦνται ὅλα σὲ ὅποιον θέλῃ νὰ τὸ ἀγοράσῃ. Καταντήσαμε νὰ μὴν ἔχουμε ἀπάνω μας τίποτα ἑλληνικό, ἀπὸ τὸ σῶμα μας ἴσαμε τὸ πνεῦμα μας. Τὸ μασκάρεμα ἄρχισε πρῶτα ἀπὸ τὸ πνεῦμα καὶ ὕστερα ἔφθασε καὶ στὸ σῶμα.
Περισσότερο ἀντιστάθηκε σὲ αὐτὴ τὴν παραμόρφωση ὁ λαὸς καὶ βάσταξε καμπόσο, μὰ στὸ τέλος τὸν πῆρε τὸ ρεῦμα καὶ πάει καὶ αὐτός. Μάλιστα, εἶναι χειρότερος ἀπὸ τοὺς γραμματισμένους. Τώρα μαϊμουδίζει τὰ φερσίματα καὶ τὶς κουβέντες ποὺ βλέπει στὸν κινηματογράφο, ἔγινε ἀφιλότιμος καὶ ἀδιάντροπος. Ἐνῶ πρῶτα ξεχώριζε ἀπὸ ἄλλες φυλές, γιατὶ ἦταν σεμνός, φιλότιμος, ντροπαλός, καλοδεκτικός, τώρα ἔγινε ἀγνώριστος.
Τὰ ὄμορφα χαρακτηριστικά του σβήνουνε μέρα μὲ τὴν μέρα. Καὶ οἱ λιγοστοὶ ποὺ διατηροῦνε ἀκόμη λίγα σημάδια ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς παρασέρνονται σὲ αὐτὴ τὴν παραμόρφωση ἀπὸ τοὺς πολλούς, ποὺ εἶναι οἱ ἔξυπνοι, οἱ συγχρονισμένοι, οἱ μοντέρνοι, ἀλλὰ ποὺ εἶναι στ᾿ ἀληθινὰ οἱ ἀναίσθητοι καὶ οἱ ἀποκτηνωμένοι.
Οἱ καλοὶ ντρέπονται γιατὶ εἶναι καλοί, συμμαζεμένοι καὶ μὲ ἀνατροφή. Οἱ ἄλλοι τοὺς λένε καθυστερημένους. Συμπαθητικὸς ἄνθρωπος δύσκολα βρίσκεται πιὰ σήμερα στὸν τόπο μας.
Ἡ μόδα εἶναι νὰ εἶναι κανεὶς ἀντιπαθητικός, κρύος, ἄνοστος καὶ μάγκας. Μάλιστα, ὅπως ὅλα φραγκέψανε, φράγκεψε καὶ ὁ μάγκας.
Φώτης Κόντογλου

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014


Τὸ ραντεβοὺ
Ἕνας ἐρημίτης προσευχόταν πολὺ σκληρὰ καὶ ἐπίμονα, ζητώντας νὰ συναντηθεῖ μὲ τὸν Θεό. Ἐπιτέλους κατάφερε νὰ κλείσει ἕνα ραντεβοὺ μαζί Του. «Αὔριο, πάνω στὸ ὄρος», τοῦ εἶπε ἕνας ἄγγελος. Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα ὁ ἐρημίτης σηκώθηκε πολὺ πρωὶ καὶ κοίταξε τὸ ὄρος: ἦταν τελείως καθαρό ἀπὸ σύννεφα.
Ξεκίνησε λοιπόν, χαρούμενος καὶ μὲ δέος, πρὸς τὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ. Κάποια στιγμή, ἐκεῖ ποὺ περπάταγε κατὰ μῆκος τοῦ μονοπατιοῦ, συνάντησε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε πέσει κάτω μέσα στὰ ἀγκάθια καὶ τοῦ ζήτησε βοήθεια. «Λυπᾶμαι, βιάζομαι, ἔχω ραντεβοὺ μὲ τὸν Θεὸ» ἀπάντησε ὁ ἐρημίτης καὶ συνέχισε τὸν δρόμο του.
Λίγο πιὸ κάτω συνάντησε μιὰ γυναίκα ποὺ ἔκλαιγε δίπλα στὸ ἄρρωστο παιδί της. «Βοήθησέ με σὲ παρακαλῶ». «Λυπᾶμαι, δὲν ἔχω χρόνο, ὁ Θεὸς μὲ περιμένει στὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ».
Προχώρησε ἀκόμα πιὸ γρήγορα γιὰ νὰ μὴν ἀργήσει, ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ τὀ μονοπάτι ἔγινε πιὸ δύσκολο, εἶδε ἕνα ἡλικιωμένο, ἐξαντλημένο, ποὺ τοῦ ἔδινε ἕνα ἀσκί. 
«Δὲν μπορῶ νὰ συνεχίσω ἄλλο, σὲ παρακαλῶ πήγαινε νὰ μοῦ γεμίσεις τὸ ἀσκὶ μὲ νερὸ ἀπὸ τὴν πηγὴ ἐδῶ πιὸ κάτω». 
«Κάνε ὑπομονή, καλέ μου ἄνθρωπε, ἔχω ἕνα ραντεβοὺ μἐ τὀν Θεὸ καὶ δὲν θέλω νὰ ἀργήσω!»
Ὅταν ὁ ἐρημίτης ἔφτασε ἐπιτέλους στὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ, στὴν πόρτα τῆς καλύβας ὅπου ἐπρόκειτο νὰ συναντηθεῖ μὲ τὸν Θεὸ βρῆκε κρεμασμένο ἕνα μήνυμα: 
«Συγχώρεσέ με ποὺ δὲν εἶμαι ἐδῶ, ἀλλὰ πῆγα νὰ βοηθήσω ἐκείνους ποὺ δὲν βοήθησες ἐσὺ στὸ διάβα σου».

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014


Ἀποχαιρετισμός 
Στὸ ἄμεσο μέλλον, ἢ καὶ γιὰ πολὺ μετά, ἡ συνέχιση τῆς πνευματικῆς καλλιέργειας θὰ πρέπει ἴσως νὰ ἐξασφαλίζεται ἀπὸ ἕνα πολὺ μικρὸ ἀριθμὸ ἀνθρώπων-καὶ αὐτοὶ δὲν θὰ εἶναι ἀπαραιτήτως οἱ καλύτερα ἐφοδιασμένοι μὲ προσόντα κοσμικά. Αὐτὸ ποὺ θὰ κρατήση ζωντανὴ τὴν κριτικὴ σκέψη καὶ θὰ ἐνθαρρύνει τοὺς προικισμένους μὲ πηγαῖο ταλέντο συγγραφεῖς, δὲν θὰ εἶναι τὰ μεγάλα ὄργανα τῆς κοινῆς γνώμης, ἢ τὰ περιοδικὰ μὲ παράδοση. Θὰ εἶναι ὁ μικρὸς καὶ ἀφανὴς τύπος, τὰ φύλλα καὶ περιοδικὰ ποὺ διαβάζονται σχεδὸν μόνο ἀπὸ τοὺς συνεργάτες τους.
Στὴν παροῦσα κατάσταση τῆς δημοσίας ζωῆς, δὲν νιώθω πιὰ τὸν ἐνθουσιασμὸ ποὺ χρειάζεται γιὰ νὰ γίνει ἕνα λογοτεχνικὸ περιοδικὸ αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ εἶναι. Δὲν σημαίνει μ' αὐτὸ πὼς θεωρῶ τὴ λογοτεχνία σήμερα, ἢ σ' ὁποιοδήποτε καιρὸ μία ὑπόθεση ἀδιάφορη. Ἀντίθετα νιώθω πὼς εἶναι οὐσιαστικό, οἱ συγγραφεῖς ποὺ ἀσχολοῦνται μ' αὐτὸ τὸ μικρὸ κομμάτι τῆς «λογοτεχνίας», τὸ πραγματικὰ δημιουργικὸ-καὶ σπάνια ἄμεσα δημοφιλὲς- νὰ στρωθοῦν ἐπίμονα στὴ δουλειά τους, χωρὶς νὰ χαμηλώσουν ἢ νὰ θυσιάσουν μὲ ὁποιαδήποτε πρόφαση τὸ ὑψηλὸ καλλιτεχνικό τους κριτήριο.

Τ. Σ. Ἔλιοτ (1888-1966)

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014


Οἱ καρδερῖνες 
—Φλώρια, καρδερῖνες, φλώριαααα!
—Πόσο τὶς δίνεις, βρὲ παιδί, τὶς καρδερῖνες;
—Ἑξήντα γρόσια, μπάρμπα. Ἑξήντα γρόσια, καὶ μ’ ἐγγύησι. Πάρε, ἀφέντη, νὰ σ’ ἐξυπνᾷ τὸ πρωΐ.
—Δὲν κάνει πενήντα γρόσια;
—Ἄν θέλῃς νὰ πάρῃς τὴ βραχνιασμένη...
—Βραχνιασμένη, ξεβραχνιασμένη δὲν μὲ πειράζει. Δῶσέ μου μία.
Ὁ μεσόκοπος ἄνθρωπος ἔβγαλε τὸ κομπόδεμα ἀπὸ τὸ ζωνάρι του, ἔδωκε πενήντα γρόσια στὸ παιδὶ καὶ ἐπῆρε στὰ χέρια του τὴν καρδερῖνα.
Τὴν ἐκράτησε λιγάκι ἐλαφρὰ στὰ δάκτυλά του, τὴν ἐχάϊδευσε πονετικὰ καὶ τὴν ἐκοίταξε καλὰ καλά, φέρνοντας τὸ ἀνήσυχο κεφαλάκι της μπροστὰ στὰ μάτια του, ὡσὰν νὰ ἤθελε νὰ τῆς εἰπῇ μυστικὰ κάποιο γλυκὸ λόγο. Ὕστερα, τινάζοντάς την ἐλεύθερη ἐπάνω στὴν παλάμη του, τὴν ἄφησε νὰ πετάξῃ, κάμνοντας τάχα πὼς τοῦ εἶχε ξεφύγει ἀπὸ τὰ χέρια του: 
—Βρέ, τὸ ἀφιλότιμο τὸ πετούμενο! τὸ εἶδες ἐκεῖ!
Ἀπὸ μέσα του ὅμως ἐφαινόταν καταχαρούμενος ὁ παράξενος ἐκεῖνος ἄνθρωπος. Θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὁρκισθῇ κανείς, πὼς αὐτό, ποὺ ἔγινε, δὲν ἦτο καθόλου τυχαῖο. Ὁ ξένος, χωρὶς ἄλλο, εἶχε ἀγοράσει τὸ πουλί, γιὰ νὰ τοῦ χαρίσῃ τὴν ἐλευθερία του. Ἄν προσπαθοῦσε νὰ κρύψῃ τὸ σκοπό του, τὸ ἔκαμνε ἴσως ἀπὸ εὐγένεια. Καὶ θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὁρκισθῇ κανεὶς ἀκόμη, πὼς ἔτσι ἦτο τὸ πρᾶγμα, ἂν τὸν ἔβλεπε μὲ τί λαχτάρα ἀκολουθοῦσε τὸ φτερούγισμα τῆς καρδερίνας στὸν ἐλεύθερο ἀέρα. Ἕνα φτερούγισμα τρελλό μὲ μουδιασμένα φτερά, ποὺ τὴν ἔφερε στὸ κατάρτι ἑνὸς καϊκιοῦ, σαστισμένη ἀκόμη ἀπὸ τὴν ἐξαφνικὴ χαρά της. 
—Βρέ, τὸ ἀφιλότιμο τὸ πετούμενο, πῶς μοῦ ἐξέφυγε!
Ἀπὸ μέσα του ὅμως ἔλεγε χωρὶς ἄλλο ὁ γεροντάκος:
—Κάνε τὴ δουλειά σου, πουλάκι μου, καὶ μὴ σὲ μέλῃ.
Δυὸ μορτάκια, ποὺ ἔκαμναν τὸ βαρκάρη ἐκεῖ δίπλα, ἐπήδησαν ἀμέσως μέσα στὸ καΐκι.
—Νά το, νά το, ἐπάνω στὸ πανὶ ἀκούμπησε, εἶπε τὸ ἕνα.
—Πέτα τὸ σακκάκι σου, νὰ τὸ ρίξῃς κάτω. Δὲν βλέπεις, πὼς εἶναι μουδιασμένο; ἀπήντησε τὸ ἄλλο.
Ὁ ἐλευθερωτὴς δὲν ἠμπόρεσε νὰ κρυφθῇ πιά. Ὅρμησεν ἄγριος στὴν ἄκρη τοῦ μώλου καὶ ἐφώναξε, κουνῶντας τὸ μπαστούνι κατὰ τὸ καΐκι:
—Κάτω, παλιόπαιδα! Δικό σας εἶναι τὸ πουλί; Ἐγὼ τὸ ἀγόρασα, ἐγὼ ἠθέλησα καὶ τὸ ἄφησα. Ὁρίστε μας! Κάτω γρήγορα γιατὶ θὰ σᾶς σπάσω τὰ παγίδια σας. 
Καὶ μόνον ὅταν εἶδε τὸ πουλὶ νὰ τινάζῃ τὶς φτερουγίτσες του καὶ νὰ σχίζῃ χαρούμενο τὸν ἀέρα, μονάχα τότε ἐπῆρε τὸ δρόμο του, μουρμουρίζοντας: 
—Μὰ βέβαια, μέσα στὴν ἐλευθερία ἐγεννήθηκαν· ποῦ νὰ ἠξεύρουν τὶ θὰ εἰπῇ σκλαβιά!

Νιρβάνας Παῦλος

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014


Ὁ κόσμος στὸν δρόμο του
Πολλοὶ ἀναγνῶστες μοῦ γράφουνε, παρακαλώντας με, καὶ μάλιστα ξορκίζοντάς με, νὰ γράψω γιὰ νὰ χτυπήσω τὴν ἀνηθικότητα, ποὺ δέρνει τὴν κοινωνία, πρὸ πάντων τὴ νεολαία, καὶ ποὺ «τὴ σερβίρουν τὰ σινεμά», ὅπως μοῦ γράφουνε. Φωνάζουνε: «Ὑψώσετε τὴ φωνή σας!». Ἕνας σπουδαστής μοῦ γράφει ἀπὸ τὴν Ἀγγλία: «Μὴ σταματήσετε αὐτὸν τὸν ὡραῖον ἀγώνα, μὴν πτοηθῆτε ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις. Ὑπάρχουν βέβαια πολλοὶ ἀντίπαλοι, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ θαυμαστὲς τοῦ ὡραίου σας ἔργου. Σᾶς χρειαζόμαστε γιὰ νὰ δώσετε φτερὰ στὶς καρδιές μας, ποὺ εἶναι γεμάτες κενὸ καὶ ἀπαισιοδοξία».
Καημένοι ἄνθρωποι, πόση σημασία δίνετε στὸ πρόσωπό μου καὶ σ’ αὐτὰ ποὺ γράφω! Τί φωνὴ νὰ ὑψώσω, ποὺ εἶναι βραχνιασμένη καὶ ἀδύνατη, καὶ χάνεται μέσα στὸν κυκεώνα τῆς σημερινῆς ζωῆς; Ὄχι φωνή, ἀλλὰ καὶ τ' ἀστροπελέκι νὰ κρατᾶ στὰ χέρια του κανένας σήμερα, καὶ νὰ τὸ σφενδονίζει γιὰ νὰ κάνει τοὺς ἀνθρώπους ν' ἀλλάξουνε δρόμο, πάλι τίποτα δὲν θὰ κάνει. Ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Γιάννης ὁ Πρόδρομος, τὸ ἐρημοπούλι τῆς ἐρήμου, ποὺ τὸν φοβόντανε οἱ ἁμαρτωλοί, γιατί τοὺς ἔλεγε «γεννήματα ἐχιδνῶν», κι αὐτὸς μάταια φώναζε. Ἡ φωνὴ του χανότανε μέσα στὴν ἔρημο, «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ». Καὶ πότε; Τὸν καιρὸ ποὺ ὑπήρχανε ἀκόμα κάποια αὐτιὰ νὰ τὸν ἀκούσουνε, κι ἁπλὲς καρδιὲς γιὰ νὰ τὸν καταλάβουνε. Ὄχι ἐμεῖς ποὺ χρειαζόμαστε δασκάλεμα, καὶ ποὺ ἔχουμε τόσα στὴν καμπούρα μας! Πῶς νὰ γίνουμε δάσκαλοι γιὰ τοὺς ἄλλους; Γεμίζουμε χαρτιὰ μὲ μυριάδες λόγια, μὰ τί τὸ ὄφελος; Ὁ κόσμος τραβᾶ τὸν δρόμο του καὶ δὲν σκοτίζεται ἀπὸ κηρύγματα. Κι ἂν δώσει προσοχὴ καὶ κανένας στὰ γραψίματά μας, μπορεῖ νὰ θυμώσει ποὺ χαλάσαμε τὴν ἡσυχία του, καὶ νὰ πεῖ πὼς εἴμαστε ὑποκριτές, ψευτογιασμένοι, κουκουβάγιες ποὺ βγαίνουνε ἀπὸ τὰ χαλάσματα τοῦ παλιοῦ καιροῦ. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι εἶναι τέτοιοι, ποὺ μήτε τὸ κήρυγμα τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ δὲν θὰ ’κανε τίποτα.
Λοιπόν, ἂς τὸ πάρουμε ἀπόφαση. Τὸ κακὸ δὲν περιορίζεται πιὰ μὲ τίποτα, μὲ κανένα τρόπο, μὲ καμμιὰ δύναμη. Ὅσοι μιλοῦνε καὶ γράφουνε γιὰ νὰ φέρουνε στὸν ἴσιο δρόμο τοὺς πολλοὺς ποὺ ξεστρατίσανε, ἂς ξέρουμε πὼς δέρνουνε τὸν ἀγέρα, εἶναι «ἀέρα δέροντες», ποὺ ἔλεγε καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Καὶ ἅγιος νὰ εἶναι αὐτός, ποὺ συμβουλεύει, πάλι δὲν θάβρει αὐτιὰ γιὰ ν' ἀκούσουνε τὴ φωνή του, ὄχι ἄνθρωποι σὰν ἐμᾶς, ποὺ ἔχουμε οἱ ἴδιοι ἀνάγκη ἀπὸ δασκάλεμα.
Ναί, ὁ κόσμος δὲν ἀλλάζει πορεία. Ἂς μὴν περιμένουμε πιὰ τίποτα καλύτερο, θὰ πηγαίνουμε ὁλοένα στὰ χειρότερα. Ἀνήφορος πιὰ δὲν ὑπάρχει. Μοναχὰ κατήφορος. Ὅσοι ἔχουνε μέσα τους τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, αὐτοὶ οἱ λίγοι θ' ἀπομείνουνε, «τὸ μικρὸν ποίμνιον» ποὺ εἶπε ὁ Χριστός. Κι ἂν γράφουμε, γι' αὐτοὺς γράφουμε καὶ γιὰ τοὺς ἴδιους τους ἑαυτούς μας ποὺ κιντυνεύουμε νὰ ἁρπαχτοῦμε ἀπὸ τὰ δίχτυα ποὺ ’ναι μπλεγμένοι ἐκεῖνοι ποὺ θέλουμε νὰ δασκαλέψουνε. Γιὰ νὰ καθόμαστε ἀνύσταχτοι.
"Ὅσοι εἶναι αἰσιόδοξοι γιὰ τὸ μέλλον τῆς ἀνθρωπότητας, βλέπουνε μὲ ἄλλα μάτια τὸν κόσμο, ἀπ’ ὅ,τι τὸν βλέπομε ἐμεῖς. Ἐμεῖς εἴμαστε οἱ γκρινιάρηδες, οἱ Ἱερεμίες, οἱ Κασσάντρες, καὶ γι' αὐτὸ ὁ κόσμος μᾶς ὀχτρεύεται. Κι ἔχει δίκιο. Ὁ καθένας νοιώθει διαφορετικὰ τὴ ζωή, τὴ χαρά, τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό. Γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ λέμε πὼς δὲν πᾶνε καλά, ὁ σημερινὸς κόσμος εἶναι ὁ πιὸ θαυμάσιος, ἡ σημερινὴ ζωὴ εἶναι ἡ πιὸ καλύτερη κι ἡ πιὸ βλογημένη ἀπὸ ὅλες ποὺ πέρασε ὁ ἄνθρωπος. Ἡ σημερινὴ νεολαία εἶναι μεθυσμένη ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ λέμε ἐμεῖς «ἀνηθικότητα», καὶ ποὺ αὐτὴ τὸ λέγει «ἐλευθερία». Τί κάθεσαι λοιπὸν ἐσὺ καὶ τσαμπουρνίζεις μὲ τὴν ἠθική σου; Γι' αὐτοὺς εἶναι τὸ πιὸ μεγάλο χάρισμα ἡ ἀνηθικότητα, καὶ μποροῦνε νὰ σκοτώσουνε ἐκεῖνον ποὺ χτυπᾶ τὴν «ἐλευθερία» τους. Αἰῶνες ἀγωνιζότανε ὁ ἄνθρωπος, χωρὶς νὰ μπορέσει νὰ τὴν ἀποχτήσει. Καὶ τώρα ποὺ τὴν ἔκανε χτῆμα του, νὰ τὴν ἀφήσει γιὰ τὴν παλαιοντολογικὴ ἠθική μας;
Ποτὲ δὲν μίσησε ἄνθρωπος τὸν ἄνθρωπο τόσο πολύ, ὅσο στὸν καιρό μας. Καὶ τὸν μίσησε στ' ὄνομα αὐτῆς τῆς «ἐλευθερίας», ποὺ λέγει πὼς εἶναι τὸ πολύτιμο ἀπόχτημα τῆς ἐποχῆς μας. Μισημένες εἶναι οἱ ἠθικὲς κουκουβάγιες κι οἱ χριστιανικὲς μοιρολογῆστρες. Ποτὲ ὁ χριστιανὸς δὲν μισήθηκε ὅσο σήμερα, οὔτε ἐπὶ Νέρωνα.
Ποῦ ν' ἀκούσουνε οἱ ἄνθρωποι τοῦ καιροῦ μας κουβέντα γιὰ Θεό, γιὰ ψυχή, γιὰ ἄλλη ζωή! Ἡ ψυχὴ τους ἔχει παραμορφωθεῖ ὁλότελα ἀπὸ τὶς κάθε λογῆς ἀνοησίες ποὺ βλέπουμε στὸν κινηματογράφο. Ἡ ταινία ποὺ δὲν ἔχει μέσα της πολλὴ ἀνοησία, δὲν γνωρίζει ἐπιτυχία. Ἀνοησία, καὶ ἀκαλαισθησία, αὐτὰ τὰ δύο βασιλεύουνε σήμερα. Εἶναι ἀπίστευτο τὸ τί ἀκούγει κανένας γιὰ ἀστεῖα στὶς συναναστροφὲς ποὺ κάνουνε οἱ νέοι. Κρυόμπλαστα, ἀσυναρτησίες, μωρολογίες. Χάθηκε ἀπ’ αὐτοὺς κι ἡ πιὸ συνηθισμένη ἐξυπνάδα. Τὰ καημένα τὰ παιδιά, παίρνουνε ἀφορμὴ ἀπὸ ἕνα τίποτα, γιὰ νὰ χαχανίσουνε. Τὰ δέρνει ἡ ἀμηχανία κι ἡ βαρυεστημάρα κι αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία ποὺ τὰ κάνει νὰ χοροπηδᾶνε σὰν τρελλά, νὰ τσακίζουνε ὅ,τι βροῦνε μπροστά τους, νὰ τὰ βάζουνε μὲ ἀνύποπτους ἀνθρώπους. Γι' αὐτὰ τὰ πλάσματα ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνα ἀνιαρὸ πράγμα δίχως σκοπό, δίχως ἀληθινὴ χαρά, δίχως ἁγνὸν ἐνθουσιασμό.
Ποιὸς φταίγει γι' αὐτὴ τὴν κατάσταση; Ὅλοι μας. Ὅλοι συνεργήσαμε γιὰ νὰ καταντήσει ἡ ζωὴ ἔτσι ποὺ κατήντησε. Ὅλοι δουλέψαμε γιὰ νὰ χτισθεῖ τοῦτος ὁ τερατώδικος πύργος τοῦ Βαβέλ. Ἄλλοι κουβαλήσανε γιὰ πέτρες τὶς πετρωμένες καὶ ἀναίσθητες καρδιές τους, ἄλλοι κουβαλήσανε λάσπη ἀπὸ τὰ κατάβαθά τους ποὺ φωλιάζουνε τὰ βρωμερὰ πάθη. Ἐκεῖνος ὁ παλιὸς πύργος τοῦ Βαβὲλ ρήμαξε κι ἐξαφανίσθηκε. Μὰ τοῦτος θὰ στέκεται ἀσάλευτος, κι οἱ ἄνθρωποι ὁλοένα θὰ τὸν κάνουνε πιὸ ψηλόν, μὲ σκοπὸ νὰ χτυπήσουνε τὸν Θεό.
Ἐσεῖς ποὺ θλιβόσαστε καὶ πονᾶτε γι' αὐτὴ τὴν κατάσταση, καλὰ κάνετε νὰ λυπόσαστε, μὰ μὴν ὀνειρευόσαστε πὼς θάρθουνε καλύτερες μέρες γιὰ τὸν κόσμο. Ὁ κόσμος τρέχει σὰν τρελλός. Κατὰ μὲν τὴ δική του γνώμη ἀνηφορίζει στὸν θρίαμβο, κατὰ δὲ τὴ δική σας γνώμη κατηφορίζει στὰ τάρταρα καὶ στὸν χαμό. Ποιὸς ἀπὸ τοὺς δύο ἔχει δίκιο, μοναχὰ ὁ Θεὸς τὸ γνωρίζει. Αὐτὸ τὸ τρέξιμο δὲν θὰ πάψει ὡς τὴν τελευταία μέρα, ποὺ θὰ λάμψει ἡ ἀλήθεια καὶ θὰ δικαιωθοῦνε ὅσοι τὴν πιστέψανε σωστά, καὶ μαρτυρήσανε γι' αὐτὴ καὶ ἐμπαιχτήκανε γι' αὐτή.
Ἴσως νάρχεται κιόλας ὁ Ἀντίχριστος. Τὰ σημεῖα καὶ τὰ τέρατα ποὺ προφητεύτηκε πὼς θὰ κάνει ἀρχίσανε νὰ φανερώνουνται. Ἡ ἐπιστήμη βασιλεύει κι ἡ ἀθεΐα βασιλεύει μαζί της.
Μία βροντερὴ φωνὴ ἀκούγεται ἀπὸ πάνω, μὰ τὴν ἀκοῦνε μόνο ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουνε αὐτιὰ γιὰ νὰ τὴν ἀκούσουνε. Καὶ λέγει: «Νά, ἔρχομαι σὰν τὸν κλέφτη. Καλότυχος ἐκεῖνος ποὺ ξαγρυπνᾶ καὶ βαστᾶ καθαρὰ τὰ φορέματά του. Ὁ καιρὸς εἶναι κοντά. Ὁ ἄδικος ἂς ἀδικήσει ἀκόμα, κι ὁ βρωμερὸς ἂς βρωμισθεῖ ἀκόμα, κι ὁ δίκαιος ἂς κάνει δικαιοσύνη ἀκόμα, κι ὁ ἅγιος ἂς ἁγιάσει ἀκόμα. Νά, ἔρχομαι γρήγορα!».

Φώτης Κόντογλου

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014


Διδαχὴ
Νὰ κάμης μίαν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας, τοῦ Προδρόμου, νὰ ἔχης καὶ τὸν ἅγιον τοῦ παιδιοῦ σου. Καὶ ὅταν τὸ παιδίον σηκώνεται ἀπὸ τὸν ὕπνον καὶ σοῦ γυρεύη ψωμί, νὰ τὸ βάλης ἐμπρὸς εἰς τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ τοῦ εἰπῆς: Ἐγώ, παιδί μου, δὲν ἔχω ψωμί· ὁ Χριστὸς ἔχει. Σήκω νὰ κάμης τὸν σταυρόν σου, νὰ παρακαλέσωμεν τὸν ἅγιόν σου νὰ παρακαλέση τὸν Χριστὸν νὰ σοῦ τὸ δώση. Καὶ ἔτσι τὸ παιδίον παρακινεῖται διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ ψωμιοῦ καί, εὐθὺς ὁποὺ ξυπνᾶ, τὸν ἅγιόν του βλέπει. Βλέποντας τότε ὁ διάβολος τὸ παιδίον πὼς ἔχει τὴν ἐλπίδα του εἰς τὸν Χριστὸν καὶ εἰς τὸν ἅγιόν του κατακαίεται καὶ φεύγει. Καὶ ἔτσι νὰ συνηθίζετε τὰ παιδιά σας, νὰ τὰ παιδεύετε ἀπὸ μικρά, διὰ νὰ συνηθίζουν εἰς τὸν καλὸν δρόμον.
Καὶ ἂν θέλης νὰ ζήση τὸ παιδίον, ἐγὼ νὰ σὲ εἴπω πῶς νὰ κάμης· νὰ κάμης τοῦ παιδιοῦ σου ἕνα φόρεμα καὶ ἄλλο ἕνα ἐκείνου τοῦ πτωχοῦ παιδιοῦ· καὶ διὰ τὸ χατίρι ἐκείνου τοῦ πτωχοῦ παιδιοῦ χαρίζει ὁ Θεὸς τὴν ζωὴν τοῦ παιδιοῦ σου. Καὶ νὰ ἀγαπᾶς τὰ πτωχὰ τὰ παιδιὰ καλύτερα ἀπὸ τὰ ἐδικά σου· εἰ δὲ καὶ νὰ ζητᾶς πῶς νὰ δίνης τοῦ παιδιοῦ σου νὰ τρώγη καὶ νὰ πίνη καλά, νὰ ἔχη εὔμορφα φορέματα, καὶ δι᾿ ἐκεῖνο τὸ πτωχὸ νὰ μὴ σὲ μέλη, αὔριο βλέπεις τὸ παιδί σου ἀποθαμένο καὶ καίγεται ἡ καρδιά σου. Καὶ ἐνῶ τὸ πτωχό, τὸ ξυπόλητο, τὸ γυμνό, τὸ πεινασμένο, τὸ καταφρονεμένο τὸ βλέπεις θρεμμένο καὶ εἶνε ὡσὰν γουρουνόπουλο, καὶ τὸ ἐδικό σου γίνεται ὡσὰν χτικιασμένο.

Ἅγιος Κοσµᾶς ὁ Αἰτωλός

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014


Ἀποφθέγματα καὶ νουθεσίες
* Καλεῖται ὁ ἄνθρωπος τακτικά νά πλησιάζει τὸ Ποτήριο τῆς Ζωῆς. Ἡ καλύτερη καὶ ἁγιώτερη πρόσκληση… «Μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε» λέει ὁ ἱερεύς, ὄχι «ἀπέλθετε»!.. Παίρνουμε Χριστό Ἐσταυρωμένο καί Ἀναστημένο. Καὶ τότε ὅλα τὰ δύσκολα σημεῖα δὲν ἔχουν καμιά θέση στὴ ζωή μας… Ἀκτινοβολοῦμε καὶ μοσχοβολᾶμε ἀπό ζωή Χριστοῦ. Καὶ ἀπολαμβάνουμε τὴ χαρά τοῦ Οὐρανοῦ ἀπό ἐδῶ, γιατί «ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ἡμῶν ἐστίν».
«Εἶμαι πολύ ἄρρωστος, Κύριε, νά λέει, δέξαι με, ὡς βαριά ἄρρωστο, ὡς ἑτοιμοθάνατο». “Ἔτσι πρέπει νά πιστεύει ὅταν πλησιάζει τὸ Ποτήριον τῆς Ζωῆς. Καὶ ἔχει ἀνάγκη, πολλή ἀνάγκη νὰ πάρει Σῶμα καὶ Αἷμα Κυρίου, γιὰ νὰ δυναμώσει τὸν ἑαυτόν του. Γιὰ νὰ νικήσει τὸν ἑαυτόν του. Γιὰ νὰ ἀγωνισθεῖ καλύτερα.
* «Νῆφε ἐν πᾶσι». Ἄγρυπνος σὲ ὅλα. Ἄνθρωποι πού τοὺς ἐπισκέφθηκε ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν πρόσεξαν ἔγιναν κοσμικότεροι ἀπό τοὺς κοσμικούς. Ὁ χειρότερος ἄνθρωπος στὴν κοινωνία μπορεῖ νὰ γίνει αὐτός πού δοκίμασε τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ καὶ μετά δὲν πρόσεξε.
* Καὶ μόνος του νὰ εἶναι κανείς ἀνάμεσα στοὺς κοσμικούς, ἄν εἶναι σωστός χριστιανός, μεταβάλλει τὸ κοσμικό αὐτό περιβάλλον σ΄ ἕνα κομμάτι τοῦ Παραδείσου.
* Νὰ ἀναγκάζουμε τὸν ἑαυτό μας στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
* Ὅταν βρισκόμαστε σὲ δίλημμα τί νὰ κάνουμε, καὶ μικρό παιδί νὰ ρωτᾶμε.
* Νὰ ἐνταφιάσουμε τὸν κακό ἑαυτό μας γιὰ νὰ ἀναστηθοῦμε. Διαφορετικά θὰ ζοῦμε στὸ αἰώνιο σκοτάδι.
* Χρειάζεται χειρουργική ἐπέμβασις στὰ πάθη.
* Θέλει πολλή δύναμη νὰ μὴν εἴμαστε φίλοι μὲ τὸν ἑαυτούλη μας.

Γέρων Εὐσέβιος Γιαννακάκης (1910 – 1995)

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014


Νὰ κάνουμε προσευχὴ
* Στὰ Μοναστήρια ἀφιερώνουν τὴ μία ἡμέρα γιὰ τοὺς ἄρρωστους, τὴν ἄλλη γιὰ τὴ νεολαία, τὴν ἄλλη γιὰ τὴν κατάσταση ποὺ ἐπικρατεῖ σήμερα. Προσεύχονται καὶ κάνουν κομποσχοίνια… Ἄς ἀφιερώσουμε κι ἐμεῖς μία ἡμέρα τὴν ἑβδομάδα, τὴν Τετάρτη ἤ τὴν Παρασκευή· νὰ μὴ μιλᾶμε, ἀλλὰ νὰ κάνουμε προσευχὴ γιὰ τὴν κατάσταση τὴ σημερινή. Νὰ μὴ μιλᾶμε καθόλου, μόνο τὰ ἀναγκαῖα, τὰ ἐπαγγελματικὰ νὰ λέμε. Νὰ γονατίσουμε, νὰ προσευχηθοῦμε, νὰ κάνουμε κομποσχοίνι. Νὰ δεῖτε, θαῦμα θὰ γίνει, ἀδελφοί μου…
* Νὰ σηκώνεται τὸ πρωὶ ὁ πιστός, νὰ γονατίζει καὶ νὰ λέει: «Κύριε φύλαξέ με ἀπὸ τὴν περιέργεια καὶ τὴν ἀργολογία. Θέλω νὰ εἶμαι οἰκοδομητικός, καὶ γιὰ τὸν ἑαυτόν μου καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους. Νὰ οἰκοδομοῦμαι καὶ νὰ οἰκοδομῶ. Μὲ τὴν ἐμφάνισή μου, μὲ τὰ λόγια μου, μὲ τὴν προβολή μου, μὲ τὴν γλώσσα μου νὰ οἰκοδομοῦμαι καὶ νὰ οἰκοδομῶ τοὺς ἄλλους». Πόσο ὡραῖο θὰ ἦταν! Τί κοινωνία θὰ εἴχαμε, τί Ἐκκλησία θὰ εἴχαμε!

Γέρων Εὐσέβιος Γιαννακάκης (1910 – 1995)

Κυριακή 31 Αυγούστου 2014


Αὐτά τά «γιατί» 
Δέν πρέπει ἡ ψυχή μας ν’ ἀντιστέκεται καί νά λέει, «γιατί τό ἔκανε αὐτό ὁ Θεός, γιατί τό ἄλλο ἀλλιῶς, δέν μποροῦσε νά τό κάνει διαφορετικά;». Ὅλ’ αὐτά δείχνουν μία ἐσωτερική μικροψυχία καί ἀντίδραση. Δείχνουν τήν μεγάλα ἰδέα πού ἔχομε γιά τόν ἑαυτό μας, τήν ὑπερηφάνειά μας καί τόν μεγάλο ἐγωισμό μας. Αὐτά τά «γιατί» πολύ βασανίζουν τόν ἄνθρωπο, δημιουργοῦν αὐτό πού λέει ὁ κόσμος «κόμπλεξ». παραδείγματος χάριν, «γιατί νά εἶμαι πολύ ψηλός» ἤ – τό ἀντίθετο – «πολύ κοντός;». Αὐτό δέν φεύγει ἀπό μέσα. Καί προσεύχεται κανείς καί ἀγρυπνεῖ, ἀλλά γίνεται τό ἀντίθετο. Καί ὑποφέρει καί ἀγανακτεῖ χωρίς ἀποτέλεσμα. Ἐνῶ μέ τόν Χριστό, μέ τήν χάρη φεύγουν ὅλα.
Ὑπάρχει αὐτό τό «κάτι» στό βάθος, δηλαδή τό «γιατί», ἀλλ’ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐπισκιάζει τόν ἄνθρωπο κι ἐνῶ ἡ ρίζα εἶναι τό κόμπλεξ, ἐκεῖ πάνω φυτρώνει τριανταφυλλιά μέ ὡραῖα τριαντάφυλλα κι ὅσο ποτίζεται μέ τήν πίστη, μέ τήν ἀγάπη, μέ τήν ὑπομονή, μέ τήν ταπείνωση, τόσο παύει νά ἔχει δύναμη τό κακό καί παύει νά ὑπάρχει· δηλαδή δέν ἐξαφανίζεται, ἀλλά μαραίνεται. Ὅσο δέν ποτίζεται ἡ τριανταφυλλιά, τόσο μαραίνεται, ξηραίνεται, χάνεται καί ἀμέσως ξεπετάγεται ἀγκάθι.

Ὅσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Σάββατο 30 Αυγούστου 2014


Ἡ μεταφυσική τῆς πενίας 
Ὁ Παπαδιαμάντης γεννήθηκε φτωχός, ἔζησε φτωχός, καὶ πέθανε φτωχός. Τραγούδησε τοὺς φτωχούς, καὶ τὸ ἔργο του στάθηκε τὸ μεγάλο χρονικό τῆς Ἑλληνικῆς φτωχολογιᾶς. Ὅτι γεννήθηκε ἕνας ἄνθρωπος φτωχὸς δὲ σημαίνει τίποτα. Τὸ ἴδιο κι ἡ φτώχειά του δὲν φανερώνει σπουδαῖα πράγματα, ἂν δὲν ξεκαθαρίσουμε τὴν πνευματική του στάση ἄντικρυ σ' αὐτὴ τὴν κατάσταση ποὺ ὀνομάζουμε πενία.
Κι ἄλλοι γεννηθήκανε, ζήσανε καὶ πεθάνανε φτωχοί. Καὶ τραγουδήσανε τοὺς φτωχούς, χωρὶς νὰ μοιάζουνε τοῦ Παπαδιαμάντη. Ἡ πνευματική τους στάση ἤτανε ριζικὰ ἀντίθετη πρὸς τὴ φτώχειά τους. Ἤτανε φτωχοί, ἀλλὰ ζήσανε καὶ πεθάνανε μὲ τὸν καϋμὸ καὶ τὴ λαχτάρα τοῦ πλούτου... Ὁ ἄνθρωπος ὅμως ποὺ ζεῖ μὲ τὸν καϋμὸ τοῦ πλούτου, δὲν ξεχωρίζει σὲ τίποτα ἀπ' τὸν πλούσιο. Ὁ πλοῦτος εἶναι τὸ ἰδανικὸ του· γιὰ τὸ χρυσάφι κτυπᾶ ἡ καρδιά του...
Ἡ φτώχεια τοῦ Παπαδιαμάντη δὲν ἔχει τίποτα κοινὸ μ’ αὐτούς. Ὁ Παπαδιαμάντης δὲν πέθανε μὲ τὸν καϋμὸ τοῦ πλούτου. Πέθανε ψέλνοντας, ποὺ σημαίνει δοξολογόντας. Τοῦτο φανερώνει πὼς εὐχαριστοῦσε τὸν Πλάστη του γιὰ ὅσα τοῦ ’χε χαρίσει. Τὸν εὐχαριστοῦσε ποὺ τὸν ἀξίωσε νὰ γεννηθεῖ φτωχός, νὰ ζήσει φτωχός, καὶ νὰ πεθάνει φτωχός. Ὁ Παπαδιαμάντης ἀγαποῦσε τὴ φτώχεια, γιατί πίστευε πὼς ὁ πλοῦτος εἶναι ἡ ἁμαρτία. Πίστευε πὼς τὸ ρουχὸ τοῦ πλούτου δὲν εἶναι τὸ χρειαζούμενο γιὰ νὰ περάσει ὁ ἄνθρωπος στὴ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Καὶ τοῦτο γιατί τὸ κλειδὶ τῆς ζωῆς τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι ὁ Χριστός. Ὁ Χριστὸς γεννήθηκε φτωχός, ἔζησε φτωχὸς καὶ πέθανε πάνω στὸ Σταυρό. Δὲ χωροῦσε λοιπὸν στὸ νοῦ του, πῶς ὁ Ἄνθρωπος ποὺ ἔκλεισε στὴν καρδιὰ του τὸ Χριστό, μπορεῖ νὰ προσεύχεται στὸν Οὐράνιο Πατέρα καὶ νὰ τοῦ ζητᾶ μιὰ ζωὴ διαφορετικὴ ἀπὸ κείνην ποὺ ἔζησε ὁ Μονογενής Του Γυιός... Γιὰ τὸ Χριστὸ ὁ μόνος φιλόξενος τόπος ποὺ βρέθηκε γιὰ νὰ γεννηθεῖ, ἤτανε μία φάτνη ἀλόγων, μέσα σὲ μία σπηλιὰ κι ἀνάμεσα στ' ἀπονήρευτα ζῶα...Πῶς νὰ λησμονήσει λοιπὸν ὁ Παπαδιαμάντης, τὸ λόγο τοῦ Ἀπ. Παύλου, πὼς ὁ Χριστὸς «δι’ ὑμᾶς ἐπτώχευσε πλούσιος ὤν, ἵνα ὑμεῖς, τῇ ἐκείνου πτωχείᾳ πλουτήσητε» (Β' Κορ. η' 9), ὥστε νὰ νοιαστεῖ γιὰ τὰ ἐγκόσμια ἀγαθά; Τοῦ ’φτανε ἡ δόση τῆς μέρας, τὸ χρειαζούμενο λιτό, τὸ ξαλαφρωμένο ἀπὸ τὸ περιττό...
Ὁ Παπαδιαμάντης ἔζησε στιγμὲς ποὺ δὲν εἶχε οὔτε τὶς λίγες δεκάρες ποὺ χρειαζότανε γιὰ τὸ ψωμί. Ἤτανε ὁ «εἰδώς», καὶ τίποτα δὲν μποροῦσε νὰ τὸν παρασύρει σὲ ἐπιθυμίες ἄνομες κι ἁμαρτωλές. Τὸ λίγο, τὸ ἐλάχιστο, ἀποζήτησε σ’ ὅλη του τὴ ζωὴ καὶ στάθηκε πάντα «ὁ ἐν τῷ ὀλίγῳ ἀναπαυόμενος».... Κανένας ὅσο ὁ Παπαδιαμάντης δὲν λογάριασε τὸ περισσὸ ἐκ τοῦ πονηροῦ. Καὶ κανένας δὲν τὸ ἀπόκρουσε ὅσο ὁ Παπαδιαμάντης... Χαιρότανε τὴ φτώχεια, τὴ λογαρίαζε εὐλογία Θεοῦ καὶ ποτὲ του δὲ λαχτάρισε τὸν πλοῦτο, οὔτε πεθύμησε τ' ἀγαθὰ τοῦ πλησίον του, οὔτε νοιάστηκε ποτὲ γι' αὐτά...

Κωστῆς Μπαστιᾶς