Τρίτη 24 Ιουνίου 2014


Ὁ ἄγγελός μου

Εἶχε ἔρθει στό Γενικό Κρατικό Νοσοκομεῖο Ἀθηνῶν γιά τά προβλήματα πού εἶχε μέ τήν καρδιά του. Μόλις ἔμαθα ὅτι ἦταν ἐκεῖ, πῆγα νά τόν δῶ. Ἦταν ἡ μέρα πού τόν εἶχαν μετακινήσει ἀπό τή Μονάδα Ἐντατικῆς Παρακολούθησης σ' ἕνα δωμάτιο μέ τρία κρεβάτια κι ἕνα ράντζο, πάνω στό ὁποῖο εἶχαν βάλει τόν Γέροντα Ἰάκωβο. Ἡ πρώτη ἐντύπωσή μου, μόλις τόν εἶδα, εἶναι κάτι πού δέν περιγράφεται. Ἄν σᾶς πῶ ὅτι ὅ ἄνθρωπος αὐτός ἀκτινοβολοῦσε, θά εἶναι λίγο. Ἡ μορφή του ἦταν τό κάτι ἄλλο, πράγματι ἀκτινοβολοῦσε.
Τήν ὥρα πού μπῆκα στό δωμάτιό του, ἦταν ἐκεῖ οἱ γιατροί, πού ἔκαναν τήν καθημερινή ἐπίσκεψή τους στούς θαλάμους τῶν ἀσθενῶν. Κατά σύμπτωση οἱ γιατροί ἐκεῖνοι ἦταν πρώην φοιτητές μου στό Πανεπιστήμιο. Ἔτσι, μόλις μέ εἶδαν, ἦρθαν κοντά μου καί μέ ἐνημέρωσαν γιά τήν κατάσταση τῆς ὑγείας τοῦ Γέροντα. Ὅταν τελείωσαν κι ἔφυγαν οἱ γιατροί, πῆγα καί κάθησα δίπλα στόν Γέροντα Ἰάκωβο, ὁ ὁποῖος, μόλις μέ εἶδε, μοῦ εἶπε τό ἑξῆς, τό ὁποῖο μ' ἔκανε πραγματικά ν' ἀνατριχιάσω, γιατί ἦταν κάτι πού δέν εἶχα σκεφτεῖ ποτέ.
-Δέν σέ ξέρω, πρώτη φορά σέ βλέπω. Ἀλλά βλέπω ὅτι πίσω σου στέκεται ὁ ἄγγελός σου.
Μέ συγκλόνισε κυριολεκτικά αὐτό πού μοῦ εἶπε. Δέν τό λέω γιά ὑπερηφάνεια. Καί πρόσθεσε:
-Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἄγγελο. Ἀλλά τόν δικό σου τόν εἶδα. Πρόσεξε νά μή τόν διώξεις ἀπό κοντά σου.
Ἀνατριχιάζω ὁλόκληρος κάθε φορά πού τό σκέφτομαι, τό ἴδιο ὅπως τήν ὥρα ἐκείνη. Καί ὁλοκλήρωσε ὁ Γέρων Ἰάκωβος:
-Αὐτός ὁ ἄγγελος ἔχει κατονομασθεῖ τήν ἡμέρα τῆς βαπτίσεώς σου. Ἀπό τότε σέ συνοδεύει καί δέν πρέπει νά φεύγει ἀπό κοντά σου. Εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος τελικά θά πάρει τήν ψυχή σου στά χέρια του καί θά τήν ὁδηγήσει τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Καί ὅταν θά ἔρχονται οἱ δαίμονες καί θά λένε «αὐτός ἔκανε ἐκεῖνο, ἔκανε τό ἄλλο, διέπραξε αὐτή τήν ἁμαρτία καί τήν ἄλλη», τότε ὁ ἄγγελός σου θά λέει «ναί, τά ἔκανε αὐτά, ἀλλά ταυτόχρονα ἔκανε κι αὐτό τό καλό, ἔκανε καί τό ἄλλο καλό». Αὐτός εἶναι ὁ δικηγόρος, πού θά σέ ὑποστηρίξει. Πρόσεξε, λοιπόν, νά μή τόν ἀπομακρύνεις. Τόν εἶδα νά εἶναι κοντά σου.
Ἀπό ἐκείνη τήν ὥρα, οὐδέποτε σταμάτησα νά ἔχω τήν αἴσθηση ὅτι δίπλα μου ὑπάρχει ἕνας ἄγγελος, ὁ δικός μου, προσωπικός ἄγγελος. Αὐτό εἶναι ἕνα μέγα μήνυμα χαρᾶς πρός ὅλους ὅσους βαπτιστήκαμε Ὀρθόδοξοι χριστιανοί.
Ὅταν ἔβλεπες τόν Γέροντα Ἰάκωβο εἶχες τήν αἴσθηση ὅτι ἦταν ἄλλου κόσμου, ὅτι μιλοῦσε μέν γιά τά προβλήματά σου, ἀλλά μέ μία ἄλλη προοπτική. Καταλάβαινες ὅτι, ὄντας δίπλα σου, ζοῦσε κάπου ἀλλοῦ. Κι αὐτό σέ γέμιζε μ' ἕνα αἴσθημα πανηγύρεως. Καί σοῦ μετέδιδε ὅτι κι ἐσύ εἶσαι γιά ἀλλοῦ πλασμένος, ὅτι δέν εἶσαι γιά ἐδῶ.     

Γεώργιος Παπαζάχος



Τετράδιο 132 * Φεβρουάριος 2011

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2014


Ἡ ἀσθένεια τῆς ἀποϊεροποίησης

Ἅγιος Τριαδικός Θεός μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι αὐτός εἶναι δημιουργός πάντων τῶν πνευματικῶν λογικῶν ὄντων, τῆς ὕλης, τῆς ἐνέργειας καί τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεός εἶναι Ἅγιος καί ὅλα αὐτά πού δημιούργησε εἶναι ἅγια καί ἱερά. Δηλαδή δέν ἔγιναν γιά ὁποιαδήποτε χρήση ἀλλά γιά κάποιο σκοπό. Αὐτόν γιά τόν ὁποῖο τά δημιούργησε ὁ Θεός. Ἐφ' ὅσον, λοιπόν, εἶναι ἱερά, θά πρέπει νά στεκόμαστε ἀπέναντί τους ἱεροπρεπῶς.
Δυστυχῶς, ὅμως, ἀπό τότε πού εἰσῆλθε ἡ ἁμαρτία στόν κόσμο, ἄρχισε καί ἡ ἀποϊεροποίηση τῶν δημιουργημάτων τοῦ Θεοῦ. Ὁ Διάβολος καί τά ὄργανά του, διαρκῶς αὐτό ἐπιχειροῦν. Τήν ἀποϊεροποίηση τῶν πάντων. Τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ζωῆς του, τῆς φύσεως ὅλης.
Ἡ προσπάθεια πού πρέπει νά κάνουμε σήμερα εἶναι νά ξαναδοῦμε τά πράγματα ὅπως εἶναι καί ὄχι μέσα ἀπ' τό πρῖσμα τῆς δαιμονικῆς διαστροφῆς. Ἡ ζωή, ὁ κόσμος θά πάρουν ἄλλη τροπή.
Ὅταν βλέπω τή φύση ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ δέν τήν καταστρέφω, δέν τή βάζω φωτιά, δέν τή διαλύω, δέν τήν σπαταλῶ.
Ὅταν βλέπω τόν ἄλλο ἄνθρωπο ὡς πλᾶσμα τοῦ Θεοῦ δέν τόν ἀδικῶ, δέν τόν ὑποδουλώνω, δέν τόν φονεύω μέ τήν ἔκτρωση, τόν ἀφήνω νά ἔρθει στή ζωή, δέν τόν φονεύω ποικιλοτρόπως, ἀκόμη καί εὐγενικά μέ τό προσωπεῖο τῆς εὐθανασίας.
Ὅταν θεωρῶ τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἱερό δέν τό ρίχνω στήν πορνεία, στή μοιχεία, στήν ὁμοφυλοφιλία, στή διαστροφή. Δέν τό ἐκθέτω ἄσεμνα καί προκλητικά γυμνό, μέ ἀποτέλεσμα τόν σκανδαλισμό καί τήν πτώση στήν ἁμαρτία ἄλλων συνανθρώπων. Δέν τό σκοτώνω ἀργά – ἀργά μέ τό ἀλκοόλ, τή νικοτίνη, τά ναρκωτικά, τήν ποικίλη ἀσωτία. Δέν μπορῶ νά ἐμπορεύομαι τά ζωτικά ὄργανα τοῦ ἄλλου, ἀφήνοντάς τον ἀνάπηρο ἤ καί νεκρό.
Ἄν γνωρίζαμε τήν ἱερότητα τοῦ σώματός μας, εἰδικά μέσα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας πού βαπτισθήκαμε, δέν θά τό ρίχναμε ποτέ σέ τέτοιου εἴδους ἠθικές καταπτώσεις.
Ἄν βλέπαμε τόν χρόνο τῆς ζωῆς μας ἱερό καί ὡς δῶρο, πού μᾶς δόθηκε ἀπό τόν Θεό γιά τή σωτηρία μας, δέν θά τόν σπαταλούσαμε στήν ἁμαρτία, δέν θά τόν ἀφήναμε ἀνεκμετάλλευτο, ἀλλά «ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν» θά ζούσαμε ὡς σοφοί καί θά ἐργαζόμασταν τή σωτηρία μας.Μέσα στόν χῶρο τῆς νέας δημιουργίας τοῦ Χριστοῦ, τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου γίνεται «μέλος Χριστοῦ» καί «ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀνοησία ἀπό τό νά χάσω αὐτά τά μέγιστα προνόμια, γιά χάρη τῆς ἀπολαύσεως κάποιας πρόσκαιρης ἁμαρτίας; Μέσα στήν καινή κτίση ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά δοξάσει τόν Θεό «διά τοῦ σώματος», θεωρώντας το ἱερό καί τηρώντας το ἁγνό. Καλεῖται νά τό προσφέρει διά τῆς ἐγκρατείας «θυσίαν ζωντανήν καί ἁγίαν, εὐάρεστον εἰς τόν Θεόν». Ἐάν ἀπό τό σῶμα μας ἀφαιρέσουμε τήν ἱερότητα, αὐτό εὐτελίζεται. Χάνει τήν ἀξία του. Τό σῶμα μας εἶναι θησαυρός ἀνεκτίμητος, ὅταν τό κρατοῦμε στή θέση πού ὁ Θεός τό ἔθεσε.
Μέσα στόν χῶρο τῆς Καινῆς κτίσεως, ἐπίσης, δέν ἐπιτρέπεται καμία σπατάλη. Ὅταν ὁ Χριστός χόρτασε τούς πεντακισχιλίους καί τοὐς τετρακισχιλίους μέ λίγα ψωμιά καί λίγα ψάρια, στό τέλος τούς εἶπε νά μαζέψουν τά περισσεύματα «ἵνα μἠ τι ἀπόλλυται». Ὁ ἐν Χριστῶ ἄνθρωπος δέν σπαταλᾶ τήν κτίση, δέν ὑπερκαταναλώνει τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ. Κάνει λογική χρήση καί ὄχι κατάχρηση. Δέν καταστρέφει τή δημιουργία τοῦ Θεοῦ. Τήν σέβεται, γιατί εἶναι ἱερή.
Κάποιοι, ὅμως, βλέπουν τήν Ἐκκλησία καί τον Θεό να τους εἶναι ἐμπόδιο στην ἐκμετάλλευση και στην ποικίλη ὑποδούλωση τῶν ἀνθρώπων, που ἐπιχειροῦν. Και ἀγωνίζονται πυρετωδῶς για την ἀποϊεροποίηση τῶν πάντων. Σκοπός τους εἶναι ἡ ὑπερκατανάλωση και τα μεγάλα κέρδη. Ἡ Ἐκκλησία, ὅμως, καλλιεργεῖ την ἀνθρώπινη σκέψη και ἀποτρέπει την ὑποδούλωση τῶν ἀνθρώπων στα σχέδιά τους. Ἡ Ἐκκλησία σοφίζει τους πιστούς και τους ἀποδεσμεύει ἀπό τα γήινα και τα κοσμικά. Ἡ Ἐκκλησία ἐλευθερώνει τους ἀνθρώπους, τονίζοντας την ἱερότητα τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ. Καλεῖ τους ἀνθρώπους να ἐξαγιασθοῦν και αὐτοί, ζώντας ὄχι ἁπλῶς ὡς υἱοί τῶν ἀνθρώπων τοῦ κόσμου τούτου, ὁ ὁποῖος παρέρχεται ἀλλά ὡς υἱοί τοῦ Θεοῦ.
Ἡ φύση ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἱερή. Να στεκόμαστε με σεβασμό ἀπέναντί της. Ὁ ἄνθρωπος, ὡς πλᾶσμα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἅγιος. Να στεκόμαστε ἱεροπρεπῶς ἀπέναντί του. Αὐτή εἶναι ἡ πραγματική ἀλλαγή που φέρνει ἡ Ἐκκλησία, με πολλή ἀγάπη σ΄ ὅλα τα δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ.

Πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Λ. Βασιλείου
Ἐνορία Ἁγίου Νικολάου Σιάτιστας

Τετράδιο 133 * Μάρτιος 2011

Κυριακή 22 Ιουνίου 2014


Ἐπεξεργαστής κειμένου

Ὁ Διευθυντής τοῦ σχολείου ζήτησε ἀπό τους συναδέλφους να φέρουν γραπτά ἐξετάσεων με κείμενα μαθητῶν, ὥστε να δοῦν στην πράξη, πῶς γίνεται ἡ διόρθωση ἔκθεσης με χρήση ἐπεξεργαστῆ κειμένου.
Το συγκεκριμένο κείμενο ἔκλεψε την παράσταση:
Α΄ τάξη Γυμνασίου (κάπου στην Κρήτη) :
Ο λουκάς εβανκελίστηκε ότι θα γενιθή ο Χρηστός. Τότε ο θεός πεζη μια τ ανκέλου κε λεει του.
Γλάκα μορέ στη γη να βρις το μαριό κε να του ιπης πως θα γενησι το Χρηστό. γλακά ο ανκελος στη γη πιγε και ηβρικε το μαριό κε ειπεν του.
μαριό εσυ δε το κατεχεις μα ισε βαρεμένο* γιατι θα γενισις το Χρηστό.
Το μαριο τοτε λέι όφου και όφου* ιντάπαθα κε ιντανε τα που μου μιλις, ας εινε ομως θα γενισω το Χρηστό, πιος άντρας όμως θα με παντρεφτει.
κε ιπε τση ο ανκελος, μη στεναχωράσε μαριό κε εγώ θα σου βρω άντρα.
κε παι ο ανκελος στου οιωφισ* κε του λει.
Οιωφισ το μαριό ινε βαρεμένο από το Θεό κε θα γενισει το Χρηστό, συ όμως θα το παντρεφκης κε δε θα σε νιαζει πράμα.
τοτε ο οιωφισ που δε πιστεβε τα λογια του ανκελου παντρέφτικε το μαριό κε όταν κατάλαβε ότι ήταν βαρεμένο έδωσε εντολή να σφάξουν όλα τα πεδιά.

* βαρεμένο = σε ἐνδιαφέρουσα
* όφου και όφου = ἄχ και βαχ
* οιωφισ = Ἰωσήφ

Ο ἐπεξεργαστής κειμένου σήκωσε τα χέρια ψηλά.

Τετράδιο 133 * Μάρτιος 2011

Σάββατο 21 Ιουνίου 2014


Θεοδώρου Κολοκοτρώνη σοφία

Εἰς ἀπεσταλμένον ἀπὸ φίλον του στρατιωτικὸν ἐπίσημον, ὁ ὁποῖος τοῦ ἐμηνοῦσε νὰ σκοτώσει τὸν Α. Δ., νὰ βγάλει ἀπὸ τὴν μέση τὸν Ζαΐμη, εἰτεμὴ τὸ γένος δὲν βλέπει σωτηρίαν, ἔλεγε ἀκούοντας τὴν παραγγελίαν: «Οὔ! νὰ χαθεῖ, θαρρεῖ πώς εἶναι μῦγες· εἶναι ἄνθρωποι, ἔχουν καὶ αὐτοὶ τὸ φύσημα τοῦ Θεοῦ».
Πηγαινάμενος μίαν φορὰν ἀπὸ τὰς Ἀθήνας εἰς τὸ Ἀνάπλι, ὅταν ἐρωτήθη τί νεώτερα εἶδε εἰς τὰς Ἀθήνας, εἶπε: «Εἶδα πράγμα ὁποὺ δὲν τὸ εἶδα ἄλλη φορὰ τόσων χρονῶν ὁποὺ εἶμαι, οἱ γυναῖκες ὣς τὰ τώρα ἤξευρα πὼς ἐφούσκωναν ἀπ᾿ ὀμπρός, εἰς τὰς Ἀθήνας εἶδα ὅτι φουσκώνουν ἀπὸ πίσω». Ἀπέβλεπεν ὁ λόγος του τὸ ἀδιάντροπον τῶν τότε γυναικείων φορεμάτων.
Ὅταν ἔπειτα ἀπὸ τὴν καταδίκην του τοῦ ἐδόθη εἴδησις, ὅτι ὁ Βασιλεὺς τοῦ χαρίζει τὴν ζωὴν καὶ μόνον τὸν ἀφήνει εἴκοσι χρόνους φυλακήν, εἶπε: «Θὰ γελάσω τὸν Βασιλέα, δὲν θὰ ζήσω τόσους».
Εἰς τὴν νῆσον Ζάκυνθον, ὅταν ἀπέθανεν ἡ γυναίκα του, εἰς τὸ μνημόσυνόν της ἐπῆρε εἰς τὸ κεφάλι του τὸν δίσκον μὲ τὰ κόλυβα ἀπὸ τὸ σπίτι του ἕως εἰς τὴν ἐκκλησίαν, σημεῖον τῆς ἀγάπης του.
Ἡ φιλοσοφία εἶναι παρατήρησις, τὸν ἤκουσα νὰ λέγει.
Διὰ νὰ δείξει τὸ φιλοπαλλήκαρον τῶν Τούρκων, ἀνέφερε μίαν φοράν, ὅτι, ἀφοῦ ἐσκοτώθη ὁ ἀνδρεῖος Ζαχαριᾶς καὶ τοῦ εἶχαν τὸ κεφάλι του εἰς τὴν Τριπολιτσά, ἕνας Τοῦρκος διὰ περίγελον τὸ ἐστόλισε μὲ ἕνα τριαντάφυλλον, καὶ οἱ ἄλλοι Τοῦρκοι, ἐκεῖ παρόντες, ἔδειραν κακῶς τὸν χωρατατζή.
Εἰς τὴν θανὴν τοῦ μακαρίτου Ἀ. Ζαΐμη, ἀκολουθώντας τὸ λείψανον ἔκλαιγεν ἀπαρηγόρητα. Ὁ κύριος Τ. ζηλωτὴς νὰ ἀκούσει τὴν καρδίαν του, τοῦ λέγει: «Δὲν ἐνθυμεῖσαι τὲς διχόνοιές σας;» Ἀπεκρίθη: «Ἐσταθήκαμεν συχνὰ ἐχθροὶ ἀνάμεσόν μας, ἀλλὰ δὲν τὸν ἐμίσησα ποτέ». Δείχνοντάς του συγχρόνως ἄλλον ἔξοχον ἀγωνιστὴν τῆς πατρίδος, τοῦ εἶπε: «Ἐσταθήκαμε συχνὰ φίλοι, ἀλλὰ δὲν τὸν ἀγάπησα ποτέ».
Προγνώστης τοῦ θανάτου του καὶ ἄνθρωπος ἀγάπης καὶ χριστιανικὴ ψυχή, ἐσυγχωριότανε μὲ ὅσους εἶχε πειραχθεῖ ἢ ἐχθρευθεῖ εἰς τὴν ζωήν του. Ὅθεν καὶ ἐταξίδευσεν ἐπίτηδες εἰς τὴν Ὕδραν τὸ ἔτος 1839, διὰ νὰ ἀνταμώσει τὸν γέροντα, ὡς αὐτόν, Λάζαρον Κουντουριώτην, τὸν ὁποῖον ὑπολήπτετο πολὺ διὰ τὰς θυσίας του εἰς τὸν ἀγώνα. Οὕτως ἔπραξε καὶ μὲ ἄλλους φίλους καὶ ἐχθρούς.

Γεώργιος Τερτσέτης

Τετράδιο 133 * Μάρτιος 2011

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014





Collectanea

Σύγχρονος ἀνθρωπισμός. Ἂν εἶσαι ἀντικομμουνιστὴς καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἢ ἂν εἶσαι κομμουνιστὴς καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι, μπορῶ νὰ σοῦ φέρομαι ἀπάνθρωπα (νὰ σὲ ἀφήνω νὰ σαπίζεις μέσα σὲ στρατόπεδα ἢ νὰ σὲ ξεπαστρεύω). Τέτοιον ἀνθρωπισμὸ νὰ τὸν χαιρόσαστε!

Σχετικὰ μὲ θεωρίες. Ἀκόμα δὲ βρέθηκε ἐκεῖνος ποὺ θὰ βάλει τὴ ζωὴ μέσα στὸν ντορβά του. Ὁλοένα δοκιμάζουν -Δαρβίνος, Μάρξ, Φρόυντ- ἀλλὰ ἡ ζωὴ ξεχειλάει, ὅπως τὸ νερό, ἀπὸ παντοῦ καὶ χύνεται ἀπέξω.

Δὲν τὴν ξέραμε τὴν Ἐκκλησιὰ τῆς Ἀγάπης; Δὲν ἔχομε τὴν παράδοσή μας; Πότε τὴ χάσαμε; Πῶς ἀναρωτιόμαστε ἢ φωνάζομε (ἀκόμα καὶ ὁ πρόσφυγας ποιητής):
Ἀγάπη, ποῦ ’ναι ἡ ἐκκλησιά σου; Βαρέθηκα πιά, στὰ μετόχια.
Δὲν ξέραμε πὼς μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη; Ποιός μᾶς εἶπε νὰ τὴ χάσομε καὶ τώρα νὰ «βαριόμαστε» στὰ μετόχια; Ἀνεξήγητος, ἀνεξήγητος ὁ σημερινὸς Ἕλληνας δέκα φορές.

Ἕνα συμπέρασμα ἀπὸ τὴ Φιλοκαλία : «... ἐκ μόνης ἀκοῆς οὐ δύναταί τις τεχνίτης γενέσθαι, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποιεῖν καὶ βλέπειν καὶ πολλὰ πράττειν καὶ διορθοῦσθαι ὑπὸ τῶν ἐμπείρων καὶ διὰ τῆς ὑπομονῆς καὶ ἐκκοπῆς τῶν ἰδίων θελημάτων καὶ τῇ πολυημερίᾳ εἰς ἕξιν ἔρχεται τῆς τέχνης...». Συμπέρασμα γιὰ τοὺς τεχνίτες (κάθε λογῆς).

Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Χριστιανισμὸς παύει νὰ εἶναι πίστη ἢ τρόπος ζωῆς -ὁ ἄριστος βίος τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων- καὶ γίνεται ἰδέα, φαντάζει γιὰ μένα τὸ ἴδιο ἂν εἶσαι χριστιανὸς ἢ ἄθεος. Ὅπως παράλληλα φαντάζει τὸ ἴδιο ἂν εἶσαι ἰδεαλιστὴς ἢ ὑλιστής, σύμφωνα μὲ τὴν ὁρολογία τῆς νεότερης εὐρωπαϊκῆς φιλοσοφίας. Ἀφρόψαρα τοῦ νοῦ ὅλα αὐτά, ποὺ δὲν κατεβαίνουν ποτὲ στὰ μεγάλα βάθη τῆς ζήσης μας.  

Ζήσιμος Λορεντζᾶτος 

Τετράδιο 134 * Ἀπρίλιος 2011



Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014


Ντυμένοι φίλοι οἱ ἐχθροί
Ἦρθαν
ντυμένοι «φίλοι»
ἀμέτρητες φορές οἱ ἐχθροί μου
τό παμπάλαιο χῶμα πατώντας.
Καί τό χῶμα δέν ἒδεσε ποτέ μέ τή φτέρνα τους.
Ἒφεραν τόν Σοφό, τόν Οἰκιστή καί τόν Γεωμέτρη
Βίβλους γραμμάτων καί ἀριθμῶν
τήν πᾶσα Ὑποταγή καί Δύναμη
τό παμπάλαιο φῶς ἐξουσιάζοντας.
Καί τό φῶς δέν ἒδεσε ποτέ μέ τή σκέπη τους.
Οὒτε μέλισσα κἂν δέ γελάστηκε τό χρυσό ν᾿ ἀρχινίσει παιχνίδι·
οὒτε ζέφυρος κἂν, τίς λευκές νά φουσκώσει ποδιές.
Ἒστησαν καί θεμέλιωσαν
στίς κορφές, στίς κοιλάδες, στά πόρτα
πύργους κραταιούς κι ἐπαύλεις
ξύλα καί ἂλλα πλεούμενα
τούς Νόμους, τούς θεσπίζοντας τά καλά καί συμφέροντα
στό παμπάλαιο μέτρο ἐφαρμόζοντας.
Καί τό μέτρο δέν ἒδεσε ποτέ μέ τή σκέψη τους.
Οὒτε κἂν ἓνα χνάρι Θεοῦ στήν ψυχή τους σημάδι δέν ἂφησε·
οὒτε κἂν ἓνα βλέμμα ξωθιᾶς τή μιλιά τους δέν εἶπε νά πάρει.
Ἒφτασαν
ντυμένοι «φίλοι» ἀμέτρητες φορές οἱ ἐχθροί μου
τά παμπάλαια δῶρα προσφέροντας.
Καί τά δῶρα τους ἂλλα δέν ἢτανε
παρά μόνο σίδερο καί φωτιά.
Στ᾿ ἀνοιχτά πού καρτέραγαν δάχτυλα
μόνον ὃπλα καί σίδερο καί φωτιά.
Μόνον ὃπλα καί σίδερο καί φωτιά. 

Ὀδυσσέας Ἐλύτης
Ἀπό τό Ἄξιον Ἐστί


Τετράδιο 135 * Μάϊος 2011

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014


Ἡ θεία τὸ Ρηνιὼ

Ἡ θεία τὸ Ρηνιώ, πρωτεξαδέλφη τῆς μητρός μου, ἐγεννήθη ἐν τῇ κοιλάδι τοῡ κλαυθμῶνος τῇ καλουμένῃ Σπιναλόγκα, ἐκ γονέων ἀμφοτέρων λεπρῶν, ὑγιεστάτη αὐτή, ἐν ἔτει σωτηρίῳ 1901, δι΄ ὃ καί ἐρωτώμενη περί τῆς ἡλικίας της ἠρέσκετο νά ἀπαντᾷ: «—Ἐγώ πηγαίνω μέ τό ἔτος!».
Τό Ρηνιώ διεκρίνετο παιδιόθεν ἐπ᾿ εὐφυΐᾳ καί φιλομαθείᾳ, διήκουσε δέ καί τά ἁρμόδια μαθήματα παρά τῷ Δημοτικῷ Σχολείῳ τῶν Μουλιανῶν. Παρά το Δημοτικο τούτου Σχολείου τό Ρηνιώ δέν ηὐμοίρησε νά γνωρίση ἕτερον, ἀνώτερον ἐκπαιδευτήριον. Ἒμεινεν, ἰσοβίως, το Δημοτικο. Τό ὂντως, ὃμως, Σχολεῖον, τό ὁποῖον κυριολεκτικῶς ἐμόρφωσε τήν θεία Ρηνιώ, ἦτο ἡ Ἐκκλησία το χωρίου της, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἱεράτευσεν ἐπί τεσσαρακοντατετραετίαν ὅλην ὁ φιλόστοργος θεῖος της καί πνευματικός προστάτης, ὁ ἱεροπρεπέστατος παπά Γεώργιος Μαστοράκης.
Οὗτος ὁ παπά Γιωργάκης, ὡς τόν ἀπεκάλουν θωπευτικῶς μέχρι βαθυτάτου γήρως καί πρεσβείου οἱ ἐνορῖται του, τοῦ Τετραταξίου Δημοτικοῦ ἀπόφοιτος, ἐποίμανε τό ποίμνιόν του κατά τά παλαιά, μέ νηστείας, Παρακλήσεις, μικροαγρυπνίας, εὐχέλαια καί τά τοιαῦτα, καθ' ἑβδομάδα μελετῶν τό Ψαλτήριον, εὐωδιάζων πάντοτε παπαδίλαν, ἤγουν μοσχοθυμίαμα, μελισσοκέρι καί ἒλαιον, οὐχί δέ μυρεψικάς μαγγανείας, ὡς ἒθος παρά πολλοῖς τῶν νεωτέρων, μάλιστα δέ τῶν ὑψηλότερον ἱσταμένων καί τῶν δεσποτικῆς χαρᾶς ὀρεγομένων.
Ἡ ἐν τῷ ναῷ θέσις το Ρηνιο ἦτο πάντοτε παρά τῇ μάμμῃ Ζαμπίᾳ καί ταῖς θείαις της, Μαρίᾳ τῇ Χατζήνᾳ καί Δεσποινιᾷ, τῇ Πρεσβυτέρᾳ, συζύγῳ τοῦ ἱερέως θείου της. Ἡ γωνιά των διεκρίνετο ἐπ᾿ ἂκρᾳ σιγῇ καί προσηλώσει εἰς τά ἱερά δρώμενα, τήν ψαλμῳδίαν καί τά ἀναγνώσματα.
Οὕτω τό Ρηνιώ παιδιόθεν συνήθισε νά ροφᾷ, κατά κυριολεξίαν, πᾶν τό ἐν τῷ ναῷ τελούμενον, ψαλλόμενον ἢ ἀναγινωσκόμενον. Τήν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, γραῖαν πλέον, προσευχομένην ὀρθοστάδην καθ᾿ ὅλην σχεδόν τήν διάρκειαν τῆς Λειτουργίας, νά εἶναι σύννους, ὅλη ἕν βλέμμα, ἕν οὖς, εἷς σπόγγος ἀπορροφητικός, ὥστε νά μή τῇ διαφεύγῃ τό παραμικρόν, ἓτοιμη νά κατακεραυνώσῃ μικρούς ἢ μεγάλους, οἱ ὁποῖοι θά ἠνώχλουν τήν ἂκραν προσήλωσίν της, διά λόγου ἢ καί ψιθύρου μόνον, μέ ἓν ἀπότομον «— Σιωπή!... Μουρμού!... Ἀχνιά!...» συνοδευόμενον ὑπό χαρακτηριστικῆς φορᾶς τοῦ δείκτου τῆς δεξιᾶς κατενώπιον τῆς ρινός καί τοῦ στόματος. Ἐντεῦθεν καί διά ταῦτα ἀπέκτησε βαθμηδόν πλουσιώτατον λεξιλόγιον, ἱεροπρεπές, ἀρχαιοπρεπές, δαψιλέστατα ἠρτυμένον, καταστόλιστον ἐξ ἁγιογραφικῶν καί ὑμνογραφικῶν στοιχείων.
Ἐρωτώμενη, ἐπί παραδείγματι, ἐάν ἐγνώριζε τόν φιλοξενούμενον τοῦ Κουκουδόγαμπρου, ἀπήντα: «οὐκ οἶδα τόν ἄνθρωπον»! Θεωροῦσα τόν χοῖρον τῆς Κανονομαρίας νά τρέχῃ σύρων ὂπισθεν αὐτοῦ σχοινίον, εἰς τό ἄκρον τοῦ ὁποίου εὑρίσκετο σιδηροῦς πάσσαλος, ὃστις τέως συνεκράτει τό ζῶον καί ἢδη ἐκροτάλιζε δαιμονιωδῶς ἐπί τοῦ καλντεριμίου, ἐσχολίασε: «καί μοχλούς σιδηρούς συνέτριψε»!
Ἐρωτηθεῖσα ποτέ ὑπό τῆς πρωτεξαδέλφης της καί μητρός μου, «-Εἰρήνη, ποῦ πῆγε ἡ Μαρίκα;»  ἢγουν ἡ κόρη της, ἀπήντησε μετ᾿ ἀκαριαίας ἑτοιμότητος: «Πέραν τοῦ χειμάρρου τῶν κέδρων, ὅπου ἦν κῆπος».
Τῷ ὄντι αὕτη εἶχεν ὑπάγει εἰς τόν κῆπον της, κείμενον πέραν τοῦ χειμάρρου Παντελῆ, παρά τόν Πετράν, μεσαιωνικόν τῆς Σητείας οἰκισμόν, ἒνθα καί δεικνύουν μέχρι τῆς σήμερον οἰκίαν ἀποδιδομένην εἰς τόν Βικέντιον ἢ, ἐπί τό λατινικώτερον, Βιτσέντζον Κορνάρον, ποιητήν τοῦ Ἐρωτοκρίτου, ὅν, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, τό Ρηνιώ ἐγνώριζεν ἀπό στήθους, ὡς ἐγνώριζε καί τόν Ἀθανάσιον Διάκον τοῦ Βαλαωρίτου καί ἄλλα τοῦ αὐτοῦ καί ἂλλων ποιήματα, τά ὁποῖα καί ἐφιλοτιμεῖτο νά μοί ἀπαγγέλλῃ, ὅτε ἤμην παιδίον, διά νά τά μάθω.
Οὐδέποτε τό Ρηνιώ διενοήθη νά ὀνομάσῃ τό Κλεινόν Ἄστυ Ἀθήνα. Ὠμίλει πάντοτε περί Ἀθηνῶν: «Ἦλθε ἀπό τάς Ἀθήνας ὁ Κωστής τοῦ παπᾶ», ἐπληροφόρει τά τέκνα της. Μεμψιμοιροῦσα διά γενομένην τυχόν εἰς βάρος της ἀδικίαν, ἐστρέφετο πρός τόν γείτονα Ἅη-Γιώργην καί ἐπεκαλεῖτο: «Ἅγιε Γεώργιέ μου, σύ πού εἶσαι τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτής καί τῶν πτωχῶν ὑπερασπιστής»!
Ἔφυγεν ἐνενηκοντοῦτις καί ἐκηδεύθη τήν παραμονήν τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἰδίου ἔτους, ἐνταφιασθεῖσα εἰς τήν Παναγίαν, εἰς τόν τάφον τοῦ πάππου καί τῆς μάμμης της, ἔνθα προλαβών εἶχεν ἤδη ἐνταφιασθῆ ὁ καλοκάγαθος σύζυγός της, ὁ Νικολάκις, ἔχουσα ἔνθεν μέν τόν τάφον τῆς θείας Χατζήνας, τοῦ Χατζῆ καί τοῦ Γιαννάκη, ἔνθεν δέ ἐκεῖνον τῆς θείας - παπαδιᾶς καί τῆς πεφιλημένης ἐξαδέλφης της, Κατίνας τοῦ παπᾶ, διά νά δυνηθῆ πλέον νά συμψάλῃ μετά τῆς θριαμβευούσης Ἐκκλησίας τάς προσφιλεῖς αὐτῇ Καταβασίας «Χριστός γεννᾶται, δοξάσατε», περί τῶν ὁποίων μοί ἔλεγε: «Αἴ καί νά κάτεχες πόσο ᾽ρέγομαι ὅντο τσὶ γροικῶ»!
Ἀτυχῶς τό Ρηνιώ ἔφυγεν ἐκ τοῦ ματαίου τούτου κόσμου ἐνωρίς καί δέν προέλαβεν, ἡ βαρυδαίμων, νά χαρῆ -ἔστω ἀπό ραδιοφώνου— τάς κοσμοσωτηρίους καινοτομίας περί τήν ἀνάγνωσιν ἐπ' Ἐκκλησίας, καί  δή καί χῦμα, ὡς τά ὂσπρια εἰς τούς σάκκους τοῦ Παντοπωλείου τοῦ ἐξαδέλφου της, τοῦ Μανωλάκι, τῶν συγχρόνων μεταφράσεων τοῦ Ἱεροῦ Ἀποστόλου καί τῶν θείων Εὐαγγελίων, τάς ὁποίας ἠτοίμασαν εὐρυμαθεῖς καί διπλωματοῦχοι ἂνθρωποι τῆς Θρησκείας, γνωστοί κραταιοί τῆς Ἀλεξανδρινῆς Κοινῆς τῶν Γραφῶν, χρόνον πολύν καὶ χρήματα δαπανήσαντες διά σπουδάς ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ καί τούς Ἑσπερίους ὁμοτέχνους των, τούς τήν Κοινὴν «Κοϊνίιν» προφέροντας, καταφαγόντες μέ τά ἐξώφυλλα, ὣστε νά καταλάβῃ καί αὐτή, ἐπί τέλους!, ἡ ἀγράμματη, τοῦ Δημοτικοῦ, τά θειότατα κείμενα, τά ὁποῖα, κατά τούς μεγαλοπράγμονας μεταρρυθμιστάς, ἀσφαλῶς τῇ ἦσαν ἀκατανόητα, τόσον, ὅσον τουλάχιστον καί τά Οὐζμπεκικά ἢ τά Κινέζικα...


Μητροπολίτης Νέας Ζηλανδίας Ἰωσήφ

Τετράδιο 135 * Μάϊος 2011

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014


Αἰσώπου μῦθοι

Μύρμηξ τις ὥρᾳ χειμῶνος ὃν θέρους συνήγαγε σῖτον καθ᾿ ἑαυτὸν ἤσθιεν. Ὁ δὲ τέττιξ προσελθὼν αὐτῷ ᾐτεῖτο μεταδοθῆναι αὐτῷ ἐκ τῶν αὐτοῦ σιτίων. Ὁ δὲ μύρμηξ ἔφη πρὸς αὐτόν:
«Καὶ τί ἄρα πράττων διετέλεις ἐφ᾿ ὅλῳ τῷ τοῦ θέρους καιρῷ, ὅτι μὴ συνέλεξας σῖτον ἑαυτῷ εἰς διατροφήν;»
Ὁ δὲ τέττιξ ἀντέφησεν αὐτῷ ὡς:
«Τῷ μελῳδεῖν ἀπασχολούμενος τῆς συλλογῆς ἐκωλυόμην».
Τῇ γοῦν τοιαύτῃ τοῦ τέττιγος ἀποκρίσει ὁ μύρμηξ ἐπιγελάσας, τὸν ἑαυτοῦ σῖτον τοῖς ἐνδοτέροις τῆς γῆς μυχοῖς ἐναπέκρυψε καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπεφθέγξατο ὡς:
«Ἐπεὶ τότε ματαίως ἐμελώδεις, νυνὶ λοιπὸν ὁρχήσασθαι θέλησον».
 Οὗτος παρίστησι τοὺς ὀκνηρούς τε καὶ ἀμελεῖς καὶ τοὺς ἐν ματαιοπραγίαις διάγοντας κἀντεῦθεν ὑστερουμένους.
*
Ὁ μέρμηγγας ἀπολάμβανε, μέσα στὸν ἄγριο χειμώνα, τὸ σιτάρι ποὺ εἶχε μαζέψει ἀπὸ τὸ καλοκαίρι. Πῆγε λοιπὸν ὁ τζίτζικας καὶ τοῦ ζήτησε λιγάκι νὰ φάει κι αὐτός.
«Καί τί ἔκανες ὅλο τὸ καλοκαίρι; Πῶς τὰ κατάφερες νὰ μείνεις χωρὶς σιτάρι;» τὸν ρώτησε ὁ μέρμηγγας.
«Τραγουδοῦσα» ἀπάντησε ἐκεῖνος «καὶ δὲ μοῦ ἔμεινε καιρὸς».
«Ἐ, ἀφοῦ τραγούδησες καλά-καλὰ, ἦρθε κι ἡ ὥρα νὰ χορέψεις!» εἶπε γελώντας ὁ μέρμηγκας κι ἔκρυψε τὸ σιτάρι πιὸ βαθιὰ στὴ φωλιά του.
 Ὁ μύθος λέει γιὰ τοὺς τεμπέληδες καὶ τοὺς ἀνοργάνωτους ἀνθρώπους ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ ἀνόητα πράγματα καὶ στὸ τέλος δὲν ἔχουν οὔτε νὰ φᾶνε.

Τετράδιο 136 * Ἰούνιος 2011

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014


Λειτουργία μέ τόν γέροντα Παΐσιο

Ἦταν τ 1978, παραμον το Τιμίου Σταυρομ τ παλαι μερολόγιο κι Γέροντας ταν κόμα στ κελ το Τιμίου Σταυρο. γ εχα πάει –μουν διάκος τότε– κα τν πισκέφθηκα πρωί-πρωί. ταν μέρα Δευτέρα. Βρκα τν Γέροντα κα σκούπιζε.
Μο λέει: «λα δ κα σ θέλω, γιατὶ ἐδ χουμε αριο πανήγυρι κα κάλεσα κα Δεσπότη, θφέρω κα ψάλτες πίσημους καπαρήγγειλα κακρεμμύδια, ψάρια, φασόλια, πράματα ν μαγειρέψω, νκάμω τραπέζια˙ θα ’χω κόσμο δπολύ».
 γ ν τμεταξ τά πίστευα, διότι μο τά ’λεγε σοβαρ γι ν μπειράξει. Δν μποροσα νκαταλάβω τι μὲ ἀστειεύει.  Κα μολέει: «Θέλω κι να διάκο, κι ετυχς πο ρθες δ, θ σ χρειαστῶ ἀπόψε. Θ μείνεις δ μαζί μου τβράδυ;»
γ πετοσα π τ χαρά μου, διότι δν κρατοσε κανένα κοντά του, πολύτως κανέναν. Πολλο πήγαιναν κα τν παρακαλοσαν: Γέροντα, ν μείνω στω κι να βράδυ, μερικς ρες; Τίποτα, τος κρατοσε μερικλεπτ κα τος διωχνε. Δν φηνε ν μείνει νθρωπος πολ κοντά του. ταν μεγάλη ελογία ατό.
Λοιπν μο λέει: «Κοίταξε, τώρα μως θ κλείσουμε τν πόρτα, κα χι ταν θ χτυπον ν πς ν μφανίζεσαι, διότι χομε ν κάνουμε δουλειές». «Καλά», λέω, «κι ν μς χτυπον τί θ κάνουμε;» Μο λέει: «Τί θ κάνουμε; Θκάνουμε τν ψόφιο κοριό». Πράγματι ρθαν μερικοὶ ἄνθρωποι, χτύπησαν, δν νοιξε σ κανέναν κείνη τν μέρα. γ πρς στιγμὴν σκανδαλίσθηκα, γιατ δν τος νοίγει τος καημένους, πιτρέπεται ν εμαστε μέσα καν μν τος νοίγει; Γύρισε μία στιγμ κε πο μασταν στν κκλησία –εχε πολλς τρύπες κκλησία του, καβάζαμε σβέστη κα καλύπταμε τς τρύπες– κα μο λέει: «Κοίταξε ν δες, διάκο, γ προσεύχομαι κι ν κάποιος νθρωπος χει νάγκη ξέρω κα το νοίγω, ν χρειαστεῖ». Κα πράγματι, μετ πο εχε ρθει τ πόγευμα νας ποεχε μία σοβαρ νάγκη το νοιξε.
Τέλος πάντων, δουλέψαμε τ πρωί, τ μεσημέρι μολέει «Τώρα θ σο κάνω τ τραπέζι ν δομε τί θ φμε». Βγήκαμε ξω. Δν εχε οτε τραπέζι, οτε τίποτα. πλωσε κάτω στ χμα, πάνω σ΄ να βράχο κε πο εχε. «χω καὶ ἕνα τραπεζομάντηλο», μο επε, «πο τ φυλάω εδικ ταν χω πίσημους πισκέπτες. Δν τ βάζω κάθε μέρα κενο». Κι πιασε να νάυλον, δν ξέρω πο τ βρκε πεταμένο, τ ποο ταν σν ατπο βάζαν ο γιαγιάδες στ χωριά μας στ τραπέζια, πο εχαν ζωγραφισμένα πάνω διάφορα φροτα, σταφύλια, μπανάνες, κάτι τέτοια.
Τ πλωσε κεῖ, κα τί ν φμε, τί ν φμε, δν εχε τίποτα, μο ’κανε να τσάι, μο’δωσε να παξιμάδι κι βγαλε πτν κπο του, νομίζω κάτι κρεμύδια μαρούλια. Κι πια τσάι μ κρεμμύδια κι να παξιμάδι.
ν τ μεταξ λέει: «Κοίταξε τώρα ν φμε κα φροτα. Διάλεξε δ, χει νανάδες, χει καρπούζια» κα μο δειχνε τ τραπεζομάντηλο...
Τ πόγευμα ξεκουράστηκα γώ, ατς εδε μερικος νθρώπους κα τ βράδυ γύρω στς 5 ρα περίπου, μο λέει: «Τώρα θ κάνουμε προσευχ λη νύχτα μ τ κομποσκοίνι κα τ πρω θά ’ρθει π τ μοναστήρι νας ερέας ν μς κάνει Λειτουργία». «Εντάξει, Γέροντα. Πς θ κάνω κα γώ;»
Μο δειξε πς πρεπε ν προσεύχομαι τ βράδυ μ τ κομποσκοίνι. Πράγματι ρχίσαμε ν προσευχόμαστε κα μο λέει: «γύρω στ μεσάνυκτα –στς 7 ρα μ τ βυζαντινθ σ φωνάξω νπμε στν κκλησία ν διαβάσουμε τν θεία Μετάληψη».
Κα ρχισε προσευχ λη νύκτα. Ατς στ δωμάτιό του κα γ δίπλα στ μικρ τ δωματιάκι, μέσα στν ρημο. Κι ταν πρώτη φορ πο μενα τσι μόνος μου στν ρημο, μέσα στ γιον ρος, σ μίαν κρα συχία, δν κουγόταν τίποτα, μόνο μερικ ζα πο κυκλοφοροσαν ξω. Κι γ λεγα τν εχ –προσπαθοσα ν κάνω πως μο επε Γέροντας. Δίπλα μου προσευχόταν ατς κι γ τν κουγα, ταν ναστέναζε, ταν περπατοσε –διότι δν εχε πνεύμονες Γέροντας, εχε βγάλει τος πνεύμονές του, μόνο μισ πνεύμονα εχε- ναγκαζόταν κατ διαστήματα ν κάνει βαθιος ναστεναγμος γι ν πάρει έρα. Μο χτυποσε κα τν τοχο καμι φορ κα μο λεγε: «Διάκο, κοιμάσαι;» – «χι, Γέροντα». «! ντάξει». Πηγαίναμε καλά.
Γύρω στη μία τ μεσάνυκτα, φο κάναμε πτ ρες προσευχ μ τ κομποσκοίνι, μ φώναξε κα πήγαμε στὸ ἐκκλησάκι δίπλα κα μο λέει: «Νδιαβάσουμε τν κολουθία τς θείας Μεταλήψεως, γι ν ξενυστάξεις κα λίγο κα μετ συνεχίζουμε». ταν πήγαμε κε μ’ βαλε μένα στμοναδικ στασίδι πο εχε, ατς καθόταν δίπλα μου, κι γ κρατοσα τ κερ κι ρχισα ν διαβάζω π τ βιβλίο τν κολουθία· Γέροντας λεγε τος στίχους.
ν τ μεταξ κάθε φορ πο λεγε να στίχο κανε τσταυρό του λόκληρο κι κανε μία μετάνοια μέχρι τὸ ἔδαφος. κανε μ πολλ θέρμη ατν τν προσευχή του. ταν φτάσαμε στ τροπάριο κενο πο λέει «Μαρία Μήτηρ Θεο τς εωδίας τ σεπτὸν σκήνωμα» Γέροντας επε: «περαγία Θεοτόκε σσον μς». κριβς κείνη τν ρα, λα λλαξαν μέσα στ κκλησάκι. γινε κάτι πολ παλά, λλ πότομα, κα ρχισε τ καντήλι τς Παναγίας ν κουνιέται μόνο του. Εχε πέντε καντήλια στ τέμπλο κα μόνο τ καντήλι τς Παναγίας πήγαινε κι ρχόταν πάνω κάτω συνέχεια.
γ τ εδα βέβαια ατ τ πράγμα κα φωτίσθηκε τσι τ κκλησάκι, πρε να φς. Γύρισα κι εδα τν Γέροντα, μο κανε νεμα μ τ χέρι. Μο λέει «Σιωπὴ» κα σταμάτησα ν διαβάζω. Ατς νομίζω, δν θυμμαι καλά, γονάτισε μέχρι κάτω, πάντως σκυψε πολύ, ταν σκυφτς συνέχεια.
Κα γκαθόμουν στ στασίδι κι βλεπα ατ τ θέαμα, τ καντήλι τς Παναγίας ν κουνιέται συνέχεια πάνω κάτω. Διήρκησε ατό, τσι σιωπηλοί, περίπου μισ ρα, π’ ,τι μπόρεσα ν πολογίσω. Μετ πο εδα τι δν γινόταν τίποτα ρχισα ν διαβάζω μόνος μου. Γέροντας ταν κε στν δια στάση γονατιστς κι γ συνέχισα νδιαβάζω. ταν φτάσαμε στν βδομη εχ τς Μεταλήψεως, στν εχ το γίου Συμεών, τότε τ καντήλι σταμάτησε κι λα πανλθαν στν πρώτη κατάσταση ποὺ ἦταν σκοτειν λα κι μες μασταν μόνοι μας.
ταν τελείωσε κολουθία Γέροντας ταν πολσυγκινημένος κα μο λέει –σν να μικρ παιδάκι, τρόπον τινά, πο μα κάμει καμι ταξία κα τ τσακώσουν, λέει «μ δν καμα τίποτα» :
«Ξέρεις, γ πρώτη φορ βλέπω τέτοιο πράγμα. Δν ξανασυνέβηκε αττ πράγμα δῶ».
Δν πάντησα τίποτα, τί ν τοπ; στερα καθήσαμε κε στδιάδρομο, να μικρ διαδρομάκι, το λέω: «Γέροντα, τί ταν ατ πο γινε;» Μο λέει «Τί ταν;»
Λέω, «Δν εδες τκαντήλι πο κινήθηκε;» Μο λέει, «Μόνο τ καντήλι εδες;» Λέω, «Ναι». Μο λέει, «Τίποτα δν τανε».
Μὰ, τί τίποτα δν τανε; Κινεται τ καντήλι μόνο του, μι ρα κουνιόταν μόνο του κα δν ταν τίποτα; Δν ταν ν πες πς κουνήθηκε μία φορά. Κα ταν λα κλειστά, οτε παραμικρ πνοδν πρχε μέσα στ δωμάτιο.
Μο λέει, «Κοίταξε ν δες, δ στ γιον ρος Παναγία τ βράδια κυκλοφορκα κοιτ ν δε τί κάνουμε μες ο μοναχοί. , πέρασε κι π’ δ, εδε δυ παλαβος δ πέρα κα κούνησε τκαντήλι ν μς χαιρετίσει, τρόπον τινά». Κα μετ μο επε τι ατς εδε τν Παναγία κενο τ βράδυ στ κκλησάκι μέσα.
Στς πέντε και μισή τό πρωί ρθε παπς κα Γέροντας θελε ν λειτουργήσω, λλ γ δν εχα διακονικ μφια. Μοῦ ἔφερε να στιχάρι παλαιό, φερε να πετραχήλι, τ κανε ράριο κα τ πιασε μ παραμάνα, βρκε κάτι πιμάνικα, μο τ τύλιξε στ χέρια. μουν σν παλιάτσος, λλ ταν ραιότερη Λειτουργία στ ζωή μου.

Μητροπολίτης Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος

Τετράδιο 136 * Ἰούνιος 2011